ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 27ης Απριλίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-125/05
VW Audi Forhandlerforeningen, η οποία ενεργεί ως εντολοδόχος της Vulcan Silkeborg A/S,
κατά
Skandinavisk Motor Co. A/S,
[αίτηση του Østre Landsret (Δανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων – Καταγγελία συμφωνίας εκ μέρους του προμηθευτή στην περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου – Υποχρέωση αιτιολογήσεως και έκταση αυτής της υποχρεώσεως»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση του Østre Landsret (Δανία) αφορά τη νομιμότητα της καταγγελίας συμφωνίας διανομής με προειδοποιητική προθεσμία ενός έτους υπό το πρίσμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων (2), στο εξής: κανονισμός 1475/95.
2. Μια ιδιομορφία αυτής της υποθέσεως έγκειται στο ότι η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα καθίσταται δυσχερέστερη λόγω μιας σημαντικής διαφοράς στην απόδοση στη δανική γλώσσα του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 σε σχέση με τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις και ορισμένων, ενίοτε, ουσιωδών αποκλίσεων μεταξύ των απόψεων που είχε εκφράσει δημοσίως η Επιτροπή ως προς την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου και των απόψεων που προβάλλει στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
3. Κατά τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1475/95:
«[…] [Γ]ια να μην παρεμποδίζεται η ανάπτυξη ευέλικτων και αποτελεσματικών συστημάτων διανομής, θα πρέπει να αναγνωρίζεται στον προμηθευτή δικαίωμα έκτακτης (3) καταγγελίας της συμφωνίας σε περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή σημαντικού τμήματος του δικτύου […]»
Το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:
«2. Στην περίπτωση κατά την οποία ο διανομέας έχει αναλάβει τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, για τη βελτίωση της δομής της διανομής, των υπηρεσιών πώλησης και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση, η απαλλαγή εφαρμόζεται υπό τον όρο:
[…]
2. ότι η διάρκεια της συμφωνίας είναι τουλάχιστον πενταετής ή ότι η προειδοποιητική προθεσμία τακτικής καταγγελίας της συμφωνίας αορίστου χρόνου είναι τουλάχιστον δύο έτη και για τους δύο συμβαλλόμενους· […]
3. Οι όροι απαλλαγής που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 [δεν θίγουν]:
– το δικαίωμα του προμηθευτή να καταγγείλει τη συμφωνία τηρώντας προειδοποιητική προθεσμία τουλάχιστον ενός έτους σε περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου (4),
– […]
Σε κάθε περίπτωση, οι συμβαλλόμενοι οφείλουν σε περίπτωση διαφωνίας να αποδεχθούν ένα σύστημα ταχέος διακανονισμού της αντιδικίας, όπως η προσφυγή σε τρίτο εμπειρογνώμονα ή σε διαιτητή, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των μερών για προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου.»
4. Στο επεξηγηματικό της φυλλάδιο (5) για τον εν λόγω κανονισμό, η Επιτροπή, απαντώντας στη δέκατη έκτη ερώτηση (6) –που αφορά την πρόωρη λήξη της συμβάσεως διανομής–, προβαίνει στο στοιχείο a στις ακόλουθες διευκρινίσεις:
«Le constructeur a le droit de mettre fin de manière anticipée (avec un préavis d’un an) lorsqu’il doit réorganiser l’ensemble ou une partie substantielle de son réseau. La nécessité d’une réorganisation est établie de commun accord entre les parties ou, si le distributeur le demande par un tiers expert ou par un arbitre. Le recours à un tiers expert ou à un arbitre ne préjuge pas du droit des parties de saisir un tribunal national [article 5, paragraphe 3]. Lorsque le fournisseur s’accorde dans le contrat un droit de résiliation unilatéral excédant les limites fixées par le règlement, il perd automatiquement le bénéfice de l’exemption par catégorie [article 6, paragraphe 1, point 5 (…)].
Cette possibilité de résiliation anticipée a été introduite pour que le constructeur puisse réadapter en souplesse son appareil de distribution [considérant 19]. Il peut être nécessaire de procéder à une réorganisation à cause du comportement des concurrents ou de l’évolution des circonstances économiques, que cette évolution soit provoquée par les décisions internes d’un constructeur ou par des événements extérieures, comme la fermeture d’une entreprise employant une main d’œuvre abondante dans une région donnée. Etant donné la multitude des situations qui peuvent se présenter, il serait irréaliste de vouloir énumérer tous les motifs de réorganisation possibles.
C’est l’examen de l’organisation spécifique du réseau d’un constructeur qui permet de décider, dans chaque cas d’espèce, si une ‚partie substantielle’ du réseau est affectée ou non. ‚Substantiel’ implique un aspect à la fois économique et géographique, qui peut être limité au réseau d’un Etat membre donné, ou à une partie de celui-ci. En toute hypothèse, le constructeur doit parvenir à un accord que ce soit avec le tiers expert, l’arbitre, ou son distributeur dont le contrat sera résilié, sans que les autres distributeurs indirectement affectés aient à être consultés.» (7)
5. Την 1η Οκτωβρίου 2002 ο κανονισμός 1475/95 αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό 1400/2002 (8).
Το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 1400/2002 έχει ως ακολούθως:
«Η απαλλαγή εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι η κάθετη συμφωνία που συνάπτει ο προμηθευτής καινουργών αυτοκινήτων οχημάτων με διανομέα ή εξουσιοδοτημένο επισκευαστή προβλέπει:
[…]
β) ότι η συμφωνία συνάπτεται για αόριστο χρόνο· στην περίπτωση αυτή, η προειδοποιητική προθεσμία για την κανονική λύση της συμφωνίας πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο χρόνια και για τα δύο μέρη· η προθεσμία αυτή μειώνεται τουλάχιστον σε ένα έτος εφόσον:
[…]
ο προμηθευτής τερματίζει τη συμφωνία προκειμένου να προβεί σε αναγκαία αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιαστικού μέρους του δικτύου.»
Το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:
«Η απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2002 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2003 στις ισχύουσες στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 συμφωνίες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του παρόντος κανονισμού, αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής του κανονισμού (ΕΚ) 1475/95.»
6. Στο επεξηγηματικό της φυλλάδιο για τον κανονισμό 1400/2002 (9), η Επιτροπή, απαντώντας στην εικοστή ερώτηση (10), προβαίνει στις ακόλουθες διευκρινίσεις:
«[…] Η λήξη της ισχύος του κανονισµού 1475/95 στις 30 Σεπτεµβρίου 2002 και η αντικατάστασή του από νέο κανονισµό δεν συνεπάγεται αυτόµατα ότι πρέπει να γίνει αναδιοργάνωση του δικτύου. Ωστόσο, µετά την έναρξη ισχύος του κανονισµού, δεν αποκλείεται ένας κατασκευαστής αυτοκινήτων να αποφασίσει να προβεί σε σηµαντική αναδιοργάνωση του δικτύου του. Για να πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισµού 1475/95 και κατ’ επέκταση να έχει εφαρµογή η διάταξη περί µεταβατικής περιόδου, πρέπει να τηρείται διετής προειδοποιητική προθεσµία για την τακτική καταγγελία µιας σύµβασης, εκτός εάν αποφασιστεί αναδιοργάνωση ή υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζηµίωσης.»
Στην τέταρτη παράγραφο της απαντήσεως στην ερώτηση 68 του εν λόγω φυλλαδίου αναφέρονται τα εξής:
«Το ερώτηµα κατά πόσον είναι αναγκαία η αναδιοργάνωση του δικτύου είναι αντικειµενικό και το γεγονός ότι ο προµηθευτής θεωρεί αναγκαία την αναδιοργάνωση δεν επιλύει την υπόθεση σε περίπτωση διαφωνίας. Σε τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή ή διαιτητή να αποφανθεί επί του θέµατος µε βάση τις περιστάσεις.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
7. Η Skandinavisk Motor Co. A/S (στο εξής: SM) είχε συνάψει στις 21 Σεπτεμβρίου 1996 με τη Vulcan Silkeborg A/S (στο εξής: VS) –επιχείρηση που από το 1975 πωλεί αυτοκίνητα Audi εντός της Δανίας– συμφωνία διανομής για τη διάθεση αυτοκινήτων αυτής της μάρκας εντός της Δανίας.
8. Το σημείο 19.1 αυτής της συμφωνίας, που επιγράφεται «Καταγγελία με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία», έχει ως ακολούθως:
«19.1. Ο προμηθευτής δικαιούται [...] να καταγγείλει με προειδοποιητική προθεσμία δώδεκα μηνών την παρούσα σύμβαση γραπτώς μέσω συστημένης επιστολής, εφόσον αποδεικνύεται αναγκαία μια ριζική αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου πωλήσεων του προμηθευτή.»
9. Στις 16 Μαΐου 2002 η Audi AG (στο εξής: Audi) ενέκρινε ένα σχέδιο αναδιοργανώσεως του δικτύου της διανομής στη Δανία (στο εξής: σχέδιο αναδιοργανώσεως). Στο σχέδιο αυτό ελήφθησαν υπόψη οι προβλέψιμες εξελίξεις των οικονομικών συνθηκών στη δανική αγορά και τα επιθυμητά επιχειρηματικά αποτελέσματα των διανομέων, βάσει δε αυτών διατυπώθηκαν υποθέσεις ως προς τις ετήσιες πωλήσεις αυτοκινήτων μάρκας Audi στην εν λόγω αγορά. Για κάθε μία από αυτές τις υποθέσεις καθορίζεται ο αριθμός διανομέων που θα μπορούσαν να επιτύχουν τα επιδιωκόμενα επιχειρηματικά αποτελέσματα.
10. Στις 2 Σεπτεμβρίου 2002 η SM απέστειλε στους 28 διανομείς της Audi στη Δανία έγγραφο με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Υπό το πρίσμα της νέας κοινοτικής απαλλαγής για κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, που άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 2002, είμαστε αναγκασμένοι να αναδιαρθρώσουμε το δίκτυο των διανομέων μας εντός χρονικού διαστήματος ενός έτους και να προσαρμόσουμε τις συμβάσεις διανομής προς τον νέο κανονισμό περί απαλλαγής κατά κατηγορία.
Επομένως, οφείλουμε, σύμφωνα με το άρθρο 19.1 της συμβάσεως διανομής και αναφερόμενοι στην αναγκαία αναδιοργάνωση να καταγγείλουμε τη σχετική με επιβατηγά αυτοκίνητα Audi σύμβασή σας με προειδοποιητική προθεσμία δώδεκα μηνών που λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου 2003.»
11. Την ίδια ημέρα, η SM έστειλε χωριστό έγγραφο στη VS, με το οποίο δήλωνε ότι στους επόμενους μήνες θα καθόριζε τις λοιπές απαιτήσεις της Audi έναντι των διαφόρων διανομέων. Τόνιζε ότι ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να μπορούν να εκτιμηθούν πλήρως οι συνέπειες για το δίκτυο διανομής της Audi.
12. Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 2002 η SM γνωστοποίησε στη VS ότι, προκειμένου να ικανοποιηθεί η μελλοντική ζήτηση στην αγορά και να ενισχυθεί η οικονομική βάση της διανομής της Audi, το υφιστάμενο δίκτυο διανομής θα περιοριζόταν από 28 σε 14 διανομείς και ότι δεν θα προτεινόταν στη VS η σύναψη νέας συμβάσεως διανομής.
13. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, η VW-Audi Forhandlerforeningen (η ένωση διανομέων Volkswagen και Audi) άσκησε αγωγή ενώπιον του Østre Landsret εξ ονόματος των διανομέων των οποίων η σύμβαση καταγγέλθηκε, ισχυριζόμενη ότι η καταγγελία έπρεπε να πραγματοποιηθεί με προειδοποιητική προθεσμία 24 μηνών.
IV – Προδικαστικά ερωτήματα
14. Επειδή το Østre Landsret εκτίμησε ότι στην ενώπιόν του διαφορά ανακύπτουν ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία των εν προκειμένω σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, υπέβαλε στο Δικαστήριο με διάταξη της 15ης Μαρτίου 2005, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού […] 1475/95 […] την έννοια ότι η εκ μέρους ενός προμηθευτή με […] προθεσμία ενός έτους καταγγελία μιας συμφωνίας με διανομέα πρέπει να περιέχει περαιτέρω αιτιολόγηση πλην της αναφοράς του προμηθευτή στην εν λόγω διάταξη;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ερωτάται:
Ποιοι όροι μπορούν να τίθενται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο ως προς το περιεχόμενο μιας τέτοιας αιτιολογήσεως και πότε πρέπει αυτή να παρέχεται;
3) Ποια συνέπεια έχει το ότι δεν δίνεται ορθή ή έγκαιρη αιτιολόγηση;
4) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 […] την έννοια ότι η καταγγελία συμφωνίας με διανομέα με […] προθεσμία ενός έτους πρέπει να πραγματοποιείται βάσει ήδη καταρτισθέντος από τον προμηθευτή σχεδίου αναδιοργανώσεως;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, ερωτάται:
Ποιος όρος μπορεί να τίθεται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο ως προς το περιεχόμενο και τον τύπο ενός καταρτισθέντος από τον προμηθευτή σχεδίου αναδιοργανώσεως και πότε πρέπει αυτό να είναι διαθέσιμο;
6) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, ερωτάται:
Πρέπει ο προμηθευτής να ενημερώσει τον προς ον η καταγγελία διανομέα για το περιεχόμενο του σχεδίου αναδιοργανώσεως και πότε και με ποιο τύπο πρέπει να γίνει σε δεδομένη περίπτωση η ενημέρωση του διανομέα;
7) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, ερωτάται:
Ποια συνέπεια έχει το ότι ενδεχόμενο σχέδιο αναδιοργανώσεως δεν πληροί τους όρους που μπορούν να τίθενται ως προς το περιεχόμενο και τον τύπο ενός σχεδίου αναδιοργανώσεως;
8) Από την απόδοση στη δανική γλώσσα του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 […] προκύπτει ότι η εκ μέρους του προμηθευτή με […] προθεσμία ενός έτους καταγγελία έναντι του διανομέα προϋποθέτει [ότι λαμβάνει χώρα “σε περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου”]. [Ο όρος “ανάγκη”] απαντά σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 1475/95 […], ενώ [ο όρος “ριζικά”] απαντά μόνο στη δανική απόδοση.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ερωτάται:
Ποιοι όροι μπορούν να τίθενται για τη φύση της αναδιοργανώσεως προκειμένου να μπορεί ο προμηθευτής να προβεί σε καταγγελία [μιας συμφωνίας] με […] προθεσμία ενός έτους κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 […];
9) Πρέπει στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αν πληρούνται οι προϋποθέσεις –προκειμένου ο προμηθευτής να μπορεί να καταγγείλει τη συμφωνία με […] προθεσμία ενός έτους κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 […]– να αποδίδεται σημασία στο ποιες θα ήταν οι οικονομικές συνέπειες για τον προμηθευτή, εάν αυτός είχε προβεί σε καταγγελία […] με προειδοποιητική προθεσμία δύο ετών;
10) Ποιος έχει το βάρος αποδείξεως ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να μπορεί ο προμηθευτής να προβεί σε καταγγελία της συμφωνίας με […] προθεσμία ενός έτους κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 […] και πώς μπορεί να αρθεί αυτό το βάρος αποδείξεως;
11) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 […] την έννοια ότι είναι δυνατό να πληρούνται οι προϋποθέσεις –προκειμένου ο προμηθευτής να μπορεί να καταγγείλει τη συμφωνία με […] προθεσμία ενός έτους κατ’ αυτή τη διάταξη 1400/2002– για τον λόγο ακριβώς ότι η εφαρμογή του κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία μπορεί να έχει καταστήσει αφ’ εαυτής αναγκαία μια ριζική αναδιοργάνωση του δικτύου […] του προμηθευτή;»
V – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Α – Το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις
15. Όπως ορθώς το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί με το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, υφίσταται πράγματι μια χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ της αποδόσεως του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 στη δανική γλώσσα και στις άλλες γλώσσες, δεδομένου ότι η αναφερόμενη σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις «περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση» μόνο στην απόδοση στη δανική γλώσσα εξειδικεύεται ως «περίπτωση ανάγκης για ριζική [“gennemgribende”] αναδιοργάνωση».
16. Είναι πράγματι απευκταίο να παρουσιάζονται διαφορές, σημαντικές ή μη, μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων κοινοτικών ρυθμίσεων, πλην όμως, λόγω του όγκου της νομοθετικής παραγωγής της Κοινότητας, που πρέπει τώρα να διατυπώνεται σε είκοσι γλώσσες, ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποτραπεί εντελώς. Προς τούτο τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οι υπηρεσίες τους πρέπει να είναι σε διαρκή εγρήγορση προς επισήμανση τέτοιων διαφορών και δυσαρμονιών, ιδίως δε όταν από αυτές μπορούν να υπάρξουν έννομες συνέπειες στις βιοτικές σχέσεις.
17. Η εγρήγορση αυτή, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, προφανώς δεν υπήρξε στην οικεία υπηρεσία της Επιτροπής, όταν αυτή αλληλογραφούσε με τη δανική υπηρεσία ανταγωνισμού το φθινόπωρο του 2002 για την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτού ακριβώς του εν προκειμένω επίμαχου σημείου του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95. Μου προκαλεί εντύπωση ότι με αυτή την –πρόσφατη– ευκαιρία παρέλειψε να επισύρει την προσοχή της δανικής υπηρεσίας ανταγωνισμού σ’ αυτή τη γλωσσικής φύσεως διαφορά και να τη διορθώσει. Κατ’ αυτόν το τρόπο, θα είχε ασφαλώς μπορέσει να αποτρέψει το γεγονός ότι το δανικό δικαστήριο αναγκάσθηκε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ερωτήματα που απορρέουν από αυτή τη διαφορά.
18. Χάριν της ανάγκης ενιαίας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτό διατυπώνεται στις διάφορες γλώσσες, το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει με τη νομολογία του τέσσερις αρχές.
19. Πρώτον, τα σχετικά κείμενα δεν πρέπει να θεωρούνται μεμονωμένως, αλλά, σε περίπτωση αμφιβολίας, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται υπό το πρίσμα άλλων αυθεντικών γλωσσικών αποδόσεων (11).
20. Δεύτερον, όταν υφίσταται διάσταση μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος (12).
21. Τρίτον, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί οι λέξεις δεδομένης γλωσσικής αποδόσεως του κειμένου να ερμηνεύονται με την κυριολεκτική και συνήθη έννοιά τους και τα ανακύπτοντα ζητήματα να λύονται, κατά το δυνατόν, χωρίς να δίνεται το προβάδισμα σε κάποια από τις γλωσσικές αποδόσεις (13).
22. Τέλος, όλες οι αυθεντικές γλωσσικές αποδόσεις έχουν κατ’ αρχήν την ίδια αξία, ανεξαρτήτως του τμήματος του πληθυσμού της Κοινότητας που αφορά η οικεία γλωσσική απόδοση (14).
23. Με αυτά τα βασικά δεδομένα ως κατευθυντήρια γραμμή, το ζήτημα που ανακύπτει από το –ελαφρώς– παρεκκλίνον δανικό κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 μπορεί να λυθεί με σχετικώς απλό τρόπο.
24. Ο ιδιαίτερος χαρακτηρισμός που μόνο στην απόδοση στη δανική γλώσσα δίνεται στην ανάγκη αναδιοργανώσεως με τη χρήση του επιθέτου «ριζικός» («gennemgribende») μπορεί πράγματι, κατά γραμματική ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95, να οδηγεί σε μια κάπως διαφορετική ερμηνεία από την έννοια που έχει η εν λόγω διάταξη στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις, καθόσον φαίνεται ότι θέτει υψηλότερες απαιτήσεις για την αναδιοργάνωση ως προϋπόθεση συντομεύσεως προθεσμίας καταγγελίας συμβάσεων διανομής που έχουν συναφθεί για απεριόριστο χρόνο.
25. Έχω την εντύπωση ότι λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου και της σημασίας του άρθρου 5, παράγραφος 3, ο χαρακτηρισμός «ριζικός», κατ’ αυστηρή θεώρηση, πλεονάζει, διότι η αναδιοργάνωση του συνόλου ή ενός ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής είναι αφεαυτής ριζική. Στα ποσοτικά κριτήρια του «συνόλου» και «ενός ουσιώδους τμήματος» ο όρος «ριζικός» δεν προσθέτει τίποτε. Το γεγονός ότι καμία από τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις δεν περιέχει αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτηρισμό επιβεβαιώνει ότι είναι περιττός.
26. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αποδίδεται καμία ιδιαίτερη σημασία στη χρήση του όρου «ριζικός» στην απόδοση στη δανική γλώσσα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 5 του κανονισμού.
Β – Οι αποκλίσεις μεταξύ των απόψεων που διατύπωσε η Επιτροπή στα επεξηγηματικά της φυλλάδια για τον κανονισμό 1475/95 και τον κανονισμό 1400/2002 και των απόψεών της στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις της στην υπό κρίση υπόθεση
27. Στις απαντήσεις της επί της δέκατης έκτης ερωτήσεως, στοιχείο a, στο επεξηγηματικό φυλλάδιο για τον κανονισμό 1475/95 (15) και επί της ερωτήσεως 68 στο επεξηγηματικό φυλλάδιο για τον κανονισμό 1400/2002 (16), η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη ότι η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95 για τη χρήση της συντομευμένης προθεσμίας καταγγελίας, δηλαδή να υφίσταται «περίπτωση ανάγκης» για αναδιοργάνωση, έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, η ύπαρξη του οποίου στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να ελέγχεται από το εθνικό δικαστήριο.
28. Η Επιτροπή, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, υποστήριξε την άποψη αυτή και κατά τα τέλη του 2002 σε ανεπίσημες επαφές με τη δανική υπηρεσία ανταγωνισμού, η οποία την επικαλέσθηκε σε έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2002 προς τη Dansk Automobilforhændler Forening (τη δανική ένωση διανομέων αυτοκινήτων).
29. Στις γραπτές της παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή, χωρίς να μνημονεύσει τη δημοσιευθείσα προηγουμένως στα φυλλάδια άποψή της, υποστήριξε μια άλλη άποψη, δηλαδή ότι η περίπτωση ανάγκης για αναδιάρθρωση εξαρτάται από την υποκειμενική εμπορική εκτίμηση του κατασκευαστή, η οποία διαφεύγει λεπτομερέστερου δικαστικού ελέγχου.
30. Ερωτηθείσα από τον εισηγητή δικαστή και από εμένα, η Επιτροπή αποστασιοποιήθηκε ρητώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τις υποστηριχθείσες στα φυλλάδια απόψεις της.
31. Ανεξαρτήτως του ζητήματος ποια άποψη είναι η ορθή –επ’ αυτού θα επανέλθω κατωτέρω– ενδείκνυνται μερικές παρατηρήσεις εν παρόδω για τη στάση της Επιτροπής.
32. Τα φυλλάδια για τα οποία πρόκειται πρέπει να θεωρηθούν ως νομικώς μη δεσμευτικές ανακοινώσεις της Επιτροπής, στις οποίες εκθέτει τις απόψεις της για την ερμηνεία και εφαρμογή των εν προκειμένω γενικών κανονισμών περί απαλλαγής. Δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τη Συνθήκη ή το παράγωγο δίκαιο (17).
33. Μολονότι πράξεις όπως οι εν προκειμένω δεν είναι νομικώς δεσμευτικές, μπορούν κάλλιστα, όπως έχει κατ’ επανάληψη επιβεβαιωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (18), να έχουν έννομες συνέπειες υπό την έννοια ότι σε συνδυασμό με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχουν ως αποτέλεσμα αυτοδέσμευση της Επιτροπής κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.
34. Πέραν αυτών των δυνατών εννόμων συνεπειών stricto sensu, η Επιτροπή οφείλει επίσης να επιδεικνύει μεγάλη επιμέλεια χάριν της αποτελεσματικότητας της εφαρμοζόμενης από αυτή πολιτικής ανταγωνισμού.
35. Οι επιχειρηματίες συνηθίζουν κατά τη συμπεριφορά τους στην αγορά να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις απόψεις της Επιτροπής, που περιέχονται στις διευκρινιστικές της ανακοινώσεις, όπως είναι τα εν προκειμένω φυλλάδια. Συγκεκριμένα, παράγουν αποτελέσματα όχι μόνο στις κάθετες σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των επιχειρηματιών, αλλά επηρεάζουν και τις οριζόντιες σχέσεις μεταξύ των επιχειρηματιών. Τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και οι προβληθέντες ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ισχυρισμοί των διαδίκων, όπου ρητώς έγινε επίκληση των σχετικών χωρίων των φυλλαδίων, σκιαγραφούν αυτά τα δεδομένα.
36. Η σημασία των ανακοινώσεων της Επιτροπής, όπως αυτές που εξέφρασε στα εν λόγω φυλλάδια, έχει αυξηθεί όσον αφορά την πολιτική και νομική πρακτική των κρατών μελών, αφότου με τον κανονισμό (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (19), ο έλεγχος της τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού μετατοπίσθηκε προς τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα. Η ασφάλεια δικαίου και η ενότητα δικαίου κατά την εφαρμογή και τήρηση αυτού του δικαίου, καθώς και η αποτελεσματικότητά του, ενισχύονται, όταν η Επιτροπή παρέχει σαφή ερείσματα για την εφαρμογή επί μέρους τμημάτων αυτού του δικαίου. Αυτό επιβεβαιώνεται επίσης από τα γεγονότα της διαφοράς της κύριας δίκης, όπου, πριν από αυτή, πραγματοποιήθηκαν επαφές μεταξύ της Επιτροπής και της δανικής αρχής ανταγωνισμού και, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο αναζήτησε ερείσματα στα εν λόγω φυλλάδια.
37. Όπως εξέθεσα προηγουμένως, οι εν λόγω ανακοινώσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα δεσμευτικών κανόνων, αλλά χρησιμεύουν για την επεξήγηση και την ερμηνεία του ισχύοντος πρωτογενούς και παραγώγου δικαίου. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι η Επιτροπή, κατόπιν λεπτομερέστερης εξετάσεως, θα σχηματίσει την πεποίθηση ότι η επεξήγηση και η ερμηνεία που παρέσχε με τα φυλλάδιά της ουδόλως είναι νομικώς ορθή. Λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεως και της πολυπλοκότητας του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, θα μπορεί να λεχθεί, όσον αφορά την Επιτροπή ως υπεύθυνο εκτελεστικό όργανο, ότι πρόκειται για μια «εξελισσόμενη αντίληψη».
38. Πάντως, για την ασφάλεια δικαίου ως προς τους οικείους επιχειρηματίες και για την αποτελεσματικότητα και τήρηση του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού σε εθνικό επίπεδο, έχει ουσιώδη σημασία να ανακοινώνει η Επιτροπή τις μεταβληθείσες απόψεις της όσο το δυνατόν ταχύτερα και σαφέστερα. Αν το παραλείψει, πλήττει σοβαρά την αξιοπιστία των ανακοινώσεών της για την ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού –ή επί μέρους τμημάτων αυτού– και, επομένως, της αποτελεσματικότητας της πολιτικής της.
39. Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή αποδέχτηκε αυτόν τον κίνδυνο, καθόσον, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γνωστοποίησε ότι η ερμηνεία της του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95, όπως διατυπώνεται στα παρατιθέμενα ανωτέρω σημεία 4 και 6 αμφοτέρων των φυλλαδίων, «δεν έχει πλέον εφαρμογή».
40. Η έλλειψη αυτή επιμελείας είναι πολλώ μάλλον σοβαρότερη, καθόσον, όπως επίσης μπορεί να συναχθεί από άλλες εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποθέσεις (20), η αντικατάσταση του κανονισμού 1475/95 από τον κανονισμό 1400/2002 αποτέλεσε για πολλούς κατασκευαστές αυτοκινήτων αφορμή για αναδιοργάνωση των δικτύων τους διανομής, με καταγγελία βάσει της συντομευμένης προθεσμίας ενός έτους όλων των υφισταμένων συμβάσεων διανομής και, στη συνέχεια, σύναψη νέων συμφωνιών διανομής με περιορισμένο αριθμό διανομέων υπό τις νέες προϋποθέσεις του κανονισμού 1400/2002 (21). Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτουν νομικά ερωτήματα που είναι παρόμοια με αυτά για τα οποία πρόκειται σ’ αυτή την υπόθεση.
Γ – Ο τρόπος εξετάσεως των υποβληθέντων ερωτημάτων
41. Τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα ταξινομούνται σε τέσσερις κατηγορίες:
– Με τα πρώτα τρία ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο κατασκευαστής, όταν προτίθεται να καταγγείλει με συντομευμένη προθεσμία συμφωνία διανομής, υποχρεούται να αιτιολογήσει αυτή την καταγγελία και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μέχρι ποιου σημείου φθάνει η υποχρέωση αυτή αιτιολογήσεως.
– Τα ερωτήματα τέσσερα έως εννέα αφορούν όλα τη φύση της αναδιοργανώσεως που μπορεί να δικαιολογήσει καταγγελία με συντομευμένη προθεσμία, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95, ειδικότερα δε, στα ερωτήματα τέσσερα έως επτά, τα δεδομένα από τα οποία πρέπει να προκύπτει η ανάγκη αναδιοργανώσεως.
– Το δέκατο ερώτημα αφορά το ζήτημα ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως για το ότι πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις καταγγελίας με συντομευμένη προθεσμία μιας συμφωνίας διανομής.
– Το ενδέκατο ερώτημα, τέλος, αφορά το ζήτημα αν η καθεαυτή θέση σε ισχύ του κανονισμού 1400/2002 δημιουργεί περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής.
42. Προτείνω να εξετασθούν κατωτέρω τα ερωτήματα σύμφωνα με αυτή την ταξινόμηση.
VI – Ανάλυση και απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα
Α – Το πρώτο, δεύτερο και τρίτο ερώτημα: η υποχρέωση αιτιολογήσεως
43. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεν προβλέπει μια σαφώς καθοριζόμενη υποχρέωση αιτιολογήσεως σε σχέση με την ύπαρξη περιπτώσεως ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής. Η εν προκειμένω σχετική δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού σιωπά επίσης ως προς αυτό το ζήτημα.
44. Αντιθέτως, στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 1400/2002 ρητώς ορίζεται ότι υφίσταται μια τέτοια υποχρέωση. Η διάταξη αυτή διευκρινίζεται λεπτομερέστερα στην ένατη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού (22).
45. Πάντως, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 4, και της ένατης αιτιολογικής σκέψεως, η υποχρέωση αυτή ισχύει όχι μόνο για περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία της συμφωνίας πραγματοποιείται με συντομευμένη προθεσμία, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες καταγγέλλεται η συμφωνία. Η καταγγελία με συντομευμένη προθεσμία στο άρθρο 3, παράγραφος 5, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, δεν τελεί υπό κάποια ιδιαίτερη, ειδικώς τεθείσα γι’ αυτή, υποχρέωση αιτιολογήσεως (23).
46. Παρά ταύτα, η Επιτροπή συνάγει από την κατά τον κανονισμό 1400/2002 ύπαρξη μιας γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στην περίπτωση καταγγελίας συμφωνίας διανομής ένα επιχείρημα κατά της υπάρξεως –έμμεσης– υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του γεγονότος ότι υφίσταται η προϋπόθεση υπό την οποία, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1475/95, μια τέτοια συμφωνία μπορεί να καταγγελθεί με συντομευμένη προθεσμία.
47. Η άποψη που υποστηρίζει τώρα η Επιτροπή αποκλίνει εξάλλου σαφώς από την άποψη που κατά τα τέλη του 2002 είχε διατυπώσει σε έγγραφό της προς τη δανική αρχή ανταγωνισμού, όπου είχε συνοπτικώς υπογραμμίσει ότι η καταγγελία πρέπει να είναι αιτιολογημένη στο πλαίσιο ενός λεπτομερώς επεξεργασμένου σχεδίου (24).
48. Όποια κι αν είναι η αιτία των λόγων που υπαγόρευσαν την αιφνίδια μεταβολή απόψεως, αυτή δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να στηριχθεί, μέσω ενός κατ’ αντιδιαστολή συλλογισμού, στο γράμμα και το περιεχόμενο του άρθρου 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 1400/2002. Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε μια γενική υποχρέωση αιτιολογήσεως που σκοπό έχει ειδικότερα την αποτροπή του ενδεχομένου οι προμηθευτές αυτοκινήτων οχημάτων να καταχρώνται της εξουσίας τους καταγγελίας των συμβάσεων διανομής, προκειμένου να εμποδίζουν τους διανομείς να συμπεριφέρονται κατά τρόπο εντείνοντα τον ανταγωνισμό.
49. Εντούτοις, εδώ πρόκειται για το ζήτημα αν και κατά πόσο η καταγγελία με συντομευμένη προθεσμία απαιτεί ιδιαίτερη, ειδικώς τεθείσα για τη χρήση της εξουσίας έκτακτης καταγγελίας, αιτιολόγηση.
50. Στο ζήτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί απάντηση μέσω ενός συλλογισμού που αντλεί αποφασιστικό επιχείρημα από την έλλειψη μιας γενικής υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του κατασκευαστή, στην περίπτωση καταγγελίας συμφωνιών διανομής, στον κανονισμό 1475/95 και από την ύπαρξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως στον κανονισμό 1400/2002.
51. Εξάλλου, δεδομένου ότι στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως η Επιτροπή συνδυάζει έναν ασυνεπή τρόπο δράσεως με μια ευάλωτη επιχειρηματολογία στις γραπτές και στις προφορικές παρατηρήσεις της, η αξιοπιστία των απόψεών της ασφαλώς δεν ενισχύεται από το γεγονός αυτό.
52. Κατά την οικονομία του κανονισμού 1475/95, ειδικότερα δε την οικονομία του άρθρου 5, παράγραφος 2, σημείο 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3, πρώτη περίπτωση, η καταγγελία με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία ενός έτους για συμφωνίες αορίστου χρόνου προβλέπεται ρητώς ως εξαίρεση από τον βασικό κανόνα, ο οποίος ορίζει για την καταγγελία προειδοποιητική προθεσμία δύο ετών.
53. Αν ο κατασκευαστής θέλει να κάνει χρήση της δυνατότητας εφαρμογής της κατ’ εξαίρεση συντομευμένης προειδοποιητικής προθεσμίας, θα πρέπει τουλάχιστον να μπορεί να επικαλεσθεί αποδεκτώς ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την τήρηση της κατ’ εξαίρεση συντομευμένης προειδοποιητικής προθεσμίας.
54. Αν δεν τεθεί αυτός ο όρος, η τήρηση της συντομευμένης προειδοποιητικής προθεσμίας για καταγγελία χάνει τον χαρακτήρα της ως κατ’ εξαίρεση προθεσμία. Το αποτέλεσμα αυτό δεν μου φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην οικονομία και τους σκοπούς του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού.
55. Άρα, ο κατασκευαστής, ο οποίος καταγγέλλει σύμβαση διανομής με συντομευμένη προθεσμία καταγγελίας οφείλει, βάσει των παρατιθέμενων στο προηγούμενο σημείο διατάξεων, να αιτιολογήσει γιατί προβαίνει σε καταγγελία με συντομευμένη προθεσμία.
56. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα το σχετικό με την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που προκύπτουν από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση. Συναφώς, αναφέρονται τρία στοιχεία:
α) περίπτωση ανάγκης για
β) αναδιοργάνωση του
γ) συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου.
57. Ασφαλής χαρακτηρισμός για τα πρώτα δύο στοιχεία μπορεί να ανευρεθεί στη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1475/95 (25). Κατά τη δεύτερη φράση της, η συνήθης προειδοποιητική προθεσμία καταγγελίας δύο ετών δεν πρέπει να παρεμποδίζει την ανάπτυξη ευέλικτων και αποτελεσματικών συστημάτων διανομής.
58. Από αυτό συνάγω ότι η «περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση» ως λόγος χρησιμοποιήσεως της ιδιαίτερης συντομευμένης προθεσμίας πρέπει να συνδέεται με την από οικονομικής απόψεως επιχειρηματική αποτελεσματικότητα των συστημάτων διανομής στο δυναμικό οικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου δρα ο κατασκευαστής.
59. Το τρίτο στοιχείο είναι περισσότερο ποσοτικής φύσεως: η περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση πρέπει να είναι τόσο σημαντική, ώστε να αφορά το σύνολο ή ουσιώδες τμήμα του δικτύου.
60. Σε αντιστοιχία με την εν προκειμένω πάγια νομολογία (26), συμφωνώ άνευ ετέρου με την άποψη της Επιτροπής και των διαδίκων της κύριας δίκης ότι ένα εγχώριο δίκτυο διανομής, ως μέρος του συνόλου του δικτύου ενός κατασκευαστή, μπορεί να θεωρηθεί ως «ουσιώδες τμήμα του δικτύου».
61. Ερμηνευόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα τρία στοιχεία, θωρούμενα από κοινού, συνεπάγονται ότι ένας κατασκευαστής, ο οποίος καταγγέλλει με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία μια συμφωνία διανομής, θα πρέπει τουλάχιστον να αιτιολογήσει τη χρήση αυτού του κατ’ εξαίρεση δικαιώματος με την ανάγκη διατηρήσεως ή ενδεχομένως βελτιώσεως της από οικονομικής απόψεως επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας του δικτύου διανομής λαμβανομένων υπόψη των –εσωτερικών ή εξωτερικών– αντικειμενικών οικονομικών μεταβολών προ των οποίων βρίσκεται, ανάγκη η οποία, επί πλέον, πρέπει να είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να αποτελεί αφορμή για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής.
62. Είναι αυτονόητο ότι η αιτιολογία αυτή πρέπει να παρέχεται με την ανακοίνωση του κατασκευαστή προς τον διανομέα, με την οποία αυτός καταγγέλλει με συντομευμένη προθεσμία την υφιστάμενη συμφωνία διανομής. Πράγματι, χωρίς μια τέτοια αιτιολογία, που πρέπει να έχει ως σκοπό να γίνει αποδεκτό ότι πληρούνται οι πραγματικές προϋποθέσεις καταγγελίας με συντομευμένη προθεσμία, η καταγγελία δεν τηρεί τους όρους που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, για την καταγγελία.
Β – Τα ερωτήματα τέσσερα έως εννέα: η περίπτωση ανάγκης για καταγγελία
63. Από την απάντηση που προτείνεται ανωτέρω για τα πρώτα τρία ερωτήματα απορρέει ότι ο κατασκευαστής πρέπει να προβάλει αποδεκτώς ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της θεωρούμενης ως κατ’ εξαίρεση καταγγελίας με συντομευμένη προθεσμία.
64. Αυτό συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι πρέπει να είναι δυνατός κάποιος δικαστικός έλεγχος για την ύπαρξη της αντικειμενικής ανάγκης που προβάλλεται από τον κατασκευαστή ως λόγος για την αναδιοργάνωση.
65. Σε διαφορετική περίπτωση, θα αρκούσε απλώς να επικαλεσθεί ο κατασκευαστής αυτή την ανάγκη προκειμένου, χωρίς καμία δεκτική ελέγχου συγκεκριμένη και ουσιαστική εξήγηση περί αυτής, να μπορέσει να καταγγείλει τη συμφωνία διανομής. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, στο σημείο 53, η προστασία που το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1475/95 σκοπεί ρητώς να παρέχεται στον διανομέα θα καθίστατο τότε απλώς συμβολική.
66. Επομένως, στον βαθμό που η άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή στην εν προκειμένω διαδικασία, κατ’ απόκλιση από τις προηγούμενες απόψεις της που ανακοινώθηκαν με τα επεξηγηματικά φυλλάδια για τους κανονισμούς 1475/95 και 1400/2002 (27), έχει τόσο ριζικές συνέπειες, δεν ευσταθεί.
67. Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση συνεπάγεται ότι ο διανομέας, στην περίπτωση καταγγελίας με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία, δεν θα απέλαυε πλέον καμίας δικαστικής προστασίας ως προς το ζήτημα αν υφίσταται αντικειμενική οικονομική ανάγκη γι’ αυτή την καταγγελία.
68. Επομένως, ο κατασκευαστής που θέλει να καταγγείλει με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία συμφωνία διανομής πρέπει να προβάλει αποδεκτώς ότι υφίσταται κάποια αντικειμενική οικονομική ανάγκη προς τούτο. Μια τέτοια απαίτηση, εξάλλου, η οποία επιβάλλεται από απόψεως ελάχιστης νομικής προστασίας του διανομέα, δεν θίγει κατ’ ανάγκη τις δυνατότητες του κατασκευαστή να αντιδρά με ευλυγισία στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, υπό τις οποίες ασκεί τις δραστηριότητές του.
69. Το εθνικό δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσει τις από οικονομικής απόψεως επιχειρηματικές σταθμίσεις στις οποίες στηρίζεται η συγκεκριμένη διαμόρφωση και υλοποίηση της αναδιοργανώσεως του δικτύου διανομής, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να μπορεί να ελέγξει αν υφίσταται μεταβολή των –εσωτερικών ή εξωτερικών– αντικειμενικών οικονομικών συνθηκών που μπορεί να αποτελούν τον λόγο μιας τέτοιας ενέργειας.
70. Από τα εκτεθέντα στο προηγούμενο σημείο μπορεί να συναχθεί ότι η προβαλλόμενη μεταβολή των αντικειμενικών οικονομικών συνθηκών πρέπει να είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να συνιστά επαρκή λόγο για μια αρκετά δραστική επέμβαση υπό τη μορφή αναδιοργανώσεως του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής. Αυτή η ποσοτική σχέση πρέπει επίσης να είναι δεκτική ελέγχου από το εθνικό δικαστήριο.
71. Όταν πληρούται ο όρος ότι ο κατασκευαστής πρέπει να προβάλει αποδεκτώς ότι υφίστανται αντικειμενικές –εσωτερικές ή εξωτερικές– οικονομικές καταστάσεις, που είναι τόσο σημαντικές, ώστε να δικαιολογούν αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής, ο διανομέας προστατεύεται τουλάχιστον έναντι μιας μεταβολής γνώμης του κατασκευαστή ως προς την κατά το δυνατό καλύτερη διαμόρφωση του δικτύου του διανομής, χωρίς αυτό να επιβάλλεται από μια μεταβολή των αντικειμενικών συνθηκών. Τούτο είναι σύμφωνο προς τον σκοπό του άρθρου 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, όπως αυτός διευκρινίζεται με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη (28) του κανονισμού 1475/95.
72. Από το γεγονός ότι είναι αναγκαίο η με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία καταγγελία μιας συμβάσεως διανομής να είναι δεκτική του, όπως επεξηγήθηκε εδώ, –περιορισμένου– δικαστικού ελέγχου απορρέει ότι ο κατασκευαστής οφείλει να παράσχει κατά την καταγγελία συμβάσεως διανομής τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία, από τα οποία πρέπει να προκύπτει ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή η ύπαρξη ανάγκης για ουσιώδη αναδιοργάνωση.
73. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να παράσχει ο κατασκευαστής κατά την καταγγελία με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία δεν χρειάζεται να περιλαμβάνεται ένα πλήρως επεξεργασμένο σχέδιο αναδιοργανώσεως. Ένας τέτοιος όρος θα έβαινε πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για τη νόμιμη χρήση της ιδιαίτερης προειδοποιητικής προθεσμίας καταγγελίας.
74. Όπως προεκτέθηκε στα σημεία 15 έως 26, ο όρος «ριζικός» («gennemgribende») στην απόδοση στη δανική γλώσσα του άρθρου 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία, εκτός του ότι η προβληθείσα αποδεκτώς από τον κατασκευαστή ανάγκη πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως, ώστε η αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής να συνιστά ανάλογη προς αυτή αντίδραση.
75. Στο σημείο 71 έδωσα ήδη εμμέσως την απάντηση στο ένατο ερώτημα: όταν μια μεταβολή των αντικειμενικών –εσωτερικών ή εξωτερικών– οικονομικών καταστάσεων συνιστά για τον κατασκευαστή περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής του, μπορεί –αντιστρόφως– να θεωρηθεί ότι η παράλειψη μιας τέτοιας αναδιοργανώσεως θα έχει γι’ αυτόν σημαντικές αρνητικές οικονομικές συνέπειες.
Γ – Το δέκατο ερώτημα: ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως;
76. Η απάντηση στο ερώτημα ποιος φέρει το βάρος αποδείξεως μπορεί εύκολα να συναχθεί από τα ανωτέρω: είναι ο κατασκευαστής που θέλει να κάνει χρήση της ιδιαίτερης δυνατότητας καταγγελίας. Επομένως, σ’ αυτόν εναπόκειται να προβάλει αποδεκτώς ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη δυνατότητα εφαρμογής της συντομευμένης προθεσμίας.
77. Επί πλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οποιοσδήποτε επικαλείται απαλλαγή κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ, μη εξαιρουμένης της απαλλαγής κατά κατηγορία, πρέπει να αποδείξει ότι πληρούνται οι σχετικές με αυτό προϋποθέσεις (29): Άρα, αυτός που επικαλείται έναν ιδιαίτερο τρόπο καταγγελίας μιας συμφωνίας, όπως αυτός προβλέπεται στο πλαίσιο μιας απαλλαγής κατά κατηγορία, πρέπει να αποδείξει ότι πληρούνται οι προς τούτο προϋποθέσεις.
Δ – Το ενδέκατο ερώτημα: συνιστά η έναρξη ισχύος του κανονισμού 1400/2002 επαρκή λόγο καταγγελίας με συντομευμένη προθεσμία μιας συμφωνίας διανομής;
78. Κατά την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της ενάρξεως ισχύος του νέου κανονισμού και των μεταβολών στο οικονομικό πλαίσιο της παραγωγής και πωλήσεως αυτοκινήτων οχημάτων που επήλθαν ενδεχομένως συνεπεία αυτού του κανονισμού.
79. Η έναρξη ισχύος του κανονισμού δεν συνιστά γεγονός ή περίσταση που, ως αντικειμενική οικονομική μεταβολή, θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία τη με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία καταγγελία των υφισταμένων συμφωνιών διανομής.
80. Η απαλλαγή κατά κατηγορία είναι μια νομική δυνατότητα που προσφέρεται στους επιχειρηματίες για να θέτουν εκτός της απαγορεύσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ ορισμένες περιοριστικές του ανταγωνισμού ρήτρες των συμφωνιών διανομής που συνάπτουν. Είναι πάντως ελεύθεροι να κάνουν ή όχι χρήση αυτής της δυνατότητας (30).
81. Αυτό δεν αναιρεί το ότι η έναρξη ισχύος μιας νέας απαλλαγής κατά κατηγορία μπορεί πράγματι να επιφέρει τέτοιες συνέπειες, ώστε το εντεύθεν οικονομικό πλαίσιο, εντός του οποίου πρέπει να ασκούν τις δραστηριότητές τους οι κατασκευαστές αυτοκινήτων οχημάτων, να μεταβάλλεται μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αναδιοργάνωση του δικτύου διανομής.
82. Το νέο σύστημα απαλλαγής κατά κατηγορία που προβλέπει ο κανονισμός 1400/2002 διακρίνεται ουσιωδώς από το προηγούμενο του κανονισμού 1475/95 καθόσον, παρέχοντας τόσο στους κατασκευαστές όσο και στους διανομείς μια σειρά διάφορων επιλογών, ανοίγει ευρεία κλίμακα παραλλαγών μεθόδων διανομής, με τις οποίες οι οικείοι επιχειρηματίες μπορούν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να κερδίσουν την εύνοια του καταναλωτή.
83. Σύμφωνα με το επεξηγηματικό φυλλάδιο για τον κανονισμό 1400/2002 (31), το νέο σύστημα απαλλαγής κατά κατηγορία σκοπό έχει να προλειάνει το έδαφος για μεγαλύτερη χρήση νέων μορφών της τεχνικής της διανομής, όπως την πώληση μέσω Διαδικτύου και μέσω διανομέων που πωλούν διάφορες μάρκες. Επί πλέον, οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων θα έχουν περισσότερες δυνατότητες να επιλέγουν που θα γίνονται επισκευές και συντήρηση και ποια ανταλλακτικά θα χρησιμοποιούνται εν προκειμένω.
84. Σύμφωνα με αυτόν τον σκοπό, εξαλείφονται περιοριστικές πρακτικές, όπως η δυνατότητα συνδυασμού αποκλειστικής και επιλεκτικής διανομής και η υποχρέωση εξασφαλίσεως τόσο της πωλήσεως καινούριων οχημάτων όσο και της εξυπηρετήσεως μετά την πώληση.
85. Επομένως, οι οικονομικές συνθήκες παραγωγής, πωλήσεως και συντηρήσεως αυτοκινήτων μπορούν να μεταβληθούν σημαντικά μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1400/2002, αποτέλεσμα που, όπως προκύπτει από την αιτιολογία αυτού του κανονισμού, συνιστά τον κύριο σκοπό του (32).
86. Υπό τις περιστάσεις αυτές, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το νέο σύστημα απαλλαγής κατά κατηγορία μπορεί να επηρεάσει μέχρι τέτοιου σημείου τις αντικειμενικές οικονομικές συνθήκες πωλήσεως αυτοκινήτων οχημάτων, ώστε να καθίσταται αναγκαία η προσαρμογή των υφιστάμενων δικτύων διανομής (33).
87. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν οι νέες περιστάσεις που προκύπτουν από τη νέα απαλλαγή κατά κατηγορία είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να συνιστούν επαρκώς σοβαρή ανάγκη για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής.
VII – Πρόταση
88. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Østre Landsret ως ακολούθως:
«Πρώτο, δεύτερο και τρίτο ερώτημα:
– Κατασκευαστής ο οποίος, επικαλούμενος το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής, πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων, καταγγέλλει με τη συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία του ενός έτους μια συμφωνία διανομής θα πρέπει τουλάχιστον να αιτιολογήσει τη χρήση αυτής της κατ’ εξαίρεση συντομευμένης προειδοποιητικής προθεσμίας για καταγγελία με την ανάγκη διατηρήσεως ή ενδεχομένως βελτιώσεως τής από οικονομικής απόψεως επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας του δικτύου διανομής λαμβανομένων υπόψη των –εσωτερικών ή εξωτερικών– αντικειμενικών οικονομικών μεταβολών που αντιμετωπίζει, ανάγκη η οποία, επί πλέον, πρέπει να είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να συνεπάγεται αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής.
Ερωτήματα τέσσερα έως εννέα
– Στην ανακοίνωση προς τον διανομέα για τη με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία καταγγελία της συμφωνίας, ο κατασκευαστής πρέπει να αναφέρει τις αντικειμενικές –εσωτερικές ή εξωτερικές– περιστάσεις που είναι τέτοιας φύσεως, ώστε μπορούν να θεμελιώσουν την ύπαρξη ανάγκης αναδιοργανώσεως του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής.
– Η ύπαρξη αυτών των οικονομικών περιστάσεων και η σημασία τους μπορούν να ελεγχθούν από το εθνικό δικαστήριο.
– Πάντως, τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να παράσχει ο κατασκευαστής δεν χρειάζεται να περιέχουν τίποτε περισσότερο απ’ ό,τι είναι αναγκαίο για την επίκληση της συντομευμένης προειδοποιητικής προθεσμίας για καταγγελία.
– Ο όρος “ριζικός” (“gennemgribende”) στη απόδοση στη δανική γλώσσα του άρθρου 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, δεν έχει καμία άλλη σημασία, εκτός του ότι η προβληθείσα αποδεκτώς από τον κατασκευαστή ανάγκη πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως, ώστε η αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής να συνιστά ανάλογη προς αυτή αντίδραση.
– Όταν μια μεταβολή των αντικειμενικών –εσωτερικών ή εξωτερικών– καταστάσεων συνιστά για τον κατασκευαστή περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομής του, μπορεί –αντιστρόφως– να θεωρηθεί ότι η παράλειψη μιας τέτοιας αναδιοργανώσεως θα έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες.
Δέκατο ερώτημα
Ο κατασκευαστής φέρει το βάρος αποδείξεως ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις καταγγελίας με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση.
Ενδέκατο ερώτημα
– Το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1475/95 έχει την έννοια ότι η έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 1400/2002 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, δεν σημαίνει ότι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την εκ μέρους του κατασκευαστή καταγγελία με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία μια συμφωνίας διανομής.
– Η έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού μπορεί εντούτοις να έχει ως συνέπεια τέτοια μεταβολή των αντικειμενικών οικονομικών περιστάσεων για τον κατασκευαστή, ώστε να δικαιολογείται καταγγελία με συντομευμένη προειδοποιητική προθεσμία.
– Εναπόκειται στον κατασκευαστή να αποδείξει ότι αυτό συμβαίνει.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 145, σ. 25.
3 – Στην απόδοση των διατάξεων αυτών στη γαλλική και δανική γλώσσα απαντούν παρόμοιοι όροι, ήτοι „extraordinaire” και „ekstraordinaert”, ενώ στην αγγλική απόδοση δεν υπάρχει αντίστοιχο επίθετο.
4 – Στην απόδοση στη δανική γλώσσα της παραγράφου αυτής γίνεται μνεία της «περιπτώσεως ανάγκης για ριζική αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου».
5 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση IV – Ανταγωνισμός. Δίκτυο διανομής αυτοκινήτων [κανονισμός (ΕΚ) 1475/95, δημοσιευθείς στην Επίσημη Εφημερίδα L 145 της 29ης Ιουνίου 1995], ενημερωτικό φυλλάδιο IV/9509/95 FR. Το φυλλάδιο αυτό διατίθεται μόνο στη γαλλική, την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.
6 – Η ερώτηση αυτή έχει ως εξής: «Est-il possible de mettre fin à l'accord de manière anticipée?» (Είναι δυνατό να τερματισθεί προώρως η συμφωνία;)
7 – Ο κατασκευαστής δικαιούται να προβεί σε έκτακτη καταγγελία συμφωνίας (με προειδοποιητική προθεσμία ενός έτους) σε περίπτωση ανάγκης για αναδιοργάνωση του συνόλου ή ουσιώδους τμήματος του δικτύου διανομέων. Το κατά πόσον υφίσταται ανάγκη αναδιοργανώσεως αποφασίζεται με από κοινού συμφωνία μεταξύ των μερών ή κατόπιν αιτήματος του διανομέα από τρίτο εμπειρογνώμονα ή με διαιτησία. Η χρησιμοποίηση τρίτου εμπειρογνώμονα ή διαιτητή δεν περιορίζει το δικαίωμα των μερών για προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου [άρθρο 5, παράγραφος 3]. Όταν ο προμηθευτής αποκτά μονομερώς κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας δικαιώματα καταγγελίας που είναι ευρύτερα από τα δικαιώματα που προκύπτουν από τον κανονισμό, η δυνατότητα απαλλαγής κατά κατηγορίες παύει αυτομάτως να υφίσταται [άρθρο 6, παράγραφος 1, σημείο 5 (…)].
Η δυνατότητα αυτή έκτακτης καταγγελίας θεσπίσθηκε για να παρέχεται στον κατασκευαστή ευελιξία σε συνάρτηση με αναδιοργάνωση του δικτύου πωλήσεων [αιτιολογική σκέψη 19]. Η ανάγκη αναδιοργανώσεως μπορεί να ανακύπτει συνεπεία της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών ή άλλων οικονομικών περιστάσεων, ανεξαρτήτως του αν αυτές οφείλονται σε εσωτερικές αποφάσεις του κατασκευαστή ή σε εξωτερικά γεγονότα, όπως π.χ. κλείσιμο επιχειρήσεως απασχολούσας πολλούς ανθρώπους σε συγκεκριμένη περιοχή. Δεδομένου ότι είναι νοητές πολλές διαφορετικές καταστάσεις, δεν είναι δυνατό να αναφερθούν όλες εδώ.
Το κατά πόσο θίγεται ένα «ουσιώδες τμήμα» του δικτύου πωλήσεων κρίνεται βάσει των ιδιαίτερων συνθηκών οργανώσεως που υφίστανται ως προς το δίκτυο πωλήσεων του οικείου κατασκευαστή. Το «ουσιώδες» συνεπάγεται τόσο μια οικονομική όσο και μια γεωγραφική πτυχή, που μπορεί να περιορίζεται στο δίκτυο πωλήσεων ή σε τμήμα του εντός δεδομένου κράτους μέλους. Ο κατασκευαστής πρέπει να έρθει σε συμφωνία με τον διανομέα, του οποίου καταγγέλλεται η συμφωνία πωλήσεων –είτε με είτε χωρίς την παρέμβαση τρίτου εμπειρογνώμονα ή διαιτησίας– όχι όμως με άλλους διανομείς (οι οποίοι μόνον εμμέσως θίγονται από έκτακτη καταγγελία).
8 – Κανονισμός (ΕΚ) 1400/2002 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας (ΕΕ L 203, σ. 30).
9 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική ∆ιεύθυνση Ανταγωνισµού. Κανονισμός (ΕΚ) 1400/2002 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Επεξηγηματικό φυλλάδιο (http///comm/competition/car_sector).
10 – Η εικοστή ερώτηση έχει ως εξής: «Πώς µπορεί να γίνει καταγγελία συµβάσεων που είναι σύµφωνες µε τον κανονισµό 1475/95 κατά τη διάρκεια της µεταβατικής περιόδου;»
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1967, 19/67, Sociale Verzekeringsbank (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 617), και της 9ης Αυγούστου 1994, C‑327/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑3641, σκέψη 35).
12 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑72/95, Kraaijeveld (Συλλογή 1996, σ. I‑5403, σκέψεις 28 έως 31), και της 5ης Δεκεμβρίου 1996, C‑267/95 και C‑278/95, Merck και Beecham (Συλλογή 1996, σ. I‑6285, σκέψεις 21 έως 24).
13 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1977, 80/76, Kerry Milk (Συλλογή τόμος 1977, σ. 129, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική, σκέψη 11).
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C‑296/95, EMU (Συλλογή 1998, σ. I‑1605, σκέψη 36).
15 – Προπαρατεθέν στο σημείο 4.
16 – Προπαρατεθέν στο σημείο 6.
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 310/85, Deufil (Συλλογή 1987, σ. 901, σκέψη 22), και της 14ης Ιανουαρίου 1997, C‑169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I‑135, σκέψη 22).
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C‑313/90, CIRFS κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑1125, σκέψεις 34 και 36), και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 5ης Μαρτίου 1997, T‑105/95, WWF UK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II‑313, σκέψεις 53 έως 55), και της 20ής Μαρτίου 2002, T‑23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑1705, σκέψη 274).
19 – ΕΕ L 1 σ. 1.
20 – C‑376/05, A. Brünsteiner (ΕΕ C 10, σ. 8), C‑377/05, Autohaus Hilgert (ΕΕ C 10, σ. 8) και C‑421/05, City Motors Groep (ΕΕ C 36, σ. 21)
21 – Βλ. επίσης P. Kileste και C. Staudt, Le règlement no 1400/2002 du 31 juillet 2002, de la Commission européenne en matière de distribution automobile, Journal des Tribunaux 2003, σ. 141, σκέψη 76.
22 – Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 1400/2002 έχει ως εξής: «Η απαλλαγή εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι η κάθετη συμφωνία που συνάπτεται με διανομέα ή επισκευαστή προβλέπει ότι ένας προμηθευτής που επιθυμεί να κοινοποιήσει καταγγελία συμφωνίας πρέπει να αποστείλει την κοινοποίηση αυτή εγγράφως και να αναφέρει τους λεπτομερείς, αντικειμενικούς και διαφανείς λόγους που δικαιολογούν την καταγγελία της συμφωνίας, προκειμένου να αποφευχθούν περιπτώσεις στις οποίες ο προμηθευτής καταγγέλλει κάθετη συμφωνία με διανομέα ή επισκευαστή επειδή ο τελευταίος εφαρμόζει πρακτικές που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο περιορισμών βάσει του παρόντος κανονισμού.»
Η ένατη αιτιολογική σκέψη έχει ως εξής: «[…] Για να αποφευχθούν περιπτώσεις στις οποίες ο προμηθευτής καταγγέλλει μια συμφωνία επειδή ο διανομέας ή ο επισκευαστής εφαρμόζει ανταγωνιστικές πρακτικές όπως ενεργητικές ή παθητικές πωλήσεις σε αλλοδαπούς καταναλωτές, διανομή περισσοτέρων σημάτων ή υπεργολαβία υπηρεσιών επισκευής ή συντήρησης, σε κάθε κοινοποίηση καταγγελίας πρέπει να αναφέρονται εγγράφως και με σαφήνεια οι λόγοι της καταγγελίας, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί και διαφανείς. Επιπλέον, για να ενισχυθεί η ανεξαρτησία των διανομέων και επισκευαστών σε σχέση με τους προμηθευτές τους, πρέπει να προβλεφθούν ελάχιστες προειδοποιητικές προθεσμίες για τη μη ανανέωση των συμφωνιών ορισμένου χρόνου και για την καταγγελία των συμφωνιών αορίστου χρόνου.»
23 – Βλ. το άρθρο 3, παράγραφος 5, προπαρατεθέν στο σημείο 5.
24 – Η άποψη αυτή εκτίθεται στο παρατεθέν προηγουμένως (σημείο 17 ανωτέρω) έγγραφο της δανικής υπηρεσίας ανταγωνισμού προς τη δανική ένωση διανομέων αυτοκινήτων.
25 – Παρατεθείς στο σημείο 3.
26 – Βλ. κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 246/86, Belasco (Συλλογή 1989, σ. 2117)
27 – Βλ. ανωτέρω τα σημεία 27 έως 45.
28 – Πρόκειται ιδίως για τα εκτιθέμενα στην πρώτη περίοδο της δέκατης ένατης αιτιολογικής σκέψεως: «Στο άρθρο 5, παράγραφος 2, σημεία 2 και 3, και παράγραφος 3, καθορίζονται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για τη χορήγηση απαλλαγής όσον αφορά τη διάρκεια και τη λύση της συμφωνίας διανομής πώλησης και εξυπηρέτησης μετά την πώληση επειδή, λόγω των επενδύσεων του διανομέα για τη βελτίωση της δομής της διανομής προϊόντων της συμφωνίας και της εξυπηρέτησης των πελατών, η εξάρτηση του διανομέα έναντι του προμηθευτή αυξάνεται σημαντικά στην περίπτωση συμφωνιών μικράς διαρκείας ή συμφωνιών που μπορεί να λυθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.»
29 – Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1984, 43/82 και 63/82, VBVB και VBBB κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψεις 52 και 61).
30 – Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 10/86, VAG France (Συλλογή 1986, σ. 4071, σκέψη 16), της 5ης Ιουνίου 1997, C‑41/96, VAG (Συλλογή 1997, σ. I‑3123, σκέψη 61), και της 30ής Απριλίου 1998, C‑230/96, Cabour (Συλλογή 1998, σ. I‑2055, σκέψη 46).
31 – Προπαρατεθέν στην υποσημείωση 9, σ. 3 και 11.
32 – Μεταξύ άλλων, η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη και επ.
33 – Η Επιτροπή το παραδέχθηκε αυτό εμμέσως με την απάντησή της στο εικοστό ερώτημα στο επεξηγηματικό φυλλάδιο για τον κανονισμό 1400/2002: «Η λήξη της ισχύος του κανονισµού 1475/95 στις 30 Σεπτεµβρίου 2002 και η αντικατάστασή του από νέο κανονισµό δεν συνεπάγεται αυτόµατα ότι πρέπει να γίνει αναδιοργάνωση του δικτύου. Ωστόσο, µετά την έναρξη ισχύος του κανονισµού, δεν αποκλείεται ένας κατασκευαστής αυτοκινήτων να αποφασίσει να προβεί σε σηµαντική αναδιοργάνωση του δικτύου του […]». Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή υποστηρίζει μια πολύ πιο κατηγορηματική άποψη.
Full & Egal Universal Law Academy