ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 11ης Μαΐου 2006 1(1)
Υπόθεση C-193/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 98/5/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος – Έλεγχος των γλωσσικών γνώσεων – Απαγόρευση της άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας (domiciliataire) – Υποχρέωση υποβολής κατ’ έτος του πιστοποιητικού του κράτους μέλους καταγωγής»
I – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
1. Η παρούσα διαδικασία λόγω παράβασης κράτους μέλους αφορά, όπως και η παράλληλη διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής απόφασης (2), την πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα στο Λουξεμβούργο. Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα αν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η λουξεμβουργιανή νομοθεσία συμβιβάζονται με την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (3) (στο εξής: οδηγία 98/5).
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτική νομοθεσία
2. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5, η οδηγία αυτή έχει ως στόχο να διευκολύνει την επί μονίμου βάσεως άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου με την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία ή του εμμίσθου σε άλλο κράτος μέλος, διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκαν τα επαγγελματικά προσόντα.
3. Κατά το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, κάθε δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί μονίμως, σε κάθε άλλο κράτος μέλος και υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, τις δραστηριότητες του δικηγόρου όπως καθορίζονται στο άρθρο 5.
4. Το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 4, της οδηγίας 98/5, το οποίο ρυθμίζει την εγγραφή στα μητρώα της αρμόδιας αρχής, έχει ως εξής:
«1. Ο δικηγόρος που επιθυμεί να ασκήσει επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο απέκτησε τον επαγγελματικό του τίτλο είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του εν λόγω κράτους μέλους.
2. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής προβαίνει σε εγγραφή του δικηγόρου κατόπιν προσκομίσεως του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής. Μπορεί να απαιτήσει να μην έχουν παρέλθει περισσότεροι από τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Ενημερώνει για την εγγραφή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.
[…]
4. Όταν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δημοσιεύει τα ονόματα των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα της, δημοσιεύει και τα ονόματα των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι δυνάμει της παρούσας οδηγίας.»
5. Το άρθρο 5 της οδηγίας 98/5, το οποίο ρυθμίζει τον τομέα δραστηριοτήτων, έχει ως εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής ασκεί τις ίδιες δραστηριότητες με τον δικηγόρο που ασκεί επάγγελμα υπό τον ενδεδειγμένο επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής και μπορεί, ειδικότερα, να παρέχει νομικές συμβουλές σε θέματα δικαίου του κράτους μέλους καταγωγής, του κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου, καθώς και του δικαίου του κράτους μέλους υποδοχής. Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω δικηγόρος τηρεί τους διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στα εθνικά δικαστήρια.
2. Τα κράτη μέλη, που στην επικράτειά τους επιτρέπουν σε συγκεκριμένη κατηγορία δικηγόρων να συντάσσουν έγγραφα βάσει των οποίων παρέχεται η εξουσία διαχείρισης της περιουσίας αποβιώσαντος, ή τα οποία αναφέρονται στην κτήση ή μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, και των οποίων η σύνταξη σε άλλα κράτη μέλη ανατίθεται αποκλειστικά σε επαγγέλματα διαφορετικά από εκείνα του δικηγόρου, δύνανται να αποκλείσουν από τις δραστηριότητες αυτές τους δικηγόρους που ασκούν επάγγελμα υπό επαγγελματικό τίτλο καταγωγής κτηθέντα σε κάποιο από τα εν λόγω κράτη μέλη.
3. Για την άσκηση των δραστηριοτήτων εκπροσώπησης και υπεράσπισης ενός πελάτη ενώπιον δικαστηρίου και στο μέτρο που το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής επιφυλάσσει τις δραστηριότητες αυτές στους δικηγόρους που ασκούν επάγγελμα υπό επαγγελματικό τίτλο του κράτους αυτού, το τελευταίο μπορεί να επιβάλει στους δικηγόρους που εργάζονται υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής να ενεργούν κατόπιν συμφωνίας είτε με έναν δικηγόρο που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, εάν χρειαστεί, έναντι του δικαστηρίου αυτού, είτε με έναν “avoué” που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.
Ωστόσο, προς εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες πρόσβασης στα ανώτατα δικαστήρια, όπως η χρησιμοποίηση ειδικευμένων δικηγόρων.»
6. Το άρθρο 7 της οδηγίας 98/5 έχει ως εξής:
«Πριν κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του δικηγόρου που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει σχετικά, το συντομότερο δυνατό, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, παρέχοντάς της όλες τις χρήσιμες πληροφορίες.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται mutatis mutandis κατά την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής.»
Εθνική νομοθεσία
7. Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω ρυθμίσεις για το γλωσσικό καθεστώς περιλαμβάνονται στον loi du 24 février 1984 sur le régime des langues (νόμο της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς, στο εξής: νόμος του 1984) (4).
8. Κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού, οι νόμοι και οι εκτελεστικές των νόμων αποφάσεις καταρτίζονται στα γαλλικά. Οι άλλες κανονιστικές αποφάσεις μπορούν επίσης να καταρτίζονται σε άλλη γλώσσα. Αυθεντικό θεωρείται το κείμενο στην εκάστοτε χρησιμοποιούμενη γλώσσα.
9. Κατά το άρθρο 3 του νόμου του 1984, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων, να χρησιμοποιούν, όταν απευθύνονται στις διοικητικές αρχές ή στα δικαστήρια, τη γαλλική, τη γερμανική ή τη λουξεμβουργιανή γλώσσα.
10. Τον νόμο για τη μεταφορά της οδηγίας 98/5 στο δίκαιο του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποτελεί ένας νόμος της 13ης Νοεμβρίου 2002 (5), με τον οποίο τροποποιήθηκαν ορισμένες διατάξεις του λουξεμβουργιανού δικαίου (6).
11. Η ρύθμιση της δραστηριότητας του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών («domiciliataire») περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου της 31ης Μαΐου 1999 (7), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, τις υπηρεσίες αυτές μπορούν να παρέχουν μόνο δικηγόροι που περιλαμβάνονται στον πίνακα I, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νόμου του 1991.
12. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου του 1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του νόμου του 2002, υπάρχουν τέσσερις πίνακες δικηγόρων: ο πίνακας I (δικηγόροι που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, δηλαδή την εγγραφή στα μητρώα, και τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 σχετικά με την εγγραφή και την ορκοδοσία και έχουν επιτύχει στις εξετάσεις), ο πίνακας II (δικηγόροι που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6), ο πίνακας III και ο πίνακας IV (δικηγόροι που ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής).
13. Στο παράρτημα των προτάσεών μου στην υπόθεση C‑193/05 παρατίθενται και ορισμένες άλλες διατάξεις του εθνικού δικαίου.
III – Πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
14. Κατά τη διάρκεια του 2003 υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία σχετικά με την ύπαρξη εμποδίων στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο Λουξεμβούργο υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής. Τα εμπόδια αυτά αφορούσαν, κατά την καταγγελία, αφενός τις απαιτήσεις του νόμου του 2002 για τις γλωσσικές γνώσεις και αφετέρου την απαγόρευση της άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών (domiciliataire) και την υποχρέωση υποβολής κατ’ έτος του πιστοποιητικού του κράτους μέλους καταγωγής.
15. Με έγγραφο οχλήσεως της 17ης Οκτωβρίου 2003 η Επιτροπή κίνησε κατά του Λουξεμβούργου τη διαδικασία λόγω παράβασης που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ. Κατόπιν της απάντησης του Λουξεμβούργου στις 23 Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή απέστειλε στις 9 Ιουλίου 2004 αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία απάντησε το Λουξεμβούργο με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 2004.
16. Στις 29 Απριλίου 2005 η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ και ζήτησε από το Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, διατηρώντας σε ισχύ, σε σχέση με την εγκατάσταση δικηγόρου υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους καταγωγής, απαιτήσεις περί γλωσσικών γνώσεων, την απαγόρευση άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης (domiciliataire) και έδρας και την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού του κράτους μέλους καταγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, και κυρίως τα άρθρα 2, 3 και 5 της οδηγίας αυτής,
2) να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
IV – Επί του πρώτου λόγου της προσφυγής: απαιτήσεις σχετικά με τις γνώσεις γλωσσών
Ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Ισχυρισμοί της Επιτροπής
17. Η καθιέρωση εξέτασης των γλωσσικών γνώσεων ως προϋπόθεση για την εγγραφή ενός «Ευρωπαίου δικηγόρου» στα μητρώα δικηγόρων αντιβαίνει στον γενικό σκοπό της οδηγίας 98/5, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, και προσκρούει ειδικότερα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5, κατά το οποίο το κράτος υποδοχής προβαίνει στην εγγραφή του δικηγόρου απλώς «κατόπιν προσκομίσεως του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής».
18. Όπως προκύπτει από την απόφαση στην υπόθεση C‑168/98, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (8), ο κοινοτικός νομοθέτης, αντί για ένα σύστημα προηγούμενου ελέγχου της κατάρτισης του ενδιαφερόμενου στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, ή μάλιστα προηγούμενου ελέγχου της γνώσης των επίσημων γλωσσών του κράτους υποδοχής από τον ενδιαφερόμενο, προτιμά ένα σύστημα το οποίο συνδυάζει την ενημέρωση των αποδεκτών νομικών υπηρεσιών, περιορισμούς στην έκταση και στον τρόπο άσκησης ορισμένων δραστηριοτήτων του δικηγορικού επαγγέλματος, τη σώρευση των επαγγελματικών και δεοντολογικών κανόνων που πρέπει να τηρούνται, την υποχρέωση σύστασης ασφάλειας, καθώς και ένα πειθαρχικό καθεστώς στο οποίο εμπλέκονται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής.
19. Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, δεν επιτρέπεται να επιβάλλονται στους «Ευρωπαίους δικηγόρους» που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους στο κράτος υποδοχής με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής οι ίδιοι όροι –ιδίως όσον αφορά τις γλώσσες– που επιβάλλονται στους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους με τον επαγγελματικό τίτλο που ισχύει σε αυτό το κράτος μέλος.
20. Αν εξεταστεί λεπτομερέστερα το είδος των υποθέσεων που αναλαμβάνουν συνήθως οι δικηγόροι που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/5 (βλ. ιδίως την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/5), είναι προφανές ότι η γνώση των επίσημων γλωσσών του κράτους υποδοχής δεν είναι οπωσδήποτε απαραίτητη.
21. Η καθιέρωση εξέτασης των γλωσσικών γνώσεων ως προϋπόθεση για την εγγραφή ενός «Ευρωπαίου δικηγόρου» στα μητρώα δικηγόρων αντιβαίνει στον γενικό σκοπό της οδηγίας 98/5, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, και προσκρούει ειδικότερα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5, κατά το οποίο το κράτος υποδοχής προβαίνει στην εγγραφή του δικηγόρου απλώς «κατόπιν προσκομίσεως του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής».
2. Ισχυρισμοί της Λουξεμβουργιανής Κυβέρνησης
22. Οι απαιτήσεις σχετικά με τις γνώσεις γλωσσών αφορούν όλους αδιακρίτως τους δικηγόρους που επιδιώκουν την εγγραφή τους σε έναν από τους πίνακες δικηγορικού συλλόγου της λουξεμβουργιανής επικράτειας. Συγκεκριμένα, ένας δικηγόρος δεν μπορεί να επικαλείται τον αλλοδαπό επαγγελματικό τίτλο του προκειμένου να εκφράζεται ενώπιον των λουξεμβουργιανών αρχών ή των λουξεμβουργιανών δικαστηρίων σε άλλη γλώσσα και όχι σε μία από τις επίσημες γλώσσες που χρησιμοποιούνται συνήθως στο Λουξεμβούργο.
23. Στο σημείο αυτό η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση παραπέμπει στην απόφαση στην υπόθεση Haim, η οποία αφορούσε την επαγγελματική κατηγορία των οδοντογιατρών και της οποίας το σκεπτικό, το οποίο βασιζόταν στην ανάγκη της διασφάλισης της συνεννόησης του οδοντογιατρού με τους πελάτες, τις αρχές και τους επαγγελματικούς συλλόγους, συνηγορεί, κατά την κυβέρνηση αυτή, υπέρ της νομιμότητας της προκειμένης απαίτησης να έχουν οι δικηγόροι που επιθυμούν να ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα στο Λουξεμβούργο υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής ορισμένες γλωσσικές γνώσεις.
24. Αφού ο δικηγόρος που ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής μπορεί να παρέχει νομικές συμβουλές ακόμη και στο πεδίο του λουξεμβουργιανού δικαίου, είναι δικαιολογημένη, κατά τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, η απαίτηση να έχει ο δικηγόρος αυτός τις γλωσσικές γνώσεις που του δίνουν τη δυνατότητα να διαβάζει και να κατανοεί τα λουξεμβουργιανά νομικά κείμενα.
25. Επιπλέον, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση τονίζει ότι, όταν συμβαίνει τροχαίο ατύχημα, η αστυνομία συντάσσει την έκθεσή της συνήθως στα γερμανικά, στη γλώσσα δηλαδή στην οποία άλλωστε είναι επίσης συνταγμένοι οι φορολογικοί νόμοι του Λουξεμβούργου, πράγμα που σημαίνει ότι ο δικηγόρος πρέπει να συμβουλεύεται τη νομολογία και τα νομικά σχόλια στα γερμανικά.
26. Εκτός αυτού, η λουξεμβουργιανή γλώσσα χρησιμοποιείται συνήθως από τους Λουξεμβούργιους διαδίκους που εμφανίζονται αυτοπροσώπως ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων, όπου δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση δια δικηγόρου (avocat à la Cour). Επιπλέον, πολλοί Λουξεμβούργιοι εκφράζονται αποκλειστικά στη μητρική τους γλώσσα, όταν συμβουλεύονται δικηγόρο.
27. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση επισημαίνει επίσης ότι, όπως προκύπτει από τον εσωτερικό κανονισμό του δικηγορικού συλλόγου Λουξεμβούργου (9), όλοι οι κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας είναι συνταγμένοι αποκλειστικά στα γαλλικά.
Εκτίμηση
28. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι η επίμαχη ρύθμιση αφορά γλωσσικές εξετάσεις που προορίζονται για τους δικηγόρους που έχουν αποκτήσει τα προσόντα τους σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμούν να ασκούν μόνιμα τις δραστηριότητές τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής.
29. Συναφώς, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου του 2002 ορίζει ότι ο «Ευρωπαίος δικηγόρος», για να μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, πρέπει να είναι εγγεγραμμένος σε μητρώο δικηγορικού συλλόγου. Η δε εγγραφή αυτή πραγματοποιείται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παραπάνω άρθρου, κατόπιν επιτυχούς συμμετοχής σε μια προφορική γλωσσική εξέταση, σκοπός της οποίας είναι η διαπίστωση της γνώσης της γαλλικής, της λουξεμβουργιανής και της γερμανικής γλώσσας.
1. Το γράμμα της οδηγίας 98/5
30. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η απαίτηση αυτή συμβιβάζεται με τις εγγυήσεις που παρέχει η οδηγία 98/5, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί το γράμμα της.
31. Η οδηγία 98/5 δεν περιέχει καμία ρητή ρύθμιση σχετικά με τη διεξαγωγή γλωσσικών εξετάσεων. Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον από την οδηγία μπορεί να συναχθεί, σιωπηρά έστω, αν επιτρέπεται η επιβολή της υποχρέωσης κατοχής ορισμένων –και ποιων– γλωσσικών γνώσεων. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι κάθε δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί μονίμως, σε κάθε άλλο κράτος μέλος και υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, τις δραστηριότητες του δικηγόρου όπως καθορίζονται στο άρθρο 5. Ως προϋπόθεση της άσκησης αυτής το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5 επιβάλλει την υποχρέωση εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, για την εγγραφή αυτή πρέπει να προσκομίζεται το πιστοποιητικό εγγραφής του δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής.
32. Η οδηγία 98/5 προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εγγραφής.
33. Η προσκόμιση του εν λόγω πιστοποιητικού αποτελεί τη μόνη προϋπόθεση εγγραφής την οποία ρυθμίζει ρητά η οδηγία 98/5. Από το γεγονός αυτό μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ηθελημένα δεν πρόβλεψε άλλες προϋποθέσεις –όπως την επιτυχία σε γλωσσική εξέταση– και ότι επομένως δεν επιτρέπεται η επιβολή τέτοιων άλλων προϋποθέσεων. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί το ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεν περιέχει καμία επιφύλαξη (10).
34. Το συμπέρασμα όμως θα ήταν διαφορετικό, αν ο μόνος λόγος για τη μη θέσπιση ρυθμίσεων σχετικά με εξετάσεις στη γλώσσα ήταν ότι η δυνατότητα αυτή συνάγεται σιωπηρά από άλλες διατάξεις της οδηγίας 98/5. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής υπόκειται επίσης στους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής. Από αυτό δεν μπορεί όμως να συναχθεί ότι η γλωσσική εξέταση που προβλέπεται από τους επαγγελματικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής συμβιβάζεται αυτόματα με την οδηγία 98/5. Αν ίσχυε αυτό, τότε τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να προβλέπουν με τη νομοθεσία τους διάφορα εμπόδια για τους «Ευρωπαίους δικηγόρους» και να καταστρατηγούν έτσι τους σκοπούς της οδηγίας 98/5. Επομένως, το άρθρο 6 δεν μπορεί να ερμηνευθεί με την έννοια ότι επιτρέπει την επίδικη εξέταση.
35. Το γράμμα της οδηγίας 98/5 συνηγορεί επομένως υπέρ του συμπεράσματος ότι η γλωσσική εξέταση είναι ασυμβίβαστη με την οδηγία αυτή.
2. Οι σκοποί της οδηγίας 98/5
36. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5, σκοπός της είναι η υλοποίηση, όσον αφορά το δικηγορικό επάγγελμα, της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη ελεύθερης κυκλοφορίας.
37. Την αφετηρία της νομοθετικής ρύθμισης αποτέλεσε η οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (11) (στο εξής: οδηγία 77/249). Το επόμενο βήμα έγινε με την έκδοση της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (12) (στο εξής: οδηγία 89/48).
38. Επειδή όμως η οδηγία 89/48 ισχύει για πληθώρα νομικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων, θεωρήθηκε ότι δεν επαρκούσε για την υλοποίηση των θεμελιωδών ελευθεριών των δικηγόρων. Λόγω των ιδιαιτεροτήτων του δικηγορικού επαγγέλματος χρειαζόταν μια ειδική ρύθμιση, η οποία επομένως θεσπίστηκε με την οδηγία 98/5. Σκοπός της είναι η διευκόλυνση της άσκησης της ελευθερίας εγκατάστασης μιας συγκεκριμένης κατηγορίας διακινούμενων δικηγόρων, και συγκεκριμένα των δικηγόρων που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής (13).
39. Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/5, η ανάγκη ειδικής ρύθμισης οφείλεται στη μεταβολή των αναγκών των χρηστών του δικαίου, οι οποίοι, λόγω της πραγματοποίησης της εσωτερικής αγοράς, αναζητούν νομικές συμβουλές για συναλλαγές στις οποίες συχνά εμπλέκονται το διεθνές, το κοινοτικό και τα εθνικά δίκαια. Σε σχέση με τη γενική ρύθμιση περί αναγνωρίσεως (οδηγία 89/48) η οδηγία 98/5 αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, να «διευκολύνει» την επαγγελματική ένταξη των ενδιαφερόμενων στο κράτος υποδοχής.
40. Η καθιέρωση όμως γλωσσικής εξέτασης σε εθνικό επίπεδο θα είχε ως αποτέλεσμα την παρεμβολή εμποδίου στην πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος παρόμοιου με το εμπόδιο που προβλεπόταν κατά το διάστημα της ισχύος της οδηγίας 89/48: το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν δοκιμασία επάρκειας για το δικηγορικό επάγγελμα. Δεδομένου ότι οι εξετάσεις των γλωσσικών ή των ουσιαστικών γνώσεων έχουν παρόμοια αποτελέσματα, η επαγγελματική ένταξη δεν θα ήταν και πολύ «απλούστερη» από ό,τι αν εφαρμοζόταν η γενική ρύθμιση περί αναγνωρίσεως. Έτσι όμως θα διακυβευόταν η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 98/5, δηλαδή η πραγματοποίηση ενός περαιτέρω βήματος προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης, το οποίο να προχωρεί πέρα από την οδηγία 89/48.
41. Θα ήθελα τελειώνοντας να τονίσω ότι είναι ευνόητο ότι οι γλωσσικές γνώσεις έχουν μεγάλη σημασία για την άσκηση επικερδούς δραστηριότητας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη γνώση της γλώσσας ή των γλωσσών της χώρας εγκατάστασης. Η γνώση αυτή είναι πολλές φορές αναγκαία για τις επαφές με τους πελάτες και τις αρχές του οικείου κράτους μέλους. Αν επομένως ένας δικηγόρος δεν διαθέτει ο ίδιος τις απαραίτητες γλωσσικές γνώσεις, θα πρέπει να επικουρείται από δικηγόρο που έχει τις γνώσεις αυτές. Από την άποψη αυτή, οι περιορισμένες ή ανύπαρκτες γλωσσικές γνώσεις επηρεάζουν και το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων του οικείου «Ευρωπαίου δικηγόρου» και περιορίζουν το πεδίο των δραστηριοτήτων του.
42. Συναφώς πρέπει επίσης να τονιστεί επίσης ότι τα προβλήματα που τίθενται εν προκειμένω αφορούν τη δραστηριότητα των δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής και όχι τη δραστηριότητα των λεγόμενων «εγχώριων» δικηγόρων, δηλαδή όσων ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους υποδοχής. Ακόμη και για τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να τίθενται για αυτή την κατηγορία «Ευρωπαίων δικηγόρων» οι ίδιες προϋποθέσεις όπως και για τους δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους υποδοχής.
3. Το ιστορικό της θέσπισης της οδηγίας 98/5
43. Η ορθότητα του συμπεράσματος ότι οι γλωσσικές εξετάσεις είναι ανεπίτρεπτες επιβεβαιώνεται επίσης από την εξέταση της νομοθετικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικό της διαδικασίας αυτής, από την πρώτη πρόταση της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 1995 (14) μέχρι το οριστικό κείμενο της 16ης Φεβρουαρίου 1998, ήταν η πληθώρα των τροποποιήσεων που έγιναν. Για παράδειγμα, στο άρθρο 2 του σχεδίου που υπέβαλε η Επιτροπή προβλεπόταν ότι η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής δεν μπορούσε να υπερβαίνει την πενταετία.
44. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι πάντως ότι η εγγραφή στα μητρώα βάσει πιστοποιητικού του κράτους προέλευσης προβλέφθηκε ευθύς εξαρχής ως η μόνη προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος και δεν υπέστη καμία τροποποίηση. Για παράδειγμα, στις αιτιολογίες που παραθέτει η Επιτροπή σχετικά με το άρθρο 2 της πρότασής της για την οδηγία 98/5 γίνεται ρητά λόγος για τη «μοναδική προϋπόθεση» για την εγγραφή στα μητρώα. Μόνο η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέφρασε με η γνωμοδότησή της (15) αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της λύσης που θα συνίστατο στο να επιτρέπεται η παροχή νομικών συμβουλών σε σχέση με το δίκαιο του κράτους υποδοχής χωρίς καμία προηγούμενη εξέταση των (γλωσσικών) γνώσεων. Οι αμφιβολίες αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη όμως στη συνέχεια της νομοθετικής διαδικασίας και δεν απαντούν ούτε στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, τα οποία μετέσχαν στη διαδικασία αυτή.
45. Επομένως, ένα από τα σταθερά μεγέθη κατά τη διαδικασία της θέσπισης της οδηγίας 98/5, η οποία χαρακτηρίζεται από την επέλευση πληθώρας τροποποιήσεων, είναι η εξάρτηση της εγγραφής στα μητρώα από την προσκόμιση και μόνο ενός πιστοποιητικού του κράτους προέλευσης.
46. Τούτο αποτελεί ένδειξη για το ότι όλα τα όργανα που μετέσχαν ενεργά στη νομοθετική διαδικασία έκριναν ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν απαιτήσεις ως προς τις γλωσσικές γνώσεις.
4. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις θεμελιώδεις ελευθερίες
47. Τα στοιχεία που προέκυψαν από το γράμμα, τους σκοπούς και το ιστορικό της θέσπισης της οδηγίας ανταποκρίνονται επίσης στην εν γένει νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
48. Οι αποφάσεις Groener (16) και Haim (17) θα μπορούσαν πάντως να θεωρηθούν ότι αποκλίνουν από αυτή τη γενική κατευθυντήρια γραμμή. Με τις εν λόγω αποφάσεις το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι απαιτήσεις ως προς τις γλωσσικές γνώσεις αποτελούν μεν εμπόδιο για την άσκηση των ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη, αλλά ενδέχεται να είναι δικαιολογημένες βάσει επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος (18). Μεταξύ των λόγων αυτών καταλέγεται και η δυνατότητα επικοινωνίας με τον ασθενή καθώς και με τις διοικητικές αρχές και τους επαγγελματικούς οργανισμούς.
49. Στις υπό κρίση υποθέσεις θα μπορούσαν να γίνει δεκτό ότι ισχύουν παρόμοιοι λόγοι, όπως οι συνεννοήσεις μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, η προστασία του πελάτη από το ενδεχόμενο παροχής αναξιόπιστων συμβουλών λόγω έλλειψης γλωσσικών γνώσεων του δικηγόρου ή η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης. Η δυνατότητα δηλαδή ανάλογης εφαρμογής των παραπάνω αποφάσεων του Δικαστηρίου στην προκείμενη περίπτωση θα συνηγορούσε υπέρ της νομιμότητας της γλωσσικής εξέτασης που επιβάλλει το κράτος μέλος.
50. Στην υπόθεση Groener το Δικαστήριο δέχτηκε ότι συμβιβαζόταν με τις επιταγές του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (19), η ιρλανδική ρύθμιση που εξαρτούσε τον διορισμό των καθηγητών σε μόνιμες θέσεις με πλήρες ωράριο στα δημόσια ιδρύματα επαγγελματικής εκπαίδευσης από την απόδειξη επαρκών γνώσεων του ενδιαφερόμενου στα ιρλανδικά.
51. Συναφώς το Δικαστήριο στηρίχτηκε πάντως στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1612/68, το οποίο προβλέπει ρητά, όσον αφορά τις γλωσσικές γνώσεις, εξαίρεση από την αρχή που θέτει η παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, και κατά την οποία δεν εφαρμόζονται οι εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να αποκλείουν τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών από την προσφερόμενη απασχόληση. Η οδηγία 98/5 δεν περιέχει όμως καμία τέτοια εξαίρεση ή εξουσιοδοτική διάταξη.
52. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου βασίζεται περαιτέρω στο γεγονός ότι το επάγγελμα του δασκάλου ή καθηγητή διαδραματίζει, λόγω του εκπαιδευτικού έργου και της προνομιακής σχέσης του διδάσκοντος με τους μαθητές, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο για την εφαρμογή της κρατικής πολιτικής ως προς τη διασφάλιση της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού πολιτισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γλωσσική κατάσταση στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου εμφανίζει ανάλογες γλωσσικές ιδιαιτερότητες με την κατάσταση στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας (20). Το επάγγελμα του δικηγόρου δεν μπορεί όμως να συγκριθεί με το επάγγελμα του δασκάλου ή καθηγητή: ο δικηγόρος ούτε έχει ως έργο ούτε είναι σε θέση να προστατεύσει τη γλώσσα ως έκφραση της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού πολιτισμού (21).
53. Η υπόθεση Groener, λόγω των διαφορών που επισήμανα παραπάνω, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης εθνικής γλωσσικής εξέτασης.
54. Με την απόφαση Haim, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να εξαρτήσουν την στα πλαίσια συμβάσεως με ασφαλιστικό ταμείο άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου από υπήκοο άλλου κράτους μέλους, εγκατεστημένο στο πρώτο κράτος μέλος, ο οποίος έχει την άδεια να ασκεί το επάγγελμά του σε αυτό το κράτος, από την προϋπόθεση να έχει ο οδοντίατρος αυτός τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματός του στο κράτος μέλος εγκαταστάσεως.
55. Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που είχαν εφαρμογή για την υπόθεση Haim διαφέρουν όμως από την οδηγία 98/5 σε ένα κρίσιμο σημείο.
56. Συγκεκριμένα, το άρθρο 18, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (22) (στο εξής: οδηγία 78/686), ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πρόσωπα υπέρ των οποίων ισχύει η οδηγία 78/686 να έχουν, προς το συμφέρον των ασθενών τους, τις γλωσσικές εκείνες γνώσεις που είναι αναγκαίες στο κράτος μέλος υποδοχής. Η οδηγία 98/5 όμως δεν περιλαμβάνει καμία παρόμοια διάταξη.
57. Η οδηγία 78/686 δεν είχε βέβαια εφαρμογή στην υπόθεση Haim, διότι ο Haim δεν είχε αποκτήσει το πτυχίο οδοντιατρικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά στην Τουρκία. Από τις προτάσεις όμως του γενικού εισαγγελέα Mischo (23) στην υπόθεση εκείνη προκύπτει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία θεωρήθηκαν νόμιμες οι γλωσσικές απαιτήσεις στηριζόταν στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 18, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/686. Σύμφωνα με τις προτάσεις αυτές, η προϋπόθεση για τις γλωσσικές γνώσεις που ισχύει κατά την οδηγία για τους κοινοτικούς υπηκόους που έχουν πτυχίο άλλου κράτους μέλους και επομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 18, παράγραφος 3, ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους υπηκόους άλλου κράτους μέλους που έχουν πτυχίο από τρίτη χώρα.
58. Επομένως, η απόφαση Haim, λόγω των διαφορών της με την προκείμενη υπόθεση, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε αυτή ως επιχείρημα υπέρ της νομιμότητας της γλωσσικής εξέτασης στο πλαίσιο της οδηγίας 98/5.
5. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την οδηγία 98/5
59. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα από την απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (24), συνάγονται περαιτέρω και άλλα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι η γλωσσική εξέταση είναι παράνομη.
60. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο εκδίκασε προσφυγή ακύρωσης που είχε ασκήσει το Λουξεμβούργο κατά της οδηγίας 98/5. Το Λουξεμβούργο αμφισβητούσε το κύρος της οδηγίας 98/5 για τον λόγο, μεταξύ άλλων, ότι η οδηγία δεν προβλέπει κανένα προκαταρκτικό έλεγχο των γνώσεων που έχουν ως προς το δίκαιο του κράτους υποδοχής οι δικηγόροι που ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Κατά το Λουξεμβούργο, αυτό αντέβαινε στην προστασία των καταναλωτών και στο συμφέρον για εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης ως έκφραση επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος.
61. Το Δικαστήριο όμως απέρριψε, με την απόφασή του, την παραπάνω επιχειρηματολογία του Λουξεμβούργου. Κατά το Δικαστήριο, ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει, κατά τη θέσπιση μέτρων συντονισμού, να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο από τα διάφορα κράτη μέλη γενικό συμφέρον και να καθορίζει ένα επίπεδο προστασίας του συμφέροντος αυτού που να είναι αποδεκτό εντός της Κοινότητας (25). Στις σκέψεις 34 έως 43 το Δικαστήριο εκθέτει συγκεκριμένα ότι η οδηγία έχει θεσπίσει, με τα άρθρα 4, 5, 6 και 7, επαρκή μέτρα για τη διασφάλιση του παραπάνω συμφέροντος.
62. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο εξέθεσε ότι ο δικηγόρος που ασκεί τη δικηγορία υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής έχει π.χ. την υποχρέωση να χρησιμοποιεί επίσης τον τίτλο αυτό στην επίσημη γλώσσα του κράτους προέλευσης, προς ενημέρωση των καταναλωτών, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση με τους επαγγελματικούς τίτλους του κράτους υποδοχής. Επιπλέον, ο δικηγόρος αυτός υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, όσον αφορά το πεδίο και τους τρόπους της άσκησης του επαγγέλματος, καθώς και στους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες του κράτους υποδοχής. Ο κοινοτικός νομοθέτης, προβαίνοντας στην επιλογή αυτού του τρόπου και αυτού του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και εγγύησης της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης, αντί για την καθιέρωση ενός προκαταρκτικού ελέγχου των ουσιαστικών γνώσεων, δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει.
63. Επομένως, στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν αυτές οι σκέψεις του Δικαστηρίου μπορούν να στηρίξουν την άποψη ότι η γλωσσική εξέταση είναι ασυμβίβαστη με την οδηγία 98/5. Προς τούτο θα έπρεπε να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, αφού οι σκέψεις του Δικαστηρίου αφορούν την εξέταση της (ουσιαστικής) γνώσης του δικαίου του κράτους υποδοχής, θα έπρεπε να ισχύει το ίδιο και για την εξέταση των γλωσσικών γνώσεων. Δεύτερον, η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε επί προσφυγής ακυρώσεως: από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει θα πρέπει επίσης να συνάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβλέψουν κανένα άλλο σύστημα προστασίας.
64. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή το ζήτημα κατά πόσον η εξέταση των νομικών γνώσεων μπορεί να συγκριθεί με γλωσσική εξέταση, θα ήθελα να επισημάνω ότι –όπως εκθέτει το Δικαστήριο– ο κοινοτικός νομοθέτης δεν καταργεί την υποχρέωση γνώσης του εθνικού δικαίου, αλλά απλώς απαλλάσσει τον δικηγόρο από την υποχρέωση να αποδείξει εκ των προτέρων τις γνώσεις αυτές. Το Δικαστήριο δηλαδή δέχεται ότι οι (νομικές) γνώσεις μπορούν να αποκτώνται σταδιακά χάρη στην άσκηση του επαγγέλματος στην πράξη.
65. Οι γλωσσικές γνώσεις μπορούν επίσης να βελτιώνονται σταδιακά χάρη στην καθημερινή εργασία στο κράτος υποδοχής. Εξάλλου, ο μηχανισμός προστασίας που προβλέπεται σχετικά με τις νομικές γνώσεις λειτουργεί ακόμη και στην περίπτωση ανεπαρκών γλωσσικών γνώσεων: η υπαγωγή στους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες αποσκοπεί και εδώ στην αποφυγή του ενδεχομένου να ζημιωθούν τα συμφέροντα του πελάτη. Οι ισχύοντες δεοντολογικοί κανόνες περιλαμβάνουν, κατά το πρότυπο του άρθρου 3.1.3. του κώδικα δεοντολογίας που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CCBE), την υποχρέωση των δικηγόρων να μην αναλαμβάνουν υποθέσεις για τις οποίες γνωρίζουν ή θα όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν έχουν τις αναγκαίες γνώσεις, για την παράβαση δε αυτής της υποχρέωσης προβλέπονται πειθαρχικές κυρώσεις. Είναι αυτονόητο ότι αυτό μπορεί να ισχύσει κατ’ αναλογία για την έλλειψη γλωσσικών γνώσεων.
66. Επομένως, ο δικηγόρος, αν οι γλωσσικές του ικανότητες δεν επαρκούν για να μπορέσει να υπαγάγει ορισμένα πραγματικά περιστατικά στις εφαρμοστέες διατάξεις, οφείλει επίσης, όπως και στην περίπτωση της έλλειψης νομικών γνώσεων, να αρνηθεί να αναλάβει την υπόθεση.
67. Επομένως, το σκεπτικό του Δικαστηρίου σχετικά με τις ουσιαστικές γνώσεις ισχύει κατ’ αναλογία για τις απαιτήσεις ως προς τις γλωσσικές γνώσεις.
68. Θα πρέπει πάντως να πληρούται επιπλέον και η δεύτερη προϋπόθεση. Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την καθιέρωση ενός μηχανισμού προστασίας χωρίς προηγούμενη εξέταση, κινήθηκε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαγόρευση κάθε διαφορετικού συστήματος. Πράγματι, από το σκεπτικό του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο μηχανισμός προηγούμενου ελέγχου δεν θα κινούνταν εντός των ορίων της ευχέρειας του κοινοτικού νομοθέτη.
69. Το ζήτημα αυτό όμως δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα των δυνατοτήτων που εξακολουθούν να έχουν τα κράτη μέλη μετά την επιλογή ορισμένου –νόμιμου– μηχανισμού προστασίας από τον κοινοτικό νομοθέτη. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης έχει επιλέξει, μεταξύ των πιθανών εναλλακτικών λύσεων, μια συγκεκριμένη, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον –εκτός αν προβλέπεται ρητά δυνατότητα παρέκκλισης– να παρεκκλίνουν από τη λύση αυτή.
70. Επομένως, πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑168/98, της οποίας αντικείμενο ήταν η ακύρωση της οδηγίας 98/5, έχει επομένως σημασία και για την υπό κρίση υπόθεση. Το συμπέρασμα που συνήχθη από την εξέταση του γράμματος και του ιστορικού της θέσπισης της οδηγίας 98/5, ότι δηλαδή η γλωσσική εξέταση είναι ασυμβίβαστη με την οδηγία αυτή, επιβεβαιώνεται συνεπώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
6. Τα αποτελέσματα της οδηγίας 2005/36
71. Τίθεται όμως το ζήτημα μήπως η οδηγία 98/5 πρέπει να ερμηνεύεται αφού ληφθεί υπόψη η οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (26) (στο εξής: οδηγία 2005/36). Στο άρθρο 53 της οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι οι δικαιούχοι της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων πρέπει να διαθέτουν τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής.
72. Αντικείμενο της υπό εξέταση διαδικασίας είναι, αντίθετα, η άσκηση της δραστηριότητας στο κράτος υποδοχής υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής. Όπως όμως εξέθεσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά με τη διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών δικηγόρων (27), δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών (28).
73. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για τον επίμαχο εν προκειμένω τομέα της άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν επιχειρήματα που αφορούν τον τομέα της άσκησης επαγγέλματος υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους υποδοχής, καθόσον οι καταστάσεις διαφέρουν. Η οδηγία 98/5 δεν πρέπει επομένως να ερμηνεύεται με βάση την οδηγία 2005/36. Επομένως, εξακολουθεί να ισχύει το συμπέρασμα ότι η γλωσσική εξέταση είναι ασυμβίβαστη με την πρώτη από τις παραπάνω οδηγίες.
