ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 23ης Φεβρουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-191/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας
«Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Ζώνη Ειδικής Προστασίας»
I – Εισαγωγή
1. Η εν προκειμένω διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους αφορά το ζήτημα αν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί κράτος μέλος να σμικρύνει μια ζώνη ειδικής προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979 περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (2) (εφεξής, οδηγία για την προστασία των πτηνών). Η οδηγία δεν περιέχει καμία ρύθμιση γι αυτό το ζήτημα, το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού των ζωνών προστασίας (3), έχει ολοένα μεγαλύτερη ουσιαστική σημασία.
II – Νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών περιέχει διατάξεις ως προς το ποιες εκτάσεις πρέπει τα κράτη μέλη να καθορίζουν σε ζώνες ειδικής προστασίας για πτηνά (εφεξής ΖΕΠ):
«1. Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη:
α) τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση,
β) τα είδη που είναι ευπαθή σε ορισμένες μεταβολές των οικοτόπων τους,
γ) Τα είδη που θεωρούνται σπάνια διότι οι πληθυσμοί τους είναι μικροί ή η τοπική τους εξάπλωση περιορισμένη,
δ) άλλα είδη που έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής, λόγω ιδιοτυπίας του οικοτόπου τους.
Για να πραγματοποιηθούν οι εκτιμήσεις θα ληφθούν υπόψη οι τάσεις και οι μεταβολές των επιπέδων του πληθυσμού.
Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα
3. Με το νομοθετικό διάταγμα 384-B/99 της 23ης Σεπτεμβρίου 1999, η Πορτογαλία καθόρισε τη «Moura, Mourão, Barrancos» ως ΖΕΠ. Στην περιοχή αυτή επιδιώκεται η προστασία πτηνών της στέπας. Χαρακτηριστικά πτηνά της στέπας είναι ο αγριόγαλος (Otis tarda), η χαμωτίδα (Tetrax tetrax) ή η πετροτριλίδα (Burhinus oedicnimus). Σύμφωνα με το διαβιβασθέν από την Πορτογαλική Κυβέρνηση στην Επιτροπή τυποποιημένο έντυπο δεδομένων του Δεκεμβρίου 1997, στη ΖΕΠ απαντούν πάντως και πτηνά, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν μπορούν να καταταγούν στα πτηνά της στέπας, ήτοι 20-40 επιδημητικά ζεύγη του μπούφου (Bubo bubo), 1-5 ζεύγη αναπαραγωγής του μαυρόγυπα (Aegypius monachus) και 15-30 ζεύγη αναπαραγωγής του σταυραετoύ (Hieraaetus pennatus). Έως 10 000 σταχτογερανών (Grus grus) διαχειμάζουν στη ΖΕΠ, εμφανίζεται δε στη ζώνη και ο γυπαετός (Gyps fulvus).
4. Η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλία, χωρίς να αντικρουσθεί, ότι με το νομοθετικό διάταγμα 141/2002 της 20ής Μαΐου 2002 σμίκρυνε τη ΖΕΠ κατά περίπου 3000 εκτάρια. Από την αιτιολογία του νομοθετικού διατάγματος προκύπτει ότι τέθηκαν εκτός οριοθετήσεως εκτάσεις οι οποίες λόγω της χρήσεώς τους δεν αποτελούν σημαντικούς οικοτόπους για πτηνά της στέπας. Αντιθέτως, ένα άλλο προσκομισθέν από την Επιτροπή έγγραφο πορτογαλικών υπηρεσιών, ήτοι την απόφαση περί αναθέσεως μιας επιστημονικής μελέτης για την οριοθέτηση της ΖΕΠ (4), περιέχει τη διαπίστωση ότι δεν έχει αναφερθεί κανένας λόγος για τη σμίκρυνση.
5. Η Επιτροπή όχλησε εν προκειμένω, στις 17 Οκτωβρίου 2003, την Πορτογαλία, ζητώντας της να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της (έγγραφο οχλήσεως). Μετά τη λήψη της απαντήσεως, επακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη στις 9 Ιουλίου 2004. Η Πορτογαλία ανακοίνωσε και στις δύο περιπτώσεις ότι επιχειρείται η διενέργεια επιστημονικής έρευνας για την οριοθέτηση της ΖΕΠ.
6. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή άσκησε, στις 25 Απριλίου 2005, την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
«1) να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, μεταβάλλοντας τα όρια της Ζώνης Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) «Moura, Mourão, Barrancos», κατά τρόπον ώστε να αφήνει εκτός αυτής περιοχές που φιλοξενούν είδη αγρίων πτηνών η προστασία των οποίων δικαιολόγησε τον χαρακτηρισμό της εν λόγω ΖΕΠ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών·
2) να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα».
7. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση διατυπώνει απλώς το αίτημα να αναστείλει το Δικαστήριο τη διαδικασία έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2005, προκειμένου να της παράσχει την ευκαιρία να προσκομίσει μια νέα, θεμελιωμένη σε επιστημονική μελέτη, οριοθέτηση της ΖΕΠ «Moura, Mourão, Barrancos».
IV – Εκτίμηση
8. Είναι αληθές ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν διατυπώνει αίτημα απορρίψεως της προσφυγής, ούτε την αντικρούει κατ’ ουσίαν, πλην όμως η προσφυγή της Επιτροπής μπορεί να ευδοκιμήσει μόνον αν αυτή εκθέτει κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφισβητήσεως τη φερόμενη παράβαση κράτους μέλους.
9. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η σμίκρυνση της ΖΕΠ συνιστά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κατατάξουν σε ζώνες ειδικής προστασίας τα πλέον κατάλληλα εδάφη για τα πτηνά του παραρτήματος Ι της οδηγίας. Πάντως, η σμίκρυνση ΖΕΠ δεν προβλέπεται ούτε στο άρθρο 4, παράγραφος 1, ούτε σε κανένα άλλο μέρος της οδηγίας για την προστασία των πτηνών (5).
10. Μέχρι τούδε, το Δικαστήριο έχει εξετάσει εδαφικές σμικρύνσεις, ως συνιστώσες ενδεχομένως παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη φράση, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, κατά το πλείστον σε συνάρτηση με τη φθορά ΖΕΠ από σχέδια χωροταξίας (6). Η διάταξη αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αποφεύγουν τη φθορά των οικοτόπων προστατευομένων πτηνών στις ΖΕΠ. Σήμερα, στην περίπτωση κατά την οποία έχει πραγματοποιηθεί κατάταξη σε ΖΕΠ, εφαρμοστέα είναι η προστατευτική ρύθμιση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (7) (οδηγία περί οικοτόπων) (8). Στην υπό κρίση περίπτωση, πάντως, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι η ΖΕΠ «Moura, Mourão, Barrancos» υπέστη φθορά. Επομένως, δεν διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων.
11. Εντούτοις, όπως προβάλλει η Επιτροπή, η σμίκρυνση της ΖΕΠ θα μπορούσε να συνιστά παράβαση του καθήκοντος κατατάξεως κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Αυτό προϋποθέτει ότι οι τεθείσες εκτός οριοθετήσεως εκτάσεις συγκαταλέγονται στα πλέον κατάλληλα εδάφη για την προστασία των ειδών του παραρτήματος Ι της οδηγίας. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να αποτελούν μέρος μιας ΖΕΠ.
12. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν οι τεθείσες εκτός οριοθετήσεως εκτάσεις πρέπει να τύχουν κατατάξεως. Κατά πάγια νομολογία, καίτοι είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη έχουν ορισμένα περιθώρια εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή των ΖΕΠ, είναι επίσης αληθές ότι η κατάταξη και η οριοθέτηση των ζωνών αυτών πρέπει να αποφασίζεται βάσει των κριτηρίων ορνιθολογικής φύσεως που καθορίζονται από την οδηγία (9). Στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή οφείλει κατ’ αρχήν να αποδείξει ότι πληρούνται αυτά τα κριτήρια (10). Στην υπό κρίση περίπτωση, εντούτοις, η Επιτροπή δεν γνωστοποιεί τίποτε για τις οικείες εκτάσεις και, επομένως, δεν αποδεικνύει ότι θα έπρεπε να καταταγούν σε ΖΕΠ (11).
13. Απ’ αυτό πάντως δεν συνάγεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, στην περίπτωση σμικρύνσεως εδαφών που έχουν τύχει κατατάξεως αντιστρέφεται κατ’ εξαίρεση το βάρος αποδείξεως. Το κράτος μέλος, αν δεν κατέταξε αποδεδειγμένως εκ λάθους τις επίμαχες εκτάσεις σε ΖΕΠ (12), έχει αναγνωρίσει με την κατάταξη αυτή ότι στην εν λόγω ζώνη υφίστανται οι πλέον κατάλληλες συνθήκες διαβιώσεως για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας (13). Αν θέλει να αποκλίνει από αυτή την εκτίμηση, οφείλει να διευκρινίσει γιατί το επίμαχο έδαφος δεν είναι –πλήρως ή εν μέρει–το πλέον κατάλληλο.
14. Για την εν λόγω απόδειξη δεν αρκεί απλώς η διευκρίνιση ότι τα επίμαχα εδάφη δεν είναι (πλέον) τα καταλληλότερα κατά το χρονικό σημείο της σμικρύνσεως. Αντιθέτως, πρέπει κατ’ αρχήν να καταδειχθεί ότι αυτά ήδη κατά το χρονικό σημείο του καθορισμού –σε τελευταία ανάλυση μάλιστα, κατά το χρονικό σημείο της αρχικής υποχρεώσεως καθορισμού (14)– δεν περιλαμβάνονταν στα πλέον κατάλληλα εδάφη. Διαφορετικά, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν πράγματι να διαφεύγουν ατιμωρητί την υποχρέωσή τους να διατηρούν τα εδάφη σε τέτοια κατάσταση, ώστε να εξακολουθούν να είναι τα καταλληλότερα για την προστασία των πτηνών (15). Μόνον όταν το κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι μια εν τω μεταξύ επελθούσα εξαφάνιση των ποιοτικών συνθηκών οφείλεται σε αντικειμενικές, μη δυνάμενες να επηρεασθούν από αυτό, περιστάσεις, π.χ. ηφαιστειακές εκρήξεις, μπορεί να δικαιολογήσει τη σμίκρυνση μιας ΖΕΠ.
15. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε καμία από αυτές τις αποδείξεις. Ανακοίνωσε μόνον πλειστάκις ότι θα πραγματοποιήσει ακόμη μια μελέτη προκειμένου να μπορέσει για άλλη μια φορά να επεξεργασθεί καλλίτερα την οριοθέτηση της ΖΕΠ επί επιστημονικής βάσεως. Η ανακοίνωση πάντως μιας μελέτης δεν αρκεί ως απόδειξη.
16. Επομένως, δεδομένου ότι η Πορτογαλία δεν απέδειξε ότι η σμίκρυνση της ΖΕΠ ήταν επιστημονικώς θεμελιωμένη, το αίτημα της προσφυγής της Επιτροπής είναι βάσιμο.
V – Δικαστικά έξοδα
17. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή νίκησε, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
18. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1. Η Πορτογαλική Δημοκρατία, σμικρύνοντας τη Ζώνη Ειδικής Προστασίας «Moura, Mourão, Barrancos», παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συµβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.
2. Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001 σ. 202.
3 – Το Βαρόμετρο Natura της Επιτροπής, ως είχε η κατάσταση τον Ιούνιο του 2005, /comm/environment/nature/nature_conservation/useful_info/barometer/barometer.htm, καταγράφει 4212 ζώνες, οι οποίες καλύπτουν το 8,37 % της εδαφικής επιφάνειας της Κοινότητας.
4 – Παράρτημα IV του δικογράφου της προσφυγής.
5 – Αντιθέτως, μάλιστα, όπως απαιτεί το Δικαστήριο, με την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C-240/00, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2003, σ. I-2187, σκέψη 19), η κατάταξη εδαφών πρέπει να είναι οριστική και δεν επιτρέπεται να υπόκειται σε δυνατότητα μεταγενέστερης μεταβολής.
6 – Αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας [Leybucht] (Συλλογή 1991, σ. I-883, σκέψη 20), και της 2ας Αυγούστου 1993, C-355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας [Marismas Santoña] (Συλλογή 1993, σ. I-4221, σκέψη 35).
7 – ΕΕ L 206, σ. 7.
8 – Βλ. το άρθρο 7 της οδηγίας περί οικοτόπων και την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας [Basses Corbières] (Συλλογή 2000, σ. I-10799, σκέψη 44 επ.).
9 – Αποφάσεις Marismas Santoña (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 26), της 11ης Ιουλίου 1996, C-44/95, Royal Society for the Protection of Birds [Lappel Bank], (Συλλογή 1996, σ. I-3805, σκέψη 26), και της 19ης Μαΐου 1998, C-3/96, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών [Κατάλογος IBA 1989] (Συλλογή 1998, σ. I-3031, σκέψη 60 επ).
10 – Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1999, C-166/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας [Ποταμόκολπος του Σηκουάνα] (Συλλογή 1999, σ. I-1719, σκέψη 40).
11 – Βλ. ως προς τέτοιου είδους αποδείξεις, για παράδειγμα, την απόφαση για τις Marismas Santoña (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 29) ή τις προτάσεις μου της 27ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση C-209/04 Επιτροπή κατά Αυστρίας [Lauteracher Ried], δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 23).
12 – Βλ. την απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1999, C-96/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας [Poitou] (Συλλογή 1999, σ. I-8531, σκέψη 55).
13 – Αποφάσεις Leybucht, σκέψη 20 και Marismas Santoña, σκέψη 35 (αμφότερες παρατεθείσες στην υποσημείωση 6).
14 – Τα εδάφη επίσης τα οποία έπρεπε να καθορισθούν, αλλά δεν καθορίσθηκαν, τελούν υπό τη σκέπη της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, βλ. τις αποφάσεις Marismas Santoña (παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 22) και Basses Corbières (παρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 47 επ.).
15 – Όσον αφορά καθορισθείσες ΖΕΠ, βλ. την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C-6/04 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [σύμφωνη πρακτική], (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy