ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 22ας Ιουνίου 2006 1(1)
Υπόθεση C‑34/05
Maatschap J. en G. P. en A. C. Schouten
κατά
Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (Κάτω Χώρες)]
«Γεωργικές δομές – Καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων – Τομέας του βοείου κρέατος – Διαθέσιμη καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση – Έκταση καλυφθείσα προσωρινώς από ύδατα κατά την κρίσιμη περίοδο»
1. Στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, το 1992, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε νέο σύστημα στήριξης των παραγωγών βοείου κρέατος. Το σύστημα αυτό συνίσταται στην άμεση καταβολή, στον κάτοχο εκμεταλλεύσεως, ειδικών πριμοδοτήσεων, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται από την τήρηση δείκτη πυκνότητας. Αυτός ορίζεται σε συνάρτηση με τον αριθμό των βοοειδών που υπάρχουν στην εκμετάλλευση και τη «διαθέσιμη» για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασή της.
2. Στην υπό κρίση διαφορά, το ζήτημα είναι αν ένα καλυφθέν προσωρινώς από ύδατα αγροτεμάχιο μπορεί να θεωρηθεί ως «διαθέσιμη» για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση.
3. Το ερώτημα αυτό, το οποίο υπέβαλε το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες), εντάσσεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας γεωργικών εκμεταλλεύσεων Maatschap J. en G. P. en A. C. Schouten (στο εξής: Schouten) και του Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit (Υπουργού Γεωργίας, Φυσικού Περιβάλλοντος και Ποιότητας Τροφίμων, στο εξής: Υπουργός), σχετικά με τη χορήγηση ειδικών πριμοδοτήσεων για τα αρσενικά βοοειδή που βρίσκονται στην κατοχή του για πάχυνση.
4. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται ειδικώς να διευκρινίσει την έννοια της «διαθέσιμης» για την παραγωγή ζωοτροφών εκτάσεως που διαλαμβάνεται στα άρθρα 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 (2), και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 (3).
I – Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
Α – Ο κανονισμός 1254/1999
5. Πριν από τη μεταρρύθμιση του 1992, υπήρχε τάση εντατικοποιήσεως της παραγωγής βοείου κρέατος. Η κοινοτική πολιτική στήριξης των γεωργικών εισοδημάτων με υψηλές τιμές ενθάρρυνε τους κατόχους εκμεταλλεύσεως να εντατικοποιήσουν την παραγωγή. Οι εκτάσεις για την παραγωγή ζωοτροφών δεν αρκούσαν για την εκτροφή των ζώων, καθότι ο αριθμός των κεφαλών αυξανόταν χωρίς να αυξάνεται και η έκταση.
6. Ένας από τους σκοπούς του κανονισμού 1254/1999 είναι η αναχαίτιση της τάσεως αυτής, ιδίως, με την επιβολή της προϋποθέσεως τηρήσεως δείκτη πυκνότητας, οριζομένου σε συνάρτηση με τη διαθέσιμη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση κάθε εκμεταλλεύσεως σε σχέση με τον αριθμό και τα είδη των ζώων που εκτρέφονται, για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων σχετικών με την εκτροφή (4). Οι εν λόγω κοινοτικές ενισχύσεις που συνδέονται με την έκταση καλούνται κοινώς «ενισχύσεις εκτάσεως».
7. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού προβλέπει τη χορήγηση, σε κάθε παραγωγό που υποβάλλει σχετική αίτηση, ειδικής πριμοδοτήσεως για κάθε αρσενικό βοοειδές που βρίσκεται στην κατοχή του για πάχυνση επί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
8. Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, ο αριθμός των βοοειδών που μπορούν να τύχουν της ειδικής πριμοδοτήσεως περιορίζεται από την εφαρμογή δείκτη πυκνότητας, ο οποίος ανέρχεται σε δύο μονάδες μεγάλων ζώων (ΜΜΖ) ανά εκτάριο και ημερολογιακό έτος. Για τον καθορισμό αυτού του δείκτη πυκνότητας, το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1254/1999 απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των οικείων βοοειδών και της «καλλιεργούμενης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης [...] που χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους για την εκτροφή βοοειδών».
9. Το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού αποκλείει ορισμένες εκτάσεις από την καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση. Ο κατάλογος των εξαιρέσεων έχει ως εξής:
«[…] Στην έκταση αυτή δεν περιλαμβάνονται:
– οι κτιριακές εγκαταστάσεις, τα δάση, οι λίμνες, οι δρόμοι,
– οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για άλλες καλλιέργειες επιλέξιμες για κοινοτική ενίσχυση ή για μόνιμες καλλιέργειες ή για καλλιέργειες κηπευτικών, εξαιρουμένων των μόνιμων λειμώνων για τους οποίους πραγματοποιούνται πληρωμές για εκτάσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού και σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) 1255/1999 [(5)],
– οι εκτάσεις που υπάγονται στο καθεστώς στήριξης που προβλέπεται για τους παραγωγούς ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών [που] χρησιμοποιούνται για το καθεστώς ενίσχυσης για τις ξηρές χορτονομές ή υπάγονται σε εθνικό ή κοινοτικό πρόγραμμα προσωρινής παύσης της καλλιέργειας.»
Β – Ο κανονισμός 3887/92
10. Ο κανονισμός 3887/92 ορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, το οποίο καθιερώνει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 (6). Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στην ειδική πριμοδότηση που προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 1254/1999 (7).
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 έχει ως εξής:
«[Κ]άθε έκταση για ζωοτροφές πρέπει να είναι διαθέσιμη για την κτηνοτροφία για μια ελάχιστη περίοδο 7 μηνών από την ημερομηνία που θα ορισθεί από το κράτος μέλος, μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 31ης Μαρτίου.»
12. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού ρυθμίζει τις αποκλίσεις μεταξύ της εκτάσεως που δηλώθηκε με την αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως εκτάσεως, αφενός, και της εκτάσεως για την οποία πληρούνται όλοι οι όροι που θέτουν οι σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις («καθορισθείσας εκτάσεως»), αφετέρου. Το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, προβλέπει ότι, στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα επιπλέον έκταση είναι μεγαλύτερη από το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως, δεν χορηγείται ενίσχυση εκτάσεως.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
13. Στις 9 Μαΐου 2001, η Schouten ζήτησε από τις αρμόδιες αρχές την καταχώριση αγροτεμαχίων ως καλλιεργούμενης για την παραγωγή ζωοτροφών εκτάσεως.
14. Ορισμένα από τα εν λόγω αγροτεμάχια εντάσσονται σε εκτάσεις εκτός φράγματος. Οι εκτάσεις αυτές βρίσκονται μεταξύ του φράγματος που προστατεύει τη μεσόγεια χώρα και της κοίτης του ποταμού. Κατά τη διάρκεια του έτους, οι εν λόγω εκτάσεις ενδέχεται να κατακλυστούν μερικώς από ύδατα, ανάλογα με το ύψος της εκτός φράγματος εκτάσεως αλλά και την εισροή του ύδατος του ποταμού, η οποία εξαρτάται από τις βροχοπτώσεις και τα ύδατα που προέρχονται από την τήξη του χιονιού από περιοχές που βρίσκονται ανάντη.
15. Την 1η Αυγούστου 2001, η Schouten υπέβαλε αίτηση ειδικής πριμοδοτήσεως για τα 26 αρσενικά βοοειδή που είχε στην εκμετάλλευσή της, δυνάμει του κανονισμού 1254/1999.
16. Στις 17 Δεκεμβρίου 2001, ο Υπουργός ενημέρωσε τη Schouten ότι η διαπιστωθείσα μέσω τηλεανιχνεύσεως, στις 10 και 11 Μαΐου 2001, καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση ήταν μικρότερη από τη δηλωθείσα. Δεδομένου ότι η τελευταία ήταν μεγαλύτερη από το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως, θεωρήθηκε ίση προς το μηδέν δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92.
17. Με απόφαση της 27ης Μαΐου 2002, ο Υπουργός απέρριψε την αίτηση ειδικής πριμοδοτήσεως της Schouten, για τον λόγο ότι, εφόσον η καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση θεωρήθηκε ίση προς το μηδέν, ο χώρος που διέθετε η Schouten για τη διαβίωση των 26 αρσενικών βοοειδών δεν ήταν σύμφωνος με τον δείκτη πυκνότητας.
18. Στις 3 Ιουλίου 2002, η Schouten υπέβαλε ένσταση στον Υπουργό.
19. Με απόφαση της 8ης Αυγούστου 2003, ο Υπουργός απέρριψε την ένσταση της Schouten, για τον λόγο ότι, κατά τη χρονική στιγμή της λήψεως των δορυφορικών εικόνων, μέρος των εκτός φράγματος εκτάσεων είχε κατακλυσθεί από ύδατα. Ως εκ τούτου, ο Υπουργός έκρινε ότι οι εκτάσεις αυτές δεν μπορούσαν να υπολογισθούν ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση, καθότι δεν ήταν αδιαλείπτως διαθέσιμες κατά την επτάμηνη περίοδο που απαιτεί το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92. Περαιτέρω, έκρινε ότι, εφόσον η Schouten στάθμισε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της χρησιμοποιήσεως εκτάσεων εκτός φράγματος, αποδέχθηκε τον κίνδυνο ότι ενδεχομένως θα υφίστατο πλημμυρίδα κατά τη χρονική στιγμή της τηλεανιχνεύσεως.
20. Κατόπιν τούτων, η Schouten έφερε τη διαφορά ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven, υποστηρίζοντας ότι, κατά την τηλεανίχνευση, οι περιστάσεις ήταν εξαιρετικές και, ως εκ τούτου, η εταιρία δεν όφειλε να υποστεί τις συνέπειες. Ο Υπουργός αντέταξε ότι, δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, η δηλούμενη ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση πρέπει να χρησιμεύει για την εκτροφή των βοοειδών για συνεχή περίοδο επτά μηνών, αλλά οι πλημμυρίδες διακόπτουν το διάστημα αυτό.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η εκ μέρους του Υπουργού περιοριστική ερμηνεία του όρου «διαθέσιμη» δεν είναι τόσο σαφής ώστε να μην υφίσταται ουδεμία αμφιβολία. Δεδομένου ότι η διαφορά της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία των όρων αυτών, το College van Beroep voor het bedrijfsleven αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«1) Έχουν τα άρθρα 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 την έννοια ότι μια δηλούμενη ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση δεν πρέπει να θεωρείται “διαθέσιμη”, όταν σε κάποια χρονική στιγμή κατά το οικείο διάστημα η έκταση είχε καλυφθεί από ύδατα;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, είναι δεσμευτικές αυτές οι διατάξεις, σε σχέση ιδίως με τις απορρέουσες συναφώς συνέπειες;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ποια κριτήρια ισχύουν προκειμένου να μπορεί να εκτιμηθεί αν μια δηλούμενη ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση που έχει προσωρινώς καλυφθεί από ύδατα μπορεί να θεωρηθεί “διαθέσιμη” κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92;»
IV – Ανάλυση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
22. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν τα άρθρα 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μια δηλούμενη ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη» ακόμη και αν καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου.
23. Σε αντίθεση με την Ολλανδική Κυβέρνηση, φρονώ ότι μια καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση, η οποία καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα κατά την κρίσιμη περίοδο, μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη» κατά την έννοια των άρθρων 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92.
24. Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί η παγία νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, για την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (8).
25. Από το γράμμα των άρθρων 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 δεν προκύπτει ότι ένα αγροτεμάχιο που καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα δεν μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη» έκταση.
26. Πρώτον, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι ο όρος «διαθέσιμη» σημαίνει ότι «μπορεί να χρησιμοποιηθεί» (9). Ο όρος αυτός μεταφράστηκε με τον ίδιο τρόπο στην πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων του κανονισμού 1254/1999 (10).
27. Δεύτερον, διαπιστώνω ότι, από το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1254/1999 προκύπτει σαφώς ότι ορισμένες εκτάσεις δεν περιλαμβάνονται στην καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωoτροφών έκταση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «στην έκταση αυτή δεν περιλαμβάνονται» οι εκτάσεις που δεν συμβάλλουν στη δυνατότητα παραγωγής ζωoτροφών, όπως οι λίμνες ή τα δάση, αλλά και οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για άλλες καλλιέργειες επιλέξιμες για κοινοτική ενίσχυση.
28. Όπως η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11), φρονώ ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε προφανώς να προβλέψει εξαντλητικά τις μη προοριζόμενες αποκλειστικά για την εκτροφή ζώων εκτάσεις, που πρέπει να αποκλειστούν από τον ορισμό της καλλιεργούμενης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης που μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη».
29. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εκτάσεις που έχουν προσωρινώς καλυφθεί από ύδατα δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτόν τον εξαντλητικό κατάλογο.
30. Τρίτον, το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, το οποίο διευκρινίζει, επίσης, ότι η καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση πρέπει να είναι «διαθέσιμη», δεν ορίζει ότι η προϋπόθεση αυτή παύει να ισχύει σε περίπτωση που το οικείο αγροτεμάχιο καλύπτεται προσωρινώς από ύδατα.
31. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων αυτών, θεωρώ ότι ούτε το γράμμα του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 ούτε του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 απαγορεύουν τον χαρακτηρισμό εκτάσεων που έχουν καλυφθεί προσωρινώς από ύδατα ως «διαθέσιμων» καλλιεργούμενων για την παραγωγή ζωοτροφών εκτάσεων.
32. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται, όπως αναλύεται κατωτέρω, από την οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσονται οι προς ερμηνεία διατάξεις και από τον επιδιωκόμενο από τον κανονισμό 1254/1999 σκοπό.
33. Συναφώς, από το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που καθιερώνει ο κανονισμός 3508/92 προκύπτει ότι σκοπός του είναι να εξασφαλίζεται ότι μια έκταση προορίζεται πράγματι είτε για την καλλιέργεια είτε για την εκτροφή ζώων.
34. Παραγωγός που λαμβάνει ειδική πριμοδότηση για την εκτροφή βοοειδών δεν πρέπει να χρησιμοποιεί την οικεία έκταση για άλλους σκοπούς, όπως για παράδειγμα για καλλιέργεια.
35. Προς στήριξη της εκτιμήσεως αυτής, διευκρινίζω ότι ο κανονισμός 3508/92 ορίζει το «αγροτεμάχιο» ως το «συνεχές τμήμα εδάφους επί του οποίου πραγματοποιείται μία μόνον καλλιέργεια από έναν μόνον κάτοχο εκμετάλλευσης» (12).
36. Επιπλέον, ο κανονισμός 3887/92, ο οποίος διευκρινίζει, όπως επισήμανα, τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 3508/92, προβλέπει διασταυρούμενους διοικητικούς ελέγχους σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα, ώστε να αποφεύγεται η διπλή χορήγηση ενισχύσεων στα πλαίσια του ίδιου ημερολογιακού έτους (13).
37. Περαιτέρω, οσάκις ο κάτοχος εκμετάλλευσης υποβάλλει αίτηση «ενισχύσεως εκτάσεως», η αίτηση αυτή πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με το αγροτεμάχιο, ιδίως δε σχετικά με τη χρήση του αγροτεμαχίου αυτού, ήτοι με «το είδος της καλλιέργειας ή της φυτικής κάλυψης ή τη μη καλλιέργεια» (14).
38. Οι εκτιμήσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι μια έκταση πρέπει να θεωρείται «διαθέσιμη» εφόσον προορίζεται αποκλειστικά για την εκτροφή ζώων.
39. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι ενδεχόμενα κλιματικά απρόοπτα, όπως οι πλημμύρες, ο πάγος ή το χιόνι, που καθιστούν τις εκτάσεις προσωρινώς απροσπέλαστες μπορούν, αυτά και μόνο, να αποκλείσουν τον χαρακτηρισμό του αγροτεμαχίου ως «διαθέσιμου», εφόσον αυτό πράγματι χρησιμοποιείται για την εκτροφή των βοοειδών που διαβιούν σ’ αυτό.
40. Όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση, εκτιμώ ότι, ακριβώς λόγω του κινδύνου των κλιματικών απροόπτων, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν απαιτεί την αδιάλειπτη κατοχή των εκτάσεων (15).
41. Τέλος, η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τους επιδιωκόμενους από τον κανονισμό 1254/1999 σκοπούς.
42. Συναφώς, όπως προαναφέρθηκε, ο κανονισμός αυτός έχει ως σκοπό την καταπολέμηση της εντατικοποιήσεως της παραγωγής βοοειδών, με την υπαγωγή της χορηγήσεως ειδικών πριμοδοτήσεων στην τήρηση δείκτη πυκνότητας, οριζομένου βάσει της «διαθέσιμης» καλλιεργούμενης για την παραγωγή ζωοτροφών εκτάσεως και του αριθμού των βοοειδών που διαβιούν εντός αυτής.
43. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι οι λειμώνες πρέπει να χρησιμοποιούνται για την πάχυνση των βοοειδών και ότι η ειδική πριμοδότηση χορηγείται για τα ζώα αυτά (16).
44. Επομένως, από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι η προϋπόθεση να είναι η καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση διαθέσιμη για την εκτροφή ζώων, την οποία προβλέπουν τα άρθρα 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ειδική πριμοδότηση χορηγείται μόνο για τις καλλιεργούμενες για την παραγωγή ζωοτροφών εκτάσεις που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκτροφή των βοοειδών κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου.
45. Συναφώς, δεν θεωρώ ότι μια καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση που καλύφθηκε από ύδατα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί «διαθέσιμη». Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι η έκταση μπορεί να καλύφθηκε από ύδατα δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, την αποκλειστική χρησιμοποίησή της για την εκτροφή βοοειδών.
46. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, θεωρώ ότι τα άρθρα 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι το δηλωθέν ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση αγροτεμάχιο μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμο», ακόμη και αν καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου.
47. Εφόσον στο πρώτο ερώτημα δόθηκε αρνητική απάντηση, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Β – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
48. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων μια καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη», όταν καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατά την κρίσιμη περίοδο.
49. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ειδικότερα, αν μια πλημμυρίδα τριών ημερών, η οποία εμπόδισε τη βοσκή των ζώων για δέκα συνολικά ημέρες, μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανάλυση κατά την οποία μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη» μια καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση που καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα κατά την κρίσιμη περίοδο.
50. Κατά την άποψή μου, δύο στοιχεία ασκούν επιρροή στο αν μια προσωρινώς πλημμυρισμένη καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμη». Τα στοιχεία αυτά είναι τα ακόλουθα. Αφενός, η εν λόγω έκταση πρέπει να έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την εκτροφή ζώων καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999. Αφετέρου, η έκταση αυτή πρέπει να έχει χρησιμοποιηθεί πράγματι για την εκτροφή βοοειδών για ελάχιστη περίοδο επτά μηνών, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 (17).
51. Επομένως, φρονώ ότι μια προσωρινή διακοπή δεν θίγει τον προορισμό ενός αγροτεμαχίου για την εκτροφή βοοειδών, αν η διακοπή αυτή ήταν αρκετά περιορισμένης διάρκειας, οπότε ο κάτοχος εκμετάλλευσης είναι σε θέση να τηρήσει την προϋπόθεση της ελάχιστης επτάμηνης περιόδου που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, εντός του ημερολογιακού έτους (18).
52. Συνεπώς, εν προκειμένω, μια πλημμυρίδα τριών ημερών, η οποία εμπόδισε τη βοσκή των βοοειδών για δέκα συνολικά ημέρες, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη μη τήρηση της σχετικής με την απαιτούμενη διάρκεια προϋποθέσεως που θέτει ο κανονισμός 3887/92. Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να επαληθεύσει αν, παρά το σύντομο αυτό χρονικό διάστημα της μη δυνατότητας χρησιμοποιήσεως των επίδικων αγροτεμαχίων, αυτά μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν για την πάχυνση των ζώων για ελάχιστη περίοδο επτά μηνών, από τις 31 Μαρτίου (19).
53. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι, για να μπορεί ένα αγροτεμάχιο που καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα να θεωρηθεί «διαθέσιμο» κατά την έννοια των άρθρων 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, πρέπει, αφενός, να έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς για την εκτροφή ζώων καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και, αφετέρου, η έκταση αυτή να έχει χρησιμοποιηθεί πράγματι για την εκτροφή βοοειδών για ελάχιστη περίοδο επτά μηνών, από την ημερομηνία ενάρξεως που ορίζει η εθνική νομοθεσία.
V – Πρόταση
54. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το College van Beroep voor het bedrijfsleven ως εξής:
«1) Τα άρθρα 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι μπορεί να θεωρηθεί “διαθέσιμο” αγροτεμάχιο που έχει δηλωθεί ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση, ακόμη και αν το εν λόγω αγροτεμάχιο καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα κατά την κρίσιμη περίοδο.
2) Για να μπορεί να θεωρηθεί “διαθέσιμο” κατά την έννοια των άρθρων 12, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1254/1999 και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92 το αγροτεμάχιο που καλύφθηκε προσωρινώς από ύδατα πρέπει, αφενός, να έχει χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς για την εκτροφή ζώων καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους και, αφετέρου, η έκταση αυτή να έχει χρησιμοποιηθεί πράγματι για την εκτροφή βοοειδών για ελάχιστη περίοδο επτά μηνών, από την ημερομηνία ενάρξεως που ορίζει η εθνική νομοθεσία.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 160, σ. 21).
3 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36).
4 – Βλ. δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1254/1999.
5 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 160, σ. 48).
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (EE L 355, σ. 1).
7 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, περίπτωση i), του κανονισμού 3508/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1593/2000 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000 (ΕΕ L 182, σ. 4).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, 292/82, Merck (Συλλογή 1983, σ. 3781, σκέψη 12), και της 14ης Ιουνίου 2001, C-191/99, Kvaerner, (Συλλογή 2001, σ. I-4447, σκέψη 30).
9 – Βλ. Le Petit Robert, Dictionnaire de la langue française, Paris, εκδόσεις Dictionnaires Le Robert, 2001.
10 – Παραδείγματος χάριν, στο αγγλικό κείμενο υπάρχει ο όρος «available». Το ιταλικό κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο «disponibile».
11 – Βλ. σημεία 24 έως 28 των παρατηρήσεων της Γαλλικής Κυβερνήσεως, καθώς και σημεία 15 και 16 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
12 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 4, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 3508/92· η υπογράμμιση δική μου.
13 – Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92.
14 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92.
15 – Βλ. σημεία 32 και 33 των παρατηρήσεων της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
16 – Βλ. άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1254/1999.
17 – Επισημαίνω, συναφώς, ότι η ελάχιστη επτάμηνη περίοδος προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 (ΕΕ L 327, σ. 11), με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92, και στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Eπιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ L 141, σ. 18), με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός 2419/2001.
18 – Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3887/92, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν την ημερομηνία ενάρξεως της κρίσιμης περιόδου, μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 31ης Μαρτίου του οικείου έτους.
19 – Βλ. το νομοθετικό πλαίσιο της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, σ. 2 έως 5.
Full & Egal Universal Law Academy