Υπόθεση T-170/04
Confederazione nazionale dei consorzi volontari per la tutela delle denominazioni di origine e delle indicazioni geografiche tipiche dei vini italiani (FederDoc) κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Προσφυγή ακυρώσεως — Κανονισμός (ΕΚ) 316/2004 — Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς — Καθεστώς των παραδοσιακών ενδείξεων — Νομικά πρόσωπα — Πρόσωπα τα οποία μια πράξη αφορά ατομικά — Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 28ης Ιουνίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Κανονισμός για την τροποποίηση των κανόνων που διέπουν την προστασία των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων για τον προσδιορισμό των οίνων — Προσφυγή ορισμένων Ιταλών οινοπαραγωγών — Προσφυγή ορισμένων ενώσεων Ιταλών οινοπαραγωγών — Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· κανονισμός 316/2004 της Επιτροπής)
2. Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Ερμηνεία contra legem της προϋποθέσεως να τα αφορά ατομικά η προσβαλλόμενη πράξη — Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
1. Ο κανονισμός 316/2004, για τροποποίηση του κανονισμού 753/2002 για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999, όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, ο οποίος τροποποιεί μεταξύ άλλων τους κανόνες που διέπουν την προστασία των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων για τον προσδιορισμό οίνων, συνιστά μέτρο γενικής ισχύος, κατά την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, δεδομένου ότι εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα για κατηγορίες επιχειρηματιών που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις οριζόμενες γενικά και αφηρημένα. Συγκεκριμένα, δεν αφορά αποκλειστικώς τους Ιταλούς οινοπαραγωγούς, αλλά παράγει επίσης έννομα αποτελέσματα έναντι απροσδιόριστου αριθμού παραγωγών από τα άλλα κράτη μέλη οι οποίοι σήμερα χρησιμοποιούν και θα χρησιμοποιήσουν στο μέλλον συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις.
Ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, παρά μόνον εφόσον το θίγει λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Αυτό δεν ισχύει ούτε για ορισμένους Ιταλούς οινοπαραγωγούς στους οποίους έχει επιτραπεί η χρήση συγκεκριμένων παραδοσιακών ιταλικών ενδείξεων, που περιλαμβάνονταν αρχικώς στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002, ούτε για ορισμένες ενώσεις Ιταλών οινοπαραγωγών.
Αφενός, ο εν λόγω κανονισμός αφορά τους οικείους Ιταλούς παραγωγούς μόνον υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως παραγωγών οίνων ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές (v.q.p.r.d.). Συγκεκριμένα, η ύπαρξη έννομης προστασίας για συγκεκριμένες παραδοσιακές και περιοριστικώς απαριθμούμενες ενδείξεις δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τους Ιταλούς παραγωγούς σε σχέση με τους λοιπούς παραγωγούς v.q.p.r.d. της Κοινότητας που φέρουν συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις. Ομοίως, ακόμη και εάν τα μέτρα που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός ενδέχεται να έχουν σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τους προσφεύγοντες, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν ανακύπτουν παρόμοιες συνέπειες για τους λοιπούς παραγωγούς v.q.p.r.d. της Κοινότητας. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να συναχθεί ότι μια πράξη αφορά ατομικά ορισμένες επιχειρήσεις απλώς και μόνον διότι τις θίγει οικονομικώς περισσότερο απ’ ό,τι τους ανταγωνιστές τους.
Αφετέρου, κατ’ αρχάς, μια πράξη που επηρεάζει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά ένωση προσώπων, η οποία συγκροτήθηκε για να προωθήσει τα συλλογικά συμφέροντα της εν λόγω κατηγορίας, εάν δεν αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά. Ακολούθως, μολονότι η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, όπως ο ρόλος που διαδραμάτισε μια ένωση προσώπων στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία κατέληξε στην έκδοση πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, μπορεί να δικαιολογήσει το παραδεκτό προσφυγής ασκουμένης από ένωση, τα μέλη της οποίας δεν αφορά ατομικά η επίδικη πράξη, ιδίως οσάκις η πράξη αυτή επηρέασε τη θέση της ενώσεως ως διαπραγματεύτριας, τούτο δεν συνέβη στην περίπτωση των ενδιαφερόμενων ενώσεων. Τέλος, ο επίδικος κανονισμός δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να αφορά ατομικά τις εν λόγω ενώσεις, με το σκεπτικό ότι μια νομοθετική διάταξη τους αναγνωρίζει ρητώς σειρά δυνατοτήτων διαδικαστικού χαρακτήρα.
(βλ. σκέψεις 35-36, 38, 42-44, 48, 50-52)
2. Ναι μεν, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ προϋπόθεση να αφορά η προσβαλλόμενη πράξη ατομικά τον προσφεύγοντα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, οπότε πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες περιστάσεις που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή όμως δεν είναι δυνατόν να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση.
(βλ. σκέψη 56)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 28ης Ιουνίου 2005(*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 316/2004 – Κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς – Καθεστώς των παραδοσιακών ενδείξεων – Νομικά πρόσωπα – Πρόσωπα τα οποία μια πράξη αφορά ατομικά – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-170/04,
Confederazione nazionale dei consorzi volontari per la tutela delle denominazioni di origine e delle indicazioni geografiche tipiche dei vini italiani (FederDoc), με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία),
Consorzio per la tutela dei vini Valpolicella, με έδρα το San Floriano (Ιταλία),
Consorzio tutela denominazione Frascati Soc. consortile coop. rl, με έδρα το Frascati (Ιταλία),
Consorzio del vino Brunello di Montalcino, με έδρα το Montalcino (Ιταλία),
Cantina cooperativa di Montefiascone Soc. coop. rl, με έδρα το Montefiascone (Ιταλία),
Azienda agricola Ruggiero Giuseppa «Masseria Felicia» Snc, με έδρα το Carano di Sessa A. (Ιταλία),
Michele Moio fu Luigi Srl, με έδρα το Mondragone (Ιταλία),
Consorzio vino Chianti Classico, με έδρα τη Radda in Chianti (Ιταλία),
Consorzio tutela vini DOC Colli Piacentini, με έδρα την Plaisance (Ιταλία),
Cantine grotta del sole Srl, με έδρα το Quarto (Ιταλία),
Val Calore Soc. coop. rl, με έδρα το Castel San Lorenzo (Ιταλία),
Consorzio tutela Morellino di Scansano, με έδρα το Scansano (Ιταλία),
Consorzio tutela vini Gambellara DOC, με έδρα την Gambellara (Ιταλία),
Consorzio tutela dei vini Soave e Recioto di Soave, με έδρα το Soave (Ιταλία),
Azienda vitivinicola eredi Ing. Nicola Guglierame, με έδρα το Pornassio (Ιταλία),
Cooperativa agricola di Riomaggiore, Manarola, Corniglia, Vernazza e Monterosso, με έδρα το Riomaggiore (Ιταλία),
Consorzio per la tutela dei vini di Valtellina, με έδρα το Sondrio (Ιταλία),
Consorzio tutela vini DOC «Breganze», με έδρα την Breganze (Ιταλία),
Consorzio volontario per la tutela del vino Marsala, με έδρα την Marsala (Ιταλία),
Consorzio vini Valdichiana, με έδρα το Arezzo (Ιταλία),
Consorzio del vino nobile di Montepulciano, με έδρα το Montepulciano (Ιταλία),
εκπροσωπούμενοι από τους L. Spagnuolo Vigorita, P. Tanoni και R. Gandin, δικηγόρους,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους M. Nolin και V. Di Bucci, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα περί ολικής ή, επικουρικώς, μερικής ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 316/2004 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (ΕΕ L 55, σ. 16),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Legal, πρόεδρο, P. Mengozzi και I. Wiszniewska-Białecka, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Οι γενικοί κανόνες για την προστασία και τη χρησιμοποίηση των παραδοσιακών ενδείξεων που αφορούν οίνους έχουν τεθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 179, σ. 1). Οι κανόνες του παραρτήματος VII, σημείο B 1, στοιχείο β΄, πέμπτη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού προβλέπουν ότι η επισήμανση των προϊόντων, τα οποία παρασκευάζονται στην Κοινότητα, μπορεί να συμπληρώνεται, όσον αφορά τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους οίνους ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένες περιοχές (v.q.p.r.d.), με συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που προβλέπει το κράτος μέλος παραγωγής.
2 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999, ιδίως δε οι κανόνες που διέπουν την προστασία των παραδοσιακών ενδείξεων, στις οποίες συγκαταλέγονται οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις, καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1493/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (ΕΕ L 118, σ. 1).
3 Σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 753/2002, «ως “συμπληρωματική παραδοσιακή ένδειξη” νοείται ένας όρος που χρησιμοποιείται κατά παράδοση για τον χαρακτηρισμό των οίνων που αναφέρονται [στον τίτλο IV αυτού του κανονισμού] στα κράτη μέλη παραγωγής και ο οποίος αναφέρεται κυρίως σε μια μέθοδο παραγωγής, παρασκευής, παλαίωσης ή στην ποιότητα, το χρώμα, τον τύπο της τοποθεσίας ή σε ένα ιστορικό γεγονός που συνδέεται με την ιστορία του εν λόγω οίνου και ο οποίος ορίζεται στη νομοθεσία των κρατών μελών παραγωγής προς το σκοπό της περιγραφής των εν λόγω οίνων που έχουν παραχθεί στο έδαφός τους».
4 Ο κανονισμός 753/2002 περιελάμβανε, στο παράρτημά του III, τον κατάλογο των παραδοσιακών ενδείξεων οκτώ κρατών μελών παραγωγής (Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Δημοκρατίας της Αυστρίας, Βασιλείου της Ισπανίας, Γαλλικής Δημοκρατίας, Ελληνικής Δημοκρατίας, Ιταλικής Δημοκρατίας, Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και Πορτογαλικής Δημοκρατίας) οι οποίες αναγνωρίζονταν και προστατεύονταν. Ο κατάλογος αυτός αποτελούνταν από δύο μέρη, το μέρος Α και το μέρος Β. Το μέρος Α αφορούσε, ως προς την Ιταλική Δημοκρατία, 43 παραδοσιακές ενδείξεις στην κατηγορία v.q.p.r.d. Το μέρος B είχε ως αντικείμενο, ως προς την Ιταλική Δημοκρατία, τις 17 παραδοσιακές ενδείξεις που παρατίθενται από τους προσφεύγοντες και προορίζονται να έχουν εφαρμογή στην κατηγορία v.q.p.r.d., ήτοι: Amarone, Cannellino, Brunello, Est! Est!! Est!!!, Falerno, Governo all’uso toscano, Gutturnio, Lacryma Christi, Lambiccato, Morellino, Recioto, Sciacchetrà ή Sciac-trà, Sforzato ή Sfurzat, Torcolato, Vergine, Vino Nobile, Vin Santo. Ο κατάλογος αυτός μπορούσε να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί κατόπιν ανακοινώσεων απευθυνομένων από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 7, του κανονισμού 753/2002.
5 Δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, οι παραδοσιακές ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ προορίζονται αποκλειστικώς για τους οίνους, με τους οποίους συνδέονται, και τυγχάνουν προστασίας από:
«α) κάθε σφετερισμό, απομίμηση ή αναφορά, ακόμη και εάν η προστατευόμενη ένδειξη συνοδεύεται από μία έκφραση όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “απομίμηση”, “μάρκα” ή άλλες παρόμοιες ενδείξεις·
β) κάθε άλλη καταχρηστική, παραπλανητική ή ψευδή αναφορά, ως προς τον χαρακτήρα ή την ουσιαστική ποιότητα του οίνου που αναφέρεται στην πρώτη ή δεύτερη συσκευασία, τη διαφήμιση ή τα σχετικά με το εν λόγω προϊόν έγγραφα·
γ) κάθε άλλη πρακτική η οποία είναι δυνατόν να οδηγήσει το κοινό σε πλάνη και ιδίως να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο οίνος υπάγεται στο καθεστώς προστατευόμενης παραδοσιακής ένδειξης».
6 Προκειμένου περί της περιγραφής οίνου ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στο καθεστώς προστατευόμενης παραδοσιακής ενδείξεως, το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 753/2002 απαγορεύει να χρησιμοποιούνται στη σήμανση σήματα που περιλαμβάνουν παραδοσιακή ένδειξη συμπεριληφθείσα στο παράρτημα III. Ωστόσο, το δεύτερο εδάφιο της αυτής παραγράφου προβλέπει παρέκκλιση στην ειδική περίπτωση, κατά την οποία τα επίμαχα σήματα είχαν νομίμως καταχωριστεί στην Κοινότητα πριν από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού 753/2002 και έχουν πράγματι χρησιμοποιηθεί καλοπίστως από της καταχωρίσεώς τους.
7 Το άρθρο 24, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 753/2002 προβλέπει ότι κάθε παραδοσιακή ένδειξη που αναγράφεται στο παράρτημα ΙΙΙ συνδέεται είτε με μια είτε με περισσότερες κατηγορίες οίνων, μεταξύ των οποίων οι v.q.p.r.d. Η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει επίσης ότι, εάν οι v.q.p.r.d. δεν περιλαμβάνονται ήδη σε άλλη κατηγορία οίνων, η προστασία της παραδοσιακής ενδείξεως ισχύει μόνο για την περιγραφή οίνων πλην των οίνων λικέρ, των αφρωδών οίνων και των αεριούχων αφρωδών οίνων, των ημιαφρωδών οίνων και των αεριούχων ημιαφρωδών οίνων.
8 Οι διατάξεις του άρθρου 24, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 753/2002 όριζαν τις προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούν οι παραδοσιακές ενδείξεις προκειμένου να συμπεριληφθούν στο παράρτημα ΙΙΙ, στα μέρη Α και Β, αντιστοίχως.
9 Δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 5, ως είχε πριν τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 316/2004 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού 753/2002 (ΕΕ L 55, σ. 16, στο εξής: ο προσβαλλόμενος κανονισμός), μια παραδοσιακή ένδειξη, προκειμένου να μπορεί να εμφαίνεται στο μέρος Α του παραρτήματος III, έπρεπε να είναι σύμφωνη προς τους ακόλουθους όρους:
«α) να είναι εξειδικευμένη και να ορίζεται επακριβώς στη νομοθεσία του κράτους μέλους·
β) να είναι αρκετά χαρακτηριστική ή/και να χαίρει αναγνωρισμένης φήμης στο εσωτερικό της κοινοτικής αγοράς·
γ) να έχει κατά παράδοση χρησιμοποιηθεί τουλάχιστον επί δέκα έτη στο σχετικό κράτος μέλος·
δ) να συνδέεται με έναν ή, ενδεχομένως, με περισσότερους οίνους ή κατηγορίες κοινοτικών οίνων.»
10 Δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 6, του κανονισμού 753/2002, ως είχε πριν τροποποιηθεί με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, οι παραδοσιακές ενδείξεις, προκειμένου να μπορούν να εμφαίνονται στο μέρος Β του παραρτήματος ΙΙΙ, έπρεπε όχι μόνον να πληρούν τους όρους της παραγράφου 5, οι οποίοι υπομνήστηκαν ανωτέρω, αλλά και «να συνδέονται με έναν οίνο που φέρει γεωγραφική ένδειξη και να χρησιμεύουν για να ταυτοποιείται ότι ο οίνος αυτός προέρχεται από την εν λόγω περιοχή ή τοποθεσία του εδάφους της Κοινότητας, στις περιπτώσεις που μια ιδιότητα, φήμη ή ένα άλλο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του οίνου, εκφραζόμενο με την εν λόγω παραδοσιακή ένδειξη, μπορεί ουσιαστικά να αποδοθεί στην εν λόγω γεωγραφική προέλευση».
11 Το άρθρο 24, παράγραφος 8, του κανονισμού 753/2002 όριζε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στους παραγωγούς τρίτων χωρών να χρησιμοποιήσουν παραδοσιακές ενδείξεις του παραρτήματος ΙΙΙ, τμήμα Α, προς διάκριση των προϊόντων τους.
12 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός επέφερε τροποποιήσεις στον κανονισμό 753/2002, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι επιφυλάξεις που εξέφρασαν για τον κανονισμό αυτόν ορισμένες οινοπαραγωγοί τρίτες χώρες. Ειδικότερα, με τις ως άνω τροποποιήσεις σκοπείται να δοθεί ευνοϊκή συνέχεια στο αίτημα των εν λόγω χωρών, στο πλαίσιο της εκτελέσεως ορισμένων συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, να τους επιτραπεί η χρήση ορισμένων παραδοσιακών ενδείξεων.
13 Το άρθρο 1, σημείο 4, του προσβαλλόμενου κανονισμού τροποποίησε το άρθρο 24 του κανονισμού 753/2002, αντικαθιστώντας την εισαγωγική φράση της παραγράφου 5 και καταργώντας τις παραγράφους 6 και 8. Οι τροποποιήσεις αυτές είχαν ως συνέπεια να καταργηθεί η διάκριση μεταξύ του τμήματος Α και του τμήματος Β του παραρτήματος ΙΙΙ. Οι προϋποθέσεις για να περιληφθούν στην παραδοσιακή ένδειξη κράτους μέλους στο παράρτημα ΙΙΙ συμπίπτουν, εφεξής, με αυτές που εφαρμόζονταν προηγουμένως για τη συμπερίληψη ενδείξεως στο τμήμα Α, ενώ οι κανόνες που αφορούν τους οίνους καταγωγής τρίτων χωρών μεταφέρονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 753/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 10, του προσβαλλόμενου κανονισμού.
14 Το νέο άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 753/2002 επιτρέπει τη χρήση, από τους οινοπαραγωγούς των τρίτων χωρών, των συμπληρωματικών παραδοσιακών ενδείξεων των οποίων ο κατάλογος, όπως έχει διαμορφωθεί, περιλαμβάνει τις ενδείξεις που ανήκαν προηγουμένως στο τμήμα Α και στο τμήμα Β του παραρτήματος III. Κατόπιν των τροποποιήσεων, οι διατάξεις έχουν ως ακολούθως:
«1. Κατ’ εφαρμογή του παραρτήματος VII, σημείο Β.2, του κανονισμού […] 1493/1999, η σήμανση των οίνων καταγωγής τρίτων χωρών (με εξαίρεση τους αφρώδεις οίνους, τους αεριούχους αφρώδεις οίνους και τους ημιαεριούχους οίνους αλλά συμπεριλαμβανομένων των οίνων που προέρχονται από υπερώριμα σταφύλια) και των μερικώς ζυμωθέντων γλευκών σταφυλιών που προορίζονται για άμεση κατανάλωση από τον άνθρωπο, που παρασκευάζονται σε τρίτες χώρες και φέρουν το όνομα γεωγραφικής ένδειξης σύμφωνα με το άρθρο 36, μπορεί να συμπληρωθεί από τις ακόλουθες ενδείξεις:
[…]
ε) όσον αφορά τους οίνους των τρίτων χωρών και τα γλεύκη σταφυλιών που έχουν υποστεί μερική ζύμωση και προορίζονται για την απευθείας κατανάλωση από τον άνθρωπο στις τρίτες χώρες, συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις:
i) εκτός από αυτές που αναγράφονται στο παράρτημα III, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τους οινοπαραγωγούς της αντίστοιχης τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των αντιπροσωπευτικών επαγγελματικών οργανώσεων, και
ii) που αναγράφονται στο παράρτημα ΙΙΙ, εφόσον οι όροι χρήσεως είναι σύμφωνοι με τους κανόνες που ισχύουν για τους οινοπαραγωγούς της αντίστοιχης τρίτης χώρας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των αντιπροσωπευτικών επαγγελματικών οργανώσεων, και με τους ακόλουθους όρους:
– οι χώρες αυτές θα υποβάλουν αιτιολογημένη αίτηση στην Επιτροπή και θα διαβιβάσουν τους κανόνες για τις ενδείξεις αυτές που επιτρέπουν να αιτιολογηθεί η αναγνώριση των παραδοσιακών ενδείξεων,
– είναι ιδιότυπες από μόνες τους,
– είναι επαρκώς διακριτικές ή/και φημίζονται εντός της σχετικής τρίτης χώρας,
– έχουν παραδοσιακά χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια τουλάχιστον δέκα ετών στην εν λόγω τρίτη χώρα,
– συνδέονται με μία ή, ενδεχομένως, περισσότερες κατηγορίες οίνων της εν λόγω τρίτης χώρας,
– οι προδιαγραφές που έχουν καθοριστεί από τις τρίτες χώρες δεν είναι φύσεως τέτοιας ώστε να προκαλέσουν σύγχυση στον καταναλωτή όσον αφορά τη σχετική ένδειξη·
εξάλλου, ορισμένες παραδοσιακές ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ δύνανται να χρησιμοποιηθούν στη σήμανση των οίνων, οι οποίοι φέρουν γεωγραφική ένδειξη και κατάγονται από τρίτες χώρες, στη γλώσσα της τρίτης χώρας καταγωγής ή σε άλλη γλώσσα, όταν η χρήση μιας γλώσσας άλλης από την επίσημη γλώσσα της χώρας θεωρείται παραδοσιακή για τις ενδείξεις αυτές, με την προϋπόθεση ότι η χρήση της γλώσσας αυτής προβλέπεται από τη νομοθεσία της χώρας και ότι χρησιμοποιείται για την εν λόγω παραδοσιακή ένδειξη συνεχώς επί τουλάχιστον είκοσι πέντε χρόνια.
Το άρθρο 23 και το άρθρο 24 [παράγραφοι 2, 3, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο] και παράγραφος 6, στοιχείο γ΄, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.
Για κάθε παραδοσιακή ένδειξη που αναφέρεται στην περίπτωση ii) του παρόντος σημείου, οι σχετικές τρίτες χώρες αναγράφονται στο παράρτημα ΙΙΙ.
[…]»
Η διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
15 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Μαΐου 2004, οι προσφεύγοντες άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
16 Οι προσφεύγοντες, 21 τον αριθμό, είναι:
– η FederDoc (Confederazione nazionale dei consorzi volontari per la tutela delle denominazioni di origine e delle indicazioni geografiche tipiche dei vini italiani), ένωση ιδιωτικού δικαίου, στο πλαίσιο της οποίας συγκροτούνται σε συνομοσπονδία οι κοινοπραξίες των Ιταλών οινοπαραγωγών, και η οποία, βάσει του καταστατικού της, έχει σκοπό, μεταξύ άλλων, να παρέχει κάθε μορφή υποστηρίξεως στις εν λόγω κοινοπραξίες και να ενεργεί για τη νομική προστασία των ιταλικών ονομασιών προελεύσεως τόσο επί εθνικού όσο και επί διεθνούς επιπέδου·
– επτά Ιταλοί παραγωγοί που παράγουν και εμπορεύονται v.q.p.r.d. δικαιούμενοι μιας από τις 17 συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις που περιλαμβάνονταν προηγουμένως στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002 (στο εξής: οι Ιταλοί παραγωγοί)·
– δεκατρείς κοινοπραξίες, των οποίων σκοπός είναι να προσδώσουν αξία, ενώπιον του κοινού και των καταναλωτών, στους ιταλικούς v.q.p.r.d. εξασφαλίζοντας την προώθηση της ονομασίας τους, ώστε οι εν λόγω οίνοι να διακρίνονται από τους ανταγωνιστικούς τους στην αγορά. Οι κοινοπραξίες αυτές (στο εξής: κοινοπραξίες) πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν την προστασία, περιλαμβανομένης της ένδικης, της ονομασίας για την οποία εκάστη έχει συσταθεί, δυνάμει του ιταλικού νόμου 164, της 10ης Φεβρουαρίου 1992, περί του καθεστώτος των ονομασιών των οίνων.
17 Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
18 Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως αυτής στις 24 Σεπτεμβρίου 2004.
19 Με την προσφυγή τους, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό στο σύνολό του ή, επικουρικώς, το άρθρο του 1, σημείο 3 και σημείο 8, στοιχείο α΄, καθώς και τα σημεία 9, 10 και 18·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20 Με την ένστασή της απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
21 Με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου και να διατάξει τη συνέχιση της διαδικασίας·
– επικουρικώς, να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως και να διατάξει τη συνέχιση της διαδικασίας.
Σκεπτικό
22 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατόπιν σχετικής αιτήσεως ενός διαδίκου, το Πρωτοδικείο μπορεί να αποφανθεί επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα έγγραφα της δικογραφίας και ότι παρέλκει η προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά τους προσφεύγοντες ατομικώς.
24 Ειδικότερα, οι Ιταλοί παραγωγοί δεν μπορούν να επικαλεστούν ατομικά χαρακτηριστικά ή ιδιαίτερες περιστάσεις που να τους εξατομικεύουν σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
25 Επίσης, οι κοινοπραξίες δεν δικαιούνται να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως, καθόσον κανένα από τα μέλη τους δεν έχει ατομικό έννομο συμφέρον να στραφεί κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού.
26 Τέλος, η FederDoc, ως συνομοσπονδία κοινοπραξιών, δεν νομιμοποιείται να προσφύγει, για τους ίδιους λόγους που δεν νομιμοποιούνται και τα μέλη της.
27 Οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή. Η κατάργηση της διακρίσεως μεταξύ των τμημάτων A και B του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002 βλάπτει τα συμφέροντα των Ιταλών παραγωγών, καθόσον δεν είναι πλέον δυνατόν να εμποδίζονται οι παραγωγοί τρίτων χωρών να χρησιμοποιούν μια από τις επίμαχες ενδείξεις για τη διάθεση στην αγορά οίνων εντός της Κοινότητας.
28 Εξάλλου, οι συνθήκες της παρούσας υποθέσεως είναι, κατ’ ουσίαν, ανάλογες προς εκείνες της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I‑1853). Ειδικότερα, οι Ιταλοί παραγωγοί παράγουν και διαθέτουν στην αγορά οίνο που δικαιούται να τυγχάνει μιας από τις επίμαχες 17 συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις, οι οποίες αποτελούν διακριτικά σημεία, εξομοιούμενα προς συλλογικά σήματα από τα οποία απορρέει αποκλειστικό δικαίωμα, μολονότι του δικαιώματος αυτού απολαύουν πλείονες παραγωγοί.
29 Οι κοινοπραξίες έχουν σκοπό να οργανώνουν και να συντονίζουν τις δραστηριότητες των διαφόρων κατηγοριών προσώπων που αφορά η παραγωγή και η διάθεση στην αγορά κάθε ονομασίας και να εξασφαλίζουν την προστασία μιας ή περισσότερων ονομασιών για την οποία ή για τις οποίες έχουν ειδικώς συσταθεί. Η προσφυγή των κοινοπραξιών είναι παραδεκτή διότι αυτές εκπροσωπούν τα συμφέροντα επιχειρήσεων τις οποίες η προσβαλλόμενη πράξη αφορά ατομικώς και διότι μια νομοθετική διάταξη τους αναγνωρίζει ρητώς ορισμένες δυνατότητες διαδικαστικού χαρακτήρα.
30 Από το καταστατικό της FederDoc προκύπτει ότι σκοπός της ενώσεως αυτής είναι να ενεργεί για τη νομική προστασία, τόσο επί εθνικού όσο και επί διεθνούς επιπέδου, των ιταλικών ονομασιών προελεύσεως και ότι η προσβαλλόμενη πράξη την αφορά ατομικώς όπως και τις κοινοπραξίες.
31 Εξάλλου, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι επιβάλλεται διασταλτικότερη ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ από εκείνη που γίνεται δεκτή κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937), το δε άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Επιπλέον, παραπέμπουν στο οριστικό σχέδιο της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 29 Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ C 310, σ. 1) και το οποίο προβλέπει τροποποίηση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καταργουμένης της υποχρεώσεως του προσφεύγοντος να αποδείξει ότι θίγεται ατομικώς, εφόσον η προσφυγή στρέφεται κατά κανονιστικής πράξεως που δεν περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
32 Δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται […] να ασκεί προσφυγή […] κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί […], το αφορούν άμεσα και ατομικά».
Επί της φύσεως των προσβαλλομένων διατάξεων
33 Κατά πάγια νομολογία, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητηθεί στη γενική, ή όχι, ισχύ της επίμαχης πράξεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου της ΕΟΚ, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, σ. 834, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Φεβρουαρίου 2005, T–139/01, Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 87). Μια πράξη έχει γενική ισχύ εάν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και εάν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων in abstracto (προπαρατεθείσα απόφαση Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, σκέψη 87· βλ. επίσης, υπ’ αυτό το πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1989, C–244/88, Usines coopératives de déshydratation du Vexin κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3811, σκέψη 13).
