ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 16ης Μαΐου 2006 1(1)
Υπόθεση C-68/05 P
Koninklijke Coöperatie Cosun UA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Παραδεκτό νέων ισχυρισμών – Διαγραφή επιβαρύνσεων κατά την εισαγωγή – Ζάχαρη – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1430/79 – Επιείκεια»
I – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Η εν προκειμένω αναιρετική διαδικασία αφορά ουσιαστικώς το ζήτημα αν η εισφορά που επιβλήθηκε για μη εξαχθείσα ζάχαρη μπορεί να θεωρηθεί ως εισαγωγικός δασμός ή επιβάρυνση κατά την εξαγωγή κατά την έννοια της τελωνειακής νομοθεσίας (2). Στις 2 Μαΐου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση (3) με την οποία χαρακτηρίσθηκε απαράδεκτη μια αίτηση διαγραφής εισαγωγικών δασμών. Η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 7ης Δεκεμβρίου 2004 (4) με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή που ασκήθηκε κατ’ αυτής της αποφάσεως.
II – Το νομικό πλαίσιο
Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (5), (στο εξής: βασικός κανονισμός), ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την παραγωγή, εισαγωγή και εξαγωγή ζάχαρης. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, σύστημα ποσοστώσεων στην παραγωγή, το οποίο, σύμφωνα με την δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, αποτελεί για τους παραγωγούς μέσο εγγυήσεως των κοινοτικών τιμών και διαθέσεως της παραγωγής τους.
3. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος ποσοστώσεων, το άρθρο 24 του βασικού κανονισμού ορίζει, για κάθε περίοδο εμπορίας (ήτοι από την 1η Ιουλίου κάθε έτους έως τις 30 Ιουνίου του επομένου έτους), βασικές ποσότητες αναφοράς για τη «ζάχαρη Α» και τη «ζάχαρη Β», τις οποίες κάθε κράτος μέλος οφείλει να κατανέμει μεταξύ των παραγωγών ζάχαρης που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του. Επομένως, οι επιχειρήσεις παραγωγής λαμβάνουν για κάθε περίοδο εμπορίας μια ποσόστωση Α και μια ποσόστωση Β. Η ζάχαρη που παράγει κάθε επιχείρηση καθ’ υπέρβαση των ποσοστώσεων Α και Β καλείται «ζάχαρη Γ» ή «ζάχαρη εκτός ποσοστώσεων».
4. Οι προϋποθέσεις διαθέσεως της ζάχαρης ποικίλλουν ανάλογα με τον χαρακτηρισμό της. Η ζάχαρη Α και η ζάχαρη Β αποτελούν αντικείμενο διαφόρων μηχανισμών στηρίξεως που προβλέπει ο βασικός κανονισμός, η δε ζάχαρη που παρήχθη βάσει της ποσοστώσεως A τυγχάνει εγγυήσεων υψηλότερου επιπέδου (εγγυημένη τιμή παρεμβάσεως και ενίσχυση των εξαγωγών υπό μορφή επιστροφών) σε σχέση με τη ζάχαρη Β (μόνον επιστροφές κατά την εξαγωγή).
5. Η ζάχαρη Γ δεν υπάγεται ούτε στο καθεστώς στηρίξεως των τιμών ούτε στο καθεστώς των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Επιπλέον, η ζάχαρη Γ δεν μπορεί να διατεθεί εντός της εσωτερικής αγοράς και, ως εκ τούτου, πρέπει να διατεθεί εκτός της Κοινότητας για να πωληθεί στην παγκόσμια αγορά.
6. Το άρθρο 26 του βασικού κανονισμού ορίζει εν προκειμένω τα εξής::
«1. [...] η ζάχαρη Γ που δεν μεταφέρεται [...] δεν είναι δυνατόν να διατεθ[εί] στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας και πρέπει να εξαχθ[εί] ως έχ[ει] πριν από την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί το τέλος της σχετικής περιόδου εμπορίας.
[...]…
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με την προβλεπομένη στο άρθρο 41 διαδικασία.
Οι λεπτομέρειες αυτές προβλέπουν ιδίως την επιβολή ενός ποσού στη ζάχαρη Γ [...] που αναφέρ[εται] στην παράγραφο 1, [της οποίας] η εξαγωγή σε φυσική κατάσταση εντός ορισμένης προθεσμίας δεν αποδείχθηκε σε μια τακτή ημερομηνία.»
7. Ο κανονισμός (EOK) 2670/81 της Επιτροπής, της 14ης Σεπτεμβρίου 1981, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής για την εκτός ποσοστώσεως παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (6), ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θεωρείται πραγματοποιηθείσα η εξαγωγή ζάχαρης Γ. Το άρθρο 1 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3892/88 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού 2670/81 (7), ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής::
«1. Η εξαγωγή που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1, του [βασικού] κανονισμού θεωρείται ότι πραγματοποιείται εάν:
α) η ζάχαρη Γ [...] έχει εξαχθεί από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου έχει παραχθεί·
β) η εν λόγω διασάφηση εξαγωγής γίνεται αποδεκτή από το κράτος μέλος που αναφέρεται στο στοιχείο α΄ πριν από την 1η Ιανουαρίου που έπεται του τέλους της περιόδου εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας [παρήχθη] η ζάχαρη Γ·
γ) η ζάχαρη Γ [...] εγκατέλειψε το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας το αργότερο σε 60 ημέρες από την 1η Ιανουαρίου που αναφέρεται στο στοιχείο β΄·
δ) το προϊόν έχει εξαχθεί χωρίς επιστροφή ούτε εισφορά [...] από το κράτος μέλος που αναφέρεται στο στοιχείο α΄.
Εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, εάν [δεν] πληρούται το σύνολο των όρων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, η ποσότητα της εν λόγω ζάχαρης Γ [...] θεωρείται ότι έχει διατεθεί στην εσωτερική αγορά.
Σε περίπτωση ανωτέρας βίας, ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει παραχθεί η ζάχαρη Γ [...] θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα ανάλογα με τις περιστάσεις που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος.»
8. Το άρθρο 3 του κανονισμού 2670/81, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3559/91 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού 2670/81 (8), ορίζει τα εξής:
«1. Για τις ποσότητες που, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, έχουν διατεθεί στην εσωτερική αγορά, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εισπράττει ένα ποσό που είναι ίσο:
α) όσον αφορά τη ζάχαρη Γ, ανά 100 χιλιόγραμμα της εν λόγω ζάχαρης:
– με την υψηλότερη εισφορά κατά την εισαγωγή, η οποία εφαρμόζεται ανά 100 χιλιόγραμμα λευκής ή ακατέργαστης ζάχαρης, κατά περίπτωση, κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει την περίοδο εμπορίας, κατά την οποία παρήχθη η εν λόγω ζάχαρη, και τους έξι μήνες που έπονται της περιόδου αυτής, και
– με 1 ECU
[...]…
4. Για τις ποσότητες ζάχαρης Γ [...], οι οποίες καταστράφηκαν ή υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημίες πριν από την εξαγωγή τους, υπό συνθήκες οι οποίες αναγνωρίζονται από τον αρμόδιο οργανισμό του σχετικού κράτους μέλους σαν περίπτωση ανωτέρας βίας, δεν εισπράττεται το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1.»
B – Η ρήτρα επιεικείας της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας
9. Η κοινοτική τελωνειακή ρύθμιση προβλέπει την πλήρη ή μερική επιστροφή των καταβληθέντων εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ή τη διαγραφή της τελωνειακής οφειλής. Οι προϋποθέσεις διαγραφής δασμών ορίζονται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (9).
10. Στην παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής ορίζονται τα εξής:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε ειδικές περιπτώσεις [...], οι οποίες προκύπτουν από περιστάσεις κατά τις οποίες δεν υπήρξε ούτε προφανής αμέλεια ούτε δόλος εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
[…]»
11. Με το άρθρο 14 του κανονισμού 1430/79 διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 13 εφαρμόζονται και για την επιστροφή ή διαγραφή εξαγωγικών δασμών.
12. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 1430/79, ως «εισαγωγικοί δασμοί» νοούνται «τόσο οι τελωνειακοί δασμοί και επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, όσο και οι γεωργικές εισφορές [και λοιπές επιβαρύνσεις] κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή εκείνης των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης [νυν άρθρου 308 ΕΚ], σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από μεταποίηση των γεωργικών προϊόντων».
13. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1430/79, στους «εξαγωγικούς δασμούς» περιλαμβάνονται οι «γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εξαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή εκείνης των ειδικών καθεστώτων που εφαρμόζονται βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης, σε ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από μεταποίηση των γεωργικών προϊόντων».
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
Τα πραγματικά περιστατικά
14. Η Koninklijke Coöperatie Cosun UA (στο εξής: Cosun), συνεταιριστική επιχείρηση εγκατεστημένη στις Κάτω Χώρες, παρήγαγε ζάχαρη Γ κατά τις περιόδους εμπορίας 1991/1992 και 1992/1993. Κατά το διάστημα από 10 Φεβρουαρίου 1993 έως 23 Σεπτεμβρίου 1993, πώλησε, μέσω της θυγατρικής της Limako Suiker BV, στην εταιρία Django’s Handelsonderneming ορισμένες παρτίδες ζάχαρης Γ για την Κροατία και τη Σλοβενία. Κατά το διάστημα από 22 Ιουλίου 1993 έως 16 Αυγούστου 1993 και από 26 Αυγούστου 1993 έως 24 Σεπτεμβρίου 1993, αντιστοίχως, η προσφεύγουσα πώλησε παρτίδες ζάχαρης Γ στις εταιρίες NV Voeders SA Aliments Serry και Sieger BV για εξαγωγή στο Μαρόκο.
15. Στις 24 Ιουνίου 1993, η Nederlandse Fiscale Inlichtingen- en Opsporingsdienst (υπηρεσία διώξεως οικονομικού εγκλήματος των Κάτω Χωρών, στο εξής: FIOD) ζήτησε από την Hoofdproduktschap Akkerbouw (στο εξής: HPA), αρμόδια αρχή των Κάτω Χωρών για την εφαρμογή των διατάξεων περί κοινής οργανώσεως των αγορών, μεταξύ των οποίων και της αγοράς της ζάχαρης, στοιχεία στο πλαίσιο έρευνας που αφορούσε, μεταξύ άλλων, την Django’s Handelsonderneming. Η HPA παρέδωσε στην FIOD στοιχεία για παρατυπίες σχετικές με τελωνειακά έγγραφα εξαγωγής ζάχαρης Γ. Η FIOD ζήτησε από την HPA να τηρήσει επιφυλακτική στάση έναντι της προσφεύγουσας, λόγω της συνεχιζόμενης έρευνας. Βάσει των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν στα έγγραφα εξαγωγής που παρέδωσε η HPA, κινήθηκε δικαστική έρευνα για απάτη κατά της Django’s Handelsonderneming.
16. Τον Ιούνιο και τον Αύγουστο του 1993, η HPA ενημέρωσε αντιστοίχως την Cosun και τη θυγατρική της Limako Suiker ότι τα τελωνειακά έγγραφα των εμπορευμάτων που προορίζονταν για την Κροατία και τη Σλοβενία δεν ήταν δεόντως σφραγισμένα. Τον Οκτώβριο του 1993, περιήλθαν στην HPA πλημμελώς σφραγισμένα έντυπα των παρτίδων ζάχαρης που προορίζονταν για το Μαρόκο.
17. Στις 14 Οκτωβρίου 1993, οι αρχές των Κάτω Χωρών κοινοποίησαν στην Cosun κατάλογο με τους αριθμούς των εντύπων εξαγωγής, ως προς τα οποία δεν αποδείχθηκε εξαγωγή εκτός Κοινότητας.
18. Στις 25 Απριλίου 1994, η HPA απαίτησε από την Cosun να καταβάλει ποσό ύψους 6 284 721,03 ολλανδικών φιορινιών (στο εξής: NLG), διότι δεν απέδειξε ότι ορισμένες παρτίδες ζάχαρης εγκατέλειψαν το έδαφος της Κοινότητας για τους προβλεπόμενους τόπους προορισμού στην Κροατία, τη Σλοβενία και το Μαρόκο. Στις 13 Ιουνίου 1994, το ποσό αυτής της εισφοράς μειώθηκε σε 6 250 856,78 NLG, ήτοι 2 836 515,14 ευρώ, λόγω σφάλματος κατά τον αρχικό υπολογισμό.
19. Στις 18 Μαΐου 1994, η Cosun υπέβαλε διοικητική ένσταση ενώπιον της HPA κατά της επιβολής εισφοράς. Η ΗΡΑ την απέρριψε στις 19 Ιουνίου 1995. Στις 14 Ιουλίου 1995, η Cosun άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven (στο εξής: CBB).
20. Στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της Cosun και της ΗΡΑ σχετικά με την εισφορά που επιβλήθηκε στην Cosun λόγω μη εξαγωγής των επίμαχων ποσοτήτων ζάχαρης Γ, το CBB υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 234 ΕΚ (10). Με το πρώτο ερώτημα, το CBB ρώτησε το Δικαστήριο αν, σε περίπτωση κατά την οποία η δυνατότητα διαγραφής βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79 δεν έχει εφαρμογή επί εισφορών για τη ζάχαρη Γ, ο βασικός κανονισμός και ο κανονισμός 2670/81 είναι ανίσχυροι, συνεπεία ορισμένων λόγων επιεικείας, επειδή δεν υφίσταται η δυνατότητα επιστροφής ή διαγραφής της επίδικης εισφοράς. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ποιες είναι οι συνέπειες ως προς το απαιτητό της εισφοράς στη ζάχαρη Γ υπό περιστάσεις όπως οι επίδικες, αν οι κανονισμοί κριθούν ανίσχυροι.
21. Στις 24 Απριλίου 1995, η Cosun υπέβαλε στην ΗΡΑ αίτηση διαγραφής των καταλογισθέντων δασμών, βάσει του άρθρου 239 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (11), και του άρθρου 905 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (12). Στις 6 Αυγούστου 2001, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπέβαλε στην Επιτροπή, για λογαριασμό της Cosun, αίτηση διαγραφής των εισαγωγικών δασμών.
22. Στις 2 Μαΐου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση REM 19/01, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση διαγραφής εισαγωγικών δασμών που είχε υποβάλει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών για λογαριασμό της Cosun. Βάσει της αποφάσεως αυτής, η ΗΡΑ γνωστοποίησε στην Cosun, στις 6 Ιουνίου 2002, ότι η αίτησή της απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
23. Κατόπιν αυτού, η Cosun άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως REM 19/01 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2002. Η Cosun ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή ζήτησε να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η Cosun στα δικαστικά έξοδα.
24. Με απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2004, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως στην υπόθεση T‑240/02, Koninklijke Coöperatie Cosun UA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
IV – Τα αιτήματα και οι λόγοι αναιρέσεως
25. Η Cosun άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου και ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– αφού ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, να αποφασίσει οριστικώς επί της διαφοράς,
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο,
– να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της σε πρώτο βαθμό διαδικασίας και της αναιρετικής διαδικασίας.
26. Η Cosun στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως σε τέσσερις λόγους. Πρώτον, επικαλείται παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον το Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι η εισφορά επί μη εξαχθείσας ζάχαρης Γ δεν συνιστά εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79.
27. Δεύτερον, η Cosun προβάλλει επικουρικώς ότι το Πρωτοδικείο παρείδε ότι η εισφορά επί μη εξαχθείσας ζάχαρης Γ αντιμετωπίζεται πράγματι για τους σκοπούς της εφαρμογής του κανονισμού 1430/79 ως εισαγωγικός δασμός. Κατ’ αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, ο οποίος έχει τρία σκέλη, το Πρωτοδικείο παρείδε ότι:
– η εισφορά επί μη εξαχθείσας ζάχαρης Γ πρέπει να θεωρηθεί ως δασμός, δεδομένου ότι με αυτήν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός όπως με δασμό,
– ο τρόπος καθορισμού της εισφοράς αποτελεί ένδειξη για το ότι η εισφορά επί μη εξαχθείσας ζάχαρης Γ πρέπει να θεωρηθεί ως δασμός,
– ο τρόπος καθορισμού του εισπρακτέου για μη εξαχθείσα ζάχαρη Γ ποσού αποτελεί ένδειξη για το ότι η εισφορά πρέπει να θεωρηθεί ως δασμός.
28. Τρίτον, η Cosun προβάλλει επικουρικώς ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο κατά την εξέταση του δεύτερου και του τρίτου λόγου προσφυγής που η αναιρεσείουσα προέβαλε επικουρικώς με το δικόγραφο της προσφυγής της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως έχει δύο σκέλη:
– Το Πρωτοδικείο, κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου προσφυγής που εξέθεσε η αναιρεσείουσα με το κατατεθέν στο Πρωτοδικείο δικόγραφο της προσφυγής της, εξέρχεται του πλαισίου της διαφοράς.
– Κακώς το Πρωτοδικείο αντιπαρέρχεται τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα τρίτο λόγο προσφυγής.
29. Τέταρτον, η Cosun επικαλείται επικουρικώς παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως, της ασφάλειας δικαίου και της επιεικείας.
30. Η Επιτροπή, αντιθέτως, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και ως εν μέρει αβάσιμη.
V – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Ισχυρισμοί των διαδίκων
31. Η Cosun υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας με τις σκέψεις 36 έως 38, καθώς και 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η εισφορά επί της ζάχαρης Γ δεν συνιστά γεωργικό εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1430/79, υπέπεσε σε νομική πλάνη.
32. Επί πλέον, το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας στενά την έννοια της γεωργικής εισφοράς, μάλιστα δε χωρίς να διευκρινίσει γιατί πρέπει να αποκλείεται μια ευρύτερη ερμηνεία, παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
33. Η Επιτροπή, αντιθέτως, φρονεί ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως ερμήνευσε στενά την έννοια της γεωργικής εισφοράς, αλλά ορθώς έκρινε ότι η εισφορά επί της ζάχαρης Γ δεν μπορεί τυπικά να θεωρηθεί ως γεωργικός εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1430/79.
Εκτίμηση
34. Ως προς το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο, μη εκθέτοντας επακριβώς τους λόγους για τους οποίους προέβη σε μια πολύ στενή ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1430/79, υπέπεσε σε νομική πλάνη, πρέπει να ληφθεί ως βάση η αιτιολογία του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 35 έως 38.
35. Το Πρωτοδικείο παραθέτει ουσιαστικώς τρεις λόγους για την ερμηνεία που επέλεξε.
36. Πρώτον, το Πρωτοδικείο ορθώς επισημαίνει ότι το ποσό που εισπράττεται επί της ζάχαρης Γ δεν εμπίπτει σε καμία από τις αναφερόμενες περιοριστικώς στην παρατεθείσα διάταξη τρεις κατηγορίες, ήτοι, πρώτον, δασμούς, δεύτερον, φόρους αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμούς και, τρίτον, γεωργικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στο πλαίσιο των ειδικών καθεστώτων που ισχύουν, δυνάμει του άρθρου 308 ΕΚ, για ορισμένα εμπορεύματα που προκύπτουν από τη μεταποίηση των γεωργικών προϊόντων.
37. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εκθέτει ότι η υποχρέωση καταβολής του ποσού αυτού γεννάται όταν δεν αποδεικνύεται στο καθορισμένο προς τούτο χρονικό σημείο η εξαγωγή ποσότητας ζάχαρης Γ εντός της τασσόμενης προθεσμίας και ότι, επομένως, ζητείται να καταβάλει το ποσό αυτό ο παραγωγός ζάχαρης Γ λόγω διαθέσεως στην εσωτερική αγορά της ζάχαρης που παρήχθη εκτός ποσοστώσεων εντός της Κοινότητας.
38. Τρίτον, το Πρωτοδικείο εξετάζει επίσης λεπτομερώς αν το εισπραττόμενο για τη ζάχαρη ποσό εμπίπτει σε μία από τις τρεις κατηγορίες.
39. Όσον αφορά τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό ως δασμό, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι το ποσό που εισπράττεται για τη ζάχαρη Γ δεν συνιστά δασμό, δηλαδή δασμό που επιβάλλεται δυνάμει του κοινού δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 26 ΕΚ.
40. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο εκθέτει βάσει της πάγιας νομολογίας (13) ότι δεν πρόκειται για φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, διότι αυτός –όταν δεν αποτελεί κατά κυριολεξία δασμό– συνιστά μια οικονομική επιβάρυνση μονομερώς επιβαλλόμενη, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, η οποία πλήττει τα εμπορεύματα λόγω του ότι αυτά διέρχονται τα σύνορα.
41. Τέλος, το Πρωτοδικείο εκθέτει γιατί το επίμαχο ποσό δεν συνιστά κατά κυριολεξία γεωργική φορολογική επιβάρυνση κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται για εισφορά που πλήττει γεωργικά προϊόντα λόγω του ότι αυτά διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας.
42. Επομένως, το πρώτο επιχείρημα της αναιρεσείουσας δεν ευσταθεί.
43. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε γιατί δεν είναι δυνατή μια λιγότερο στενή ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1430/79.
44. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν περιορίζεται σε μια γραμματική ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως. Αντιθέτως, συνεχίζει την αιτιολόγηση στις σκέψεις 39 έως 46 της αποφάσεώς του, πριν καταλήξει με τη σκέψη 47 στο οριστικό συμπέρασμα.
45. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο εξετάζει, αφενός, τον επιδιωκόμενο σκοπό, ιδίως δε αν το ποσό που επιβάλλεται στη μη εξαχθείσα ζάχαρη Γ επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με τους δασμούς. Συναφώς, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι η εισφορά που επιβάλλεται στη ζάχαρη που παρήχθη εκτός ποσοστώσεων και δεν εξήχθη αποτελεί μέρος των μηχανισμών της κοινής οργανώσεως αγοράς της ζάχαρης. Όσον αφορά τους μηχανισμούς αυτούς, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι οι μηχανισμοί αυτοί αποσκοπούν στην επίτευξη κοινών στόχων και, ιδίως, στη διασφάλιση των αναγκαίων εγγυήσεων για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των παραγωγών, για τη διασφάλιση του ανεφοδιασμού σε ζάχαρη όλων των καταναλωτών, για τη διατήρηση ορισμένου επιπέδου τιμών και για τη σταθερότητα στην αγορά της ζάχαρης.
46. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι καθένας από τους μηχανισμούς αυτούς επιδιώκει ειδικούς σκοπούς ή καλύπτει ιδιαίτερες ανάγκες. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο καταλήγει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ποσό που επιβάλλεται στην παραγωγή ζάχαρης Γ επιδιώκει ακριβώς τους ίδιους σκοπούς όπως οι δασμοί ή, ειδικότερα, όπως οι εισφορές κατά την εισαγωγή ή οι επιστροφές κατά την εξαγωγή που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς της ζάχαρης.
47. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο αναλύει τους σκοπούς, γενικώς, του κοινού καθεστώτος εμπορικών συναλλαγών στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας και, ειδικώς, της κοινής οργανώσεως αγοράς της ζάχαρης. Συναφώς, το Πρωτοδικείο καθιστά σαφές πόσο σημαντική είναι η απαγόρευση διαθέσεως ζάχαρης Γ στην εσωτερική αγορά και επεξηγεί αναλυτικά τη σημασία που προσλαμβάνει η πάταξη παραβάσεων αυτής της απαγορεύσεως. Το γεγονός ότι το ποσό που πρέπει να χαρακτηρισθεί ως ποινή καθορίζεται επίσης με βάση τις εισφορές κατά την εισαγωγή δεν το καθιστά εντούτοις, κατά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, επιβάρυνση κατά την εισαγωγή λόγω αυτού του γεγονότος.
48. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της αιτιολογίας του Πρωτοδικείου, το δεύτερο επιχείρημα της αναιρεσείουσας πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι δεν ευσταθεί.
49. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
Επί του παραδεκτού
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
50. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, πρωτίστως διότι επαναλαμβάνει τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και συνιστά κατ’ ουσίαν μια απλή αίτηση επανεξετάσεως της προσφυγής, για την οποία το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο.
51. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Cosun διευκρινίζει ότι με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ουδόλως επιδιώκει την επανεξέταση της αρχικής της προσφυγής, αλλά προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε ψευδώς και εφάρμοσε εσφαλμένως το κοινοτικό δίκαιο, πράγμα που έχει ως συνέπεια το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως.
2. Εκτίμηση
52. Όσον αφορά το παραδεκτό του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να ληφθεί ως βάση η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία είναι απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς καν να περιέχει επιχειρηματολογία αποσκοπούσα ειδικώς στον εντοπισμό του νομικού σφάλματος που παρουσιάζει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απλώς αναπαράγει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά στην πραγματικότητα αίτηση με την οποία ζητείται η απλή επανεξέταση της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, πράγμα το οποίο εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου (14).
53. Κατά τη νομολογία αυτή, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως θα ήταν απαράδεκτος αν η αναιρεσείουσα περιοριζόταν απλώς να αναπαραγάγει την επιχειρηματολογία που προέβαλε ήδη πρωτοδίκως όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, χωρίς να αναφέρει ποιο νομικό σφάλμα διέπραξε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (15).
54. Βεβαίως, οι διευκρινίσεις αυτές του Δικαστηρίου δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τρόπο απόλυτο και μεμονωμένο.
55. Συγκεκριμένα, όταν ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει με αυτόν τον τρόπο τον λόγο του αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρετική διαδικασία θα στερούνταν μέρους του νοήματός της (16).
56. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, βάλλεται η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση ενός νομικού ζητήματος που υποβλήθηκε στην κρίση του. Η αναιρεσείουσα προέβη σε επακριβή χαρακτηρισμό της προσαπτόμενης νομικής πλάνης και, επομένως, δεν δέχεται την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου στην οποία στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο (17).
57. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
Επί του βασίμου
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
58. Κατά την άποψη της Cosun, το Πρωτοδικείο θα πρέπει να έχει υποπέσει σε νομική πλάνη, ακόμη κι αν το ποσό που επιβάλλεται για τη μη εξαχθείσα ζάχαρη Γ δεν συνιστούσε τυπικά εισαγωγικό ή εξαγωγικό δασμό κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1430/79, διότι το Πρωτοδικείο δεν δέχτηκε με τις σκέψεις 40 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το επιχείρημα της Cosun ότι το ποσό που επιβάλλεται για τη μη εξαχθείσα ζάχαρη Γ πρέπει να θεωρηθεί ως εισαγωγικός δασμός κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 1430/79, διότι επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς με τους δασμούς και το ύψος του καθορίζεται βάσει των εισφορών κατά την εισαγωγή που βαρύνουν τη ζάχαρη και αποσκοπεί στο να τεθεί η ζάχαρη που παρήχθη εκτός ποσοστώσεων και δεν εξήχθη υπό όρους συγκρίσιμους προς αυτούς για την εισαγόμενη από τρίτες χώρες ζάχαρη.
59. Η Επιτροπή, η οποία θεωρεί αυτόν τον λόγο αναιρέσεως απαράδεκτο, ζητεί επικουρικώς από το Δικαστήριο να τον απορρίψει ως αβάσιμο.
2. Εκτίμηση
60. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πρώτον, ότι παρείδε ότι με το ποσό που επιβάλλεται επί της ζάχαρης Γ επιδιώκονται οι ίδιοι σκοποί με τους τελωνειακούς δασμούς. Συναφώς, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέθεσε σε τι συνίσταται ο ιδιαίτερος σκοπός του ποσού που επιβάλλεται επί της ζάχαρης Γ και σε τι έγκειται η διαφορά με τους δασμούς ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
61. Όπως προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοδικείου, ιδίως από τις σκέψεις 43, 44 και 45, το Πρωτοδικείο όχι μόνον ανέλυσε τους σκοπούς των εισφορών κατά την εισαγωγή και των επιστροφών κατά την εξαγωγή, αλλά και διευκρίνισε τους σκοπούς του συστήματος της οργανώσεως αγοράς ζάχαρης και, σ’ αυτό το πλαίσιο, τη σημασία των ρυθμίσεων που αφορούν τη ζάχαρη Γ, περιλαμβανομένης της εισφοράς.
62. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
63. Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα διατυπώνει περαιτέρω την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο παρείδε ότι από τον τρόπο καθορισμού (του ύψους) του ποσού, που επιβάλλεται για τη μη εξαχθείσα ζάχαρη Γ, συνάγεται ότι η επιβάρυνση αυτή πρέπει να θεωρηθεί δασμολογική.
64. Συναφώς, αρκεί να αναφερθούν οι σκέψεις 44, 45 και 46 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, από τις οποίες προκύπτει σαφώς ότι το γεγονός ότι για τον υπολογισμό του ύψους του ποσού της επιβαρύνσεως πρέπει να λαμβάνεται ως βάση η επιβάρυνση της εισφοράς δεν σημαίνει ότι η επιβάρυνση καθίσταται ως εκ τούτου επιβάρυνση αυτού του είδους.
65. Καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλείται μια αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 2645/70 (18), πρέπει να παρατηρηθεί ότι πρόκειται για εκτελεστικό κανονισμό, ο οποίος επί πλέον έχει παύσει να ισχύει.
66. Όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα του κανονισμού 2645/70 ή του κανονισμού 2670/81, τον οποίο αφορά αυτή τη διαδικασία, πρέπει επιπροσθέτως να επισημανθεί ότι πρόκειται για κανονισμούς της Επιτροπής. Αυτοί αποτελούν βεβαίως εφαρμογή κανονισμών του Συμβουλίου, δεν μπορούν όμως να τροποποιούν θεμελιώδεις νομικές υπαγωγές σε ορισμένη έννοια, που αποφασίζονται με διατάξεις υπέρτερης ισχύος, ούτε να προβαίνουν σε μη προβλεπόμενη από αυτές νομική υπαγωγή σε ορισμένη έννοια, όπως για παράδειγμα στον νομικό χαρακτηρισμό μιας επιβαρύνσεως ως εισφοράς κατά την εισαγωγή.
67. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VII – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
Ισχυρισμοί των διαδίκων
68. Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Cosun υποστηρίζει την άποψη ότι το Πρωτοδικείο, κατά την εκτίμηση του δεύτερου λόγου προσφυγής, αποφάνθηκε εκτός του πλαισίου του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτό οριοθετείται με το δικόγραφο της προσφυγής.
69. Κατά την αναιρεσείουσα, μολονότι με αυτόν τον λόγο της προσφυγής δεν αμφισβητήθηκε το κύρος του κανονισμού 2670/81, το Πρωτοδικείο προέβη εμμέσως με τις σκέψεις 58 έως 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε ένα τέτοιο έλεγχο κύρους από πλευράς γενικών αρχών του δικαίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφάνθηκε εκτός του πλαισίου του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτό οριοθετείται με το δικόγραφο προσφυγής της Cosun και, επομένως, παραβίασε τη δικονομική αρχή κατά την οποία το δικόγραφο της προσφυγής οριοθετεί τη διαφορά.
70. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή δηλώνει ότι ουδόλως προκύπτει από τις σκέψεις 58 έως 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε το κύρος του κανονισμού 2670/81.
71. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Cosun ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς αρνήθηκε να εξετάσει τον τρίτο λόγο προσφυγής, με τον οποίο η προσφεύγουσα προέβαλε ότι η Επιτροπή υποχρεούται, βάσει των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της ισότητας και της επιεικείας, να εξετάζει το περί διαγραφής αίτημα εκτός του πλαισίου του προπαρατεθέντος κανονισμού, όταν δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 13 του κανονισμού 1430/79.
72. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε από κοινού τους χαρακτηριζόμενους από την Cosun ως «δεύτερο» και «τρίτο» λόγους της προσφυγής με τον χαρακτηρισμό «πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου προσφυγής» και «δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου προσφυγής». Επομένως, το Πρωτοδικείο σαφέστατα εξέτασε με τις σκέψεις 57 έως 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τον αποκαλούμενο «τρίτο» λόγο προσφυγής.
Εκτίμηση
73. Το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αφορά ουσιαστικώς το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο εξήλθε των ορίων της διαφοράς. Η αναιρεσείουσα φαίνεται να έχει χονδροειδώς παρανοήσει τη διατύπωση της αποφάσεως, καθόσον προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εξέτασε το κύρος μιας νομικής πράξεως, ήτοι του κανονισμού 2670/81, τον παράνομο χαρακτήρα της οποίας δεν επικαλέσθηκε ως προσφεύγουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου.
74. Το Πρωτοδικείο αναφέρεται μεν με τις σκέψεις 56 έως 62 στον παρατεθέντα κανονισμό, πλην όμως δεν εξετάζει το κύρος του. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο παραθέτει αυτή τη νομική πράξη μόνο για να προβεί σε πλήρη περιγραφή της σχετικής έννομης τάξεως. Ο κανονισμός 2670/81 περιλαμβάνεται σαφώς στις πηγές δικαίου που είναι σημαντικές όσον αφορά την εισφορά επί της ζάχαρης Γ.
75. Ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα προσήψε στην Επιτροπή ότι παραβίασε τρεις αρχές του δικαίου. Στο πλαίσιο της εξετάσεως μιας ενδεχόμενης παρεκκλίσεως για λόγους επιεικείας, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε με τη σκέψη 58 σε μια ρητώς προβλεπόμενη παρέκκλιση από την επιβολή της εισφοράς επί της ζάχαρης Γ και συνήγαγε ως εκ τούτου ότι δεν επιτρέπεται σε άλλες περιπτώσεις παρέκκλιση από αυτή την επιβολή. Δεδομένου ότι η αφορώσα την παρέκκλιση ρύθμιση έχει θεσπισθεί με τον κανονισμό 2670/81, ήταν αυτονόητο να παρατεθεί η νομική αυτή πράξη.
76. Παρομοίως, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε με τη σκέψη 62 στον κανονισμό 2670/81, μάλιστα δε στο πλαίσιο της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Εν προκειμένω, ομοίως, το Πρωτοδικείο έπρεπε να παραθέσει μια διάταξη αυτού του κανονισμού ως πηγή δικαίου όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό της εισφοράς.
77. Δεν είναι απαραίτητη μια νομικώς προσεκτική ανάγνωση των όσων εκθέτει το Πρωτοδικείο για να καταδειχθεί ότι οι διατυπούμενοι στο πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας είναι, προδήλως μάλιστα, αβάσιμοι.
78. Όσον αφορά την προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τον τρίτο της λόγο της προσφυγής, πρέπει να ληφθεί ως βάση η δομή της αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.
79. Ενώ ο δεύτερος και τρίτος λόγος της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου αφορούν μόνον τις αρχές της ισότητας και της επιεικείας, ο τρίτος αναφέρεται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της ισότητας και της επιεικείας.
80. Το Πρωτοδικείο εξέτασε όλες αυτές τις αρχές. Με τις σκέψεις 59 έως 61, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε λεπτομερώς στην αρχή της ισότητας. Το Πρωτοδικείο εξέτασε με τις σκέψεις 57 και 58 το ενδεχόμενο παρεκκλίσεως για λόγους επιεικείας. Τέλος, αντικείμενο της σκέψεως 62 ήταν η αρχή της ασφάλειας δικαίου.
81. Επομένως, το Πρωτοδικείο εξέτασε καθεμία από τις τρεις αυτές αρχές του δικαίου. Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δυσκολεύεται να ανεύρει στην απόφαση τους λόγους προσφυγής της μπορεί να οφείλεται στο ότι οι λόγοι της προσφυγής εν μέρει αλληλοεπικαλύπτονται. Χάριν καλλίτερης κατανοήσεως, εξάλλου, ο εισηγητής δικαστής, στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας, διαμόρφωσε με μεγαλύτερη σαφήνεια τους λόγους προσφυγής στη συνταχθείσα από αυτόν έκθεση ακροατηρίου.
82. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
VIII – Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
Επί του παραδεκτού
1. Ισχυρισμοί των διαδίκων
83. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως αποτελούν επανάληψη των προβληθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου ισχυρισμών και, επομένως, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της μνείας των νομικών λόγων και επιχειρημάτων στην αίτηση αναιρέσεως κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, δηλαδή τη διαφορετική μεταχείριση της Cosun και των άλλων παραγωγών ζάχαρης Γ, πρόκειται για νέα αιτίαση, επί της οποίας το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να αποφανθεί. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
84. Όσον αφορά την αιτίαση ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως περιέχει επίσης ένα νέο ισχυρισμό, η Cosun προβάλλει ότι ανέπτυξε απλώς περαιτέρω τα διατυπωθέντα ενώπιον του Πρωτοδικείου επιχειρήματα. Επομένως, κατ’ αυτήν, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς.
2. Εκτίμηση
Επί του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
85. Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής σε σχέση με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι προηγουμένως, κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει με το δικόγραφο της προσφυγής της την αιτίαση ότι η επίμαχη ζάχαρη Γ έχει την ιδιότητα εισαχθέντος προϊόντος, καθώς και ότι η εισφορά επί της ζάχαρης Γ περιλαμβάνεται στους ίδιους πόρους της Κοινότητας.
86. Επομένως, πρόκειται για αιτιάσεις που πράγματι όχι μόνο δεν στηρίζονται σε εμπεριστατωμένα επιχειρήματα, αλλά και, προ πάντων, διατυπώθηκαν προηγουμένως ενώπιον του Πρωτοδικείου και, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτα.
87. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, δηλαδή τη στηριζόμενη στην απόφαση επί της υποθέσεως De Haan (19) επιχειρηματολογία, μια σύγκριση με το δικόγραφο της προσφυγής δείχνει ότι η αναιρεσείουσα περιορίζεται ουσιαστικώς στην επανάληψη της επιχειρηματολογίας της. Ο απλός ισχυρισμός ότι με την επιχειρηματολογία αυτή βάλλεται η απόφαση του Πρωτοδικείου δεν αρκεί. Αντιθέτως, καθόσον τα προβαλλόμενα χαρακτηρίζονται ως εκφεύγοντα του δικογράφου της προσφυγής, θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως νέο επιχείρημα και, άρα, ως απαράδεκτος νέος λόγος.
88. Επομένως, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτα.
Επί του τρίτου σκέλους του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
89. Με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει τη διαφορετική μεταχείριση παραγωγών ζάχαρης Γ, όπως η Cosun, και άλλων παραγωγών.
90. Συναφώς, πρόκειται για επιχειρηματολογία που δεν αναπτύχθηκε κατ’ αυτόν το τρόπο ενώπιον του Πρωτοδικείου. Στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας πρόκειται ουσιαστικώς για το ζήτημα αν μία νέα επιχειρηματολογία ή νέα επιχειρήματα πρέπει να θεωρηθούν ως νέοι λόγοι.
91. Εν προκειμένω, πρέπει κατ’ αρχάς να ληφθεί ως βάση ο ίδιος ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Από αυτόν προκύπτει ότι ο όρος «επιχειρήματα» δεν απαντά σε όλες οι γλωσσικές αποδόσεις των σχετικών με την αίτηση αναιρέσεως διατάξεων του κανονισμού διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η γερμανική απόδοση του άρθρου 112 περιορίζεται, σε αντίθεση προς τη γαλλική και την ολλανδική απόδοση, στους «λόγους», χωρίς να μνημονεύει χωριστά τα περιλαμβανόμενα σ’ αυτούς «επιχειρήματα».
92. Περαιτέρω, στη γαλλική απόδοση του άρθρου 117, όσον αφορά τους νέους λόγους, όπως επίσης και στο άρθρο 112, χρησιμοποιείται ο όρος «moyen», ενώ αντιθέτως η γερμανική και η ολλανδική απόδοση χρησιμοποιούν τελείως διαφορετικούς όρους, ήτοι «Gesichtspunkt» ή «grond».
93. Από το κείμενο του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει τουλάχιστον ότι σε επίπεδο δικονομικού δικαίου ο όρος «λόγος» υπό την τυπική έννοια του άρθρου 112 δεν είναι το μοναδικό καθοριστικό στοιχείο.
94. Εν προκειμένω, πρέπει κατ’ αρχάς να υπενθυμισθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 116 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων λόγων, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Άλλως, ένας διάδικος θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που έπρεπε να εκδικάσει αρχικά το Πρωτοδικείο (20).
95. Επομένως, η αναιρετική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση από νομικής απόψεως της αποφάσεως επί των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν πρωτοδίκως (21).
96. Όπως ακριβώς στην υπόθεση Dansk Rørindustri κ.λπ., όπου η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε λόγο αντλούμενο από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω της εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών, η Cosun δεν είχε προβάλει προηγουμένως ενώπιον του Πρωτοδικείου αιτίαση αντίστοιχη προς το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως.
97. Το απαράδεκτο της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας θα μπορούσε επίσης να συναχθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Atlanta (22), κατά την οποία μια επιχειρηματολογία που τροποποιεί την ίδια τη βάση της ευθύνης συνιστά νέο ισχυρισμό. Αυτό ισχύει πολλώ μάλλον στην υπό κρίση περίπτωση, όπου η Cosun, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, αναφέρεται σε μια διαφορετική πτυχή της ίσης μεταχειρίσεως απ’ ό,τι στο πλαίσιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
98. Ομοίως ως νέο χαρακτήρισε το Δικαστήριο έναν ισχυρισμό με τον οποίο, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, δόθηκε μια διαφορετική ερμηνεία σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής του κριτηρίου ελέγχου που αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης (23).
99. Η τείνουσα προς τη συσταλτική ερμηνεία στάση του Δικαστηρίου γίνεται επίσης σαφής στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων IPK-München, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε ως νέο, και επομένως ως απαράδεκτο, έναν ισχυρισμό, διότι η Επιτροπή προέβαλε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση (24).
100. Σύμφωνα με αυτή την τείνουσα προς τη συσταλτική ερμηνεία στάση του Δικαστηρίου, καθοριστικής σημασίας είναι το αν το επιχείρημα περιέχει νέα στοιχεία (25) ή αν πρόκειται απλώς για περαιτέρω ανάπτυξη ενός ήδη προβληθέντος επιχειρήματος (26). Εν πάση περιπτώσει, η διάκριση μεταξύ «λόγου» και «επιχειρήματος», θεωρούμενη καθεαυτήν, ελάχιστη ασκεί επιρροή (27).
101. Μία παρόμοια αυστηρή τάση συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, όταν πρόκειται για ισχυρισμό που προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την προφορική διαδικασία και όχι προηγουμένως με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (28).
102. Τελικώς, ούτε εδώ μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ισχυρισμός της Cosun αποτελεί απλώς την περαιτέρω ανάπτυξη ενός προηγουμένως προβληθέντος ενώπιον του Πρωτοδικείου επιχειρήματος κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
103. Επομένως, πρόκειται για νέο επιχείρημα, το οποίο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Κατά συνέπεια, πρέπει μάλλον να συγκριθεί με αυτοτελή αιτίαση, η οποία προβάλλεται για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση (29).
104. Επομένως, δεδομένου ότι το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως συνιστά λόγο προβαλλόμενο απαραδέκτως στο στάδιο της αναιρέσεως, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο.
IX – Δικαστικά έξοδα
105. Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οσάκις η αναίρεση είναι βάσιμη και το Δικαστήριο εκδικάζει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα, η οποία και ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
X – Πρόταση
106. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση κατά την οποία:
1) Η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα.
2) Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Βλ. την παράλληλη αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑248/04, Koninklijke Coöperatie Cosun UA κατά Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit.
3 – Απόφαση REM 19/01, C(2002) 1580.
4 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2004, T‑240/02, Koninklijke Coöperatie Cosun κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-4237).
5 – ΕΕ L 177, σ. 4.
6 – ΕΕ L 262, σ. 14.
7 – ΕΕ L 346, σ. 29.
8 – ΕΕ L 336, σ. 26.
9 – ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015 σ. 162, ως έχει κατόπιν του κανονισμού (ΕΟΚ) 3069/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού 1430/79 (ΕΕ L 286, σ. 1).
10 – Υπόθεση C‑248/04, εκκρεμούσα (παρατεθείσα στην υποσημείωση 2).
11 – ΕΕ L 302, σ. 1.
12 – ΕΕ L 253, σ. 1.
13 – Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑90/94, Haahr Petroleum (Συλλογή 1997, σ. I‑4085, σκέψη 20), και της 2ας Απριλίου 1998, C‑213/96, Outokumpu (Συλλογή 1998, σ. I‑1777, σκέψη 20).
14 – Βλ., απλώς, τις αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ I‑5291, σκέψη 35), της 23ης Μαρτίου 2004, C‑234/02 P, Médiateur κατά Lamberts (Συλλογή 2004, σ. I‑2803, σκέψη 77), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑76/01 P, Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑10091, σκέψη 47).
15 – Απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, C‑286/04 P, Eurocermex SA κατά HABM (Συλλογή 2005, σ. I‑5797, σκέψεις 50 και 51).
16 – Διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 2003, C‑488/01 P, Martinez κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑13355, σκέψη 39) και η παρατιθέμενη εκεί νομολογία, καθώς και τις αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C‑199/01 P και C‑200/01 P, IPK-München GmbH κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑4627, σκέψη 50), της 13ης Ιανουαρίου 2005, C‑254/03 P, Eduardo Vieira κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑237, σκέψη 32), και της 7ης Ιουλίου 2005, C‑208/03 P, Le Pen κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2005, σ. Ι-6051, σκέψη 40).
17 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 16 αποφάσεις IPK‑München GmbH (σκέψη 51), Eduardo Vieira κατά Επιτροπής (σκέψη 34) και Le Pen κατά Κοινοβουλίου (σκέψη 41).
18 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2645/70 της Επιτροπής, της 28ης Δεκεμβρίου 1970, περί των διατάξεων που εφαρμόζονται στην ποσότητα ζάχαρης που παράγεται πέρα από τη μεγίστη ποσόστωση (ειδ. έκδ. 03/006, σ. 90).
19 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑61/98, De Haan (Συλλογή 1999, σ. I‑5003).
20 – Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2001, C‑280/99 P έως C‑282/99 P, Moccia Irme κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑4717, σκέψη 67), της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑458/98 P, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑8147, σκέψη 74), της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑64/98 P, Πετρίδη κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑5187, σκέψη 18), καθώς και της 29ης Μαΐου 1997, C‑153/96 P, De Rijk κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I‑2901, σκέψη 18).
21 – Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2005, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑5425, σκέψη 165), της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑183/02 P και C‑187/02 P, Daewoo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑10609, σκέψη 59), C‑186/02 P και C‑188/02 P, Ramondín κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑10653, σκέψη 60), και C‑458/98 P (παρατεθείσα στην υποσημείωση 20), σκέψη 74.
Πρβλ. τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ I‑1981, σκέψη 59), της 28ης Μαΐου 1998, C‑7/95 P, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑3111, σκέψη 62), και της 10ης Απριλίου 2003, C‑217/01 P, Hendrickx κατά Cedefop (Συλλογή 2003, σ. I‑3701, σκέψη 37).
22 – Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1999, C‑104/97 P, Atlanta κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I‑6983, σκέψη 27).
23 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 21 αποφάσεις C‑183/02 P και C‑187/02 P (σκέψεις 59 έως 64) και C‑186/02 P και C‑188/02 P (σκέψεις 60 έως 65).
24 – Απόφαση C‑199/01 P και C‑200/01 P (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16), σκέψη 55 επ.
25 – Απόφαση της 17ης Μαΐου 2001, C‑450/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑3947, σκέψη 36).
26 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1994, C‑76/93 P, Scaramuzza κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑5173, σκέψη 18).
27 – Πρβλ. την απόφαση C‑280/99 P έως C‑282/99 P (παρατεθείσα στην υποσημείωση 20), σκέψη 64 επ.
Βλ. αντιθέτως τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 12ης Μαρτίου 2002 στην υπόθεση C‑41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής, (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, Συλλογή 2003, σ. I‑2125), σημείο 55 επ.
28 – Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑37/03 P, BioID AG κατά HABM (Συλλογή 2005, σ. Ι-2125, σκέψη 56 επ.).
29 – Ως προς το απαράδεκτό της, βλ. την απόφαση C‑64/98 P (παρατεθείσα στην υποσημείωση 20), σκέψη 18.
Full & Egal Universal Law Academy