ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Δεκεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-142/05
Åklagaren
κατά
Percy Mickelsson
κατά
Joakim Roos
[αίτηση του Luleå Tingsrätt (Σουηδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προσέγγιση των νομοθεσιών – Σκάφη αναψυχής – Διατάξεις για τη χρήση ατομικών σκαφών – Οδηγία 94/25/ΕΚ – Άρθρο 28 ΕΚ– Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος»
I – Eισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θέτει το ερώτημα αν αντιβαίνει προς τα άρθρα 28 και 30 EΚ ή προς την οδηγία 94/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1994, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν τα σκάφη αναψυχής (2) (στο εξής: οδηγία για τα σκάφη αναψυχής), σουηδική κανονιστική απόφαση για τη χρήση ατομικών σκαφών. Κατά συνέπεια, παρέχει την ευκαιρία να εξετασθεί κατά πόσο διατάξεις των κρατών μελών με τις οποίες περιορίζεται η χρήση προϊόντων πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα του άρθρου 28 ΕΚ.
2. Η διαφορά της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο το ζήτημα του αξιόποινου χαρακτήρα των ενεργειών δύο κατηγορουμένων στους οποίους προσάπτεται ότι παρέβησαν τη σουηδική κανονιστική απόφαση περί ατομικών σκαφών με κινητήρα (3) (στο εξής: σουηδική κανονιστική απόφαση). Κατά την κανονιστική αυτή απόφαση, απαγορεύεται και τιμωρείται με χρηματική ποινή η χρήση ατομικών σκαφών με κινητήρα εκτός των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας και των υδάτινων ζωνών, στις οποίες η περιφερειακή κυβέρνηση έχει επιτρέψει τη χρήση ατομικών σκαφών με κινητήρα.
3. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως καθιστά αναγκαία την ερμηνεία της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (4) (στο εξής: οδηγία περί πληροφορήσεως).
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής περιελάμβανε αρχικώς μόνο σκάφη αναψυχής. Mε την οδηγία 2003/44/ΕΚ το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας διευρύνθηκε ώστε να περιλάβει και τα ατομικά σκάφη με κινητήρα.
5. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής διαλαμβάνει τα εξής:
«Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να θεσπίζουν, τηρώντας δεόντως τη Συνθήκη, διατάξεις που αφορούν τη ναυσιπλοΐα σε ορισμένα ύδατα και αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος και της διαμόρφωσης των πλωτών οδών και στην ασφαλή επ’ αυτών ναυσιπλοΐα, υπό τον όρον ότι αυτό δεν απαιτεί μετατροπές σκαφών σύμφωνων με την παρούσα οδηγία.»
6. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή τη λειτουργία στην επικράτειά τους των σκαφών αναψυχής που φέρουν τη σήμανση “CE” η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV και υποδηλώνει ότι είναι σύμφωνα προς όλες τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών αξιολόγησης της πιστότητας που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ.»
7. Το άρθρο 1 της οδηγίας περί πληροφορήσεως ορίζει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
4) “Άλλη απαίτηση”: απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν, ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του.
[…]
11) “τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
[…]»
8. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί πληροφορήσεως προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα.
9. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε νέα γνωστοποίηση υπό τους ανωτέρω όρους εφόσον επιφέρουν σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο αυτό με αποτέλεσμα να τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής του, να συντομεύεται το αρχικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, να προστίθενται προδιαγραφές ή απαιτήσεις ή να καθίστανται πιο αυστηρές οι εν λόγω προδιαγραφές ή απαιτήσεις.
10. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναφέρει στην Επιτροπή τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις εμπεριστατωμένες γνώμες. Η Επιτροπή σχολιάζει την αντίδραση αυτή.
11. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, προβλέπει διάφορες περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται η υποχρέωση γνωστοποιήσεως.
Β – Το εθνικό δίκαιο
12. Η σουηδική κανονιστική απόφαση περί ατομικών σκαφών με κινητήρα (1993:1053), όπως εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιουλίου 2004.
13. Υπό την έννοια της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως, ως ατομικά σκάφη με κινητήρα νοούνται σκάφη με μήκος μικρότερο των 4 μέτρων, τα οποία χρησιμοποιούν κινητήρα εσωτερικής καύσεως με αντλία εκτοξεύσεως νερού ως κύριο μέσο προώσεως και προορίζονται να χρησιμοποιούνται από άτομο ή άτομα που είναι καθιστά, όρθια ή γονατιστά επάνω τους και όχι μέσα στο κύτος.
14. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως, τα ατομικά σκάφη μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο στους διαύλους γενικής ναυσιπλοΐας και στις υδάτινες ζώνες που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1.
15. Το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως περιλαμβάνει την ακόλουθη ρύθμιση:
«Η länsstyrelsen [περιφερειακή κυβέρνηση] μπορεί να θεσπίζει διατάξεις που καθορίζουν τις υδάτινες ζώνες εντός του län, εκτός των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας, στις οποίες μπορούν να χρησιμοποιούνται ατομικά σκάφη. Ωστόσο, η θέσπιση των διατάξεων αυτών είναι υποχρεωτική όσον αφορά
1) τις υδάτινες ζώνες οι οποίες έχουν επηρεαστεί τόσο έντονα από άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα ώστε ο θόρυβος που προκαλείται και οι άλλες οχλήσεις από τη χρήση ατομικών σκαφών δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι παραβλάπτουν σημαντικά το κοινωνικό σύνολο ή το περιβάλλον,
2) τις υδάτινες ζώνες οι οποίες δεν βρίσκονται κοντά σε περιοχές όπου υπάρχουν κατοικίες ή εξοχικές κατοικίες και οι οποίες έχουν μικρή αξία για την προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας, των υπαίθριων δραστηριοτήτων, της ερασιτεχνικής ή της επαγγελματικής αλιείας και
3) τις άλλες υδάτινες ζώνες στις οποίες η χρήση ατομικών σκαφών δεν είναι επιβλαβής για το κοινωνικό σύνολο, λόγω του θορύβου ή άλλων οχλήσεων, ούτε συνεπάγεται κίνδυνο σημαντικών ζημιών ή οχλήσεων για τη ζωή των ζώων ή των φυτών ούτε κίνδυνο διαδόσεως μεταδοτικών ασθενειών.
Η länsstyrelsen μπορεί επίσης να θεσπίζει διατάξεις για τον καθορισμό των ορίων των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας όπου επιτρέπεται η χρήση ατομικών σκαφών, εφόσον τούτο είναι απαραίτητο για την αποφυγή τέτοιων βλαβών ή κινδύνων ζημίας όπως οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 3, παράγραφος 1, καθώς και τον τρόπο εισόδου στους διαύλους γενικής ναυσιπλοΐας και εξόδου από αυτούς.»
16. Το άρθρο 5 της κανονιστικής αποφάσεως προβλέπει ότι όποιος οδηγεί ατομικό σκάφος κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 ή των διατάξεων που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 3 καταδικάζεται σε χρηματική ποινή.
17. Κατά τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, οι δίαυλοι γενικής ναυσιπλοΐας προσδιορίζονται από το Sjöfartsverket [εθνική διοίκηση για τη ναυσιπλοΐα] και δημοσιεύονται στη συλλογή των κανονιστικών του αποφάσεων. Οι δίαυλοι γενικής ναυσιπλοΐας επισημαίνονται στους χάρτες ναυσιπλοΐας. Μπορεί να δημιουργηθεί δίαυλος γενικής ναυσιπλοΐας αν ο δίαυλος αυτός έχει ουσιώδη σημασία για τη δημόσια συγκοινωνία. Μπορεί επίσης να δημιουργηθεί δίαυλος γενικής ναυσιπλοΐας αν αυτός έχει ουσιώδη σημασία για την αλιεία ή για την κυκλοφορία των σκαφών αναψυχής και εφόσον τούτο είναι απαραίτητο για την ασφάλεια εντός του διαύλου.
III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου
18. Σουηδική εισαγγελική αρχή άσκησε ποινική δίωξη κατά του Percy Mickelsson και του Joakim Roos (στο εξής: κατηγορούμενοι της κύριας δίκης) ενώπιον του Luleå Tingsrätt (5). Τους προσάπτει ότι, στις 8 Αυγούστου 2004, οδήγησαν ατομικά σκάφη σε υδάτινη ζώνη όπου τούτο δεν επιτρεπόταν. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εν λόγω υδάτινη ζώνη δεν αποτελεί δίαυλο γενικής ναυσιπλοΐας σύμφωνα με τη σουηδική κανονιστική απόφαση, στον οποίο επιτρέπεται η διέλευση με ατομικό σκάφος, ενώ η αρμόδια αρχή τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν είχε επιτρέψει τη χρήση ατομικών σκαφών στην εν λόγω υδάτινη ζώνη σύμφωνα με το άρθρο 3 της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως.
19. Προς υπεράσπισή τους, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν, κατ’ ουσίαν, ότι η σουηδική κανονιστική απόφαση είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διότι συνιστά παράβαση των άρθρων 28 και 30 EΚ, της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής και της οδηγίας περί πληροφορήσεως.
IV – Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20. Με διάταξη της 21ης Μαρτίου 2005, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1.α) Απαγορεύουν τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ τις εθνικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν απαγόρευση της χρήσεως ατομικών σκαφών σε άλλα μέρη πλην των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας ή των υδατίνων ζωνών ως προς τις οποίες οι αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως έχουν θεσπίσει διατάξεις επιτρέπουσες τη χρήση των σκαφών αυτών, όπως είναι οι διατάξεις της σουηδικής vattenskoterförordningen (κανονιστικής αποφάσεως περί των ατομικών σκαφών);
1.β) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Απαγορεύουν τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ την εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή τέτοιων διατάξεων κατά τρόπον ώστε η χρήση ατομικών σκαφών να απαγορεύεται και σε υδάτινες ζώνες ως προς τις οποίες οι αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν έχουν ακόμη ερευνήσει αν πρέπει να θεσπίσουν διατάξεις επιτρέπουσες τη χρήση των σκαφών αυτών;
2. Απαγορεύει η οδηγία 2003/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2003, για τροποποίηση της οδηγίας 94/25/EΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν τα σκάφη αναψυχής, τέτοιες εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως της χρήσεως ατομικών σκαφών όπως οι προεκτεθείσες;
21. Στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης, οι Κυβερνήσεις της Σουηδίας, της Νορβηγίας και της Αυστρίας καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις. Η Γερμανική Κυβέρνηση κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις.
V – Εκτίμηση
22. Στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί απάντηση κατά την αντίστροφη σειρά. Η αρχή πρέπει να γίνει με την εξέταση του κανονιστικού περιεχομένου της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής. Πράγματι, εάν προκύψει ότι οδηγία περιέχει εξαντλητική ρύθμιση για τη χρήση των ατομικών σκαφών με κινητήρα, θα είναι αδύνατον, στο πεδίο εφαρμογής της, να δικαιολογηθούν μονομερή μέτρα των κρατών μελών δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ στο πλαίσιο της εξετάσεως του άρθρου 28 ΕΚ (6).
Α – Η ερμηνεία της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής
1. Διαχρονική εφαρμογή της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής
23. Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης συνάγουν από την οδηγία δικαίωμα απεριόριστης χρήσεως των ατομικών σκαφών με κινητήρα και θεωρούν, κατά συνέπεια, ότι η αντίθετη σουηδική ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Πάντως, πρέπει να εξετασθεί εκ προοιμίου αν η οδηγία μπορεί να εφαρμοστεί από χρονικής απόψεως.
24. Πράγματι, η οδηγία περί σκαφών αναψυχής ισχύει και για ατομικά σκάφη με κινητήρα μόλις από της τροποποιήσεώς της με την οδηγία 2003/44. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η οδηγία έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών μέχρι τις 30 Ιουνίου 2004, ενώ τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να εφαρμόσουν τις διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο από την 1η Ιανουαρίου 2005 (στο εξής: προθεσμία εφαρμογής). Οι πράξεις στις οποίες στηρίζεται η διαφορά της κύριας δίκης διενεργήθηκαν στις 8 Αυγούστου 2004, επομένως, ναι μεν μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, πλην όμως πριν από την εκπνοή της προθεσμίας εφαρμογής των διατάξεων για τη μεταφορά. Εάν υποτεθεί ότι το εθνικό δίκαιο στηρίζεται, για την εκτίμηση του αξιοποίνου, στην ημερομηνία διενέργειας των πράξεων, πράγμα που πρέπει να γίνει δεκτό, ανακύπτει το πρόβλημα ότι κατά τον χρόνο αυτόν η προθεσμία εφαρμογής της οδηγίας δεν είχε ακόμη εκπνεύσει. Πρέπει να εξετασθεί αν το γεγονός αυτό εμποδίζει την εκ μέρους των κατηγορουμένων επίκληση της οδηγίας.
25. Πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, οι οδηγίες δεν έχουν άμεση εφαρμογή (7). Αυτό πρέπει να ισχύει, κατ’ αναλογία, και για την εκπνοή της προθεσμίας εφαρμογής. Οι κατηγορούμενοι στηρίζονται, για τη θεμελίωση της χρονικής εφαρμογής της οδηγίας, στη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη που είναι αποδέκτες της οδηγίας αυτής πρέπει να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οδηγία αυτή αποτελέσματος (8). Εξ αυτού όμως δεν μπορεί να συναχθεί άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας (9).
26. Από την αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου ποινικού νόμου (10) την οποία αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο συνάγεται όμως ότι ένας κατηγορούμενος μπορεί να επικαλεστεί την απορρέουσα από οδηγία απαλλαγή από το αξιόποινο ή το μικρότερο αξιόποινο της πράξεώς του και όταν η προθεσμία μεταφοράς ή εφαρμογής της οδηγίας είχε εκπνεύσει κατά τον χρόνο της καταδίκης όχι όμως ήδη κατά τον χρόνο διενέργειας της πράξεως. Ο λόγος της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου έγκειται στην εκτίμηση ότι ένας κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να καταδικάζεται λόγω συμπεριφοράς η οποία κατά την (μεταβληθείσα) άποψη του νομοθέτη κατά τον χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως έπαυσε να είναι πλέον αξιόποινη (11). Επομένως, εάν διάταξη οδηγίας απαγορεύει κατά τον χρόνο της καταδίκης το αξιόποινο, τότε πρέπει ο κατηγορούμενος να μπορεί να επικαλεστεί τις εν λόγω αξιολογήσεις του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος θεωρεί την οικεία συμπεριφορά μη αξιόποινη, ακόμη και αν η προθεσμία μεταφοράς ή εφαρμογής της οδηγίας δεν είχε ακόμη εκπνεύσει κατά τον χρόνο διενέργειας της πράξεως. Αυτό δεν συνιστά απόκλιση από την αρχή ότι μια διάταξη οδηγίας κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς της ή εφαρμογής της δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα. Πράγματι, οι ευνοϊκότερες αξιολογήσεις της οδηγίας πρέπει να αποβαίνουν αναδρομικά προς όφελος του κατηγορουμένου μόνο κατά τον χρόνο της καταδίκης.
27. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετασθεί στο εξής αν αντιβαίνει προς την οδηγία 94/25 εθνική ρύθμιση η οποία, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, απαγορεύει τη χρήση ατομικών σκαφών με κινητήρα εκτός των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας και, περαιτέρω, την επιτρέπει μόνο σε υδάτινες ζώνες, τις οποίες έχουν ορίσει προς χρήση των ατομικών σκαφών με κινητήρα οι περιφερειακές αρχές.
2. Το κανονιστικό περιεχόμενο της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής
28. Κατά την άποψη των κυβερνήσεων που μετέχουν στη διαδικασία, η οδηγία περί σκαφών αναψυχής ρυθμίζει μόνο τις τεχνικές προδιαγραφές για τα ατομικά σκάφη με κινητήρα και όχι τη χρήση τους. Κατά συνέπεια, από την οδηγία αυτή δεν μπορεί να συναχθεί και απαγόρευση περιορισμών εκ μέρους των κρατών μελών της χρήσεως των ατομικών σκαφών με κινητήρα. Αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ερμηνεύουν την οδηγία περί σκαφών αναψυχής υπό την έννοια ότι αυτή απαγορεύει κάθε περιορισμό χρήσεως ατομικών σκαφών με κινητήρα, εφόσον αυτά πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής. Στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή τη λειτουργία στην επικράτειά τους των σκαφών αναψυχής, τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις που θέτει η οδηγία. Ανακύπτει, επομένως, το ερώτημα αν εθνική ρύθμιση η οποία περιορίζει τις δυνατότητες χρήσεως ατομικών σκαφών συνιστά απαράδεκτο περιορισμό της λειτουργίας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
29. Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου, για τον προσδιορισμό του περιεχομένου μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να συνεκτιμώνται το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί της (12).
30. Η φυσική έννοια του όρου «λειτουργία» συνηγορεί, επομένως, υπέρ της απόψεως ότι πρέπει να περιλάβει κάθε τύπο χρήσεως. Πράγματι, το ευρύ πεδίο της χρήσεως μιας συσκευής έπεται χρονικά της θέσεώς της σε λειτουργία και πρέπει να διακρίνεται από αυτήν. Ειδικότερα, κατά τη γενική γλωσσική χρήση, ως διατάξεις που αφορούν τη λειτουργία νοούνται διατάξεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο απαιτήσεις ως προς τη συσκευή που πρέπει να τεθεί σε λειτουργία και, επομένως, συνδέονται με τις ιδιότητές της, ενώ κανόνες χρήσεως είναι αυτοί οι οποίοι αφορούν τη χρήση συσκευής που έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία, δηλαδή τον τύπο και τον τρόπο της εφαρμογής της. Κατά συνέπεια, κανόνες λειτουργίας και χρήσεως έχουν ρυθμιστικά αντικείμενα που πρέπει να διακριθούν σαφώς μεταξύ τους. Στο μέτρο που ο κοινοτικός νομοθέτης στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας χρησιμοποιεί μόνο τον ειδικό όρο της θέσεως σε λειτουργία, είναι αντίθετο στην έννοια του κανόνα να θεωρηθεί ότι είχε την πρόθεση να περιλάβει στην απαγόρευση και εθνικούς περιορισμούς της χρήσεως.
31. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής, στο οποίο ορθώς παραπέμπουν οι μετέχουσες στη διαδικασία κυβερνήσεις. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, καθιστά πράγματι σαφές ότι η οδηγία δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να θεσπίζουν, «τηρώντας δεόντως τη Συνθήκη, διατάξεις που αφορούν τη ναυσιπλοΐα σε ορισμένα ύδατα και αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος και της διαμόρφωσης των πλωτών οδών και στην ασφαλή επ’ αυτών ναυσιπλοΐα, υπό τον όρο ότι αυτό δεν απαιτεί μετατροπές σκαφών σύμφωνων με την παρούσα οδηγία».
32. Ως «διατάξεις που αφορούν τη ναυσιπλοΐα» νοούνται αναμφίβολα, παράλληλα προς τους κανόνες που ρυθμίζουν αμιγώς την κυκλοφορία, και περιορισμοί της χρήσεως, επειδή στη ναυσιπλοΐα –όπως και στην οδική κυκλοφορία– διάφορες μορφές περιορισμού που φθάνουν μέχρι τον αποκλεισμό κατ’ ιδίαν μέσων κυκλοφορίας συνιστούν κλασσικά μέσα ελέγχου. Επομένως, σ’ αυτές περιλαμβάνονται τόσο κανόνες για το είδος της χρήσεως σκάφους όσο και κανόνες για τον τόπο της χρήσεως. Έστω και αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, αναφέρει συναφώς μόνον διατάξεις περί ναυσιπλοΐας σε «ορισμένα» ύδατα, από την οδηγία συνάγεται σαφώς ότι αυτή δεν προβαίνει στην εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με τη χρήση.
33. Από την τελεολογική ερμηνεία προκύπτει επίσης ότι μόνον οι τεχνικές προδιαγραφές και όχι η χρήση αποτελούν ρυθμιστικό αντικείμενο της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής.
34. Πράγματι, στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας διευκρινίζεται ότι η παρούσα οδηγία δεν περιέχει διατάξεις περιορίζουσες τη χρήση σκαφών αναψυχής μετά τη θέση σε υπηρεσία. Από άλλες αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει ότι με την οδηγία επιδιώκεται μόνον ο σκοπός να τεθούν εκποδών τα ειδικά, απορρέοντα από διαφορετικές τεχνικές απαιτήσεις εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές μέσω της εναρμονίσεως των τεχνικών προδιαγραφών για σκάφη αναψυχής και ατομικά σκάφη (13).
35. Και το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας επιβεβαιώνει ότι η οδηγία περί σκαφών αναψυχής δεν έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση της χρήσεως ατομικών σκαφών, αλλά μόνο την εναρμόνιση των τεχνικών προδιαγραφών για σκάφη αναψυχής (14). Στην κοινή θέση του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 94/25 ορίζεται ότι και μετά την τροποποίηση της οδηγίας διατηρείται η δυνατότητα για τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν αυστηρότερους κανόνες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένων τύπων σκαφών (15). Ειδικοί περιορισμοί της χρήσεώς τους πρέπει να ρυθμιστούν κατά την αρχή της επικουρικότητας από κάθε κράτος μέλος (16).
36. Επομένως, από τη συνολική ερμηνεία της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής προκύπτει ότι με αυτήν επιδιώκεται μόνον η ρύθμιση των τεχνικών απαιτήσεων όχι όμως η χρήση σκαφών αναψυχής και ατομικών σκαφών (17).
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
37. Επομένως, συνοπτικά ισχύουν τα εξής:
Δεν αντιβαίνουν προς την οδηγία περί σκαφών αναψυχής εθνικές διατάξεις, οι οποίες, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, απαγορεύουν τη χρήση ατομικών σκαφών, καθόσον αυτές δεν παραβιάζουν διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως το άρθρο 28 ΕΚ. Επομένως, στο εξής θα πρέπει να εξετασθεί αν εθνική κανονιστική απόφαση όπως η σουηδική αντιβαίνει προς τα άρθρα 28 και 30 EΚ.
Β – Η ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ
1. Το άρθρο 28 ΕΚ – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος
38. Το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών.
39. Κατά την Επιτροπή, περιορισμοί της χρήσεως, όπως αυτοί τους οποίους περιέχει η σουηδική κανονιστική απόφαση, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος.
α) Ο κανόνας Dassonville
40. Κατά τον ορισμό που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Dassonville, αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κάθε εμπορικού χαρακτήρα κανονιστική ρύθμιση των κρατών μελών δυνάμενη να παρακωλύσει αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς το ενδοκοινοτικό εμπόριο (18).
41. Κατά την επιχειρηματολογία των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, την ακρίβεια της οποίας αμφισβητεί η Σουηδική Κυβέρνηση, ο περιορισμός της χρήσεως των ατομικών σκαφών που εισήγαγε η νέα σουηδική κανονιστική απόφαση είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση των πωλήσεων ατομικών σκαφών κατά ποσοστό ανώτερο του 90 %. Kατά τα ανωτέρω, η σουηδική κανονιστική απόφαση θα περιόριζε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών εμμέσως και πραγματικώς. Εν πάση περιπτώσει όμως, αρκεί, κατά τον κανόνα της υποθέσεως Dassonville και ενδεχόμενη παρακώλυση του εμπορίου για τον χαρακτηρισμό ως μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος. Δεν είναι, πάντως, παράλογο, ότι εθνική ρύθμιση με την οποία περιορίζεται ο αριθμός των υδατίνων ζωνών στις οποίες επιτρέπεται η χρήση ατομικών σκαφών επηρεάζει το ενδιαφέρον των αγοραστών για το προϊόν αυτό και, επομένως, καταλήγει σε μείωση των αγορών και, συνακολούθως, σε συρρίκνωση των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Κατά συνέπεια, η εν λόγω εθνική ρύθμιση είναι ικανή, δυνητικώς, να παρακωλύσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Βάσει των ανωτέρω, η σουηδική κανονιστική απόφαση συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος.
β) Εφαρμογή των κριτηρίων της νομολογίας Keck στους τρόπους χρήσεως
42. Το εύρος του κανόνα Dassonville έχει, άλλωστε, ως συνέπεια ότι, σε τελική ανάλυση, κάθε εθνική ρύθμιση με την οποία περιορίζεται η χρήση προϊόντος πρέπει να χαρακτηρίζεται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος και χρήζει δικαιολογίας.
43. Επομένως, ανακύπτει το ερώτημα, το οποίο το Δικαστήριο –έστω σε διαφορετικό πλαίσιο– έθεσε και με την απόφασή του στην υπόθεση Keck, και συγκεκριμένα αν κάθε μέτρο, το οποίο επηρεάζει δυνητικά και τον όγκο των πωλήσεων προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό (19).
44. Η εξέταση ορισμένων παραδειγμάτων καθιστά σαφή τον άκρως επιτακτικό χαρακτήρα του ερωτήματος αυτού όσον αφορά τρόπους χρήσεως, δηλαδή εθνικές διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν το είδος και τον τόπο της χρήσεως προϊόντων.
45. Επομένως, και η απαγόρευση κυκλοφορίας με όχημα παντός εδάφους σε όλα τα σημεία εκτός των οδών κυκλοφορίας στο δάσος, ή οι περιορισμοί ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους συνιστούν, για παράδειγμα, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. Πράγματι, ακόμη και στην περίπτωση των εν λόγω περιορισμών χρήσεως μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι, ενδεχομένως, αποθαρρύνονται πρόσωπα να αγοράσουν όχημα παντός εδάφους ή ιδιαιτέρως ταχύ αυτοκίνητο, διότι δεν θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν όπως το επιθυμούν, και ο περιορισμός χρήσεως παρακωλύει, επομένως, δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
46. Για τον περιορισμό του ευρέος πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ στο πλαίσιο του κανόνα Dassonville, το Δικαστήριο έχει επιχειρήσει μέχρι στιγμής να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ εκείνα τα μέτρα των κρατών μελών, των οποίων οι συνέπειες στο εμπόριο είναι υπερβολικά αβέβαιες και έμμεσες (20). Άλλωστε, το γεγονός ότι τα κριτήρια αυτά δυσχερώς εξειδικεύονται και, επομένως, δεν συμβάλλουν στην ασφάλεια δικαίου λειτουργεί εις βάρος τους.
47. Προτείνω αντ’ αυτού, εφόσον πληρούται η προϋπόθεση που έθεσε το Δικαστήριο με τη νομολογία Keck και Mithouard, οι τρόποι χρήσεως, κατ’ αναλογία προς τους τρόπους πωλήσεως, να αποκλεισθούν, κατ’ αρχήν, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ.
48. Με την απόφασή του Keck και Mithouard, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι επιχειρηματίες επικαλούνται ολοένα και περισσότερο το άρθρο 28 της Συνθήκης προς αμφισβήτηση κάθε είδους ρυθμίσεων που έχουν ως αποτέλεσμα να περιορίζουν την εμπορική τους ελευθερία, ακόμη και αν δεν αφορούν τα προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών (21). Στο πλαίσιο των τρόπων χρήσεως, ενδέχεται όμως να επικαλούνται οι ιδιώτες το άρθρο 28 ΕΚ, για να αμφισβητήσουν σε τελική ανάλυση εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες περιορίζουν μόνον τη γενική τους ελευθερία δράσεως.
49. Για τις μεθόδους πωλήσεως, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του Keck και Mithouard ότι η επί προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών εφαρμογή αντίστοιχων εθνικών διατάξεων δεν είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κατά την έννοια της νομολογίας Dassonville, αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και αρκεί να επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο, και νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών (22). Στην «εξαίρεση Keck» δεν εμπίπτουν οι συνδεόμενες με τα προϊόντα ρυθμίσεις, οι οποίες αφορούν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων (23). Η απόφαση Keck και Mithouard αφορούσε την απαγόρευση πωλήσεως εμπορευμάτων κάτω της τιμής αγοράς. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο χαρακτήρισε, για παράδειγμα, την απαγόρευση λειτουργίας καταστημάτων τις Κυριακές και αργίες και την απαγόρευση πωλήσεως καπνού από πρόσωπα εκτός των αδειούχων λιανοπωλητών καπνού ως διατάξεις που αφορούν μεθόδους πωλήσεως (24).
50. Συνέπεια της νομολογίας αυτής είναι ότι εθνική ρύθμιση η οποία πληροί το κριτήριο της μεθόδου πωλήσεως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, οπότε δεν απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο χωρίς το κράτος μέλος να χρειάζεται να τη δικαιολογήσει.
51. Στο πλαίσιο αυτό, η υπό κρίση υπόθεση παρέχει την ευκαιρία να τεθεί το ερώτημα αν οι τρόποι χρήσεως πρέπει, κατ’ αναλογία προς τη νομολογία Keck του Δικαστηρίου, να εξαιρεθούν του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28ΕΚ.
52. Πράγματι, αν ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά των μορφών χρήσεως και των μεθόδων πωλήσεως, καθίσταται σαφές ότι αυτές είναι, όσον αφορά το είδος και την ένταση των συνεπειών τους στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων, παρεμφερείς.
53. Οι μέθοδοι πωλήσεως παράγουν, κατ’ αρχήν, τα αποτελέσματά τους για πρώτη φορά μετά την εισαγωγή ενός προϊόντος. Επιπλέον, έχουν εμμέσως επιπτώσεις στην πώληση του προϊόντος μέσω του καταναλωτή: για παράδειγμα, λόγω του ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να αποκτήσει το προϊόν ορισμένες ημέρες της εβδομάδας ή η διαφήμιση του προϊόντος υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Και οι τρόποι χρήσεως επηρεάζουν εμμέσως την πώληση προϊόντος μέσω της επιρροής που ασκούν στη συμπεριφορά του καταναλωτή.
54. Οι εθνικές διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν τις μεθόδους πωλήσεως δεν έχουν, κατά κανόνα, ως αντικείμενο τη ρύθμιση του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών (25). Ούτε με τους τρόπους χρήσεως ο εθνικός νομοθέτης σκοπεί, γενικώς, να ρυθμίσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
55. Επομένως, φαίνεται συνεπές στο πλαίσιο αυτό να επεκταθεί η εφαρμογή της νομολογίας Keck του Δικαστηρίου στους τρόπους χρήσεως και να εξαιρεθούν αυτοί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ.
56. Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση η οποία περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένους τρόπους χρήσεως δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 28 ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αφορά τα προϊόντα, ότι εφαρμόζεται έναντι όλων των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, τη διάθεση στο εμπόριο των εγχώριων προϊόντων, καθώς και των προϊόντων με προέλευση άλλων κρατών μελών.
γ) Η εφαρμογή των κριτηρίων της νομολογίας Keck στην υπό κρίση υπόθεση
57. Η σουηδική κανονιστική απόφαση δεν αφορά τα προϊόντα, διότι δεν εξαρτά τη χρήση από την προϋπόθεση ότι το ατομικό σκάφος πληροί άλλες απαιτήσεις εκτός από τις εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής. Επομένως, ο περιορισμός της χρήσεως δεν καθιστά αναγκαία καμία μετατροπή των ίδιων των ατομικών σκαφών.
58. Η σουηδική κανονιστική απόφαση ισχύει και για όλους τους επιχειρηματίες, οι οποίοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ημεδαπή, διότι δεν διακρίνει ανάλογα με την προέλευση των οικείων προϊόντων.
59. Το πρόβλημα είναι, εν πάση περιπτώσει, κατά πόσον η σουηδική κανονιστική απόφαση επηρεάζει, νομικώς ή πραγματικώς, κατά τον ίδιο τρόπο την πώληση των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων με προέλευση άλλων κρατών μελών. Εκ πρώτης όψεως, η προϋπόθεση αυτή πληρούται. Ένας περιορισμός χρήσεως μπορεί να καταστήσει ένα προϊόν λιγότερο ελκυστικό για τον καταναλωτή και, επομένως, να επηρεάσει αρνητικά τις πωλήσεις του προϊόντος. Η επίπτωση όμως αυτή αφορά, κατά κανόνα, εξίσου εγχώρια και αλλοδαπά προϊόντα.
60. Εν πάση περιπτώσει, από την προφορική διαδικασία προέκυψε ότι η Σουηδία δεν έχει δική της παραγωγή ατομικών σκαφών. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί με ποιον τρόπο το γεγονός ότι δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή επηρεάζει την εκτίμηση του κριτηρίου της νομολογίας Keck, βάσει του οποίου η εθνική ρύθμιση πρέπει να έχει τις ίδιες συνέπειες για προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών και εγχώρια προϊόντα.
61. Όσον αφορά μέθοδο πωλήσεως το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να ασκεί επιρροή η ύπαρξη εθνικής παραγωγής (26). Ως λόγο συναφώς το Δικαστήριο ανέφερε ότι το πραγματικό αυτό γεγονός είναι καθαρώς τυχαίο και επιπλέον διαχρονικώς μεταβλητό. Εάν ασκούσε επιρροή, θα κατέληγε στο παράλογο αποτέλεσμα ότι μια ρύθμιση η οποία αναπτύσσει παρεμφερείς συνέπειες, σε ορισμένα κράτη μέλη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, ενώ σε άλλα όχι, ανάλογα με το αν υπάρχει εγχώρια παραγωγή ή όχι. Τα πράγματα θα είχαν άλλως μόνον εάν προέκυπτε ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση προστατεύει εγχώρια παραγωγή, η οποία περιλαμβάνει προϊόντα ανάλογα προς αυτά που καλύπτει η επίδικη ρύθμιση, ή ευρισκόμενα σε σχέση ανταγωνισμού με προϊόντα αυτού του τύπου (27).
62. Οι αρχές αυτές πρέπει να εφαρμοστούν αντιστοίχως στους τρόπους χρήσεως. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν το εθνικό μέτρο προστατεύει εγχώρια παραγωγή προϊόντων που ευρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού υπό την έννοια ότι θίγει προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών μελών περισσότερο από τα εγχώρια προϊόντα που ευρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με αυτά.
63. Εν πάση περιπτώσει, ως προϊόντα που ευρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση με ατομικά σκάφη μπορούν να θεωρηθούν μόνον σκάφη με κινητήρα. Το ζήτημα κατά πόσον τα σκάφη αυτά ευρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση με ατομικά σκάφη και κατά πόσον η σουηδική κανονιστική απόφαση θίγει τα τελευταία περισσότερο απ’ ό,τι τα εγχώρια παρεμφερή προϊόντα δεν μπορεί, ελλείψει επαρκών πραγματικών στοιχείων, να εκτιμηθεί εν προκειμένω και εξακολουθεί να απόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου. Εάν το αιτούν δικαστήριο δώσει αρνητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά, τότε η σουηδική κανονιστική απόφαση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ. Αντιθέτως, εάν στα ερωτήματα αυτά δοθεί καταφατική απάντηση, τότε το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει περαιτέρω αν η άνιση μεταχείριση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από λόγους προστασίας του περιβάλλοντος (28). Εν πάση περιπτώσει, εάν η σουηδική κανονιστική απόφαση αποδεικνυόταν προστατευτικό μέτρο ή αυθαίρετη διάκριση, θα ήταν αδύνατο να δικαιολογηθεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2, ΕΚ (29).
64. Ενδέχεται όμως, για την αξιολόγηση της υπό κρίση υποθέσεως, να μην είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν υφίστανται εγχώρια προϊόντα που ευρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με ατομικά σκάφη και αν τα παρεμφερή αυτά προϊόντα θίγονται λιγότερο από τη σουηδική κανονιστική απόφαση.
65. Πράγματι, στην απόφασή του επί της υποθέσεως Keck, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι εθνικές μορφές πωλήσεως που αντιστοιχούν στα κριτήρια της νομολογίας Keck δεν είναι ικανές να παρεμποδίσουν την πρόσβαση του οικείου προϊόντος στην αγορά ούτε να τη δυσχεράνουν όπως δεν δυσχεραίνουν την πρόσβαση στην αγορά των εγχώριων προϊόντων, οπότε δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 EΚ (30).
66. Από τη διαπίστωση αυτή συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι εθνικό μέτρο το οποίο περιορίζει ή απαγορεύει τρόπο χρήσεως δεν εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής τους άρθρου 28 ΕΚ εάν παρεμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά για το οικείο προϊόν (31).
67. Συναφώς, ως παρεμπόδιση της προσβάσεως στην αγορά δεν πρέπει να θεωρείται μόνον η κανονιστική ρύθμιση που έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη αποκλεισμό, όπως μια γενική απαγόρευση χρήσεως για ορισμένο προϊόν. Ακόμη και όταν, λόγω ιδιαιτέρως περιοριστικής ρυθμίσεως της χρήσεως, παραμένει η δυνατότητα περιθωριακής και μόνο χρήσεως για ένα προϊόν, τούτο πρέπει να θεωρηθεί ως παρεμπόδιση της προσβάσεως στην αγορά.
68. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει κατά πόσον μια εθνική κανονιστική ρύθμιση παρεμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά. Στην υπό κρίση υπόθεση, ορισμένα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι η σουηδική κανονιστική απόφαση παρεμποδίζει την πρόσβαση στην αγορά για τα ατομικά σκάφη. Πράγματι, οι διατάξεις της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως προβλέπουν –εν πάση περιπτώσει κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο οι περιφερειακές αρχές δεν έχουν καθορίσει περαιτέρω υδάτινες ζώνες για τη ναυσιπλοΐα με ατομικά σκάφη– απαγόρευση της χρήσεως ατομικών σκαφών με μοναδική εξαίρεση τη χρήση στους διαύλους γενικής ναυσιπλοΐας.
69. Για το ζήτημα αν η σουηδική κανονιστική απόφαση ισοδυναμεί, κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρις ότου οι περιφερειακές αρχές διανοίξουν περαιτέρω υδάτινες ζώνες, με γενική απαγόρευση χρήσεως, αποφασιστικής σημασίας είναι να εξετασθεί αν η άδεια χρήσεως ατομικών σκαφών στους διαύλους γενικής ναυσιπλοΐας έχει περιθωριακή απλώς σημασία, η οποία ουδόλως μεταβάλλει τον χαρακτήρα της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως ως γενικής απαγορεύσεως χρήσεως.
70. Πάντως, η Σουηδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν περίπου 300 τέτοιοι δίαυλοι γενικής ναυσιπλοΐας, χωρίς όμως να μπορέσει να διευκρινίσει ποια επιφάνεια καλύπτουν οι δίαυλοι αυτοί. Οι παρατηρήσεις των κατηγορουμένων της κύριας δίκης κατά την προφορική διαδικασία δημιούργησαν, αντιθέτως, την εντύπωση ότι οι δίαυλοι γενικής ναυσιπλοΐας, παρά τον αριθμό τους, αποτελούν περιθωριακή μόνον δυνατότητα χρήσεως των ατομικών σκαφών. Τέτοιοι δίαυλοι ναυσιπλοΐας δεν υπάρχουν σε ευρέα τμήματα της χώρας, ή δεν συνδέονται μεταξύ τους και είναι δύσκολα προσβάσιμοι, περαιτέρω δε συχνά δεν προσφέρονται, για λόγους ασφαλείας, για τη χρήση ατομικών σκαφών επειδή, για παράδειγμα, χρησιμοποιούνται συχνά από βαριά δεξαμενόπλοια ή βρίσκονται μακριά από την ακτή. Και η Επιτροπή θεωρεί ότι η κανονιστική απόφαση ισοδυναμεί με πλήρη απαγόρευση της χρήσεως. Επομένως, η εξαίρεση των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας από την απαγόρευση της χρήσεως ατομικών σκαφών δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι στον χαρακτήρα της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως ως κατ’ αρχήν απαγορεύσεως της χρήσεως κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρις ότου οι περιφερειακές αρχές διανοίξουν άλλους διαύλους ναυσιπλοΐας. Το γεγονός ότι η παρεμπόδιση της προσβάσεως στην αγορά είναι προσωρινή και μόνον στερείται σημασίας, εφόσον η πρόσβαση παρεμποδίζεται για χρόνο η διάρκεια του οποίου δεν είναι αμελητέα.
71. Κατά συνέπεια, για την εκτίμηση του ζητήματος θα πρέπει να ληφθεί στο εξής ως αφετηρία ότι η σουηδική κανονιστική απόφαση συνιστά εμπόδιο στην πρόσβαση στην αγορά και, επομένως, δεν πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ. Συνεπώς, η συμβατότητά της προς το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέτει ότι αυτή είναι δικαιολογημένη βάσει του άρθρου 30 ΕΚ ή από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
72. Εάν το αιτούν δικαστήριο καταλήξει ότι η σουηδική κανονιστική απόφαση δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παρεμπόδιση της προσβάσεως στην αγορά, θα πρέπει να προβεί στον προαναφερθέντα έλεγχο, ο οποίος όμως πέρασε σε δεύτερη μοίρα, δηλαδή να εξετάσει αν υπάρχουν εθνικά προϊόντα που ευρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού με ατομικά σκάφη και τα οποία θίγονται λιγότερο νομικώς ή πραγματικώς (32).
2. Δικαιολογία
73. Κατά τη νομολογία Cassis de Dijon, αδιακρίτως εφαρμοστέα εθνικά μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος μπορούν να δικαιολογηθούν εάν είναι αναγκαία για την ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών (33). Επειδή η σουηδική κανονιστική απόφαση δεν διακρίνει αναλόγως της προελεύσεως του προϊόντος, πρέπει να εφαρμοστεί αδιακρίτως επί των εγχώριων και επί των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων (34). Η Σουηδική Κυβέρνηση επικαλείται προς δικαιολογία της κανονιστικής της αποφάσεως για τη χρήση των ατομικών σκαφών την προστασία του περιβάλλοντος. Η προστασία του περιβάλλοντος αναγνωρίζεται στη νομολογία ως επιτακτική απαίτηση (35). Το Δικαστήριο έχει επίσης επανειλημμένως τονίσει ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί έναν από τους ουσιώδεις στόχους της Κοινότητας (36).
74. Η εθνική ρύθμιση πρέπει, περαιτέρω, να συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή να είναι πρόσφορη, αναγκαία και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (37). Τούτο σημαίνει ιδίως ότι το κράτος μέλος οφείλει, μεταξύ εξίσου πρόσφορων μέτρων, να επιλέξει εκείνο το οποίο παρεμποδίζει λιγότερο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (38).
75. Τα ατομικά σκάφη μπορούν, εξαιτίας των εκπομπών αερίων και θορύβων και λόγω του γεγονότος ότι με αυτά είναι δυνατή η πρόσβαση σε ζώνες στις οποίες υπάρχουν χώροι αναπαραγωγής και ωοτοκίας, να προκαλέσουν περιβαλλοντικές βλάβες. Λόγω των ποικίλων αρνητικών επιπτώσεων των ατομικών σκαφών στο περιβάλλον, τις οποίες υπογράμμισαν όλες οι μετέχουσες στη διαδικασία κυβερνήσεις, είναι αναμφίβολο ότι εθνική ρύθμιση η οποία περιορίζει τη χρήση ατομικών σκαφών είναι κατάλληλη για την προστασία του περιβάλλοντος.
76. Πρέπει, όμως, να εξετασθεί αν εθνική ρύθμιση όπως η σουηδική είναι αναγκαία, δηλαδή αν δεν υφίσταται κανένα εξίσου πρόσφορο αλλά ηπιότερο μέσον για την προστασία του περιβάλλοντος.
77. Όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα, ανακύπτει, κατ’ αρχάς, το ερώτημα αν ρύθμιση η οποία διακρίνει ανάλογα με το είδος της χρήσεως του εκάστοτε ατομικού σκάφους θα αποτελούσε λιγότερο δραστικό, αλλά εξίσου πρόσφορο μέσον. Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης εξέθεσαν ότι τα ατομικά σκάφη, ανάλογα με το είδος της χρήσεώς τους, έχουν διαφορετικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Πράγματι, ισχυρίζονται ότι μόνον η χρήση των ατομικών σκαφών ως αθλητικών ή σκαφών αναψυχής με την χαρακτηριστική κυκλική κίνηση και την απότομη επιτάχυνση είναι επιβλαβής για το περιβάλλον, ενώ η χρήση ατομικών σκαφών ως μέσου μεταφοράς δεν θα είχε, όσον αφορά τις εκπομπές θορύβου και αερίων, σημαντικότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον απ’ ό,τι η χρήση των μικρών σκαφών, μάλιστα δε, λόγω της μικρότερης καταναλώσεως σε καύσιμα, θα είχε μικρότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον απ’ ό,τι η χρήση των ως άνω σκαφών.
78. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ορθοί (39), δεν θα ήταν δυνατόν να χαρακτηρισθεί η σουηδική ρύθμιση για τον λόγο αυτόν δυσανάλογη. Πράγματι, όπως ορθώς επισήμανε η Σουηδική Κυβέρνηση, θα ήταν δυσχερέστερο να ελεγχθεί και να εξασφαλισθεί η τήρηση ρυθμίσεως, η οποία διακρίνει ανάλογα με τον τρόπο οδηγήσεως, απ’ ό,τι η τήρηση ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει, κατ’ αρχήν, τη χρήση σε ορισμένα ύδατα και, επομένως, δεν είναι εξίσου πρόσφορη.
79. Πάντως, η αρχή της αναλογικότητας θα μπορούσε, ενδεχομένως, να απαιτεί από εθνική ρύθμιση για τη χρήση ατομικών σκαφών να διακρίνει μεταξύ διαφόρων τύπων ατομικών σκαφών. Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ διαφόρων ειδών ατομικών σκαφών. Μόνον τα «Jet-Skis» χρησιμοποιούνται ως σκάφη αναψυχής και αθλητισμού και χαρακτηρίζονται από επιβλαβείς για το περιβάλλον τρόπους οδηγήσεως. Αντιθέτως, τα «Personal Water Crafts» χρησιμοποιούνται μόνον ως μέσα μεταφοράς και είναι, συναφώς, λιγότερο επιβλαβή για το περιβάλλον απ’ ό,τι τα σκάφη με κινητήρα που μπορούν άλλως να ληφθούν υπόψη. Το Δικαστήριο δεν διαθέτει όλα τα στοιχεία για τις ιδιότητες και επιπτώσεις των διαφόρων τύπων ατομικών σκαφών, για να απαντήσει οριστικά στο ζήτημα της αναλογικότητας υπό το πρίσμα αυτό. Εξάλλου, ούτε από τους ισχυρισμούς των λοιπών μετεχόντων στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κατέστη δυνατόν να συναχθεί τέτοια διάκριση όσον αφορά τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, εφόσον αυτοί ελάμβαναν, αντιθέτως, ως αφετηρία τα παρεμφερή χαρακτηριστικά όλων των ατομικών σκαφών. Εν τούτοις, εάν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι διάφοροι τύποι ατομικών σκαφών έχουν και επιπτώσεις διαφορετικής εντάσεως στο περιβάλλον, τότε θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας κατά πόσον ένα σύμφωνο προς την αναλογικότητα μέτρο στον τομέα της χρήσεως ατομικών σκαφών μπορεί να στηριχθεί στη διάκριση αυτή για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος.
80. Η αρχή της αναλογικότητας δεν απαγορεύει, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, να συνοδεύεται η απαγόρευση με ποινική κύρωση, η οποία μπορεί να είναι αναγκαία, για να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην απαγόρευση, ιδίως όταν η κύρωση συνίσταται απλώς σε πρόστιμο.
81. Η σουηδική κανονιστική απόφαση επιλέγει, ανεξαρτήτως των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας, τη μορφή της κατ’ αρχήν απαγορεύσεως με την επιφύλαξη άδειας και όχι τη λιγότερο δραστική μορφή της άδειας με επιφύλαξη απαγορεύσεως. Γενική άδεια με επιφύλαξη απαγορεύσεως συνιστά, βεβαίως, κατά κανόνα το λιγότερο δραστικό μέτρο. Εν τούτοις, η αρχή της αναλογικότητας δεν επιτάσσει άνευ ετέρου αυτή τη μέθοδο. Η άδεια με επιφύλαξη απαγορεύσεως θα πρέπει να είναι εξίσου πρόσφορη για την προστασία του περιβάλλοντος. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος αυτού πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι περιφερειακές ιδιομορφίες του εκάστοτε κράτους μέλους. Η Σουηδική Κυβέρνηση απέδειξε συναφώς ότι η Σουηδία χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο αριθμό λιμνών και μακρά ακτογραμμή με ευαίσθητες και άξιες προστασίας χλωρίδα και πανίδα. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι πειστικό το επιχείρημα της Σουηδίας ότι, λαμβανομένων υπόψη των γεωγραφικών ιδιομορφιών, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η μέθοδος άδειας με επιφύλαξη απαγορεύσεως και, επομένως, δεν είναι εξίσου πρόσφορη όπως το αντίθετο σύστημα της απαγορεύσεως με την επιφύλαξη άδειας.
82. Προβληματική, εν τούτοις, παρουσιάζεται η αναλογικότητα ρυθμίσεως όπως η σουηδική στο μέτρο που, κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση αποφάσεως από τις περιφερειακές αρχές, απαγορεύεται γενικώς η χρήση ατομικών σκαφών εκτός των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας.
83. Πράγματι, η μέθοδος αυτή καταλήγει στο ότι η οδήγηση ατομικών σκαφών μέχρι την έκδοση αποφάσεως των περιφερειακών αρχών απαγορεύεται και στις υδάτινες ζώνες, στις οποίες η προστασία του περιβάλλοντος ουδόλως καθιστά την απαγόρευση αναγκαία. Η ίδια η σουηδική κανονιστική απόφαση λαμβάνει ως αφετηρία ότι, εκτός των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας, υπάρχουν υδάτινες ζώνες στις οποίες η προστασία του περιβάλλοντος επιτρέπει τη χρήση ατομικών σκαφών.
84. Εν πάση περιπτώσει, εάν απαιτηθεί να επιτραπεί, μέχρι τον καθορισμό περαιτέρω υδάτινων ζωνών από τις περιφερειακές αρχές, η χρήση ατομικών σκαφών, τούτο θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη της χλωρίδας και της πανίδας ορισμένων υδάτων, οι οποίες παρουσιάζουν ευαισθησία στις επιθέσεις μέσω ατομικών σκαφών. Επομένως, η ρύθμιση αυτή δεν θα ήταν εξίσου πρόσφορη για την προστασία του περιβάλλοντος όπως η επιλεγείσα μέθοδος.
85. Για να τηρηθεί όμως η αρχή της αναλογικότητας, πρέπει –όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή– μια κανονιστική απόφαση όπως η επίδικη να τάσσει προθεσμία εντός της οποίας οι περιφερειακές αρχές οφείλουν να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους να καθορίσουν περαιτέρω υδάτινες ζώνες. Η διάρκεια της προθεσμίας πρέπει βεβαίως –όπως ορθώς τόνισε η Νορβηγία– να λαμβάνει υπόψη ότι οι περιφερειακές αρχές χρειάζονται ορισμένο χρόνο για να συγκεντρώσουν τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία προκειμένου να αποφασίσουν σε ποιες υδάτινες ζώνες είναι αβλαβής η χρήση ατομικών σκαφών. Εξ άλλου, η ασφάλεια δικαίου για τους επιχειρηματίες, για παράδειγμα τους εισαγωγείς ατομικών σκαφών, απαιτεί να καθορίζεται το χρονικό σημείο, μέχρι το οποίο οι περιφερειακές αρχές πρέπει να έχουν εκδώσει τις αποφάσεις τους, ώστε να παρασχεθεί στους επιχειρηματίες η δυνατότητα, μεταξύ άλλων, προγραμματισμού της εμπορικής τους δραστηριότητας. Όπως παραδέχθηκε η Σουηδική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία, μέχρι το χρονικό σημείο της προφορικής διαδικασίας, μόλις 15 από τις 21 περιφέρειες είχαν θεσπίσει σχετικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, εθνική κανονιστική απόφαση η οποία δεν ορίζει μέχρι πότε διατηρείται σε ισχύ η ευρεία απαγόρευση ατομικών σκαφών παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
86. Εάν αποδεικνυόταν ότι η χρήση ορισμένης κατηγορίας ατομικών σκαφών πριν από την έκδοση της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως επιτρεπόταν χωρίς περαιτέρω περιορισμούς –κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων της κύριας δίκης φαίνεται ότι αυτό συνέβαινε για τα «Personal Water Crafts»–, η αρχή της αναλογικότητας θα μπορούσε να επιτάσσει περαιτέρω ότι γι’ αυτά θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί μεταβατική περίοδος (40).
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
87. Επομένως, συνοπτικά, ισχύουν τα εξής:
Εθνικές νομικές διατάξεις, οι οποίες θεσπίζουν τους τρόπους χρήσεως προϊόντων, δεν αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, στο μέτρο που ισχύουν για όλους τους οικείους επιχειρηματίες, οι οποίοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ημεδαπή, και στο μέτρο που επηρεάζουν εξίσου, νομικώς και πραγματικώς, την πώληση των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και δεν συνδέονται με τα προϊόντα. Εν πάση περιπτώσει, οι απαγορεύσεις χρήσεως ή εθνικές διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν περιθωριακή μόνον χρήση προϊόντος, στο μέτρο που (σχεδόν) απαγορεύουν την πρόσβαση στην αγορά για το προϊόν αυτό, συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, τα οποία απαγορεύονται κατά το άρθρο 28 ΕΚ, στο μέτρο που δεν δικαιολογούνται σύμφωνα με το άρθρο 30 ΕΚ ή λόγω επιτακτικής ανάγκης.
Εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει απαγόρευση της χρήσεως ατομικών σκαφών και στις εν λόγω υδάτινες ζώνες, ως προς τις οποίες οι περιφερειακές αρχές δεν έχουν ακόμη λάβει απόφαση για το αν η προστασία του περιβάλλοντος απαιτεί εκεί απαγόρευση χρήσεως, είναι δυσανάλογη και, επομένως, δεν δικαιολογείται, στο μέτρο που δεν τάσσει εύλογη προθεσμία κατά την εκπνοή της οποίας οι περιφερειακές αρχές πρέπει να έχουν λάβει τις οικείες αποφάσεις.
Γ – Ερμηνεία της οδηγίας περί πληροφορήσεως
88. Τέλος, πρέπει ακόμη να εξετασθεί ποιες απαιτήσεις προκύπτουν από την οδηγία περί πληροφορήσεως για την έκδοση της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως.
89. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζήτησε ρητώς από το Δικαστήριο την ερμηνεία της οδηγίας περί πληροφορήσεως, φαίνεται όμως, ιδίως βάσει των ισχυρισμών των διαδίκων, χρήσιμο να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο εκείνα τα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για να εξετάσει αν συντρέχει παράβαση της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως κατά την οδηγία περί πληροφορήσεως.
90. Όσον αφορά το αντικείμενο της δίκης στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει βεβαίως ότι η δυνατότητα καθορισμού των προς υποβολή στο Δικαστήριο ερωτημάτων παρέχεται μόνο στο εθνικό δικαστήριο, ενώ οι διάδικοι δεν μπορούν να αλλάζουν το περιεχόμενό τους (41). Εξ άλλου, το Δικαστήριο τονίζει επίσης σε πάγια νομολογία του ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου που προβλέπει το άρθρο 234 ΕΚ, στο Δικαστήριο απόκειται να δίνει στο αιτούν δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (42).
91. Στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, μια χρήσιμη απάντηση πρέπει να περιέχει και εξέταση των συνεπειών της οδηγίας περί πληροφορήσεως για τη σουηδική κανονιστική απόφαση. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως που προβλέπει η οδηγία περί πληροφορήσεως επιφέρει τη μη εφαρμογή της μη κοινοποιηθείσας διατάξεως, ώστε αυτή να μην είναι αντιτάξιμη έναντι των ιδιωτών (43).
92. Εάν με την έκδοση της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως παραβιάστηκε η υποχρέωση γνωστοποιήσεως που καθιερώνει η οδηγία περί πληροφορήσεως, το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί, προκειμένου να αιτιολογήσει την καταδίκη των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, να στηριχθεί στη σουηδική κανονιστική απόφαση. Επομένως, επωφελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να αντιμετωπίσει και αυτή την πτυχή της συμβατότητας της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως προς το κοινοτικό δίκαιο.
93. Περαιτέρω, την εν λόγω πτυχή της οδηγίας περί πληροφορήσεως δεν προέβαλαν μόνον οι διάδικοι αλλά την έθιξε και το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Πράγματι, εξέθεσε με αυτήν ότι οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν ότι η Σουηδική Κυβέρνηση δεν κοινοποίησε νομοτύπως τη σουηδική κανονιστική απόφαση στην Επιτροπή, οπότε αυτή είναι ανίσχυρη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
94. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα. «Τεχνικός κανόνας» υπό την έννοια της οδηγίας περί πληροφορήσεως είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1, μεταξύ άλλων, «τεχνική προδιαγραφή», «άλλη απαίτηση» ή άλλη νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη που απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τη χρήση προϊόντος.
95. Κανονιστική ρύθμιση όπως η σουηδική κανονιστική απόφαση δεν εμπίπτει στην πρώτη ανωτέρω αναφερθείσα κατηγορία των «τεχνικών προδιαγραφών». Προς τούτο, θα έπρεπε πράγματι, κατά το άρθρο 1, σημείο 3, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, να ορίζει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του προϊόντος (44). Η σουηδική κανονιστική απόφαση δεν προβλέπει όμως κανένα χαρακτηριστικό για τα ατομικά σκάφη.
96. Η σουηδική κανονιστική απόφαση μπορεί όμως να αποτελέσει είτε «άλλη απαίτηση» ή «τεχνικό κανόνα» υπό την έννοια της οδηγίας περί πληροφορήσεως.
97. Μπορεί, αφενός, να συνιστά «άλλη απαίτηση» υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 4, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, διότι στη διάταξη αυτή ορίζεται ως «άλλη απαίτηση» απαίτηση επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν, ιδίως για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του.
98. Είναι όμως δυνατός και ο χαρακτηρισμός της απαγορεύσεως που περιλαμβάνεται στη σουηδική κανονιστική απόφαση όσον αφορά τη χρήση ατομικών σκαφών ως «τεχνικού κανόνα» υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, της οδηγίας περί πληροφορήσεως. Πράγματι, «τεχνικοί κανόνες» κατά τη διάταξη αυτή είναι, μεταξύ άλλων, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν τη χρήση ενός προϊόντος.
99. Όσον αφορά την κατάταξη εθνικού μέτρου σε μία εκ των δύο κατηγοριών, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό εξαρτάται από το εύρος της απαγορεύσεως χρήσεως, η οποία επιβάλλεται με το μέτρο αυτό (45). Η απαγόρευση χρήσεως κατά το άρθρο 1, σημείο 11, πρέπει να αποτελεί μέτρο του οποίου το περιεχόμενο βαίνει σαφώς πέραν του περιορισμού ορισμένων πιθανών χρήσεων του επίδικου προϊόντος και το οποίο, επομένως, δεν περιορίζεται στον απλό περιορισμό της χρήσεως του εν λόγω προϊόντος. Κατά συνέπεια, αυτό καταλαμβάνει, ειδικότερα, εθνικά μέτρα τα οποία δεν αφήνουν περιθώριο για καμία άλλη χρήση πλην των ευλόγως αναμενόμενων για το οικείο προϊόν αμιγώς περιθωριακών χρήσεων (46).
100. Εάν αποδειχθεί ότι η σουηδική κανονιστική απόφαση, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι περιφερειακές αρχές δεν καθόρισαν περαιτέρω υδάτινες ζώνες για τη χρήση ατομικών σκαφών, εξομοιώνεται de facto με γενική απαγόρευση της χρήσεως ατομικών σκαφών και αφήνει περιθώριο μόνο για αμιγώς περιθωριακή χρήση ατομικών σκαφών, τότε η απόφαση αυτή εμπίπτει στο άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας περί πληροφορήσεως. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν η σουηδική κανονιστική απόφαση συνιστά απαγόρευση χρήσεως υπό την έννοια αυτή (47).
101. Αν από τον έλεγχο του αιτούντος δικαστηρίου προκύψει ότι ο εθνικός περιορισμός χρήσεως δεν αποτελεί απαγόρευση χρήσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, πρέπει να θεωρηθεί δυνατόν να χαρακτηρισθεί η σουηδική κανονιστική απόφαση ως απαίτηση υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 4. Προς τούτο θα πρέπει ο περιορισμός της χρήσεως να επηρεάζει περαιτέρω ουσιωδώς τη σύνθεση, τη φύση ή την εμπορία του προϊόντος. Η επίδικη κανονιστική απόφαση δεν επηρεάζει όμως ούτε τη σύνθεση ούτε τη φύση του προϊόντος. Εν τούτοις, φαίνεται πιθανόν ότι ο επίμαχος εθνικός περιορισμός χρήσεως επηρεάζει ουσιωδώς την εμπορία των ατομικών σκαφών. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται σε τελική ανάλυση να προβεί και στη διαπίστωση αυτή.
102. Εθνικές διατάξεις οι οποίες εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί πληροφορήσεως πρέπει να γνωστοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στην Επιτροπή. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πληροφορήσεως προβλέπει, εν τούτοις, εξαιρέσεις από την κατ’ αρχήν υφιστάμενη υποχρέωση γνωστοποιήσεως.
103. Η υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεν υφίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις με τις οποίες συμμορφώνονται προς κοινοτικές πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα, με τις οποίες τίθενται σε ισχύ τεχνικές προδιαγραφές. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις για τη ναυσιπλοΐα, δεν συνιστά κοινοτική πράξη αναγκαστικού χαρακτήρα υπό την έννοια αυτή (48).
104. Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, δεν υφίσταται η υποχρέωση γνωστοποιήσεως, όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις, μέσω των οποίων κάνουν χρήση των ρητρών διασφαλίσεως που προβλέπονται σε κοινοτικές πράξεις αναγκαστικού χαρακτήρα. Η οδηγία περί σκαφών αναψυχής περιλαμβάνει στο άρθρο 7 ρύθμιση που επιγράφεται ρητώς ως ρήτρα διασφάλισης. Κατ’ αυτήν, τα κράτη μέλη μπορούν σε κρίσιμες καταστάσεις, όπως για τους ανθρώπους ή το περιβάλλον, να θεσπίσουν συγκεκριμένα προσωρινά μέτρα. Εν τούτοις, οι διατάξεις της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως δεν αποτελούν προσωρινά μέτρα, οπότε δεν συνιστούν εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής και, κατά συνέπεια, η υποχρέωση πληροφορήσεως δεν μπορεί να εκλείψει και για τον λόγο αυτόν (49).
105. Η υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεν υφίσταται σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, έκτη περίπτωση, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, ούτε όταν τα κράτη μέλη τροποποιούν απλώς έναν τεχνικό κανόνα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Επιτροπής, προκειμένου να αρθεί ένα εμπόδιο στις συναλλαγές.. Η εξαίρεση όμως αυτή θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή μόνον εάν υφίστατο συγκεκριμένη πρόταση τροποποιήσεως της Επιτροπή την οποία κράτος μέλος μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι, μόνο στην περίπτωση αυτή εκλείπει ο επιδιωκόμενος με την υποχρέωση κοινοποιήσεως σκοπός του προηγουμένου ελέγχου από την Επιτροπή, επειδή η Επιτροπή ήδη γνωρίζει ποια διάταξη θα θεσπίσει το κράτος μέλος και δεν χρειάζεται πλέον να την ελέγξει. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία όμως δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο το οποίο να υποδηλώνει ότι συνέτρεχε εν προκειμένω τέτοια περίπτωση.
106. Επομένως, η σουηδική κανονιστική απόφαση θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πληροφορήσεως, να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
107. Όπως εξέθεσε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ένα πρώτο σχέδιο της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή την 1η Απριλίου 2003 (50). Επ’ αυτού η Επιτροπή απέστειλε στη Σουηδική Κυβέρνηση, στις 27 Ιουνίου 2003, εμπεριστατωμένη γνώμη υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας περί πληροφορήσεως. Η παραλαβή αυτής της εμπεριστατωμένης γνώμης δημιουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, υποχρέωση αναβολής επί τρεις μήνες, δηλαδή το κράτος μέλος πρέπει να αναβάλει επί τρεις μήνες τη θέσπιση σχεδιασμένης και κοινοποιηθείσας διατάξεως. Η Σουηδική Κυβέρνηση τήρησε και την εν λόγω προθεσμία αναβολής, εφόσον θέσπισε το τελικό κείμενο της σουηδικής κανονιστικής αποφάσεως, όπως προέβαλε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, μόλις στις 10 Ιουνίου 2004 (51). Επομένως, εκ πρώτης όψεως, η Σουηδική Κυβέρνηση φαίνεται ότι τήρησε την υποχρέωση κοινοποιήσεως και την προθεσμία αναβολής των άρθρων 8 και 9.
108. Κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων της κύριας δίκης, πάντως, το τελικό κείμενο της κανονιστικής αποφάσεως αποκλίνει από το σχέδιο που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή. Εν πάση περιπτώσει, το κείμενο που τελικώς έγινε δεκτό, όπως συνάγεται από τις ενδείξεις της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, δεν κοινοποιήθηκε εκ νέου πριν από τη θέσπισή του. Επομένως, ανακύπτει συναφώς το ερώτημα αν, κατά την οδηγία περί πληροφορήσεως, το κείμενο της κανονιστικής αποφάσεως όπως θεσπίστηκε θα έπρεπε να κοινοποιηθεί εκ νέου πριν από τη θέσπισή του.
109. Υποχρέωση για νέα κοινοποίηση του τροποποιηθέντος σχεδίου θα μπορούσε να προκύψει από δύο απόψεις.
110. Πρώτον, ένα κράτος μέλος οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, να προβεί σε περαιτέρω κοινοποίηση, εφόσον επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στο κοινοποιηθέν σχέδιο με αποτέλεσμα να τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής του, να συντομεύεται το αρχικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, να προστίθενται προδιαγραφές ή απαιτήσεις ή να καθίστανται πιο αυστηρές οι εν λόγω προδιαγραφές ή απαιτήσεις. Παράβαση της νέας υποχρεώσεως κοινοποιήσεως πρέπει, όπως ακριβώς η παράβαση της αρχικής υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, να καταλήγει, κατ’ ουσία, στη μη εφαρμογή της μη κοινοποιηθείσας απαιτήσεως. Έννοια και σκοπός της οδηγίας περί πληροφορήσεως είναι να προστατευθεί μέσω προληπτικού ελέγχου των εθνικών μέτρων η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (52). Ο έλεγχος αυτός μπορεί να διεξαχθεί επιτυχώς από την Επιτροπή μόνον όταν της γνωστοποιούνται οι σημαντικές τροποποιήσεις του ήδη κοινοποιηθέντος σχεδίου.
111. Εν πάση περιπτώσει, βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η θεσπισθείσα κανονιστική απόφαση δεν περιέχει σημαντικές τροποποιήσεις σε σχέση με το κοινοποιηθέν σχέδιο. Το κοινοποιηθέν αρχικό σχέδιο θα πρέπει να περιείχε, κατ’ αρχήν, απαγόρευση της χρήσεως ατομικών σκαφών εκτός των διαύλων γενικής ναυσιπλοΐας. Φαίνεται ότι με την τροποποίηση που τελικώς έγινε δεκτή περιελήφθη στην κανονιστική απόφαση μόνον η υποχρέωση για τις περιφερειακές αρχές να καθορίσουν περαιτέρω υδάτινες ζώνες για τη χρήση ατομικών σκαφών. Η τροποποίηση αυτή δεν συνιστά «σημαντική τροποποίηση» υπό την έννοια της οδηγίας περί πληροφορήσεως. Πράγματι, με την τροποποίηση αυτή η απαίτηση δεν καθίσταται πιο αυστηρή, αλλά πιο ήπια και σε σχέση με πιθανό περιορισμό της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, της οποίας την προστασία πρέπει να εξασφαλίσει μέσω προληπτικού ελέγχου η οδηγία περί πληροφορήσεως. Εν τούτοις, στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου και μπορεί να ερευνήσει τα αναγκαία για την εκτίμηση χρονικά σημεία και περιεχόμενα των εκάστοτε κοινοποιήσεων, απόκειται να κρίνει τελικώς κατά πόσο στην υπό κρίση υπόθεση επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο της κοινοποιηθείσας κανονιστικής αποφάσεως και αυτή δεν κοινοποιήθηκε εκ νέου.
112. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να ερευνηθεί προκύπτει από το άρθρο 9, παράγραφος 2, εδάφιο 3, της οδηγίας περί πληροφορήσεως. Κατά τη διάταξη αυτή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αναφέρει στην Επιτροπή τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις εμπεριστατωμένες γνώμες, οπότε η Επιτροπή σχολιάζει την αντίδραση αυτή. Στην υπό κρίση υπόθεση όμως η Σουηδική Κυβέρνηση, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής στην προφορική διαδικασία, αντέδρασε στην εμπεριστατωμένη γνώμη για πρώτη φορά μετά την έκδοση της επίδικης εθνικής κανονιστικής αποφάσεως. Εν τούτοις, ορθώς η Επιτροπή κατά την προφορική συζήτηση επισήμανε ότι εξ αυτού δεν προκύπτει καμία νομική συνέπεια. Έλλειψη του προβλεπομένου στο άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, διαλόγου μεταξύ Επιτροπή και κράτους μέλους δεν μπορεί να καταλήξει σε μη εφαρμογή της εθνικής διατάξεως. Πράγματι, η οδηγία περί πληροφορήσεως επιτρέπει, κατ’ αρχήν, σε κράτος μέλος, να θεσπίζει εθνικό μέτρο, έστω και αν η Επιτροπή είχε εκφραστεί αρνητικά για το μέτρο αυτό, εφόσον αυτό κοινοποιήθηκε και η προθεσμία αναστολής έχει εκπνεύσει. Περαιτέρω, το κράτος μέλος οφείλει επίσης να κοινοποιήσει εκ νέου σημαντική τροποποίηση σχεδίου. Αυτές οι υποχρεώσεις προς ενέργεια που επιβάλλονται στο κράτος μέλος αρκούν για την άσκηση του αποτελεσματικού προληπτικού ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής που προβλέπει η οδηγία περί πληροφορήσεως. Η επιβολή κυρώσεως για την παράβαση της υποχρεώσεως του κράτους μέλους να αντιδράσει στην εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής με τη μη εφαρμογή του εθνικού μέτρου δεν είναι αναγκαία για την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου της Επιτροπής.
113. Επομένως, συνοπτικώς ισχύουν τα εξής:
Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, να κοινοποιήσουν εκ νέου ήδη κοινοποιηθείσα απαίτηση.
VI – Πρόταση
114. Βάσει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
1. Δεν αντιβαίνουν προς την οδηγία 94/25/ΕΚ, όπως ισχύει με την οδηγία 2003/44/ΕΚ, εθνικές διατάξεις, οι οποίες, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, απαγορεύουν τη χρήση ατομικών σκαφών, εφόσον αυτές δεν παραβιάζουν διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως το άρθρο 28 ΕΚ.
2. Εθνικές διατάξεις οι οποίες καθορίζουν τους τρόπους χρήσεως προϊόντων δεν συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, εφόσον ισχύουν για όλους τους οικείους επιχειρηματίες, οι οποίοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στην ημεδαπή, επηρεάζουν νομικώς και πραγματικώς εξίσου την πώληση των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών και δεν συνδέονται με τα προϊόντα. Εν πάση περιπτώσει, οι απαγορεύσεις χρήσεως ή εθνικές διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν περιθωριακή μόνο χρήση για νέο προϊόν, στο μέτρο που (σχεδόν) παρεμποδίζουν την πρόσβαση στην αγορά για το προϊόν, συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, τα οποία απαγορεύονται κατά το άρθρο 28 ΕΚ, καθόσον δεν δικαιολογούνται σύμφωνα με το άρθρο 30 ΕΚ ή από επιτακτική απαίτηση.
3. Εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει απαγόρευση χρήσεως ατομικών σκαφών και σε υδάτινες ζώνες ως προς τις οποίες οι περιφερειακές αρχές δεν έχουν ακόμη λάβει απόφαση για το αν η προστασία του περιβάλλοντος απαιτεί εκεί απαγόρευση χρήσεως είναι δυσανάλογη και, κατά συνέπεια, δεν δικαιολογείται, στο μέτρο που δεν προβλέπει εύλογη προθεσμία εντός της οποίας οι περιφερειακές αρχές θα πρέπει να έχουν λάβει τις οικείες αποφάσεις.
4. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, κατά την οδηγία περί πληροφορήσεως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και μόνον, να κοινοποιήσουν εκ νέου ήδη κοινοποιηθείσα απαίτηση.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 164, σ. 15, όπως ισχύει με την οδηγία 2003/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2003, για την τροποποίηση της οδηγίας 94/25/ΕΚ, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν τα σκάφη αναψυχής (ΕΕ L 214, σ. 18).
3 – Κανονιστική απόφαση 1993:1053, τεθείσα σε ισχύ στις 15 Ιουλίου 2004.
4 – ΕΕ L 204, σ. 37, όπως ισχύει με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 217, σ. 18).
5 – Στο εξής: αιτούν δικαστήριο.
6 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1996, C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψη 19), της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99, DaimlerChrysler (Συλλογή 2001, σ. I-9897, σκέψη 32) και της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C-322/01, Deutscher Apothekerverband (Συλλογή 2003, σ. I-14887, σκέψη 64).
7 – Βλ. αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1994, C-316/93, Vaneetveld (Συλλογή 1994, σ. I-763, σκέψη 16) και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑348/98, Mendes Ferreira (Συλλογή 2000, σ. I-6711, σκέψη 33). Κάτι διαφορετικό φαίνεται να ισχύει, κατά την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 78), για την περίπτωση κατά την οποία πίσω από διάταξη οδηγίας υπάρχει γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Για τη σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C-212/04, Adeneler (Συλλογή 2006, σ. I-6057, σκέψεις 123 επ.).
8 – Βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψη 45), της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL (Συλλογή 2003, σ. I‑4431, σκέψη 58), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C-138/05, Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie (Συλλογή 2006, σ. I-8339, σκέψη 42).
9 – Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-157/02, Rieser Internationale Transporte (Συλλογή 2004, σ. I-1477, σκέψη 69).
10 – Βλ., για την ισχύ της αρχής αυτής στο κοινοτικό δίκαιο, την απόφαση της 3ης Μαΐου 2005, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-3565, σκέψη 69).
11 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου, της 10ης Ιουνίου 2004, στην υπόθεση C-457/02, Niselli (Συλλογή 2004, σ. I-10853, σημεία 69 επ.) και της 14ης Οκτωβρίου 2004, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-387/02, C-391/02 και C-403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-3565, σημεία 155 επ.).
12 – Βλ., μεταξύ άλλων, από την πρόσφατη νομολογία, αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C‑280/04, Jyske Finans (Συλλογή 2005, σ. I-10683, σκέψη 34) και της 9ης Μαρτίου 2006, C-323/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I-2161, σκέψη 32).
13 – Βλ. τη δεύτερη, τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί σκαφών αναψυχής.
14 – Βλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1992, C-310/90, Egle (Συλλογή 1992, σ. I‑177, σκέψη 12) όσον αφορά την προσφυγή στο ιστορικό θεσπίσεως ως επιβεβαίωση ερμηνευτικού αποτελέσματος το οποίο συνήχθη μέσω των άλλων ερμηνευτικών μεθόδων.
15 – Κοινή θέση (EΚ) 40/2002, της 22ας Απριλίου 2002, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 94/25/ΕΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν τα σκάφη αναψυχής (ΕΕ C 170 E, σ. 1, ιδίως σ. 16).
16 – Κοινή θέση (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σ. 19).
17 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, και την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-83/05, Voigt (Συλλογή 2006, σ. I-6799, σκέψεις 17 επ.).
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5), της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. I-6097, σκέψη 11) και της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-158/04 και C-159/04, Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος (Συλλογή 2006, σ. I-8135, σκέψη 15).
19 – Βλ. απόφαση Keck και Mithouard (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 13).
20 – Βλ. αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 1993, C-93/92, CMC Motorradcenter (Συλλογή 1993, σ. I-5009, σκέψη 12), της 3ης Δεκεμβρίου 1998, C-67/97, Ditlev Bluhme (Συλλογή 1998, σ. I-8033, σκέψη 22) και της 26ης Μαΐου 2005, C-20/03, Burmanjer κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-4133, σκέψη 31), στην οποία κρίθηκε ότι το κριτήριο «παραείναι ασήμαντο και αβέβαιο». Για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών βλ. την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2005, C-134/03, Viacom Outdoor (Συλλογή 2005, σ. I-1167, σκέψη 38).
21 – Βλ. απόφαση Keck και Mithouard (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 14).
22 – Βλ. απόφαση Keck και Mithouard (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 16).
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1995, C-470/93, Mars (Συλλογή 1995, σ. I-1923, σκέψη 13) και της 26ης Ιουνίου 1997, C-368/95, Familiapress (Συλλογή 1997, σ. I-3689, σκέψη 11). Για την πρόταση τροποποιήσεως των κριτηρίων Keck, ιδίως για την αποφυγή των δυσκολιών οριοθετήσεως μεταξύ διατάξεων που συνδέονται με τα προϊόντα και διατάξεων που συνδέονται με την εμπορία τους, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Maduro της 30ής Μαρτίου 2006 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-158/04 και C-159/04, Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σημεία 42 επ.).
24 – Βλ. αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 1994, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-69/93 και C-258/93, Punto Casa και PPV (Συλλογή 1994, σ. I-2355) και της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-387/93, Banchero (Συλλογή 1995, σ. I-4663).
25 – Όπως έκρινε, για παράδειγμα, το Δικαστήριο στην υπόθεση Keck και Mithouard (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 12) για την εντός κράτους μέλους απαγόρευση της πωλήσεως κάτω της τιμής αγοράς. Πρέπει, συναφώς, να διευκρινισθεί ότι το κριτήριο της προθέσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αφεαυτού πρόσφορο κριτήριο οριοθετήσεως.
26 – Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-391/92, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1995, σ. I-1621, σκέψη 17).
27 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26, σκέψη 18).
28 – Βλ. για τη δικαιολογία διαφορετικής μεταχειρίσεως, για παράδειγμα, την απόφαση στην υπόθεση Deutscher Apothekerverband (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 75 επ.).
29 – Βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79, Henn και Darby (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 781, σκέψη 21).
30 – Απόφαση Keck (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 17).
31 – Ο αποκλεισμός προσβάσεως στην αγορά ή η σημαντική δυσχέρανση της προσβάσεως χαρακτηρίζεται συχνά και ως το αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ, βλ., ιδίως, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs, της 24ης Νοεμβρίου 1994, στην υπόθεση C-412/93, Leclerc-Siplec (απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995, Συλλογή 1995, σ. I-179, σημεία 38 επ.) και της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl, της 11ης Μαρτίου 2003, στην υπόθεση C-322/01, Deutscher Apothekerverband (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, Συλλογή 2003, σ. I-14887, σημείο 78).
32 – Βλ. σημείο 63 των προτάσεων αυτών.
33 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, αποκαλούμενη «Cassis de Dijon» (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 8), απόφαση της 17ης Ιουνίου 1981, 113/80, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1981, σ. 1625, σκέψεις 10 επ.).
34 – Επομένως, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν στη νομολογία του Δικαστηρίου εγκαταλείφθηκε η προϋπόθεση της άμεσης εφαρμογής ιδίως όσον αφορά την επιτακτική απαίτηση της προστασίας του περιβάλλοντος: βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. Ι-2099, σκέψη 75).
35 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 302/86, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1988, σ. 4607, σκέψη 8) και της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I-4431, σκέψη 22).
36 – Βλ. αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C-213/96, Outokumpu (Συλλογή 1998, σ. I-1777, σκέψη 32) και της 15ης Νοεμβρίου 2005, C-320/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2005, σ. I-9871, σκέψη 72).
37 – Βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C-463/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2004, σ. I-11705, σκέψη 78) και C-309/02, Radlberger Getränkegesellschaft και S. Spitz (Συλλογή 2004, σ. I-11763, σκέψη 79).
38 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1982, 261/81, Rau (Συλλογή 1982, σ. 3961, σκέψη 12) και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-270/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2004, σ. I-1559, σκέψη 25).
39 – Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει τα πραγματικά αυτά ζητήματα.
40 – Βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, C-320/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2005, σ. I-9871, σκέψη 90) και απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψεις 79 και 80), καθώς και Radlberger Getränkegesellschaft και S. Spitz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψεις 80 και 81).
41 – Βλ. αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2000, C-402/98, ATB κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-5501, σκέψη 29) και της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-412/96, Kainuun (Συλλογή 1998, σ. I-5141, σκέψη 23).
42 – Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, C-62/00, Marks & Spencer (Συλλογή 2002, σ. I-6325, σκέψη 32), της 28ης Νοεμβρίου 2000, C-88/99, Roquette Frères (Συλλογή 2000, σ. I-10465, σκέψη 18) και της 17ης Ιουλίου 1997, C-334/95, Krüger (Συλλογή 1997, σ. I-4517, σκέψη 22).
43 – Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-303/04, Lidl Italia (Συλλογή 2005, σ. I-7865, σκέψη 23) και της 30ής Απριλίου 1996, C-194/94, CIA Security International (Συλλογή 1996, σ. I-2201, σκέψη 54) για την προηγούμενη οδηγία 83/189/ΕΟΚ.
44 – Βλ. για τις διατάξεις με πανομοιότυπη κατ’ ουσίαν διατύπωση της προηγούμενης οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Απριλίου 2005, C-267/03, Lindberg (Συλλογή 2005, σ. I-3247, σκέψη 57) και της 6ης Ιουνίου 2002, C-159/00, Sapod Audic (Συλλογή 2002, σ. I-5031, σκέψη 30).
45 – Βλ. απόφαση Lindberg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 74).
46 – Απόφαση Lindberg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψεις 75 επ.).
47 – Βλ. απόφαση Lindberg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44, σκέψη 77).
48 – Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-500/03, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, διαθέσιμη στον ηλεκτρονικό τόπο , σκέψη 34).
49 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 37).
50 – Έτσι και η βάση δεδομένων TRIS της Επιτροπής (Βλ. ).
51 – Η κανονιστική απόφαση περί ατομικών σκαφών τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιουλίου 2004.
52 – Βλ. αποφάσεις Lidl Italia (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 22), CIA Security International (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 40) και απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C-226/97, Lemmens (Συλλογή 1998, σ. I-3711, σκέψη 32).
Full & Egal Universal Law Academy