34 Εν προκειμένω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός, κατ’ εξοχήν δε οι διατάξεις των οποίων η ακύρωση ζητείται επικουρικώς από τους προσφεύγοντες, επιφέρει υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας του οποίου ετύγχαναν οι 17 συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις που περιλαμβάνονταν αρχικώς στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ. Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 6, του κανονισμού 753/2002, για να μπορούν να περιλαμβάνονται στο τμήμα Β, οι παραδοσιακές αυτές ενδείξεις έπρεπε όχι μόνο να πληρούν τους όρους του άρθρου 24, παράγραφος 5, που παρατέθηκαν στη σκέψη 8 ανωτέρω, αλλά και «να συνδέονται με έναν οίνο που φέρει γεωγραφική ένδειξη και να χρησιμεύουν για να ταυτοποιείται ότι ο οίνος αυτός προέρχεται από την εν λόγω περιοχή ή τοποθεσία του εδάφους της Κοινότητας, στις περιπτώσεις που μια ιδιότητα, φήμη ή ένα άλλο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του οίνου, εκφραζόμενο με την εν λόγω παραδοσιακή ένδειξη, μπορεί ουσιαστικά να αποδοθεί στην εν λόγω γεωγραφική προέλευση». Επομένως, οι ενδείξεις του τμήματος Β μπορούσαν να χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για οίνους προερχομένους από συγκεκριμένες περιφέρειες ή τοποθεσίες του εδάφους της Κοινότητας, οι δε παραγωγοί, στους οποίους επιτρεπόταν η χρήση των εν λόγω ενδείξεων, είχαν το δικαίωμα να αντιτίθενται στην εμπορική διακίνηση, εντός της Κοινότητας, οίνων προερχομένων από τρίτες χώρες για τους οποίους χρησιμοποιούνταν οι παραδοσιακές αυτές ενδείξεις. Κατόπιν των τροποποιήσεων στον κανονισμό 753/2002, τις οποίες επέφερε ο προσβαλλόμενος κανονισμός, ιδίως με το άρθρο του 1, σημείο 4, οι συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις, οι οποίες περιλαμβάνονταν προηγουμένως στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ, μπορούν εφεξής –εάν πληρούν τους όρους του κανονισμού 753/2002 όπως έχει τροποποιηθεί– να χρησιμοποιούνται από τους οινοπαραγωγούς των τρίτων χωρών.
35 Ωστόσο, οι τροποποιήσεις, οι οποίες επήλθαν με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, δεν αφορούν μόνον τους προσφεύγοντες. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εφαρμόζεται επίσης σε όλους τους λοιπούς Ιταλούς οινοπαραγωγούς –υφιστάμενους και δυνητικούς– οι οποίοι μπορούν νομίμως να χρησιμοποιούν τις ιταλικές παραδοσιακές ενδείξεις. Επιπλέον, η εν λόγω πράξη, λαμβανομένου υπόψη ότι η εφαρμογή της δεν περιορίζεται στην ιταλική επικράτεια, ούτε γνωρίζει χρονικό περιορισμό, δεν αφορά αποκλειστικώς τους Ιταλούς παραγωγούς, αλλά αναπτύσσει επίσης τα έννομα αποτελέσματά της έναντι απροσδιόριστου αριθμού παραγωγών από τα άλλα κράτη μέλη οι οποίοι σήμερα χρησιμοποιούν και θα χρησιμοποιήσουν στο μέλλον ενδείξεις που περιλαμβάνονταν αρχικώς στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ. Ο κατάλογος αυτός, πέραν των 17 ιταλικών ενδείξεων, περιελάμβανε επίσης ενδείξεις που χρησιμοποιούνταν για οίνους παραγομένους στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία.
36 Συνεπώς, ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος, κατά την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, και έχει, ως εκ τούτου, κανονιστικό χαρακτήρα. Εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα για κατηγορίες επιχειρηματιών που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις οριζόμενες γενικά και αφηρημένα (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, τις διατάξεις του Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 2000, C‑447/98 P, Molkerei Großbraunshain και Bene Nahrungsmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9097, σκέψη 67, και του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2004, T‑370/02, Alpenhain-Camembert-Werk κ.λπ. κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 55, και την παρατιθέμενη νομολογία). Η γενική αυτή ισχύς απορρέει, εξάλλου, από τον σκοπό της επίμαχης ρυθμίσεως που είναι να διευκρινιστούν οι κανόνες για τη χρήση των παραδοσιακών ενδείξεων και την προστασία τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
37 Η διαπίστωση αυτή δεν θίγεται από τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ότι οι διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού παύουν να έχουν γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα λόγω της κατά διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως ορισμένων κριτηρίων για την αναγνώριση παραδοσιακής ενδείξεως και του γεγονότος ότι η χρησιμοποίηση ενδείξεως για τους οίνους των τρίτων χωρών επιτρέπεται μόνον αφού συμπεριληφθεί το όνομα της τρίτης χώρας στο παράρτημα ΙΙΙ. Ειδικότερα, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, οι εν λόγω διατάξεις αφορούν και άλλους παραγωγούς οι οποίοι χρησιμοποιούν σήμερα και θα χρησιμοποιήσουν στο μέλλον συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις.
Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων
38 Κατά τη νομολογία, μια διάταξη, μολονότι λόγω της φύσεως και του περιεχομένου της έχει κανονιστικό χαρακτήρα, καθόσον εφαρμόζεται επί του συνόλου των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, δεν αποκλείεται να αφορά ατομικώς ορισμένους εξ αυτών. Τούτο συμβαίνει όταν η επίμαχη πράξη θίγει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Codorniu κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψεις 19 και 20, και της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 36, και την παρατιθέμενη νομολογία).
39 Επομένως, πρέπει να εξετασθεί διαδοχικώς εάν οι Ιταλοί παραγωγοί, οι κοινοπραξίες και η FederDoc αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας καταστάσεως.
– Επί του εάν θίγονται ατομικώς οι Ιταλοί παραγωγοί
40 Εν προκειμένω, οι Ιταλοί παραγωγοί προβάλλουν ότι η κατάργηση της διακρίσεως μεταξύ των τμημάτων A και B του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 753/2002 επέφερε υποβάθμιση του επιπέδου προστασίας της οποίας ετύγχαναν οι 17 συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις που σχετίζονταν με την Ιταλία και περιλαμβάνονταν στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ, τις οποίες μόνον οι ίδιοι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εντός της Κοινότητας, και, επομένως, βλάπτει τα συμφέροντά τους. Ωστόσο, από την κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι Ιταλοί παραγωγοί εξατομικεύονται κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη μιας αποφάσεως. Ειδικότερα, η κατάργηση της ως άνω διακρίσεως θίγει τους Ιταλούς παραγωγούς όπως ακριβώς όλους τους λοιπούς κοινοτικούς παραγωγούς, των οποίων οι οίνοι θα μπορούσαν να φέρουν ενδείξεις που περιλαμβάνονταν προηγουμένως στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ.
41 Επιβάλλεται επίσης η επισήμανση ότι το γεγονός ότι ένας κανονισμός επηρεάζει την έννομη κατάσταση ενός ατόμου δεν αρκεί για να το ξεχωρίσει από το σύνολο (διάταξη του Πρωτοδικείου της 2ας Απριλίου 2004, T-231/02, Gonnelli και AIFO κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 38).
42 Εν προκειμένω, η ύπαρξη νομικής προστασίας για συγκεκριμένες παραδοσιακές ενδείξεις, περιοριστικώς απαριθμούμενες, δεν μπορεί να χαρακτηρίσει τους Ιταλούς παραγωγούς σε σχέση με τους λοιπούς παραγωγούς v.q.p.r.d. της Κοινότητας που φέρουν συμπληρωματικές παραδοσιακές ενδείξεις. Οι τελευταίοι αυτοί παραγωγοί, βρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση με τους Ιταλούς παραγωγούς, μπορούν να αξιώσουν την ίδια προστασία ως προς τις παραδοσιακές ενδείξεις τους και υφίστανται την ίδια υποβάθμιση προστασίας των παραδοσιακών τους ενδείξεων που περιλαμβάνονταν στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙII του κανονισμού 753/2002.
43 Ομοίως, ακόμη και εάν τα μέτρα που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός ενδέχεται να έχουν σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τους προσφεύγοντες, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν ανακύπτουν παρόμοιες συνέπειες για τους λοιπούς παραγωγούς v.q.p.r.d. της Κοινότητας (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2003, C‑142/00 P, Επιτροπή κατά Nederlandse Antillen, Συλλογή 2003, σ. Ι‑3483, σκέψη 77, και την προπαρατεθείσα διάταξη Gonnelli και AIFO κατά Επιτροπής, σκέψη 45). Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα του προσβαλλόμενου κανονισμού, τα οποία, κατά τους προσφεύγοντες, θίγουν τους Ιταλούς παραγωγούς, δεν αρκούν για να τους εξατομικεύσουν σε σχέση με τις λοιπές ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
44 Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να συναχθεί ότι μια πράξη αφορά ατομικώς ορισμένες επιχειρήσεις απλώς και μόνον διότι τις θίγει οικονομικώς περισσότερο απ’ ό,τι τους ανταγωνιστές τους (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1999, T‑11/99, Van Parys κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2653, σκέψη 50, και της 10ης Δεκεμβρίου 2004, T‑196/03, EFfCI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47).
45 Εξάλλου, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός θίγει ατομικώς τους Ιταλούς παραγωγούς, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Codorniu κατά Συμβουλίου, από το γεγονός ότι αυτοί δύνανται να επικαλεσθούν αποκλειστικά δικαιώματα.
46 Στην υπόθεση εκείνη, απαγορεύθηκε στον προσφεύγοντα, με διάταξη γενικής ισχύος, να χρησιμοποιεί το γραφικό σήμα το οποίο είχε καταχωρίσει και κατά παράδοση χρησιμοποιήσει επί μακρό χρονικό διάστημα πριν από την έκδοση του επίμαχου κανονισμού, οπότε ο προσφεύγων βρέθηκε σε κατάσταση που τον χαρακτήριζε σε σχέση με το σύνολο των λοιπών επιχειρήσεων. Είναι αληθές ότι το δικαίωμα επί παραδοσιακών ενδείξεων εμφανίζει, ως προς το περιεχόμενό του, κοινά στοιχεία με το δικαίωμα που απορρέει από την καταχώριση συλλογικού σήματος. Ωστόσο, από μόνη την ομοιότητα αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι η κατάσταση των Ιταλών παραγωγών είναι η ίδια ή ανάλογη προς εκείνη του προσφεύγοντος στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του αποκλειστικού δικαιώματος που απορρέει από την καταχώριση σήματος, μόνον ο προσφεύγων στην εν λόγω υπόθεση βρέθηκε, κατόπιν της εκδόσεως του επίμαχου κανονισμού, σε κατάσταση τελείως διαφορετική από εκείνη όλων των λοιπών επιχειρήσεων.
47 Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Σε αντίθεση με τον προσβαλλόμενο κανονισμό επί του οποίου εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, ο προσβαλλόμενος κανονισμός στην υπό κρίση υπόθεση δεν εξατομικεύει ένα μόνον πρόσωπο, αλλά αναπτύσσει επίσης έννομες συνέπειες έναντι όλων των οινοπαραγωγών –υφιστάμενων και δυνητικών– που μπορούν νομίμως να χρησιμοποιούν τις 17 ιταλικές παραδοσιακές ενδείξεις, καθώς και έναντι όλων των λοιπών παραγωγών των άλλων κρατών μελών οι οποίοι χρησιμοποιούν σήμερα και θα χρησιμοποιήσουν στο μέλλον ενδείξεις περιληφθείσες αρχικώς στο τμήμα Β του παραρτήματος ΙΙΙ. Ως εκ τούτου, οι Ιταλοί παραγωγοί, προσφεύγοντες στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τελούν σε ιδιαίτερη κατάσταση όπως όμως τελούσε ο προσφεύγων στην προπαρατεθείσα υπόθεση Codorniu κατά Συμβουλίου.
48 Κατά συνέπεια, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά τους Ιταλούς παραγωγούς υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως παραγωγών v.q.p.r.d. Επομένως, οι Ιταλοί παραγωγοί δεν νομιμοποιούνται να στραφούν κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθόσον δεν απέδειξαν ότι τους αφορά ατομικώς.
– Επί του εάν θίγονται ατομικώς οι κοινοπραξίες
49 Κατά τη νομολογία, προσφυγές ασκούμενες από ενώσεις προσώπων μπορεί να θεωρηθούν παραδεκτές σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι όταν η ένωση εκπροσωπεί τα συμφέροντα επιχειρήσεων οι οποίες νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή, ή όταν η ένωση εξατομικεύεται εκ του γεγονότος ότι θίγονται τα ίδια συμφέροντά της ως ενώσεως, ιδίως δε επειδή η πράξη, της οποίας ζητείται η ακύρωση, θίγει τη θέση της ως διαπραγματεύτριας, ή ακόμη όταν νομοθετική διάταξη αναγνωρίζει ρητώς στις ενώσεις προσώπων σειρά δυνατοτήτων διαδικαστικού χαρακτήρα (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, T‑122/96, Federolio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ‑1559, σκέψη 61, και EFfCI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 42).
50 Κατ’ αρχάς, σχετικά με την πρώτη περίπτωση επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά τη νομολογία, μια πράξη που επηρεάζει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικώς ένωση προσώπων, η οποία συγκροτήθηκε για να προωθήσει τα συλλογικά συμφέροντα της εν λόγω κατηγορίας, εάν δεν αφορά ατομικώς τα πρόσωπα αυτά (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, τις διατάξεις Gonnelli και AIFO κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 48, και EFfCI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 43). Εν προκειμένω, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα μέλη των κοινοπραξιών δεν απέδειξαν ότι θίγονται από τον προσβαλλόμενο κανονισμό λόγω ορισμένων ιδιαίτερων ιδιοτήτων τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο.
51 Ακολούθως, προκειμένου περί της δεύτερης περιπτώσεως, μολονότι η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, όπως ο ρόλος που διαδραμάτισε μια ένωση προσώπων στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία κατέληξε στην έκδοση πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, μπορεί να δικαιολογήσει το παραδεκτό προσφυγής ασκουμένης από ένωση, τα μέλη της οποίας δεν αφορά ατομικώς η επίδικη πράξη, ιδίως οσάκις η πράξη αυτή επηρέασε τη θέση της ενώσεως ως διαπραγματεύτριας (διάταξη EFfCI κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 42· βλ. επίσης, υπ’ αυτό το πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψεις 21 έως 24), από τη δικογραφία δεν προκύπτει, ούτε εξάλλου οι προσφεύγοντες υποστήριξαν, ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
52 Τέλος, όσον αφορά την τρίτη περίπτωση, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικώς τις κοινοπραξίες με το σκεπτικό ότι μια νομοθετική διάταξη τους αναγνωρίζει ρητώς σειρά δυνατοτήτων διαδικαστικού χαρακτήρα. Πρώτον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός θεσπίστηκε από την Επιτροπή χωρίς οι κοινοπραξίες να μετάσχουν στη σχετική διαδικασία. Δεύτερον, αντιθέτως προς όσα επιβάλλει η νομολογία που παρατέθηκε με τη σκέψη 49 ανωτέρω, οι κοινοπραξίες δεν προβάλλουν κανένα διαδικαστικής φύσεως δικαίωμα το οποίο να τους έχει αναγνωρισθεί από την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των αμπελοοινικών προϊόντων ή από οποιαδήποτε άλλη κοινοτική διάταξη. Τέλος, οι δικαιοπραξίες δεν μπορούν να επικαλεσθούν συναφώς την αποστολή και τις ειδικές λειτουργίες που τους αναγνωρίζει η εσωτερική έννομη τάξη για να δικαιολογήσουν τροποποίηση του συστήματος ενδίκων βοηθημάτων που καθιερώνει το άρθρο 230 ΕΚ, το οποίο έχει σκοπό να ανατεθεί στον κοινοτικό δικαστή ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων, καθόσον, άλλως, το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως θα εξαρτώνταν από μια αυτόνομη απόφαση των εθνικών αρχών, στηριζόμενη περισσότερο στο συμφέρον του οικείου κράτους μέλους παρά στο δημόσιο κοινοτικό συμφέρον (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα διάταξη Federolio κατά Επιτροπής, σκέψη 64).
53 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικώς τις κοινοπραξίες.
– Επί του εάν θίγεται ατομικώς η FederDoc
54 Οι παρατηρήσεις περί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των κοινοπραξιών έχουν επίσης εφαρμογή επί του παραδεκτού της προσφυγής της FederDoc, δεδομένου ότι αυτή είναι ομοσπονδία κοινοπραξιών. Η FederDoc δεν διαδραμάτισε ιδιαίτερο ρόλο στη διαδικασία θεσπίσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, οι δε ειδικές διατάξεις του καταστατικού της δεν ασκούν επιρροή στην εκτίμηση αυτή. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικώς την FederDoc, κατά την έννοια της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, όπως δεν αφορά και τους λοιπούς προσφεύγοντες.
Συμπέρασμα
55 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι κανένας από τους προσφεύγοντες δεν αποδεικνύει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός ή οι συγκεκριμένες διατάξεις, των οποίων ζητείται επικουρικώς η ακύρωση, τον αφορά ατομικώς.
56 Τα επιχειρήματα των προσφευγόντων, τα οποία αντλούνται από την ανάγκη διασταλτικότερης ερμηνείας του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και από τις απαιτήσεις αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν μπορούν να ανατρέψουν αυτό το συμπέρασμα. Αφενός, με την απόφασή του της 1ης Απριλίου 2004, C‑263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή), καθώς και με την προπαρατεθείσα απόφασή του Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο ενέμεινε στην πάγια νομολογία του ως προς την ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Αφετέρου, μολονότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ προϋπόθεση να αφορά η προσβαλλόμενη πράξη ατομικώς τον προσφεύγοντα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατόν να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να καταλήξει στο να μη λαμβάνεται υπόψη η εν λόγω προϋπόθεση (απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 44).
57 Τέλος, πρέπει να θεωρηθεί αλυσιτελές το επιχείρημα το οποίο οι προσφεύγοντες αντλούν από το άρθρο III‑365, παράγραφος 4, του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, καθόσον το κείμενο αυτό δεν έχει τεθεί σε ισχύ μέχρι σήμερα.
58 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικώς τους προσφεύγοντες, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, και ότι, επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Οι προσφεύγοντες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και αυτά της Επιτροπής.
Λουξεμβούργο, 28 Ιουνίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
H. Legal
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy