ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ
VÉRICA TRSTENJAK
της 28ης Ιουνίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑20/05
Pubblico Ministero
κατά
Karl Josef Wilhelm Schwibbert
[αίτηση του Tribunale di Forlì (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 98/34/ΕΚ – Έννοια του “τεχνικού κανόνα” – Εθνικός νόμος επιβάλλων την υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου του επιφορτισμένου με την είσπραξη των δικαιωμάτων του δημιουργού επί των ψηφιακών δίσκων εθνικού οργανισμού – Υποχρέωση γνωστοποιήσεως»
I – Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά του K. J. W. Schwibbert για κατοχή ψηφιακών δίσκων (στο εξής: CD) οι οποίοι δεν έφεραν το διακριτικό σημείο του επιφορτισμένου με την είσπραξη των δικαιωμάτων του δημιουργού εθνικού οργανισμού (Società italiana autori ed editori, στο εξής: SIAE), το Tribunale di Forlì (Ιταλία) ερωτά, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του K. J. W. Schwibbert, το Δικαστήριο ως προς τη συμβατότητα των εθνικών διατάξεων που επιβάλλουν την υποχρέωση επιθέσεως του ως άνω διακριτικού σημείου προς τα άρθρα 3, 23 έως 27 ΕΚ και προς την οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (2) –οδηγία η οποία κωδικοποιείται με την οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (3), η οποία τροποποιήθηκε με τη σειρά της με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (4), προς την οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμισθώσεως, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (5), και προς την οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (6).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
1. Η Συνθήκη ΕΚ
2. Κατά τα άρθρα 23 ΕΚ έως 27 ΕΚ, η Κοινότητα βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως που εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών και περιλαμβάνει την απαγόρευση των εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών και όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών.
2. Οι οδηγίες
α) Η οδηγία 92/100
3. Η οδηγία 92/100 σκοπεί στην παροχή εναρμονισμένης έννομης προστασίας όσον αφορά το δικαίωμα εκμισθώσεως και δανεισμού και ορισμένα συγγενικά δικαιώματα προς το δικαίωμα του δημιουργού στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/100, η εν λόγω εναρμόνιση σκοπεύει στην κατάργηση των διαφορών μεταξύ των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που «μπορούν να δημιουργήσουν εμπόδια στις συναλλαγές, να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να παρακωλύσουν την υλοποίηση και την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
4. Με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ότι «οι εν λόγω διαφορές έννομης προστασίας ενδέχεται να διευρυνθούν, στον βαθμό που τα κράτη μέλη θεσπίζουν νέες και διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις ή εξελίσσονται διαφορετικά οι εθνικές νομολογίες σχετικά με την ερμηνεία αυτών των διατάξεων».
5. Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζεται ότι «οι εν λόγω διαφορές πρέπει να εξαλειφθούν σύμφωνα με τον στόχο του άρθρου 8Α της Συνθήκης, ήτοι τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, κατά τρόπο ώστε να εγκαθιδρυθεί, βάσει των διατάξεων του άρθρου 3ΣΤ της Συνθήκης, καθεστώς [διασφαλίζον] ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς».
β) Η κωδικοποιητική της οδηγίας 83/189 οδηγία 98/34
6. Κατά το άρθρο 1:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1) “προϊόν”: κάθε προϊόν βιομηχανικής κατασκευής και κάθε γεωργικό προϊόν, συμπεριλαμβανομένων των αλιευτικών προϊόντων·
2) “τεχνική προδιαγραφή”: η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο όπου ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή οι ιδιότητες χρήσεως, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πωλήσεως, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και [την επισήμανση], καθώς και τις διαδικασίες αξιολογήσεως της πιστότητας […]
[…]
10) “σχέδιο τεχνικού κανόνα”: το κείμενο μιας τεχνικής προδιαγραφής ή άλλης απαιτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων, το οποίο εκπονείται προκειμένου η τεχνική αυτή προδιαγραφή ή απαίτηση να καθιερωθεί αμέσως ή εν τέλει ως τεχνικός κανόνας, και το οποίο, δεδομένου ότι βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο, μπορεί να υποστεί ουσιαστικές τροπολογίες. […]»
7. Το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34 ορίζει:
«1. […] τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα […]. Απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός αν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.
Αν χρειαστεί, τα κράτη μέλη κοινοποιούν ταυτοχρόνως –αν δεν το έχουν ήδη διαβιβάσει με κάποια προηγούμενη γνωστοποίησή τους– το κείμενο των βασικών, νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που αφορούν κατά κύριο και άμεσο τρόπο τον τεχνικό κανόνα, εφόσον η γνώση του κειμένου αυτού είναι αναγκαία για να εκτιμηθεί η εμβέλεια του σχεδίου τεχνικού κανόνα.
Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε νέα γνωστοποίηση υπό τους ανωτέρω όρους εφόσον επιφέρουν σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο αυτό με αποτέλεσμα να τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής του, να συντομεύεται το αρχικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, να προστίθενται προδιαγραφές ή απαιτήσεις ή να καθίστανται πιο αυστηρές οι εν λόγω προδιαγραφές ή απαιτήσεις.»
8. Το άρθρο 9 της οδηγίας 98/34 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη αναβάλλουν την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα για τρεις μήνες από την ημερομηνία παραλαβής από την Επιτροπή της γνωστοποιήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1.»
γ) Η τροποποιητική ορισμένων σημείων της οδηγίας 98/34 οδηγία 98/48
9. Το σημείο 9 της οδηγίας 98/34 καθίσταται το ακόλουθο σημείο 11:
«11) “τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων, των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση εντός κράτους μέλους ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
Τεχνικοί κανόνες de facto είναι ιδίως:
– οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους οι οποίες παραπέμπουν είτε σε τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις είτε σε κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, είτε σε επαγγελματικούς κώδικες ή κώδικες ορθής πρακτικής που με τη σειρά τους παραπέμπουν σε τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, η τήρηση των οποίων αποτελεί τεκμήριο συμβατότητας προς τις προδιαγραφές που καθορίζονται από τις εν λόγω νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις,
– οι εκούσιες συμφωνίες στις οποίες η δημόσια αρχή είναι συμβαλλόμενο μέρος και οι οποίες αποσκοπούν στην τήρηση, προς το δημόσιο συμφέρον, των τεχνικών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες. Εξαιρούνται οι συγγραφές υποχρεώσεων των δημοσίων συμβάσεων,
– οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες περί υπηρεσιών, που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα και επηρεάζουν την κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσιών ενθαρρύνοντας την τήρηση των τεχνικών αυτών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες· εξαιρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες που έχουν σχέση με τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.»
δ) Η οδηγία 2001/29
10. Η οδηγία 2001/29 επαναλαμβάνει τις αρχές και τους κανόνες που έχουν ήδη θεσπιστεί ιδίως με την οδηγία 92/100, στην οποία επιφέρει τροποποιήσεις.
Β – Εθνικό δίκαιο
11. Η ιταλική νομοθεσία περί δικαιωμάτων του δημιουργού έχει ως θεμέλιο τον νόμο 633 του 1941 (7). Βάσει του νόμου συνεστήθη ad hoc δημόσιος οργανισμός, ο SIAE, επιφορτισμένος με την προστασία, τη διαμεσολάβηση και την πιστοποίηση, ενώ προεβλέφθησαν ποινικές κυρώσεις για ορισμένες μη εγκεκριμένες ενέργειες (εμπορία, αναπαραγωγή κ.λπ.). Θεσπίστηκε επίσης η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE.
12. Ο νόμος 121/87 της 27ης Μαρτίου 1987 (8) επεξέτεινε την υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE και τη δυνατότητα επιβολής ποινικών κυρώσεων και για άλλα υποθέματα.
13. Το νομοθετικό διάταγμα 685/94 της 16ης Νοεμβρίου 1994 (9) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 685/94) κατήργησε τον νόμο της 27ης Μαρτίου 1987. Σύμφωνα με το άρθρο 171 ter, στοιχείο c, της ως άνω πράξεως:
«Τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών έως τριών ετών και με χρηματική ποινή 500 000 ιταλικών λιρών (ITL) μέχρι 6 000 000 ITL όποιος:
[…] πωλεί ή εκμισθώνει βιντεοκασέτες, κασέτες μουσικής ή κάθε άλλο υπόθεμα φωνογραφημάτων ή βιντεογραφημάτων κινηματογραφικών ή οπτικοακουστικών έργων ή διαδοχικών κινούμενων εικόνων που δεν φέρουν το διακριτικό σημείο της ιταλικής εταιρίας δημιουργών και εκδοτών (SIAE) κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του εκτελεστικού του κανονισμού […]»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
14. Στις 9 και 10 Φεβρουαρίου 2000 κατασχέθηκαν CD που είχαν αποθηκευθεί στα καταστήματα της εταιρίας K.J.W.S. Srl, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο K. J. W. Schwibbert, κάτοικος Ιταλίας. Τα εν λόγω CD, τα οποία κατασχέθηκαν λόγω μη επιθέσεως του διακριτικού σημείου της SIAE, περιελάμβαναν αναπαραγωγές έργων των ζωγράφων Giorgio De Chirico και Mario Schifano. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συνεδρίαση ο δικηγόρος του K. J. W. Schwibbert διευκρίνισε ότι ορισμένα CD διανθίζονταν με μουσική υπόκρουση. Εξάλλου, έγγραφο επισυναφθέν ως παράρτημα στις γραπτές παρατηρήσεις του K. J. W. Schwibbert, διευκρινίζει ότι τα CD που αναπαρήγαγαν έργα του πρώτου εκ των δύο ζωγράφων περιελάμβαναν ταινία. Επιπλέον, όπως προκύπτει από στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και διευκρινίσεις του δικηγόρου του K. J. W. Schwibbert κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συνεδρίαση, τα CD είχαν αντιγραφεί στη Γερμανία και προορίζονταν προς πώληση σε δύο ιταλικές εταιρίες ώστε να περιληφθούν σε καταλόγους τους.
15. Στις 23 Μαΐου 2001, η Procura della Repubblica presso il Tribunale di Forlì (εισαγγελική αρχή του Tribunale di Forlì) ανέκρινε τον K. J. W. Schwibbert, τον οποίο και παρέπεμψε ενώπιον του Tribunale di Forlì.
16. Στις 14 Δεκεμβρίου 2004 το Tribunale di Forlì υπογράμμισε στο πρακτικό της συνεδριάσεως ότι δεν προσάπτεται στον K. J. W. Schwibbert καταχρηστική αναπαραγωγή των έργων, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τις απαραίτητες άδειες, αλλ’ αποκλειστικά το γεγονός ότι τα CD στερούνταν του διακριτικού σημείου SIAE.
17. Το Tribunale di Forlì έκανε επίσης δεκτό το αίτημα του υπέβαλε ο δικηγόρος του K. J. W. Schwibbert να υποβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προδικαστικό ερώτημα. Πάντως, με τη διάταξη περί παραπομπής συμπεριελήφθησαν σε παράρτημα απλώς τα επιχειρήματα του δικηγόρου του K. J. W. Schwibbert, χωρίς να διατυπώνονται συγκεκριμένα ερωτήματα. Η διάταξη πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 2005.
18. Στις 17 Ιουλίου 2006, το Δικαστήριο ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, διευκρινίσεις από το αιτούν δικαστήριο ως προς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, τις προς ερμηνεία διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και τους λόγους για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να ζητήσει την ερμηνεία τους. Οι σχετικές απαντήσεις περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 8 Νοεμβρίου 2006.
19. Όπως προκύπτει από τις παρασχεθείσες από το Tribunale di Forlì απαντήσεις, τα υποβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου ερωτήματα του συγκεκριμένου δικαστηρίου μπορούν να διατυπωθούν ως εξής:
«Συμβιβάζονται με τα άρθρα 3 ΕΚ, 23 ΕΚ έως 27 ΕΚ τα άρθρα 1, 8, 10 και 11 της οδηγίας 98/34/ΕΚ της 22ας Ιουνίου 1998, και με τις οδηγίες 92/100 και 2001/29 οι εθνικές διατάξεις σε θέματα σημάνσεως SIAE;»
20. Το Δικαστήριο αποφάσισε να θέσει πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ερωτήσεις προς την Ιταλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καλώντας τους, μεταξύ άλλων, να απαντήσουν εγγράφως διευκρινίζοντας τις παρατηρήσεις τους υπό το φως των διευκρινίσεων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο. Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανταποκρίθηκαν εγγράφως στα ανωτέρω αιτήματα.
IV – Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
21. Κατά τον K. J. W. Schwibbert, η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE αποτελεί τεχνικό κανόνα, ο οποίος θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί από την Ιταλία προς την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/189.
22. Η υποχρέωση επιθέσεως του ως άνω διακριτικού σημείου προσλαμβάνει περαιτέρω τον χαρακτήρα μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος καθόσον συνιστά εμπόδιο για τους επιχειρηματίες άλλων χωρών, παρεμποδίζοντάς τους να δραστηριοποιηθούν στην ιταλική αγορά.
23. Επιπλέον, η επίθεση του ως άνω διακριτικού δεν παρέχει καμία προστασία στον δημιουργό και τους λοιπούς δικαιούχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, η ιταλική νομοθεσία προβλέπει ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση μη επιθέσεως, ανεξάρτητα από το αν η αναπαραγωγή υπήρξε καταχρηστική.
24. Εξάλλου, η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού SIAE αντίκειται προς τα άρθρα 23 ΕΚ και 25 ΕΚ, ήτοι προς την απαγόρευση δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, όπως προβλέπει η Συνθήκη, δεδομένου ότι το ως άνω διακριτικό συνεπάγεται κόστος και πρέπει να επιτίθεται επί όλων των έργων αφ’ ης στιγμής εισέρχονται στο ιταλικό έδαφος από κοινοτική χώρα.
25. Τέλος, η υποχρέωση επιθέσεως παραβιάζει την οδηγία 92/100, οι τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της οποίας διαπιστώνουν τη διαφορά μεταξύ των διαφόρων εθνικών έννομων τάξεων και του επακόλουθου κινδύνου στρεβλώσεως του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών.
26. Η SIAE, η οποία δεν υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις, εξέθεσε κατά τη συνεδρίαση ότι η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού δεν είχε γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή καθόσον προβλεπόταν ήδη με νόμο του 1941, ο οποίος αναφερόταν ήδη από τότε στα έργα επί έντυπου υποθέματος. Από το 1971, συνήφθησαν μεταξύ των παραγωγών δίσκων συμφωνίες ώστε το διακριτικό SIAE να επιτίθεται στο ως άνω υπόθεμα.
27. Η SIAE διευκρινίζει επίσης ότι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ο ιταλικός νόμος δεν προέβλεπε την υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου επί των έργων εικονιστικής τέχνης· η ως άνω υποχρέωση υφίσταται μόνον από την έναρξη ισχύος του νόμου 248/2000. Εν προκειμένω, τα CD που περιείχαν μουσικά έργα έπρεπε να φέρουν το διακριτικό της SIAE.
28. Όσον αφορά τα άρθρα 3 ΕΚ, 22 ΕΚ και 27 ΕΚ, η SIAE ισχυρίζεται ότι η προβλεπόμενη με τα ως άνω άρθρα απαγόρευση σχετικά με τις επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή αφορά αποκλειστικά το εισαγόμενο προϊόν, αποκλείοντας το εθνικό. Η ιταλική νομοθεσία περί επιβολής της υποχρεώσεως επιθέσεως του διακριτικού σημείου εφαρμόζεται επί όλων των προϊόντων, εθνικών ή εισαγομένων. Επομένως, τα ως άνω άρθρα δεν αφορούν τη σχετική υποχρέωση, ο σκοπός της οποίας, εξάλλου, όπως εκθέτει και η Ιταλική Κυβέρνηση, έγκειται στο να καταστεί εφικτή η άμεση αναγνώριση των πρωτοτύπων έργων σε σχέση με τα πειρατικά, τόσο εκ μέρους των δυνάμεων της τάξεως όσο και από τους καταναλωτές.
29. Η SIAE προσθέτει ότι η οδηγία 92/100 μεταφέρθηκε στην ιταλική έννομη τάξη με το νομοθετικό διάταγμα 685/94. Ως μέτρο εφαρμογής της οδηγίας, το ως άνω νομοθετικό διάταγμα, το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενα της SIAE «μετέφερε στο εσωτερικό τους κανόνες περί του διακριτικού σημείου», γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή.
30. Τέλος, αν το Δικαστήριο επιδίωκε αναδιατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος σε σχέση με τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, η SIAE διευκρινίζει ότι η υποχρέωση επιθέσεως θα έπρεπε να εκληφθεί ως ανάλογη προς τους στόχους, ιδίως, της καταπολεμήσεως της πειρατείας και ενημερώσεως των καταναλωτών, οι οποίοι, αγοράζοντας παράνομα αντίγραφα, υπόκεινται σε ποινικές διώξεις.
31. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, δοθέντος ότι το αιτούν δικαστήριο έκανε απλώς δεκτό το αίτημα του δικηγόρου του κατηγορουμένου. Το εθνικό δικαστήριο θα έπρεπε να παράσχει κατ’ ελάχιστον διευκρινίσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου επί των οποίων απευθύνει ερώτημα προς το Δικαστήριο απαιτούν την εκ μέρους του ερμηνεία.
32. Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι η SIAE είναι δημόσια επιχείρηση απολαύουσα εκ του νόμου μονοπωλίου, η αποστολή της οποίας έγκειται κυρίως στην είσπραξη, όπως προβλέπει ο νόμος, των εσόδων από την επίθεση του διακριτικού της SIAE. Χορηγώντας το διακριτικό αυτό, η SIAE παρέχει στα μέλη της την υπηρεσία της κατοχυρώσεως της νομιμότητας των αναπαραγωγών. Η ως άνω υπηρεσία εντάσσεται στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της πειρατείας και ουδόλως επηρεάζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Συμφωνώντας με τη SIAE, η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού SIAE είναι έγκυρη υπό το πρίσμα του άρθρου 30 ΕΚ. Το μέτρο αυτό, το οποίο δεν συνεπάγεται αποτέλεσμα δυσμενούς μεταχειρίσεως, είναι σύμφωνο και προς την οδηγία 92/100.
33. Όπως και η SIAE, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη με τον νόμο 121/87 υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού δεν είχε γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή επειδή η σχετική υποχρέωση υφίσταται από το 1941, η δε θέσπιση ποινικής κυρώσεως συνιστά απλώς προσαρμογή στην εμφάνιση νέων τεχνολογικών υποθεμάτων στην αγορά.
34. Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα έργα της διανοίας δεν μπορούν να εξομοιώνονται προς οποιοδήποτε άλλο εμπορεύσιμο αγαθό εντός της Κοινότητας επειδή δεν πρόκειται περί εμπορευμάτων. Το διακριτικό σημείο SIAE δεν μπορεί να εξομοιώνεται προς σήμανση σύμφωνα με τους τεχνικούς κανόνες κατά την έννοια της οδηγίας 83/189, δοθέντος ότι το διακριτικό αυτό σημείο ή αυτοκόλλητο σήμα εξατομικεύει κατ’ ουσίαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αναπαραγόμενου έργου της διανοίας και ως εκ τούτου του corpus mysticum, χωρίς να προσιδιάζει στο corpus mecchanicum, ήτοι το υπόθεμα. Δεν μπορεί να γίνεται αναφορά, όπως το πράττει η Επιτροπή, στην απόφαση BIC Benelux (10). Στα πλαίσια της ως άνω αποφάσεως, στόχος της σχετικής επισημάνσεως ήταν η ενημέρωση του κοινού επί των συνεπειών του προϊόντος BIC στο περιβάλλον· υπό την έννοια αυτή, περιέγραφε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του οικείου προϊόντος. Πλην όμως, η επισήμανση SIAE δεν εμπεριέχει καμία περιγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του προϊόντος. Πρόκειται απλώς για ένδειξη απευθυνόμενη προς τις δυνάμεις της τάξεως και τους καταναλωτές ότι η ως άνω επισήμανση έχει τεθεί σύμφωνα με τον νόμο. Επομένως, το μέτρο είναι όλως παρεπόμενο σε σχέση με τον σκοπό ο οποίος συνίσταται στο να κατοχυρωθεί ότι τηρήθηκαν απολύτως οι κανόνες.
35. Η Επιτροπή θεωρεί, κατόπιν των γραπτών απαντήσεων επί των γραπτών ερωτημάτων του Δικαστηρίου και των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι διάφοροι διάδικοι κατά τη συζήτηση ακροατηρίου, ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.
36. Η Επιτροπή εμμένει επί του γεγονότος ότι εκείνο που επεξέτεινε την υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE στις κασέτες μουσικής και στα CD είναι το άρθρο 2 του νόμου 121/87. Η ανωτέρω διάταξη συνιστά τεχνικό κανόνα που θα έπρεπε να έχει γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή. Η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 1, σημείο 5, της οδηγίας 83/189 (11), η οποία ίσχυε το 1987, σύμφωνα με την οποία είναι τεχνικοί κανόνες «οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία ή τη χρήση […]». Για την εμπορία των βιντεοκασετών και των CD στην Ιταλία το 1987 ήταν αναγκαία η επίθεση του ως άνω διακριτικού. Επομένως, πρόκειται για τεχνικό κανόνα, η τήρηση του οποίου ήταν υποχρεωτική για τη διάθεση στο εμπόριο εντός της Ιταλίας.
37. Η Επιτροπή προσθέτει ότι το νομοθετικό διάταγμα 685/94, το οποίο κατήργησε τον νόμο 121/87, αποτελεί το μοναδικό κείμενο που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Το άρθρο 171 ter, στοιχείο c, αυτού προέβλεπε επίσης υποχρέωση, επ’ απειλή επιβολής ποινικών κυρώσεων, επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE, οπότε θα έπρεπε επίσης να αποτελέσει αντικείμενο γνωστοποιήσεως προς την Επιτροπή. Το διακριτικό αυτό, το οποίο μπορεί να επιτεθεί είτε απευθείας επί του CD είτε επί του εξωτερικού περιβλήματός του, εξομοιώνεται με σήμανση. Επομένως, η παρούσα περίπτωση είναι παρεμφερής προς εκείνη της υποθέσεως BIC Benelux, προπαρατεθείσα, όσον αφορά τις φορολογικές πτυχές. Υπό την έννοια αυτή, η Επιτροπή παραπέμπει και στην απόφαση CIA Security International (12), με την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε τη μη τήρηση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως, όπως προβλέπει ιδίως το άρθρο 8 της οδηγίας 89/189, ως συνεπαγόμενη το ανεφάρμοστο των επίδικων τεχνικών προδιαγραφών και το μη αντιτάξιμό τους έναντι των ιδιωτών.
38. Επί του επιχειρήματος που προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η SIAE ότι η Επιτροπή είχε λάβει γνώση της υποχρεώσεως επιθέσεως του διακριτικού διά της κοινοποιήσεως του νομοθετικού διατάγματος 685/94 ως μέτρου μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 92/100, η Επιτροπή αντικρούει ότι η σχετική υποχρέωση δεν συνιστά μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 92/100, δοθέντος ότι δεν είναι αναγκαία για τη μεταφορά της οδηγίας. Επομένως, η γνωστοποίηση, ως πράξη μεταφοράς της οδηγίας 92/100, δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10 της οδηγίας 83/189 περιπτώσεις, προβλέποντας την απαλλαγή των κρατών μελών από την υποχρέωση γνωστοποιήσεως των πράξεων μεταφοράς των κοινοτικών οδηγιών.
39. Με τις παρατηρήσεις της, τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ως επαρκείς, προβάλλει, πάντως, το επιχείρημα ότι η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE δεν αντίκειται ούτε προς τα άρθρα 23 ΕΚ και 25 ΕΚ, καθόσον δεν αφορά τη διέλευση από τα σύνορα αλλά συνιστά προς εκπλήρωση υποχρέωση πριν από την εμπορία, ούτε προς την οδηγία 92/100, η οποία περιορίζεται στον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής ορισμένων δικαιωμάτων, αλλά αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή των μηχανισμών διασφαλίσεως της τηρήσεως των ως άνω δικαιωμάτων· η υποχρέωση επιθέσεως μπορεί να εκληφθεί ως μηχανισμός.
V – Εκτίμηση
Α – Το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος
40. Σε αντίθεση με τις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκτιμώ ότι το προδικαστικό αυτό ερώτημα είναι παραδεκτό. Ασφαλώς, το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο περιορίζεται να επισυνάψει το αίτημα περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, όπως αυτό διατυπώνεται από το δικηγόρο ενός διαδίκου, δεν είναι το ευκταίο, υποχρέωσε δε το Δικαστήριο να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, διευκρινίσεις από το αιτούν δικαστήριο ως προς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και σχετικά με τις προς ερμηνεία διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και τους λόγους για τους οποίους ο αιτών δικαστής κρίνει αναγκαίο το να ζητήσει την ερμηνεία τους. Πάντως, από καμία διάταξη, ειδικότερα δε από το ενημερωτικό σημείωμα για τις αιτήσεις των εθνικών δικαστηρίων προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (13), δεν προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει τύποις να συντάξει το ίδιο το ή τα προδικαστικά ερωτήματα και να παράσχει το ίδιο κάθε λυσιτελή πληροφορία επί της υπό κρίση υποθέσεως (14), επί ποινή απαραδέκτου. Εξάλλου, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο, δέχεται, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, το αίτημα περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος το οποίο υπέβαλε ο δικηγόρος του K. J. W. Schwibbert.
Β – Η πρωτοτυπία του ιταλικού νόμου
41. Στη μεγάλη πλειονότητά τους, οι νομοθεσίες των κρατών μελών δεν προβλέπουν υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου του επιφορτισμένου με τη διαχείριση των δικαιωμάτων του δημιουργού επί των υποθεμάτων εθνικού οργανισμού (15). Πάντως, αν οι ως άνω οργανισμοί απαιτούν ή συνιστούν, ως προϋπόθεση για την έγκριση αναπαραγωγής, να αναγράφονται επί των υποθεμάτων ορισμένα στοιχεία (16), τα στοιχεία αυτά πρέπει να αφορούν απλώς τις αναπαραγωγές, ουδόλως όμως απαιτείται οι αναπαραγωγές να συνοδεύονται από αυτοκόλλητα σήματα πωλούμενα από τους εν λόγω οργανισμούς. Εξάλλου, η τυχόν απαίτηση των οργανισμών να επιτίθεται επί των αναπαραγωγών το διακριτικό σημείο τους δεν εδράζεται σε νομική υποχρέωση, αλλά απλώς θεμελιώνεται στη συναφθείσα μεταξύ των ως άνω οργανισμών και του δικαιούχου της αδείας αναπαραγωγής σύμβαση. Έτσι, η μη επίθεση του διακριτικού συνεπάγεται απλώς κυρώσεις συμβατικής φύσεως, όπως η καταβολή επιπλέον τελών.
42. Το ιταλικό νομικό σύστημα, το οποίο προβλέπει ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση μη επιθέσεως του διακριτικού του επιφορτισμένου με την είσπραξη των δικαιωμάτων του δημιουργού οργανισμού, είναι υπό την έννοια αυτή προφανώς πρωτότυπο σε σύγκριση με τα συστήματα των λοιπών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Γ – Η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE: τεχνικός κανόνας για τον οποίο υφίσταται υποχρέωση γνωστοποιήσεως
43. Το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή οποιοδήποτε σχέδιο τεχνικού κανόνα. Η SIAE και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η Ιταλία δεν όφειλε να γνωστοποιήσει την προβλεπόμενη υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE καθόσον δεν επρόκειτο για τεχνικό κανόνα. Κατόπιν αυτού, επιβάλλεται να εξεταστεί η έννοια του τεχνικού κανόνα (17) και να εκτιμηθεί κατά πόσον η ως άνω έννοια περιλαμβάνει ενδεχομένως την υποχρέωση επιθέσεως παρόμοιου διακριτικού σημείου.
44. Κατά το Δικαστήριο, δεν συνιστούν επί παραδείγματι τεχνικό κανόνα οι εθνικές διατάξεις που περιορίζονται στην πρόβλεψη των προϋποθέσεων για την εγκατάσταση των επιχειρήσεων, όπως διατάξεις εξαρτώσες την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από προηγούμενη έγκριση (18). Επίσης, δεν συνιστά τεχνικό κανόνα εθνική κανονιστική ρύθμιση σε θέματα ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, μη διέπουσα τα απαιτούμενα για συγκεκριμένο προϊόν χαρακτηριστικά γνωρίσματα (19).
45. Αντιθέτως, συνιστούν τεχνικούς κανόνες οι λεπτομερείς κανόνες περί καθορισμού των προϋποθέσεων που αφορούν τις ποιοτικές δοκιμές και την εύρυθμη λειτουργία που πρέπει να πληρούνται ώστε το προϊόν να καταστεί εφικτό να εγκριθεί και να διατεθεί στο εμπόριο (20). Ομοίως, συνιστούν, τεχνικούς κανόνες διατάξεις υποχρεώνουσες τις επιχειρήσεις να ζητούν προηγούμενη έγκριση για το υλικό τους (21). Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι η έννοια της τεχνικής προδιαγραφής καλύπτει και τις μεθόδους και διαδικασίες παραγωγής των φαρμάκων (22). Το Δικαστήριο προσδιόρισε επίσης ότι οι κανόνες που έχουν ως σκοπό να αποτρέπουν τη χορήγηση ουσιών με συμπαθητικομιμητική δράση σε ορισμένα εκτρεφόμενα για πάχυνση βοοειδή συνιστούν τεχνικές προδιαγραφές εφόσον εκδίδονται από τις εθνικές διοικητικές αρχές, εφαρμόζονται επί του συνόλου του εθνικού εδάφους και είναι υποχρεωτικοί για τους αποδέκτες τους (23). Με την απόφαση Bic Benelux το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι σήμανση, στόχος της οποίας είναι η ενημέρωση του κοινού ως προς τις επιπτώσεις ενός προϊόντος επί του περιβάλλοντος, δεν διακρίνεται, παρ’ όλο το γεγονός ότι συνοδεύεται από σύστημα φόρου οικολογίας, από άλλα σήματα υπενθυμίζοντα στους καταναλωτές τις βλαπτικές συνέπειες των επίδικων προϊόντων επί του περιβάλλοντος. Υπό την έννοια αυτή, παρόμοια σήμανση δεν μπορεί να θεωρείται ως φορολογικό συνοδευτικό μέτρο και ως εκ τούτου πρέπει να γνωστοποιείται (24). Ομοίως, πρέπει να γνωστοποιείται η υποχρέωση αναγραφής επί της επισημάνσεως της προελεύσεως ενός προϊόντος (25). Ακόμη και εθνικές διατάξεις απαγορεύουσες τη διοργάνωση τυχηρών παιγνίων διά της εκμεταλλεύσεως ορισμένων αυτόματων μηχανημάτων παιγνίων (26), περιέχουσες επιταγές σχετικές με το ανώτατο μήκος και ύψος καθώς και τον περιορισμό της ισχύος προώσεως των σκαφών αναψυχής με κινητήρα (27) ή εθνικές νομοθετικές διατάξεις απαγορεύουσες τη χρησιμοποίηση όλων των ηλεκτρικών, ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιγνίων σε οποιοδήποτε δημόσιο και ιδιωτικό χώρο, καθώς και τη χρήση παιγνίων επί ηλεκτρονικών υπολογιστών κειμένων σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαδικτύου και εξαρτώσες την εκμετάλλευση των ως άνω επιχειρήσεων από την έκδοση ειδικής αδείας πρέπει να χαρακτηρίζονται ως τεχνικοί κανόνες (28).
46. Εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE μπορεί να συγκριθεί με την υποχρέωση σημάνσεως στα πλαίσια της υποθέσεως Bic Benelux, προπαρατεθείσα, αντικείμενο της οποίας ήταν υποχρέωση σημάνσεως με σκοπό την ενημέρωση του κοινού ως προς τις επιπτώσεις ενός προϊόντος επί του περιβάλλοντος. Στην παρούσα υπόθεση, το διακριτικό σημείο σκοπεί, όπως διευκρίνισαν η SIAE και η Ιταλική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις τους, στην ενημέρωση των καταναλωτών και των δυνάμεων της τάξεως ως προς το ότι οι αναπαραγωγές είναι νόμιμες. Έτσι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 23 της αποφάσεως Bic Benelux, η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE συνιστά, επαναλαμβάνοντας τη φρασεολογία του ιδίου του Δικαστηρίου στην ως άνω σκέψη 23 της αποφάσεως Bic Benelux, «σύμφωνα με τον ορισμό που δόθηκε στην έννοια αυτή από το [σημείο 11, της οδηγίας 98/48], τεχνικό κανόνα de jure, δεδομένου ότι “η τήρησή [του] είναι υποχρεωτική [...] για την εμπορία” του συγκεκριμένου προϊόντος και καθόσον πρόκειται, κατά τον ορισμό που δόθηκε στην έννοια αυτή από το [σημείο 2 του άρθρου 5 της οδηγίας 98/34], περί τεχνικής προδιαγραφής, καθότι ο κανόνας καθορίζει “τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως [τις] προδιαγραφές που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά [...] τη σήμανση και [την επισήμανση] [...]”».
47. Επιβάλλεται, λοιπόν, η απόρριψη του επιχειρήματος της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι τα έργα της διανοίας δεν μπορούν να εξομοιώνονται με οποιοδήποτε άλλο εμπορεύσιμο αγαθό καθότι δεν πρόκειται για εμπορεύματα. Η οδηγία 98/34 αναφέρεται όχι στην έννοια «του εμπορεύματος» αλλά στην έννοια του «προϊόντος» (29). Σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 98/34, εμπίπτει στην οδηγία «κάθε προϊόν βιομηχανικής κατασκευής». Αναμφιβόλως, τα CD είναι προϊόντα βιομηχανικής κατασκευής. Επιπλέον, η οδηγία δεν αποκλείει κανένα τομέα από το πεδίο εφαρμογής της, ιδίως δε τα έργα της διανοίας (30). Εξάλλου, η οδηγία 98/48 (31), η οποία εκδόθηκε ένα μήνα μετά την έκδοση της οδηγίας 98/34, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της στις «υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών», ήτοι «κάθε υπηρεσία που παρέχεται συνήθως έναντι αμοιβής με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως […]». Δεδομένου ότι παρόμοιες υπηρεσίες είναι σαφώς «έργα της διανοίας», δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι τα έργα της διανοίας δεν εμπίπτουν σε τομείς οι οποίοι διέπονται από κανόνες δυνάμενους να χαρακτηριστούν ως τεχνικοί κανόνες.
48. Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το διακριτικό σημείο SIAE δεν μπορεί να εξομοιωθεί με σήμανση σύμφωνα με τους τεχνικούς κανόνες, καθόσον το διακριτικό αυτό σημείο εξατομικεύει κατ’ ουσίαν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αναπαραγόμενου έργου της διανοίας και επομένως του corpus mysticum, χωρίς να χαρακτηρίζει το corpus mecchanicum, ήτοι το υπόθεμα. Στην πραγματικότητα η διάκριση αυτή είναι επίπλαστη. Πρέπει να υπενθυμίσω ότι το διακριτικό σημείο SIAE σκοπεί στην ενημέρωση των καταναλωτών και των δυνάμεων της τάξεως ότι τα CD αντιγράφηκαν χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των δημιουργών. Άρα, το σημείο αυτό αφορά σαφώς το υπόθεμα.
49. Επίσης, δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας 98/34, σύμφωνα με το οποίο «τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα», η Ιταλία θα όφειλε να γνωστοποιήσει την υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου της SIAE, όπως προκύπτει από τις εθνικές διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ήτοι το νομοθετικό διάταγμα 685/94.
50. Εξάλλου, στον ισχυρισμό της SIAE, η οποία προβάλλει ότι, αν έπρεπε να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου της SIAE συνιστά γνωστοποιητέο τεχνικό κανόνα, η γνωστοποίηση έλαβε χώρα εμμέσως, δεδομένου ότι το νομοθετικό διάταγμα γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή ως μέτρο εφαρμογής της οδηγίας 92/100, οφείλεται η απάντηση ότι, κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34, τα κράτη μέλη «απευθύνουν επίσης στην Επιτροπή γνωστοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα». Επιπλέον, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως «συνίσταται στο να καθιστά δυνατό στην Επιτροπή να έχει την πληρέστερη δυνατή πληροφόρηση σχετικά με κάθε σχέδιο τεχνικού κανονισμού, όσον αφορά το περιεχόμενό του, το πεδίο του και το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, προκειμένου να μπορεί να ασκεί, όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα, τις εξουσίες που της απονέμει η οδηγία [83/189] (32). Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ουδεμία κοινοποίηση απευθύνθηκε επί τούτου. Η ίδια διάταξη απαιτεί περαιτέρω από τα κράτη μέλη «να κοινοποιούν ταυτοχρόνως […] το κείμενο των βασικών, νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που αφορούν κατά κύριο και άμεσο λόγο τον τεχνικό κανόνα, εφόσον η γνώση του κειμένου αυτού είναι αναγκαία για να εκτιμηθεί η εμβέλεια του σχεδίου τεχνικού κανόνα». Λαμβάνοντας υπόψη την πρωτοτυπία του ιταλικού νόμου σε σχέση με τα δίκαια των άλλων κρατών μελών και ενόψει του σφαιρικού στόχου της οδηγίας (33), η γνωστοποίηση αυτή δεν θα ήταν εκ περισσού.
Δ – Η υποχρέωση γνωστοποιήσεως της επεκτάσεως του πεδίου εφαρμογής ενός τεχνικού κανόνα
51. Τόσο η SIAE όσο και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση επιθέσεως του προβλεπόμενου με τον νόμο 121/87 διακριτικού σημείου δεν έπρεπε να κοινοποιηθεί προς την Επιτροπή, δεδομένου ότι η ως άνω υποχρέωση προβλεπόταν ήδη με τον νόμο του 1941 για έργα επί έντυπου υποθέματος. Ο νόμος 121/87 της 27ης Μαρτίου 1987, ο οποίος επεξέτεινε την υποχρέωση αυτή σε άλλους τομείς και προέβλεψε ποινικές κυρώσεις, καθώς και το νομοθετικό διάταγμα 685/94 της 16ης Νοεμβρίου 1994, το οποίο κατήργησε τον νόμο 121/87, συνιστούν απλώς προσαρμογές στην τεχνολογική πρόοδο, οπότε δεν υφίστατο υποχρέωση γνωστοποιήσεως της επεκτάσεως των τομέων που υπόκεινται στην υποχρέωση επιθέσεως του σημείου SIAE.
52. Πάντως, το ίδιο το άρθρο 8 προβλέπει επίσης ότι «τα κράτη μέλη προβαίνουν σε νέα γνωστοποίηση […] εφόσον επιφέρουν σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο αυτό με αποτέλεσμα να τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής του». Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι συνιστά νέο τεχνικό κανόνα η επέκταση του πεδίου εφαρμογής ενός τεχνικού κανόνα και σε άλλα προϊόντα (34).
Ε – Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να μην εφαρμόσει μη γνωστοποιηθέντα τεχνικό κανόνα
53. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, επειδή η υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE δεν γνωστοποιήθηκε από την Ιταλία προς την Επιτροπή, οι ιταλικές αρχές δεν μπορούν να προσάψουν στον K. J. W. Schwibbert ότι δεν την τήρησε.
54. Πράγματι, με την προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International (35), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 83/189 έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι ιδιώτες μπορούν να τα επικαλούνται ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, στο οποίο εναπόκειται να αρνείται την εφαρμογή εθνικού τεχνικού κανόνα ο οποίος δεν γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με την οδηγία. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αφενός, επιβάλλοντας συγκεκριμένη υποχρέωση για τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τα σχέδια πριν από την έκδοσή τους, οι σχετικές διατάξεις είναι, όσον αφορά το περιεχόμενό τους, ανεπιφύλακτες και αρκούντως ακριβείς. Αφετέρου, ερμηνεία της οδηγίας υπό την έννοια ότι η αθέτηση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια ικανή να επιφέρει την αδυναμία εφαρμογής έναντι των ιδιωτών των επίμαχων τεχνικών κανόνων διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του προληπτικού κοινοτικού ελέγχου, όπως προβλέπει η οδηγία, προς κατοχύρωση της προστασίας της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, στόχου της οδηγίας αυτής (36). Ομοίως, με την απόφαση Sapod Audic, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη κοινοποιήσεως εθνικής διατάξεως η οποία πρέπει να ερμηνευθεί ως συνεπαγόμενη υποχρέωση σημάνσεως ή επισημάνσεως, οπότε εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να αρνηθεί να εφαρμόσει την ως άνω διάταξη (37).
55. Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, η προβλεπόμενη με το νομοθετικό διάταγμα 685/94 (38), υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου SIAE, έπρεπε να θεωρηθεί ως συνιστώσα τεχνικό κανόνα. Ο τεχνικός αυτός κανόνας δεν γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή, σε αντίθεση προς τις επιταγές του άρθρου 8 της οδηγίας 98/34. Επομένως, οι ιταλικές αρχές δεν μπορούν να προσάπτουν στον K. J. W. Schwibbert ότι δεν εκπλήρωσε τη σχετική υποχρέωση. Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί απάντηση στα λοιπά ερωτήματα που ανακύπτουν στα πλαίσια του προδικαστικού ερωτήματος, δεδομένου ότι η επίλυσή τους δεν είναι λυσιτελής για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (39).
VI – Πρόταση
56. Λαμβάνοντας υπόψη τις προεκτεθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής επί των υποβληθέντων από το Tribunale di Forlì ερωτημάτων:
«Εθνικές διατάξεις επιβάλλουσες την υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου ενός επιφορτισμένου με την είσπραξη των δικαιωμάτων του δημιουργού εθνικού οργανισμού είναι γενεσιουργές τεχνικού κανόνα ο οποίος πρέπει να γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34. Πρέπει να χωρεί γνωστοποίηση κάθε φορά που επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής της ως άνω υποχρεώσεως. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να αρνηθεί την εφαρμογή διατάξεως μη ικανοποιούσας την ως άνω υποχρέωση γνωστοποιήσεως.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 109, σ. 8.
3 – ΕΕ L 204, σ. 37.
4 – EE L 217, σ. 18.
5 – ΕΕ L 346, σ. 61.
6 – ΕΕ L 167, σ. 10.
7 – GURI αριθ. 166, της 16ης Ιουλίου 1941.
8 – GURI αριθ. 73, της 28ης Μαρτίου 1987.
9 – GURI αριθ. 293, της 16ης Δεκεμβρίου 1994.
10 – Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-13/96 (Συλλογή 1997, σ. I-1753).
11 – Η ισχύουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών διατύπωση εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα ως σημείο 11 της οδηγίας 98/48 (βλ. ανωτέρω, «Το νομικό πλαίσιο»).
12 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94 (Συλλογή 1996, σ. I‑2201).
13 – ΕΕ C 143, της 11.6.2005, σ. 1.
14 – Έτσι, στο πλαίσιο των υποθέσεων Silvio Berlusconi (C-387/02), Sergio Adelchi (C-391/02) και Marcello Dell’Utri κ.λπ. (C-403/02), της 3ης Μαΐου 2005 (Συλλογή 2005, σ. I-3565, σκέψη 37), το Δικαστήριο διατύπωσε το ίδιο τα ερωτήματα υπό το φως του σκεπτικού της αποφάσεως περί παραπομπής.
15 – Το πορτογαλικό και το ρουμανικό δίκαιο προβλέπουν την υποχρέωση επιθέσεως αυτοκόλλητου σήματος επί των αναπαραγωγών είτε πρόκειται για εισαγόμενες είτε για παραχθείσες επί του εθνικού εδάφους. Η επίθεση του αυτοκόλλητου αυτού σήματος λογίζεται ως μέτρο προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων κατά της πειρατείας.
Κατά το πορτογαλικό δίκαιο (νομοθετικό διάταγμα 39/88, της 6ης Φεβρουαρίου 1988, Diário da República I, σειρά A, αριθ. 31, της 6ης Φεβρουαρίου 1988, σ. 418, όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 121/2004, της 21ης Μαΐου 2004, Diário da República I, σειρά A, αριθ. 119, της 21ης Μαΐου 2004, σ. 3326), ο δικαιούχος των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως πρέπει να ζητήσει από τη Γενική Επιθεώρηση των Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων (IGAC) τη χορήγηση αυτοκόλλητου σήματος προς επίθεση επί κάθε αντιγράφου. Στο αυτοκόλλητο αυτό σημείο, ο τύπος του οποίου εγκρίθηκε με διάταγμα, παρίστανται ιδίως το διακριτικό σημείο IGAC, ο τίτλος, η κατάταξη και ο αριθμός καταχωρίσεως. Για κάθε αυτοκόλλητο σήμα, ο ως άνω οργανισμός εισπράττει ποσό ύψους 0,18 ευρώ (στο οποίο προστίθεται οφειλόμενος ετησίως φόρος προς την Επιτροπή Ταξινομήσεως Θεαμάτων ύψους 37,41 ευρώ). Η διανομή ή η έκθεση των αναπαραγωγών που δεν φέρουν υποχρεωτικώς το αυτοκόλλητο σήμα της IGAC τιμωρείται με πρόστιμο 500 έως 3 470 ευρώ, εφόσον προέρχεται από φυσικό πρόσωπο, και με πρόστιμο ύψους 1 000 έως 3 000 ευρώ οσάκις προέρχεται από νομικό πρόσωπο.
Το ρουμανικό δίκαιο [νόμος 8 της 14ης Μαρτίου 1996, σχετικά με το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενή δικαιώματα, Monitorul Oficial μέρος Ι, αριθ. 60, της 26ης Μαρτίου 1996 και αριθ. 843, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, και πράξη της Κυβερνήσεως αριθ. 25 της 26ης Ιανουαρίου 2006, σχετικά με την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας του ρουμανικού γραφείου των δικαιωμάτων του δημιουργού (O.R.D.A.), Monitorul Oficial μέρος Ι, αριθ. 84, της 30ής Ιανουαρίου 2006] προβλέπει υποχρέωση επιθέσεως ολογραφήματος επί των αναπαραγωγών. Η σχετική σήμανση, ο τύπος της οποίας εγκρίνεται από το O.R.D.A., συνίσταται σε επικολλώμενο χαρτόσημο ασημένιου χρώματος φέρον τρισδιάστατη εικόνα, αλφαριθμητικό κώδικα και τη μνεία «MOSTRA ORDA». Το ως άνω γραφείο χορηγεί τα ολογραφήματα κατόπιν αιτήσεως και με την υποβολή βεβαιώσεως εγγραφής της αναπαραγωγής στο εθνικό μητρώο βιντεογραμμάτων. Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να καταβάλει αναλογούν προς την τιμή πωλήσεως τέλος καθώς και τέλος προς κάλυψη των διοικητικών εξόδων. Η εμπορία ή η κατοχή για τους σκοπούς της εμπορίας αναπαραγωγών μη εφοδιασμένων με σήμανση συνιστά παράβαση τιμωρητέα με πρόστιμο.
Το ελληνικό και κυπριακό δίκαιο αντιμετώπισαν το ενδεχόμενο λήψεως παρεμφερών μέτρων, ουδέποτε όμως τα θέσπισαν.
16 – Τα προς παράθεση στοιχεία είναι τα ακόλουθα: Αυστρία: © VBK («Verwertungsgesellschaft bildender Künstler»)/όνομα του δημιουργού/τίτλος του έργου· Γερμανία: © VG («Verwertungsgesellschaft BILD-KUNST») Bild-Kunst, Βόννη, έτος της εγκρίσεως· Φινλανδία: όνομα του δημιουργού/© Kuvasto/έτος της εγκρίσεως· Σουηδία: © όνομα του δημιουργού/BUS («Bildkonst Upphovsrätt i Sverige»)/έτος της εγκρίσεως· Δανία: © όνομα του δημιουργού/COPY-DAN Billedkunst/αριθμός αδείας· Γαλλία: © όνομα του δημιουργού/ημερομηνία της δημοσιεύσεως του έργου· Ουγγαρία: όνομα του δημιουργού/τίτλος του έργου/HUNGART ©· Ηνωμένο Βασίλειο: © όνομα του δημιουργού/τίτλος του έργου/DACS («Design and Artists Copyright Society Limited»)/ημερομηνία της εγκρίσεως· Κάτω Χώρες: © όνομα του δημιουργού/τίτλος πρωτοτύπου του έργου (ενδεχομένως συνοδευόμενος από μετάφραση)/έτος δημιουργίας/c/o Beeldrecht Amsterdam/έτος της εγκρίσεως· Λουξεμβούργο: λογότυπο SDRM («Société des droits de reproduction mécaniques») – SACEM («Société des auteurs, compositeurs et éditeurs musicaux»)· Ισπανία: λογότυπο SGAE («La Sociedad General de Autores y Editores»). Η Ιρλανδία γνωρίζει επίσης παρόμοιες επιταγές ή συστάσεις.
17 – Η οδηγία 98/48, η οποία τροποποίησε την οδηγία 98/34, δίδει τον ορισμό της εννοίας του τεχνικού κανόνα ως εξής: «[…] τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία ή τη χρήση […]». Η έννοια της τεχνικής προδιαγραφής εξακολουθεί να δίδεται από την οδηγία 98/34· πρόκειται για «προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο όπου ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή οι ιδιότητες χρήσεως, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πωλήσεως, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και [την επισήμανση], καθώς και τις διαδικασίες αξιολογήσεως της πιστότητας […]». Από τον όρο «όπως» συνάγεται κατ’ ανάγκη το συμπέρασμα ότι ο ως άνω κατάλογος τεχνικών προδιαγραφών ουδαμώς είναι εξαντλητικός. Βλ. Fronia, J., «Transparenz und Vermeidung von Handelshemmnissen bei Produktspezifikationen im Binnenmark», Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht, τεύχος 4, 1996, σ. 102. Ως προς την έννοια του τεχνικού κανόνα, βλ., επίσης, Lecrenier, S., «Les articles 30 et suivants CEE et les procédures de contrôle prévues par la directive 83/189/CEE», Revue du Marché commun, αριθ. 283, Ιανουάριος 1985, σ. 10, Bernhard, A. και Madner, V., «Das Notifikationsverfahren nach der Informationsrichtlinie, Eine Auseinandersetzung im Lichte des “CIA-Urteils” des EuGH», Journal für Rechtspolitik αριθ. 6, σ. 87, Weber, D. M., «The notification of Directive 83/189/EEC in the field of direct and indirect taxation», EC Tax Review, 1998, σ. 276.
18 – Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital (Συλλογή 2002, σ. Ι-607, σκέψη 45), σχετικά με την ισπανική νομοθεσία η οποία προβλέπει την υποχρέωση των παρεχόντων υπηρεσίες προσβάσεως υπό όρους στην τηλεόραση να εγγράφονται σε εθνικό μητρώο συσταθέν επί τούτου, αναφέροντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούν, και να λαμβάνουν προηγούμενη διοικητική έγκριση για τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα.
19 – Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-418/93 έως C-421/93, C‑460/93 έως C-462/93, C-464/93, C-9/94 έως C-11/94, C-14/94, C-15/94, C-23/94, C-24/94 και C-332/94, Semeraro Casa Uno κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-2975, σκέψη 38).
20 – Προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International, σκέψη 26.
21 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις CIA Security International, σκέψη 30, και Canal Satélite Digital, σκέψη 46.
22 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, αποκαλούμενη «Μαλάκια» (Συλλογή 1996, σ. I-4405, σκέψη 51).
23 – Απόφαση της 11ης Μαΐου 1999, C-425/97 έως C-427/97, Albers (Συλλογή 1999, σ. I-2947, σκέψεις 16 έως 18).
24 – Προπαρατεθείσα απόφαση Bic Benelux, σκέψη 24 (βλ. Levis, L., «Bic Benelux SA v. Belgium State – Case C-13/96», ReviewofEuropeanCommunity & InternationalEnvironmentalLaw, 1997, σ. 334-335, και Rainer, A., InternationalesSteuerrecht, 1997, σ. 287).
25 – Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-443/98, Unilever (Συλλογή 2000, σ. I-7535, σκέψη 26), επ’ αφορμή νόμου προβλέποντος την επισήμανση σχετικά με την προέλευση του ελαιολάδου στην Ιταλία.
26 – Απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, C‑267/03, Lindberg (Συλλογή 2005, σ. I-3247, σκέψη 80) (βλ. Segura Roda, I., «La sentencia “Lindberg”: el TJCE confirma y precisa su jurisprudencia relativa al procedimiento de información en materia de reglamentaciones técnicas, Directivas 83/189/CEE y 98/34/CE», Unión Europea Aranzadi, 2005, αριθ. 11, σ. 23).
27 – Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-500/03, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψεις 30 και 31.
28 – Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C-65/05, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 2006, σ. I-10341, σκέψη 61).
29 – Η οδηγία αφορά τις «νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος […]» (σημείο 9 της οδηγίας 98/38, το οποίο κατέστη σημείο 11 της οδηγίας 98/48).
30 – Αντιθέτως, η οδηγία καλύπτει και τα γεωργικά προϊόντα, τη διατροφή των ανθρώπων και τη διατροφή των ζώων, καθώς και τα φάρμακα (άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας 98/34).
31 – Η ως άνω οδηγία αναφέρει ρητώς στο άρθρο 1, σημείο 2, τους τομείς που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της. Πρόκειται ιδίως για τις υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.
32 – Αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C-279/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, αποκαλούμενη «Αμίαντος» (Συλλογή 1997, σ. I‑4743, σκέψη 40), σχετικά με τις προδιαγραφές ως προς την παύση χρησιμοποιήσεως του αμιάντου στην Ιταλία, και της 7ης Μαΐου 1998, C-145/97, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1998, σ. I‑2643, σκέψη 12), σχετικά με τις ποιοτικές προδιαγραφές και τις προδιαγραφές ασφαλείας για την εκμίσθωση επιπλωμένων κατοικιών στο Βέλγιο.
33 – Με την προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International, το Δικαστήριο διευκρίνισε υπό την έννοια αυτή ότι «ο σκοπός της οδηγίας δεν είναι απλώς να ενημερώνεται η Επιτροπή, αλλά ακριβώς […] σε γενικότερο πλαίσιο, η εξάλειψη ή ο περιορισμός των εμποδίων στο εμπόριο, η ενημέρωση των άλλων κρατών επί των τεχνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που μελετώνται από ένα κράτος, η παροχή προς την Επιτροπή και προς τα άλλα κράτη μέλη του αναγκαίου χρόνου προκειμένου να ενεργήσουν και να προτείνουν τροποποιήσεις που επιτρέπουν την ελαχιστοποίηση των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέουν από το μελετώμενο μέτρο και η παροχή στην Επιτροπή του αναγκαίου χρόνου προκειμένου να προτείνει οδηγία εναρμονίσεως. Εξάλλου, το γράμμα των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας 83/189 είναι σαφές, δεδομένου ότι αυτά προβλέπουν διαδικασία κοινοτικού ελέγχου των σχεδίων των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων, ενώ εξαρτούν την ημερομηνία θέσεώς τους σε ισχύ από τη συμφωνία ή από τη μη αντίθεση της Επιτροπής» (σκέψη 50).
34 – Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-317/92 Επιτροπή κατά Γερμανίας, αποκαλούμενη «αποστειρωμένα ιατρικά εργαλεία» (Συλλογή 1994, σ. I-2039, σκέψη 25), σχετικά με την επέκταση ορισμένων υποχρεώσεων επισημάνσεως οι οποίες ίσχυαν ήδη για τα φάρμακα και τα αποστειρωμένα ιατρικά εργαλεία μιας χρήσεως. Ομοίως, με την προπαρατεθείσα απόφαση Lindberg (σκέψεις 84 και 85), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο νέος ορισμός, μέσω εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, μιας υπηρεσίας σχετικής με την κατασκευή προϊόντος, ειδικότερα της υπηρεσίας που συνίσταται στην εκμετάλλευση ορισμένων μηχανών τυχηρών παιγνίων, μπορεί να συνιστά τεχνικό κανόνα ο οποίος χρήζει κοινοποιήσεως (βλ. Bernhard, A., και Madner, V., όπ.π., σ. 94).
35 – Η υπόθεση αφορούσε τη βελγική νομοθεσία σε θέματα εμπορίας συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού, η οποία προέβλεπε την υποχρέωση της εγκρίσεως πριν από την εμπορία. Δύο ανταγωνιστές της επιχειρήσεως CIA, οι οποίοι εμπορεύονταν συστήματα συναγερμού, ενήγαγαν την ως άνω εταιρία με το αιτιολογικό ότι ένα από τα προϊόντα της δεν συμφωνούσε προς τις επιταγές της βελγικής νομοθεσίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση εγκρίσεως συνιστά τεχνικό κανόνα και έπρεπε να γνωστοποιηθεί.
36 – Προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International, σκέψεις 40, 44, 48, 55 (βλ. Picod, F., Revue des affaires européennes, 1996, σ. 183· Simon, D., Europe, 1996, Ιούνιος, Ανακοίνωση αριθ. 245, σ. 11· Vorbach, U., «Das EuGH-Urteil Security International: Keine Anwendung von nationalen technischen Vorschriften, die nicht zuvor der EU-Kommission notifiziert wurden», Österreichische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht, αριθ. 4, 1997, σ. 110· Lecrenier, S., «Le contrôle des règles techniques des États et la sauvegarde des droits des particuliers», Journaldestribunaux, 1997, σ. 1· Fronia, J., Europäische Zeitschrift für Wirtschaftsrecht, 1996, σ. 383· Berrod, F., Revue du marché unique européen, 1996, αριθ. 2, σ. 217· Slot, P. J., Common Market Law Review, 1996, σ. 1035, Candela Castillo, F., «La confirmation par la Cour du principe de non-opposabilité aux tiers des règles techniques non notifiées dans le cadre de la directive 83/189/CEE», Revue du Marché Commun, 1997, σ. 51).
37 – C-159/00, απόφαση της 6ης Ιουνίου 2002, Συλλογή 2002, σ. Ι-5031, με αντικείμενο τη γαλλική νομοθεσία η οποία προέβλεπε την υποχρέωση προσφυγής, για τη διάθεση των αποβλήτων που προέρχονται από χρησιμοποιημένες συσκευασίες, σε εγκεκριμένη επιχείρηση ή την υποχρέωση οργανώσεως ιδίου συστήματος αποκομιδής.
38 – Το νομοθετικό διάταγμα 685/94 αφορά κάθε «υπόθεμα που περιέχει φωνογραφήματα ή βιντεογραφήματα κινηματογραφικών ή οπτικοακουστικών έργων ή διαδοχικές κινούμενες εικόνες». Όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με όσα εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο και διευκρίνισε ο δικηγόρος του K. J. W. Schwibbert σε απάντηση επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ορισμένα CD περιελάμβαναν απλώς αναπαραγωγές πινάκων, χωρίς βίντεο ή μουσική υπόκρουση. Συνεπώς, τέτοια CD δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νομοθετικού διατάγματος και δεν προβλέπεται στην περίπτωση αυτή υποχρέωση επιθέσεως του διακριτικού σημείου της SIAE.
39 – Όλως ενδεικτικώς αναφέρω ότι, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η οδηγία σκοπεί, μέσω προληπτικού ελέγχου, στην προστασία της ελευθερίας αυτής, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας. Ο οικείος έλεγχος είναι σκόπιμος στον βαθμό που οι τεχνικοί κανόνες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μπορεί να αποτελούν εμπόδια στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, εμπόδια τα οποία επιτρέπονται μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών προς εξυπηρέτηση ενός σκοπού γενικού συμφέροντος (προπαρατεθείσα απόφαση CIA Security International, σκέψη 40, και απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-226/97, Lemmens, Συλλογή 1998, σ. I-3711, σκέψη 35).
Full & Egal Universal Law Academy