ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 9ης Φεβρουαρίου 2006 1(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-7/05 έως C-9/05
Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH
κατά
κληρονόμων Dieter Deppe
[Ulrich Deppe, Hanne-Rose Deppe,
Thomas Deppe, Matthias Deppe,
Christine Urban (του γένους Deppe)],
κατά
Siegfried Hennings
και κατά
Hartmut Lübbe
[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Φυτικές ποικιλίες – Ύψος της καταβλητέας στον κάτοχο κοινοτικών δικαιωμάτων δίκαιης αμοιβής»
I – Εισαγωγή
1. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί (2) επί της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί φυτικών ποικιλιών (3), καίτοι τα ζητήματα που έχουν μέχρι τούδε εξεταστεί αφορούν τα στοιχεία που πρέπει να παρασχεθούν και το δικαίωμα του κατόχου να τα ζητήσει προκειμένου να υπολογίσει την αμοιβή σε περίπτωση προσφυγής στη συνήθως καλούμενη «γεωργική παρέκκλιση» ή «προνόμιο του καλλιεργητή».
2. Τα πέντε προδικαστικά ερωτήματα που το Bundesgerichtshof (ανώτατο ομοσπονδιακό δικαστήριο) υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ δεν αφορούν τις επιτηδευμένες συνθέσεις του ζωγράφου ο οποίος έδινε στους πίνακες του την εντύπωση πορτραίτου σχηματισμένου από παντός είδους άνθη, φρούτα και λαχανικά (4), αλλά τη δίκαιη αμοιβή που δικαιούται κατά το κοινοτικό δίκαιο ο εφευρέτης μιας προστατευόμενης ποικιλίας, σε περίπτωση προσφυγής στο προνόμιο του καλλιεργητή.
3. Οι διαφορετικές εκτιμήσεις κατωτέρων γερμανικών δικαστηρίων που αποφάνθηκαν επί παρομοίων διαφορών οδήγησαν το ανώτατο γερμανικό δικαστήριο να υποβάλει αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
II – Το νομικό πλαίσιο
4. Το «προνόμιο του καλλιεργητή» θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (στο εξής: βασικός κανονισμός) (5).
5. Το άρθρο 14, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παρέκκλιση από τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικής ποικιλίας», ορίζει:
«1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, παράγραφος 2, και για τη διασφάλιση της γεωργικής παραγωγής, οι καλλιεργητές επιτρέπεται να χρησιμοποιούν, για σκοπούς αναπαραγωγής σε αγρό της εκμετάλλευσής τους, το προϊόν της συγκομιδής το οποίο έλαβαν φυτεύοντας, στην εκμετάλλευσή τους, πολλαπλασιαστικό υλικό μιας ποικιλίας, εκτός των υβριδίων ή των σύνθετων ποικιλιών, η οποία καλύπτεται από κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών.»
6. Το άρθρο 14, παράγραφος 2, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτού του κανόνα επί ορισμένων φυτών που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές, όπως π.χ., ρεβίθια, τα κίτρινα λούπινα, τα τριφύλλια, ορισμένα σιτηρά, τα γεώμηλα και σε ορισμένα ελαιούχα φυτά όπως το γουλί, η ραίβα και ο λιναρόσπορος (6).
7. Η προσφυγή στην παρέκκλιση αυτή ρυθμίζεται με το άρθρο 14, παράγραφος 3, κατά το οποίο:
«Οι προϋποθέσεις της παρεκκλίσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και διασφάλισης των έννομων συμφερόντων του δημιουργού της φυτικής ποικιλίας και του καλλιεργητή καθορίζονται, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, με εκτελεστικούς κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 114, βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:
– […]
– το προϊόν της συγκομιδής μπορεί να υφίσταται μεταποίηση για φύτευση είτε από τον ίδιο τον καλλιεργητή είτε από τρίτους που του παρέχουν υπηρεσίες, με την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών τους οποίους μπορούν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την οργάνωση της μεταποίησης του εν λόγω προϊόντος συγκομιδής, ιδίως προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι το προϊόν που εισάγεται προς μεταποίηση είναι ταυτόσημο προς το μεταποιηθέν προϊόν,
– οι μικροκαλλιεργητές δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν αμοιβή στον κάτοχο- ως μικροκαλλιεργητές θεωρούνται, […]
– οι λοιποί καλλιεργητές θα υποχρεούνται να καταβάλλουν στον κάτοχο μια δίκαιη αμοιβή, η οποία είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή- το πραγματικό επίπεδο της δίκαιης αυτής αμοιβής μπορεί να μεταβάλλεται με το χρόνο, ανάλογα με την έκταση στην οποία γίνεται χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, για την συγκεκριμένη ποικιλία,
[…]»
8. Το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94 (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής) (7). Το άρθρο 5, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 3, προβλέπει σχετικά με την αμοιβή τα εξής:
«1. Το ύψος της δίκαιης αμοιβής που θα πρέπει να καταβληθεί στον κάτοχο βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης μεταξύ του κατόχου και του ενδιαφερόμενου καλλιεργητή.
2. Στις περιπτώσεις όπου δεν έχει συναφθεί ή δεν ισχύει μια τέτοια σύμβαση, το ύψος της αμοιβής θα είναι αισθητά χαμηλότερο από το ποσό που καταβάλλεται για τη, βάσει αδείας, παραγωγή πολλαπλασιασμού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση, της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή.
Εάν δεν έχει γίνει, βάσει αδείας, παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της συγκεκριμένης ποικιλίας στην περιοχή όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση του καλλιεργητή και εάν το επίπεδο για το προαναφερθέν ποσό δεν είναι ενιαίο σε ολόκληρη την Κοινότητα, η αμοιβή θα πρέπει να είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που κανονικά συμπεριλαμβάνεται, για τον ανωτέρω σκοπό, στην τιμή στην οποία πωλείται πολλαπλασιαστικό υλικό της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση αυτής της ποικιλίας στη συγκεκριμένη περιοχή, αρκεί να μην είναι υψηλότερη από το προαναφερθέν ποσό που καταβάλλεται στην περιοχή στην οποία παράγεται το πολλαπλασιαστικό υλικό.
3. Το ύψος της αμοιβής θεωρείται ότι είναι αισθητά χαμηλότερο, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, όπως διευκρινίζεται στην ανωτέρω παράγραφο 2, εάν δεν υπερβαίνει το ύψος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ή τη σταθεροποίηση, ως οικονομικού παράγοντα που καθορίζει το βαθμό στον οποίο χρησιμοποιείται η παρέκκλιση, μιας λογικά ισόρροπης σχέσης μεταξύ της χρήσης του πολλαπλασιαστικού υλικού για το οποίο χορηγείται άδεια και της φύτευσης του προϊόντος της συγκομιδής των σχετικών ποικιλιών που καλύπτονται από κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών. Η σχέση αυτή θεωρείται ως λογικά ισόρροπη εάν εξασφαλίζει ότι ο κάτοχος λαμβάνει, γενικά, δίκαιη αποζημίωση για τη συνολική χρήση της ποικιλίας του.»
9. Ο κανονισμός (ΕΚ) 2605/98 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, για τροποποίηση του κανονισμού 1768/95 (8) (στο εξής: τρίτος κανονισμός), προσέθεσε τέσσερις παραγράφους στην ανωτέρω διάταξη, εκ των οποίων μόνον οι παράγραφοι 4 και 5 αφορούν την παρούσα υπόθεση. Το περιεχόμενό τους είναι το ακόλουθο:
«4. Όταν, στην περίπτωση της παραγράφου 2, το επίπεδο της αμοιβής αποτελεί αντικείμενο σύμβασης μεταξύ οργανώσεων των κατόχων και των καλλιεργητών, με ή χωρίς συμμετοχή οργανώσεων μεταποιητών, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα σε κοινοτικό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, αντιστοίχως, τα συμφωνηθέντα επίπεδα χρησιμοποιούνται ως κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί στη σχετική περιοχή και για τα σχετικά είδη, αν τα επίπεδα αυτά και οι σχετικοί όροι έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή γραπτώς από εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους των σχετικών οργανώσεων, και αν σε αυτή τη βάση τα συμφωνηθέντα επίπεδα και όροι έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα που εκδίδεται από το κοινοτικό γραφείο φυτικών ποικιλιών.
5. Όταν, στην περίπτωση της παραγράφου 2, δεν εφαρμόζεται μία σύμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί ανέρχεται στο 50 % των ποσών που χρεώνονται για την παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2.
Εντούτοις, σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999, ότι επίκειται η σύναψη μιας συμφωνίας, όπως αναφέρεται στην ως άνω παράγραφο 4, μεταξύ των σχετικών οργανώσεων εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί στην αντίστοιχη περιοχή και για τα αντίστοιχα είδη πρέπει να αντιστοιχεί στο 40 % -αντί του 50 % όπως προαναφέρεται- μόνο όμως σε σχέση με τη χρήση της γεωργικής εξαίρεσης, η οποία έχει πραγματοποιηθεί πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας, και όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1999.»
10. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof πρέπει, επίσης, να υπομνησθούν η πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη του τρίτου κανονισμού όπου τονίζεται:
«[…]
είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι οι συμβάσεις λειτουργούν ως κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά το επίπεδο της αμοιβής για τις σχετικές περιοχές και τα σχετικά είδη·
[…] σε περιοχές ή για τα είδη στα οποία δεν εφαρμόζονται τέτοιες συμβάσεις, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί ανέρχεται καταρχήν στο 50 % των ποσών που χρεώνονται για την παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού για την οποία έχει εκδοθεί άδεια, που διαφοροποιείται με βάση μια κατάλληλη αναλογική κλίμακα, όταν η κλίμακα αυτή έχει καταρτισθεί για τα αντίστοιχα εθνικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών·
[…]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
11. Ενώπιον του Bundesgerichtshof εκκρεμούν τέσσερις υποθέσεις που αφορούν τον δίκαιο χαρακτήρα της καταβλητέας αμοιβής για τη φύτευση σπόρων ως προς τους οποίους παρέχονται κοινοτικά δικαιώματα για φυτικές ποικιλίες.
12. Η αναιρεσείουσα στις τρεις αυτές υποθέσεις, οργάνωση κατόχων δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών έχουσα τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, έχει αναλάβει την προστασία των δικαιωμάτων αυτών, ιδίως μέσω ασκήσεως των δικαιωμάτων ενημερώσεως και αμοιβής.
13. Η οργάνωση αυτή ζητεί την καταβολή αμοιβής για τη φύτευση φυτικών ποικιλιών ως προς τις οποίες παρέχονται κοινοτικά δικαιώματα. Οι ποικιλίες αυτές είναι οι ακόλουθες:
– κριθάρι φθινοπωρινής σποράς της ποικιλίας «Theresa» καθώς και σιτάρι φθινοπωρινής σποράς των ποικιλιών «Bandit», «Contur» και «Titmo», που φυτεύτηκαν κατά την καλλιεργητική περίοδο 1998/1999 από τον D. Deppe, αρχικό εναγόμενο στην υπόθεση C-7/05, ο οποίος απεβίωσε προ της ολοκληρώσεως της διαδικασίας, και τον οποίο διαδέχθηκαν οι κληρονόμοι του για τη συνέχιση της δίκης·
– γεώμηλα της ποικιλίας «Solara», που φυτεύτηκαν κατά την καλλιεργητική περίοδο 1999/2000, από τον S. Henings, διάδικο στην υπόθεση C-8/05·
– γεώμηλα της αυτής ποικιλίας, κριθάρι φθινοπωρινής σποράς των ποικιλιών «Theresa» και «Duet», καθώς και σιτάρι φθινοπωρινής σποράς της ποικιλίας «Ritmo», που φυτεύτηκαν κατά την καλλιεργητική περίοδο 1998/1999 στους αγρούς του H. Lübbe, ο οποίος είναι διάδικος στην υπόθεση C-9/05.
14. Οι τρεις καλλιεργητές ενημέρωσαν την αναιρεσείουσα των κυρίων δικών αναφορικά με τη φύτευση των σπόρων αυτών και αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στη συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της καλλιέργειας και της βελτιώσεως των φυτών (Kooperationsabkommen Landwirtschaft und Pflanzenzüchtung· στο εξής: συμφωνία συνεργασίας του 1996), συναφθείσα στις 3 Ιουνίου 1996 μεταξύ της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Αγροτών (Deutscher Bauernverband eV) και της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Εφευρετών Φυτικών Ποικιλιών (Bundesverband Deutscher Pflanzenzüchter eV), δημοσιεύθηκε δε στις 16 Αυγούστου 1999 στην Gazette officielle [Επίσημο Δελτίο] του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών. Το έτος 2000, οι επαγγελματικές αυτές οργανώσεις συνήψαν νέα συμφωνία, η οποία επρόκειτο να εφαρμοσθεί από της συγκομιδής 2001 και η οποία προέβλεπε αμοιβή ύψους μέχρι και το 60 % των δικαιωμάτων που καθορίζονται στις άδειες παραγωγής πιστοποιημένων σπόρων (στο εξής: δικαιώματα Γ). Κατόπιν διαδοχικών προσαρμογών, η αιτούμενη αμοιβή δεν υπερέβαινε πλέον το 45 % σε ορισμένες περιπτώσεις.
15. Οι κάτοχοι των αντίστοιχων φυτικών ποικιλιών έδωσαν την άδεια στην αναιρεσείουσα της κύριας δίκης να ασκήσει τις αντίστοιχες προσφυγές προκειμένου να εισπράξουν τις αμοιβές τους. Για την καλλιεργητική περίοδο 1998/1999, όρισε τα καταβλητέα από τους μη έχοντες συνάψει σύμβαση καλλιεργητές ποσά στο 80 % των δικαιωμάτων Γ.
16. Κατόπιν της αρνήσεως των τριών καλλιεργητών να καταβάλουν τα επί τη βάσει των ανωτέρω αντίστοιχα ποσά, η Saatgut-Treuhandverwaltung άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht Braunschweig (πρωτοβάθμιο δικαστήριο), το οποίο κατά μέγα μέρος έκανε δεκτό τα αιτήματά της.
17. Αντιθέτως, το Oberlandesgericht απέρριψε τις ασκηθείσες από την αναιρεσείουσα εφέσεις (9) με τις οποίες αυτή ζητούσε την καταβολή ποσών υπολογισθέντων με βάση το ποσοστό 80 % των δικαιωμάτων Γ (10).
18. Κατόπιν ασκήσεως των αναιρέσεων, το Bundesgerichtshof, εφόσον διαπίστωσε ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, από την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 2, 4 και 5, του κανονισμού εφαρμογής, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ να ζητήσει από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Πληρούται η προϋπόθεση υπολογισμού μιας αμοιβής για φύτευση υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95, ότι δηλαδή το ύψος της πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερο» από το ποσό που απαιτείται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή, ακόμη και αν η αμοιβή υπολογίζεται κατ’ αποκοπή και είναι ίση με 80 % του ποσού αυτού;
2) Περιέχει το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98 έναν κατ’ αξίαν καθορισμό του ποσού της κατά νόμον αμοιβής για φύτευση;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: ισχύει ο καθορισμός αυτός, ως έκφραση μιας γενικής αρχής, και για πράξεις φυτεύσεως που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98;
3) Συνεπάγεται η λειτουργία ως κατευθυντήριας γραμμής μιας συμβάσεως μεταξύ οργανώσεων κατόχων κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας και καλλιεργητών, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98, ότι η σύμβαση αυτή υιοθετείται, κατά τον κατά νόμο καθορισμό της αμοιβής, ως προς τα ουσιώδη βασικά της στοιχεία (παραμέτρους υπολογισμού) και στην περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος δεν γνωρίζει, κατά τον υπολογισμό της κατά νόμο αμοιβής, όλες τις παραμέτρους που εμπίπτουν στη σφαίρα ελέγχου του καλλιεργητή και απαιτούνται για τον υπολογισμό βάσει της συμβάσεως, αυτός δε επίσης δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον καλλιεργητή να του ανακοινώσει τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: προϋποθέτει αυτή η σύμβαση, στον βαθμό που πρέπει να λειτουργήσει ως κατευθυντήρια γραμμή υπό την έννοια αυτή, για την αποτελεσματικότητά της, την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98 όρων, ακόμη και στην περίπτωση που συνήφθη πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού αυτού;
4) Θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98 ανώτατο όριο της αμοιβής για συμβατικές και/ή εκ του νόμου ρυθμίσεις περί αμοιβής;
5) Μπορεί μία σύμβαση μεταξύ συντεχνιακών οργανώσεων να ληφθεί υπόψη ως κατευθυντήρια γραμμή υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98, αν αυτή υπερβαίνει το προβλεπόμενο για την αμοιβή ποσοστό 50 % του ποσού σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
19. Οι τρεις διατάξεις παραπομπής που εξέδωσε το Bundesgerichtshof στις 11 Οκτωβρίου 2004, πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 2005, και, λόγω του συναφούς αντικειμένου τους, ενώθηκαν με διάταξη της 26ης Νοεμβρίου 2005.
20. Η Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH, οι κληρονόμοι του D. Deppe, ο S. Hennings, ο H. Lübbe, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 20 του οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
21. Κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία της 12ης Ιανουαρίου 2005, παρέστησαν οι εκπρόσωποι των διαδίκων της κύριας δίκης και η Επιτροπή.
V – Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22. Η σχετική με το προνόμιο του καλλιεργητή οριστική ρύθμιση εκφράζει απόλυτα την ισορροπία στο πλαίσιο μιας ζωηρής αντιπαραθέσεως επιχειρημάτων. Πρόκειται, αφενός, για την αντίληψη της κοινής γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας, στο πλαίσιο της οποίας εξακολουθεί να επέχει θέση πρωταρχικού σκοπού η αύξηση του προϊόντος αυτής της δραστηριότητας (11), σκοπός που υπογραμμίζεται με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το οποίο επιτρέπει στους καλλιεργητές να χρησιμοποιούν το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα «[…] για τη διασφάλιση της γεωργικής παραγωγής […]».
23. Αφετέρου, πρόκειται για την άποψη που υποστηρίζουν οι εφευρέτες φυτικών ποικιλιών, οι οποίοι εμπίπτουν στη βιομηχανική πολιτική και την πολιτική έρευνας και ανάπτυξης και οι οποίοι επιδιώκουν τη δημιουργία ενός νομοθετικού πλαισίου πρόσφορου για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους εντός της Ενώσεως. Ενόψει αυτής της καταστάσεως, δεν συνιστά έκπληξη το γεγονός ότι η αντιπαράθεση υπήρξε έντονη και ότι ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε κρίθηκε αποδεκτός (12).
24. Πρέπει να εξεταστεί αν, λόγω των εξελίξεων που σημειώθηκαν στην οργάνωση των γεωργικών αγορών, η οποία προσανατολίστηκε περισσότερο προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό (13), δικαιολογείται ένα τέτοιο προνόμιο. Εν πάση περιπτώσει, ο τρίτος κανονισμός πρέπει να θεωρηθεί ως διστακτικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, καθόσον ενισχύει τον ρόλο των συμφωνιών μεταξύ ενώσεων γεωργών και εφευρετών φυτικών ποικιλιών.
Β – Η δίκαιη αμοιβή (πρώτο ερώτημα)
25. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν αμοιβή ίση προς το 80 % των δικαιωμάτων Γ ικανοποιεί τον όρο να είναι «αισθητά χαμηλότερη» από το ποσό που εισπράττεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής.
26. Πριν συνεχίσω, είναι χρήσιμο να περιγράψω συνοπτικώς το ισχύον σύστημα, όπως αυτό απορρέει από τους τρεις κανονισμούς. Το σύστημα ανταμοιβής των εφευρετών φυτικών ποικιλιών που προβλέπουν περιλαμβάνει τρεις δυνατότητες: τη σύμβαση μεταξύ του κατόχου του δικαιώματος επί της φυτικής ποικιλίας και του καλλιεργητή (14)· τις συμφωνίες μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών (15) και, επικουρικώς, σε σχέση με τις προηγούμενες λύσεις, το επίπεδο ανταμοιβής καθορίζεται βάσει ορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών που παρέχουν οι κανονισμοί (16). Δεδομένου ότι οι D. Deppe, S. Hennings και H. Lübbe δεν συνήψαν ατομική σύμβαση με εφευρέτη φυτικών ποικιλιών και δεν προσχώρησαν σε καμία συμφωνία, μένει να εφαρμοστεί, στην περίπτωσή τους, η τρίτη δυνατότητα.
27. Το κριτήριο υπολογισμού της δίκαιης αμοιβής που το άρθρο 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού επιβάλλει στον κοινοτικό νομοθέτη είναι εκείνο του «αισθητά χαμηλότερου» ποσού σε σύγκριση με εκείνο που εισπράττεται για τη βάσει αδείας παραγωγή, δικαιωμάτων Γ, ο δε κανονισμός εφαρμογής υπογραμμίζει το στοιχείο αυτό στο άρθρο 5, παράγραφος 2, όπου επαναλαμβάνεται ότι το ύψος της αμοιβής πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερο» από το ποσό αυτό· ο τρίτος κανονισμός ορίζει σε 50 % την καταβλητέα αμοιβή σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως, βάσει αδείας, σπόρων ως προς τους οποίους παρέχονται δικαιώματα (17).
28. Επιβάλλεται, επίσης να τονισθεί ότι η κλίμακα αυτή εφαρμόζεται «στην κατώτερη κατηγορία που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή», σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, στο οποίο παραπέμπει η πέμπτη παράγραφος του εν λόγω άρθρου. Όσον αφορά αυτήν την κατηγορία, μπορεί να γίνει αναφορά μόνο στην κατηγορία η οποία συνεπάγεται λιγότερο κόστος για τον καλλιεργητή.
29. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, σε περίπτωση προσφυγής στην παρέκκλιση, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί στον κάτοχο δικαιωμάτων επί της ποικιλίας πρέπει οπωσδήποτε να είναι χαμηλότερη των δικαιωμάτων Γ.
30. Επομένως, αμοιβή ίση προς το 80 %, δεν πρέπει να κριθεί ως ανταποκρινόμενη στην προϋπόθεση αυτή, έστω και αν, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων των προγενέστερων της θέσεως σε ισχύ του τρίτου κανονισμού και των περιπτώσεων των μεταγενέστερων της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Δεδομένου ότι υφίσταται συγκεκριμένη ρύθμιση για τη δεύτερη αυτή κατηγορία περιπτώσεων, θα μπορούσε η εξέταση να αρχίσει από αυτές.
31. Το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τη διαχρονικώς περιορισμένη εφαρμογή, σε ορισμένες περιπτώσεις, αμοιβής ανερχόμενης στο 40 % των δικαιωμάτων Γ. Μετά την πάροδο μιας σύντομης χρονικής περιόδου (18), έχει, επίσης, εφαρμογή το ποσοστό 50 % που προβλέπει η παράγραφος 4. Η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής δικαιολογεί τη διάταξη αυτή επικαλούμενη τη βούληση να ενθαρρυνθεί η σύναψη συμφωνιών μεταξύ των οργανώσεων των εφευρετών φυτικών ποικιλιών και των καλλιεργητών διά του καθορισμού επιπέδου ακόμα χαμηλότερου από το κανονικό επίπεδο.
32. Δύο είναι τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν: αφενός, ότι προτιμάται η λύση των συμβάσεων και ότι, προς επίτευξη της λύσεως αυτής ασκείται πίεση επί ενός των μερών· και, αφετέρου, ότι ελλείψει συμφωνίας, η αμοιβή που θεωρείται ως δίκαιη για τον εφευρέτη φυτικών ποικιλιών στρέφεται γύρω στο 50 %, μολονότι δεν αποκλείεται ρητώς τα συμφέροντα ενός των μερών να οδηγήσουν σε μικρή αύξηση αυτού του ποσοστού στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων. Υπ’ αυτή την έννοια πρέπει να νοηθεί η συμφωνία που συνήφθη το 2000 μεταξύ των επαγγελματικών οργανώσεων των καλλιεργητών και των εφευρετών φυτικών ποικιλιών, η οποία προέβλεπε αμοιβή ανερχόμενη, κατά μέγιστο όριο, στο 60 % των δικαιωμάτων Γ.
33. Το σύστημα προσφυγής στην παρέκκλιση, πριν από την έναρξη ισχύος του τρίτου κανονισμού, καθορίζεται με τα άρθρα 14 του βασικού κανονισμού και 5, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού εφαρμογής. Κατά τη δεύτερη αυτή διάταξη, το ύψος της αμοιβής θεωρείται ότι είναι αισθητά χαμηλότερο μόνον όταν υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για τη διασφάλιση ή τη σταθεροποίηση μιας εύλογα ισορροπημένης σχέσεως μεταξύ της χρησιμοποιήσεως πολλαπλασιαστικού υλικού, βάσει αδείας, και της φυτεύσεως του προϊόντος της συγκομιδής, και μόνον εφόσον διασφαλίζει ότι ο κάτοχος των δικαιωμάτων θα λάβει δίκαιη αμοιβή για τη χρησιμοποίηση του προϊόντος της ποικιλίας του.
34. Κατά την άποψή μου, επιβάλλεται να εξεταστούν και άλλες καταστάσεις. Ειδικότερα, έκπτωση κατά 20 %, μολονότι θεωρείται μεγάλη στον εμπορικό κόσμο, είναι πολύ μικρότερης σημασίας στο πλαίσιο της απαλλαγής του καλλιεργητή, ο οποίος, στην πράξη, καλλιεργεί τους σπόρους με τη δική του εργασία και τις δικές του προσπάθειες εμπλουτίζοντάς τους με τα χαρακτηριστικά των εδαφών που καλλιεργεί (19). Εξάλλου, ο σπορέας δεν μπορεί να επηρεάσει τα λοιπά στοιχεία υπολογισμού της τελικής τιμής, τα δικαιώματα Γ, καθόσον δεν είναι συμβαλλόμενος στις συμβάσεις παροχής αδείας παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού, καθόσον το καταβλητέο στον εφευρέτη της φυτικής ποικιλίας ποσό, το οποίο είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας, εξαρτάται τελικώς από εξωγενείς παράγοντες.
35. Οι αναιρεσιβαλλόμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι η μονοπωλιακή θέση της Saatgut-Treuhandverwaltung GmbH στην αγορά προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ότι, επιπροσθέτως, τα στοιχεία που κατά τους κανονισμούς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του δίκαιου χαρακτήρα της αμοιβής συνεπάγονται τη συνεκτίμηση τοπικών, περιφερειακών ή εθνικών παραγόντων.
36. Το σύνολο των παραγόντων αυτών, που επηρεάζουν τον δίκαιο χαρακτήρα της «αισθητά χαμηλότερης» αμοιβής, σε περίπτωση προσφυγής στο προνόμιο του καλλιεργητή, εξαρτώνται, συνεπώς, από τις ιδιομορφίες κάθε περιπτώσεως και πρέπει να εκτιμώνται από το αρμόδιο δικαστήριο (20).
37. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο πρώτο ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι αμοιβή ίση προς το 80 %, σε περίπτωση προσφυγής στη γεωργική παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση κατά την οποία πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερη» του ποσού που εισπράττεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου των λοιπών κρίσιμων περιστατικών της κάθε διαφοράς.
Γ – Τα κριτήρια υπολογισμού του ποσού της αμοιβής (δεύτερο ερώτημα)
38. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος ζητείται να διευκρινιστεί αν, στο πλαίσιο προσδιορισμού των δικαιωμάτων του εφευρέτη της ποικιλίας, το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού εφαρμογής θέτει κανόνες βάσει των οποίων δύναται να γίνει ο υπολογισμός του ποσού της αμοιβής.
39. Από το γράμμα των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει, όσον αφορά την παράγραφο 4, ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να περιέχονται στις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των οργανώσεων των κατόχων των δικαιωμάτων και των καλλιεργητών, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές στις περιπτώσεις που συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω παράγραφος καθώς και το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3.
40. Αντιθέτως, η παράγραφος 5 ορίζει σε ποσοστό 50 % το ύψος της αμοιβής σε περίπτωση προσφυγής στο προνόμιο του καλλιεργητή, υπό τη μόνη επιφύλαξη της ενδεχόμενης προσαρμογής του μέσω μιας εθνικής κλίμακας, σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του τρίτου κανονισμού.
41. Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αναφέρεται στην ενδεχόμενη αναδρομική εφαρμογή αυτού του ποσού, ως έκφραση μιας γενικής αρχής, όσον αφορά φυτεύσεις που πραγματοποιήθηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος του τρίτου κανονισμού.
42. Όσον αφορά το ισχύον μέχρι τη θέσπισή τους σύστημα, οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 5 τέθηκαν συμπληρωματικώς και περιλαμβάνουν νέα στοιχεία, όπως είναι ο προσανατολιστικός χαρακτήρας των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων οργανώσεων και το αναφερόμενο ποσοστό αμοιβής. Κατά την άποψη της Επιτροπής θα αντέβαινε προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου η αναδρομική εφαρμογή του τρίτου κανονισμού επί πράξεων αυτού του είδους που συνήφθησαν προ της θέσεως σε ισχύ των εν λόγω διατάξεων. Εντούτοις, δεν είναι πειστική η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής θεσπίζει σύστημα εντελώς διαφορετικό από το αρχικό.
43. Ειδικότερα, οι δύο παραπομπές που προβλέπει η διάταξη αυτή στο άρθρο 5, παράγραφος 2, υπογραμμίζουν τον σκοπό βελτιώσεως και διευκρινίσεως αυτού. Επομένως, μολονότι πρέπει να αποκλειστεί η εφαρμογή της επί προγενεστέρων καταστάσεων, η διάταξη αυτή έχει χαρακτήρα κατευθυντήριας γραμμής για τον υπολογισμό του ποσού της αμοιβής.
44. Βάσει της ανωτέρω αναλύσεως, προτείνω στο Δικαστήριο στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα να δώσει την απάντηση ότι τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να υπολογιστεί το ποσό της αμοιβής του εφευρέτη φυτικής ποικιλίας απορρέουν από το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής και ότι δεν έχουν αναδρομική εφαρμογή, αλλά μπορούν να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αμοιβής προκειμένου περί φυτεύσεων που πραγματοποιήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ η διάταξη αυτή.
Δ – Ο καθοριστικός χαρακτήρας των συμφωνιών μεταξύ των οργανώσεων εφευρετών φυτικών ποικιλιών και καλλιεργητών (τρίτο και πέμπτο ερώτημα)
45. Με το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί η σημασία της συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ των οργανώσεων κατόχων δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών και των καλλιεργητών στην περίπτωση κατά την οποία δεν είναι διαθέσιμα ή δεν υπάρχει πρόσβαση σε όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται για τον υπολογισμό του ποσού της δίκαιης αμοιβής σε περίπτωση προσφυγής στην παρέκκλιση, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος ζητείται να διευκρινιστούν οι τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι εν λόγω συμφωνίες. Θα εξετάσω πρώτα τις τυπικές αυτές προϋποθέσεις.
46. Από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει ότι ο χαρακτήρας των συμφωνιών αυτών ως κατευθυντηρίων γραμμών εξαρτάται από το αν το ύψος των αμοιβών και οι προϋποθέσεις που ορίζουν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή και δημοσιεύθηκαν στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών.
47. Δεδομένου του sine qua non χαρακτήρα αυτών των απαιτήσεων και της απουσίας οποιασδήποτε διακρίσεως μεταξύ συμφωνιών συναφθεισών πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του τρίτου κανονισμού, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ο χρονικός αυτός παράγοντας δεν ασκεί καμία επιρροή και ότι η συνδρομή των δύο απαιτήσεων είναι αρκετή.
48. Από αυτής της απόψεως, ο κανονισμός εφαρμογής περιλαμβάνει όλους τους καλλιεργητές τους οποίους αφορούν οι προαναφερθείσες διατάξεις, εντός του πεδίου εδαφικής εφαρμογής της συμφωνίας. Η απάντηση στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος προκύπτει από τη μείζονα αυτήν προκείμενη.
49. Έχω ήδη υπογραμμίσει ότι ο λόγος για τον οποίο οι συμφωνίες μεταξύ των προαναφερθεισών οργανώσεων ενέχουν τέτοια ισχύ προκύπτει από τη βούληση να ενθαρρυνθεί η σύναψή τους, με απώτερο σκοπό την αποφυγή περίπλοκων υπολογισμών. Επισημαίνεται, επίσης, ότι ο χαρακτήρας τους ως κατευθυντηρίων γραμμών αποβλέπει, ακριβώς, στον προσανατολισμό των καλλιεργητών οι οποίοι δεν μετέχουν στις συμφωνίες μεταξύ των οικείων οργανώσεων καθόσον αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της προσχωρήσεως των καλλιεργητών που έχουν σχετικώς δισταγμούς και οι οποίοι επιθυμούν τον επίσημο υπολογισμό, επειδή αυτός έχει μικρότερο κόστος, διότι, πέραν του κρινομένου ως ικανοποιητικού για τα συμφέροντά τους ποσοστού, η οργάνωση στην οποία ανήκουν μπόρεσε να περιλάβει στο τελικό κείμενο πρόσθετα πλεονεκτήματα.
50. Προς τούτο, όλα τα στοιχεία υπολογισμού μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της αμοιβής των καλλιεργητών οι οποίοι δεν μετέχουν σε καμία συμφωνία. Εντούτοις, ακριβώς λόγω του χαρακτήρα τους ως κατευθυντηρίων γραμμών, τα στοιχεία αυτά δεν επιβάλλονται άνευ άλλης διαδικασίας, οι δε σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου ερωτήματος επανακτούν τη σημασία τους σε περίπτωση αμφισβητήσεως της ενδεικτικής αξίας ενός ποσοστού, επειδή αυτό εμφανίζεται ως υπερβολικά υψηλό.
51. Τέλος, όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τη δίκαιη αμοιβή του εφευρέτη φυτικών ποικιλιών στο 50 % στην περίπτωση που δεν έχει εφαρμογή καμία συμφωνία του τύπου εκείνων που προβλέπει η παράγραφος 4. Ο επικουρικός χαρακτήρας της παραγράφου 5 προκύπτει από την οικονομία των δύο διατάξεων. Δυνάμει της αρχής της ελευθερίας της βουλήσεως, το ποσοστό που προβλέπει η συμφωνία δεσμεύει εκείνους που την αποδέχθηκαν και έχει χαρακτήρα κατευθυντηρίων γραμμών για εκείνους που δεν μετέχουν στη συμφωνία. Ελλείψει συμφωνίας, έχει εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 5, το οποίο, όπως προανέφερα, αποτελεί στοιχείο προσδιορισμού της δίκαιης αμοιβής σε περίπτωση αμφισβητήσεων, περίπτωση που μπορεί να προκύψει μόνον προκειμένου περί καλλιεργητή ο οποίος δεν έχει συνάψει καμία σύμβαση.
52. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο και πέμπτο ερώτημα ότι ο χαρακτήρας ως κατευθυντηρίων γραμμών των συμφωνιών μεταξύ των κατόχων δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών και των καλλιεργητών, περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής, συνεπάγεται την πλήρη αποτελεσματικότητα των παραμέτρων υπολογισμού στο πλαίσιο προσδιορισμού της δίκαιης αμοιβής, υπό την προϋπόθεση ότι οι παράμετροι αυτοί έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και έχουν δημοσιευθεί στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών, καθόσον οι παράμετροι αυτοί δεν μπορούν να προβληθούν στο πλαίσιο της προαναφερθείσας παραγράφου, αλλά μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 5.
Ε – Η σημασία του ποσοστού 50 % που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής (τέταρτο ερώτημα)
53. Το Bundesgerichtshof ζητεί να διευκρινιστεί αν το ποσοστό αυτό συνιστά ανώτατο όριο για τον προσδιορισμό αμοιβής καθοριζόμενης συμβατικώς ή δυνάμει της μεθόδου που προβλέπει ο κανονισμός εφαρμογής.
54. Πρώτον, η επίμαχη διάταξη δεν αφορά καταστάσεις συμβατικής φύσεως και, κατά το μέτρο αυτό, επομένως, το ζήτημα στερείται σημασίας.
55. Δεύτερον, από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η τιμή που αναφέρει είναι επιτακτική και δεν έχει τον χαρακτήρα ανώτατου ή κατώτατου ορίου. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε εξαίρεση στη δεύτερη περίοδο αυτής της διατάξεως δεν ανατρέπει τη σημασία αυτής της επισημάνσεως, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το προοίμιο του τρίτου κανονισμού, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται για περιορισμένη μόνο χρονική περίοδο με σκοπό την ενθάρρυνση της ταχείας συνάψεως άλλων συμφωνιών μεταξύ οργανώσεων κατόχων δικαιωμάτων και καλλιεργητών πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία.
56. Βάσει αυτών των σκέψεων προτείνω στο τέταρτο ερώτημα να δοθεί απάντηση ότι, όταν, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ του κατόχου δικαιωμάτων επί φυτικής ποικιλίας και του καλλιεργητή, η αμοιβή πρέπει να προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής, η διάταξη αυτή προβλέπει ένα σταθερό ποσό αμοιβής, το οποίο δεν συνιστά ανώτατο όριο.
VI – Πρόταση
57. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο στα ερωτήματα του Bundesgerichtshof, να δώσει τις εξής απαντήσεις:
«1) Η κατ’ αποκοπήν αμοιβή 80 % σε περίπτωση προσφυγής στη γεωργική παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση κατά την οποία η αμοιβή αυτή πρέπει να είναι “αισθητά χαμηλότερη” του ποσού που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95, της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, υπό την επιφύλαξη της κρίσεως του εθνικού δικαστηρίου επί των λοιπών κρισίμων περιστάσεων εκάστης διαφοράς της κύριας δίκης.
2) Τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους της αμοιβής του κατόχου καθορίζονται με το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2605/98 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, και στερούνται αναδρομικής ισχύος, μπορούν, όμως, να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής όσον αφορά τις φυτεύσεις τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98.
3) Για να μπορεί συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2605/98 οργανώσεων κατόχων δικαιωμάτων και καλλιεργητών να ληφθεί υπόψη, καθ’ όλα τα στοιχεία αυτής, ως περιέχουσα κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει η συμφωνία αυτή να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και να έχει δημοσιευθεί στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών, έστω και αν έχει συναφθεί προ της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να προβλέπει ποσοστό αμοιβής διαφορετικό εκείνου που, επικουρικώς, προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού.
4) Ελλείψει εφαρμοστέας συμφωνίας μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, η αμοιβή του κατόχου πρέπει να προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98 σε σταθερό ποσό το οποίο δεν συνιστά ανώτατο όριο.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C‑305/00, Schulin (Συλλογή 2003, σ. I‑3525), και προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής της 21ης Μαρτίου 2002· της 11ης Μαρτίου 2004, C‑182/01, Saatgut-Treuhandverwaltungsgesellschaft (Συλλογή 2004, σ. I‑2263), και προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής της 7ης Νοεμβρίου 2002· και της 14ης Οκτωβρίου 2004, C‑336/02, Brangewitz (Συλλογή 2004, σ. I‑9801), και προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής της 17ης Φεβρουαρίου 2004.
3 – Βλ. κατωτέρω, τον τίτλο II. Για μια συνολική έκθεση της εξελίξεως της νομικής προστασίας των φυτικών ποικιλιών παραπέμπω στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C‑305/00, Schulin, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2.
4 – Ιδίως στη σειρά πινάκων οι εποχές ή τα στοιχεία του Μιλανέζου καλλιτέχνη Giuseppe Arcimboldo (1527-1593)· η τέχνη τους συνίστατο στο να παριστάνει αντικείμενα θεματικά συνδεόμενα με τον τίτλο του πίνακα, όπως π.χ. Ο βιβλιοθηκάριος ή Ο νομικός, προκειμένου να επιτύχει το αποτέλεσμα αυτό.
5 – ΕΕ L 227, σ. 1.
6 – Αποκλείονται, επομένως τα άνθη. Στον τομέα της λογοτεχνίας, ο Oscar Wilde, στο διήγημά του «Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο», Elruiseñorylarosayotroscuentos – Poemasenprosa, Espasa-Calpe, Colección Austral, 12η έκδοση., Μαδρίτη, 1976, σ. 9 επ., περιγράφει μια αιματηρή μέθοδο για να γίνουν κόκκινα τα τριαντάφυλλα: το αηδόνι πηγαίνει στην άσπρη τριανταφυλλιά για να την ποτίσει με το αίμα του, τρυπώντας το λαιμό του στα αγκάθια, θέλοντας να δώσει το ερυθρό χρώμα στα χλωμά πέταλα· έτσι, ο φοιτητής στον οποίο ανήκε η τριανταφυλλιά θα μπορέσει να προσφέρει στην αγαπημένη του το πορφυρό άνθος που του ζήτησε για να χορέψει μαζί του όλη τη βραδιά.
7 – ΕΕ L 173, σ. 14.
8 – ΕΕ L 328, σ. 6.
9 – Στην περίπτωση του S. Hennings, το Oberlandesgericht αύξησε τα ποσά που όφειλε αυτός να καταβάλει κατά 55,73 ευρώ, εντόκως, χωρίς όμως να επιδικάσει το ποσό των 668,55 ευρώ που ζητούσε η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης.
10 – Τα ποσά των οποίων ζητείται η καταβολή στο πλαίσιο των τριών αναιρέσεων ανέρχονται σε 181,41 ευρώ, στην υπόθεση C‑7/05, 612,82 ευρώ, στην υπόθεση C‑8/05·και 605,86 ευρώ, στην υπόθεση C‑9/05.
11 – Borchardt, K.-D., «Die Reform der Gemeinsamen Agrarpolitik – Perspektiven und Herausforderungen für Landwirte und Jusristen», Europa und seine Verfassung – Festschrift für Manfred Zuleeg zum siebzigsten Geburtstag, Νόμος, Baden-Baden, 2005, σ. 473 επ. ιδίως σ. 475 έως 477. Βλ., επίσης, Leidwein, A., Europäisches Agrarrecht, 2η έκδοση, NWM, Βιέννη, 2004, σ. 76 επ.
12 – Kiewiet, B., «Régime de protection communautaire des obtentions végétales», Comptes rendus de l’Académie d'agriculture de France, τόμος 83 (1997), αριθ. 2, σ. 5 επ., ιδίως σ. 9.
13 – Αναφορικά με τη διαμόρφωση της ΚΓΠ, βλ. Blumann, C., «La réforme de la politique agricole commune», Cahiers de droit européen, αριθ. 3 και 4, 2004, σ. 297 επ.· βλ., επίσης, Bianchi, D., «Y a-t-il encore quelque chose de “commun” dans la nouvelle Politique agricole commune?», Revue trimestrielle de droit européen, αριθ. 3, Ιούλιος Σεπτέμβριος 2005, σ. 623 επ.
14 – Άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής.
15 – Άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής, που προστέθηκε με το πρώτο άρθρο του τρίτου κανονισμού.
16 – Άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, ελλείψει συμβάσεως, και άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού εφαρμογής ελλείψει συμφωνίας.
17 – Η διάταξη αυτή πρέπει να συνδυαστεί με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η οποία μετριάζει την αυστηρότητά της τονίζοντας ότι «η αμοιβή […] ανέρχεται κατ’ αρχήν στο 50 % των ποσών […]», που, πάντως, ουδόλως περιορίζει τη σημασία του ως άνω ποσοστού.
18 – Η περίοδος μεταξύ της προσφυγής στη γεωργική απαλλαγή πριν την εφαρμογή μιας συμφωνίας και την 1η Απριλίου 1999.
19 – Δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει λόγος για ανταγωνιστικά συμφέροντα, καθόσον, κατά τη γνώμη μου, με τις φυτικές ποικιλίες όλοι αποκομίζουν όφελος· το να αποκομίζεις όφελος από τους φίλους και την εργασία άλλων είναι καταδικαστέο, όπως διδάσκει ο μύθος του Αισώπου «Ο τράγος και η άμπελος», Fábulas, Alianza Editorial, Μαδρίτη, 1998, σ. 167 και 168, διηγούμενος ότι:
«Την εποχή που η άμπελος άρχισε να βγάζει τους βλαστούς της, ένας τράγος τους κατέτρωγε. Η άμπελος του λέει: “Γιατί με πληγώνεις; Δεν υπάρχει πια χορτάρι να βοσκήσεις; Δεν θα μπορέσω έτσι να δώσω όλο το κρασί που απαιτείται για τη μέρα που θα σε θυσιάσουν”». Η ποικιλία των στοχαστικών προσαρμογών θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν υπήρχαν τέτοιου είδους φυτά ή αν είχαν το χάρισμα του λόγου, όπως το επηρμένο τριαντάφυλλο που ο μικρός πρίγκιπας καλλιεργούσε στον κήπο του, Saint-Exupéry, A., El Principito (Ο μικρός πρίγκιπας), MC editores SA, Buenos Aires, 1969, μετάφραση Bonifacio del Carril, κεφάλαιο 8, σ. 33, μολονότι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας απαντά ότι «[…] δεν πρέπει ποτέ να ακούμε τα άνθη, μόνο να τα βλέπουμε και να τα μυρίζουμε. Το δικό μου άνθος θα έκανε το σύμπαν να μοσχομυρίζει, αλλά δεν ήξερα πώς να το απολαύσω».
20 – Επομένως, οι διαφοροποιήσεις στη νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων στις οποίες αναφέρθηκα στην εισαγωγή των προτάσεων μου οφείλονται σε ενδεχόμενες περιφερειακές διαφορές· πάντως, το στοιχείο αυτό δεν μεταβάλλει την πεποίθησή μου ότι ο καθορισμός της αμοιβής στο ποσοστό 80 % υπερβαίνει το όριο του ευλόγου και καθίσταται υπερβολική.
Full & Egal Universal Law Academy