Υπόθεση T-247/04
Asociación de exportadores españoles de productos farmacéuticos (Aseprofar) και Española de desarrollo e impulso farmacéutico, SA (Edifa)
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Προσφυγή ακυρώσεως — Παραδεκτό — Πράξη υποκείμενη σε προσφυγή — Μη κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως — Ανακοίνωση 2002/C 244/03»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 19ης Σεπτεμβρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως — Πράξεις δεκτικές προσφυγής — Έννοια — Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα — Προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως — Απόφαση της Επιτροπής θέτουσα στο αρχείο μια καταγγελία — Δεν περιλαμβάνεται
(Άρθρα 226 ΕΚ και 230 ΕΚ)
Οι αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή θέτει στο αρχείο μια καταγγελία που αφορά συμπεριφορά κράτους δυνάμενη να προκαλέσει την κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως δεν συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή και η προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά των πράξεων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 230 ΕΚ.
Συγκεκριμένα, συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κάθε μέτρο που παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση.
Οι αποφάσεις περί θέσεως στο αρχείο καταγγελιών σχετικών με συμπεριφορές κράτους δυνάμενες να προκαλέσουν την κίνηση διαδικασίας βάσει του άρθρου 226 ΕΚ περιλαμβάνονται στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Επιτροπή για την εύρυθμη διεξαγωγή του προδικαστικού σταδίου της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, όπως αναφέρει η ανακοίνωση 2002/C 244/03 της Επιτροπής, όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου.
Δεδομένου όμως ότι το προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως έχει ως μοναδικό σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης ή, ενδεχομένως, να του παράσχει την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη θέση του, καμία από τις πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν έχει δεσμευτική ισχύ.
(βλ. σκέψεις 44, 46-48, 56, 60)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 19ης Σεπτεμβρίου 2005 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Πράξη υποκείμενη σε προσφυγή – Μη κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως – Ανακοίνωση 2002/C 244/03»
Στην υπόθεση T-247/04,
Asociación de exportadores españoles de productos farmacéuticos (Aseprofar), με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία),
Española de desarrollo e impulso farmacéutico, SA (Edifa), με έδρα τη Μαδρίτη,
εκπροσωπούμενες από τον δικηγόρο L. Ortiz Blanco,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον G. Valero Jordana, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει σαν αντικείμενο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2002/4609, και της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2003/5119, καθόσον αφορά το άρθρο 29 ΕΚ,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Legal, Πρόεδρο, P. Mengozzi και I. Wiszniewska-Białecka, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 226, πρώτο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει ότι, αν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ της Συνθήκης ΕΚ, διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος, αφού προηγουμένως παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. Το άρθρο 226, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει ότι, αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή, δύναται η τελευταία να προσφύγει στο Δικαστήριο.
2 Η ανακοίνωση 2002/C 244/03 της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕυρωπαϊκώνΚοινοτήτων στις 10 Οκτωβρίου 2002 (ΕΕ C 244, σ. 5).
3 Το πέμπτο και το έκτο εδάφιο της ανακοινώσεως αυτής αναφέρουν ότι η Επιτροπή με την ανακοίνωση αυτή θέλησε να «δημοσιεύσει σε ενοποιημένο κείμενο όλους τους εσωτερικούς διαδικαστικούς της κανόνες που εφαρμόζονται στις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παράβασης υποχρέωσης» και, προς τούτο, να παραθέσει «τα διοικητικά μέτρα υπέρ του καταγγέλλοντος που δεσμεύεται να τηρεί κατά τη διερεύνηση της καταγγελίας του και την εξέταση του αντίστοιχου φακέλου παράβασης».
4 Το έβδομο εδάφιο της ανακοινώσεως αναφέρει ότι «ωστόσο τα διοικητικά αυτά μέτρα δεν μεταβάλλουν τον διμερή χαρακτήρα της διαδικασίας λόγω παράβασης υποχρέωσης» που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ και ότι η Επιτροπή διαθέτει τη «διακριτική ευχέρεια» για την κίνηση της διαδικασίας αυτής.
5 Το σημείο 1 του παραρτήματος της ανακοινώσεως 2002/C 244/03, που τιτλοφορείται «Ορισμοί και αντικείμενο», αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «ως “καταγγελία” νοείται κάθε γραπτό διάβημα στην Επιτροπή που καταγγέλλει μέτρα ή πρακτικές που αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο», του οποίου «η διερεύνηση […] μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή στην κίνηση διαδικασίας παράβασης». Αναφέρει επίσης ότι «ως “διαδικασία παράβασης” νοείται το προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας λόγω παράβασης υποχρέωσης που κινεί η Επιτροπή» βάσει του άρθρου 226 ΕΚ.
6 Το σημείο 2 του παραρτήματος αυτού, που τιτλοφορείται «Γενικές αρχές», αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «κάθε πρόσωπο μπορεί να εγκαλεί κράτος μέλος υποβάλλοντας καταγγελία στην Επιτροπή», η οποία «διαθέτει διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει εάν πρέπει να δοθεί ή όχι συνέχεια στην καταγγελία».
7 Τα σημεία 3 έως 6 του παραρτήματος αυτού αφορούν την καταχώριση των καταγγελιών, το αποδεικτικό παραλαβής τους, τις λεπτομέρειες της καταθέσεώς τους και την προστασία του καταγγέλλοντος και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
8 Το σημείο 7 του παραρτήματος αυτού, που τιτλοφορείται «Επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα», αναφέρει ότι, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως πολλών καταγγελιών για την ίδια αιτίαση, «οι υπηρεσίες της Επιτροπής έρχονται σε επαφή με τον καταγγέλλοντα και τον ενημερώνουν γραπτώς μετά από κάθε απόφαση της Επιτροπής (προειδοποιητική επιστολή, αιτιολογημένη γνώμη, προσφυγή ή θέση στο αρχείο) για την εξέλιξη του φακέλου που έχει ανοίξει μετά την καταγγελία του».
9 Το σημείο 8 του παραρτήματος αυτού, που τιτλοφορείται «Προθεσμία διερεύνησης των καταγγελιών», αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «κατά κανόνα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερευνούν τις καταγγελίες που καταχωρίζονται προκειμένου να ληφθεί απόφαση είτε για αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ή για θέση στο αρχείο εντός ανώτατης προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας».
10 Το σημείο 9 του παραρτήματος αυτού, που τιτλοφορείται «Έκβαση της διερεύνησης των καταγγελιών», αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι, «στο τέλος της έρευνας της καταγγελίας, οι υπηρεσίες της Επιτροπής μπορούν να υποβάλουν στην κρίση του Σώματος των Επιτρόπων είτε πρόταση προειδοποιητικής επιστολής που κινεί τη διαδικασία παράβασης κατά του ενεχόμενου κράτους μέλους είτε πρόταση θέσης στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια», σχετικά δε με αυτή την πρόταση «η Επιτροπή αποφαίνεται […] δυνάμει της διακριτικής της ευχέρειας». Αναφέρει επίσης ότι, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως πολλών καταγγελιών για την ίδια αιτίαση, «ο καταγγέλλων ενημερώνεται γραπτώς για την απόφαση που ελήφθη από την Επιτροπή σχετικά με τον φάκελο παράβασης που συνδέεται με την καταγγελία».
11 Το σημείο 10 του παραρτήματος αυτού, που τιτλοφορείται «Θέση στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια», αναφέρει ότι, «όταν μια υπηρεσία της Επιτροπής προβλέπει ότι θα προτείνει τη θέση του φακέλου καταγγελίας στο αρχείο χωρίς να δώσει συνέχεια στην εν λόγω καταγγελία, προειδοποιεί τον καταγγέλλοντα με επιστολή στην οποία διατυπώνονται οι λόγοι που την οδήγησαν να προτείνει τη θέση στο αρχείο και καλεί τον καταγγέλλοντα να διατυπώσει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων», σύμφωνα με ορισμένους κανόνες και υπό ορισμένες επιφυλάξεις.
12 Το σημείο 11 του παραρτήματος αυτού, που τιτλοφορείται «Απλουστευμένη διαδικασία θέσης στο αρχείο», αναφέρει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, «οι φάκελοι παράβασης, που δεν έχουν αποτελέσει ακόμα αντικείμενο προειδοποιητικής επιστολής, μπορούν να τεθούν στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια, σύμφωνα με μια απλουστευμένη διοικητική διαδικασία που δεν περιλαμβάνει εξέταση από το Σώμα των Επιτρόπων».
13 Τα σημεία 12 έως 14 του παραρτήματος αυτού αφορούν τη δημοσιότητα των αποφάσεων της Επιτροπής και την πρόσβαση στα έγγραφα στον τομέα των παραβάσεων, καθώς και την προσφυγή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, της οποίας η δυνατότητα παρέχεται στον καταγγέλλοντα σε περίπτωση κακής διοικήσεως, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 21 ΕΚ και 195 ΕΚ.
Ιστορικό της διαφοράς
14 Οι προσφεύγουσες, Asociación de exportadores españoles de productos farmacéuticos (στο εξής: Aseprofar) και Española de desarrollo e impulso farmacéutico, SA (στο εξής: Edifa) είναι δύο αντιπροσωπευτικές ενώσεις εγκατεστημένες στην Ισπανία. Οι επιχειρήσεις των οποίων τα συμφέροντα εκπροσωπούν έχουν ως δραστηριότητα, μεταξύ άλλων, τη διανομή χονδρικώς και το παράλληλο εμπόριο φαρμάκων.
15 Στις 31 Οκτωβρίου 2001, το ισπανικό Υπουργείο Υγείας και Κατανάλωσης συνήψε συμφωνία με μια ένωση εκπροσωπούσα τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εργαστηρίων που υφίστανται στην Ισπανία (στο εξής: συμφωνία της 31ης Οκτωβρίου 2001). Σκοπός της συμφωνίας αυτής, όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, είναι «η κατάρτιση και η εφαρμογή ενός πλήρους προγράμματος μέτρων ελέγχου των φαρμακευτικών δαπανών και της ορθολογικής χρησιμοποίησης των φαρμάκων».
16 Με έγγραφο της 28ης Νοεμβρίου 2001, η Aseprofar πληροφόρησε την Επιτροπή σχετικά με τις συνέπειες που θεωρούσε ότι θα είχε η συμφωνία της 31ης Οκτωβρίου 2001 και ανέφερε ότι η εν λόγω συμφωνία μπορούσε να συνιστά παράβαση του άρθρου 28 ΕΚ και, ενδεχομένως, του άρθρου 29 ΕΚ. Με έγγραφο της 22ας Μαΐου 2001, η European Association of Euro-Pharmaceutical Companies, αντιπροσωπευτική ένωση της οποίας μέλος είναι η Aseprofar, υπέβαλε καταγγελία, ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία της 31ης Οκτωβρίου 2001 συνιστούσε παράβαση των άρθρων 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ. Η Επιτροπή καταχώρισε την καταγγελία αυτή υπό τον αριθμό P/2002/4609.
17 Στις 13 Ιουνίου 2003, οι ισπανικές αρχές εξέδωσαν το βασιλικό διάταγμα 725/2003, σχετικά με τις διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 100 του νόμου 25/1990, της 20ής Δεκεμβρίου 1990, περί φαρμάκων (BOE αριθ. 152, της 26ης Ιουνίου 2003, σ. 24596).
18 Με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, η Aseprofar και η Edifa υπέβαλαν καταγγελία ισχυριζόμενες ότι το βασιλικό διάταγμα 725/2003 συνιστούσε παράβαση του άρθρου 29 ΕΚ, αφενός, και των άρθρων 10 ΕΚ και 81 ΕΚ, αφετέρου. Η Επιτροπή καταχώρισε την καταγγελία αυτή υπό τον αριθμό P/2003/5119.
19 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξέτασαν τις καταγγελίες P/2002/4609 και P/2003/5119.
20 Κατά τη συνεδρίασή του της 30ής Μαρτίου 2004, το Σώμα των Επιτρόπων αποφάσισε, αφενός, να θέσει στο αρχείο την καταγγελία P/2002/4609 και, αφετέρου, να θέσει στο αρχείο την καταγγελία P/2003/5119, καθόσον αφορά το άρθρο 29 ΕΚ.
21 Με έγγραφο της 2ας Απριλίου 2004, το οποίο παρελήφθη στις 7 Απριλίου 2004, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Aseprofar και την Edifa την απόφασή της περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2002/4609.
22 Με έγγραφο της 6ης Μαΐου 2004, το οποίο παρελήφθη στις 10 Μαΐου 2004, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Aseprofar και την Edifa την απόφασή της περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2003/5119, όσον αφορά το άρθρο 29 ΕΚ.
Διαδικασία
23 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Ιουνίου 2004, η Aseprofar και η Edifa άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
24 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Ιουλίου 2004, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί του παραδεκτού χωρίς να εισέλθει στην ουσία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
25 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Οκτωβρίου 2004, η Aseprofar και η Edifa υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
26 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Απριλίου 2005, η Aseprofar και η Edifa προέβαλαν νέο ισχυρισμό βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Ανέφεραν ότι ο ισχυρισμός αυτός στηριζόταν σε ένα νομικό στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διαδικασία. Διευκρίνισαν ότι το στοιχείο αυτό συνίστατο στην απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Φεβρουαρίου 2005, C-141/02, Επιτροπή κατά T‑Mobile Austria (η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
27 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 6 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή απάντησε στον νέο ισχυρισμό, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
28 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1 Σεπτεμβρίου 2005, η Aseprofar και η Edifa προέβαλαν έναν άλλο νέο ισχυρισμό βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην απόφαση του Tribunal Supremo (Ισπανία) της 20ής Ιουνίου 2005, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη προσφυγή που είχαν ασκήσει κατά του βασιλικού διατάγματος 725/2003.
Αιτήματα των διαδίκων
29 Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, η Aseprofar και η Edifa ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2002/4609,
– να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2003/5119, καθόσον αφορά το άρθρο 29 ΕΚ,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
30 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς να εισέλθει στην ουσία,
– να καταδικάσει την Aseprofar και την Edifa στα δικαστικά έξοδα.
31 Με τις παρατηρήσεις τους, η Aseprofar και η Edifa ζητούν από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου.
Σκεπτικό
32 Το άρθρο 114, παράγραφοι 1 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι, αν ένας διάδικος ζητήσει από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία, το Πρωτοδικείο μπορεί να αποφασίσει επί της αιτήσεως ή να επιφυλαχθεί να την εξετάσει μαζί με την ουσία της υποθέσεως. Το άρθρο 114, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
33 Εν προκειμένω, παρέλκει η διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, καθόσον το Πρωτοδικείο έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη δικογραφία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
34 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για δύο λόγους. Πρώτον, οι αποφάσεις κατά των οποίων στρέφεται δεν συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή. Δεύτερον, η Aseprofar και η Edifa δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωση των αποφάσεων αυτών.
35 Η Aseprofar και η Edifa απαντούν ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
36 Κατ’ αρχάς, η προσφυγή δεν στρέφεται κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, αλλά κατά δύο αποφάσεων της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2002/4609, αφενός, και περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2003/5119, καθόσον αφορά το άρθρο 29 ΕΚ, αφετέρου.
37 Εν συνεχεία, οι αποφάσεις αυτές συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή. Συγκεκριμένα, παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα που μπορούν να επηρεάσουν σαφώς την έννομη κατάσταση της Aseprofar και της Edifa. Έτσι, οι αποφάσεις αυτές απορρίπτουν τις καταγγελίες, περιέχουν εκτίμηση δυνάμενη να ληφθεί υπόψη από το εθνικό δικαστήριο ?και πράγματι ελήφθη υπόψη από το Tribunal Supremo με την απόφασή του της 20ής Ιουνίου 2005– και εμποδίζουν την Aseprofar και την Edifa να απαιτήσουν την επανέναρξη της εξέτασης των καταγγελιών. Επιπλέον, σηματοδοτούν την περάτωση μιας διαδικασίας που είναι διαφορετική από τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 226 ΕΚ.
38 Τέλος, η Aseprofar και η Edifa νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωση των αποφάσεων αυτών, των οποίων είναι αποδέκτες και οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, τις αφορούν άμεσα και ατομικά.
39 Προς στήριξη της θέσης τους, η Aseprofar και η Edifa στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στην ανακοίνωση 2002/C 244/03. Επικαλούνται επίσης τη νομολογία σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών ακυρώσεως που στρέφονται κατά των αρνήσεων της Επιτροπής να ενεργήσει βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ και κατά των αποφάσεών της περί θέσεως στο αρχείο καταγγελιών υποβληθεισών βάσει του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), και του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1963, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37). Τέλος, επικαλούνται κατ’ ουσίαν τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
40 Οι ιδιώτες δεν μπορούν παραδεκτώς να ζητήσουν την ακύρωση της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους (διάταξη του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1992, C 29/92, Asia Motor France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-3935, σκέψη 21, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2004, Τ-139/02, Ινστιτούτο Ν. Αυγερινοπούλου κ.λπ. κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 76).
41 Εν προκειμένω, η Aseprofar και η Edifa δεν μπορούν συνεπώς παραδεκτώς να ζητήσουν την ακύρωση της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου της Ισπανίας για τον λόγο ότι η συμφωνία της 31ης Οκτωβρίου 2001 συνιστά παράβαση των άρθρων 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ, αφενός, και ότι το βασιλικό διάταγμα 725/2003 συνιστά παράβαση του άρθρου 29 ΕΚ, αφετέρου.
42 Η Aseprofar και η Edifa ισχυρίζονται ωστόσο ότι δεν ζητούν την ακύρωση της αρνήσεως αυτής, αλλά την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο των καταγγελιών τους.
43 Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί αν οι αποφάσεις αυτές συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η Aseprofar και η Edifa νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωσή τους.
44 Για να καθοριστεί αν ένα μέτρο συνιστά πράξη υποκείμενη σε προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να εξετάζεται η ουσία του, καθόσον η μορφή του είναι κατ’ αρχήν αδιάφορη συναφώς. Συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής όλα τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9, και της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-249/02, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. Ι-10717, σκέψη 35).
45 Εν προκειμένω, από τον συνδυασμό του πέμπτου και του έκτου εδαφίου της ανακοινώσεως 2002/C 244/03 και των σημείων 1 έως 12 του παραρτήματός της προκύπτει ότι η Επιτροπή δεσμεύθηκε να θεωρεί, σύμφωνα με ορισμένους κανόνες και υπό ορισμένες επιφυλάξεις, ότι το πρόσωπο που την πληροφορεί σχετικά με συμπεριφορά κράτους δυνάμενη να προκαλέσει την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως αποτελεί «καταγγέλλοντα», ότι το διάβημα στο οποίο το πρόσωπο αυτό προβαίνει προς τούτο αποτελεί «καταγγελία» και ότι η «διερεύνηση» της καταγγελίας πρέπει να περατώνεται με τη λήψη «αποφάσεως περί αποστολής προειδοποιητικής επιστολής» ή «αποφάσεως περί θέσεως στο αρχείο».
46 Ωστόσο, από τον συνδυασμό του εβδόμου εδαφίου της ανακοινώσεως 2002/C 244/03 και του σημείου 1 του παραρτήματός της προκύπτει ότι οι δεσμεύσεις αυτές αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της «διαδικασίας παράβασης», η οποία ορίζεται ως το προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 226 EΚ και της οποίας η Επιτροπή ουδόλως θέλησε να μεταβάλει τη φύση.
47 Δεδομένου όμως ότι το προδικαστικό στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 226 ΕΚ έχει ως μοναδικό σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης ή, ενδεχομένως, να του παράσχει την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη θέση του (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 1986, 85/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 1149, σκέψη 11, και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 44), καμία από τις πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν έχει δεσμευτική ισχύ (απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Μαρτίου 1966, 48/65, Lütticke κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 243).
48 Επομένως, η απόφαση με την οποία η Επιτροπή θέτει στο αρχείο μια καταγγελία η οποία την πληροφορούσε σχετικά με συμπεριφορά κράτους δυνάμενη να προκαλέσει την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως δεν έχει δεσμευτική ισχύ.
49 Κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν η Aseprofar και η Edifar δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω το συμπέρασμα αυτό.
50 Ειδικότερα, είναι αδιάφορο το αν οι αποφάσεις περί θέσεως στο αρχείο των καταγγελιών ελήφθησαν, εν προκειμένω, για τον λόγο ότι οι καταγγελλόμενες συμπεριφορές δεν συνιστούσαν παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει συγκεκριμένα ότι η γνώμη που η Επιτροπή εξέφρασε με μια απόφαση του είδους αυτού δεν προσδίδει, αυτή καθ’ εαυτήν, στην απόφαση τον χαρακτήρα πράξεως υποκειμένης σε προσφυγή (προαναφερθείσα απόφαση Lütticke κ.λπ. κατά Επιτροπής, σ. 38 και 39).
51 Εν συνεχεία, είναι αδιάφορο το αν η γνώμη αυτή, την οποία εξέφρασε η Επιτροπή στο πλαίσιο του προδικαστικού σταδίου της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, μπορεί να ληφθεί υπόψη από το εθνικό δικαστήριο. Μια τέτοια γνώμη συνιστά συγκεκριμένα πραγματικό στοιχείο το οποίο δεν δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο (διατάξεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1998, C-422/97 P, Sateba κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-4913, σκέψη 38, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 14ης Ιανουαρίου 2004, T-202/02, Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47). Εν προκειμένω, το γεγονός ότι το Tribunal Supremo επέλεξε να λάβει υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής σε σχέση με το βασιλικό διάταγμα 725/2003 όταν εξέτασε τη νομιμότητα του εν λόγω διατάγματος δεν συνιστά, συνεπώς, έννομο αποτέλεσμα ικανό να καταστήσει πράξη υποκείμενη σε προσφυγή την απόφαση περί θέσεως στο αρχείο της καταγγελίας P/2003/5119. Επομένως, ο νέος ισχυρισμός που προέβαλαν συναφώς η Aseprofar και η Edifa πρέπει να απορριφθεί.
52 Επιπλέον, είναι αλυσιτελές το να γίνεται επίκληση της νομολογίας που αφορά τις αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή θέτει στο αρχείο μια καταγγελία που υποβλήθηκε βάσει του κανονισμού 17, τον οποίο διαδέχθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), και του κανονισμού 99/63. Συγκεκριμένα, η διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ και η διοικητική διαδικασία που προβλέπουν οι κανονισμοί αυτοί επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες.
53 Το πρόσωπο που υποβάλλει στην Επιτροπή καταγγελία, σύμφωνα με την οποία μια συμπεριφορά επιχειρήσεων συνιστά παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ ή 82 ΕΚ, είναι κάτοχος, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που διέπεται από τους κανονισμούς 17, 1/2003 και 99/63, διαδικαστικών δικαιωμάτων που του παρέχουν διατάξεις παραγώγου δικαίου. Το πρόσωπο αυτό έχει επίσης το δικαίωμα να ασκήσει ένδικη προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή θέτει στο αρχείο την καταγγελία του, κατά την περάτωση της διαδικασίας αυτής (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής, Συλλογή 1977, σ. 567, σκέψη 13, και της 18ης Μαρτίου 1997, C-282/95 P, Guérin automobiles κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-1503, σκέψη 36).
54 Εντελώς διαφορετική είναι η κατάσταση στην οποία τελεί το πρόσωπο το οποίο πληροφορεί την Επιτροπή σχετικά με την ύπαρξη συμπεριφοράς κράτους δυναμένης να προκαλέσει την κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως.
55 Βεβαίως, η Επιτροπή δεσμεύθηκε, με την ανακοίνωση 2002/C 244/03, να έρχεται σε επαφή με το πρόσωπο αυτό και να το ενημερώνει γραπτώς για την εξέλιξη του φακέλου που άνοιξε μετά την καταγγελία του (σημείο 7 του παραρτήματος της ανακοινώσεως), να το προειδοποιεί σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν τις υπηρεσίες της να προτείνουν τη θέση στο αρχείο της καταγγελίας του και να το καλεί να διατυπώσει συναφώς τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις του (σημείο 10 του παραρτήματος ανακοινώσεως).
56 Ωστόσο, οι εσωτερικοί κανόνες δεν συνιστούν διαδικαστικές εγγυήσεις προβλεπόμενες από διατάξεις του παραγώγου δικαίου, αλλά, σύμφωνα με τη διατύπωσή τους, διοικητικά μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για την εύρυθμη διεξαγωγή του προδικαστικού σταδίου της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που προβλέπει το άρθρο 226, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (έκτο και πέμπτο εδάφιο της ανακοινώσεως και σημεία 1 και 14 του παραρτήματος της ανακοινώσεως).
57 Ομοίως, είναι αλυσιτελές το να γίνεται επίκληση της νομολογίας που αφορά έγγραφα με τα οποία η Επιτροπή πληροφορεί τους ιδιώτες ότι δεν προτίθεται να ενεργήσει βάσει του άρθρου 86, παράγραφος 3, ΕΚ. Συγκεκριμένα, το άρθρο 86, παράγραφος 3, ΕΚ και το άρθρο 226 ΕΚ επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και οι διαδικασίες τις οποίες προβλέπουν υπόκεινται σε διαφορετικούς κανόνες. Επιπλέον, τα έγγραφα αυτά δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και δεν συνιστούν συνεπώς πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά T‑Mobile Austria, σημείο 70).
58 Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, του αν η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά T-Mobile Austria, που αφορά τα έγγραφα αυτά, συνιστά ή όχι νομικό στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διαδικασία και, συνεπώς, αν είναι παραδεκτός ο νέος ισχυρισμός που αντλούν από το στοιχείο αυτό η Aseprofar και η Edifa.
59 Τέλος, είναι αλυσιτελής η επίκληση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως να κριθεί παραδεκτή μια προσφυγή ακυρώσεως η οποία δεν στρέφεται κατά πράξεως υποκειμένης σε προσφυγή και συνεπώς δεν πληροί τις προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 230 ΕΚ (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά T‑Mobile Austria, σκέψη 72). Ομοίως, η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως δεν επιτρέπει στον δικαστή να μη λαμβάνει υπόψη του την προϋπόθεση περί ενεργητικής νομιμοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. Ι-6677, σημείο 44, και της 30ής Μαρτίου 2004, C-167/02 P, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2004, σ. I-3166, σημείο 25), έτσι δεν του επιτρέπει και να αγνοεί την προϋπόθεση περί πράξεως υποκειμένης σε προσφυγή που αναφέρει το άρθρο 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
60 Επομένως, οι αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή θέτει στο αρχείο μια καταγγελία που αφορά συμπεριφορά κράτους δυνάμενη να προκαλέσει την κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως δεν συνιστούν πράξεις υποκείμενες σε προσφυγή και η προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά των πράξεων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 230 ΕΚ.
61 Εν προκειμένω, η προσφυγή που ασκήθηκε κατά των αποφάσεων της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, περί θέσεως στο αρχείο, αντιστοίχως, των καταγγελιών P/2002/4609 και P/2003/5119, πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
63 Εν προκειμένω, η Aseprofar και η Edifa ηττήθησαν και η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Επομένως, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη
2) Καταδικάζει την Asociación de exportadores españoles de productos farmacéuticos και την Española de desarrollo e impulso farmacéutico, SA, στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 19 Σεπτεμβρίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
H. Legal
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy