Υπόθεση T-386/04
Eridania Sadam SpA κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης — Καθεστώς τιμών — Κατανομή σε περιφέρειες — Ελλειμματικές ζώνες — Κατάταξη της Ιταλίας — Περίοδος εμπορίας 2004/2005 — Κανονισμός (ΕΚ) 1216/2004 — Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά και νομικά πρόσωπα — Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 28ης Ιουνίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Διάταξη καθορίζουσα την παράγωγη τιμή παρέμβασης της λευκής ζάχαρης για όλες τις ζώνες της Ιταλίας για μία περίοδο εμπορίας — Προσφυγή των Ιταλών ζαχαροπαραγωγών — Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδάφιο 4, ΕΚ· κανονισμός της Επιτροπής 1216/2004, άρθρο 1, στοιχείο δ΄)
2. Ευρωπαϊκές Κοινότητες — Δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων — Πράξεις γενικής ισχύος — Είναι αναγκαίον τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ακολουθούν τη διαδικασία της ασκήσεως ενστάσεως λόγω ελλείψεως νομιμότητας ή της προδικαστικής παραπομπής για την εκτίμηση του κύρους — Υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η αμφισβήτηση της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων γενικής ισχύος — Άσκηση της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή σε περίπτωση ανυπέρβλητων εμποδίων σε επίπεδο εθνικών δικονομικών κανόνων — Αποκλείεται
(Άρθρο 10 ΕΚ, 230, εδάφιο 4, ΕΚ, 234 ΕΚ και 241 ΕΚ)
3. Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά — Ερμηνεία contra legem της προϋποθέσεως να τα αφορά ατομικά η προσβαλλόμενη πράξη — Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ· άρθρο 48 ΕΕ)
4. Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας — Παρεμπίπτων χαρακτήρας — Απαράδεκτη κύρια προσφυγή — Απαράδεκτο της ενστάσεως
(Άρθρο 241 ΕΚ)
1. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι το αφορά ατομικά μια πράξη, η οποία δεν αποτελεί απόφαση της οποίας αυτό είναι ο αποδέκτης, παρά μόνον εάν θίγεται από την οικεία πράξη λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη αποφάσεως.
Συναφώς, το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1216/2004, το οποίο καθορίζει την παράγωγη τιμή παρέμβασης της λευκής ζάχαρης για όλες τις ζώνες της Ιταλίας για την περίοδο εμπορίας 2004/2005, δεν αφορά ατομικά τους Ιταλούς ζαχαροπαραγωγούς.
Πράγματι, δεν αρκεί ορισμένοι επιχειρηματίες να θίγονται οικονομικώς από μια πράξη περισσότερο από ό,τι οι ανταγωνιστές τους για να θεωρηθεί ότι η πράξη αυτή τους αφορά ατομικά. Επομένως, η προβαλλομένη από τους προσφεύγοντες ζημία, οφειλομένη στο συνδυασμένο αποτέλεσμα της αυξήσεως της τιμής των τεύτλων στην Ιταλία λόγω της εφαρμογής της παράγωγης τιμής παρέμβασης και της πτώσεως της τιμής της ζάχαρης στην εν λόγω χώρα, η οποία προκλήθηκε από την αυξανομένη εισαγωγή ζάχαρης προερχομένης από τις Βαλκανικές χώρες, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, δεν μπορεί από μόνη της να τους εξατομικεύει σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία του τομέα.
(βλ. σκέψεις 33-36)
2. Η Συνθήκη ΕΚ, με τα άρθρα της 230 ΕΚ και 241 ΕΚ, αφενός, και με το άρθρο 234 ΕΚ, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον κοινοτικό δικαστή. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, να προσβάλλουν απευθείας τις κοινοτικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, έχουν τη δυνατότητα, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβάλλουν την ακυρότητα των πράξεων αυτών είτε, κατά τρόπο παρεμπίπτοντα δυνάμει του άρθρου 241 της Συνθήκης, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή είτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητούν από αυτά, δεδομένου ότι δεν είναι αρμόδια να αναγνωρίζουν την ακυρότητα των εν λόγω πράξεων, να υποβάλλουν προς τούτο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο.
Κατά συνέπεια, στα κράτη μέλη εναπόκειται να προβλέψουν ένα σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών προκειμένου να εξασφαλίσουν τον σεβασμό του δικαιώματος για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την αρχή της αγαστής συνεργασίας που θέτει το άρθρο 10 της Συνθήκης, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιον των δικαστηρίων τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών μιας κοινοτικής πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα, προβάλλοντας την ακυρότητά της.
Εντούτοις, δεν είναι παραδεκτή η προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή εκ μέρους ιδιώτη που προσβάλλει πράξη γενικής ισχύος, όπως ο κανονισμός, η οποία δεν τον εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του αποδέκτη, ακόμη και αν ήταν δυνατό να αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου εκ μέρους του εν λόγω δικαστή των εθνικών δικονομικών κανόνων, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη την άσκηση ένδικου βοηθήματος με το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικής πράξεως. Συγκεκριμένα, ένα τέτοιου είδους σύστημα θα απαιτούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον κοινοτικό δικαστή να εξετάζει και να ερμηνεύει το εθνικό δικονομικό δίκαιο, πράγμα το οποίο θα υπερέβαινε την αρμοδιότητά του που έγκειται στον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων.
Επομένως, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν παρέχουν στον ιδιώτη τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλόμενης κοινοτικής πράξεως παρά μόνον αφού προηγηθεί παράβασή της.
Συναφώς, το γεγονός ότι ένας κανονισμός έχει άμεση εφαρμογή, χωρίς την παρέμβαση των εθνικών αρχών, δεν συνεπάγεται αυτό καθ’ εαυτό ότι μια επιχείρηση, την οποία αφορά άμεσα ο κανονισμός αυτός, δεν μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος του παρά μόνον αφού προηγηθεί παράβασή του. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα να παρέχει τη δυνατότητα στον ιδιώτη τον οποίο αφορά άμεσα μια γενική κανονιστική πράξη εσωτερικού δικαίου, που δεν μπορεί να προσβληθεί ευθέως δικαστικώς, να ζητήσει από τις εθνικές αρχές τη λήψη μέτρου που να συνδέεται με την πράξη αυτή, ικανού να αμφισβητηθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται στον εν λόγω ιδιώτη η δυνατότητα να αμφισβητήσει ευθέως την εν λόγω πράξη. Ομοίως, δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα να παρέχει τη δυνατότητα σε επιχείρηση, την οποία αφορά άμεσα ο προσβαλλόμενος κανονισμός, να ζητήσει από τις εθνικές αρχές την έκδοση πράξεως που να παραπέμπει στον κανονισμό αυτό, δεκτικής προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται στην επιχείρηση αυτή η δυνατότητα να αμφισβητήσει έμμεσα τον εν λόγω κανονισμό.
(βλ. σκέψεις 39-44)
3. Η προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονισμού παρά μόνον εάν ο κανονισμός αυτός το αφορά όχι μόνον άμεσα αλλά και ατομικά, πρέπει μεν να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα, η ερμηνεία αυτή όμως δεν μπορεί να καταλήξει στην κατάργηση της εν λόγω προϋποθέσεως, την οποία προβλέπει ρητώς η Συνθήκη, χωρίς τα κοινοτικά δικαστήρια να υπερβούν τις αρμοδιότητες που τους αναγνωρίζει η Συνθήκη, δεδομένου ότι η τροποποίηση του νυν ισχύοντος συστήματος εναπόκειται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕΕ.
(βλ. σκέψη 47)
4. Η παρεχόμενη από το άρθρο 241 ΕΚ δυνατότητα του ενδιαφερομένου να επικαλεστεί το ανίσχυρο κανονισμού ή πράξεως γενικής ισχύος που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως εφαρμογής δεν συνιστά αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας και μπορεί να ασκείται μόνον παρεμπιπτόντως. Αν δεν υφίσταται δικαίωμα ασκήσεως κυρίας προσφυγής δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 241 ΕΚ.
(βλ. σκέψη 51)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 28ης Ιουνίου 2005(*)
«Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης – Καθεστώς τιμών –Κατανομή σε περιφέρειες – Ελλειμματικές ζώνες – Κατάταξη της Ιταλίας – Περίοδος εμπορίας 2004/2005 – Κανονισμός (ΕΚ) 1216/2004 – Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά και νομικά πρόσωπα – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-386/04,
Eridania Sadam SpA, με έδρα την Μπολόνια (Ιταλία),
Italia Zuccheri SpA, με έδρα την Μπολόνια,
Zuccherificio del Molise SpA, με έδρα το Termoli (Ιταλία),
CO.PRO. B – Cooperativa produttori bieticoli Soc. coop. rl, με έδρα το Minerbio (Ιταλία),
SFIR – Società fondiaria industriale romagnola SpA, με έδρα το Cesena (Ιταλία),
εκπροσωπούμενες από τους δικηγόρους G. Pittalis, I. Vigliotti, G. M. Roberti, P. Ziotti και A. Franchi, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από την C. Cattabriga και τον L. Visaggio, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζομένης από το
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον F. Ruggeri Laderchi,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί ακυρώσεως του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1216/2004 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2004, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2004/2005 των παράγωγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης (ΕΕ L 232, σ. 25),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο, M. E. Martins Ribeiro και K. Jürimäe, δικαστές,
γραμματέας : H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), καθιέρωσε μεταξύ άλλων, με τα άρθρα 1 και 2 του τίτλου του I, καθεστώς τιμών και καθεστώς ποσοστώσεων για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 έως 2005/2006.
2 Το καθεστώς ποσοστώσεων προβλέπει ότι απονέμεται σε κάθε κράτος μέλος μια βασική ποσότητα εθνικής παραγωγής ζάχαρης, η οποία κατανέμεται, στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους, μεταξύ των επιχειρήσεων παραγωγής υπό τη μορφή ποσοστώσεων Α και Β. Οι ποσοστώσεις αυτές τυγχάνουν μιας εγγυήσεως διαθέσεως στην αγορά και αντιστοιχούν σε μια ετήσια περίοδος εμπορίας, η οποία αρχίζει την 1η Ιουλίου ενός έτους και τελειώνει στις 30 Ιουνίου του επομένου έτους.
3 Το καθεστώς τιμών περιλαμβάνει σύστημα παρεμβάσεως που αποσκοπεί στη διασφάλιση των τιμών και της διαθέσεως των προϊόντων και στη σταθεροποίηση της αγοράς της ζάχαρης.
4 Οι τιμές της λευκής ζάχαρης δεν είναι οι ίδιες για όλο το έδαφος της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 4, του βασικού κανονισμού καθορίζει, υπέρ των ζαχαροπαραγωγών, την «τιμή παρεμβάσεως» για τις μη ελλειμματικές ζώνες σε 63,19 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα και προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει κάθε χρόνο «παράγωγη τιμή παρεμβάσεως» για κάθε μία από τις ελλειμματικές ζώνες.
5 Η διαφοροποίηση αυτή των τιμών, η οποία αποκαλείται «περιφερειοποίηση», συνεπάγεται ότι, για τις ελλειμματικές ζώνες, ο βασικός κανονισμός προβλέπει, εντός των ορίων της αντίστοιχης ποσοστώσεως, υψηλότερη τιμή για τη ζάχαρη που παράγεται στις ζώνες αυτές και, ταυτόχρονα, υψηλότερη τιμή για την αγορά της πρώτης ύλης που είναι απαραίτητη για την παραγωγή της ζάχαρης.
6 Συγκεκριμένα, στην τιμή παρεμβάσεως για τις μη ελλειμματικές ζώνες και στην παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για κάθε ελλειμματική ζώνη αντιστοιχούν, όσον αφορά την αγορά των τεύτλων, ελάχιστες τιμές για τις μη ελλειμματικές ζώνες και επαυξημένες ελάχιστες τιμές για τις ελλειμματικές ζώνες. Οι τελευταίες αυτές τιμές επιβαρύνουν τους ζαχαροπαραγωγούς, οι οποίοι οφείλουν να τις καταβάλλουν στους παραγωγούς τεύτλων.
7 Σε σχέση με τις ελάχιστες τιμές για τις μη ελλειμματικές ζώνες, οι επαυξημένες ελάχιστες τιμές τυγχάνουν, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, διπλής επαυξήσεως. Αφενός, επαυξάνονται κατά ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ της τιμής παρεμβάσεως και της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της οικείας ζώνης. Αφετέρου, το ποσό που προκύπτει πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 1,30.
8 Δεδομένου ότι στις ζώνες παραγωγής της Ιταλίας προβλέφθηκε κατάσταση ελλειμματικού εφοδιασμού για την περίοδο εμπορίας 2004/2005, το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1216/2004 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2004, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2004/2005 των παράγωγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης (ΕΕ L 232, σ. 25, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), καθόρισε την παράγωγη τιμή παρέμβασης της λευκής ζάχαρης για την εν λόγω περίοδο εμπορίας σε 655,30 ευρώ ανά τόνο για όλες τις ζώνες της Ιταλίας.
Διαδικασία
9 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Σεπτεμβρίου 2004, οι προσφεύγουσες άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
10 Με διάταξη της 8ης Δεκεμβρίου 2004 του προέδρου του πέμπτου τμήματος του Πρωτοδικείου, επετράπη στο Συμβούλιο να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της καθής. Το Συμβούλιο κατέθεσε το υπόμνημά του παρεμβάσεως στις 11 Φεβρουαρίου 2005.
11 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Οι προσφεύγουσες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της εν λόγω ενστάσεως στις 14 Ιανουαρίου 2005.
12 Με χωριστά δικόγραφα, που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Δεκεμβρίου 2004, η Associazione nazionale bieticoltori, το Consorzio nazionale bieticoltori και η Associazione bieticoltori italiani ζήτησαν να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων της καθής. Οι διάδικοι δεν αντιτάχθηκαν στις αιτήσεις αυτές.
Αιτήματα των διαδίκων
13 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή και να την εξετάσει με την ουσία της υποθέσεως·
– να ακυρώσει το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του προσβαλλομένου κανονισμού·
– επικουρικώς, να κρίνει, βάσει του άρθρου 241 ΕΚ, παράνομο και ανίσχυρο το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού, στο μέτρο που δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη εισαγωγών με μηδενικό δασμό και μη υποκειμένων σε ποσόστωση κατά τον καθορισμό της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14 Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– κυρίως, να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικασθούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα·
– επικουρικώς, να καθοριστεί νέα προθεσμία για τη συνέχιση της δίκης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
15 Με το υπόμνημά του παρεμβάσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο να κρίνει απαράδεκτες την προσφυγή και την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες δυνάμει του άρθρου 241 ΕΚ.
Επί του παραδεκτού
16 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατόπιν σχετικής αιτήσεως ενός διαδίκου, το Πρωτοδικείο μπορεί να αποφανθεί επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει φωτιστεί επαρκώς από τα έγγραφα της δικογραφίας και ότι παρέλκει η κίνηση της προφορικής διαδικασίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, ο προσβαλλόμενος κανονισμός συνιστά πράξη κανονιστικού χαρακτήρα που δεν αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T‑168/95, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II‑2245, που επιβεβαιώθηκε με την επί της ασκηθείσας αναιρέσεως διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2001, C‑352/99 P, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑5037).
18 Η λύση αυτή επιβεβαιώθηκε με τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T‑338/03, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 31).
19 Με τη διάταξη αυτή, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε επίσης ότι η φερομένη ζημία των προσφευγουσών λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος της αυξήσεως της τιμής των ζαχαροτεύτλων στην Ιταλία, οφειλομένης στην εφαρμογή της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, σε συνδυασμό με την πτώση της τιμής της ζάχαρης στο εν λόγω κράτος μέλος, προκληθείσα από την αυξανομένη εισαγωγή ζάχαρης προερχομένης από τις βαλκανικές χώρες, δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες υπό την έννοια της σχετικής πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (σκέψεις 34 έως 36 της διατάξεως).
20 Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1158/2003 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2003, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2003/2004, των παράγωγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης (ΕΕ L 162, σ. 24), δεν συνεπάγεται ότι οι προσφεύγουσες στερούνται αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα του κανονισμού 1158/2003 ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων και έκαναν χρήση της δυνατότητας αυτής στο πλαίσιο δίκης ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (διοικητικό περιφερειακό δικαστήριο του Latium, Ιταλία) (σκέψεις 41 και 42 της διατάξεως).
21 Κατά την Επιτροπή, τα ίδια συμπεράσματα πρέπει να συναχθούν εν προκειμένω, διότι η νομική κατάσταση των προσφευγουσών καθώς και η φύση και το περιεχόμενο του προσβαλλομένου κανονισμού, αφενός, και η νομική κατάσταση και η φύση και το περιεχόμενο του κανονισμού 1158/2003 που ερμηνεύθηκαν από το Πρωτοδικείο με τη διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, αφετέρου, είναι απολύτως πανομοιότυπες. Οι προσφεύγουσες δεν επικαλέστηκαν καμία διαφορετική ιδιότητα ή ειδική περίσταση που να μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη ατομικού συμφέροντος για να ζητήσουν την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού, η δε Επιτροπή δεν βλέπει, εξάλλου, ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η ιδιότητα ή η περίσταση.
22 Το Συμβούλιο υποστηρίζει την επιχειρηματολογία της Επιτροπής και καταλήγει επίσης στο απαράδεκτο της παρούσας προσφυγής. Προσθέτει ότι η παραπομπή εκ μέρους των προσφευγουσών στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σ. I‑6681), και στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Μαΐου 2002, T‑177/01, Jégo-Quéré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2365), στερείται κάθε λυσιτελείας, δεδομένου ότι οι καταστάσεις τις οποίες αφορούν οι υποθέσεις αυτές είναι, εν πάση περιπτώσει, πολύ διαφορετικές στην παρούσα υπόθεση.
23 Επιπλέον, το Συμβούλιο αμφισβητεί το επιχείρημα των προσφευγουσών που βασίζεται στο ότι ο μηχανισμός της προδικαστικής παραπομπής που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ δεν είναι σύμφωνος προς την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Εξάλλου, ούτε τα συνταγματικά δικαστήρια των κρατών μελών που γνωρίζουν ανάλογους προδικαστικούς μηχανισμούς, ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχουν διαπιστώσει, σε διάστημα μισού αιώνα, έλλειψη αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας που βασίζεται στις προδικαστικές παραπομπές.
24 Ως προς την αναφορά των προσφευγουσών στο άρθρο III‑365, παράγραφος 4, της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (ΕΕ 2004, C 310, σ. 1), το Συμβούλιο παρατηρεί ότι πρόκειται για επιχείρημα de lege ferenda. Πράγματι, η μελλοντική απάλειψη, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τη διάταξη αυτή, της προϋποθέσεως του ατομικού συμφέροντος συνιστά την απόδειξη ότι η απαίτηση αυτή υφίσταται στο ισχύον δίκαιο και ότι, όσον η παρούσα Συνθήκη παραμένει σε ισχύ, θα ήταν αυθαίρετο να μη λαμβάνεται υπόψη.
25 Τέλος, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που οι προσφεύγουσες υπέβαλαν, επικουρικώς, κατά του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι το δικόγραφο δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζεται το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Ιανουαρίουι 2004, C‑333/02, Ιταλία κατά Επιτροπής, δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή, σκέψη 12). Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ζητήσουν παραδεκτώς την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού, δεν μπορούν παραδεκτώς να επικαλεστούν ούτε την έλλειψη νομιμότητας του βασικού κανονισμού, ο οποίος τις αφορά μόνον υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως παραγωγών ζάχαρης.
26 Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός συνιστά πράξη γενικής ισχύος και αποδέχονται τις δυσχέρειες που εμποδίζουν την αναγνώριση της νομιμοποιήσεώς τους για την άσκηση προσφυγής κατ’ αυτών των πράξεων, ενόψει της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
27 Πάντως, θεωρούν ότι η νομολογία αυτή, η οποία επιβεβαιώθηκε με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, και της 1ης Απριλίου 2004, C‑263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή), και τη διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, είναι ιδιαίτερα περιοριστική και μπορεί να σημαίνει πραγματική αρνησιδικία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια πράξη γενικής ισχύος, η οποία επηρεάζει άμεσα τη νομική κατάσταση των ιδιωτών, δεν απαιτεί την «εν συνεχεία» λήψη εκτελεστικού μέτρου από τις εθνικές αρχές και όπου η μόνη δυνατότητα αμφισβητήσεως του κύρους της είναι, επομένως, η παράβαση των διατάξεών της ώστε να επικαλεστούν την ακυρότητά της κατά τη διάρκεια δίκης που κινείται στη συνέχεια (απόφαση Jégo-Quéré κατά Επιτροπής, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψη 45, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σημείο 43 των προτάσεων).
28 Οι προσφεύγουσες προσθέτουν ότι η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής, που προβλέπει το άρθρο 234 ΕΚ, δεν μπορεί να θεωρείται, υπό το φως της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 6 και 13 της Συμβάσεως για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950, όπως έχει τροποποιηθεί (ΕΣΔΑ), και η οποία επιβεβαιώθηκε με τις αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, και Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, και με το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, του οποίου η διακήρυξη έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ C 364, σ. 1), ότι εγγυάται στους πολίτες δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, το οποίο τους επιτρέπει να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα κοινοτικών διατάξεων γενικής ισχύος που θίγουν άμεσα τη νομική τους κατάσταση.
29 Πράγματι, η προδικαστική παραπομπή δεν συνιστά ένδικη προσφυγή στη διάθεση των προσφευγουσών, αλλά μάλλον ένα βοήθημα του οποίου η εφαρμογή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εκτιμήσεις του εθνικού δικαστή. Επομένως, η δυνατότητα προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του Δικαστηρίου παραμένει αβέβαιη, δεδομένου ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας παραπομπής είναι εξαιρετικά περίπλοκη και δεν στερείται δυσχερειών και αβεβαιοτήτων. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η εσωτερική διαδικασία την οποία κίνησαν οι προσφεύγουσες ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale del Lazio, κατά τη διάρκεια της οποίας αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του καθορισμού, με τον κανονισμό 1158/2003, της τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 2003/2004, δεν είχε μέχρι τώρα ως αποτέλεσμα την υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
30 Τέλος, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι ακριβώς για να εξασφαλιστεί αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών από πράξεις γενικής ισχύος που δεν απαιτούν τη λήψη εκτελεστικού μέτρου, το άρθρο III-365, παράγραφος 4, της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, το οποίο θα αντικαταστήσει στο μέλλον το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, απονέμει τη δυνατότητα σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ασκήσει προσφυγή «κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα». Η αντικατάσταση αυτή, στην πραγματικότητα, έχει καθαρά δηλωτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι το δικαίωμα για την άσκηση αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, όπως επαναβεβαιώθηκε κατ’ επανάληψη (βλ. σκέψη 28 πιο πάνω), αποτελεί ήδη μέρος των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston, Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
31 Πρέπει εκ προοιμίου να παρατηρηθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός συνιστά πράξη κανονιστικής φύσεως, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Πράγματι, το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, του προσβαλλομένου κανονισμού έχει εφαρμογή επί αντικειμενικώς καθορισμένων καταστάσεων και απευθύνεται, εν γένει, σε κατηγορίες προσώπων που προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο (βλ. υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 28ης Ιουνίου 2001, Eridania κ.λπ,. κατά Συμβουλίου, σκέψη 17 πιο πάνω, σημεία 45 και 46· απόφαση Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 17 πιο πάνω, σκέψη 39, και διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, σκέψη 31).
32 Από το γράμμα του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ασκεί παραδεκτώς προσφυγή περί ακυρώσεως κατά πράξεως μη αποτελούσας απόφαση της οποίας είναι αποδέκτης μόνον εφόσον η πράξη αυτή το αφορά όχι μόνον άμεσα αλλά και ατομικά (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 2004, C‑167/02 P, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 25· βλ., επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψη 5).
33 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, για να μπορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ισχυριστούν ότι μια πράξη τα αφορά ατομικά πρέπει να θίγονται από την οκεία πράξη λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη αποφάσεως (αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψη 36· Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, σκέψη 45, και διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, σκέψη 33).
34 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν επικαλούνται, στο τμήμα του δικογράφου που αφορά το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής, καμία ξεχωριστή ιδιότητα ή περίσταση που να μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη ατομικού συμφέροντος για να ζητήσουν την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού και παραδέχονται ότι έχουν επίγνωση των δυσχερειών που εμποδίζουν να τους αναγνωρισθεί ότι νομιμοποιούνται στην άσκηση προσφυγής για την ακύρωση του εν λόγω κανονισμού, ενόψει της σχετικής πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου. Εντούτοις, συνολική ανάγνωση του δικογράφου καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι, κατά τις προσφεύγουσες, ο προσβαλλόμενος κανονισμός έχει ιδιαίτερη επίπτωση στη νομική τους κατάσταση, η οποία καθιστά δυνατό να διακρίνονται από οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία του εν λόγω τομέα, υπό την έννοια ότι, αντίθετα προς τους λοιπούς κοινοτικούς επιχειρηματίες του εν λόγω τομέα, οι προσφεύγουσες υφίστανται το συνδυασμένο αποτέλεσμα της αυξήσεως της τιμής των ζαχαροτεύτλων στην Ιταλία, οφειλομένης στην εφαρμογή της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, και της πτώσεως της τιμής της ζάχαρης στην εν λόγω χώρα, προκαλουμένης από την αυξανομένη εισαγωγή της ζάχαρης προελεύσεως βαλκανικών χωρών.
35 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι δεν αρκεί ορισμένοι επιχειρηματίες να θίγονται οικονομικώς από μια πράξη περισσότερο απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές τους για να θεωρηθεί ότι η πράξη αυτή τους αφορά ατομικά (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1999, T‑11/99, Van Parys κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2653, σκέψη 50, και της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, σκέψη 35).
36 Επομένως, η προβαλλομένη ζημία, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, δεν μπορεί, από μόνη της, να εξατομικεύει τις προσφεύγουσες υπό την έννοια της πάγιας νομολογίας που αναφέρεται πιο πάνω, στις σκέψεις 32 και 33.
37 Πάντως, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η νομολογία αυτή είναι ιδιαίτερα περιοριστική και δεν διασφαλίζει αποτελεσματική ένδικη προστασία στην περίπτωση κανονισμού που έχει άμεση εφαρμογή χωρίς την παρέμβαση των εθνικών αρχών.
38 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι οι ιδιώτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να τυγχάνουν αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που αντλούν από την κοινοτική έννομη τάξη, δεδομένου ότι το δικαίωμα να τύχουν της προστασίας αυτής αποτελεί τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου οι οποίες απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Το δικαίωμα αυτό καθιερώνεται επίσης από τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, σκέψη 29, και την παρατιθέμενη νομολογία).
39 Η Συνθήκη ΕΚ, με τα άρθρα της 230 ΕΚ και 241 ΕΚ, αφενός, και με το άρθρο 234 ΕΚ, αφετέρου, καθιέρωσε ένα πλήρες σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, αναθέτοντας τον έλεγχο αυτόν στον κοινοτικό δικαστή (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23). Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, να προσβάλλουν απευθείας τις κοινοτικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, έχουν τη δυνατότητα, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβάλλουν την ακυρότητα των πράξεων αυτών είτε, κατά τρόπο παρεμπίπτοντα δυνάμει του άρθρου 241 της Συνθήκης, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή είτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητούν από αυτά, δεδομένου ότι δεν είναι αρμόδια να αναγνωρίζουν την ακυρότητα των εν λόγω πράξεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 20), να υποβάλλουν προς τούτο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο (απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψη 40).
40 Κατά συνέπεια, στα κράτη μέλη εναπόκειται να προβλέψουν ένα σύστημα ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών προκειμένου να εξασφαλίσουν τον σεβασμό του δικαιώματος για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψη 41).
41 Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την αρχή της αγαστής συνεργασίας που θέτει το άρθρο 10 της Συνθήκης, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ένδικων βοηθημάτων κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιον των δικαστηρίων τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών μιας κοινοτικής πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα, προβάλλοντας την ακυρότητά της (απόφαση Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψη 42).
42 Εντούτοις, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, δεν είναι παραδεκτή η προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή εκ μέρους ιδιώτη που προσβάλλει πράξη γενικής ισχύος, όπως ο κανονισμός, η οποία δεν τον εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του αποδέκτη, ακόμη και αν ήταν δυνατό να αποδειχθεί, κατόπιν συγκεκριμένου ελέγχου εκ μέρους του εν λόγω δικαστή των εθνικών δικονομικών κανόνων, ότι οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν στον ιδιώτη την άσκηση ένδικου βοηθήματος με το οποίο θα είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλομένης κοινοτικής πράξεως. Συγκεκριμένα, ένα τέτοιου είδους σύστημα θα απαιτούσε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον κοινοτικό δικαστή να εξετάζει και να ερμηνεύει το εθνικό δικονομικό δίκαιο, πράγμα το οποίο θα υπερέβαινε την αρμοδιότητά του που έγκειται στον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων (αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψεις 37 και 43, και Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, σκέψη 33).
43 Επομένως, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν παρέχουν στον ιδιώτη τη δυνατότητα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλόμενης κοινοτικής πράξεως παρά μόνον αφού προηγηθεί παράβασή της (απόφαση Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, σκέψη 34).
44 Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός 1162/2001 έχει άμεση εφαρμογή, χωρίς την παρέμβαση των εθνικών αρχών, δεν συνεπάγεται αυτό καθ’ εαυτό ότι μια επιχείρηση την οποία αφορά άμεσα ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να αμφισβητήσει το κύρος του παρά μόνον αφού προηγηθεί παράβασή του. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα να παρέχει τη δυνατότητα στον ιδιώτη τον οποίο αφορά άμεσα μια γενική κανονιστική πράξη εσωτερικού δικαίου, που δεν μπορεί να προσβληθεί ευθέως δικαστικώς, να ζητήσει από τις εθνικές αρχές τη λήψη μέτρου που να συνδέεται με την πράξη αυτή, ικανού να αμφισβητηθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται στον εν λόγω ιδιώτη η δυνατότητα να αμφισβητήσει ευθέως την εν λόγω πράξη. Ομοίως, δεν μπορεί επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα να παρέχει τη δυνατότητα σε επιχείρηση, την οποία αφορά άμεσα ο προσβαλλόμενος κανονισμός, να ζητήσει από τις εθνικές αρχές την έκδοση πράξεως που να παραπέμπει στον κανονισμό αυτό, δεκτικής προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται στην επιχείρηση αυτή η δυνατότητα να αμφισβητήσει έμμεσα τον εν λόγω κανονισμό (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, σκέψη 35, και διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, σκέψη 41).
45 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, εν προκειμένω, από το γεγονός ότι το κύρος του καθορισμού, από ανάλογους προς τον προσβαλλόμενο κανονισμό κανονισμούς, των παραγώγων τιμών παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για όλες τις ζώνες της Ιταλίας, για τις περιόδους εμπορίας 1996/1997 και 1997/1998, αμφισβητήθηκε από τους οικείους παραγωγούς ζάχαρης ενώπιον των αρμοδίων ιταλικών δικαστηρίων, τα οποία οδηγήθηκαν στην υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων επί των οποίων εκδόθηκαν αντιστοίχως οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 6ης Ιουλίου 2000, C‑289/97, Eridania (Συλλογή 2000, σ. I‑5409), και της 12ης Μαρτίου 2002, C‑160/98, Eridania (Συλλογή 2002, σ. I‑2533).
46 Επιπλέον, όπως η Επιτροπή παρατηρεί και οι ίδιες οι προσφεύγουσες παραδέχονται, το κύρος του καθορισμού, από τον κανονισμό 1158/2003, της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης στην Ιταλία για την περίοδο εμπορίας 2003/2004 αμφισβητήθηκε από τις προσφεύγουσες στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας που αυτές κίνησαν ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale del Lazio. Το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή δεν οδήγησε «έως τώρα» σε παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύει την προβαλλομένη απουσία οποιασδήποτε ένδικης προστασίας των προσφευγουσών. Επομένως, τίποτε δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι, στην παρούσα περίπτωση, οι προσφεύγουσες στερούνται αποτελεσματικής ένδικης προστασίας σε περίπτωση που δεν μπορούν να ασκήσουν προσφυγή περί ακυρώσεως του προσβαλλομένου κανονισμού ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
47 Εν πάση περιπτώσει, ναι μεν η προϋπόθεση ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά κανονισμού παρά μόνον εάν ο κανονισμός αυτός το αφορά όχι μόνον άμεσα αλλά και ατομικά πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων περιστάσεων που είναι δυνατό να εξατομικεύουν τον προσφεύγοντα (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψεις 14 και 15· της 16ης Μαΐου 1991, C‑358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. I‑2501, σκέψεις 13 έως 17, και της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I‑1853, σκέψεις 19 έως 22), η ερμηνεία αυτή όμως δεν μπορεί να καταλήξει στην κατάργηση της εν λόγω προϋποθέσεως, την οποία προβλέπει ρητώς η Συνθήκη, χωρίς τα κοινοτικά δικαστήρια να υπερβούν τις αρμοδιότητες που τους αναγνωρίζει η Συνθήκη, δεδομένου ότι η τροποποίηση του νυν ισχύοντος συστήματος εναπόκειται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕΕ (αποφάσεις Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, σκέψη 22 πιο πάνω, σκέψεις 44 και 45, και Επιτροπή κατά Jégo-Quéré, σκέψη 27 πιο πάνω, σκέψη 36). Υπό τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν εγκύρως να ισχυρίζονται ότι η σχεδιαζομένη αντικατάσταση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ από το άρθρο III‑365, παράγραφος 4, της Συνθήκης για τη Θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη έχει «καθαρά δηλωτικό» χαρακτήρα, δεδομένου ότι η εν λόγω Συνθήκη δεν μπορεί, πριν από την έναρξη της ισχύος της, να οδηγήσει σε τροποποίηση του παρόντος συστήματος (διάταξη του Πρωτοδικείου της 16ης Φεβρουαρίου 2005, T‑142/03, Fost Plus κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 81).
48 Απ’ όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες υπό την έννοια της σχετικής πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
49 Επομένως, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, παρέλκει δε η απόφανση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως, προς στήριξη των αιτημάτων της καθής, της Associazione nazionale bieticoltori, του Consorzio nazionale bieticoltori και της Associazione bieticoltori italiani.
50 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο, επικουρικώς, να κηρύξει, δυνάμει του άρθρου 241 ΕΚ, παράνομο και ανίσχυρο το άρθρο 2 του βασικού κανονισμού.
51 Συναφώς αρκεί να παρατηρηθεί ότι η παρεχόμενη από το άρθρο 241 ΕΚ δυνατότητα του ενδιαφερομένου να επικαλεστεί το ανίσχυρο κανονισμού ή πράξεως γενικής ισχύος που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως εφαρμογής δεν συνιστά αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας και μπορεί να ασκείται μόνον παρεμπιπτόντως. Αν δεν υπάρχει δικαίωμα ασκήσεως κυρίας προσφυγής δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 241 ΕΚ (βλ. διατάξεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T‑194/95, Area Cova κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II‑2271, σκέψη 78, και την παρατιθέμενη νομολογία, και της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, σκέψη 48).
52 Εν προκειμένω, τα αιτήματα περί ακυρώσεως του προσβαλλομένου κανονισμού είναι απαράδεκτα, οπότε η ως άνω ένσταση, καθόσον προβάλλεται προς στήριξη των αιτημάτων αυτών, είναι επίσης απαράδεκτη (διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 18 πιο πάνω, σκέψη 49).
53 Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν και η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, οι προσφεύγουσες πρέπει να καταδικαστούν στα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και σε αυτά της Επιτροπής.
55 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Συμβούλιο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Παρέλκει η απόφανση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Associazione nazionale bieticoltori, του Consorzio nazionale bieticoltori και της Associazione bieticoltori italiani.
3) Οι προσφεύγουσες φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και αυτά της Επιτροπής.
4) Το Συμβούλιο φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Ιουνίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
Μ. Βηλαράς
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy