ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÀMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 16ης Ιανουαρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-62/05 P
Nordspedizionieri di Danielis Livio & C. Snc in liquidazione,
Livio Danielis και Domenico D’Alessandro
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Φορτίο τσιγάρων με προορισμό την Ισπανία – Απάτη διαπραχθείσα στο πλαίσιο πράξεως κοινοτικής διαμετακομίσεως – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει διμερή συμφωνία μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας»
I – Εισαγωγή
1. Η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14ης Δεκεμβρίου 2004 (2), με την οποία απορρίφθηκε το κύριο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως REM 14/01 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2002, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Ιταλικής Δημοκρατίας για τη διαγραφή εισαγωγικών δασμών που όφειλαν οι Nordspedizionieri di Danielis Livio & C. Snc, Livio Danielis και Domenico D’Alessandro (στο εξής: Nordspedizionieri κ.λπ.) (3).
2. Το αμφισβητούμενο ζήτημα αφορά, ειδικότερα, τους όρους που απαιτούνται για την αναγνώριση μιας «ειδικής περιπτώσεως», κατά την έννοια της κοινοτικής τελωνειακής ρυθμίσεως, διότι μόνο σε μια τέτοια περίπτωση προβλέπεται η διαγραφή εισαγωγικών δασμών. Λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας κατά την οποία συνέβησαν τα ένδικα περιστατικά, ενδείκνυται να αναλυθούν αυτά υπό το φως της πολύπλοκης νομοθεσίας (4) που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (5).
3. Η λύση στο αμφισβητούμενο ζήτημα εξαρτάται επίσης από την ερμηνεία μιας διμερούς συνθήκης που υπογράφηκε από ένα κράτος μέλος, την Ιταλία, και μια άλλη χώρα, τη Σλοβενία, που τότε ήταν τρίτο κράτος, πράγμα που θα θέσει το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (6).
II – Το νομικό πλαίσιο
4. Για να κριθεί η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να εξετασθούν, αφενός, οι διατάξεις των οποίων η παράβαση προσάπτεται στο Πρωτοδικείο –όλες αυστηρώς κοινοτικής φύσεως– και, αφετέρου, ορισμένες διατάξεις της διμερούς τελωνειακής συμβάσεως διοικητικής συνεργασίας, που συνήφθη μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας στις 10 Νοεμβρίου 1965 (στο εξής: Συμφωνία του Βελιγραδίου) (7).
5. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας δεν έχει εφαρμογή ratione temporis, εφόσον τα περιστατικά της υποθέσεως ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της θεσπίσεως αυτού του κειμένου, το εφαρμοστέο νομικό corpus βρίσκεται διασκορπισμένο σε διάφορους κανονισμούς, οι οποίοι σχεδόν πάντοτε είναι ατελείς και οι οποίοι, μολονότι βεβαίως έχουν ως επί το πλείστον καταργηθεί τυπικώς, βρήκαν σε πολλές περιπτώσεις κρυψώνα στο πυκνό πλέγμα κλάδων που στεγάζεται σ’ αυτόν τον κώδικα από το 1992.
Το κοινοτικό δίκαιο
6. Αυτό συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, με το τελωνειακό καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως, που περιέχεται στον κανονισμό 222/77 (8), του οποίου το άρθρο 36, παράγραφος 1, ορίζει ότι, όταν διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια πράξεως κοινοτικής διαμετακομίσεως, διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, τότε αυτό εισπράττει τους δασμούς και τις λοιπές επιβαρύνσεις που είναι ενδεχομένως απαιτητές, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές του διατάξεις, με την επιφύλαξη της ασκήσεως ποινικής διώξεως.
7. Ο κανονισμός 474/90 (9) προσέθεσε μια τρίτη παράγραφο σ’ αυτό το άρθρο 36, αφορώσα τον καθορισμό του τόπου της παραβάσεως για τους σκοπούς της εισπράξεως των δασμών και των άλλων αντίστοιχων τελών, όταν δεν υπάρχει καμία απόδειξη για το νομότυπο της πράξεως διαμετακομίσεως ή για τον τόπο στον οποίο διαπράχθηκε όντως η παράβαση.
8. Ο κανονισμός 1062/87 (10), που διευκρίνισε και απλοποίησε τον κανονισμό 222/77, τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τον κανονισμό 1429/90 (11), με τον οποίο προστέθηκε το άρθρο 11α υπό τον τίτλο «Διατάξεις που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις μη προσκόμισης των αποστολών στο τελωνείο προορισμού», το οποίο έχει ως εξής:
«1. Όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης ειδοποιεί σχετικά τον κυρίως υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της διασάφησης κοινοτικής διαμετακόμισης.
2. Η ειδοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας η απόδειξη της κανονικότητας της πράξης διαμετακόμισης ή του τόπου όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, δύναται να προσκομίζεται στο τελωνείο αναχώρησης προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών.
Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της ειδοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν εντός της προθεσμίας αυτής δεν προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, το αρμόδιο κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων.»
9. Η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία δέχεται επίσης τη δυνατότητα πλήρους ή εν μέρει επιστροφής των καταβληθέντων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ή την εν μέρει διαγραφή της οφειλής. Οι απαιτούμενες γι’ αυτή την απαλλαγή προϋποθέσεις στην εν προκειμένω περίπτωση διέπονται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 (12), το οποίο τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3069/86 (13), ως ακολούθως:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στα μέρη Α έως Δ, οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
[…]»
Β – Η Συμφωνία του Βελιγραδίου
10. Έχοντας ως σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των ιταλικών και των γιουγκοσλαβικών τελωνειακών αρχών, η συνθήκη αυτή ευθυγραμμίζεται με τις τότε αντίστοιχες συνθήκες, όπως καταφαίνεται από μια συνοπτική σύγκριση με το σύμφωνο που υπογράφηκε το 1967 σ’ αυτόν τον τομέα μεταξύ των έξι ιδρυτικών κρατών μελών, που είναι γνωστό ως «Σύμβαση της Ρώμης» (14).
11. Αφού εξαγγέλλει τους πρωταρχικούς σκοπούς της, ήτοι την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταστολή των παραβάσεων (άρθρο 1), η Συμφωνία του Βελιγραδίου ορίζει την έννοια των «τελωνειακών διατάξεων» (άρθρο 2) και περιλαμβάνει την υποχρέωση διατηρήσεως στενής συνεργασίας μεταξύ των τελωνείων των κοινών συνόρων (άρθρο 3).
12. Για τους σκοπούς της αποφάσεως επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, θεμελιώδη σημασία έχει το άρθρο 4, κατά το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ασκούν ειδική επιτήρηση στις κινήσεις προσώπων, εμπορευμάτων και των μέσων μεταφοράς που θεωρούνται ύποπτα (παράγραφος 1).
13. Η παράγραφος 2 του άρθρο 4 επαναλαμβάνει τη δέσμευση για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, προβλέποντας στο δεύτερο εδάφιό της ότι:
«Κατόπιν αιτήσεως [του άλλου συμβαλλόμενου μέρους], θα ασκείται ιδιαίτερη επιτήρηση στις εξαγωγές αυτών συγκεκριμένα των προϊόντων που στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους πλήττονται με ειδικές και υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις.»
III – Τα προηγηθέντα της αιτήσεως αναιρέσεως
Τα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως
14. Η ομόρρυθμη εταιρία Nordspedizionieri di Danielis Livio & C., που έχει συσταθεί από εκτελωνιστές και εδρεύει στην Τεργέστη (Ιταλία), υπέβαλε, κατόπιν αιτήματος της επιχειρήσεως Cumberland Ltd, τρεις διαδοχικές δηλώσεις εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως στο τελωνείο του Fernetti (Ιταλία) για την αποστολή κιβωτίων συσκευασίας που είχαν αγοραστεί από τη σλοβενική εταιρία Proexim Export-Import για να μεταφερθούν με φορτηγό αυτοκίνητο στην Ισπανία.
15. Στα σχετικά τελωνειακά έγγραφα αναφέρονταν 1 400 πακέτα, συνολικού βάρους 12 620 κιλών, στις 30 Οκτωβρίου 1991, 1 210 πακέτα συνολικού βάρους 12 510 κιλών, στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, και 1 500 πακέτα, συνολικού βάρους 12 842 κιλών, στις 16 του ίδιου μήνα.
16. Μετά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για την τρίτη από τις προαναφερθείσες πράξεις, το φορτηγό έλαβε την άδεια να συνεχίσει την πορεία του. Λίγο μετά, ο διευθυντής του τελωνείου του Fernetti ζήτησε από το εκεί τμήμα διώξεως οικονομικού εγκλήματος να ελέγξει το φορτίο του φορτηγού. Το τμήμα διώξεως οικονομικού εγκλήματος καταδίωξε και σταμάτησε το φορτηγό, το οποίο είχε εγκαταλείψει την τελωνειακή ζώνη, μερικά χιλιόμετρα μετά τα σύνορα. Το φορτηγό επέστρεψε με συνοδεία στο τελωνείο του Fernetti προς έλεγχο. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι τα κιβώτια συσκευασίας δεν ήταν άδεια, όπως ανέφερε η δήλωση διαμετακομίσεως, αλλά περιείχαν 8 190 κιλά αλλοδαπών τσιγάρων εξωκοινοτικής προελεύσεως, κατανεμημένων σε 819 πακέτα. Ο οδηγός του φορτηγού M. C. συνελήφθη και το φορτηγό και το φορτίο καθώς και τα έγγραφα που βρέθηκαν στην κατοχή του συλληφθέντος κατασχέθηκαν.
17. Από την έρευνα που διεξήγαγαν οι ιταλικές τελωνειακές αρχές με τη συνεργασία των σλοβενικών αρχών προέκυψε ότι ο M. C. είχε συμμετάσχει και σε τρεις άλλες παρόμοιες πράξεις λαθρεμπορίας τσιγάρων, χρησιμοποιώντας τις δηλώσεις διαμετακομίσεως της 30ής Οκτωβρίου και 5ης Νοεμβρίου 1991 που είχε συντάξει η Nordspedizionieri, καθώς και μια δήλωση που είχε καταθέσει στις 16 Σεπτεμβρίου 1991 η εταιρία Centralsped Srl.
18. Όσον αφορά τις μεταφορές της 30ής Οκτωβρίου και της 5ης Νοεμβρίου 1991, από την έρευνα προέκυψε ότι ορισμένα φορτία, κυρίως κατεργασμένων καπνών, είχαν δηλωθεί στις σλοβενικές τελωνειακές αρχές και στη συνέχεια εισήχθησαν στην Ιταλία ως φορτία κιβωτίων συσκευασίας. Επίσης προέκυψε ότι, άπαξ ολοκληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις στο τελωνείο του Fernetti, το φορτηγό συνέχισε το ταξίδι του προς τόπο προορισμού διαφορετικό από τον αναφερόμενο στις τελωνειακές δηλώσεις, και τα φορτία εκφορτώθηκαν κρυφά στην Ιταλία.
19. Στο πλαίσιο των ερευνών τους για τις εν λόγω πράξεις λαθρεμπορίου, η ιταλική αστυνομία ανακάλυψε μια αποθήκη στο Bareggio (Ιταλία), που περιείχε το παρανόμως εισαχθέν εμπόρευμα και, στις 8 Απριλίου 1992, κατά τη διάρκεια έρευνας στην αποθήκη αυτή, κατέσχε 801 κιβώτια (8 010 κιλά τσιγάρα).
20. Στις 16 Οκτωβρίου 1992, η υπηρεσία εισπράξεων του κυρίου τελωνείου της Τεργέστης απέστειλε στη Nordspedizionieri, ως κύριο υπόχρεο της κοινοτικής διαμετακομίσεως για τις πράξεις της 30ής Οκτωβρίου και της 5ης Νοεμβρίου 1991, ένταλμα για την πληρωμή ποσού 2 501 239 200 ιταλικών λιρών (ITL) ως δασμών, προσαυξημένων με τόκους ύψους 450 223 100 ITL, που αντιστοιχούν στις επιβαρύνσεις για 1 700 κιβώτια αλλοδαπών κατεργασμένων καπνών (συνολικώς 17 000 κιλά) που παρανόμως εισήχθησαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος. Δεδομένου ότι οι ιταλικές τελωνειακές αρχές προέβησαν στην κατάσχεση του φορτίου της 16ης Νοεμβρίου 1991 πριν αυτό τεθεί σε κατανάλωση, δεν ζήτησαν εν προκειμένω την καταβολή δασμών.
21. Κατόπιν ενστάσεως κατά του εντάλματος πληρωμής, το Tribunale civile e penale di Trieste (δικαστήριο πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας) το ακύρωσε τον Σεπτέμβριο του 1994. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1996, το Corte d’appello (δικαστήριο δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας) της ίδιας πόλεως εξέδωσε επί της ασκηθείσας εφέσεως απόφαση αντίθετη προς την πρωτόδικη και υποχρέωσε την εταιρία Nordspedizionieri και, επικουρικώς, εις ολόκληρον τους εταίρους της να καταβάλουν το εν λόγω ποσό των 2 951 462 300 ITL. Με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1999 το Corte suprema di cassazione (το ιταλικό ανώτατο δικαστήριο) απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι εκτελωνιστές κατά της αποφάσεως του Corte d’appello.
22. Εν τω μεταξύ, στις 14 Ιανουαρίου 1994, ο προανακριτής του Tribunale civile e penale di Trieste εξέδωσε διάταξη περί θέσεως στο αρχείο της ποινικής διώξεως που κινήθηκε για λαθρεμπορία τσιγάρων κατά του G. Baldi, εταίρου της εταιρίας Nordspedizionieri και συντάκτη των τριών δηλώσεων διαμετακομίσεως που εξέδωσε η Nordspedizionieri, και οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν στις επίδικες πράξεις λαθρεμπορίας.
23. Τον Νοέμβριο του 2000, οι Nordspdizionneri κ.λπ. υπέβαλαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής αίτηση διαγραφής των δασμών που ζητούσαν οι ιταλικές τελωνειακές αρχές [για ποσό 497 589 687 ITL (256 983,63 ευρώ]. Το αίτημα αυτό υποστηρίχθηκε από το ιταλικό κράτος, το οποίο, στις 4 Ιουνίου 2001, διατύπωσε αίτημα με παρόμοιο περιεχόμενο.
24. Στις 28 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την αίτηση της Ιταλικής Δημοκρατίας (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω ειδική περίπτωση προκύπτουσα από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει ούτε δόλος ούτε προφανής αμέλεια εκ μέρους των Nordspedizionieri κ.λπ., κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, και συνεπώς δεν δικαιολογείται η διαγραφή των εισαγωγικών δασμών κατά το προαναφερθέν ποσό.
25. Στις 30 Οκτωβρίου 2002, η Nordspedizionieri και οι Danielis και D’Alessandro άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
26. Το κύριο αίτημα των προσφευγόντων επικεντρώνεται στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και στη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών, στηριζόμενο σε δύο λόγους, ήτοι, αφενός, σε ορισμένα σφάλματα ουσίας και, αφετέρου, στην ύπαρξη ειδικής περιπτώσεως συνισταμένης στο ότι δεν υφίσταται δόλος ή προφανής αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
27. Το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε κανέναν από αυτούς τους λόγους.
28. Απέρριψε τον πρώτο (15), θεωρώντας ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν περιείχε κανένα σφάλμα, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ότι η Επιτροπή αλλοίωσε τα πραγματικά περιστατικά εκθέτοντας στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ο έλεγχος της πράξεως της 16ης Νοεμβρίου διενεργήθηκε εντός της τελωνειακής ζώνης του Fernetti. Κατά τους αναιρεσείοντες, η δήλωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι το τμήμα διώξεως οικονομικού εγκλήματος προέβη στον έλεγχο του φορτίου μετά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων.
29. Επιπλέον, στο πλαίσιο του ίδιου λόγου, το Πρωτοδικείο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την αιτίαση περί εσφαλμένης μνείας του ύψους του ποσού που αποτελούσε το αντικείμενο της αιτήσεως διαγραφής (16), με την αιτιολογία ότι ο υπολογισμός αυτού του ποσού είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας των εθνικών αρχών.
30. Όσον αφορά τη σύζευξη των δύο προϋποθέσεων κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται (17): πρώτον, ότι υπήρξαν θύματα απάτης που υπερακοντίζει τους εμπορικούς κινδύνους που συνεπάγεται η επαγγελματική τους δραστηριότητα, δεύτερον, ότι οι ιταλικές αρχές σκοπίμως δεν εμπόδισαν τη διάπραξη των επιδίκων πράξεων λαθρεμπορίας προκειμένου να εξαρθρώσουν το δίκτυο των λαθρεμπόρων, τρίτον, ότι οι τελωνειακές αρχές παρέβησαν τις οικείες υποχρεώσεις ελέγχου των τελωνειακών πράξεων, τέταρτον, ότι τους ήταν αδύνατο να ελέγξουν τις πράξεις μεταφοράς και, πέμπτον, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
31. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ένα μετά τον άλλο τους προβληθέντες ισχυρισμούς λόγω ελλείψεως επαρκών αποδείξεων (ως προς τον πρώτο και τον τρίτο) ή διότι ήταν αβάσιμοι (ως προς τον δεύτερο, τον τέταρτο και τον πέμπτο).
32. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η άποψη ότι οι εθνικές αρχές παρέβησαν την υποχρέωσή τους να ελέγξουν τα εμπορεύματα στα σύνορα κατ’ εφαρμογήν της Συμφωνίας του Βελιγραδίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία διότι το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι αυτή η συνθήκη δεν επέβαλλε στις σλοβενικές τελωνειακές αρχές την υποχρέωση να ενημερώνουν αμέσως τις ιταλικές τελωνειακές αρχές για κάθε μεταφορά καπνών από το έδαφός τους προς την Ιταλία (18).
33. Το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η συμφωνία προβλέπει απλώς αμοιβαία συνδρομή και στενή συνεργασία μεταξύ των δύο διοικήσεων, την οργάνωση ειδικής επιτηρήσεως των κινήσεων εμπορευμάτων και των μέσων μεταφοράς, που φέρονται ότι διεξάγουν παράνομο εμπόριο μεγάλης κλίμακας, και την ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τις κατηγορίες εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο τελωνειακών παραβάσεων.
34. Μη έχοντας διαπιστώσει καμία ειδική περίπτωση, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι παρέλκει η εξέταση της δεύτερης προϋποθέσεως, που αφορά την έλλειψη δόλου ή προφανούς αμέλειας (19), και απέρριψε την προσφυγή.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
35. Το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως των Nordspedizionieri κ.λπ. περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Φεβρουαρίου 2005. Η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημά της αντικρούσεως στις 19 Απριλίου 2005. Τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως κατατέθηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου και 8 Νοεμβρίου 2005, αντιστοίχως.
36. Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
– Να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως.
– Να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής (REM 14/01), της 28ης Ιουνίου 2002, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Ιταλικής Δημοκρατίας για τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών ύψους 256 983,63 ευρώ, και να αναγνωρίσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις από τις οποίες δεν συνάγεται η ύπαρξη δόλου ή προφανούς αμέλειας.
– Να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
37. Η Επιτροπή, αντιθέτως, ζητεί από το Δικαστήριο:
– Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως των Nordspedizionieri κ.λπ. στο σύνολό της.
– Να φέρουν οι αναιρεσείοντες τα δικαστικά τους έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, τόσο πρωτοδίκως όσο και στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
38. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, που διεξήχθη στις 7 Σεπτεμβρίου 2006, οι εκπρόσωποι των εκατέρωθεν διαδίκων επανέλαβαν τις απόψεις και τα αιτήματά τους.
V – Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως
39. Οι Nordspedizionieri κ.λπ. διατυπώνουν τέσσερις λόγους αναιρέσεως, προβάλλοντας παράβαση του άρθρου 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 222/77, αλλοίωση των πραγματικών περιστατικών, η οποία συνεπάγεται ακυρότητα λόγω ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά το άρθρο 81, προτελευταία φράση του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (20), παράβαση του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 και ανυπαρξία δόλου ή αμέλειας κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως.
40. Η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο του πρώτου λόγου, καθώς και, εμμέσως, του δεύτερου, οπότε πρέπει να εξετασθούν αυτοί οι ισχυρισμοί.
Επί του παραδεκτού ορισμένων από τους λόγους
1. Παραδεκτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως
41. Αναφερόμενοι στο άρθρο 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 222/77, οι αναιρεσείοντες αρνούνται ότι υφίσταται τελωνειακή οφειλή, καθόσον ελλείπει μια βασική προϋπόθεση για τη γένεσή της, ήτοι η άμεση ειδοποίηση του κυρίως υποχρέου και, το αργότερο, πριν από τη λήξη του ενδέκατου μήνα από την ημερομηνία καταχωρίσεως της διασαφήσεως κοινοτικής διαμετακομίσεως, όταν κάποιο φορτίο δεν έχει προσκομισθεί στο τελωνείο προορισμού.
42. Προς στήριξη της απόψεώς τους παραθέτουν τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά αυτή τη διάταξη, κατά την οποία το κράτος μέλος από το οποίο εξαρτάται το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί να προβεί στην είσπραξη εισαγωγικών δασμών μόνον εφόσον επισήμανε στον κυρίως υπόχρεο ότι διέθετε προθεσμία τριών μηνών για να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τον τόπο διαπράξεως της παραβάσεως ή της παρατυπίας και εφόσον τέτοιες αποδείξεις δεν προσκομίστηκαν εντός της προθεσμίας αυτής (21).
43. Η Επιτροπή στηρίζει την ένστασή της απαραδέκτου στο γεγονός ότι αυτός ο λόγος δεν προβλήθηκε ούτε στο στάδιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας, σε σχέση με τη διαδικασία που αφορούσε τη διαγραφή των δασμών, ούτε ενώπιον του Πρωτοδικείου, καθώς και ότι, εν πάση περιπτώσει, η ένσταση αυτή, δεδομένου ότι αφορά νομικές πράξεις των εθνικών τελωνειακών αρχών που είναι αποκλειστικώς επιφορτισμένες με την εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου, θα έπρεπε να κριθεί από τα εθνικά δικαστήρια.
44. Εντούτοις, δεν φαίνεται να πρόκειται για νέο λόγο, εφόσον οι Nordspedizionieri κ.λπ. προβάλλουν με το υπόμνημα απαντήσεως ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αυτόν τον λόγο ακυρότητας της εντολής πληρωμής που εξέδωσε το τελωνείο του Fernetti, επιχείρημα που λογικά μόνον ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά.
45. Επιπλέον, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν πρωτοδίκως την ορθότητα της εντολής πληρωμής, οπότε μόνον η έκταση του φερόμενου σφάλματος στον υπολογισμό του ζητούμενου ποσού και το νομικό έρεισμα έχουν μεταβληθεί (22). Κατά συνέπεια, από τυπικής απόψεως, και το αντικείμενο του λόγου παραμένει αμετάβλητο, έστω κι αν στηρίζεται σε διαφορετικούς ισχυρισμούς.
46. Αντιθέτως, ως προς την ουσία, υπερισχύει η άποψη της Επιτροπής ως προς την αναρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων.
47. Όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (23), το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79 επιτρέπει την απαλλαγή ορισμένων επιχειρηματιών από την υποχρέωση καταβολής των δασμών που οφείλουν μόνον όταν συντρέχουν ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις και πάντοτε μόνον εφόσον δεν υπάρχει δόλος ή αμέλεια, χωρίς πάντως να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ίδια η αρχή του απαιτητού της οφειλής (24).
48. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχεται μόνον τους λόγους με τους οποίους προβάλλονται ιδιαίτερες περιστάσεις και έλλειψη δόλου ή αμέλειας των προσφευγόντων, όχι όμως αυτούς που αμφισβητούν τη νομιμότητα των αποφάσεων των αρμόδιων εθνικών αρχών βάσει των οποίων τους ζητείται η πληρωμή των δασμών, πράγμα που αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να λυθεί στο πλαίσιο προσφυγής ασκούμενης ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου (25).
49. Μολονότι δεν πρόκειται για νέο λόγο, δεν συνάδει προς τη δικονομική λογική να εξετάζει το Πρωτοδικείο αυτεπαγγέλτως μια διάταξη που δεν είναι αρμόδιο να εφαρμόσει, οπότε ο προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν πείθει και πρέπει να απορριφθεί.
50. Επιπλέον, ακόμη κι αν θεωρηθεί παραδεκτός, θα ήταν αλυσιτελής, διότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει καμία διάσταση απόψεων ως προς τον τόπο τελέσεως της παρατυπίας ή της παράβασης, όπως απαιτείται από το άρθρο 36, παράγραφος 3, του κανονισμού 222/77. Δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, δεδομένου ότι η κοινοτική διαμετακόμιση των καπνών λαθρεμπορίου πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία, εφόσον η Σλοβενία δεν ήταν μέλος της Κοινότητας κατά τον χρόνο των περιστατικών. Επομένως, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ως προς τον τόπο της παραβάσεως, πράγμα που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως, και το τελωνείο του Fernetti δεν όφειλε να παράσχει προθεσμία στους αναιρεσείοντες για να προσκομίσουν αποδείξεις ως προς τον τόπο της παραβάσεως του νόμου.
51. Τελικώς, οι ανωτέρω σκέψεις με ωθούν να προτείνω την απόρριψη του πρώτου λόγου ως απαραδέκτου.
2. Επί του παραδεκτού του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
52. Κατά τους Nordspedizionieri κ.λπ., το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα ένδικα πραγματικά περιστατικά, μη δεχόμενο, με τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αιτίασή τους ότι η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει ένα ουσιαστικό σφάλμα, καθόσον επισημαίνει ότι το τελωνείο του Fernetti προέβη μέσω του τμήματος διώξεως οικονομικού εγκλήματος στον έλεγχο του φορτίου που αντιστοιχούσε στη δήλωση της 16ης Νοεμβρίου 1991, ενώ ο έλεγχος, στην πραγματικότητα, διενεργήθηκε εκτός της τελωνειακής ζώνης, αφού ολοκληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις και το φορτηγό είχε διανύσει μερικά χιλιόμετρα εντός ιταλικού εδάφους.
53. Ως απόδειξη της ακριβούς χρονολογικής σειράς των γεγονότων και των λόγων που πράγματι υπαγόρευσαν τη διαταγή να ελεγχθεί το εμπόρευμα, οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν μια γραπτή δήλωση, υπογεγραμμένη από τον Vito Portale, διευθυντή του τελωνείου του Fernetti κατά τον χρόνο των ένδικων περιστατικών. Με αυτά τα δύο στοιχεία, την αλλοίωση και την εν λόγω έγγραφη κατάθεση, θεωρούν ότι παρέχεται ακριβής στάθμιση των δεδομένων, υπό το φως της οποίας προκύπτει σαφώς η ύπαρξη «ειδικής περιπτώσεως», κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79.
54. Κατά την Επιτροπή, με τις επικρίσεις που περιέχονται στα ανωτέρω σημεία επιδιώκεται νέα εξέταση των περιστατικών της υποθέσεως και, ως εκ τούτου, προτείνει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, περιλαμβανομένης της καταθέσεως του Portale.
55. Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν με πείθει, διότι χαρακτηρίζεται από υπεραπλούστευση.
56. Πρώτον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί (26) τη δυνατότητα αντικρούσεως τόσο της διαπιστώσεως όσο και του χαρακτηρισμού, πρωτοδίκως, των περιστατικών της υποθέσεως, υπερβαίνοντας έτσι την ίδια του την αρχική νομολογία (27).
57. Δεύτερον, όταν κατ’ αναίρεση αμφισβητείται η πιστότητα της αποδόσεως των περιστατικών ή η εκτίμησή τους, πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα μιας άλλης αξιολογήσεως, διότι διαφορετικά ουδέποτε θα ήταν δυνατή η επίκληση της αλλοιώσεως των περιστατικών ή των αποδείξεων.
58. Οι Nordspedizionieri κ.λπ. άσκησαν την αναίρεση με πρόθεση να υποκαταστήσουν στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των περιστατικών στο πλαίσιο της τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως της προσβαλλομένης αποφάσεως τη δική τους εκτίμηση, όπως εκτέθηκε στο σημείο 52 αυτών των προτάσεων, και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημά τους και να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προτείνει η Επιτροπή.
59. Πάντως, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό το τι επιδιώκουν οι αναιρεσείοντες, διότι, ακόμη κι αν γίνει δεκτή η ύπαρξη σφάλματος στην περιγραφή των περιστατικών, τα εκτιθέμενα συναφώς από τους Nordspedizionieri κ.λπ. συμπίπτουν ακριβώς με το περιεχόμενο των σκέψεων 10 έως 19 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συγκεκριμένα δε με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 11.
60. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος και η μαρτυρία του Portale (28) αποδεικνύονται περιττοί, διότι, εφόσον συνιστούν πανομοιότυπη έκθεση των περιστατικών, δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή που περιέχεται στην απόφαση του Πρωτοδικείου.
61. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των παρατηρήσεων, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
62. Στο πλαίσιο αυτού του λόγου, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αρνήθηκε την ύπαρξη «ειδικής περιπτώσεως» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79. Η Επιτροπή, αντιθέτως, ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος ως αβάσιμος.
63. Οι μακρές, περίπλοκες και συγκεχυμένες διευκρινίσεις που περιέχει το δικόγραφο της αναιρέσεως και οι όχι λιγότερο μακρές απαντήσεις της αντιδίκου καθιστούν αναγκαία την οριοθέτηση του αντικειμένου της αιτιάσεως, προκειμένου στη συνέχεια να εξετασθεί η ουσία.
1. Οριοθέτηση του λόγου
64. Οι Nordspedizionieri κ.λπ. διαρθρώνουν αυτόν τον λόγο με πέντε ισχυρισμούς που διατύπωσαν ενώπιον του Πρωτοδικείου (29), ήτοι την ιδιότητά τους ως θυμάτων απάτης που υπερακοντίζει τους εμπορικούς κινδύνους που συνεπάγεται η επαγγελματική τους δραστηριότητα, το ότι οι ιταλικές αρχές σκοπίμως δεν εμπόδισαν τη διάπραξη των επιδίκων πράξεων λαθρεμπορίας προκειμένου να εξαρθρώσουν το δίκτυο των λαθρεμπόρων, το ότι οι τελωνειακές αρχές παρέβησαν τις οικείες υποχρεώσεις ελέγχου των τελωνειακών πράξεων, το ότι τους ήταν αδύνατο να ελέγξουν τις πράξεις μεταφοράς και το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν πραγματοποιήθηκε στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
65. Οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, εκτός του ότι συνιστούν ουσιαστικώς επανάληψη της βάσεως της προσφυγής τους πρωτοδίκως, αποσκοπούν σε νέα εκτίμηση των περιστατικών, στην οποία το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 58 του Οργανισμού του, δεν μπορεί να προβεί και, επομένως, οφείλει εν προκειμένω να μη λάβει υπόψη την ανάλυσή τους.
66. Η στρατηγική που εφαρμόσθηκε είναι προφανής. Επινοήθηκε μια διαφορετική μεθόδευση από τη σημειωθείσα πρωτοδίκως, προκειμένου να ευθυγραμμισθεί προς την απόφαση De Hann (30), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «[η] ανάγκη διενέργειας επιμελούς έρευνας από τις εθνικές αρχές μπορεί να αποτελέσει, ελλείψει οποιουδήποτε δόλου ή οποιασδήποτε αμέλειας που μπορεί να καταλογιστεί στον υπόχρεο και όταν ο υπόχρεος δεν πληροφορήθηκε ότι διεξάγεται έρευνα, ειδική περίπτωση υπό την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 [...], όταν το γεγονός ότι οι εθνικές αρχές άφησαν επίτηδες, χάριν της έρευνας, να γίνουν παραβάσεις και παρατυπίες, με αποτέλεσμα να γεννηθεί τελωνειακή οφειλή εις βάρος του κύριου υπόχρεου, θέτει τον τελευταίο σε εξαιρετική κατάσταση σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες που ασκούν την ίδια δραστηριότητα» (31).
67. Κατά συνέπεια, μετά την απόρριψη της προεκτεθείσας αμυντικής γραμμής, λόγω του ότι συνίσταται σε αναφορά πραγματικών περιστατικών, ο μόνος ισχυρισμός που πρέπει να εξετασθεί αφορά την πλάνη περί το δίκαιο, στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την ερμηνεία της Συμφωνίας του Βελιγραδίου, διότι οι Nordspedizionieri κ.λπ. πιστεύουν ότι η περίσταση αυτή είναι παρόμοια προς το είδος της νομικής παραβάσεως που δέχθηκε η απόφαση De Hann προς δικαιολογία της υπάρξεως ειδικής περιπτώσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79.
68. Παρά ταύτα, η φύση της εν λόγω συμφωνίας, μιας διεθνούς συμβάσεως μεταξύ κράτους μέλους (της Ιταλίας) και, κατά τον χρόνο των ένδικων περιστατικών, μιας τρίτης χώρας (της Σλοβενίας), επιβάλλει την εξέταση ενός προκαταρκτικού ζητήματος: αυτού της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ερμηνεύει διατάξεις αυτής της φύσεως, ιδίως μάλιστα όταν το Πρωτοδικείο έχει παραλείψει να αποφανθεί επ’ αυτού του ζητήματος με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η παράκαμψη αυτού του σκοπέλου ανοίγει τον δρόμο για την εξέταση της ουσίας της αιτιάσεως.
2. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τη Συμφωνία του Βελιγραδίου
α) Οι διεθνείς συνθήκες ενώπιον του Δικαστηρίου
69. Το σημείο εκκινήσεως βρίσκεται στις εξουσίες που το άρθρο 220 ΕΚ παρέχει, κατά γένος, στο Δικαστήριο, αναθέτοντάς του να «[…] εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσας Συνθήκης».
70. Η ενδεχόμενη αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα ερμηνείας των διεθνών συνθηκών, οι οποίες, από τη φύση τους, δεν αποτελούν τυπικώς μέρος της Συνθήκης, ήρθη με την απόφαση Haegeman (32), αναφορικά με τη συμφωνία συνδέσεως με την Ελλάδα (33), με την οποία κρίθηκε ότι συμφωνίες αυτού του είδους είναι πράξεις κοινοτικού οργάνου κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ και ότι, επομένως, οι διατάξεις τους αποτελούν, από της θέσεώς τους σε ισχύ, αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως (34).
71. Η συζήτηση συνεχίσθηκε, μετατοπισθείσα στον τομέα των μικτών συμφωνιών, δηλαδή των συμφωνιών που, λόγω της κατανομής των νομοθετικών εξουσιών, συνάπτονται από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες, όπου η διαμάχη έληξε υπέρ του κριτηρίου της αρμοδιότητας.
72. Αυτό συνάγεται, πρώτον, από την απόφαση Demirel (35), όπου το Δικαστήριο συνήγαγε την αρμοδιότητά του από το ότι οι συμφωνίες συνδέσεως καλύπτουν όλους τους τομείς που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη ΕΚ (36), θέση που, δεύτερον, φαίνεται επιβεβαιωθείσα από την απόφαση Hermès (37), με την οποία το Δικαστήριο συνήγαγε την αρμοδιότητά του να αποφανθεί επί του άρθρου 50 της Συμφωνίας για τα TRIPs (38) από την παραλληλία κοινοτικών και εθνικών αρμοδιοτήτων για τη σύναψη αυτής της συμφωνίας.
73. Αυτή η προέκταση των δυνατοτήτων δράσεως της Κοινότητας στις ερμηνευτικές δυνατότητες του Δικαστηρίου, που επιβεβαιώθηκε με την απόφαση Dior (39), καθιστά εν προκειμένω αναγκαίο να εξετασθεί αν το αντικείμενο της Συμφωνίας του Βελιγραδίου εμπίπτει σήμερα σε κάποια αρμοδιότητα της Κοινότητας, πράγμα που θα δικαιολογούσε την ιδιότητα του Δικαστηρίου ως ερμηνευτή του δικαίου, ή αν πρέπει να αναζητηθούν άλλες οδοί.
74. Έχω συνείδηση των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των υποθέσεων που αφορούν οι παρατεθείσες στα προηγούμενα σημεία αποφάσεις και, ειδικότερα, του γεγονότος ότι στην υπό κρίση υπόθεση η συμφωνία υπογράφηκε όχι από την Κοινότητα, αλλά από ένα κράτος μέλος και ένα άλλο τρίτο, καθώς και ότι η διαφορά ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω ασκήσεως προσφυγής, νυν στο στάδιο της αναιρέσεως, και όχι μέσω αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
75. Μολονότι τα στοιχεία αυτά έχουν επίδραση στην ανάπτυξη που ακολουθεί, ο ακριβής καθορισμός του πεδίου εφαρμογής των εθνικών, των κοινοτικών, ή των κατά κατανομή αμφοτέρων αρμοδιοτήτων θα χρησιμεύσει, άνευ ετέρου, για την αποδοχή ή, σε αρνητική περίπτωση, για την απόρριψη του επιχειρήματος που στηρίζεται στην προέκταση αρμοδιοτήτων. Επομένως, πρέπει να εξετασθούν σε βάθος οι συνέπειές του.
β) Η αρμοδιότητα της Κοινότητας στον τελωνειακό τομέα: η εξέλιξη
76. Όσον αφορά το περιεχόμενο της Συμφωνίας του Βελιγραδίου, που περιορίζεται στην αμοιβαία διοικητική συνδρομή για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταστολή πράξεων που συνιστούν παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας, οποιαδήποτε λεπτομερής ανάλυση της κατανομής αρμοδιοτήτων σ’ αυτόν τον τομέα, από τη γένεσή τους, με τα άρθρα 18 έως 29 της Συνθήκης ΕΟΚ, που κατά το πλείστον έχουν καταργηθεί (40), έως την έναρξη ισχύος του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα το 1993, θα ήταν περιττή.
77. Η επιτευχθείσα ολοκλήρωση σ’ αυτόν τον τομέα αφαίρεσε από τα κράτη μέλη τη διαχείριση των δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, με εξαίρεση τα συγκεκριμένα εκτελεστικά μέτρα και μέτρα καταστολής των παραβάσεων (41). Επομένως, αρκεί να εξετασθεί ποιο είναι το αντικείμενο της Συμφωνίας του Βελιγραδίου για να ελεγχθεί αν οι εθνικές προνομίες τις οποίες θίγει είχαν την ίδια τύχη ή αν παρέμειναν στα χέρια των δικαιούχων τους.
78. Αναφέρθηκα προηγουμένως στη Σύμβαση της Ρώμης (42) του 1967, που ρύθμιζε λεπτομερώς τα της ανακοινώσεως και τους τρόπους συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών και έρευνας στο πλαίσιο της προλήψεως και της καταστολής των παραβάσεων και εμφάνιζε χαρακτηριστικά παρόμοια προς αυτά της εν προκειμένω συμβάσεως και στην οποία προσήπτετο, ως μία από τις σοβαρότερες ελλείψεις της, ότι αποκλειόταν η ερμηνεία της από το Δικαστήριο (43).
79. Επομένως, το ιστορικό της εξελίξεώς της παρέχει ένα πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο: το 1981 εκδόθηκε ο κανονισμός 1468/81 (44), ο οποίος, στηριζόμενος στο άρθρο 308 ΕΚ, «κοινοτικοποίησε» ορισμένα ουσιώδη στοιχεία της Συμβάσεως της Ρώμης του 1967. Η νομική χειρουργική επέμβαση συνίστατο στον αποχωρισμό των από τελωνειακής απόψεως αυστηρώς λειτουργικών στοιχείων, ήτοι της αμοιβαίας διοικητικής αρωγής, από τον πυρήνα των αποκλειστικώς εθνικών καθηκόντων, ειδικότερα δε από τις διατάξεις που αφορούν την αμοιβαία ποινική δικαστική αρωγή (45).
80. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω Σύμβαση της Ρώμης διατήρησε τη δικαστική αρωγή στο περιθώριο των κοινοτικών Συνθηκών, η οποία σήμερα περιλαμβάνεται στον «τρίτο πυλώνα». Αντιθέτως, αποχωρίσθηκε από αυτή η διακρατική συνεργασία στον τελωνειακό τομέα.
81. Ως εκ της φύσεως της διατάξεως που χρησιμοποιήθηκε ως νομικό έρεισμα –το άρθρο 308 ΕΚ–, η οποία παρέχει αρμοδιότητα στην Κοινότητα σε περίπτωση αναντιστοιχίας μεταξύ των επιδιωκόμενων σκοπών και των εξουσιών των οργάνων της (46), αίροντας έτσι την έλλειψη αρμοδιότητας προς ανάληψη δράσεως των θεσμικών οργάνων της Ενώσεως στο πλαίσιο της Συνθήκης (47), δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς τον κοινοτικό χαρακτήρα των εξουσιών που περιέχονται στον κανονισμό 1468/81 (48), οι οποίες διευρύνουν το κατάλογο των «απροβλέπτων» (49).
82. Μολονότι η Συμφωνία του Βελιγραδίου ήταν διμερής σύμβαση συναφθείσα με τρίτο κράτος κατά τον χρόνο των ένδικων περιστατικών, θα άξιζε, με την τροπή που πήραν τα πράγματα, να χαρακτηρισθεί ως εκτελεστικό μέτρο στο πλαίσιο κοινοτικής αρμοδιότητας, δεδομένου ότι υποχώρησε ο διεθνής χαρακτήρας της στο πλαίσιο της διαδικασίας επεκτάσεως των ευρωπαϊκών τελωνειακών αρμοδιοτήτων.
83. Τελικώς, με εφαρμογή της μεθόδου της προεκτάσεως των κοινοτικών εξουσιών στις ερμηνευτικές δυνατότητες του Δικαστηρίου, όπως προεκτέθηκε, συνάγεται ότι τουλάχιστον ένα σημαντικό μέρος της Συμφωνίας του Βελιγραδίου εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Ενώσεως.
84. Επιπλέον, η δυναμική αυτή εξέλιξη συνεχίζεται, εφόσον η Σύμβαση της Ρώμης του 1967 αντικαταστάθηκε από μια άλλη σύμβαση του 1998 (50), που διέπει τις εμπίπτουσες στην κρατική αρμοδιότητα λειτουργίες στο πλαίσιο της συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, της οποίας ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 26, που αναθέτει στο Δικαστήριο την ερμηνεία της, αν και με κάποιες σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη συνήθη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (51).
γ) Ιδιομορφίες της υπό κρίση περιπτώσεως
85. Για όσους έχουν ενδοιασμούς ως προς τη μέθοδο της προεκτάσεως αρμοδιοτήτων εν προκειμένω, είτε διότι τη θεωρούν ακατάλληλη εκτός του πλαισίου των μικτών συμφωνιών (52) είτε λόγω του ευλαβούς σεβασμού που τους εμπνέει η νομική τυπολατρία, και οι οποίοι θεωρούν αδιανόητο ότι μια διμερής συνθήκη του είδους της Συμφωνίας του Βελιγραδίου μπορεί να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της εξελίξεως της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως, πρέπει να προστεθούν και άλλοι, όχι λιγότερο πειστικοί, λόγοι.
86. Πρώτον, το Δικαστήριο αναγνωρίζει σήμερα ότι έχει αρμοδιότητα όσον αφορά διμερείς συμβάσεις που βρίσκονται εκτός του κοινοτικού πεδίου, ενώ προηγουμένως δεχόταν το αντίθετο.
87. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Vandeweghe (53) αποφάνθηκε ότι μπορούσε να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 2 της τρίτης συμφωνίας που συμπληρώνει τη Γενική σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως, που υπογράφηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1957 μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, συνάγοντας αυτό από την επίπτωση που είχε η ερμηνεία ορισμένων σημείων του κανονισμού 1408/71 (54) επί της εν λόγω συμπληρωματικής συμφωνίας (55).
88. Δεύτερον, ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi, με τις προτάσεις του στην προπαρατεθείσα υπόθεση Bresciani, υπογράμμισε ότι είναι αναγκαίο να γίνει χρήση, επικουρικώς, ενός κανόνα διεθνούς δικαίου, όπως της Συμβάσεως του Γιαουντέ του 1963, προκειμένου να καθορισθεί το περιεχόμενο της δεσμεύσεως που ανέλαβε ένα κράτος, παρά τις αμφιβολίες που ανέκυψαν ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να υπερβεί τα όρια απλώς και μόνον της ερμηνείας και της διαπιστώσεως του κύρους μιας κοινοτικής πράξεως (56).
89. Τα δύο αυτά παραδείγματα καταδεικνύουν την προσπάθεια που καταβάλλεται για να τεθούν τα συμφέροντα της δικαιοδοτικής δραστηριότητας υπεράνω της ορθόδοξης τυπολατρίας, προκειμένου κατ’ αυτόν τον τρόπο να καταστεί δυνατός ο συγκερασμός της ευρωπαϊκής έννομης τάξεως με την εθνική έννομη τάξη, χωρίς να θίγεται κανένας κανόνας και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η θεσμική κατανομή αρμοδιοτήτων, όπως αυτή προβλέπεται από τη Συνθήκη ΕΚ.
90. Αν για τη συμπλήρωση των κοινοτικών κανόνων γίνει δεκτή η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύει, στο πλαίσιο του άρθρου 234 ΕΚ, νομικούς κανόνες κατ’ αρχήν ξένους προς αυτή την έννομη τάξη, θα ήταν δύσκολο να μη του αναγνωρισθεί αυτή η αρμοδιότητα στην προκειμένη περίπτωση, όταν η λύση της διαφοράς στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας απαιτεί την ολοκλήρωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, με τη βοήθεια μιας διμερούς συνθήκης, όχι διότι η εκτίμηση αυτής της διατάξεως θα απαιτούσε ένα τέτοιο ερμηνευτικό βοήθημα, αλλά διότι από την ορθή κατανόηση της Συμφωνίας του Βελιγραδίου εξαρτάται αν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προαπαιτούμενες πραγματικές συνθήκες για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως κατά την έννοια της νομολογίας που απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση De Haan, ειδικότερα δε η παράβαση μιας νομικής υποχρεώσεως εκ μέρους των σλοβενικών αρχών.
91. Επομένως, πρόκειται απλώς για μια προσπάθεια ολοκληρώσεως του νομικού συστήματος, ώστε η ερμηνεία αυτής της συμφωνίας, όπως θα διαμορφωθεί, να μην έχει χαρακτήρα erga omnes, αλλά να παραμείνει εντός των ορίων του χαρακτήρα της ως μέσου προς επίτευξη ενός σκοπού.
92. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αποδοχή της ελλείψεως αρμοδιότητας του Δικαστηρίου θα σήμαινε, σε τελευταία ανάλυση, μια χωλή πορεία οδηγούσα σε αρνησιδικία, κατάσταση ασυμβίβαστη προς το έργο αυτού του ανώτατου κοινοτικού δικαστηρίου, όπως ορίζει το άρθρο 220 ΕΚ (57).
93. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τη Συμφωνία του Βελιγραδίου, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, πρέπει απλώς να γίνει δεκτή, διότι αυτή δεν μπορεί να αποδυναμωθεί με κανέναν άλλο τρόπο.
3. Ανάλυση του λόγου αναιρέσεως
94. Κατά τους Nordspedizionieri κ.λπ., οι σλοβενικές αρχές υποχρεούνταν από το πνεύμα της επίμαχης συνθήκης να ανακοινώνουν στις τελωνειακές αρχές του Fernetti οποιαδήποτε μεταφορά «ευαίσθητων» εμπορευμάτων. Δεδομένου ότι γνώριζαν όλες τις διελεύσεις φορτηγών από τις 30 Οκτωβρίου 1991 και ήταν ενήμερες για το ότι το φορτίο περιείχε τσιγάρα, τα οποία στην Ιταλία υπόκεινται σε ιδιαίτερο και υψηλότερο φόρο, η σλοβενική αστυνομία των συνόρων όφειλε να είχε ειδοποιήσει τις ιταλικές αρχές ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συμφωνίας του Βελιγραδίου.
95. Δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε αυτή η υποχρέωση στη Σλοβενία, προέκυψε η παράνομη εισαγωγή των εμπορευμάτων καπνού στο ιταλικό έδαφος, προς ζημία των εκτελωνιστών οι οποίοι, αν είχαν ανακαλύψει εγκαίρως την ύπαρξη λαθρεμπορίου δεν θα είχαν επιβαρυνθεί με τους αντίστοιχους δασμούς. Το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η εν λόγω διάταξη δεν επιβάλλει ρητώς καμία υποχρέωση πληροφορήσεως για τα εμπορεύματα, άποψη την οποία οι αναιρεσείοντες κατακρίνουν ως νομικώς εσφαλμένη.
96. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν η ερμηνεία αυτή ήταν ορθή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.
97. Συμμερίζομαι την άποψη ότι η ενδεχομένως παράβαση της Συμφωνίας του Βελιγραδίου είναι παρόμοια προς την παραβίαση του δικαίου που έγινε δεκτή με την απόφαση De Hann προκειμένου να δικαιολογηθεί η ύπαρξη ειδικής περιπτώσεως κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, διότι, διαφορετικά, δεν θα είχε έννοια να συνεχισθεί η ανάλυση αυτού του λόγου.
98. Βεβαίως, το περιεχόμενο της συμφωνίας φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, αρκετά σαφές όσον αφορά τον δεσμευτικό της χαρακτήρα. Αυτό προκύπτει, παραδείγματος χάριν, από τον ίδιο τον σκοπό της που συνίσταται στην καταπολέμηση των παραβάσεων των τελωνειακών κανόνων των δύο κρατών και, ειδικότερα, στην πρόληψή τους (άρθρο 1, παράγραφος 1).
99. Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να διατηρούν «στενή συνεργασία μεταξύ των τελωνείων των κοινών συνόρων» (άρθρο 1, παράγραφος 1), πράγμα που δηλώνει αυστηρή εφαρμογή της συμφωνίας.
100. Επιπλέον, το άρθρο 4 θεσπίζει υποχρέωση «ειδικής επιτηρήσεως» για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, μέσων μεταφοράς και εμπορευμάτων (παράγραφος 1), απαίτηση που μεταβάλλεται σε «ιδιαίτερη επιτήρηση» για τις «εξαγωγές των προϊόντων που στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους πλήττονται με ειδικές και υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις» (παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο).
101. Παρά ταύτα, η δεσμευτική ισχύς αυτών των διατάξεων εξασθενεί, αν ληφθούν υπόψη τα όρια της Συμφωνίας, όπως η προτεραιότητα που δίνεται σε απλούς και ταχείς τελωνειακούς ελέγχους (άρθρο 3, στοιχεία b και c), και η άμβλυνση της υποχρεώσεως ειδικής επιτηρήσεως (άρθρο 3, παράγραφος 1).
102. Σ’ αυτή την αλληλουχία, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η «ιδιαίτερη επιτήρηση» για ορισμένα αγαθά, η οποία πρέπει να ασκείται μόνο «κατόπιν αιτήσεως [του άλλου συμβαλλόμενου μέρους]» (άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο), περιλαμβάνοντας, εν πάση περιπτώσει, τα τσιγάρα, και από αυτό μπορεί να συναχθεί παράβαση από τις σλοβενικές αρχές της Συμφωνίας μόνον αν το Ιταλικό κράτος είχε ζητήσει την επιτήρηση αυτή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, από τον αντισυμβαλλόμενό του.
103. Οποιαδήποτε άλλη εξήγηση θα στερούνταν ερείσματος, διότι θα ήταν παράλογο μια διεθνής συνθήκη να υποχρεώνει ένα κράτος που την έχει υπογράψει να ελέγχει, χωρίς προηγηθείσες οδηγίες, τα εμπορεύματα που τυγχάνουν ειδικής φορολογήσεως στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Μια τέτοιου είδους απαίτηση θα υπερέβαινε κατά πολύ αυτό που μπορεί λογικά να αναμένεται από μια έντιμη συνεργασία στο διεθνές δίκαιο (58).
104. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται καμία νομική πλάνη του Πρωτοδικείου ως προς την κρίση του ότι η Συμφωνία του Βελιγραδίου δεν υποχρεώνει τις τελωνειακές αρχές των δύο χωρών να γνωστοποιούν τη διέλευση εμπορευμάτων που υπόκεινται, στη γειτονική χώρα, σε ειδική και υψηλή φορολογία.
105. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω παρατηρήσεων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
106. Η επίκριση που ασκούν εν προκειμένω οι Nordspedizionieri κ.λπ. αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το οποίο παρέλειψε να εξετάσει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79, ήτοι την έλλειψη δόλου ή προφανούς αμέλειας, δεδομένου ότι δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ειδικής περιπτώσεως (59), απαραίτητης για την έγκριση διαγραφής των δασμών.
107. Θα ήταν όμως παράλογο να ζητείται η εξέταση των προϋποθέσεων ενός κανόνα, οι οποίες έχουν σωρευτικό χαρακτήρα. Όταν το Πρωτοδικείο εξετάζει τη δυνατότητα διαγραφής της τελωνειακής οφειλής που ζητεί ένας εκτελωνιστής, είναι υποχρεωμένο όχι να προβαίνει σε πλήρη έκθεση των προϋποθέσεων που υφίστανται σε δεδομένη περίπτωση, αλλά να εξακριβώνει απλώς αν όλες πληρούνται, διότι, αν ελλείπει μία μόνο, η αίτηση πρέπει κατ’ επιταγή του νόμου να απορριφθεί, παρέλκουσας οποιασδήποτε αποφάνσεως επί των λοιπών.
108. Η νομολογία δεν αφήνει καμία αμφιβολία όσον αφορά τον ρόλο των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων όταν βρίσκονται προ σωρευτικώς εφαρμοστέων προϋποθέσεων, όπως, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, όπου η ευδοκίμηση της αγωγής εξαρτάται από την απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα της προσαπτομένης στα κοινοτικά όργανα συμπεριφοράς, του υποστατού της προκληθείσας ζημίας κα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών των δύο, οπότε, αν δεν συντρέχει ένα από αυτά τα στοιχεία, η αγωγή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει (60).
109. Δεδομένου ότι κατά τη διατύπωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 απαιτείται να συντρέχουν τα δύο στοιχεία που μνημονεύονται σ’ αυτό, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε καμία πλάνη, ούτε παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως, παραλείποντας να εξετάσει αν συνέτρεχε η δεύτερη προϋπόθεση, οπότε ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
110. Επομένως, υπό το φως της αναλύσεως των λόγων αναιρέσεως, εν μέρει απαραδέκτων και εν μέρει αβάσιμων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VI – Δικαστικά έξοδα
111. Κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 122, σε συνδυασμό με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στην αίτηση αναιρέσεως βάσει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Αν, όπως προτείνω, απορριφθούν οι λόγοι που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, πρέπει αυτοί να φέρουν τα έξοδα της εν προκειμένω διαδικασίας.
112. Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθούν οι Nordspedizionieri κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον το Πρωτοδικείου. Δεδομένου όμως ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τους καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα, το νέο αυτό αίτημα του κοινοτικού οργάνου είναι άνευ αντικειμένου.
VII – Πρόταση
113. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι Nordspedizionieri di Danielis Livio & C. Snc, Livio Danielis και Domenico D’Alessandro κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2004 στην υπόθεση T‑332/02, εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη, και να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της εξετασθείσας αιτήσεως αναιρέσεως.
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
2 – Απόφαση T‑332/02, Nordspedizionieri di Danielis Livio κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
3 – Συνοδευόταν από ένα επικουρικό αίτημα για διαγραφή της τελωνειακής οφειλής που αφορούσε 8 010 κιλά αλλοδαπών κατεργασμένων καπνών τα οποία κατασχέθηκαν από τις ιταλικές αρχές, στις 8 Απριλίου 1992, σε παράνομη αποθήκη στην πόλη Bareggio και το οποίο, δεδομένου ότι στερείται σημασίας για την αίτηση αναιρέσεως, δεν χρειάζεται να εξετασθεί με αυτές τις προτάσεις.
4 – Το πολύπλοκο αυτής της ρυθμίσεως εξηγεί τον ισχυρισμό του Berr, Claude J., «Union douanière», στο Revue trimestrielle de droit européen, 37 (3), Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2001, σ. 627 επ., ότι τα προβλήματα που τίθενται σε άλλους τομείς, όπως στη νομισματική ένωση ή στην κοινωνική συνοχή, διεγείρουν περισσότερο το πνεύμα απ’ ό,τι το κοινό δασμολόγιο ή το ζήτημα του κύρους του πιστοποιητικού καταγωγής, που έχουν μετατρέψει το τελωνειακό δίκαιο σε ένα τομέα για ελάχιστους μόνον ειδικούς.
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1).
6 – Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο δεν διερωτήθηκε ως προς τη δική του αρμοδιότητα ή τουλάχιστον δεν εξέφρασε συναφώς αμφιβολίες.
7 – Συμφωνία αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταστολή πράξεων τελωνειακής απάτης μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας, υπογραφείσα στο Βελιγράδι στις 10 Νοεμβρίου 1965, ιταλικό κείμενο δημοσιευθέν στο Bollettino Ufficiale (Trattati e convenzioni), 1967, τόμος CIV − αριθ. 178. Ο εθνικός εκτελεστικός νόμος δημοσιεύθηκε στην Gazzetta Ufficiale της 8ης Ιουλίου 1967, αριθ. 169. Άρχισε να ισχύει την 1η Φεβρουαρίου 1968.
8 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 222/77 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3). Η εξωτερική διαμετακόμιση διέπεται από τα άρθρα 91 έως 97, η δε εσωτερική από τα άρθρα 163 έως 165 του τελωνειακού κώδικα, πλην όμως ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2726/90 του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, περί κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 262, σ. 1), αντικατέστησε τον κανονισμό 222/77. Πάντως, δεδομένου ότι η εφαρμογή του παρατάθηκε έως την 1η Ιανουαρίου 1993, δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 1, δεν είναι αναγκαίο να μνημονευθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς, τα περιστατικά της οποίας είναι προγενέστερα αυτής της ημερομηνίας.
9 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 474/90 του Συμβουλίου, της 22ας Φεβρουαρίου 1990, για την τροποποίηση, όσον αφορά την κατάργηση της κατάθεσης του δελτίου διέλευσης κατά τη διέλευση εσωτερικών συνόρων της Κοινότητας, του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77 περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ L 51, σ. 1).
10 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1062/87 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1987, για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 107, σ. 1).
11 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1429/90 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1990, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1062/87 για τις διατάξεις εφαρμογής και τα μέτρα απλούστευσης του καθεστώτος κοινοτικής διαμετακόμισης (ΕΕ L 137, σ. 21).
12 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής της διαγραφής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986 (ΕΕ L 286, σ. 1).
13 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ L 286, σ. 1).
14 – Convention entre la Belgique, la République Fédérale d'Allemagne, la France, l'Italie, le Luxembourg et les Pays-Bas, pour l'assistance mutuelle entre les administrations douanières respectives, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 7 Σεπτεμβρίου 1967, η οποία περιέχεται στο Tractatenblad van het Koninkrijk der Nederlanden, 1968, αριθ. 172.
15 – Σκέψεις 27 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
16 – Σκέψεις 31 έως 39.
17 – Σκέψεις 43 έως 89.
18 – Σκέψη 79.
19 – Σκέψεις 90 έως 96.
20 – Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 2ας Μαΐου 1991 (ΕΕ L 136, της 30ής Μαΐου 1991, σ. 1, διορθ. στην ΕΕ L 317, της 19ης Σεπτεμβρίου 1991, σ. 34, όπως έχει τροποποιηθεί στην ΕΕ L 298, της 12ης Οκτωβρίου 2005, σ. 1).
21 – Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-233/98, Lensing & Brockhausen (Συλλογή 1999, σ. I‑7349, σκέψη 31).
22 – Σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
23 – Σκέψη 33 της αποφάσεως.
24 – Απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, 244/85 και 245/85, Cerealmangimi και Italgrani κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1303, σκέψη 11), και της 6ης Ιουλίου 1993, C‑121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑3873, σκέψη 43).
25 – Απόφαση CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 44 και 45.
26 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑667, σκέψεις 42 και 43).
27 – Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1991, C-283/90 P, Vidrányi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑4339, σκέψη 12), μνημονευθείσα από την Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως.
28 – Αυτό το αποδεικτικό στοιχείο προκάλεσε κάποια διαμάχη τόσο ως προς το παραδεκτό του (η Επιτροπή το χαρακτήρισε οψιγενές), όσο και ως προς τη χρησιμότητά του. Πρέπει απεριφράστως να απορριφθεί ο συλλογισμός των αναιρεσειόντων όσον αφορά το έγκυρο του χρονικού σημείου κατά το οποίο προτάθηκε, για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση, λόγω της αρχικής αρνήσεως του πρώην διευθυντή των τελωνείων, διότι ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο οποίος ρυθμίζει την εξέταση μαρτύρων στα άρθρα 68 επ. αυτού, προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζονται ορισμένες δυσκολίες όσον αφορά τη λήψη μαρτυρικών καταθέσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 69, παράγραφος 1, υποχρεώνει τους μάρτυρες να εμφανίζονται επ’ απειλή χρηματικής ποινής, κυρώσεως που πλήττει ομοίως τον μάρτυρα που αρνείται, χωρίς νόμιμη αιτία, να καταθέσει. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν στερείται δυνατοτήτων για να τους πείσει. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να ζητήσει από άλλες αρχές την εξέταση μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων. Επομένως, ο μόνος σκοπός της (όψιμης) παρουσιάσεως αυτού του στοιχείου ήταν η θεραπεία της αξιοθρήνητης παραλείψεώς του πρωτοδίκως. Τελικώς, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, το περιεχόμενο της γραπτής δηλώσεως του Portal επιβεβαιώνει τα εκτιθέμενα από το Πρωτοδικείο και δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
29 – Σημείο 30 αυτών των προτάσεων.
30 – Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1999, C‑61/98, De Hann (Συλλογή 1999, σ. I‑5003).
31 – Όπ.π., σκέψη 56.
32 – Απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegeman (Συλλογή τόμος 1974, σ. 245). Επιβεβαιωθείσα μεταγενεστέρως με τις αποφάσεις της 5ης Φεβροουαρίου 1976, 87/75, Bresciani κατά Amministrazione delle Finanze (Συλλογή τόμος 1976, σ. 57), που αφορούσε την ερμηνεία της Συμβάσεως του Γιαουντέ του 1963, της 24ης Νοεμβρίου 1977, 65/77, Razanatsimba (Συλλογή τόμος 1977, σ. 717) που αφορούσε την ερμηνεία της Συμβάσεως του Λομέ, πιο πρόσφατα δε από τις αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1991, C‑18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. I‑199), και της 5ης Απριλίου 1995, Krid (Συλλογή 1995, σ. I‑719), που αφορούσαν την ερμηνεία των συμφωνιών συνεργασίας με το Μαρόκο και την Αλγερία αντίστοιχα, καθώς και τη γνωμοδότηση 1/76, της 26ης Απριλίου 1977 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 211, σκέψη 18).
33 – Συμφωνία συνιστώσα σύνδεση μεταξύ της Ελλάδος και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, η οποία συνήφθη και εκυρώθη εν ονόματι της Κοινότητος με την απόφαση 63/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1961 (ΕΕ 1963, 26, σ. 293 [Ν. 4226, ΦΕΚ 1962, Α΄ αρ. 41] ).
34 – Απόφαση Haegeman, προπαρατεθείσα, σκέψεις 3 έως 6.
35 – Απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 1987, 12/86, Demirel κατά Stadt Schwäbisch Gmünd (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 9).
36 – Η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έθεταν ανοιχτά υπό αμφισβήτηση την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ερμηνεύει τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Τουρκία.
37 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C‑53/96, Hermès (Συλλογή 1998, σ. I‑3603, σκέψεις 28 και 29).
38 – Συμφωνία για τα δικαιώματα επί των προϊόντων της διανοίας στον τομέα του εμπορίου, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας, κατά το μέρος που αφορά θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 336, σ. 1).
39 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C‑300/98 και C‑392/98, Dior κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑11307, σκέψεις 35 επ.).
40 – Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, που άφησε σε ισχύ μόνο τα άρθρα 28 και 29 (νυν άρθρα 26 ΕΚ και 27 ΕΚ, αντιστοίχως). Η εξάλειψή τους από το κείμενο της Συνθήκης ανταποκρινόταν σε ανάγκη περισσότερο τεχνικής παρά πολιτικής φύσεως διότι, στην πραγματικότητα, οι στόχοι που έθεταν αυτές οι διατάξεις είχαν ευρέως επιτευχθεί και, επομένως, οι εν λόγω διατάξεις είχαν εξαντλήσει το περιεχόμενό τους και δεν είχαν πλέον προοπτική εφαρμογής.
41 – Berr, C. J., όπ.π., σ. 632.
42 – Στο σημείο 10 αυτών των προτάσεων.
43 – Vaulont, N., La Unión Aduanera de la Comunidad Económica Europea, OPOCE, Λουξεμβούργο, 1981, σ. 12.
44 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1981, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 144, σ. 1).
45 – Προτελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1468/81.
46 – Rossi, M., «Artikel 308 EG-Vertrag» σε Callies, C./Ruffert, M., Kommentar zu EU‑Vertrag und EG‑Vertrag, 2η έκδοση, επηυξημένη και αναθεωρημένη, Neuwied/Kriftel, 2002, σ. 2538.
47 – Γνωμοδότηση 2/94, της 28ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. I‑1759, σκέψη 29).
48 – Αντικατασταθέντα από τον κανονισμό (ΕΚ) 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82, σ. 1).
49 – Κατά την έκφραση του Alonso García, R., Derecho Comunitario – Sistema constitucional y administrativo de la Comunidad Europea, Εκδόσεις Centro de Estudios Ramón Areces, S.A., Μαδρίτη, 1994, σ. 570.
50 – Σύμβαση η οποία καταρτίζεται βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, περί αμοιβαίας συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών [ΕΕ (1998) C 24, σ. 1].
51 – Παραπέμπω, για περισσότερες πληροφορίες, στην εισηγητική έκθεση για την παρατεθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση σύμβαση που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Μαΐου 1998 (ΕΕ C 189, σ. 1).
52 – Όσον αφορά τις δυσκολίες για την ερμηνεία με τον ίδιο τρόπο όλων των συμφωνιών, περιλαμβανομένων των διαφόρων κατηγοριών μικτών συμφωνιών, χρήσιμες είναι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Hermès, ειδικότερα το σημείο 18.
53 – Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1973, 130/73, Vandeweghe κατά Berufsgenossenschaft Chemische Industrie (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 759, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική).
54 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
55 – Απόφαση Vandeweghe κατά Berufsgenossenschaft Chemische Industrie, προπαρατεθείσα, σκέψη 3.
56 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi στην υπόθεση Bresciani κατά Amministrazione delle Finanze, προπαρατεθείσα, σημείο 4. Η απόφαση, αντιθέτως, δεν εξέτασε αυτό το ζήτημα.
57 – Simon, D., Le système juridique communautaire, Presses Universitaires de France, 2η έκδοση, Παρίσι, 1998, σ. 332. Επίσης, η απόφαση της 12ης Ιουλίου 1957, 7/56 και 3/57 έως 7/57, Algera κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 157, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική), συγκεκριμένα στη σ. 115 του Rec. 1957.
58 – Η εγκύκλιος της 14ης Ιανουαρίου 1985, που εξέδωσε το Ministero delle Finanze και στην οποία οι διάδικοι αναφέρθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, περιέχει μόνο μερικές οδηγίες τεχνικής φύσεως για την εφαρμογή της Συμφωνίας του Βελιγραδίου που απευθύνονται στις ιταλικές τελωνειακές αρχές των συνόρων με τη Σλοβενία, πράγμα που δεν αποδυναμώνει τον συλλογισμό μου.
59 – Σημείο 34 αυτών των προτάσεων.
60 – Αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, C‑146/91, ΚΥΔΕΠ κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑4199, σκέψη 19), της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑5251, σκέψη 14), και της 14ης Οκτωβρίου 1999, C‑104/97 P, Atlanta κατά Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Συλλογή 1999, σ. I‑6983, σκέψη 65).
Full & Egal Universal Law Academy