ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 21ης Σεπτεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C‑183/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Αυστηρή προστασία των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος»
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (2) και διατηρώντας σε ισχύ ορισμένες διατάξεις της νομοθεσίας της που δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις των άρθρων 12, παράγραφος 1, και 16 της οδηγίας αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
I – Το νομικό πλαίσιο
2. Κύριος σκοπός της οδηγίας περί οικοτόπων είναι να ευνοήσει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας με τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας στο έδαφος των κρατών μελών όπου έχει εφαρμογή η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (3).
3. Η ενυδρίδα, όλα τα κητοειδή, η δερματοχελώνα (4), ο καλαμίτης φρύνος (5), ο γυμνοσάλιαγκας του Kerry (6) και όλα τα είδη νυχτερίδων περιλαμβάνονται μεταξύ των ειδών που αναφέρονται στο παράρτημα IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων. Τα είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα αυτό αποτελούν ζωικά είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος που χρήζουν αυστηρής προστασίας.
4. Το άρθρο 12 της οδηγίας περί οικοτόπων έχει ως ακολούθως:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να θεσπισθεί ένα καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που αναφέρονται στο σημείο α΄ του παραρτήματος IV, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, που να απαγορεύει:
α) κάθε μορφή σύλληψης ή θανάτωσης, εκ προθέσεως, δειγμάτων αυτών των ειδών λαμβανομένων στη φύση·
β) να παρενοχλούνται εκ προθέσεως τα εν λόγω είδη, ιδίως κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, τη χειμερία νάρκη και τη μετανάστευση·
γ) την εκ προθέσεως καταστροφή ή τη συλλογή των αυγών στο φυσικό περιβάλλον·
δ) τη βλάβη ή καταστροφή των τόπων αναπαραγωγής ή των τόπων ανάπαυσης.
2. Τα κράτη μέλη απαγορεύουν την κατοχή, τη μεταφορά, την πώληση, ή την ανταλλαγή και την προσφορά προς πώληση ή ανταλλαγή των δειγμάτων των ειδών που έχουν συλληφθεί στο φυσικό περιβάλλον, εκτός εκείνων που συλλέγησαν νομίμως πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
3. Οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α΄ και β΄, και στην παράγραφο 2 εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια της ζωής των ζώων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
4. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης των τυχαίων συλλήψεων ή θανατώσεων των ειδών της πανίδας που απαριθμούνται στο σημείο α΄ του παραρτήματος IV. Βάσει των πληροφοριών που συγκεντρώνονται, τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν τις απαιτούμενες περαιτέρω έρευνες ή μέτρα διατήρησης ώστε να διασφαλισθεί ότι οι τυχαίες συλλήψεις ή θανατώσεις δεν θα έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στα εν λόγω είδη.»
5. Το άρθρο 13 της οδηγίας περί οικοτόπων επιβάλλει, επίσης, την αυστηρή προστασία των φυτικών ειδών που περιλαμβάνονται στο σημείο β΄του παραρτήματος IV. Στο πλαίσιο αυτό, απαγορεύονται:
«α) η εκ προθέσεως αποκομιδή καθώς και η συλλογή, κοπή, εκρίζωση ή καταστροφή δειγμάτων των εν λόγω ειδών, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους·
β) η κατοχή, μεταφορά, εμπορία ή ανταλλαγή και προσφορά για εμπορικούς σκοπούς δειγμάτων των εν λόγω ειδών, που έχουν συλλεγεί από το φυσικό περιβάλλον, εκτός εκείνων που έχουν συλλεγεί νομίμως πριν αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η παρούσα οδηγία.»
6. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής του κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15, στοιχεία α΄ και β΄:
α) για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους·
β) για να προλάβουν σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής·
γ) για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον·
δ) για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους, για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής των εν λόγω ειδών και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών·
ε) για να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών που αναφέρει το παράρτημα IV.»
7. Το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων προβλέπει ότι τα κράτη μέλη, όταν κάνουν χρήση της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, αποστέλλουν στην Επιτροπή ανά διετία έκθεση για τις χορηγηθείσες παρεκκλίσεις. Η Επιτροπή ανακοινώνει τη γνώμη της γι’ αυτές τις παρεκκλίσεις το πολύ εντός δώδεκα μηνών από την παραλαβή των εκθέσεων και ενημερώνει σχετικά την επιτροπή που την επικουρεί.
8. Το άρθρο 16, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας αναφέρει τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνει η έκθεση.
9. Η οδηγία περί οικοτόπων άρχισε να ισχύει στις 21 Μαΐου 1994.
II – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
10. Στις 18 Οκτωβρίου 2002, η Επιτροπή διαπίστωσε διάφορες παραλείψεις όσον αφορά τη μεταφορά της οδηγίας περί οικοτόπων στην ιρλανδική νομοθεσία. Πρώτον, η Ιρλανδία είχε παραλείψει να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13 και για τα είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV της οδηγίας περί οικοτόπων και τα οποία δεν απαντώνται φυσιολογικά στην Ιρλανδία. Δεύτερον, η Ιρλανδία δεν είχε λάβει ειδικά μέτρα για την εγκαθίδρυση ενός συστήματος αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που περιλαμβάνονται στο στοιχείο α΄ του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων, όπως επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Τρίτον, η Ιρλανδία είχε παραλείψει να θεσπίσει ένα σύστημα ελέγχου των τυχαίων συλλήψεων και θανατώσεων των ζωικών ειδών του παραρτήματος IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, όπως επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας. Τέλος, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στην ιρλανδική νομοθεσία υπήρχαν διατάξεις που αντέβαιναν τόσο στο άρθρο 12 όσο και στο άρθρο 16 της οδηγίας περί οικοτόπων. Με έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή ζήτησε, συνεπώς, από την Ιρλανδία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της ως προς τα ζητήματα αυτά.
11. Με έγγραφο της 20ής Δεκεμβρίου 2002, οι ιρλανδικές αρχές συμφώνησαν ότι οι ειδικές διατάξεις της ιρλανδικής νομοθεσίας με τις οποίες είχαν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13 της οδηγίας περί οικοτόπων περιορίζονταν σε εκείνα τα είδη του παραρτήματος IV, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας αυτής που απαντώνται στο ιρλανδικό έδαφος. Οι ιρλανδικές αρχές επεσήμαναν στην Επιτροπή ότι στην ιρλανδική νομοθεσία υπήρχαν διατάξεις περί εξουσιοδοτήσεως που επέτρεπαν την επέκταση, εφόσον παρίστατο ανάγκη, του συστήματος αυστηρής προστασίας που επέβαλλαν τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13 της εν λόγω οδηγίας.
12. Εξάλλου, οι ιρλανδικές αρχές έλαβαν μια σειρά μέτρων για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
13. Η Επιτροπή, θεωρώντας την απάντηση της Ιρλανδίας ανεπαρκή, της απηύθυνε, με επιστολή της 11ης Ιουλίου 2003, αιτιολογημένη γνώμη στην οποία επαναλάμβανε τις παρατηρήσεις που περιέχονταν στο έγγραφο οχλήσεως. Η Επιτροπή κάλεσε την Ιρλανδία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός δύο μηνών από της παραλαβής της.
14. Στις 12 Σεπτεμβρίου 2003, η Ιρλανδία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, πληροφορώντας την Επιτροπή ότι είχε προταθεί η επέκταση, με την έκδοση κανονισμών, του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 12, παράγραφος 2, και 13, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας περί οικοτόπων σε όλα τα είδη του παραρτήματος IV, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας αυτής. Η Ιρλανδία ανέφερε, επίσης, ότι απέρριπτε την ερμηνεία της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία τα άρθρα 12 και 16 της οδηγίας περί οικοτόπων δεν είχαν μεταφερθεί ορθώς στο ιρλανδικό δίκαιο. Επιπλέον, η Ιρλανδία ανακοίνωσε ένα σχέδιο προστασίας χρονολογούμενο από το 2002 όσον αφορά τον καλαμίτη φρύνο και ενημέρωσε την Επιτροπή για τους μηχανισμούς ελέγχου και τις πρωτοβουλίες που είχε αναλάβει στον τομέα αυτόν όσον αφορά αυτό το είδος, τα είδη νυχτερίδας, την ενυδρίδα και τη δερματοχελώνα. Η Ιρλανδία διευκρίνισε ότι θα ακολουθούσαν πληροφορίες και ως προς τον γυμνοσάλιαγκα του Kerry και τα κητοειδή.
15. Στις 8 Ιανουαρίου 2004, η Ιρλανδία έστειλε στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την αιτιολογημένη γνώμη. Ανάφερε ότι τέσσερα προγράμματα δράσεως ανά είδος (ΠΔΕ) βρίσκονταν στο στάδιο της επεξεργασίας και επρόκειτο να οριστικοποιηθούν τον Μάρτιο του 2004 για ένα είδος θηλαστικών, ένα πτηνό, ένα είδος ιχθύος και ένα φυτικό είδος, βάσει των οποίων θα καταρτίζονταν ΠΔΕ για την ενυδρίδα, τα είδη νυχτερίδων, τον καλαμίτη φρύνο, τον γυμνοσάλιαγκα του Kerry και την Killarney Fern (7), τα οποία ΠΔΕ θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα έτοιμα τον Σεπτέμβριο του 2005. Όσον αφορά τα κητοειδή, η Ιρλανδία ανέφερε ότι τα είδη αυτά παρουσίαζαν ιδιαίτερες δυσκολίες και ότι είχαν ξεκινήσει έρευνες για την αναζήτηση των καλύτερων δυνατών μέσων προστασίας των εν λόγω ειδών στα ιρλανδικά ύδατα.
16. Κρίνοντας ότι η δοθείσα απάντηση δεν της επέτρεπε να θεωρήσει ότι η Ιρλανδία είχε συμμορφωθεί προς τις εκ της οδηγίας περί οικοτόπων υποχρεώσεις της, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
III – Η προσφυγή
17. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει τρεις αιτιάσεις αντλούμενες αντιστοίχως:
– από ατελή μεταφορά, στο εσωτερικό δίκαιο, των άρθρων 12, παράγραφος 2, και 13, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, όσον αφορά τα είδη που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV της οδηγίας αυτής και δεν απαντώνται κανονικά στην Ιρλανδία·
– από τη μη θέσπιση ειδικών μέτρων για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας που επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας·
– από την ύπαρξη, στην ιρλανδική νομοθεσία, διατάξεων που είναι ασυμβίβαστες τόσο με το άρθρο 12 όσο και με το άρθρο 16 της οδηγίας περί οικοτόπων.
18. Βάσει των απαντήσεων της Ιρλανδίας, η Επιτροπή φρονεί ότι το ιρλανδικό δίκαιο είναι πλέον σύμφωνο με τα άρθρα 12, παράγραφος 2, και 13 της οδηγίας αυτής. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέσυρε την πρώτη αιτίασή της.
19. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω τις άλλες δύο αιτιάσεις με τη σειρά που εκτέθηκαν ανωτέρω.
IV – Εκτίμηση
Α – Επί της δεύτερης αιτιάσεως
20. Πρέπει να υπομνησθεί προκαταρκτικώς ότι, δυνάμει του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος που είναι αποδέκτης ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφήνει όμως στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών την επιλογή του τύπου και των μέσων εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Πάντως, σύμφωνα με πάγια νομολογία (8), η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί μεν, κατ’ ανάγκην, την τυπική και κατά γράμμα επανάληψη του περιεχομένου της και μπορεί να αρκεσθεί σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο, το πλαίσιο όμως αυτό πρέπει να εξασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή.
21. Επιβάλλεται συναφώς, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να καθοριστεί η φύση της διατάξεως που προβλέπει η οδηγία, την οποία αφορά η προσφυγή λόγω παραβάσεως, προκειμένου να προσδιοριστεί η έκταση των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη (9).
22. Από την τέταρτη και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί οικοτόπων προκύπτει ότι οι οικότοποι και τα απειλούμενα είδη αποτελούν μέρος της φυσικής κληρονομιάς της Κοινότητας και ότι η λήψη μέτρων που ευνοούν τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και ειδών προτεραιότητας κοινοτικού ενδιαφέροντος αποτελεί κοινή ευθύνη όλων των κρατών μελών. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά την εν λόγω οδηγία και ειδικότερα το άρθρο 12, παράγραφος 1, η ακριβής μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, όπου η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη, όσον αφορά το έδαφος καθενός από αυτά (10).
23. Επομένως, στο πλαίσιο της οδηγίας περί οικοτόπων, η οποία θέτει περίπλοκους και τεχνικούς κανόνες στον τομέα του δικαίου του περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν ιδιαιτέρως ώστε η νομοθεσία τους που αποσκοπεί στη διασφάλιση της μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο να είναι σαφής και ακριβής (11).
24. Ειδικότερα, η μεταφορά του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη μόνο την υποχρέωση να θεσπίσουν πλήρες νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και την υποχρέωση να εφαρμόσουν συγκεκριμένα και ειδικά μέτρα προστασίας (12). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ένα σύστημα αυστηρής προστασίας, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 12, παράγραφος 1, προϋποθέτει τη θέσπιση συνεκτικών και συντονισμένων μέτρων προληπτικού χαρακτήρα (13).
25. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται για τη μεταφορά του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο αποσκοπούν στη διασφάλιση της βιολογικής ποικιλομορφίας μέσω της διατηρήσεως ή της αποκαταστάσεως, σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος.
26. Κατά το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και θ΄, της εν λόγω οδηγίας, η «κατάσταση διατηρήσεως» κρίνεται «ικανοποιητική» όταν «η περιοχή της φυσικής κατανομής [του οικοτόπου] και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται» και όταν «τα δεδομένα τα σχετικά με την πορεία των πληθυσμών του οικείου είδους δείχνουν ότι το είδος αυτό εξακολουθεί και μπορεί να εξακολουθήσει μακροπρόθεσμα να αποτελεί ένα ζωτικό στοιχείο των φυσικών οικοτόπων στους οποίους ανήκει».
27. Κατά τη γνώμη μου, η διατήρηση καταστάσεως ευνοϊκής για τους φυσικούς οικοτόπους και τα είδη του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων επιβάλλει τη λήψη αυξημένων μέτρων ελέγχου και εποπτείας. Πράγματι, είμαι της γνώμης ότι, καταρτίζοντας έναν κατάλογο των ειδών που πρέπει να τυγχάνουν αυστηρής προστασίας, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να τα διακρίνει από άλλα είδη της άγριας πανίδας και χλωρίδας, ιδίως διότι τα είδη του παραρτήματος IV της οδηγίας αυτής, όπως και οι φυσικοί οικότοποί τους, είναι περισσότερο ευάλωτα (14).
28. Εξάλλου, φρονώ ότι η αυστηρή προστασία των ειδών που περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα IV εξαρτάται πρωτίστως από την καλή γνώση κάθε είδους, του τόπων αναπαύσεως και αναπαραγωγής του ή, ακόμα, των πιθανών κινδύνων που ενδέχεται να το απειλούν. Αυτό προϋποθέτει, κατά τη γνώμη μου, μακροχρόνια εποπτεία των εν λόγω ειδών. Το Δικαστήριο έκρινε, εξάλλου, με την προμνησθείσα απόφασή του Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ότι «η υποχρέωση εποπτείας [που προβλέπει το άρθρο 11 της οδηγίας περί οικοτόπων] είναι ουσιώδης για την πρακτική αποτελεσματικότητα της [εν λόγω] οδηγίας […] και ότι πρέπει να αποτελεί αντικείμενο λεπτομερούς, σαφούς και ακριβούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο» (15).
29. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι δεδομένο ότι στο έδαφος της Ιρλανδίας απαντώνται πολλά από τα είδη του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων. Δεν αμφισβητείται ότι τα σημαντικότερα από απόψεως αριθμού δειγμάτων και τόπων κατανομής είναι οι νυχτερίδες και τα κητοειδή, όλα τα είδη των οποίων προστατεύονται από το εν λόγω παράρτημα IV. Τα λοιπά είδη του εν λόγω παραρτήματος IV που απαντώνται στην Ιρλανδία είναι η ενυδρίδα, ο καλαμίτης φρύνος, η δερματοχελώνα και ο γυμνοσάλιαγκας του Kerry.
30. Βάσει των ανωτέρω εκτεθέντων, θα πρέπει τώρα να εκτιμηθεί το βάσιμο της δεύτερης αιτιάσεως, η οποία αντλείται από την απουσία ειδικών μέτρων σκοπούντων στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας που επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων.
31. Προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή προβάλλει επτά ισχυρισμούς.
1. Επί του πρώτου ισχυρισμού
32. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία τη μη εφαρμογή συστήματος αυστηρής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας περί οικοτόπων όσον αφορά τη δερματοχελώνα και τον γυμνοσάλιαγκα του Kerry, στο μέτρο που κανένα από τα δύο αυτά είδη δεν περιλαμβάνεται στον πρώτο πίνακα της ιρλανδικής νομοθετικής ρυθμίσεως περί οικοτόπων του 1997.
33. Όσον αφορά τον πρώτο αυτόν ισχυρισμό, η Επιτροπή αναφέρει ότι είναι ικανοποιημένη από την απάντηση της Ιρλανδίας σχετικά με τη δερματοχελώνα και τον γυμνοσάλιαγκα του Kerry. Θεωρώ, συνεπώς, ότι παρέλκει η εξέταση του βασίμου αυτού του ισχυρισμού.
2. Επί του δευτέρου ισχυρισμού
34. Η Επιτροπή επικαλείται την ύπαρξη παράλληλου συστήματος παρεκκλίσεων βάσει του ιρλανδικού νόμου περί της άγριας πανίδας και χλωρίδας του 1976, όπως έχει τροποποιηθεί από τον νόμο περί της άγριας πανίδας και χλωρίδας του 2000 (στο εξής: Wildlife Act 1976), το οποίο καθιστά αβέβαιη τη θέσπιση ειδικών μέτρων για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας των ειδών του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων.
35. Δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι διατυπωμένος κατά τον ίδιο τρόπο όπως και η τρίτη αιτίαση, θεωρώ ότι το βάσιμο αυτού του ισχυρισμού και της εν λόγω αιτιάσεως πρέπει να εκτιμηθούν μαζί.
3. Επί του τρίτου ισχυρισμού
36. Κατά την Επιτροπή, τα ΠΔΕ, που αποτελούν αποτελεσματικό μέσο εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί, πλην εκείνου που αφορά τον καλαμίτη φρύνο. Τα ειδικά μέτρα που έλαβε η Ιρλανδία αποτελούν ένα διάσπαρτο και αποσπασματικό σύνολο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσήκον σύστημα αυστηρής προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας περί οικοτόπων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, μόνον η κατάσταση του καλαμίτη φρύνου φαίνεται ικανοποιητική.
37. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έκφραση «βρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως», την οποία χρησιμοποιεί η Ιρλανδία προς δικαιολόγηση της μελλοντικής δημοσιεύσεως και άλλων ΠΔΕ, δεν παρέχει καμία βεβαιότητα ως προς την ημερομηνία δημοσιεύσεως και την τελική μορφή των μελλοντικών ΠΔΕ.
38. Η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι για τα είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, τα εν λόγω προγράμματα πρέπει ακόμα να λάβουν οριστική μορφή και να δημοσιευθούν. Διευκρινίζει επίσης ότι ένα πρόγραμμα δημοσιεύσεως άλλων ΠΔΕ, προοριζομένων να καλύψουν όλα τα είδη του εν λόγω παραρτήματος IV, βρίσκεται σε εξέλιξη.
39. Θεωρώ, όπως η Επιτροπή, ότι το ΠΔΕ συνιστά αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη της αυστηρής προστασίας που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων. Πράγματι, παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το συγκεκριμένο είδος, τους οικοτόπους του καθώς και τους τόπους αναπαύσεως και αναπαραγωγής του και διατυπώνει ειδικές συστάσεις που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της καλής διατηρήσεως του εν λόγω είδους.
40. Θεωρώ ότι το ΠΔΕ που έχει εκπονήσει η Ιρλανδία για τον καλαμίτη φρύνο (16) ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 12, παράγραφος 1. Κατέστησε δυνατή τη μελέτη των τόπων αναπαραγωγής του καλαμίτη φρύνου και, με τον τρόπο αυτόν, τη διάνοιξη νέων λιμνών για το είδος αυτό. Ένα πρόγραμμα συστηματικής εποπτείας των τόπων αναπαραγωγής του είδους αυτού άρχισε να εφαρμόζεται το 2004 και παρατάθηκε και στα έτη 2005 και 2006.
41. Ωστόσο, όσον αφορά τα λοιπά είδη του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων, η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω προγράμματα δεν έχουν ακόμα λάβει την οριστική μορφή τους ούτε δημοσιευθεί, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ένα πρόγραμμα δημοσιεύσεως άλλων ΠΔΕ, που θα καλύπτει όλα τα είδη του εν λόγω παραρτήματος IV, βρίσκεται «σε εξέλιξη».
42. Αρκεί η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (17).
43. Τα ΠΔΕ για τα είδη του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων δεν είχαν ολοκληρωθεί κατά τον χρόνο λήξεως της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, ήτοι στις 11 Σεπτεμβρίου 2003, και, επομένως, ο τρίτος ισχυρισμός είναι βάσιμος.
4. Επί του τετάρτου ισχυρισμού
44. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η ύπαρξη δικτύου υπαλλήλων επιφορτισμένων αποκλειστικώς με τη διατήρηση των ειδών δεν καταδεικνύει, από μόνη της, ότι έχουν ληφθεί ειδικά μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας το οποίο επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων. Η Επιτροπή μνημονεύει, ως παράδειγμα, το εγχειρίδιο που αφορά τον καλαμίτη φρύνο (18), από το οποίο προκύπτει ότι οι αρμόδιες αρχές «έχουν και άλλα καθήκοντα και είναι υπεύθυνες για εκτεταμένες ζώνες και […] ότι δεν έχουν αρκετό χρόνο για να ελέγχουν συστηματικά τους πληθυσμούς του καλαμίτη φρύνου».
45. Επί του σημείου αυτού, η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί σοβαρά τις παρατηρήσεις της Επιτροπής.
46. Πράγματι, η Ιρλανδία αναφέρει ότι οι υπάλληλοί της είναι δραστήριοι και προστατεύουν κατά τρόπο αποτελεσματικό τα είδη και, ιδίως, τους καλαμίτες φρύνους, διαδραματίζοντας έτσι ουσιώδη ρόλο στην εφαρμογή της προστασίας του είδους αυτού. Εξάλλου, η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι τα μέλη του ιρλανδικού εθνικού δικτύου φυλάκων και υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένα με την προστασία της φύσεως ασκούν «παθητική εποπτεία», την οποία, όμως, κρίνει αποτελεσματική.
47. Από τη δικογραφία (19) προκύπτει ότι η Ιρλανδία περιορίζεται να βεβαιώσει ότι τα μέλη αυτού του δικτύου έχουν επίγνωση της καταστάσεως διατηρήσεως των ζωικών ειδών και επισημαίνουν κάθε σημαντική μεταβολή του επιπέδου διατηρήσεως ενός είδους.
48. Όπως ανέφερα προηγουμένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση εποπτείας των οικοτόπων και των ειδών του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων είναι ουσιώδους σημασίας για την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής. Όμως, θεωρώ ότι η έλλειψη χρόνου για την οποία κάνει λόγο το εγχειρίδιο καταδεικνύει ότι οι ανθρώπινοι πόροι που έχουν διατεθεί για την εποπτεία και τον έλεγχο των ειδών του εν λόγω παραρτήματος καθώς και των οικοτόπων τους είναι ανεπαρκείς και δεν ανταποκρίνονται στην απαίτηση της αυστηρής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων. Κατά τη γνώμη μου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπάρχει συστηματική και μόνιμη εποπτεία της καταστάσεως διατηρήσεως των οικοτόπων και των ειδών, ούτε ότι τα στοιχεία που προέρχονται από την εκ μέρους των υπαλλήλων παθητική εποπτεία συγκεντρώνονται και οργανώνονται κατά τρόπο συνεκτικό ώστε να ανταποκρίνονται στην απαιτούμενη αυστηρή προστασία.
49. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι και ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος.
5. Επί του πέμπτου επιχειρήματος
50. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν πραγματοποιεί συστηματικές μελέτες των επιπτώσεων επί των ειδών προτού εγκρίνει ένα κατασκευαστικό σχέδιο ή σχέδιο κατεδαφίσεως. Κατά την Επιτροπή, οι εκτιμήσεις των επιπτώσεων στο περιβάλλον (στο εξής: ΕΕΠ), οι οποίες γίνονται σύμφωνα με την οδηγία 85/337/ΕΟΚ (20), μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμες καθόσον προειδοποιούν τις αρχές σχετικά με τις ειδικές απειλές στις οποίες είναι εκτεθειμένοι οι τόποι αναπαραγωγής και αναπαύσεως των ειδών του παραρτήματος IV της οδηγίας περί οικοτόπων. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι όλα τα σχέδια δεν υποβάλλονται σε ΕΕΠ.
51. Εξάλλου, ακόμα και όταν πραγματοποιούνται ΕΕΠ, οι ιρλανδικές αρχές δεν απαιτούν από τον εργολάβο να τους παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα προστατευόμενα είδη παρά μόνον μετά τη χορήγηση της οικοδομικής άδειας, πράγμα που υποσκάπτει την τυχόν αποτελεσματικότητα των ΕΕΠ ως εργαλείου συλλογής πληροφοριών.
52. Ως παράδειγμα, η Επιτροπή αναφέρει τρία σχέδια. Καταρχάς, υποστηρίζει ότι το σχέδιο ανεγέρσεως ξενοδοχείου στην τοποθεσία Lough Rynn υποβλήθηκε όντως σε ΕΕΠ που κατέδειξε ότι θα είχε επιπτώσεις για τους πληθυσμούς νυχτερίδας. Ωστόσο, οι ιρλανδικές αρχές δεν ζήτησαν καμία συμπληρωματική πληροφορία προτού χορηγήσουν την άδεια και ουδόλως αναφέρθηκαν στην υποχρέωση τηρήσεως των όρων του άρθρου 16 της οδηγίας περί οικοτόπων. Περαιτέρω, η Επιτροπή μνημονεύει το σχέδιο παρακάμψεως του Ennis, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των τόπων όπου κουρνιάζουν οι μικροί ρινόλοφοι (21). Τέλος, αναφέρει την κατασκευή αγωγού αερίου στον κόλπο Broadhaven, στο πλαίσιο του σχεδίου εγκαταστάσεως φωταερίου στο Corrib, που είχε ως συνέπεια τη διατάραξη των τόπων αναπαύσεως και αναπαραγωγής των κητοειδών στην περιοχή αυτή.
53. Όσον αφορά το σχέδιο της τοποθεσίας Lough Rynn, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η Irish Planning Appeals Board (επιτροπή αρμόδια σε θέματα σχεδίων χωροταξίας, στο εξής: Board) έλαβε υπόψη της όλα τα στοιχεία που υπέβαλαν οι διάφοροι εμπλεκόμενοι και βεβαιώθηκε, όταν εξέδωσε την άδεια για το σχέδιο αυτό, ότι θα τηρούνταν δεόντως η οδηγία περί οικοτόπων και η οδηγία 85/337/ΕΟΚ.
54. Εξάλλου, η Ιρλανδία θεωρεί ότι το Συμβούλιο της Κομητείας του Leitrim, όργανο τοπικής αυτοδιοικήσεως, είναι αρμόδιο να εξετάσει την καταλληλότητα της συνολικής μελέτης των πληθυσμών νυχτερίδας στην τοποθεσία αυτή, προκειμένου να αποφανθεί επί του θέματος και να συνάψει συμφωνία με τον εργολάβο όσον αφορά τα μέτρα αμβλύνσεως των ενοχλήσεων του περιβάλλοντος. Η μελέτη αυτή έγινε πράγματι πριν από την έναρξη υλοποιήσεως του σχεδίου. Η Ιρλανδία υποστηρίζει επίσης ότι, σε περίπτωση μη τηρήσεως των ειδικών επιταγών όλων των συναφών διατάξεων, η τοπική αρχή χωροταξίας μπορεί να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως προκειμένου να διορθώσει την κατάσταση.
55. Από τα έγγραφα της δικογραφίας (22) προκύπτει ότι το σχέδιο αυτό εγκρίθηκε από την Board το 2002 ενώ η μελέτη που αποδείκνυε τις επιπτώσεις του σχεδίου στις νυχτερίδες πραγματοποιήθηκε μόλις το 2004 και οι εργασίες άρχισαν το 2003.
56. Η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί τα πορίσματα της συνολικής μελέτης (23), η οποία υποβλήθηκε τον Ιούνιο του 2004 από τον εργολάβο. Η μελέτη αυτή, που πραγματοποιήθηκε μετά την έκδοση της άδειας, καταδεικνύει ότι η ανακαίνιση ορισμένων κτιρίων και η κοπή ορισμένων δένδρων θα οδηγήσει σαφώς στην εξαφάνιση των οικοτόπων αυτών ως τόπων αναπαύσεως και αναπαραγωγής. Υπογραμμίζει επίσης ότι ο θόρυβος και το φως από τις ανθρώπινες δραστηριότητες θα επηρεάσουν σημαντικά τα είδη των νυχτερίδων.
57. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, θεωρώ ότι το πολεοδομικό σχέδιο της τοποθεσίας Lough Rynn δεν μπορούσε να εγκριθεί από τις ιρλανδικές αρχές, τουλάχιστον χωρίς να προβλεφθεί νόμιμη παρέκκλιση. Δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι για το εν λόγω σχέδιο δεν χορηγήθηκαν παρεκκλίσεις προβλεπόμενες από το άρθρο 16 της οδηγίας αυτής.
58. Η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί σοβαρά την αιτίαση αυτή και απλώς υπογραμμίζει τον πρόσφορο χαρακτήρα της συνολικής μελέτης, την οποία εξέτασαν οι τοπικές αρχές, και την προσήκουσα λειτουργία της Board.
59. Εξάλλου, όσον αφορά την παράκαμψη του Ennis, από τα έγγραφα της δικογραφίας (24) προκύπτει ότι το σχέδιο αυτό αποτέλεσε αντικείμενο ΕΕΠ η οποία ανέφερε ότι η παράκαμψη αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των τόπων όπου κουρνιάζει ο μικρός ρινόλοφος. Όμως, βάσει των στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Ιρλανδία, φαίνεται ότι οι ιρλανδικές αρχές χορήγησαν παρέκκλιση μόλις στις 7 Ιουλίου 2004, πολύ μετά την έγκριση του κατασκευαστικού σχεδίου. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της άδειας, οι ιρλανδικές αρχές είχαν κρίνει σκόπιμο να ζητήσουν έγκυρη παρέκκλιση.
60. Το ίδιο ισχύει και για το σχέδιο εγκαταστάσεως φωταερίου στο Corrib, όσον αφορά την κατασκευή αγωγού αερίου στον κόλπο του Broadhaven. Δεν αμφισβητείται ότι στον κόλπο αυτόν απαντώνται πολλά είδη κητοειδών, προστατευόμενα από το παράρτημα IV της οδηγίας περί οικοτόπων. Για την υλοποίηση του σχεδίου προβλεπόταν η χρήση εκρηκτικών. Όμως, από την επιστολή της 3ης Νοεμβρίου 2003 (25), την οποία απηύθυνε η Ιρλανδία στη Γενική Διεύθυνση «Περιβάλλον» της Επιτροπής, προκύπτει ότι η Marine Licence Vetting Committee (επιτροπή ελέγχου των θαλασσίων αδειών) είχε επισημάνει τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε για τα κητοειδή ο θόρυβος τον οποίο θα προκαλούσε η χρήση αυτών των εκρηκτικών. Η εκούσια χρήση εκρηκτικών σε ζώνη περιέχουσα είδη προστατευόμενα από το παράρτημα IV της οδηγίας περί οικοτόπων αντιβαίνει στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής. Εντούτοις, από την επιστολή αυτή της 3ης Νοεμβρίου 2003 προκύπτει σαφώς ότι το σχέδιο εγκρίθηκε χωρίς να χορηγηθεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 16 της εν λόγω οδηγίας.
61. Οι εκτιμήσεις των σχεδίων της παρακάμψεως του Ennis και του φωταερίου του Corrib καταδεικνύουν ότι υφίσταται μη αμελητέος κίνδυνος διαταράξεως των τόπων αναπαύσεως και αναπαραγωγής των προστατευομένων ειδών. Εξάλλου, η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, αφενός, ότι οι ιρλανδικές θαλάσσιες αρχές έκριναν απαραίτητο να προβλέψουν μέτρα αμβλύνσεως των ενοχλήσεων για τα κητοειδή ούτως ώστε να «ελαχιστοποιήσουν τις επιπτώσεις» και, αφετέρου, ότι η National Park and Wildlife Service (στο εξής: NPWS) επέβαλε στον εργολάβο του σχεδίου παρακάμψεως του Ennis μια σειρά μέτρων για την εξασφάλιση οικοτόπου για τα είδη νυχτερίδας
62. Βάσει όλων αυτών των στοιχείων, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός είναι βάσιμος όσον αφορά τα σχέδια της τοποθεσίας Lough Rynn, της παρακάμψεως του Ennis και της εγκαταστάσεως φωταερίου στο Corrib.
6. Επί του έκτου ισχυρισμού
63. Όσον αφορά τον έκτο ισχυρισμό, η Επιτροπή θεωρεί ότι, με εξαίρεση ως προς τον μικρό ρινόλοφο και τον καλαμίτη φρύνο, οι ιρλανδικές αρχές δεν διαθέτουν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με ορισμένα είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, τους τόπους αναπαύσεως και αναπαραγωγής τους, καθώς και τους δυνητικούς κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένα.
64. Πρώτον, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν είναι επαρκώς ενημερωμένη όσον αφορά τα είδη νυχτερίδας. Η αναγγελθείσα από την Ιρλανδία εποπτεία, η οποία συνεπάγεται τη διέλευση με αυτοκίνητο από έξι μελετώμενες ζώνες, την «car transect», είναι αρκετά περιορισμένη και δεν καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των φωλεών. Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επιχειρήματα της Ιρλανδίας, σύμφωνα με τα οποία, αφενός, το πρόγραμμα αυτό θα παράσχει «εγκαίρως» ουσιώδεις πληροφορίες για τις τάσεις του πληθυσμού και, αφετέρου, μπορεί να σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά τη συνδυασμένη καταγραφή των συλλεγομένων στοιχείων μέχρι τα τέλη του 2005, δεν εξασφαλίζουν με βεβαιότητα ότι η Ιρλανδία θα εφαρμόσει πρόσφορο σύστημα αυστηρής προστασίας που να βαίνει πέραν του σημερινού πιλοτικού προγράμματος. Καμία συγκεκριμένα ημερομηνία δεν ανακοινώθηκε για την εγκαθίδρυση προσήκοντος συστήματος εποπτείας.
65. Δεύτερον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η μελέτη που επιβεβαιώνει την παρουσία ενυδρίδων στο ιρλανδικό έδαφος είναι προγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας περί οικοτόπων. Επομένως, εκτιμά ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι τόποι αναπαύσεως και αναπαραγωγής της ενυδρίδας αποτελούν σήμερα αντικείμενο της προσήκουσας σφαιρικής προστασίας. Η δήλωση απλώς και μόνον ότι η έκθεση μελέτης που άρχισε το 2004 επρόκειτο να υποβληθεί στα τέλη του 2005 δεν αρκεί για να θεωρηθεί με βεβαιότητα ότι θα τεθούν σε εφαρμογή το προσήκον σύστημα και πρόγραμμα εποπτείας.
66. Τρίτον, όσον αφορά τον γυμνοσάλιαγκα του Kerry, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ιρλανδία δεν απέδειξε ότι καθιέρωσε ένα σύστημα συλλογής πληροφοριών συγκρίσιμο ως προς όλα τα στοιχεία του με εκείνο που ισχύει για τον καλαμίτη φρύνο. Η παθητική εποπτεία την οποία ασκούν οι ιρλανδικές αρχές και η απασχόληση βιολόγου ειδικευμένου στα ασπόνδυλα δεν παρέχουν καμία βεβαιότητα ως προς την τακτική συλλογή δεδομένων, συνεπή και ολοκληρωμένη, σχετικά με την παρουσία του γυμνοσάλιαγκα του Kerry, τους τόπους αναπαύσεως και αναπαραγωγής του, καθώς και τους κινδύνους που είναι πιθανόν να τον απειλήσουν.
67. Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν εκπόνησε ένα πρόγραμμα σφαιρικής, προσήκουσας και διαρκούς εποπτείας για τα κητοειδή, που θα επέτρεπε τη διαμόρφωση ενός συστήματος αυστηρής προστασίας του είδους. Η Επιτροπή δηλώνει ικανοποιημένη από το ενεργό πρόγραμμα εποπτείας και το πρόγραμμα καταγραφής των κητοειδών κατά μήκος των ιρλανδικών ακτών από εθελοντές, θεωρεί όμως ότι τα προγράμματα αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως προγράμματα σφαιρικής εποπτείας.
68. Ομοίως, η Επιτροπή είναι μεν ικανοποιημένη από τη χορήγηση οικονομικής υποστηρίξεως στην NPWS για ένα σχέδιο εποπτείας για τα μικρά κητοειδή στον κόλπο του Galway και από τη συμμετοχή της υπηρεσίας αυτής στην εποπτεία των κητοειδών εντός του κόλπου του Roaring Water, υποστηρίζει όμως ότι αυτά τα ad hoc πρόγραμμα και σύστημα, δεδομένου ότι είναι περιορισμένα γεωγραφικώς και η μακροπρόθεσμη ισχύς τους δεν είναι εξασφαλισμένη, δεν μπορούν να συνιστούν σύστημα σφαιρικής προστασίας.
69. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μια μελέτη του 2005 καταδεικνύει την ύπαρξη κενών στις γνώσεις σχετικά με τα κητοειδή που απαντώνται στα ιρλανδικά ύδατα, ενώ οι δράσεις της Ιρλανδίας είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τα κητοειδή, λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεως των θαλασσίων και παρακτίων υδάτων του κράτους μέλους αυτού και του αριθμού των ειδών που απαντώνται στα ύδατα αυτά. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι πόροι της NPWS είναι ιδιαίτερα περιορισμένοι όσον αφορά την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Οι wildlife rangers (επιτόπιο προσωπικό της NPWS) έχουν ουσιαστικά χερσαία καθήκοντα και δεν διαθέτουν καθόλου ή διαθέτουν λίγο εξοπλισμό ή πείρα για ναυσιπλοΐα.
70. Σχετικά με τον έκτο ισχυρισμό, η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι το πιλοτικό πρόγραμμα εποπτείας των νυχτερίδων δεν αντικαθιστά μια περισσότερο ολοκληρωμένη παρακολούθηση. Ωστόσο, θεωρεί ότι αυτό το πρόγραμμα «car transect» παρέχει αρκετά πλήρη στοιχεία για την παρουσία ορισμένων ειδών νυχτερίδας και την κατανομή τους και μπορεί ακόμα να βελτιωθεί. Η Ιρλανδία προσθέτει ότι το εν λόγω πρόγραμμα βαίνει πέραν του σταδίου του πιλοτικού προγράμματος και ήδη έχει εισέλθει στο τρίτο έτος λειτουργία τους, καθώς και ότι παρέχει εγκαίρως ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με τις εξελίξεις των πληθυσμών αυτών.
71. Επιπλέον, η Ιρλανδία αναφέρει ότι έχει έλθει σε συμφωνία με την Bat Conservation Ireland προκειμένου να επεκτείνει τη βάση δεδομένων για τις φωλιές των νυχτερίδων. Προβλέπεται η σύναψη συμβάσεως στα τέλη του 2006 για την κατάρτιση μιας βάσεως δεδομένων που να συγκεντρώνει τα γνωστά στοιχεία για τις νυχτερίδες. Εξάλλου, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι μια έκθεση με συστάσεις ενός εμπειρογνώμονα σχετικά με τις απαιτήσεις εποπτείας και τα μέτρα διατηρήσεως των νυχτερίδων αναμένεται για τα τέλη του 2005.
72. Όσον αφορά την ενυδρίδα, η Ιρλανδία αναφέρει ότι μια μελέτη για το είδος αυτό πρόκειται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2005 και η έκθεση που θα προκύψει από τη μελέτη αυτή προβλέπεται για τις αρχές του 2006. Η εν λόγω μελέτη δεν είναι η πρώτη, αλλά αποτελεί συνέχεια δύο άλλων προγενεστέρων μελετών που πραγματοποιήθηκαν το 1980/1981 και το 1990/1991. Εξάλλου, η παρακολούθηση των ενυδρίδων με ηλεκτρομαγνητικό σύστημα επιτρέπει τη λεπτομερή μελέτη των τόπων αναπαύσεως καθώς και των προτύπων συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της ημέρας, των αλληλεπιδράσεων στους πληθυσμούς αυτούς και των μετακινήσεων. Η Ιρλανδία υποστηρίζει επίσης ότι, αν παρατηρηθεί μείωση του είδους αυτού, θα πραγματοποιήσει νέες έρευνες προκειμένου να προσδιορίσει τη φύση αυτής της μειώσεως και να λάβει τα αναγκαία μέτρα.
73. Η Ιρλανδία υποστηρίζει επίσης ότι ένας εμπειρογνώμονας βιολόγος εργάζεται για την εκπόνηση ΕΕΠ όσον αφορά τον γυμνοσάλιαγκα του Kerry. Αυτή η ΕΕΠ βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο και επιβεβαιώνει ότι το είδος εξακολουθεί να ευδοκιμεί εκεί όπου είναι γνωστή η παρουσία του. Η Ιρλανδία ελπίζει ότι η εν λόγω ΕΕΠ, η οποία θα περιλαμβάνει και συστάσεις για ένα πρόγραμμα εποπτείας, θα δημοσιευθεί το 2006.
74. Υπενθυμίζω για μία ακόμα φορά ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Εν προκειμένω, η προθεσμία έληξε στις 11 Σεπτεμβρίου 2003.
75. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, δεν είχαν ακόμα ληφθεί τα ειδικά μέτρα πληροφορήσεως για την αυστηρή προστασία της ενυδρίδας, του γυμνοσάλιαγκα του Kerry και των ειδών νυχτερίδας.
76. Περαιτέρω, από την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι η εποπτεία των ειδών πρέπει να είναι συστηματική και διαρκής (26). Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ικανοποιητικό το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι οι δύο μελέτες για την ενυδρίδα που πραγματοποιήθηκαν το 1980/1981 και το 1990/1991 συνιστούν απόδειξη περί του ότι το κράτος μέλος αυτό είχε όντως οργανώσει την εποπτεία του είδους αυτού. Πράγματι, φαίνεται ότι από το 1991 έως το 2005 δεν υπήρξε συστηματική και διαρκής μελέτη του είδους. Επιπλέον, η διενέργεια νέων ερευνών σε περίπτωση διαπιστώσεως μειώσεως του πληθυσμού της ενυδρίδας δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων. Το σύστημα αυστηρής προστασίας κατά το εν λόγω άρθρο 12 προϋποθέτει τη λήψη μέτρων προληπτικού χαρακτήρα (27). Επομένως, τα μέτρα που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη πρέπει να προλαμβάνουν τη μείωση του πληθυσμού των προστατευομένων ειδών και όχι να παρεμβαίνουν αφού έχει διαπιστωθεί η μείωση.
77. Όσον αφορά τα κητοειδή, η Ιρλανδία επικαλείται μια σειρά προγραμμάτων εποπτείας των ιρλανδικών ακτών. Υποστηρίζει επίσης ότι, εφόσον η έκθεση της 6ης Απριλίου 2005 (28) όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας περί οικοτόπων ως προς την αυστηρή προστασία των ειδών καταδεικνύει ότι η κοινοτική πολιτική βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της διαμορφώσεώς της, τα υφιστάμενα μέτρα είναι επαρκή και ανταποκρίνονται στις επιταγές της οδηγίας αυτής.
78. Επιπλέον, από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 812/2004 (29), η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι συλλέγει παρατηρήσεις σχετικά με τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα κητοειδών στο πλαίσιο ορισμένων αλιευτικών δραστηριοτήτων και ότι θα αναφερθεί στις παρατηρήσεις αυτές στην ετήσια έκθεση που προβλέπεται για την 1η Ιουνίου 2006. Η Ιρλανδία επισημαίνει επίσης το γεγονός ότι το Bord Iascaigh Mhara (ιρλανδικό συμβούλιο θαλάσσιας αλιείας) συμμετέχει σε ένα πανευρωπαϊκό πρόγραμμα που άρχισε τον Μάρτιο του 2004 και αποσκοπεί στη μείωση των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων κητοειδών.
79. Η Ιρλανδία αναφέρει επίσης την απόφαση δημιουργίας βάσεως εθνικών βιολογικών μετρήσεων και την ίδρυση του National Biological Records Center, που προορίζεται να είναι το αρχείο που θα παρέχει βάσεις δεδομένων στους ερευνητές και στα άτομα που αναζητούν πληροφορίες σχετικά με την κατανομή των ειδών.
80. Ως προς την αυστηρή προστασία των ειδών κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, η Ιρλανδία επικαλείται ένα τρέχον πρόγραμμα καταγραφής στις εκβολές του Shannon, στον κόλπο του Roaring Water και στην περιοχή των νήσων Blasket, καθώς και ένα σχέδιο παρακολουθήσεως των μικρών κητοειδών στους κόλπους του Galway και του Roaring Water. Η Ιρλανδία επικαλείται επίσης την έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το 1999 έως το 2001 από το Coastal & Marine Resources Centre (30).
81. Το 1991, η Ιρλανδία αναγνώρισε ότι τα ιρλανδικά ύδατα αποτελούσαν προσφιλή τόπο συγκεντρώσεως για τις φάλαινες και τα δελφίνια. Η μελέτη που έγινε από το Coastal & Marine Resources Centre καταδεικνύει ότι υπάρχουν 21 είδη κητοειδών στα ιρλανδικά ύδατα, μεταξύ των οποίων και είδη σπάνια και απειλούμενα, όπως η μπλε φάλαινα. Η μελέτη αυτή επισημαίνει τους κινδύνους που απειλούν τα κητοειδή, ιδίως τα σεισμικά φαινόμενα που οφείλονται σε ανθρώπινες δραστηριότητες.
82. Από την εν λόγω μελέτη προκύπτει ότι είναι απαραίτητο να γίνουν εργασίες έρευνας και αναλύσεως, ιδίως για την ενσωμάτωση των στοιχείων σχετικά με τα κητοειδή στα στοιχεία που αφορούν την αλιεία και στις φυσικές και ωκεανογραφικές παραμέτρους, ώστε να μπορέσουν οι ιρλανδικές αρχές να διαμορφώσουν ένα αποτελεσματικότερο εργαλείο διαχειρίσεως.
83. Εξάλλου, μια μελέτη της Irish Whale and Dolphin Group, που πραγματοποιήθηκε το 2005, καταγγέλλει τα κενά των γνώσεων σχετικά με τα κητοειδή εντός της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης της Ιρλανδίας και επισημαίνει την επείγουσα ανάγκη συγκεντρώσεως ακριβέστερων στοιχείων σχετικά με την κατανομή και τον αριθμό των κητοειδών στα ιρλανδικά ύδατα, ιδίως προς τον σκοπό της συμμορφώσεως προς τις επιταγές της οδηγίας περί οικοτόπων (31).
84. Βάσει αυτών των στοιχείων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Ιρλανδίας σύμφωνα με την οποία οι προμνησθείσες δράσεις και μελέτες καταδεικνύουν ότι μεριμνά για την εποπτεία και τη μακροπρόθεσμη προστασία των κητοειδών που απαντώνται στα χωρικά της ύδατα. Πράγματι, προκύπτει σαφώς ότι τα προγράμματα εποπτείας των κητοειδών αποτελούν προγράμματα ad hoc, τα οποία περιορίζονται σε ορισμένες γεωγραφικές ζώνες. Η Ιρλανδία δεν απέδειξε ότι υπάρχει για τα κητοειδή πρόγραμμα σφαιρικής, συστηματικής και διαρκούς προστασίας.
85. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι η συμβολή στην ερμηνεία της οδηγίας περί οικοτόπων όσον αφορά την αυστηρή προστασία των ειδών (32) υποδηλώνει ότι η κοινοτική πολιτική στον τομέα αυτόν βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της διαμορφώσεως και, ως εκ τούτου, νομιμοποιεί την αδράνειά της.
86. Πράγματι, το έγγραφο προσανατολισμού έχει ως στόχο, όπως υποδηλώνει η ονομασία του, να προσανατολίσει τα κράτη μέλη κατά τη θέσπιση της νομοθεσίας τους. Σε καμία περίπτωση το έγγραφο αυτό δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το περιεχόμενο της υποχρεώσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, που έχει τεθεί σε ισχύ από το 1994.
87. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι και ο έκτος ισχυρισμός είναι βάσιμος.
7. Επί του έβδομου ισχυρισμού
88. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η Ιρλανδία δεν απέδειξε ότι εφάρμοσε την προσήκουσα στρατηγική για την αντιμετώπιση των γνωστών ειδών απειλών όσον αφορά τους τόπους αναπαραγωγής και αναπαύσεως των ειδών νυχτερίδας. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν προβαίνει σε εκτιμήσεις των σχεδίων αυτών, τα οποία, κατά κανόνα δεν υποβάλλονται σε ΕΕΠ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι νυχτερίδες απειλούνται από την επεξεργασία του ξύλου, τις εργασίες ανακαινίσεως και κατεδαφίσεως.
89. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως που ασκείται δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως και δεν μπορεί να βασιστεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (33).
90. Συνεπώς, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι η πρακτική που εφαρμόζει η Ιρλανδία όσον αφορά τα μικρά σχέδια, όπως αυτά της επεξεργασίας του ξύλου ή των εργασιών ανακαινίσεως, τα οποία δεν χρειάζεται να υποβληθούν σε ΕΕΠ, θίγει το σύστημα αυστηρής προστασίας των ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV, σημείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων.
91. Προς στήριξη της θέσεώς της, η Επιτροπή περιορίζεται απλώς σε ισχυρισμούς χωρίς να τους αποδεικνύει (34). Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «αν είναι σωστά πληροφορημένη, πολλοί φορείς τοπικής αυτοδιοικήσεως ουδέποτε πραγματοποιούν έρευνα σχετικά με τις νυχτερίδες προτού προχωρήσουν στην επισκευή γεφυρών». Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, όπως συγκεκριμένα και λεπτομερή παραδείγματα έργων που έχουν πραγματοποιηθεί υπό τέτοιες συνθήκες.
92. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο έβδομος ισχυρισμός δεν είναι βάσιμος.
93. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου αυτών των στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, μη λαμβάνοντας τα ειδικά μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας το οποίο επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Β – Επί της τρίτης αιτιάσεως
94. Η Επιτροπή επικαλείται την ύπαρξη, στο ιρλανδικό δίκαιο, ενός παράλληλου καθεστώτος παρεκκλίσεων που δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 12 και 16 της οδηγίας περί οικοτόπων. Αυτό το παράλληλο καθεστώς απορρέει από το άρθρο 23, παράγραφος 7, του Wildlife Act 1976 και από το άρθρο 42 του ίδιου νόμου.
95. Λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση που έδωσε η Ιρλανδία με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την αιτίασή της σχετικά με το άρθρο 42 του Wildlife Act 1976.
96. Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικώς ότι η Ιρλανδία μετέφερε το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων στην εσωτερική έννομη τάξη με τον κανονισμό 23 των European Communities (Natural Habitats) Regulations 1997, το δε άρθρο 16 της ίδιας οδηγίας με τον κανονισμό 25 των European Communities (Natural Habitats) Regulations 1997, με διατύπωση πολύ συγκρίσιμη με εκείνη του εν λόγω άρθρου 16.
97. Ωστόσο, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το άρθρο 23, παράγραφος 7, στοιχεία a, b και c, du Wildlife Act 1976 θεσπίζει εξαιρέσεις οι οποίες ισχύουν σήμερα και αποκλίνουν από τις απαιτήσεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, χωρίς να τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16 της οδηγίας αυτής. Υπενθυμίζω, επίσης, ότι ο Wildlife Act 1976 τροποποιήθηκε το 2000 και, ως εκ τούτου, είναι μεταγενέστερος της ενάρξεως της ισχύος των κανονισμών με τους οποίους μεταφέρθηκε η εν λόγω οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο.
98. Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 7, στοιχεία a, b και c, του Wildlife Act 1976, δεν συνιστά παράβαση το γεγονός ότι ένα άτομο, όχι εκ προθέσεως, τραυματίζει ή θανατώνει προστατευόμενο άγριο ζώο κατά την άσκηση δραστηριότητας στο πλαίσιο της γεωργίας, της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας, της δασοκομίας ή της εξορύξεως τύρφης, ή διαταράσσει ή καταστρέφει τον τόπο αναπαραγωγής ενός τέτοιου ζώου στο πλαίσιο των εν λόγω δραστηριοτήτων, ή ακόμα, όχι εκ προθέσεως, θανατώνει ή τραυματίζει ένα τέτοιο ζώο ή καταστρέφει τον τόπο αναπαραγωγής ή αναπαύσεως ενός τέτοιου ζώου ή του προξενεί βλάβη στο πλαίσιο της κατασκευής δρόμου ή οποιασδήποτε αρχαιολογικής εργασίας ή πολεοδομικής κατασκευής ή επίσης στο πλαίσιο της κατασκευής ή της εκτελέσεως κάθε άλλης τυχόν συναφούς εργασίας.
99. Καίτοι η Ιρλανδία τροποποίησε τον νόμο της προσθέτοντας μια παράγραφο 8 στο άρθρο 23 του Wildlife Act 1976 και εξαλείφοντας έτσι τη διάσταση μεταξύ του άρθρου αυτού και του κανονισμού 25 των European Communities (Natural Habitats) Regulations 1997, η Επιτροπή εμμένει στην αιτίασή της, καθόσον η Ιρλανδία εξέδωσε και κοινοποίησε τον κανονισμό 3 των European Communities (Natural Habitats) Regulations 2005, με τον οποίο προστέθηκε η νέα αυτή παράγραφος, μετά την εκπνοή της προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη.
100. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, πριν από την έναρξη της ισχύος των European Communities (Natural Habitats) Regulations 2005, οι εξαιρέσεις που προβλέπονταν στο άρθρο 23, παράγραφος 7, του Wildlife Act 1976 εφαρμόζονταν στα είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων. Συνεπώς, η Ιρλανδία χορήγησε παρεκκλίσεις βάσει του άρθρου αυτού.
101. Κατά την Επιτροπή, φαίνεται ότι οι εισάγουσες παρέκκλιση διατάξεις του κανονισμού 25 των European Communities (Natural Habitats) Regulations 1997 ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν για μεγάλα σχέδια όπως το σχέδιο του αγωγού αερίου στο Corrib ή το σχέδιο της τοποθεσίας Lough Rynn. Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης, στην έκθεση σχετικά με τις παρεκκλίσεις που έχουν χορηγηθεί βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας περί οικοτόπων, τη μη ύπαρξη έγκυρης παρεκκλίσεως αντιστοιχούσας στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 23, παράγραφος 7, του Wildlif Act 1976.
102. Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη αυτού του παράλληλου συστήματος παρεκκλίσεων δημιουργεί απαράδεκτη σύγχυση και νομική αβεβαιότητα, κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
103. Η Ιρλανδία εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν κατανόησε ορθώς τη λειτουργία του άρθρου 23, παράγραφος 7, του Wildlife Act 1976. Συγκεκριμένα, κατά την Ιρλανδία, οι διατάξεις του άρθρου αυτού αφορούν μόνον την περίπτωση διώξεως δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 5, του ίδιου νόμου και όχι κατ’ εφαρμογήν των European Communities (Natural Habitats) Regulations 1997. Προς άρση πάσης αμφισημίας, η Ιρλανδία προέβη στις αναγκαίες τροποποιήσεις αυτής της ρυθμίσεως για να υπογραμμίσει τα σαφή όρια μεταξύ του καθεστώτος του άρθρου 23, παράγραφος 7, του Wildlife Act 1976 και του καθεστώτος των κανονισμών 23 και 25 των European Communities (Natural Habitats) Regulations 1997. Το άρθρο 23, παράγραφος 8, του Wildlife Act 1976 ορίζει ρητώς ότι οι παρεκκλίσεις τις οποίες προβλέπει η παράγραφος 7 δεν ισχύουν για τα είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων.
104. Πρέπει και πάλι να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι εν συνεχεία επελθούσες μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (35). Εν προκειμένω, η εκ μέρους της Ιρλανδίας τροποποίηση επήλθε το 2005, ήτοι μετά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, η εν λόγω τροποποίηση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη.
105. Διαπιστώνω ότι το άρθρο 23, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, του Wildlife Act 1976 προβλέπει ότι οι μη εκ προθέσεις πράξεις που διαταράσσουν ή καταστρέφουν τόπους αναπαραγωγής ή τόπους αναπαύσεως των αγρίων ειδών δεν συνιστούν παράβαση. Όμως, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, όσον αφορά τα είδη του παραρτήματος IV της οδηγίας αυτής, απαγορεύει τις πράξεις αυτές, είτε είναι εκούσιες είτε όχι (36).
106. Από την έκθεση που υπέβαλε η Ιρλανδία σχετικά με τις παρεκκλίσεις που χορηγήθηκαν βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας περί οικοτόπων προκύπτει ότι οι ιρλανδικές αρχές στηρίχθηκαν στο άρθρο 23 του Wildlife Act 1976 προκειμένου να επιτρέψουν παρεκκλίσεις από την αυστηρή προστασία για τα είδη νυχτερίδας, για τον καλαμίτη φρύνο και για ορισμένα είδη δελφινιών και φαλαινών (37).
107. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι το άρθρο 23, παράγραφος 7, του Wildlife Act 1976 δεν αφορά παρά την περίπτωση διώξεως δυνάμει της παραγράφου 5 του ίδιου νόμου δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι υπάρχει παράλληλο καθεστώς παρεκκλίσεων, το οποίο θεσπίστηκε το 2000 και δεν συμβιβάζεται με τα άρθρα 12 και 16 της οδηγίας περί οικοτόπων.
108. Βάσει του συνόλου των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις της ιρλανδικής νομοθεσίας που δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις των άρθρων 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, και 16 της οδηγίας περί οικοτόπων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
109. Εφόσον οι αιτιάσεις κρίθηκαν βάσιμες, πρέπει να καταδικαστεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας.
V – Πρόταση
110. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο
1) να αναγνωρίσει ότι, μη λαμβάνοντας τα ειδικά μέτρα για την αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος αυστηρής προστασίας το οποίο επιβάλλει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, εξαιρουμένων των μέτρων για τη δερματοχελώνα και τον καλαμίτη φρύνο καθώς και των μέτρων για την αντιμετώπιση των απειλών που υφίστανται οι νυχτερίδες, και
διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις της ιρλανδικής νομοθεσίας που δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις των άρθρων 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, και 16 της οδηγίας 92/43,
η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή·
2) να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων).
3 – Βλ. τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί οικοτόπων.
4 – Η δερματοχελώνα έχει περίπου 1,50 m μήκος και ζυγίζει 300 έως 400 kg, γεγονός που την καθιστά τη μεγαλύτερη θαλάσσια χελώνα. Αντίθετα προς τις λοιπές χελώνες, δεν έχει κέλυφος, αλλά ένα ψευδοκέλυφος με επτά μακριές πτυχές, αποτελούμενο από ένα στρώμα λίπους, που την καθιστά ανθεκτική σε ψυχρά ύδατα 5 °C.
5 – Ο καλαμίτης φρύνος (Bufo calamita) κατάγεται από τις περιοχές της Βόρειας Ευρώπης που διαθέτουν αμμόλοφους. Ο ενήλικος φρύνος έχει μήκος 60 έως 70 mm. Διακρίνεται από τον κοινό φρύνο από μία κάθετη κίτρινη ρίγα που ανεβαίνει έως το μέσο της κεφαλής.
6 – Ο γυμνοσάλιαγκας του Kerry (Geomalacus maculosus) θεωρείται ως ο μόνος γυμνοσάλιαγκας ικανός να συστρέφεται και να παίρνει σφαιρικό σχήμα. Τρέφεται κυρίως με λειχήνες και απαντάται σε βράχους ή σε κορμούς δένδρων.
7 – Η Killarney Fern (Trichomanes speciosum) είναι ένα είδος πολυετούς φτέρης που εμφανίζεται με τη μορφή ανθεκτικών τριγωνικών φύλλων, μήκους 10 έως 30 cm, βαθυπράσινου χρώματος, λεπτών, ημιδιάφανων και τα οποία καταλήγουν σε λεπτά πτερύγια. Το είδος αυτό, πολύ διαδεδομένο τον προηγούμενο αιώνα, απειλείται σήμερα με εξαφάνιση.
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Απριλίου 1987, 363/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1733, σκέψη 7)· της 30ής Μαΐου 1991, C‑361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I‑2567, σκέψη 15), και της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. I‑9017, σκέψη 21).
9 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, C‑233/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας Συλλογή 2003, σ. I‑6625, σκέψη 77).
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκέψη 25) και απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑98/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 59).
11 – Βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκέψη 26) και της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 60).
12 – Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2002, C‑103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2002, σ. I‑1147, σκέψεις 34 έως 39).
13 – Απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, C‑518/04, Επιτροπή κατά Ελλάδας (η οποία δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή, σκέψη 16).
14 – Βλ. δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί οικοτόπων.
15 – Σκέψη 65.
16 – Βλ. σημεία 13 και 14 του υπομνήματος αντικρούσεως
17 – Αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1990, C‑200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. I‑4299, σκέψη 13), και της 19ης Ιουνίου 2003, C‑161/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑6567, σκέψη 6).
18 – Βλ. σημείο 53 της προσφυγής.
19 – Βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 16 και 23 του υπομνήματος αντικρούσεως.
20 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων κα ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40).
21 – Ο μικρός ρινόλοφος είναι νυχτερίδα της Ευρώπης και της Ασίας. Έχει χαριτωμένη όψη και χαρακτηρίζεται από πεταλοειδή μύτη. Έχει μήκος 3,7 έως 4,5 cm, με άνοιγμα φτερών που μπορεί να φτάσει τα 29,4 cm.
22 – Βλ., μεταξύ άλλων, παραρτήματα 6 και 7 της προσφυγής.
23 – Βλ. παράρτημα 7 της προσφυγής.
24 – Βλ. παράρτημα 10 της προσφυγής.
25 – Βλ. παράρτημα D-8 του υπομνήματος αντικρούσεως.
26 – Σκέψη 68.
27 – Βλ. προμνησθείσα απόφαση της 16ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 16.
28 – Έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε από την «επιτροπή οικοτόπων» σκοπός της οποίας είναι η υποστήριξη των πρωτοβουλιών των κρατών μελών σχετικά με το άρθρο 12 της οδηγίας περί οικοτόπων και, ειδικότερα, σχετικά με την προστασία των τόπων αναπαύσεως και αναπαραγωγής.
29 – Κανονισμός 812/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, για θέσπιση μέτρων σχετικά με παρεμπίπτοντα αλιεύματα κητοειδών κατά την αλιεία και για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 88/98 (ΕΕ L 150, σ. 12).
30 – Βλ. παράρτημα D-5 του υπομνήματος αντικρούσεως.
31 – Βλ. παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεως.
32 – Βλ. σημείο 77 των παρουσών προτάσεων.
33 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6), και της 18ης Μαΐου 2006, C‑221/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 59).
34 – Βλ. σημείο 62 της προσφυγής και σημείο 35 του υπομνήματος απαντήσεως.
35 – Αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2002, C‑394/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2002, σ. I‑581, σκέψη 12), και της 20ής Ιουνίου 2002, C‑299/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2002, σ. I‑5899, σκέψη 11).
36 – Προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 73 έως 79.
37 – Βλ. παράρτημα 8 της προσφυγής.
Full & Egal Universal Law Academy