Υπόθεση T-445/04
Energy Technologies ET SA
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα — Εκπροσώπηση από δικηγόρο — Προσφυγή προφανώς απαράδεκτη»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 28ης Φεβρουαρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
Διαδικασία — Εισαγωγικό δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία του δικογράφου — Υπογραφή από δικηγόρο — Προσφεύγων εκπροσωπούμενος από δικολάβο ο οποίος δεν είναι δικηγόρος — Απαράδεκτο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 19, εδ. 4)
Από το άρθρο 19, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53 του ίδιου Οργανισμού, προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να πληρούνται οι δύο σωρευτικές προϋποθέσεις προκειμένου ένα πρόσωπο να μπορεί να εκπροσωπεί εγκύρως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων τους διαδίκους πλην των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι δικηγόρος και να δικαιούται να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
Είναι επομένως απαράδεκτη η προσφυγή την οποία καταθέτει μη προνομιούχος διάδικος και την οποία υπογράφει δικολάβος ο οποίος, μολονότι μπορεί να εκπροσωπεί τους διαδίκους σε προσφυγές ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους, δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει συναφής εθνική κανονιστική ρύθμιση για να είναι δικηγόρος, και, ως εκ τούτου, δεν είναι δικηγόρος κατά την έννοια του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 7, 9-10)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 28ης Φεβρουαρίου 2005 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Εκπροσώπηση από δικηγόρο – Προσφυγή προφανώς απαράδεκτη»
Στην υπόθεση T-445/04,
Energy Technologies ET SA, με έδρα το Fribourg (Ελβετία), εκπροσωπούμενη από την A. Boman,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ),
καθού,
έτερος διάδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ
Aparellaje eléctrico, SL, με έδρα το Hospitalet de Llobregat (Ισπανία),
με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (ΓΕΕΑ), της 7ης Ιουλίου 2004 (υπόθεση R 366/2002-4), σχετικά με αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος UNEX ως κοινοτικού σήματος,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τον H. Legal, πρόεδρο, τον P. Mengozzi και την I. Wiszniewska-Białecka, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Νοεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του τέταρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), της 7ης Ιουλίου 2004 (υπόθεση R 366/2002-4).
2 Στο δικόγραφο αναφέρεται ότι η προσφεύγουσα εκπροσωπείται από την Angela Boman, δικολάβο (Attorney at Law). Το δικόγραφο αυτό συνοδεύεται από βεβαίωση του προϊσταμένου του διοικητικού δικαστηρίου της διοικητικής περιφέρειας του Gothenburg (Σουηδία), με την οποία βεβαιώνεται ότι η A. Boman είναι δικολάβος η οποία δικαιούται να εκπροσωπεί τους πελάτες και να ενεργεί μόνη ενώπιον όλων των σουηδικών δικαστηρίων. Το δικόγραφο υπογράφεται από την A. Boman.
3 Στις 3 Δεκεμβρίου 2004, το Πρωτοδικείο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 44, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κάλεσε την A. Boman να καταθέσει την απόδειξη ότι, όπως επιβάλλει το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δικαιούται να παρίσταται ως δικηγόρος ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, δηλαδή, δικαιούται, στη Σουηδία, να ασκεί το επάγγελμα του «Advokat». Στις 10 Δεκεμβρίου 2004, απαντώντας στην πρόσκληση αυτή, η A. Boman προέβαλε ότι, ναι μεν δεν ήταν μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της Σουηδίας (Advokatsamfundet), δικαιούται όμως να παρίσταται ενώπιον των σουηδικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι είναι κάτοχος του διπλώματος juris kandidatexamen (πτυχίο νομικής) και ακολούθησε διετή άσκηση στο πλαίσιο των σουηδικών δικαστηρίων (notarietjänstgöring).
Σκεπτικό
4 Κατά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όταν το Πρωτοδικείο επιλαμβάνεται προσφυγής προδήλως απαράδεκτης ή προδήλως στερούμενης παντελώς νομικής βάσεως, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
5 Στην προκειμένη περίπτωση το Πρωτοδικείο αποφασίζει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου αυτού να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 3, του Οργανισμού του Δικαστηρίου που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53 του ίδιου Οργανισμού, οι μη προνομιούχοι διάδικοι οφείλουν να εκπροσωπούνται ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων από δικηγόρο, δηλαδή, κατά τη σουηδική απόδοση, από advokat. Κατά τη σουηδική νομοθεσία, ο τίτλος του advokat επιφυλάσσεται στα πρόσωπα που είναι κάτοχοι πτυχίου νομικής και έγιναν δεκτοί στον δικηγορικό σύλλογο.
7 Εξάλλου, από το άρθρο 19, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι πρέπει να πληρούνται οι δύο σωρευτικές προϋποθέσεις προκειμένου ένα πρόσωπο να μπορεί να εκπροσωπεί εγκύρως ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων τους διαδίκους πλην των κρατών μελών και των κοινοτικών οργάνων, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι δικηγόρος (advokat, σύμφωνα με τη σουηδική απόδοση) και ότι πρέπει να δικαιούται να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον ΕΟΧ. Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
8 Η απαίτηση που επιβάλλει το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο δικηγόρος θεωρείται ως συνεργάτης της δικαιοσύνης, ο οποίος καλείται να παράσχει, με κάθε ανεξαρτησία και χάριν του προέχοντος συμφέροντος αυτής, τη νομική προστασία που χρειάζεται ο πελάτης. Η προστασία αυτή έχει ως αντιστάθμισμα την επαγγελματική δεοντολογία και πειθαρχία, η οποία επιβάλλεται και ελέγχεται χάριν του γενικού συμφέροντος από τα εξουσιοδοτημένα προς τούτο όργανα. Μια τέτοια αντίληψη ανταποκρίνεται στην κοινή στα κράτη μέλη νομική παράδοση και συναντάται επίσης στην κοινοτική έννομη τάξη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1575, σκέψη 24).
9 Δεδομένου ότι η A. Boman δεν είναι εγγεγραμμένη στον δικηγορικό σύλλογο, δεν είναι δικηγόρος (advokat) κατά την έννοια του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Επομένως, έστω και αν μπορεί, κατά τη σουηδική νομοθεσία, να εκπροσωπεί τους διαδίκους σε προσφυγές ενώπιον των σουηδικών δικαστηρίων, δεν πληροί την πρώτη από τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 19, τέταρτο εδάφιο, και επομένως, δεν μπορεί να εκπροσωπεί την προσφεύγουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου.
10 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη χωρίς να χρειάζεται να επιδοθεί στο καθού.
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Δεδομένου ότι η παρούσα διάταξη εκδόθηκε πριν την επίδοση της προσφυγής στο καθού και προτού αυτό υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα, αρκεί να αποφασιστεί ότι η προσφεύγουσα θα φέρει τα έξοδά της, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα έξοδά της.
Λουξεμβούργο, 28 Φεβρουαρίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
H. Legal
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy