ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ
Ε. SHARPSTON
της 4ης Μαΐου 2006 1(1)
Υπόθεση C-138/05
Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie
κατά
Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit
1. Στην παρούσα υπόθεση, το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) ζήτησε από το Δικαστήριο την ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας 91/414 σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (στο εξής: οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή οδηγία) (2).
2. Το άρθρο αυτό προβλέπει μεταβατικά μέτρα για την εφαρμογή της οδηγίας.
3. Το ζήτημα έχει στην ουσία ως εξής. Η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων επιβάλλει στα κράτη μέλη να καθιερώσουν διαδικασίες για την έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων (3) σύμφωνα με την οδηγία. Προβλέπει επίσης την εφαρμογή εθνικών συστημάτων εγκρίσεως τέτοιων προϊόντων κατά μια μεταβατική περίοδο, εν αναμονή της σε κοινοτικό επίπεδο αξιολογήσεως των σχετικών δραστικών ουσιών. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, οι Κάτω Χώρες τροποποίησαν την εθνική τους νομοθεσία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (τον Bestrijdingsmiddelenwet 1962, δηλαδή νόμο του 1962 περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων, στο εξής: νόμος BMW) τρεις φορές: i) πρώτα, πριν αρχίσει η αξιολόγηση σε κοινοτικό επίπεδο, όρισαν ότι η έγκριση τέτοιων προϊόντων θα γίνεται βάσει των ίδιων κριτηρίων που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση σε κοινοτικό επίπεδο· ii) μετά, δεδομένου ότι η πρώτη προσέγγιση είχε οδηγήσει σε μείωση των προϊόντων που επιτρέπονταν στην αγορά, καθιέρωσαν μια διαδικασία εγκρίσεως των «απαραίτητων προϊόντων για τη γεωργία» με την υποβολή πλήρους φακέλου και iii) όλως προσφάτως προσέθεσαν το άρθρο 16aa στον νόμο BMW.
4. Το άρθρο 16aa ορίζει ότι, «όταν το απαιτεί επειγόντως το συμφέρον της γεωργίας», ο αρμόδιος υπουργός δύναται να επιτρέψει απαλλαγή ή εξαίρεση από την απαγόρευση εμπορίας και χρήσεως που διαφορετικά θα ίσχυε όσον αφορά προϊόντα που έχουν δραστική ουσία η οποία α) βρισκόταν στην αγορά πριν από τις 26 Ιουλίου 1993, β) δεν κατονομάζεται στην οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και γ) σχετικά με την οποία έχει αρχίσει ή συνεχίζεται επανεξέταση κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας.
5. Έτσι, με απόφαση που έλαβε βάσει του άρθρου 16aa η αρμόδια αρχή απάλλαξε ορισμένες δραστικές ουσίες. Το Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie (Οικολογικό Ίδρυμα Νότιας Ολλανδίας, στο εξής: Ίδρυμα) αμφισβητεί το κύρος της αποφάσεως αυτής προβάλλοντας ότι το άρθρο 16aa δεν είναι συμβατό με την οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
Η σχετική κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων
6. Η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων διέπει τόσο τα «φυτοπροστατευτικά προϊόντα» όσο και τις «δραστικές ουσίες» των προϊόντων αυτών.
7. Τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα ορίζονται ως «[ο]ι δραστικές ουσίες και τα σκευάσματα, τα οποία περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, προσφέρονται με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στο χρήστη» και προορίζονται κυρίως για την προστασία των φυτών ή των φυτικών προϊόντων από τους επιβλαβείς οργανισμούς (4). Συνακόλουθα, η οδηγία αφορά τα σχετικά με φυτά εντομοκτόνα, μυκητοκτόνα και ζιζανιοκτόνα.
8. Το προοίμιο περιέχει τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
Εκτιμώντας
«ότι πρέπει να υπάρχουν ενιαίοι κανόνες στα κράτη μέλη σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες έγκρισης των φυτοπροστατευτικών προϊόντων·
ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να προβλέπουν ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα πρέπει να διατίθενται στην αγορά ή να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από επίσημη έγκριση και να χρησιμοποιούνται σωστά, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ορθής πρακτικής φυτοϋγείας και της ολοκληρωμένης καταπολέμησης των εχθρών των φυτών·
ότι οι διατάξεις για την έγκριση πρέπει να εξασφαλίζουν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, με το οποίο πρέπει ιδίως να προλαμβάνεται η έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, των οποίων δεν έχουν εξεταστεί καταλλήλως οι κίνδυνοι για την υγεία, τα υπόγεια ύδατα και το περιβάλλον· ότι ο στόχος της βελτίωσης της φυτικής παραγωγής δεν πρέπει να θίγει την προστασία της υγείας του ανθρώπου και των ζώων καθώς και του περιβάλλοντος·
ότι, προκειμένου να χορηγηθεί έγκριση για φυτοπροστατευτικά προϊόντα, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι, όταν αυτά χρησιμοποιούνται σωστά για τον επιδιωκόμενο σκοπό, είναι επαρκώς αποτελεσματικά και δεν έχουν ανεπιθύμητες επιδράσεις στα φυτά ή στα φυτικά προϊόντα, ούτε μη αποδεκτές δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον γενικά και, ιδίως, καμία βλαβερή επίδραση στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων ή στα υπόγεια ύδατα·
[...]
ότι η κοινοτική διαδικασία δεν πρέπει να εμποδίζει ένα κράτος μέλος να εγκρίνει, για περιορισμένη χρονική διάρκεια στην επικράτειά του, φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν δραστική ουσία η οποία δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στον κοινοτικό κατάλογο, εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει υποβάλει φάκελο που πληροί τις κοινοτικές απαιτήσεις και το εν λόγω κράτος μέλος έχει κρίνει ότι η δραστική ουσία και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα πληρούν τους σχετικούς κοινοτικούς όρους·
[...]
ότι, ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να εγκρίνουν φυτοπροστατευτικά προϊόντα που δεν πληρούν τους προαναφερόμενους όρους, όταν αυτό επιβάλλεται από έναν απρόβλεπτο κίνδυνο που απειλεί τη φυτική παραγωγή και που δεν είναι δυνατόν να καταπολεμηθεί με άλλον τρόπο· ότι οι εγκρίσεις αυτές πρέπει να επανεξετάζονται από την Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, στα πλαίσια της μόνιμης φυτοϋγειονομικής επιτροπής».
9. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίσουν ότι κανένα φυτοπροστατευτικό προϊόν δεν θα μπορεί να διατεθεί στην αγορά και να χρησιμοποιηθεί στο έδαφός τους αν δεν έχουν εγκρίνει το προϊόν αυτό σύμφωνα με την οδηγία.
10. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν θα εγκριθεί μόνον αν, πρώτον, οι δραστικές του ουσίες του έχουν καταχωριστεί στο παράρτημα I και πληρούνται οι όροι του παραρτήματος αυτού (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄) και, δεύτερον, πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως στ΄. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως ε΄, αφορά στην ουσία την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του φυτοπροστατευτικού προϊόντος όταν αυτό χρησιμοποιείται. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, επιβάλλει να οριστούν από το κράτος μέλος ανώτατα όρια υπολειμμάτων και να ανακοινωθούν τα όρια αυτά στην Επιτροπή προς έγκριση από την τελευταία.
11. Το άρθρο 8 επιγράφεται «Μεταβατικά μέτρα και παρεκκλίσεις». Στις παραγράφους του περιέχονται διαδοχικά ρυθμίσεις για τα νέα προϊόντα που έχουν δραστικές ουσίες οι οποίες δεν έχουν ακόμα εγκριθεί και καταχωριστεί (άρθρο 8, παράγραφος 1 – δεν ασκεί επιρροή εδώ), για τα υπάρχοντα προϊόντα που έχουν τέτοιες δραστικές ουσίες (άρθρα 8, παράγραφοι 2 και 3) και για τα προϊόντα που, σε ειδικές περιπτώσεις, πρέπει να αντιμετωπίσουν έναν απρόβλεπτο κίνδυνο ο οποίος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλα μέσα (άρθρο 8, παράγραφος 4).
12. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 και τηρουμένου του άρθρου 8, παράγραφος 3, «ένα κράτος μέλος μπορεί, επί περίοδο δώδεκα ετών από την ημερομηνία κοινοποίησης της [...] οδηγίας, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν δραστικές ουσίες που δεν αναφέρονται στο παράρτημα Ι και [που] διατίθενται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την ημερομηνία κοινοποίησης της [...] οδηγίας» (5).
13. Το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 2, ορίζει:
«Κατά τη δωδεκαετή περίοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και αφού εξετασθεί μια τέτοια δραστική ουσία από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 19, μπορεί να αποφασιστεί, με τη διαδικασία του ίδιου άρθρου 19, ότι η εν λόγω δραστική ουσία μπορεί να καταχωρηθεί στο παράρτημα Ι και υπό ποιους όρους ή [...] ότι δεν θα καταχωρηθεί. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, ανάλογα με την περίπτωση, οι σχετικές εγκρίσεις χορηγούνται, ανακαλούνται ή τροποποιούνται εντός της οριζόμενης προθεσμίας.»
14. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, ορίζει:
«Κατά τη διαδικασία [επαν]εξέτασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν μια δραστική ουσία και πριν γίνει η [επαν]εξέταση αυτή, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, στοιχεία γ΄ έως στ΄, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις όσον αφορά τα δεδομένα που πρέπει να παρασχεθούν.»
15. Το άρθρο 8, παράγραφος 4, ορίζει:
«Κατά περαιτέρω παρέκκλιση του άρθρου 4 σε ειδικές περιπτώσεις, ένα κράτος μέλος μπορεί να εγκρίνει, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 120 ημέρες, τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που δεν συμφωνούν με τις διατάξεις του άρθρου 4, για περιορισμένη και ελεγχόμενη χρήση, εάν το μέτρο αυτό κρίνεται αναγκαίο λόγω απρόβλεπτου κινδύνου που δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με άλλα μέσα. Στην περίπτωση αυτή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικά με το μέτρο που έλαβε, αποφασίζεται δε χωρίς καθυστέρηση, με τη διαδικασία του άρθρου 19, εάν και με ποιους όρους το μέτρο αυτό του κράτους μέλους μπορεί να παραταθεί για περίοδο που θα καθοριστεί, να επαναληφθεί ή να ανακληθεί.»
16. Η δωδεκαετής περίοδος του άρθρου 8, παράγραφος 2, παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006 για τις δραστικές ουσίες που αξιολογούνται στο πλαίσιο της πρώτης φάσεως του προγράμματος της Επιτροπής σχετικά με την εξέταση τέτοιων ουσιών, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 για εκείνες που αξιολογούνται στο πλαίσιο της δεύτερης φάσεως και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008 για εκείνες που αξιολογούνται στο πλαίσιο της τρίτης φάσεως (6).
17. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, καθορίζει τον φάκελο που τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν να υποβάλει με την αίτησή του όποιος ζητεί την έγκριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Το άρθρο 13, παράγραφος 6, ορίζει:
«Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, για τις δραστικές ουσίες που βρίσκονται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης, να εφαρμόζουν τους προϋπάρχοντες εθνικούς κανόνες σχετικά με τις απαιτούμενες πληροφορίες, εφόσον οι ουσίες αυτές δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.»
18. Το άρθρο 23, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν τις αναγκαίες για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις εντός δύο ετών από την κοινοποίησή της. Δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 26 Ιουλίου 1991.
Η οδηγία περί βιοκτόνων
19. Τα ερωτήματα που τέθηκαν αναφέρουν διά βραχέων την οδηγία 98/8 για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (στο εξής: οδηγία περί βιοκτόνων) (7).
20. Η οδηγία αυτή αφορά την έγκριση και διάθεση βιοκτόνων στην αγορά στα κράτη μέλη. Τα «βιοκτόνα» ορίζονται ως προϊόντα που σκοπό έχουν, με χημικά ή βιολογικά μέσα, να καταστρέψουν, να αποτρέψουν, να καταστήσουν αβλαβή, να προλάβουν τη δράση ή με άλλον τρόπο να έχουν περιοριστική δράση επί παντός οργανισμού του οποίου η παρουσία είναι ανεπιθύμητη ή ο οποίος έχει επιβλαβή επίδραση στον άνθρωπο, στις δραστηριότητές του ή στα προϊόντα που χρησιμοποιεί ή παράγει ή στα ζώα ή στο περιβάλλον (8).
21. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίσουν «ότι η διάθεση στην αγορά και η χρήση βιοκτόνων στην επικράτειά τους επιτρέπεται μόνον εάν έχει δοθεί σχετική έγκριση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία».
22. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη να εγκρίνουν ένα βιοκτόνο μόνον αν «οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I ή IA και πληρούνται οι τυχόν απαιτήσεις του εν λόγω παραρτήματος» και ορισμένες άλλες προϋποθέσεις.
23. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, ορίζει:
«Κατά [...] παρέκκλιση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 5, παράγραφος 1, [...] ένα κράτος μέλος μπορεί, για περίοδο 10 ετών από [τις 14 Μαΐου 2004] να συνεχίσει να εφαρμόζει το ισχύον σύστημα ή την πρακτική του για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων. Μπορεί ειδικότερα, σύμφωνα με τους εθνικούς του κανόνες, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, βιοκτόνου που περιέχει δραστικές ουσίες μη καταχωρημένες στο παράρτημα I ή IA γι' αυτόν τον τύπο προϊόντος. Οι εν λόγω δραστικές ουσίες πρέπει να διατίθενται στην αγορά [στις 14 Μαΐου 2004] ως δραστικές ουσίες βιοκτόνου [...].»
Η σχετική εθνική ρύθμιση
Ο νόμος BMW
24. Ο νόμος BMW ίδρυσε το College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen (Γραφείο εγκρίσεως φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων, στο εξής: CTB) και όρισε ότι οι αποφάσεις για την έγκριση ή καταχώριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή βιοκτόνων θα λαμβάνονται, κατόπιν αιτήσεως, από το όργανο αυτό. Ο νόμος BMW τροποποιήθηκε το 1994 για να εφαρμοστεί η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (9).
25. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
«Απαγορεύονται η παράδοση, η κατοχή ή αποθήκευση, η εισαγωγή ή χρήση στις Κάτω Χώρες φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου που δεν έχει εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο [...].»
26. Το άρθρο 3 ορίζει ότι φυτοπροστατευτικό προϊόν εγκρίνεται μόνον αν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές στην ουσία αντικατοπτρίζουν εκείνες του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
27. Το άρθρο 16a, παράγραφος 1, στοιχείο a, ορίζει ότι, σε ειδικές περιπτώσεις, ο αρμόδιος υπουργός δύναται να επιτρέψει εξαίρεση ή απαλλαγή από το άρθρο 2, παράγραφος 1, για χρονικό διάστημα μη ανώτερο των 120 ημερών «αν το μέτρο αυτό κρίνεται αναγκαίο λόγω απρόβλεπτου κινδύνου που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλα μέσα» (διατύπωση που αντικατοπτρίζει εκείνη του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων).
28. Το άρθρο 16aa, παράγραφος 1, ορίζει ότι, «όταν το απαιτεί επειγόντως το συμφέρον της γεωργίας», ο αρμόδιος υπουργός δύναται να επιτρέψει απαλλαγή ή εξαίρεση από την απαγόρευση που διαφορετικά θα ίσχυε όσον αφορά προϊόντα που έχουν δραστική ουσία η οποία α) βρισκόταν στην αγορά πριν από τις 26 Ιουλίου 1993, β) δεν κατονομάζεται στην οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και γ) σχετικά με την οποία μετά τις 26 Ιουλίου 1993 άρχισε ή συνεχίζεται επανεξέταση κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας.
29. Το άρθρο 16aa, παράγραφος 2, ορίζει ότι η απαλλαγή ή εξαίρεση μπορεί να εξαρτηθεί από όρους ή περιορισμούς και να ανακληθεί οποτεδήποτε. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η διάρκεια των απαλλαγών ή εξαιρέσεων αυτών δεν περιορίζεται με άλλον τρόπο.
Το υπόβαθρο του άρθρου 16aa
30. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το 1995 οι Κάτω Χώρες επέλεξαν να μη χρησιμοποιήσουν τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, αλλά αποφάσισαν, προλαμβάνοντας τη σε κοινοτικό επίπεδο αξιολόγηση των δραστικών ουσιών, να εξετάζουν αν φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορούν να εγκριθούν βάσει των κοινοτικών κριτηρίων. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι εγκρίσεις σημαντικού αριθμού τέτοιων προϊόντων δεν ανανεώθηκαν όταν έληξαν. Κατά συνέπεια, οι Ολλανδοί καλλιεργητές μπορούσαν να χρησιμοποιούν μικρότερο αριθμό φυτοπροστατευτικών προϊόντων απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές τους σε άλλα κράτη μέλη.
31. Στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να ανατραπεί η εξέλιξη αυτή, ο νόμος BMW τροποποιήθηκε με την προσθήκη του άρθρου 25c το οποίο καθιέρωσε μια διαδικασία εγκρίσεως «των απαραίτητων φυτοπροστατευτικών προϊόντων για τη γεωργία». Ωστόσο, έγινε φανερό ότι το μέτρο αυτό δεν είχε επιτυχία, καθόσον ο κλάδος παραγωγής (10) αποθαρρύνθηκε από το κόστος που συνεπαγόταν η απαίτηση να υποβληθεί πλήρης φάκελος. Επίσης, το Ίδρυμα σημειώνει ότι οι αιτούντες έπρεπε να δείξουν ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα τους είναι όντως απαραίτητα και ότι κανένας τους δεν το κατάφερε.
32. Κατόπιν αυτών, το 2002 το άρθρο 25c αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16aa.
Η κύρια δίκη και η προδικαστική παραπομπή
33. Στις 21 Απριλίου 2004 ο Minister van Landbouw, Natuur en Voedselkwaliteit (Υπουργός Γεωργίας, Φυσικού Περιβάλλοντος και Ποιότητας των Τροφίμων, στο εξής: Υπουργός) εξέδωσε μια απόφαση περί απαλλαγών σχετικά με φυτοπροστατευτικά προϊόντα για το έτος 2004. Με την απόφαση αυτή, η οποία ελήφθη βάσει του άρθρου 16aa του νόμου BMW, χορηγήθηκε στους κατονομαζόμενους στην ίδια απόφαση χρήστες και για τις περιγραφόμενες πάλι στην ίδια απόφαση καλλιέργειες απαλλαγή από την απαγόρευση του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου BMW, υπό ορισμένους όρους. Η απόφαση όριζε ότι λήγει την 1η Ιανουαρίου 2005.
34. Στις 28 Απριλίου 2004 ο Υπουργός εξέδωσε απόφαση με την οποία τροποποίησε την πρώτη απόφασή του επεκτείνοντας την απαλλαγή σε συγκεκριμένες εφαρμογές ορισμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
35. Τον Ιούνιο του 2004 το Ίδρυμα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2004.
36. Τον Οκτώβριο του 2004 ο Υπουργός κήρυξε τη διοικητική ένσταση εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει αβάσιμη.
37. Το Ίδρυμα άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το τελευταίο έχει αμφιβολίες σχετικά με ορισμένα ζητήματα ερμηνείας της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Κατόπιν αυτού, ανέστειλε τη διαδικασία και έθεσε στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα (11).
38. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν το Ίδρυμα, η Γαλλική, η Δανική, η Ελληνική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Δεν ζητήθηκε ούτε έγινε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Η απόφαση στην υπόθεση Stichting ZHM I
39. Το Δικαστήριο έχει ήδη δώσει ορισμένα στοιχεία ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, αλλά και του άρθρου 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων, με την απόφασή του στην υπόθεση C-316/04 όπου την κύρια δίκη είχε κινήσει το Ίδρυμα (στο εξής: απόφαση Stichting ZHM I) (12).
40. Η απόφαση Stichting ZHM I αφορούσε το άρθρο 25d του νόμου BMW, που και αυτό προστέθηκε το 2002. Η διάταξη αυτή προβλέπει στην ουσία την αυτοδίκαιη επανέγκριση –και επομένως χωρίς την πλήρη αξιολόγηση που διαφορετικά θα απαιτούνταν κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου BMW– ήδη εγκεκριμένων προϊόντων των οποίων οι δραστικές ουσίες έχουν αναγγελθεί από το CTB. Για να αναγγείλει μια δραστική ουσία, το CTB, αντί να προβεί σε πλήρη αξιολόγηση, απαιτείται να «λάβει υπόψη» ορισμένες από τις συνέπειες της ουσίας αυτής.
41. Το Ίδρυμα προσέβαλε μια απόφαση με την οποία το CTB ανήγγειλε ορισμένες δραστικές ουσίες. Με την αναγγελία αυτή, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που είχαν τις ουσίες αυτές μπορούσαν να επανεγκριθούν αυτομάτως βάσει του άρθρου 25d του νόμου BMW.
42. Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση Stichting ZHM I αφότου στην παρούσα υπόθεση είχε υποβληθεί αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και είχαν κατατεθεί παρατηρήσεις. Όπως θα προκύψει πιο κάτω, με την απόφαση εκείνη δόθηκε άμεσα ή έμμεσα απάντηση στα περισσότερα από τα ερωτήματα που έχουν τώρα τεθεί.
43. Ωστόσο, στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι χρήσιμο να υπενθυμίσω ορισμένες πτυχές του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων οι οποίες απορρέουν από την απόφαση Stichting ZHM I. Αμφότερες οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή κατά τη μεταβατική περίοδο.
44. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, επιτρέπει στα κράτη μέλη να εγκρίνουν φυτοπροστατευτικά προϊόντα που ήδη βρίσκονταν στην αγορά στις 26 Ιουλίου 1993, ακόμη και αν έχουν δραστικές ουσίες που δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν χορηγούν τέτοιες εγκρίσεις, τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να τηρήσουν το άρθρο 4 της οδηγίας (13).
45. Ωστόσο, αναγκαστικά, μια έγκριση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, θα παραμένει ισχυρή μόνον όσο η σχετική δραστική ουσία δεν έχει αξιολογηθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Τούτο οφείλεται στο ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, επιτρέπει στα κράτη μέλη να επανεξετάσουν με δική τους πρωτοβουλία φυτοπροστατευτικά προϊόντα που εγκρίθηκαν κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, αν υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν πληρούται κάποια από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εγκρίθηκαν. Η επανεξέταση αυτή πρέπει να γίνει όσο είναι ακόμα ισχυρή η έγκριση που χορηγήθηκε βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2. Για να αποφασίσουν αν θα προβούν στην επανεξέταση αυτή, τα κράτη μέλη πρέπει να τηρήσουν τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1 (14), της οδηγίας· στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές διατάξεις θα καθορίσουν τα στοιχεία που πρέπει να προσκομιστούν (15).
46. Χρήσιμη μπορεί να είναι και μια γενικότερη προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με τη θέση του άρθρου 8 στην οδηγία. Είναι σαφές ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να αντιμετωπίσει στο άρθρο 8 όλες τις διαφορετικές περιπτώσεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια περιορισμένη και/ή προσωρινή εξαίρεση από τους εξαντλητικούς και ενιαίους κανόνες που κατά τα λοιπά περιέχει η οδηγία. Από το γενικό περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, μολονότι επιτρέπουν εξαιρέσεις από τους συνήθεις κανόνες, είναι εξ ίσου σαφές ότι το όλο πνεύμα της οδηγίας πρέπει, παρά ταύτα, να γίνεται, όσο πιο πολύ είναι δυνατόν, σεβαστό.
Το παραδεκτό
47. Η Γαλλία έθεσε ένα προκαταρκτικό ζήτημα ως προς το παραδεκτό των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων. Εφόσον, ούτως ή άλλως, στα ερωτήματα αυτά έδωσε απάντηση η απόφαση Stichting ZHM I, παρά ανάλογα ζητήματα ως προς το παραδεκτό που είχε (ανεπιτυχώς) θέσει η Γαλλία (16), δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο χρειάζεται να σταθεί περισσότερο στο σημείο αυτό.
Το πρώτο ερώτημα
48. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 8 της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων μπορεί να εφαρμοστεί από ένα εθνικό δικαστήριο μετά τη λήξη της περιόδου του άρθρου 23 της ίδιας οδηγίας. Από την απόφαση περί παραπομπής είναι σαφές ότι το ζήτημα που τέθηκε είναι αν το άρθρο 8 έχει άμεσο αποτέλεσμα. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα μπορέσει να κρίνει αν το άρθρο 16aa του νόμου BMW είναι συμβατό με τη διάταξη αυτή μόνον εφόσον στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση.
49. Το πρώτο ερώτημα είναι πανομοιότυπο με το πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση Stichting ZHM I.
50. Στην απόφασή του στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου και ιδίως των διατάξεων μιας ρυθμίσεως […] η οποία θεσπίστηκε ειδικά για να τηρηθούν οι απαιτήσεις μιας οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο στο μέτρο του δυνατού υπό το φως του γράμματος και του πνεύματος της σχετικής οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την οδηγία αυτή, οπότε οφείλει να συμμορφωθεί προς το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ» (17).
51. Στις προτάσεις του στην υπόθεση εκείνη, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, αφού προέβη στην ίδια παρατήρηση, σημείωσε ότι το αιτούν δικαστήριο χρειαζόταν την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και της οδηγίας περί βιοκτόνων ανεξαρτήτως του αν έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, δεν θεώρησε αναγκαίο να δώσει απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα όπως αυτό είχε διατυπωθεί, καθόσον το εθνικό δικαστήριο θα διαφωτιζόταν επαρκώς από τις απαντήσεις στα υπόλοιπα ερωτήματα (18).
52. Ούτε το Δικαστήριο έδωσε ευθέως απάντηση στο ερώτημα εκείνο, προφανώς για τον ίδιο λόγο.
53. Κατά την άποψή μου, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην παρούσα υπόθεση χρήζει της ίδιας απαντήσεως.
Το δεύτερο ερώτημα
54. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων ορίζει ότι ένα κράτος μέλος δύναται κατά τη μεταβατική περίοδο «να συνεχίσει να εφαρμόζει το ισχύον σύστημα ή την πρακτική του για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων». Στην ουσία, ερωτά αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο με τη διάταξη εκείνη, η οποία (κατά το αιτούν δικαστήριο) επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος κατά τη μεταβατική περίοδο να διατηρήσει «το ισχύον σύστημα ή την πρακτική του», με όποιον τρόπο και αν λειτουργεί το εν λόγω σύστημα ή η εν λόγω πρακτική.
55. Το ερώτημα αυτό είναι πανομοιότυπο με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Stichting ZHM I (19).
56. Στην απόφασή του στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (20).
Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα
57. Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων δημιουργεί μια υποχρέωση «standstill» υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος έχει την εξουσία να μεταβάλει το ισχύον σύστημά του ή την ισχύουσα πρακτική του μόνο στο μέτρο που τούτο οδηγήσει σε σύμφωνη με την οδηγία αξιολόγηση σχετικά με την έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Με το τέταρτο ερώτημά του, ερωτά, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα, αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, θέτει όρια στην τροποποίηση των εθνικών κανόνων σχετικά με τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, και αν ναι ποια είναι τα όρια αυτά. Κατά συνέπεια, είναι βολικό τα ερωτήματα αυτά να εξεταστούν μαζί.
58. Στην υπόθεση Stichting ZHM I, το αιτούν δικαστήριο είχε ρωτήσει αν το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων δημιουργεί μια υποχρέωση «standstill» και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, αν η διάταξη αυτή προβλέπει άλλους περιορισμούς του δικαιώματος των κρατών μελών να τροποποιήσουν κατά τη μεταβατική περίοδο τα ισχύοντα συστήματά τους εγκρίσεως.
59. Με τα ερωτήματα εκείνα, το εθνικό δικαστήριο είχε ρωτήσει στην ουσία (21) αν ένα κράτος μέλος δύναται να μεταβάλει το σύστημα που είχε ή την πρακτική που ακολουθούσε όταν τέθηκε σε ισχύ η οδηγία περί βιοκτόνων i) μόνον εφόσον η αξιολόγηση σχετικά με την έγκριση των βιοκτόνων γίνεται σύμφωνα με την οδηγία ή ii) μόνον εφόσον οι μεταβολές δεν θίγουν το όλο πνεύμα του ισχύοντος συστήματος ή της ισχύουσας πρακτικής ή iii) μόνον εφόσον, κατά την απόφαση Inter-Environnement Wallonie (22), δεν υπάρχουν άλλοι περιορισμοί εκτός από εκείνους οι οποίοι βάσει του άρθρου 10 ΕΚ ισχύουν εντός της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας.
60. Στην απόφαση Inter-Environnement Wallonie, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι κατά την προθεσμία για τη μεταφορά μιας οδηγίας τα κράτη μέλη πρέπει να μη θεσπίζουν μέτρα ικανά να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία και ότι του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να εκτιμήσει αν τούτο συνέβη όσον αφορά τις επίμαχες εθνικές διατάξεις (23).
61. Στην απόφαση Stichting ZHM I το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων δεν δημιουργεί μια υποχρέωση «standstill». Ωστόσο, το δικαίωμα των κρατών μελών να τροποποιήσουν τα συστήματά τους για την έγκριση βιοκτόνων δεν μπορεί να θεωρηθεί απεριόριστο. Η αρχή που διατυπώθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Inter-Environnement Wallonie σχετικά με την προθεσμία μεταφοράς μιας οδηγίας ισχύει τηρουμένων των αναλογιών για μια μεταβατική περίοδο, όπως εκείνη του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα εθνικά συστήματά τους, ακόμη και αν τα συστήματα αυτά δεν στοιχούν με την οδηγία αυτή. Κατά συνέπεια, του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει αν τούτο συμβαίνει σχετικά με τις εθνικές διατάξεις τη νομιμότητα των οποίων πρέπει να εξετάσει (24).
62. Το Δικαστήριο συνήγαγε στην απόφασή του Stichting ZHM I και ότι τα μεταβατικά καθεστώτα του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων έχουν το ίδιο περιεχόμενο, καθόσον ο σκοπός και των δύο διατάξεων είναι να επιτρέψουν στα κράτη μέλη, κατά τις μεταβατικές περιόδους που ορίζουν οι δύο αυτές οδηγίες, να εφαρμόζουν τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες εγκρίσεως για τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων που καλύπτονται από τις οδηγίες αυτές και έχουν δραστικές ουσίες οι οποίες δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί σε κοινοτικό επίπεδο (25).
63. Από την ανάλυση αυτή συνάγω τα ακόλουθα συμπεράσματα. Πρώτον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει ομοίως να μην ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δημιουργεί μια υποχρέωση «standstill». Δεύτερον, το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίσουν κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων οποιοδήποτε μέτρο είναι ικανό να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Τρίτον, του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει αν τούτο συνέβη με τις εθνικές διατάξεις τη νομιμότητα των οποίων πρέπει να εξετάσει υπό το φως οποιουδήποτε άλλου περαιτέρω κριτηρίου θέτει το Δικαστήριο για την αξιολόγηση του συμβατού των εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο.
Το πέμπτο ερώτημα
64. Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο τίθεται στην περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο τέταρτο ερώτημα, ερωτάται βάσει ποιων κριτηρίων το εθνικό δικαστήριο θα κρίνει αν τα μέτρα που ελήφθησαν μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
65. Ειδικότερα, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν το άρθρο 10 ΕΚ ή διατάξεις της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής με το να προβλέψει μια νέα απαλλαγή από την υποχρέωση εγκρίσεως και όχι με το να ασκήσει την εξουσία που του δίνει η διάταξη η οποία του επιτρέπει να διατηρήσει το ισχύον σύστημά του ή την ισχύουσα πρακτική του.
66. Το σημείο αφετηρίας του Ιδρύματος είναι ότι η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων καθορίζει υψηλό επίπεδο προστασίας και καθιστά σαφές ότι το περιβάλλον και η υγεία των ανθρώπων και των ζώων πρέπει να έχουν προτεραιότητα έναντι του στόχου να βελτιωθεί η φυτική παραγωγή. Η διαδικασία εγκρίσεως έχει καθοριστικό ρόλο, ο οποίος συνεπάγεται ότι η ίδια η έγκριση πρέπει να έχει επαρκές ποιοτικό επίπεδο. Έτσι, η έγκριση πρέπει να περιλαμβάνει προσήκουσα αξιολόγηση των κινδύνων. Πράγματι, τούτο είναι η μόνη εξήγηση της απαιτήσεως να υπάρχει έγκριση (26). Η μη προσήκουσα αξιολόγηση θέτει σε κίνδυνο ορισμένους από τους στόχους που η οδηγία επιδιώκει να επιτευχθούν, στο μέτρο του δυνατού, από το 1993, και ειδικότερα τους στόχους να υπάρξει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος και να αποτραπεί το ενδεχόμενο να τεθούν φυτοπροστατευτικά προϊόντα στο εμπόριο προτού αξιολογηθούν προσηκόντως.
67. Το Ίδρυμα έχει αμφιβολίες ως προς το αν με την εφαρμογή του άρθρου 16aa του νόμου BMW επιτυγχάνεται προσήκουσα αξιολόγηση. Το κυρίαρχο στοιχείο είναι ένα μέτρο να απαιτείται «επειγόντως από το συμφέρον της γεωργίας». Στην πράξη, το άρθρο 16aa αφήνει στον αρμόδιο υπουργό το ζήτημα αν θα λάβει υπόψη οικολογικά κριτήρια και άλλα συμφέροντα. Τίποτα δεν τον υποχρεώνει να προχωρήσει σε εκτίμηση των κινδύνων. Στην πράξη, φυτοπροστατευτικά προϊόντα απαλλάσσονται ακόμη και αν δεν πληρούν ένα ή περισσότερα οικολογικά κριτήρια. Έτσι, το άρθρο 16aa έρχεται ευθέως σε αντίθεση με τους στόχους της οδηγίας και θέτει σε κίνδυνο την επίτευξή τους.
68. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, χωρίς αυτό να προκαλεί έκπληξη, υποστηρίζει την αντίθετη άποψη. Το σημείο αφετηρίας της είναι ότι (κατ’ αναλογία με την από τον γενικό εισαγγελέα Jacobs ανάλυση της οδηγίας περί βιοκτόνων στην υπόθεση Stichting ZHM I) (27) η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων i) δημιουργεί ένα πλαίσιο κανόνων για τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η διαδικασία εγκρίσεως, ii) καθιερώνει την αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων και iii) προβλέπει τη σε κοινοτικό επίπεδο κατάρτιση θετικού καταλόγου των δραστικών ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Συναφώς, υπογραμμίζει τα ακόλουθα.
69. Πρώτον, στις Κάτω Χώρες φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορούν να εγκριθούν μόνον αν έχουν γίνει το αντικείμενο ευνοϊκής διοικητικής αποφάσεως. Τούτο ισχύει και για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που έχουν υπάρχουσες δραστικές ουσίες οι οποίες δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί σε κοινοτικό επίπεδο.
70. Δεύτερον, το άρθρο 16aa του νόμου BMW αφορά μόνο τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που έχουν δραστικές ουσίες οι οποίες δεν έχουν γίνει ακόμη το αντικείμενο αξιολογήσεως σε κοινοτικό επίπεδο. Οι εγκρίσεις που δίνονται βάσει της διατάξεως αυτής χορηγούνται, στην πράξη, μόνο για λίγους μήνες και εν πάση περιπτώσει το πολύ για ένα χρόνο. Επιπλέον, μια τέτοια έγκριση μπορεί να χορηγηθεί μόνον αν το φυτοπροστατευτικό προϊόν δεν συνεπάγεται κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή την υγεία του χρήστη του και αν δεν υπάρχει απαράδεκτος κίνδυνος για το περιβάλλον. Το γεγονός ότι το άρθρο 16aa δεν απαιτεί από τον αιτούντα να προσκομίσει τα στοιχεία που αναφέρει το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν είναι ασύμβατο με την οδηγία, καθόσον το άρθρο 13, παράγραφος 6, επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τους προγενέστερους εθνικούς κανόνες σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να παρασχεθούν.
71. Τρίτον, αν η Επιτροπή αποφασίσει να μη καταχωρίσει μια δραστική ουσία στον κατάλογο του παραρτήματος Ι ή να θέσει όρους σχετικά με την καταχώριση αυτή, η προσωρινή άδεια τροποποιείται η ανακαλείται εντός της προθεσμίας που η Επιτροπή έχει καθορίσει προς τούτο στην απόφασή της. Κατά το ολλανδικό δίκαιο, ο Υπουργός δύναται οποτεδήποτε να ανακαλέσει μια άδεια (άρθρο 16aa, παράγραφος 2). Επιπλέον, βάσει του άρθρου 16aa, παράγραφος 1, στοιχείο c, μπορεί να είναι υποχρεωμένος να το πράξει, καθόσον έγκριση δύναται να χορηγηθεί κατά το άρθρο 16aa μόνο για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που στηρίζονται σε δραστικές ουσίες οι οποίες ακόμη δεν έχουν γίνει το αντικείμενο αξιολογήσεως από την Επιτροπή.
72. Τέλος, το άρθρο 10 ΕΚ δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να αναθεωρήσει την αρχική του επιλογή να μη χρησιμοποιήσει το μεταβατικό καθεστώς, πολλώ δε μάλλον όταν η απόφαση αυτή είναι το αποτέλεσμα καθυστερήσεων σε κοινοτικό επίπεδο.
73. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το καθεστώς που εισήχθη με το άρθρο 16aa του νόμου BMW αποτελεί de facto έγκριση και όχι «επανεξέταση» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας. Κατά συνέπεια, το σύστημα που καθιερώθηκε από το άρθρο 16aa πρέπει να αξιολογηθεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2 (το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν ασκεί επιρροή, καθόσον το άρθρο 16aa δεν έχει ως αντικείμενο την έγκριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος σε περίπτωση απρόβλεπτου κινδύνου). Η οδηγία δεν θέτει ειδικές προϋποθέσεις για την έγκριση τέτοιων προϊόντων κατά τη μεταβατική περίοδο. Η Επιτροπή σημειώνει ότι το αιτούν δικαστήριο αφήνει να νοηθεί ότι οι κίνδυνοι για τον άνθρωπο και για το περιβάλλον μένουν σε αποδεκτό επίπεδο. Κατά συνέπεια, δεν φαίνεται να τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία.
74. Η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, εφόσον η προθεσμία για την εφαρμογή της οδηγίας έληξε προ πολλού, η κατά τη μεταβατική περίοδο ελευθερία κινήσεως των κρατών μελών πρέπει να αξιολογηθεί βάσει μόνο των διατάξεων της οδηγίας, και ειδικότερα του άρθρου 8 σε συνδυασμό με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 4, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 23 προθεσμίας για την εφαρμογή της οδηγίας. Το άρθρο 10 ΕΚ δεν ασκεί επιρροή.
75. Ούτε η Γαλλική ούτε και η Ελληνική Κυβέρνηση προέβαλαν χωριστούς ισχυρισμούς σχετικά με το πέμπτο ερώτημα.
76. Συμφωνώ με το Ίδρυμα ότι οι αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας (28) δείχνουν ότι το όλο σύστημα εγκρίσεων που καθιερώνει στηρίζεται σε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, των υπογείων υδάτων και του περιβάλλοντος. Πρέπει να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε σκοπό να υπονομευθούν αυτά από την ελευθερία κινήσεως που δόθηκε στα κράτη μέλη με τις διάφορες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 8.
77. Στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη, περιγράφει την έκταση της εξουσίας που θέλησε να δώσει σε ένα κράτος μέλος για να εγκρίνει «για περιορισμένη χρονική διάρκεια στην επικράτειά του» –που θεωρώ ότι αποτελεί αναφορά στη μεταβατική περίοδο του άρθρου 8– «φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν δραστική ουσία η οποία δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στον κοινοτικό κατάλογο». Κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, η εξουσία αυτή υπόκειται σε δύο προϋποθέσεις. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να «έχει υποβάλει φάκελο που πληροί τις κοινοτικές απαιτήσεις» και το κράτος μέλος πρέπει να έχει «κρίνει ότι η δραστική ουσία και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα πληρούν τους σχετικούς κοινοτικούς όρους» (29).
78. Κατά συνέπεια, από την πιο πάνω αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέλησε να δώσει στα κράτη μέλη εξουσιοδότηση εν λευκώ σχετικά με το μεταβατικό καθεστώς. Αντιθέτως, μολονότι τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις εθνικές διαδικασίες, i) οι εθνικές αυτές διαδικασίες πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν δυνατή την προσήκουσα εξέταση του φυτοπροστατευτικού προϊόντος και της δραστικής ουσίας του και ii) το κράτος μέλος πρέπει (όντως) να προβεί σε αξιολόγηση ικανή να αναπληρώσει την επιδιωκόμενη αξιολόγηση σε κοινοτικό επίπεδο και πρέπει να εγκρίνει τη δραστική ουσία και το φυτοπροστατευτικό προϊόν μόνον αν επιτυγχάνεται σε λογικό βαθμό ό,τι θα θεωρούνταν αποδεκτό σύμφωνα με τα κοινοτικά κριτήρια.
79. Στο πλαίσιο αυτό, έρχομαι στις διατάξεις που αντικατοπτρίζουν τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος, αν επιτρέψει βάσει της διατάξεως αυτής τη διάθεση ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος στην αγορά εντός του εδάφους του, δεν οφείλει να τηρήσει τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 4 ή του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (30). Η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, διαδικασία επανεξετάσεως είναι χωριστή από την κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, διαδικασία εγκρίσεως (31). Η πιο πάνω διαδικασία επανεξετάσεως μπορεί να εφαρμοστεί (όπως φαίνεται, οποτεδήποτε) για φυτοπροστατευτικά προϊόντα που έχουν ήδη εγκριθεί βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2 (32)· και, όταν εφαρμοστεί, τα κράτη μέλη όντως οφείλουν να τηρήσουν τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, και στοιχεία γ΄ έως στ΄, της οδηγίας (33).
80. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ παράξενο να ερμηνευθεί το άρθρο 8, παράγραφος 2, υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να εφαρμόσει μια διαδικασία εγκρίσεως η οποία θα παρέκαμπτε την ανάγκη να κατατεθεί λεπτομερής φάκελος που να περιγράφει το προϊόν και τη δραστική ουσία του. Είναι δύσκολο να δω κατά ποιον τρόπο, ελλείψει τέτοιου φακέλου, θα μπορούσε όντως να γίνει η εξέταση για την οποία γίνεται λόγος στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη. Έως ότου το κράτος μέλος προβεί, και αν προβεί, σε επανεξέταση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, θα (μπορούν να) υπάρχουν ελάχιστα σοβαρά στοιχεία που θα στηρίζουν την αξιολόγηση και την έγκριση.
81. Ομοίως, θα ήταν παράξενο να επιτρέψει το άρθρο 8, παράγραφος 2, μια διαδικασία εγκρίσεως στο πλαίσιο της οποίας η αρμόδια αρχή δεν θα είναι υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τις συνέπειες του προϊόντος για την υγεία, τα υπόγεια ύδατα και το περιβάλλον. Πάλι, ελλείψει τέτοιας υποχρεώσεως, έως ότου γίνει, και αν γίνει, επανεξέταση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, είναι δύσκολο να δω κατά ποιον τρόπο θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων της οδηγίας.
82. Δέχομαι ότι στην πράξη ο αρμόδιος υπουργός μπορεί πράγματι να λάβει σοβαρά υπόψη οικολογικές σκέψεις πριν εγκρίνει ένα προϊόν κατά την άσκηση της εξουσίας του βάσει του άρθρου 16aa του νόμου BMW (34). Παραμένει όμως ότι το σύστημα που καθιερώθηκε με το άρθρο 16aa του νόμου BMW δεν είναι ένα σύστημα που από τον τρόπο που έχει διαρθρωθεί υποχρεώνει τον Υπουργό να κάνει κάτι τέτοιο.
83. Εντεύθεν συνάγω ότι το εθνικό δικαστήριο, όταν θα κρίνει αν τα μέτρα που ελήφθησαν μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, θα πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη διάρθρωση του συστήματος που καθιερώθηκε από το εθνικό δίκαιο. Μέτρα με τα οποία καθιερώνεται ένα σύστημα που δεν απαιτεί την κατάθεση φακέλου και που δεν καθιστά υποχρεωτικό για την αρμόδια αρχή να λάβει υπόψη τις συνέπειες του φυτοπροστατευτικού προϊόντος για την υγεία, τα υπόγεια ύδατα και το περιβάλλον πρέπει να θεωρηθούν μέτρα ικανά να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία.
84. Το εθνικό δικαστήριο θέλει να λάβει καθοδήγηση και στο χωριστό αλλά σχετικό ζήτημα αν το άρθρο 10 ΕΚ ή διατάξεις της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής με το να προβλέψει μια νέα απαλλαγή από την υποχρέωση εγκρίσεως. Το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί διά βραχέων.
85. Κατά το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, μια οδηγία δεσμεύει ένα κράτος μέλος από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της (35). Άπαξ ένα κράτος μέλος έχει ασκήσει την εξουσία του να επιλέξει τα μέτρα για την εφαρμογή μιας οδηγίας εντός μιας μεταβατικής περιόδου, δεν μπορεί μετά να αντικαταστήσει τα μέτρα αυτά με νέα μέτρα που εφαρμόζουν σε μικρότερο βαθμό την οδηγία.
86. Τούτο προκύπτει από το καθήκον αγαστής συνεργασίας το οποίο επιβάλλεται από το άρθρο 10 ΕΚ. Μια μεταβατική περίοδος συνεπάγεται την αναγνώριση από τον κοινοτικό νομοθέτη ότι οι σκοποί της οδηγίας δεν μπορούν στην πράξη να επιτευχθούν αμέσως. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη ασφαλώς είναι ελεύθερα να προσαρμόσουν σταδιακά το εθνικό δίκαιο, έτσι ώστε κατά το τέλος της μεταβατικής περιόδου να έχουν ικανοποιηθεί πλήρως οι ουσιαστικές απαιτήσεις της οδηγίας. Εκείνο που δεν μπορούν να κάνουν, νομίζω, είναι μετά να αλλάξουν ξανά τη νομοθεσία τους κατ’ «ανάδρομη» φορά, δηλαδή να θεσπίσουν νέες διατάξεις που αντί να είναι πιο κοντά να απέχουν πιο πολύ από αυτό που τελικά απαιτεί η οδηγία (36).
87. Νομίζω ότι δεν συντρέχει λόγος να εφαρμοστεί διαφορετική αρχή σχετικά με την οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
88. Όπως καθιστά σαφές η απόφαση περί παραπομπής, το καθεστώς που στις Κάτω Χώρες έχει εφαρμογή για τα υπάρχοντα προϊόντα τροποποιήθηκε τρεις φορές (37). Η τωρινή παραλλαγή (το άρθρο 16aa του νόμου BMW) τέθηκε σε ισχύ πολύ μετά τη λήξη της διετούς προθεσμίας μεταφοράς (38). Νομίζω ότι αν τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα κατά την προθεσμία μεταφοράς μιας οδηγίας να «απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να διακυβεύσουν σοβαρά το επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή αποτέλεσμα» (39) –υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ και από το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ– η υποχρέωση αυτή πρέπει, αν μη τι άλλο, να είναι πιο επιτακτική όταν έχει λήξει η προθεσμία μεταφοράς.
89. Επιπλέον, το άρθρο 13, παράγραφος 6, της οδηγίας (το οποίο παρεκκλίνει από τον «συνήθη» κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 1, ότι όσοι ζητούν την έγκριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος πρέπει να καταθέσουν φάκελο με την αίτησή τους) ορίζει ότι, «για τις δραστικές ουσίες που βρίσκονται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν [...] να εφαρμόζουν τους προϋπάρχοντες εθνικούς κανόνες σχετικά με τις απαιτούμενες πληροφορίες, εφόσον οι ουσίες αυτές δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι». Αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα αν ένα κράτος μέλος δύναται να εφαρμόσει νέους εθνικούς κανόνες που αντικατοπτρίζουν πιο πιστά τις απαιτήσεις της οδηγίας, ερμηνεύω τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι αποκλείει τη μεταγενέστερη τροποποίηση των σχετικών εθνικών κανόνων κατ’ ανάδρομη φορά. Κατά μείζονα λόγο, τούτο θα συμβαίνει όταν η τροποποίηση αυτή συνίσταται στην απάλειψη της απαιτήσεως να κατατεθεί φάκελος και στη μη επιβολή, στην αρμόδια αρχή, της υποχρεώσεως να λάβει υπόψη τις συνέπειες του φυτοπροστατευτικού προϊόντος και της δραστικής ουσίας του για την υγεία, τα υπόγεια ύδατα και το περιβάλλον.
90. Εξ αυτών συνάγω ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση για την εφαρμογή της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων προβλέποντας, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας αυτής αλλά κατά τη μεταβατική περίοδο, νέα απαλλαγή, από την υποχρέωση εγκρίσεως, στοιχούσα με τους σκοπούς της οδηγίας λιγότερο από ό,τι το προηγούμενο καθεστώς. Ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία.
Το έκτο ερώτημα
91. Με το έκτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος, όταν επιτρέπει τη διάθεση στην αγορά, στο έδαφός του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία έχουν δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας και βρίσκονταν στην αγορά δύο χρόνια μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της οδηγίας αυτής, πρέπει να λάβει υπόψη και τις διατάξεις του άρθρου 4 και/ή του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής.
92. Το ερώτημα αυτό είναι πανομοιότυπο με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Stichting ZHM I. Όπως σημείωσα, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση εκείνη ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος, αν επιτρέψει τη διάθεση στην αγορά, στο έδαφός του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία έχουν δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής και βρίσκονταν στην αγορά δύο χρόνια μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της πιο πάνω οδηγίας, δεν οφείλει να τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 4 ή του άρθρου 8, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
Το έβδομο ερώτημα
93. Με το έβδομο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ερωτάται στην ουσία αν μια απόφαση σχετικά με απαλλαγή ή εξαίρεση βάσει του άρθρου 16aa του νόμου BMW συνιστά «επανεξέταση» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, τουλάχιστον όταν πρόκειται για νέα αίτηση εγκρίσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος που ήδη βρίσκεται στην αγορά, δεδομένου ότι η εξαίρεση αυτή επιτρέπεται με βάση εξέταση όπου, σε απόκλιση από το ισχύον σύστημα, εξετάζεται απλώς αν υπάρχουν απαράδεκτοι κίνδυνοι για τον χρήστη/εργάτη, την υγεία των ανθρώπων και το περιβάλλον.
94. Το ερώτημα αυτό είναι όμοιο, αλλά όχι πανομοιότυπο, με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Stichting ZHM I, το οποίο και αυτό είχε θέσει το ζήτημα της εκτάσεως της «επανεξετάσεως» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Το Δικαστήριο έκρινε εκεί ότι η «επανεξέταση» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, προϋποθέτει ότι το σχετικό φυτοπροστατευτικό προϊόν έχει ήδη γίνει το αντικείμενο εγκρίσεως και ότι η έγκριση αυτή εξακολουθεί να ισχύει όταν γίνεται η επανεξέταση. Ο σκοπός της επανεξετάσεως αυτής δεν είναι η επαναξιολόγηση μιας μεμονωμένης δραστικής ουσίας. Αντιθέτως, είναι η επαναξιολόγηση του τελικού φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Το σχετικό φυτοπροστατευτικό προϊόν επανεξετάζεται με πρωτοβουλία των εθνικών αρχών και όχι των ενδιαφερομένων ιδιωτών. Κατά συνέπεια, του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να κρίνει αν μια εθνική διαδικασία αξιολογήσεως (εν προκειμένω, η αξιολόγηση που προβλέπεται από το άρθρο 25d του νόμου BMW) στοιχεί με όλα τα χαρακτηριστικά της «επανεξετάσεως» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3 (40).
95. Κατά συνέπεια, εν προκειμένω πάλι του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να κρίνει αν η εξέταση που προβλέπεται από το άρθρο 16aa του νόμου BMW στοιχεί με όλα τα χαρακτηριστικά της «επανεξετάσεως» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, όπως καθορίστηκαν από το Δικαστήριο στην απόφαση Stichting ZHM I.
96. Κατόπιν αυτού, θα σημειώσω ότι τα στοιχεία που δόθηκαν με την απόφαση περί παραπομπής, τα οποία συμπληρώθηκαν με τις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, αφήνουν να νοηθεί ότι η εξέταση που προβλέπεται από το άρθρο 16aa του νόμου BMW δεν είναι «επανεξέταση» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3. Τούτο οφείλεται στο ότι i) απαλλαγή ή εξαίρεση επιτρέπεται βάσει του άρθρου 16aa κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου και όχι κατόπιν πρωτοβουλίας της αρμοδίας αρχής και ii) η διαδικασία αφορά ακριβώς φυτοπροστατευτικά προϊόντα που δεν αποτελούσαν το αντικείμενο έγκυρης εγκρίσεως όταν υποβλήθηκε η αίτηση αυτή.
Το όγδοο ερώτημα
97. Με το όγδοο ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν οι κανόνες του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχουν εφαρμογή μόνο για την παροχή στοιχείων πριν από μια επανεξέταση ή και για τον τρόπο που πρέπει να οργανωθεί και διενεργηθεί η επανεξέταση αυτή.
98. Το ερώτημα αυτό είναι πανομοιότυπο με το έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Stichting ZHM I, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχει μόνο διατάξεις που αφορούν την παροχή στοιχείων πριν από μια επανεξέταση.
Συμπέρασμα
99. Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι τα ερωτήματα του College van Beroep voor het bedrijfsleven πρέπει να απαντηθούν ως εξής:
Ερώτημα 1:
Όταν εφαρμόζει εσωτερικό δίκαιο, και ειδικότερα νομοθετικές διατάξεις που θεσπίστηκαν ειδικά για την τήρηση των απαιτήσεων μιας οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, στο μέτρο του δυνατού, υπό το φως του γράμματος και του πνεύματος της σχετικής οδηγίας προκειμένου να επιτύχει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την οδηγία και έτσι να συμμορφωθεί προς το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
Ερώτημα 2:
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414/EΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων) έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά.
Ερωτήματα 3 και 4:
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων δεν πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι δημιουργεί μια υποχρέωση «standstill». Ωστόσο, το άρθρο 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίσουν κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 8, παράγραφος 2, οποιοδήποτε μέτρο ικανό να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει αν τούτο συμβαίνει όσον αφορά τις εθνικές διατάξεις τη νομιμότητα των οποίων πρέπει να εξετάσει υπό το φως οποιουδήποτε περαιτέρω κριτηρίου έχει καθοριστεί από το Δικαστήριο για την αξιολόγηση του συμβατού των εθνικών μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο.
Ερώτημα 5:
Αν ένα κράτος μέλος αναθεωρήσει την αρχική του απόφαση για την εφαρμογή της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων προβλέποντας, μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας αλλά κατά τη μεταβατική περίοδο, νέα απαλλαγή, από την υποχρέωση εγκρίσεως, στοιχούσα με τους σκοπούς της οδηγίας αυτής λιγότερο από ό,τι το προηγούμενο καθεστώς, το μέτρο αυτό είναι ικανό να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την οδηγία αυτή.
Ερώτημα 6:
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος, αν επιτρέψει τη διάθεση στην αγορά, στο έδαφός του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία έχουν δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής και που βρίσκονταν στην αγορά δύο χρόνια μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της πιο πάνω οδηγίας, δεν οφείλει να τηρήσει τις διατάξεις του άρθρου 4 ή του άρθρου 8, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
Ερώτημα 7:
Του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να κρίνει αν η εξέταση που προβλέπεται από το άρθρο 16aa του Bestrijdingsmiddelenwet 1962 (νόμου του 1962 περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων) στοιχεί με όλα τα χαρακτηριστικά της «επανεξετάσεως» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όπως καθορίστηκαν από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-316/04, Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie I.
Ερώτημα 8:
Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχει μόνο διατάξεις που αφορούν την παροχή στοιχείων πριν από μια επανεξέταση.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1991 (ΕΕ L 230, σ. 1).
3 – Βλ. το σημείο 7 των προτάσεών μου.
4 – Άρθρο 2, παράγραφος 1.
5 – Προφανώς, η γενομένη στο άρθρο αυτό αναφορά σε «δύο έτη» αντιστοιχεί στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν δύο χρόνια από την ημερομηνία κοινοποιήσεως για να μεταφέρουν την οδηγία.
6 – Κανονισμός (ΕΚ) 1335/2005 της Επιτροπής της 12ης Αυγούστου 2005 (ΕΕ L 211, σ. 6).
7 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 (ΕΕ L 123, σ. 1).
8 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και στ΄.
9 – Με νόμο της 15ης Δεκεμβρίου 1994 (Staatsblad 1995, αριθ. 4).
10 – Δηλαδή οι κάτοχοι εγκρίσεων – επαγγελματίες καλλιεργητές, μερικοί από τους οποίους είναι μικρές επιχειρήσεις.
11 – Τα ερωτήματα αυτά περιγράφονται συνοπτικώς πιο κάτω, στην αρχή των επί μέρους κεφαλαίων που είναι αφιερωμένα σε αυτά.
12 – Απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2005.
13 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψη 57.
14 – Φυσικά, όχι την κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, απαίτηση οι δραστικές ουσίες να έχουν καταχωριστεί στο παράρτημα Ι.
15 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψεις 48 έως 57.
16 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψεις 26 έως 34.
17 – Σκέψη 78.
18 – Σημείο 47 των προτάσεών του.
19 – Μολονότι το δεύτερο ερώτημα στην παρούσα υπόθεση αναφέρει γενικά το άρθρο 16 και όχι το άρθρο 16, παράγραφος 1 (αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση Stichting ZHM I), από την απόφαση περί παραπομπής είναι σαφές ότι στην παρούσα υπόθεση επίμαχο είναι πάλι το άρθρο 16, παράγραφος 1.
20 – Θα είναι χρήσιμο η απάντηση αυτή να αναγνωσθεί στο πλαίσιο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 3ης Μαΐου 2001, C-306/98, Monsanto (Συλλογή 2001, σ. 3279, σκέψεις 43 και 44), στην οποία παραπέμπει η απόφαση Stichting ZHM I και η οποία δίνει λεπτομερέστερη εξήγηση του σκεπτικού που βρίσκεται πίσω από την απάντηση αυτή.
21 – Βλ. τη σκέψη 51 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
22 – Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96 (Συλλογή 1997, σ. Ι-7411).
23 – Βλ. λεπτομερή ανάλυση στις σκέψεις 35 έως 50, μεγάλο μέρος της οποίας έχει σημασία για τα ζητήματα που έχουν τεθεί στην παρούσα υπόθεση.
24 – Σκέψεις 40 έως 43, όπου γίνεται παραπομπή στη σκέψη 45 της αποφάσεως Inter-Environnement Wallonie.
25 – Σκέψεις 60 έως 62, όπου γίνεται παραπομπή στις σκέψεις 43 και 44 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 20 αποφάσεως Monsanto.
26 – Άρθρο 3, παράγραφος 1· βλ. επίσης τη γενομένη από το άρθρο 13, παράγραφος 6, αναφορά στην αξιολόγηση.
27 – Σημείο 57 των προτάσεων εκείνων.
28 – Ειδικότερα, η ένατη και η δέκατη αιτιολογική σκέψη.
29 – Η έμφαση δική μου.
30 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψη 57, μετά λεπτομερέστερη διατύπωση στη σκέψη 51.
31 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψη 50.
32 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψη 54.
33 – Απόφαση Stichting ZHM I, σκέψεις 48 έως 50.
34 – Του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να εξετάσει λεπτομερώς τη διαδικασία επανεξετάσεως. Ωστόσο, θα σημειώσω ότι ένα από τα δύο συμβουλευτικά όργανα (το NOTOX) με τα οποία διαβουλεύθηκε ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να έχει σημαντικούς δεσμούς με τον κλάδο παραγωγής.
35 – Βλ. την απόφαση Inter-Environnement Wallonie, σκέψεις 40 και 41, καθώς και τα σημεία 59 έως 61 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως Kokott στην υπόθεση C-313/02, Wippel (Συλλογή 2004, σ. I-9483).
36 – Βλ., όσον αφορά την κανονική προθεσμία μεταφοράς, την απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL (Συλλογή 2003, σ. Ι-4431, σκέψεις 58 και 59) και, όσον αφορά τη σταδιακή επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει μια οδηγία, το σημείο 77 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 14ης Ιουλίου 2005 στην υπόθεση C-320/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας· βλ., κατ’ αναλογία, και την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. Ι-9981, σκέψεις 71 και 72).
37 – Βλ. το σημείο 3 των προτάσεών μου.
38 – Άρθρο 23 της οδηγίας.
39 – Απόφαση Inter-Environnement Wallonie, σκέψη 45.
40 – Σκέψεις 67 έως 69.
Full & Egal Universal Law Academy