Υπόθεση T-209/04
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αλιευτική πολιτική — Λεπτομερείς κανόνες και ρυθμίσεις σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας — Αίτηση εγκρίσεως για τη σύσταση κοινών επιχειρήσεων — Παράλειψη της Επιτροπής να αποφανθεί — Προσφυγή κατά παραλείψεως — Προσφυγή προδήλως αβάσιμη»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 10ης Ιανουαρίου 2005 ?II — 0000
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή κατά παραλείψεως — Όχληση του κοινοτικού οργάνου — Εκ των υστέρων υποβολή νέων στοιχείων ικανών να επηρεάσουν την εκτίμηση του οικείου κοινοτικού οργάνου — Εξάλειψη της υποχρεώσεως ενέργειας
(Άρθρο 232 ΕΚ)
Στο πλαίσιο προσφυγής κατά παραλείψεως, η εκ μέρους του προσφεύγοντος υποβολή, μετά την πρόσκληση προς ενέργεια, νέων στοιχείων ικανών να επηρεάσουν την εκτίμηση του οικείου κοινοτικού οργάνου εξαλείφει την υποχρέωση ενέργειας, δεδομένου δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο είναι σε θέση να αποφανθεί επί των αιτήσεων που του υποβλήθηκαν βάσει των νέων αυτών στοιχείων.
(βλ. σκέψη 43)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 10ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Αλιευτική πολιτική – Λεπτομερείς κανόνες και ρυθμίσεις σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας – Αίτηση εγκρίσεως για τη σύσταση κοινών επιχειρήσεων – Παράλειψη της Επιτροπής να αποφανθεί – Προσφυγή κατά παραλείψεως – Προσφυγή προδήλως αβάσιμη»
Στην υπόθεση T-209/04,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον N. Díaz Abad, abogado del Estado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους T. van Rijn και S. Pardo Quintillán, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή κατά παραλείψεως με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να λάβει θέση επί των εγκρίσεων που ζήτησαν οι ισπανικές αρχές ενόψει της συστάσεως κοινών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 2792/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, για καθορισμό των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (ΕΕ L 337, σ. 10), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2369/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002 (ΕΕ L 358, σ. 49),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τον Μ. Jaeger, πρόεδρο, τον J. Azizi και την E. Cremona, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό νομικό πλαίσιο
1 Ο κανονισμός (ΕΚ) 2792/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, για καθορισμό των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (ΕΕ L 337, σ. 10), θεσπίζει σύμφωνα με το άρθρο 1 «ένα πλαίσιο για το σύνολο των διαρθρωτικών μέτρων που εφαρμόζονται στον τομέα της αλιείας, στην επικράτεια κράτους μέλους». Το άρθρο 7, με τον τίτλο «Προσαρμογή της αλιευτικής προσπάθειας», αφορά τα μέτρα που δύνανται να λάβουν τα κράτη μέλη ώστε να προσαρμόσουν την αλιευτική προσπάθεια προς επίτευξη των στόχων των πολυετών προγραμμάτων προσανατολισμού. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται η οριστική παύση της αλιευτικής δραστηριότητας των σκαφών, η οποία μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την οριστική μεταφορά του σκάφους σε τρίτη χώρα, ακόμη και στο πλαίσιο κοινών επιχειρήσεων.
2 Κατά το άρθρο 8 του κανονισμού 2792/1999, ως «κοινή επιχείρηση» νοείται εμπορική επιχείρηση με έναν ή περισσότερους εταίρους, υπηκόους της τρίτης χώρας στην οποία είναι νηολογημένο το σκάφος».
3 Με τον κανονισμό (ΕΚ) 2369/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για την τροποποίηση του κανονισμού 2792/1999 (ΕΕ L 358, σ. 49), τροποποιήθηκε το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2792/1999, το οποίο ορίζει πλέον τα εξής:
«Η οριστική παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων των αλιευτικών σκαφών μπορεί να επιτευχθεί με τους ακόλουθους τρόπους:
α) [...]
β) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004, οριστική μεταφορά του σκάφους σε τρίτη χώρα, μεταξύ άλλων και στα πλαίσια κοινής επιχείρησης κατά την έννοια του άρθρου 8, κατόπιν συμφωνίας με τις αρμόδιες αρχές της σχετικής τρίτης χώρας, εφόσον πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:
i) υφίσταται αλιευτική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της τρίτης χώρας μεταφοράς του σκάφους, καθώς και οι κατάλληλες εγγυήσεις ότι δεν πρόκειται να υπάρξει παράβαση του διεθνούς δικαίου, ιδίως σε ό,τι αφορά τη διατήρηση και διαχείριση των θαλάσσιων πόρων ή άλλους στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής καθώς και τις συνθήκες εργασίας των αλιέων.
Η Επιτροπή δύναται να χορηγεί παρεκκλίσεις σε τρίτες χώρες κατά περίπτωση για τις μόνιμες μεταφορές στα πλαίσια κοινών επιχειρήσεων, εφόσον τα κοινοτικά συμφέροντα δεν δικαιολογούν τη σύναψη αλιευτικής συμφωνίας και εφόσον πληρούνται οι λοιποί όροι μεταφοράς,
ii) η τρίτη χώρα στην οποία πρόκειται να μεταφερθεί το σκάφος δεν είναι χώρα υποψήφια για προσχώρηση,
iii) η μεταφορά έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αλιευτικής προσπάθειας στους πόρους των οποίων γινόταν προηγουμένως εκμετάλλευση από το μεταφερόμενο σκάφος· ωστόσο, το κριτήριο αυτό δεν ισχύει όταν το μεταφερόμενο σκάφος έχει απολέσει αλιευτικές δυνατότητες δυνάμει της αλιευτικής συμφωνίας με την Κοινότητα ή δυνάμει άλλης συμφωνίας,
iv) εάν η τρίτη χώρα στην οποία το σκάφος πρόκειται να μεταφερθεί δεν αποτελεί συμβαλλόμενο ή συνεργαζόμενο μέρος σε σχετικούς περιφερειακούς αλιευτικούς οργανισμούς, να μην έχει χαρακτηρισθεί από τις εν λόγω οργανώσεις ως χώρα η οποία επιτρέπει την αλιεία με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των διεθνών μέτρων διατήρησης. Η Επιτροπή θα δημοσιεύει τακτικά κατάλογο των σχετικών χωρών στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
[…]»
Εθνικό νομικό πλαίσιο
4 Στο ισπανικό δίκαιο, η χορήγηση ενισχύσεων σε κοινές επιχειρήσεις διέπεται από το κεφάλαιο V του Real Decreto (βασιλικού διατάγματος) 1048/2003, της 1ης Αυγούστου 2003 (BOE 184, της 2ας Αυγούστου 2003, σ. 29958), το άρθρο 60 του οποίου ορίζει ότι το «Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων εξετάζει τον φάκελο, εκδίδει την απόφαση και καταβάλλει την ενίσχυση σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται σχετικώς με τις αντίστοιχες δημόσιες προσκλήσεις υποβολής υποψηφιοτήτων».
5 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Orden (αποφάσεως) APA/2222/2003, της 1ης Αυγούστου 2003 (BOE 186, της 5ης Αυγούστου 2003, σ. 30277), ορίζει ότι, «αν παρέλθουν τρεις μήνες από την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως της ενισχύσεως χωρίς να εκδοθεί ρητή απόφαση, η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα».
Το ιστορικό της διαφοράς
6 Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, περίπτωση i, του κανονισμού 2792/99, οι ισπανικές αρχές διαβίβασαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής συνολικά 35 αιτήσεις εγκρίσεως παρεκκλίσεων, σχετικές με διάφορα σχέδια συστάσεως κοινών επιχειρήσεων. Με το δικόγραφο της προσφυγής του, το προσφεύγον αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις αιτήσεις για σχέδια που υπέβαλαν η Pevega, SA, της οποίας η αίτηση περιήλθε στις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 12 Σεπτεμβρίου 2003 (αφορούσε τη μεταφορά του σκάφους Pevegasa V), η Pesquerías Santa Uxía, SL, της οποίας η αίτηση κοινοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2003 (αφορούσε τη μεταφορά του σκάφους Madre Rosa)· η Balcagia, CB, της οποίας η αίτηση κοινοποιήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2003 (αφορούσε τη μεταφορά του σκάφους Balcagia)· η Calvopesca, SA, της οποίας η αίτηση κοινοποιήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2003 (αφορούσε τη μεταφορά των σκαφών Montefrisa IX και Montecelo), και, τέλος, σε τρεις αιτήσεις της Mariño Segundo, SL, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στις 22 Δεκεμβρίου 2003 (αφορούσαν τη μεταφορά των σκαφών Enterprace, Oitz και Ramos Primero).
7 Με τηλεομοιοτυπία της 8ης Ιανουαρίου 2004, οι ισπανικές αρχές υπενθύμισαν στην Επιτροπή ότι δεν είχαν ακόμη λάβει απάντηση επί της αιτήσεως εγκρίσεως παρεκκλίσεως σχετικής με το σχέδιο που υπέβαλε η Pevega, SA, και την προειδοποίησαν ότι «ο πλοιοκτήτης [δήλωσε] ότι αν το σκάφος δεν εξαχθεί μέχρι τις 20 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, η άδεια […] θα απολεσθεί οριστικά».
8 Με επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 2004, η Επιτροπή απάντησε στις ισπανικές αρχές ότι «δεν ήταν υποχρεωμένη να τηρήσει κάποια προθεσμία» και προσέθεσε:
«Τα [εν λόγω] σχέδια συστάσεως κοινών επιχειρήσεων προϋποθέτουν ατομική έγκριση παρεκκλίσεως εκ μέρους της Επιτροπής, πριν την έκδοση της αποφάσεως της διαχειριστικής αρχής για τη χορήγηση ενισχύσεως μέσω του χρηματοδοτικού μέσου προσανατολισμού της αλιείας (ΧΜΠΑ). Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει τον πλοιοκτήτη να προβεί στις σχετικές ενέργειες, να εξαγάγει το εν λόγω σκάφος και να συστήσει κοινή επιχείρηση μετά την καταχώριση, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, της αιτήσεως για χορήγηση ενισχύσεως.»
9 Στις 30 Ιανουαρίου 2004, οι υπηρεσίες της καθής έλαβαν συμπληρωματικά στοιχεία, που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις προηγούμενες αλιευτικές δραστηριότητες των σκαφών Balcagia, Montefrisa IX, Montecelo, Enterprace et RamosPrimero.
10 Με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2004, το προσφεύγον ζήτησε επισήμως από την καθής, δυνάμει του άρθρου 232 ΕΚ, να εκδώσει «απόφαση επί των διοικητικών εγκρίσεων που ζητήθηκαν» για τα προαναφερθέντα επτά σχέδια συστάσεως κοινών επιχειρήσεων, τα οποία είχαν υποβάλει αντιστοίχως οι Pevega, SA, Pesquerías Santa Uxía, SL, Balcagia, CB, Calvopesca, SA και Mariño Segundo, SL.
11 Με αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2004, εγκρίθηκαν οι παρεκκλίσεις που είχαν ζητήσει η Pevega, SA, για τη μεταφορά του σκάφους Pevegasa V, η Pesquerías Santa Uxía, SL, για τη μεταφορά του σκάφους Madre Rosa, και η Mariño Segundo, SL, για τη μεταφορά του σκάφους Oitz.
12 Την 1η Απριλίου 2004, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βασιλείου της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έλαβε επιστολή με την οποία η Επιτροπή αναγνώρισε ότι έλαβε την όχληση του Βασιλείου της Ισπανίας, δήλωσε ότι έχει επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η ισπανική διοίκηση κατά την υλοποίηση του μέτρου «κοινές επιχειρήσεις» και διαπίστωσε ορισμένες αποκλίσεις ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2792/1999. Η Επιτροπή καταλήγει με την επιστολή της επισημαίνοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, θα εξετάσει με ευνοϊκή διάθεση την αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως των ισπανικών αρχών, της 12ης Σεπτεμβρίου 2003, και θα εκδώσει την απόφασή της εντός των προθεσμιών που υποδείχθηκαν με την όχληση.
13 Στις 17 Ιουνίου 2004, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διατύπωσαν θετική πρόταση επί της παρεκκλίσεως που ζήτησε η Mariño Segundo, SL, για τη μεταφορά του σκάφους Ramos Primero και αρνητική πρόταση επί των παρεκκλίσεων που ζήτησαν η Mariño Segundo, SL, για το σκάφος Enterprace, η Calvopesca, SA, για τα σκάφη Montefrisa IX και Montecelo και η Balcagia, CB, για το σκάφος Balcagia.
14 Τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την εξέταση του φακέλου του σκάφους Ramos Primero αποτέλεσαν αντικείμενο διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. Εν συνεχεία, υποβλήθηκαν στην Επιτροπή η οποία ενημέρωσε την Ισπανική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2004, ότι είχε εγκρίνει τη ζητηθείσα παρέκκλιση, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2004.
15 Όσον αφορά τις λοιπές τρεις αιτήσεις, ήτοι αυτές που αφορούσαν τη μεταφορά των σκαφών Balcagia, Montefris a IX, Montecelo και Enterprace, οι ισπανικές αρχές δήλωσαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής, στις 30 Ιουνίου 2004, ότι θα κοινοποιήσουν συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία, κατ’ αυτές, θα αποδείκνυαν ότι πράγματι πληρούνταν το κριτήριο της μειώσεως της αλιευτικής προσπάθειας. Τις δηλώσεις αυτές επιβεβαίωσε το ισπανικό Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων, με τηλεομοιοτυπία της 7ης Ιουλίου 2004. Στην τηλεομοιοτυπία αυτή αναφέρεται ότι, «βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στο παρόν έγγραφο, οι ισπανικές αρχές ζητούν να μην εκδοθεί καμία απόφαση επί των τριών σχεδίων για σύσταση κοινών επιχειρήσεων, τα οποία μνημονεύονται στο έγγραφο, προτού εξετάσει η Επιτροπή τα συμπληρωματικά στοιχεία που θα της κοινοποιηθούν».
16 Μέρος των συμπληρωματικών στοιχείων που υποσχέθηκαν οι ισπανικές αρχές, ιδίως αναφορικά με τα σκάφη Montefrisa IX και Montecelo, διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή με τηλεομοιοτυπία της 9ης Ιουλίου 2004.
17 Τέλος, με έγγραφο της 26ης Απριλίου 2004, οι ισπανικές αρχές διαβίβασαν συμπληρωματική αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως, την οποία υπέβαλε ο Gude González Hermanos, SC, ενόψει της μεταφοράς του σκάφους Cosmos. Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 2004, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επισήμαναν στις ισπανικές αρχές ότι λείπουν ορισμένα κρίσιμα για την εξέταση της αιτήσεως στοιχεία, τα οποία πρέπει, ως εκ τούτου, να διαβιβαστούν.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Ιουνίου 2004, το προσφεύγον κράτος μέλος άσκησε την παρούσα προσφυγή. Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν, ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεση κατά την ταχεία διαδικασία του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
19 Με έγγραφο της 28ης Ιουνίου 2004, η καθής ενημέρωσε το Πρωτοδικείο ότι αντιτίθεται στην ταχεία εκδίκαση της παρούσας προσφυγής.
20 Με απόφαση της 12ης Ιουλίου 2004, το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) δέχθηκε το αίτημα περί ταχείας εκδικάσεως κατά το άρθρο 76α του Κανονισμού Διαδικασίας.
21 Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε γραπτά ερωτήματα. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στο αίτημα εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
22 Το προσφεύγον ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να διαπιστώσει την παράλειψη της καθής η οποία, μη αποφαινόμενη εντός εύλογης προθεσμίας επί των εγκρίσεων που ζητήθηκαν, παρέβη την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 2792/1999, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2369/2002,
– να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
23 Η καθής ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη, όσον αφορά τις αιτήσεις περί εγκρίσεως παρεκκλίσεων για τα σκάφη Pevegasa V, Madre Rosa, Oitz και Cosmos,
– να αποφανθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής όσον αφορά τη ζητούμενη για το σκάφος Ramos Primero έγκριση παρεκκλίσεως,
– να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη όσον αφορά τις αιτήσεις για τα σκάφη Balcagia, Montefrisa IX, Montecelo et Enterprace,
– να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Το προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, δυνάμει του κανονισμού 2792/1999, επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεως για τη σύσταση κοινών επιχειρήσεων μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Αυτό δέχθηκε και η Επιτροπή, η οποία, απαντώντας σε ερώτηση του Κοινοβουλίου, δήλωσε, όσον αφορά τον κανονισμό 2369/2002, ότι «η Επιτροπή δεν μπορεί […] να προβεί σε εκτιμήσεις σχετικές με την εξέλιξη των κριτηρίων επιλεξιμότητας μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2004, καταληκτική ημερομηνία που ορίζει ο κανονισμός». Προσθέτει ότι, όταν ένα σκάφος μεταφέρεται σε τρίτη χώρα που δεν έχει συνάψει σύμβαση αλιείας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, απαιτείται η έγκριση παρεκκλίσεως από την Επιτροπή.
25 Το προσφεύγον φρονεί ότι, ως προς τη νομική της φύση, η παρέκκλιση αυτή συνιστά προηγούμενη διοικητική έγκριση. Παρά την έλλειψη διοικητικής διαδικαστικής ρυθμίσεως σχετικής με τη χορήγησή της, η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να αναβάλει υπερβολικά την έκδοση αποφάσεως επί των φακέλων που της έχουν υποβληθεί. Σε κάθε περίπτωση, η καθής έχει νόμιμη υποχρέωση να εκδώσει απόφαση. Το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι, σχετικά με άλλο είδος διοικητικής διαδικασίας, ήτοι της καταγγελίας παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο της οποίας επίσης δεν έχει οριστεί προθεσμία απαντήσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή υποχρεούται, εντός εύλογης προθεσμίας, είτε να κινήσει τη διαδικασία κατά του προσώπου που αποτελεί το αντικείμενο της καταγγελίας είτε να λάβει οριστική απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας (απόφαση του Πρωτοδικείου, της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, T‑127/98, UPS Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2633). Κατά το προσφεύγον, η καθής υπέχει νόμιμη υποχρέωση, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, να αποφανθεί εντός εύλογης προθεσμίας, η οποία έχει προφανώς παρέλθει, αφού έχει παρέλθει και η προθεσμία που διαθέτουν κατά το εθνικό δίκαιο οι ισπανικές αρχές για να εκδώσουν απόφαση.
26 Το προσφεύγον παρατηρεί ότι, με το έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 2004, η καθής πρότεινε να εξαγάγει ο πλοιοκτήτης το σκάφος χωρίς να λάβει προηγούμενη έγκριση της παρεκκλίσεως. Κατά το προσφεύγον, η λύση αυτή συνιστά παράβαση του παραρτήματος III, σημείο 1.1, στοιχείο β΄, περίπτωση ii, του κανονισμού 2792/99, κατά το οποίο το σκάφος πρέπει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως, να τελεί εν ενεργεία, πράγμα που δεν θα συμβαίνει αν, κατά την έκδοση της αποφάσεως περί χορηγήσεως της ενισχύσεως, το σκάφος θα έχει εξαχθεί.
27 Το προσφεύγον φρονεί ότι είναι εξαιρετικά επείγουσα η κατάσταση που δημιουργήθηκε λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση εντός εύλογης προθεσμίας. Αφενός, οι ενισχύσεις επί των οποίων πρέπει να αποφανθούν οι ισπανικές αρχές έπρεπε να χορηγηθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Ήταν η καταληκτική ημερομηνία μέχρι την οποία οι ισπανικές αρχές έπρεπε να κοινοποιήσουν στον ενδιαφερόμενο την απόφαση περί χορηγήσεως της ενισχύσεως. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, από τη στιγμή που η ισπανική διοίκηση λάβει την ανακοίνωση της Επιτροπής περί εγκρίσεως της ενισχύσεως, απαιτείται κατά μέσον όρο ένας μήνας για την έκδοση της αποφάσεως, διότι η διαδικασία αυτή, η οποία συνεπάγεται δαπάνη, προϋποθέτει έλεγχο και καταγραφή της δαπάνης αυτής από την Intervención Delegada del Estado. Επιπλέον, όσο διαρκούν αυτές οι διατυπώσεις, ενδέχεται να λήξει η ισχύς των πιστοποιητικών και εγγράφων που, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, οφείλει να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος. Στην περίπτωση αυτή, η διοίκηση πρέπει να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει εκ νέου τα έγγραφα αυτά, με τις δαπάνες, τις καθυστερήσεις και τις δυσχέρειες που αυτό συνεπάγεται.
28 Αφετέρου, η υπέρβαση των προθεσμιών που το εθνικό δίκαιο επιβάλλει στις ισπανικές αρχές για την έκδοση αποφάσεως ενδέχεται να επισύρει την ευθύνη του Δημοσίου έναντι των αιτούντων την ενίσχυση.
29 Η καθής παρατηρεί, πρώτον, ότι στις 26 Μαρτίου 2004 εκδόθηκαν οι αποφάσεις περί εγκρίσεως των ζητούμενων παρεκκλίσεων, ως προς τα τρία σχέδια συστάσεως κοινών επιχειρήσεων, τα οποία αναφέρονται στο έγγραφο οχλήσεως και αφορούν τη μεταφορά των σκαφών Pevegasa V, Madre Rosa και Oitz. Κατά την καθής, το προσφεύγον, μολονότι επικαλείται με το δικόγραφο της προσφυγής του την έκδοση των τριών αυτών αποφάσεων, δεν διευκρινίζει αν η προσφυγή κατά παραλείψεως στρέφεται κατ’ αυτών ή όχι, διότι το αντικείμενο της προσφυγής είναι απολύτως ασαφές. Καταλήγει ότι, σε κάθε περίπτωση, η προσφυγή κατά παραλείψεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη όσον αφορά τις τρεις αυτές αιτήσεις περί εγκρίσεως παρεκκλίσεων, διότι η καταγγελλόμενη παράλειψη έπαυσε να υφίσταται ως προς τις αιτήσεις αυτές πριν την κατάθεση της παρούσας προσφυγής.
30 Η καθής προβάλλει, δεύτερον, ότι η απόφαση για τη μεταφορά του σκάφους Ramos Primero εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2004. Κατά συνέπεια, ζητεί να κηρυχθεί άνευ αντικειμένου η διαδικασία επί της προσφυγής κατά παραλείψεως που άσκησε το Βασίλειο της Ισπανίας, ως προς τη συγκεκριμένη αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως.
31 Τρίτον, όσον αφορά τα σχέδια για τα σκάφη Balcagia, Montefrisa IX, Montecelo και Enterprace, η καθής παρατηρεί ότι στις 17 Ιουνίου 2004 οι υπηρεσίες της διατύπωσαν προτάσεις ως προς την περαιτέρω εξέλιξή τους, προτάσεις βάσει των οποίων θα εξέδιδε την απόφασή της. Ωστόσο, στις 7 Ιουλίου 2004, οι ίδιες οι ισπανικές αρχές ζήτησαν από την καθής να μην εκδώσει απόφαση επί των τριών αυτών αιτήσεων, εφόσον δεν έχουν εξεταστεί τα συμπληρωματικά στοιχεία που οι εν λόγω αρχές διαβίβασαν εν μέρει στις 9 Ιουλίου 2004 ή τα στοιχεία που δεσμεύτηκαν να προσκομίσουν. Κατά την καθής, η προσφυγή στερείται κάθε βασιμότητας, ως προς τις τρεις αυτές αιτήσεις περί εγκρίσεως παρεκκλίσεων, διότι μοναδικός υπεύθυνος για την καθυστέρηση της εκδόσεως των εν λόγω αποφάσεων ήταν το προσφεύγον.
32 Τέταρτον, όσον αφορά την αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως για το σκάφος Cosmos, η καθής προβάλλει ότι, εν προκειμένω, οι ισπανικές αρχές δεν την κάλεσαν να ενεργήσει και να εκδώσει απόφαση. Πράγματι, η επίσημη όχληση τον Φεβρουάριο του 2004 προηγήθηκε της εν λόγω αιτήσεως και, επομένως, το προσφεύγον δεν μπορεί να την επικαλεστεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, η καθής φρονεί ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως για τη μεταφορά του σκάφους Cosmos, διότι δεν τηρήθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις υποβολής της.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
33 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
34 Σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως ή να διαπιστώσει, αφού ακούσει τους διαδίκους, ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου.
35 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι έχει αρκούντως ενημερωθεί από τα έγγραφα της δικογραφίας, ώστε να αποφανθεί χωρίς διαδικασία.
36 Καταρχάς, πρέπει να προσδιοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς. Συγκεκριμένα, αφενός, το αντικείμενο της προσφυγής είναι εξαιρετικά ασαφές, διότι αναφέρεται μόνο σε «εγκρίσεις που ζήτησαν οι ισπανικές αρχές». Αφετέρου, στο δικόγραφο της προσφυγής μνημονεύονται οκτώ αιτήσεις, από τις οποίες επτά αναφέρθηκαν με το έγγραφο οχλήσεως.
37 Κατόπιν του ερωτήματος που έθεσε συναφώς το Πρωτοδικείο, το προσφεύγον ισχυρίστηκε, στις 9 Νοεμβρίου 2004, ότι οι παρεκκλίσεις για τις οποίες γίνεται λόγος τόσο στην πρόσκληση προς ενέργεια, όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής και ως προς τις οποίες αναμένεται ακόμη η έγκριση της καθής, αφορούν τα σκάφη Balcagia, Montefrisa IX, Montecelo και Enterprace. Εξήγησε συναφώς ότι το αντικείμενο της διαφοράς περιορίστηκε. Εξάλλου, το προσφεύγον επισήμανε ότι η αναφορά, με το δικόγραφο της προσφυγής, στην αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως για το σκάφος Cosmos αποσκοπούσε μόνο στο να στραφεί η προσοχή του Πρωτοδικείου στο ότι «το πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται και [το προσφεύγον] επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία, απευθύνοντας νέα πρόσκληση προς ενέργεια, αφορώσα σημαντικό αριθμό σκαφών». Κατά συνέπεια, αφενός, το προσφεύγον παραιτήθηκε ως προς τις αιτήσεις περί εγκρίσεως παρεκκλίσεων για τα σκάφη Pevegasa V, Madre Rosa, Oitz et Ramos Primero και, αφετέρου, στο αντικείμενο της προσφυγής δεν περιλαμβάνεται η αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως για το σκάφος Cosmos.
38 Εν συνεχεία, επιβάλλεται η επισήμανση ότι στις 5 Νοεμβρίου 2004 οι ισπανικές αρχές απέστειλαν στην καθής τηλεομοιοτυπία σχετικά με την παραίτηση της εταιρίας Calvopesca από την αίτηση περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως για τη μεταφορά των σκαφών Montefrisa IX και Montecelo. Ερωτηθέν συναφώς από το Πρωτοδικείο, το προσφεύγον ισχυρίστηκε ότι η παρούσα προσφυγή εξακολουθεί να έχει αντικείμενο, διότι η καθής δεν έχει ακόμη εκδώσει απόφαση επί των αιτήσεων για τα σκάφη Balcagia και Enterprace.
39 Επομένως, το αντικείμενο της προσφυγής περιορίζεται πλέον στη διαπίστωση της παραλείψεως της Επιτροπής ως προς τις αιτήσεις περί εγκρίσεως παρεκκλίσεως για τα σκάφη Balcagia και Enterprace.
40 Συναφώς, επιβάλλεται, πρώτον, να υπομνηστεί ότι οι υπηρεσίες της καθής κατέληξαν, στις 17 Ιουνίου 2004, σε δυσμενή συμπεράσματα ως προς την περαιτέρω εξέλιξη των δύο αυτών αιτήσεων.
41 Δεύτερον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι οι ισπανικές αρχές ενημέρωσαν τις υπηρεσίες της καθής, στις 30 Ιουνίου 2004, ότι επρόκειτο να τους διαβιβάσουν συμπληρωματικά στοιχεία, για να αποδείξουν ότι έχει πληρωθεί το κριτήριο της μειώσεως της αλιευτικής προσπάθειας. Αυτό επιβεβαιώθηκε με τηλεομοιοτυπία της 7ης Ιουλίου 2004, στην οποία αναφέρεται ότι, «βάσει των στοιχείων που παρατίθενται στο παρόν έγγραφο, οι ισπανικές αρχές ζητούν να μην εκδοθεί καμία απόφαση επί των [δύο] σχεδίων συστάσεως κοινών επιχειρήσεων, τα οποία μνημονεύονται στο έγγραφο, προτού εξετάσει η Επιτροπή τα συμπληρωματικά στοιχεία που θα της κοινοποιηθούν».
42 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι το προσφεύγον ζήτησε από την καθής να μην προβεί στην έκδοση των αποφάσεων επί των δύο αιτήσεων ενόσω οι υπηρεσίες της καθής δεν έχουν ολοκληρώσει την εξέταση ορισμένων συμπληρωματικών στοιχείων.
43 Ωστόσο, η υποβολή εκ μέρους του προσφεύγοντος μετά την πρόσκληση προς ενέργεια νέων στοιχείων ικανών να επηρεάσουν την εκτίμηση της καθής εξαλείφει την υποχρέωση ενέργειας, δεδομένου δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι η καθής είναι σε θέση να αποφανθεί επί των αιτήσεων περί εγκρίσεως παρεκκλίσεων λόγω της υποβολής των νέων αυτών στοιχείων (βλ., κατά την έννοια αυτή αναλογικώς τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1998, T‑286/97, Goldstein κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑2629, σκέψεις 28 και 29).
44 Επομένως, η προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί η παράλειψη της καθής πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
45 Επικουρικώς, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον δεν απηύθυνε ακολούθως όχληση σχετική με τα διαλαμβανόμενα στην προσφυγή σχέδια. Επιβάλλεται η παρατήρηση, συναφώς, ότι, κατόπιν του αιτήματός του προς την καθής να μην εκδώσει αποφάσεις επί των εν σχεδίων, το προσφεύγον όφειλε να κινήσει εκ νέου την επίσημη διαδικασία οχλήσεως πριν ασκήσει την προσφυγή κατά παραλείψεως.
46 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των εξόδων
47 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της καθής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή όσον τις σχετικές με τα σκάφη Balcagia και Enterprace αιτήσεις.
2) Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 10 Ιανουαρίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
M. Jaeger
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy