ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 1ης Ιουνίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-120/05
Heinrich Schulze GmbH & Co. KG i.L.
κατά
Hauptzollamt Hamburg‑Jonas
[αίτηση του Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Επιστροφές λόγω εξαγωγής – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Δήλωση εξαγωγής – Καταστροφή των εγγράφων αποδείξεων – Δυνατότητα του εξαγωγέα να χρησιμοποιήσει άλλα αποδεικτικά μέσα»
1. Ο εξαγωγέας ο οποίος τυγχάνει επιστροφών λόγω εξαγωγής υποχρεούται κατ’ αρχήν, προς στήριξη της δηλώσεώς του εξαγωγής, να προσκομίσει τα αναγκαία έγγραφα και να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη θεμελίωση του δικαιώματός του επιστροφής και για τον καθορισμό του σχετικού ποσού.
2. Στην υπό κρίση διαφορά, το ζήτημα έγκειται στο αν ο εξαγωγέας ο οποίος αδυνατεί να διαβιβάσει, κατόπιν αιτήματος των αρμοδίων εθνικών αρχών, έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους όρους παραγωγής του εξαγομένου εμπορεύματος μπορεί να αποδείξει την ακρίβεια της δηλώσεώς του εξαγωγής με άλλο αποδεικτικό μέσο.
3. Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Heinrich Schulze GmbH & Co. KG i.L. (στο εξής: Schulze ή προσφεύγουσα) και του Hauptzollamt Hamburg‑Jonas (στο εξής: Hauptzollamt ή καθού) όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής οι οποίες ζητήθηκαν στο πλαίσιο της εξαγωγής ψωμιού με καρυκεύματα προς πλείονες τρίτες χώρες.
4. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως υποβολής εγγράφων και παροχής πληροφοριών την οποία υπέχει ο εξαγωγέας δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1222/94 (2).
I – Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
Α – Οι διατάξεις περί της χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα
1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87
5. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 (3) θεσπίζει τις κοινές λεπτομέρειες που έχουν εφαρμογή στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφών. Κατά το άρθρο του 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ο κανονισμός αυτός δεν καλύπτει μόνον τα γεωργικά προϊόντα που υπάγονται στο παράρτημα II της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, παράρτημα Ι ΕΚ), αλλά και τα εξαγόμενα υπό τη μορφή εμπορευμάτων που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα αυτό.
6. Ο κανονισμός αυτός περιέχει, στο κεφάλαιο 1, τιτλοφορούμενο «Δικαίωμα επιστροφής», του τίτλου ΙΙ, ο οποίος αφορά τις «Εξαγωγές προς τρίτες χώρες», τις διατάξεις που θεμελιώνουν το δικαίωμα επιστροφής. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, του εν λόγω κανονισμού, το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων ή μια αναφορά σ’ αυτή τη σύνθεση.
2. Ο κανονισμός 1222/94
7. Ο κανονισμός 1222/94 καθιερώνει το σύστημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή που χορηγούνται για τα γεωργικά προϊόντα που μεταποιούνται και εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων τα οποία δεν υπάγονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και των οποίων τα βασικά προϊόντα απαριθμούνται στους κανονισμούς περί κοινής οργανώσεως των αγορών στους τομείς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, των αυγών, του ρυζιού, της ζάχαρης και των σιτηρών.
8. Δυνάμει του άρθρου του 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στα βασικά προϊόντα του παραρτήματος A καθώς και στα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίησή τους και περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Β ή Γ (4).
9. Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού καθορίζει τις λεπτομέρειες για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής. Το ποσό αυτό καθορίζεται βάσει των ποσοτήτων των βασικών προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος (5). Οι ποσότητες αυτές πρέπει να καθορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, για κάθε εμπόρευμα για το οποίο χορηγείται επιστροφή.
10. Ωστόσο, το άρθρο 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει απλοποιημένη διαδικασία της οποίας γίνεται μνεία στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού. Η διάταξη αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, «[σ]ε περίπτωση εξαγωγών που διενεργούνται σε τακτική βάση και αφορούν εμπορεύματα τα οποία παρασκευάζονται από συγκεκριμένη επιχείρηση με σαφώς καθορισμένες τεχνικές και έχουν σταθερά χαρακτηριστικά και ποιότητα, οι ποσότητες αυτές είναι δυνατόν, κατόπιν συμφωνίας των αρμοδίων αρχών, να καθορίζονται […] βάσει του τύπου παρασκευής των εν λόγω εμπορευμάτων […]».
11. Το άρθρο 7 του κανονισμού 1222/94 προσδιορίζει επίσης τις λεπτομέρειες που αφορούν τη χορήγηση της επιστροφής. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, όπως επισημαίνει η δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, ένα σύστημα ελέγχου βασιζόμενο στην αρχή της δηλώσεως εκ μέρους του εξαγωγέα.
12. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει, κατ’ αρχάς, ότι έχει εφαρμογή ο κανονισμός 3665/87. Επιπλέον, διευκρινίζει ποια πληροφοριακά στοιχεία πρέπει να αναγράφει ο ενδιαφερόμενος στο έγγραφο που χρησιμοποιεί κατά την εξαγωγή. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται είτε να δηλώνει τις ποσότητες των βασικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος είτε να αναφέρεται στη σύνθεση του οικείου εμπορεύματος αν αυτή έχει καθοριστεί στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94.
13. Επιπλέον, το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι «[ο] ενδιαφερόμενος πρέπει να προσκομίσει στις αρμόδιες αρχές, προς υποστήριξη της δηλώσεώς του, όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που οι εν λόγω αρχές θεωρούν απαραίτητες».
14. Εξάλλου, προκειμένου να επαληθεύσουν την ακρίβεια της δηλώσεως εξαγωγής, οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν το δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, να χρησιμοποιούν «κάθε πρόσφορο τρόπο ελέγχου».
15. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 ορίζει ότι, «[ε]φόσον ο ενδιαφερόμενος δεν καταρτίσει τη δήλωση που αναφέρεται στη παράγραφο 1 ή δεν υποβάλει ικανοποιητικά στοιχεία προς υποστήριξη της δηλώσεώς του, δεν μπορεί να χορηγ[ηθεί] σ’ αυτόν επιστροφή».
16. Τέλος, επιβάλλεται να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της δέκατης και της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με τα άρθρα του 3 και 7.
17. Η δέκατη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει «ότι πρέπει να προβλεφθεί σύστημα ελέγχου βασιζόμενο στην αρχή ότι ο εξαγωγέας πρέπει να δηλώνει στις αρμόδιες αρχές, για κάθε εξαγωγή, τις ποσότητες των προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή των εξαγόμενων εμπορευμάτων· ότι επαφίεται στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία προς επαλήθευση της ακρίβειας της δηλώσεως αυτής».
18. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1222/94 προβλέπει «ότι, για την απλούστευση των διατυπώσεων εξαγωγής, πρέπει να εφαρμόζεται για τα […] εμπορεύματα [τα οποία παρασκευάζονται από συγκεκριμένη επιχείρηση υπό τεχνικές συνθήκες σαφώς καθορισμένες και με σταθερά χαρακτηριστικά και ποιότητα και τα οποία αποτελούν αντικείμενο τακτικών εξαγωγών] απλοποιημένη διαδικασία ελέγχου, βάσει της οποίας ο κατασκευαστής κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που οι αρχές αυτές κρίνουν αναγκαίες όσον αφορά […] τις συνθήκες παρασκευής των εμπορευμάτων αυτών».
Β – Οι κανόνες ελέγχου
19. Κατά το άρθρο 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (6), ο κώδικας αυτός έχει εφαρμογή στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και τρίτων χωρών. Έτσι, καλύπτει τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφών λόγω εξαγωγής.
20. Το άρθρο 14 του εν λόγω κώδικα προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, «[γ]ια τους σκοπούς εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας, κάθε πρόσωπο που ενδιαφέρεται άμεσα ή έμμεσα για τις εκάστοτε πράξεις που πραγματοποιούνται στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών παρέχει στις τελωνειακές αρχές, ύστερα από αίτησή τους και μέσα στις ενδεχομένως καθορισμένες προθεσμίες, όλα τα αναγκαία έγγραφα και πληροφορίες ανεξαρτήτως της μορφής τους καθώς και κάθε άλλη συνδρομή».
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια διαδικασία
21. Το 1996, η Schulze εξήγαγε ψωμί με καρυκεύματα προς πλείονες τρίτες χώρες και ζήτησε επιστροφή λόγω εξαγωγής για τα βασικά προϊόντα που περιέχονταν στο εμπόρευμα αυτό. Προς τούτο, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε, με τις διάφορες αιτήσεις επιστροφής που υπέβαλε, στους τύπους παρασκευής που καθορίστηκαν σε συμφωνία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94.
22. Τον Μάιο του 1997, τα εργαστήρια παραγωγής και τα γραφεία της διοικήσεως της προσφεύγουσας καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό από πυρκαγιά. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η Schulze έπαυσε την λειτουργία της.
23. Τον Οκτώβριο του 1999, το Hauptzollamt προέβη σε εξέταση των τύπων παρασκευής που διαβίβασε η προσφεύγουσα. Έτσι, διαπίστωσε ότι τα εσωτερικά έγγραφα που ήσαν αναγκαία για την επαλήθευση της ακρίβειας εκάστου από τους εν λόγω τύπους είχαν καταστραφεί κατά την πυρκαγιά αυτή.
24. Δεδομένου ότι η Schulze δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει τα πληροφοριακά στοιχεία και τα έγγραφα που απαιτούνται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1222/94 για τον έλεγχο των τύπων παρασκευής, το καθού αναζήτησε, στις 28 Αυγούστου 2000, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87 (7), την καταβληθείσα στην προσφεύγουσα επιστροφή λόγω εξαγωγής, ήτοι συνολικό ποσό 26 174,84 DM.
25. Κατόπιν αιτήσεως θεραπείας που έβαλε η Schulze κατά του εν λόγω αιτήματος αποδόσεως, το Hauptzollamt έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση αποδείξεως που υπέχει από το άρθρο 7 του κανονισμού 1222/94 και ως εκ τούτου απέρριψε την αίτηση θεραπείας. Κατά το Hauptzollamt, η Schulze δεν μπορούσε να επικαλεσθεί ανωτέρα βία, κατά το μέτρο που ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87 ούτε το άρθρο 7 του κανονισμού 1222/94 επιτρέπουν τέτοια παρέκκλιση.
26. Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht Hamburg. Προς στήριξη της προσφυγής, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα αποδόσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87, κατά το μέτρο που η διάταξη αυτή αφορά μόνον τις περιπτώσεις στις οποίες η επιστροφή λόγω εξαγωγής καταβλήθηκε αχρεωστήτως. Η Schulze θεωρεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι επιστροφές καταβλήθηκαν ορθώς, λαμβανομένου υπόψη ότι της επιτράπηκε, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94, να εφαρμόσει απλοποιημένη διαδικασία για την απόδειξη των τύπων παρασκευής.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
27. Με την απόφαση περί παραπομπής, το Finanzgericht επισημαίνει ότι η χορήγηση επιστροφής για τα εμπορεύματα που εμπίπτουν στον κανονισμό 1222/94 εξαρτάται όχι μόνον από την απόδειξη του ότι τα προϊόντα όντως εξήχθησαν, αλλά και από τη διαβίβαση των εγγράφων που αφορούν τις ποσότητες των πράγματι χρησιμοποιηθέντων βασικών προϊόντων. Άλλως, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής δεν μπορεί να οφείλεται και ότι πρέπει, ενδεχομένως, να αποδοθεί, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87.
28. Στην υπό κρίση διαφορά, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει κατ’ αρχάς αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα της προσφεύγουσας να επικαλεσθεί ανωτέρα βία και ως προς το αν της επιτρέπεται να αποδείξει τα απαιτούμενα από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1222/94 με άλλο τρόπο πλην εγγράφων. Αφού υπενθύμισε τη νομολογία του Δικαστηρίου περί της εννοίας της ανωτέρας βίας (8), το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί κατ’ αρχάς ότι καμία διάταξη του κανονισμού 1222/94 δεν διέπει τις συνέπειες μιας τέτοιας καταστάσεως. Στη συνέχεια διαπιστώνει ότι, υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, της προπαρατεθείσας αποφάσεως First City Trading κ.λπ., ο εξαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεσθεί ανωτέρα βία παρά μόνον κατ’ αποφάσεως επιβάλλουσας κύρωση (9). Έτσι, ο εξαγωγέας εξακολουθεί να υποχρεούται να αποδώσει τις επιστροφές λόγω εξαγωγής που του χορηγήθηκαν.
29. Το Finanzgericht παρατηρεί ωστόσο ότι η Schulze βρέθηκε σε κατάσταση «ανυπαίτιας αδυναμίας», πράγμα το οποίο δικαιολογεί, κατά το δικαστήριο αυτό, την εξαίρεση από την προϋπόθεση της έγγραφης αποδείξεως. Συναφώς, το εν λόγω δικαστήριο διαπιστώνει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1222/94 δεν απαιτεί κατά απόλυτο τρόπο την εκ μέρους του εξαγωγέα παροχή έγγραφης αποδείξεως σχετικής με τη διαδικασία παρασκευής, μέσω σχετικών με την παραγωγή εγγράφων. Επιπλέον, παρατηρεί ότι, κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, εναπόκειται εν τέλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να λαμβάνουν τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία για την επαλήθευση της ακρίβειας των δηλώσεων των εξαγωγέων.
30. Το Finanzgericht Hamburg, διατηρώντας, για τους προεκτεθέντες λόγους, αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 που πρέπει να γίνει δεκτή, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι δυνατό να μην εφαρμοστεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση προσκομίσεως έγγραφων αποδείξεων, και να επιτραπεί στον εξαγωγέα να προσκομίσει άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα προϊόντα που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή των εξαχθέντων εμπορευμάτων, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας δεν δύναται (πλέον) για λόγους ανωτέρας βίας να προσκομίσει τα έγγραφα που αφορούν τα προϊόντα αυτά;
2) Μειώνει η ύπαρξη ανωτέρας βίας τον βαθμό της αποδείξεως υπό την έννοια ότι ο εξαγωγέας πρέπει απλώς να προσκομίσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ή κάποιο στοιχείο πιθανολογήσεως όσον αφορά τα προϊόντα που χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την παρασκευή των εξαχθέντων εμπορευμάτων;»
IV – Ανάλυση
Α ? Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
31. Με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 έχει την έννοια ότι, οσάκις ο εξαγωγέας αδυνατεί να διαβιβάσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους όρους παραγωγής του εξαγομένου εμπορεύματος, μπορεί να αποδείξει την ακρίβεια της δηλώσεώς του εξαγωγής με άλλα αποδεικτικά μέσα.
32. Το καθού προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αφενός, φρονεί ότι η χορήγηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα εμπορεύματα που δεν εμπίπτουν στον παράρτημα II της Συνθήκης βασίζεται σε λεπτομερή προσδιορισμό της φύσεως και της ποσότητας των χρησιμοποιηθέντων βασικών προϊόντων. Συνεπώς, θεωρεί ότι κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο.
33. Αφετέρου, εκθέτει ότι η ύπαρξη ανωτέρας βίας ουδεμία ασκεί επιρροή επί της υποχρεώσεως του ενδιαφερομένου να προσκομίσει τα έγγραφα και τα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος. Συναφώς, το καθού ισχυρίζεται ότι η διαδικασία αποδόσεως των καταβληθέντων ποσών την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87 ουδόλως αναφέρει την ανωτέρω βία. Επισημαίνει επίσης ότι η ρήτρα περί ανωτέρας βίας ουδέποτε αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου και ότι, ως εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της απαρέγκλιτης τηρήσεως των νομοθετικών διατάξεων, πρέπει να τυγχάνει στενής ερμηνείας και εφαρμογής. Τέλος, θεωρεί ότι η επίκληση ανωτέρας βίας αντιβαίνει στον σκοπό του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1222/94, δηλαδή στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας.
34. Δεν συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή.
35. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι, σε περίπτωση που ο εξαγωγέας αδυνατεί να διαβιβάσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της δηλώσεώς του εξαγωγής, το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού δεν του στερεί τη δυνατότητα να αποδείξει, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες εθνικές αρχές, την ακρίβεια της δηλώσεως αυτής με άλλο αποδεικτικό μέσο προβλεπόμενο από τους κανόνες του εθνικού δικαίου.
36. Πριν εξετασθούν οι σχετικές με την απόδειξη λεπτομέρειες του άρθρου 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, πρέπει πρώτα να διευκρινισθεί το περιεχόμενο της υποχρεώσεως που θεσπίζει η διάταξη αυτή, οσάκις ο εξαγωγέας έχει κάνει χρήση, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, της απλοποιημένης διαδικασίας του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94.
37. Υπενθυμίζεται ότι το σύστημα χορηγήσεως των επιστροφών λόγω εξαγωγής έχει ως χαρακτηριστικό, μεταξύ άλλων, ότι η κοινοτική ενίσχυση χορηγείται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι ο εξαγωγέας έχει υποβάλει σχετική αίτηση. Αν ο εξαγωγέας αποφασίσει αυτοβούλως να τύχει επιστροφής, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αυτός «πρέπει να παράσχει τα κατάλληλα στοιχεία που είναι αναγκαία για να αποδειχθεί το δικαίωμα επί της επιστροφής και να προσδιοριστεί το ύψος της» (10).
38. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 3665/87, το οποίο –θα ήθελα να υπενθυμίσω– έχει εφαρμογή στις επίμαχες επιστροφές (11), το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων ή μια αναφορά σ’ αυτή τη σύνθεση.
39. Στο πλαίσιο του κανονισμού 1222/94, η χορήγηση της επιστροφής εξαρτάται, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, από τη δήλωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου των ποσοτήτων των βασικών προϊόντων που πράγματι χρησιμοποιήθηκαν ή από την αναφορά στη σύνθεση του εξαγομένου εμπορεύματος όπως αυτή έχει καθοριστεί στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας.
40. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, το δικαίωμα επιστροφών εξαρτάται επίσης από την εκ μέρους του εξαγωγέα διαβίβαση προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές των εγγράφων και των πληροφοριακών στοιχείων που αφορούν τους όρους παρασκευής του εξαγομένου εμπορεύματος.
41. Η εν λόγω υποχρέωση έχει ως σκοπό να παράσχει στις αρχές αυτές τη δυνατότητα να επαληθεύσουν την ακρίβεια της δηλώσεως εξαγωγής και, έτσι, να θεμελιώσουν το δικαίωμα του εξαγωγέα να τύχει επιστροφής και να προσδιορίσουν το ποσό της.
42. Η εν λόγω υποχρέωση επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, κατά τον ίδιο τρόπο οσάκις ο ενδιαφερόμενος χρησιμοποιεί, όπως στην υπό κρίση διαφορά, την απλοποιημένη διαδικασία του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 (12).
43. Αφενός, η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού προβλέπει σαφώς ότι η εν λόγω διαδικασία, η οποία θεσπίστηκε με σκοπό τη διοικητική απλούστευση, βασίζεται στη διαβίβαση προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές των πληροφοριακών στοιχείων που αυτές κρίνουν αναγκαία.
44. Αφετέρου, το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ουδόλως διακρίνει αναλόγως του αν ο εξαγωγέας δήλωσε, κατά την εξαγωγή, τις ποσότητες των πράγματι χρησιμοποιηθέντων βασικών προϊόντων ή αν αναφέρθηκε απλώς στη σύνθεση του εμπορεύματος, όπως αυτή καθορίστηκε στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας.
45. Τέλος, ο έλεγχος που πραγματοποιούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές βάσει των εγγράφων και των πληροφοριακών στοιχείων που παρέχει ο εξαγωγέας έχει κυρίως ως αντικείμενο να εξακριβωθεί αν, στην οικεία παρτίδα, το εξαγόμενο εμπόρευμα πράγματι αποτελείται από τις ποσότητες των γεωργικών προϊόντων που καθορίστηκαν άπαξ στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.
46. Έτσι, ακόμη και αν ο εξαγωγέας έχει καθορίσει τη σύνθεση του εξαγομένου εμπορεύματος σε συμφωνία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, φρονώ ότι αυτός εξακολουθεί να υποχρεούται να τους προσκομίσει το σύνολο των εγγράφων και των πληροφοριακών στοιχείων που αυτές κρίνουν χρήσιμα.
47. Προκειμένου να καθοριστεί ο τύπος των εγγράφων και των πληροφοριακών στοιχείων τα οποία ο εξαγωγέας πρέπει να διαβιβάσει κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρχών, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει αναφορά στο γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94. Αυτό πρέπει ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με τη δέκατη και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
48. Από το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, προκύπτει ότι ο εξαγωγέας μπορεί να παράσχει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Ως τέτοια στοιχεία πρέπει να νοηθούν, κατά την άποψή μου, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος και καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό των ποσοτήτων των βασικών προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του εμπορεύματος αυτού. Θα μπορούσε να πρόκειται, επί παραδείγματι, για αποδείξεις ή για χημικές αναλύσεις τις οποίες πραγματοποίησε η επιχείρηση στο πλαίσιο ελέγχου ποιότητας.
49. Από το ίδιο αυτό άρθρο προκύπτει όμως ότι αυτό δεν προβλέπει κανέναν ιδιαίτερο περιορισμό ως προς τον τύπο των εγγράφων ή των πληροφοριακών στοιχείων που υποχρεούται να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος.
50. Πράγματι, το εν λόγω άρθρο προβλέπει απλώς ότι ο εξαγωγέας πρέπει να προσκομίσει «όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που οι [αρμόδιες] αρχές θεωρούν απαραίτητες». Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1222/94 διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες αυτές είναι όλες εκείνες τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές «κρίνουν αναγκαίες όσον αφορά […] τις συνθήκες παρασκευής των εμπορευμάτων».
51. Ακόμη και αν είναι αληθές ότι, όπως επισημαίνει το καθού, η χορήγηση των επιμάχων επιστροφών απαιτεί τον ακριβή προσδιορισμό της φύσεως και της ποσότητας των χρησιμοποιηθέντων προϊόντων και ότι, προς τούτο, τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία προφανώς είναι τα καταλληλότερα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός αυτός δεν προβλέπει αυτά τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία ως το μοναδικό αποδεικτικό μέσο.
52. Εξάλλου, είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 14 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (13), όλα τα άτομα τα οποία αφορά μια πράξη ελέγχου στην οποία προβαίνουν οι τελωνειακές αρχές ενός κράτους μέλους πρέπει να παρέχουν όλα τα έγγραφα και όλες τις πληροφορίες που οι αρχές αυτές κρίνουν αναγκαία ανεξαρτήτως της μορφής τους.
53. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, θεωρώ ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 επιτρέπει ποικίλα αποδεικτικά μέσα.
54. Εξάλλου, από το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, σε συνδυασμό με τη δέκατη και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού, προκύπτει ότι εν τέλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να εκτιμήσουν αν είναι σκόπιμο να διαθέτουν, προς στήριξη της δηλώσεως του εξαγωγέα, έγγραφα ή πληροφοριακά στοιχεία. Σ’ αυτές εναπόκειται επίσης να καθορίζουν, αναλόγως των περιστάσεων κάθε υποθέσεως, τον καταλληλότερο τρόπο αποδείξεως (14).
55. Κατά παγία νομολογία, ελλείψει σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, υπενθυμίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να στηρίζονται στους κανόνες του εθνικού τους δικαίου. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι οι σχετικές με την απόδειξη λεπτομέρειες τις οποίες προβλέπει η εθνική νομοθεσία δεν πρέπει να θίγουν την έκταση εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι οι εν λόγω λεπτομέρειες δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις αφορώσες παρόμοιες διαδικασίες εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή τη θέση σε εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως (αρχή της αποτελεσματικότητας). Πράγματι, οι λεπτομέρειες αυτές θα μπορούσαν να παρακωλύσουν την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (15).
56. Επιπλέον, από το άρθρο 7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 προκύπτει ότι στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να εκτιμήσουν αν οι παρασχεθείσες από τον εξαγωγέα αποδείξεις είναι «ικανοποιητικές».
57. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει, σε περίπτωση που ο εξαγωγέας αδυνατεί να διαβιβάσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους όρους παραγωγής του εξαγομένου εμπορεύματος, προς στήριξη της δηλώσεώς του εξαγωγής, να αποδείξει την ακρίβεια της δηλώσεως αυτής με κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο προβλεπόμενο από τους κανόνες του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν την έκταση εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
Β ? Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
58. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η ύπαρξη καταστάσεως ανωτέρας βίας (16), αφορώσας τον εξαγωγέα, η οποία τον εμποδίζει να διαβιβάσει τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, συνεπάγεται την άμβλυνση της υποχρεώσεως πλήρους αποδείξεως που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94.
59. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, από τις σκέψεις που ανέπτυξα προηγουμένως.
60. Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής συνιστά κοινοτική ενίσχυση της οποίας το ευεργέτημα εξαρτάται οπωσδήποτε από την προϋπόθεση ότι το εμπόρευμα για το οποίο χορηγείται είναι σύμφωνο προς το δηλωθέν κατά την εξαγωγή ή προς το καθορισθέν στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας.
61. Όπως προεκτέθηκε, το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 δεν απαγορεύει να παρέχεται η απόδειξη περί της ακρίβειας της δηλώσεως εξαγωγής με αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία. Εντούτοις, ανεξαρτήτως του τύπου ή της μορφής των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχει ο εξαγωγέας, αυτά πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να βεβαιωθούν ότι πληρούνται οι επιταγές της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
62. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο εξαγωγέας αδυνατεί να διαβιβάσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με τους όρους παραγωγής του εξαγομένου εμπορεύματος, στις αρμόδιες εθνικές αρχές, ουδόλως συνεπάγεται την άμβλυνση της υποχρεώσεως πλήρους αποδείξεως που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο.
63. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αδυναμία διαβιβάσεως εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων οφείλεται σε ανωτέρα βία, τούτο, κατά την άποψή μου, ουδόλως αποδυναμώνει το συμπέρασμα αυτό (17).
64. Πράγματι, ο κανονισμός 3665/87, ο οποίος –θα ήθελα να υπενθυμίσω– έχει εφαρμογή εν προκειμένω (18), προβλέπει περιοριστικώς τα αποτελέσματα της ανωτέρας βίας στον τομέα των επιστροφών λόγω εξαγωγής (19). Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση First City Trading κ.λπ., η ρήτρα περί ανωτέρας βίας που προβλέπεται στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού παρέχει στον δικαιούχο μιας κοινοτικής ενισχύσεως απλώς και μόνον τη δυνατότητα να απαλλαγεί της καταπτώσεως των ποινικών ρητρών. Αντιθέτως, δεν παρέχει στον εξαγωγέα τη δυνατότητα να απαλλαγεί της επιστροφής των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών (20).
65. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θεωρώ ότι η δυνατότητα που παρέχει στον εξαγωγέα το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 να αποδείξει την ακρίβεια της δηλώσεώς του εξαγωγής με μέσα διαφορετικά από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως συνεπάγεται την άμβλυνση της υποχρεώσεως πλήρους αποδείξεως που επιβάλλει η διάταξη αυτή, ακόμη και σε περίπτωση αποδείξεως της υπάρξεως ανωτέρας βίας.
V – Πρόταση
66. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg ως εξής:
«1) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1222/94 της Επιτροπής, της 30ής Μαΐου 1994, για τη θέσπιση κοινών λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους των, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, παράρτημα Ι ΕΚ], έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει, σε περίπτωση που ο εξαγωγέας αδυνατεί να διαβιβάσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τους όρους παραγωγής του εξαγομένου εμπορεύματος, προς στήριξη της δηλώσεώς του εξαγωγής, να αποδείξει την ακρίβεια της δηλώσεως αυτής με κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο προβλεπόμενο από τους κανόνες του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν την έκταση εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.
2) Η δυνατότητα που παρέχει στον εξαγωγέα το άρθρο 7, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94 να αποδείξει την ακρίβεια της δηλώσεώς του εξαγωγής με μέσα διαφορετικά από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως συνεπάγεται την άμβλυνση της υποχρεώσεως πλήρους αποδείξεως που επιβάλλει η διάταξη αυτή, ακόμη και σε περίπτωση αποδείξεως της υπάρξεως ανωτέρας βίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 30ής Μαΐου 1994, για τη θέσπιση κοινών λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους των, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα, εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, παράρτημα Ι ΕΚ] (ΕΕ L 136, σ. 5).
3 – Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 310, σ. 57, στο εξής: κανονισμός 3665/87). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11), εκδοθέντα μετά τα επίδικα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς μη εφαρμοστέο στην υπόθεση της κύριας δίκης.
4 – Το ψωμί με καρυκεύματα εμπίπτει στο παράρτημα B του κανονισμού 1222/94 (κωδικός ΣΟ 1905 20).
5 – Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94, «θεωρούνται ότι πράγματι χρησιμοποιήθηκαν τα προϊόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί ως έχουν κατά τη παρασκευή του εξαγόμενου εμπορεύματος».
6 – ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας.
7 – Το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 3665/87 ορίζει ότι, «[…]σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθείσας επιστροφής, ο δικαιούχος υποχρεούται να αποδώσει τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα ποσά […]».
8 – Με την απόφαση περί παραπομπής, το Finanzgericht αναφέρεται στις αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 1993, C-124/92, An Bord Bainne Co-operative και Compagnie Inter‑Agra (Συλλογή 1992, σ. I-5061), της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-12/92, Huygen κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6381), της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C- 263/97, First City Trading κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-5537), και της 11ης Ιουλίου 2002, C-210/00, Käserei Champignon Hofmeister (Συλλογή 2002, σ. I-6453).
9 – Σκέψη 46.
10 – Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2005, C-309/04, Fleisch-Winter (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 31).
11 – Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1222/94.
12 – Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η διαδικασία αυτή παρέχει στον εξαγωγέα τη δυνατότητα να καθορίσει τη σύνθεση του εξαγομένου εμπορεύματος σε συμφωνία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Τα οικεία εμπορεύματα είναι, μεταξύ άλλων, τα αποτελούντα αντικείμενο τακτικών ρευμάτων εξαγωγών και τα έχοντα σταθερά χαρακτηριστικά και ποιότητα.
13 – Όπως έχω επισημάνει, ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας έχει εφαρμογή στις επίμαχες επιστροφές.
14 – Πράγματι, ενώ οι κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα ρυθμίζονται από την Επιτροπή, εναπόκειται στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν στο έδαφός τους, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ, την εκτέλεση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί της θέσεως σε εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής. Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 17).
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1996, C-212/94, FMC κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-389, σκέψεις 49 έως 52 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
16 – Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, κατά παγία νομολογία, η έννοια της «ανωτέρας βίας» κατά τους γεωργικούς κανονισμούς δεν περιορίζεται στην έννοια της «απόλυτης αδυναμίας», αλλά πρέπει να νοείται υπό την έννοια των ασυνήθων περιστάσεων, ξένων προς τον εισαγωγέα ή των εξαγωγέα, των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά με το τίμημα υπερβολικών θυσιών, παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια [βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1968, 4/68, Schwarzwaldmilch (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 783), της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70, Internationale Handelsgesellschaft (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 581, σκέψη 23), και 25/70, Köster (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 617, σκέψη 38), της 9ης Αυγούστου 1994, C-347/93, Boterlux (Συλλογή 1994, σ. I-3933, σκέψη 34), και της 17ης Οκτωβρίου 2002, C-208/01, Parras Medina (Συλλογή 2002, σ. I-8955, σκέψεις 18 και 19), καθώς και τις προπαρατεθείσες αποφάσεις An Bord Bainne Co-operative και Compagnie Inter-Agra (σκέψη 11) και Huygen κ.λπ. (σκέψη 31)]. Βλ. επίσης την ανακοίνωση C(88) 1696 της Επιτροπής, περί της «ανωτέρας βίας» στο ευρωπαϊκό γεωργικό δίκαιο (ΕΕ 1988, C 259, σ. 10).
17 – Υπενθυμίζεται ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει αν, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η πυρκαγιά που κατέστρεψε τους χώρους της προσφεύγουσας συνιστά ανωτέρα βία (βλ., υπό την έννοια αυτή, την προπαρατεθείσα απόφαση Parras Medina, σκέψη 22).
18 – Βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1222/94.
19 – Προπαρατεθείσα απόφαση First City Trading κ.λπ., σκέψη 33.
20 – Όπ.π., σκέψη 46.
Full & Egal Universal Law Academy