7. Σύγκριση με την οδηγία 77/249
74. Τέλος, ακόμη και η σύγκριση με την οδηγία 77/249 παρέχει ενδείξεις για το ότι απαγορεύεται η επιβολή γλωσσικής εξέτασης. Όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του Λουξεμβούργου στο πλαίσιο της υπόθεσης C‑168/98 (29), το Μεγάλο Δουκάτο δεν αμφισβητεί τη δυνατότητα των αλλοδαπών δικηγόρων να παρέχουν, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 77/249, νομικές συμβουλές σε σχέση με το δίκαιο του κράτους υποδοχής υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής και χωρίς προηγουμένως να έχουν αποδείξει ορισμένες γλωσσικές γνώσεις.
75. Υπάρχουν επομένως πολλά στοιχεία που συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι αυτά ισχύουν και σε σχέση με την οδηγία 98/5. Πράγματι, οι δύο αυτές οδηγίες συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό, όσον αφορά τις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις. Η μόνη διαφορά τους συνίσταται στο ότι η μία υπάγεται στο δίκαιο της παροχής υπηρεσιών, ενώ η άλλη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 43 ΕΚ επ.
76. Θα μπορούσε πάντως να υποστηριχθεί ότι η προκύπτουσα διαφορά είναι τόσο σημαντική, ώστε δικαιολογείται η διαφορετική αντιμετώπιση. Πράγματι, ο δικηγόρος που προβαίνει απλώς σε παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη διαμένει για βραχύ μόνο χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος και χειρίζεται εκεί πολύ λιγότερες υποθέσεις από ό,τι ο εγκατεστημένος εκεί δικηγόρος. Επομένως, ο κίνδυνος για τα συμφέροντα των πελατών λόγω της παροχής νομικών συμβουλών που δεν στηρίζονται σε επαρκείς γνώσεις είναι μικρότερος στο πλαίσιο της οδηγίας 77/249 από ό,τι της οδηγίας 98/5.
77. Κατόπιν προσεκτικότερης εξέτασης διαπιστώνεται όμως ότι αυτό δεν ισχύει. Όπως προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, και, εκ του εναντίου, από το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 2 και 4, της οδηγίας 77/249, ο παρέχων υπηρεσίες δικηγόρος, μεταξύ άλλων, δεν υπόκειται στον ίδιο βαθμό με τον «Ευρωπαίο δικηγόρο» στους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες και στους σχετικούς κανόνες του πειθαρχικού δικαίου του κράτους υποδοχής. Αυτή η μικρότερη «αποτρεπτική δυνατότητα» θα μπορούσε να οδηγήσει τον παρέχοντα υπηρεσίες δικηγόρο να επιδείξει, σε σχέση με τις ελλιπείς γλωσσικές του γνώσεις, περισσότερο ριψοκίνδυνη ενδεχομένως συμπεριφορά. Επιπλέον, ο εγκατεστημένος δικηγόρος είναι κανονικά σε θέση, λόγω της στενότερης επαφής του με το ισχύον στο οικείο κράτος δικαιικό σύστημα και με τη γλώσσα ή τις γλώσσες του κράτους αυτού, να παρέχει περισσότερο αξιόπιστες νομικές συμβουλές (30).
78. Επομένως, οι κίνδυνοι που απειλούν τους πελάτες των δικηγόρων και τη λειτουργία της δικαιοσύνης λόγω των ελλιπών γλωσσικών γνώσεων του εγκατεστημένου «Ευρωπαίου δικηγόρου» δεν είναι οπωσδήποτε μεγαλύτεροι από ό,τι στην περίπτωση της παροχής συγκεκριμένων απλώς δικηγορικών υπηρεσιών.
8. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
79. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής δεν έχουν την εξουσία να επιβάλλουν ως προϋπόθεση για την υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους καταγωγής άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος εντός του κράτους υποδοχής, δηλαδή εντός κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, την επιτυχία σε ορισμένη γλωσσική εξέταση.
80. Ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η γλωσσική εξέταση συμβιβάζεται καταρχήν με τις εγγυήσεις που παρέχει η οδηγία 98/5, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν η οδηγία αυτή επιτρέπει και τις απαιτήσεις που ισχύουν στο Λουξεμβούργο σχετικά με τις γλωσσικές γνώσεις.
81. Όπως εξέθεσα ήδη ανωτέρω, η επίμαχη εξέταση των γλωσσικών γνώσεων καλύπτει τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα λουξεμβουργιανά.
82. Κατά το άρθρο 3 του νόμου του 1984 για το γλωσσικό καθεστώς (31), στο Λουξεμβούργο μπορούν να χρησιμοποιούνται και οι τρεις αυτές γλώσσες τόσο στη διοίκηση όσο και στα δικαστήρια. Αυτό όμως δεν μπορεί, από την άποψη της αναλογικότητας, να αποτελέσει σε καμία περίπτωση δικαιολογητικό λόγο για την επιβολή εκ των προτέρων στον «Ευρωπαίο δικηγόρο» της υποχρέωσης να γνωρίζει και τις τρεις αυτές γλώσσες.
83. Όπως προκύπτει συγκεκριμένα από το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου, όλοι οι νόμοι και οι εκτελεστικές των νόμων πράξεις καταρτίζονται στο Λουξεμβούργο στα γαλλικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε το Μεγάλο Δουκάτο, η γαλλική είναι επίσης η γλώσσα των επαγγελματικών και δεοντολογικών κανόνων των δικηγόρων. Μόνο ορισμένα τμήματα του γενικού φορολογικού δικαίου, και συγκεκριμένα ο Abgabenordnung (φορολογικός κώδικας), ο οποίος αποτελεί αντιγραφή του αντίστοιχου γερμανικού νομοθετήματος, είναι στα γερμανικά.
84. Επομένως, η γνώση τουλάχιστον της λουξεμβουργιανής –αν όχι και της γερμανικής– δεν φαίνεται να είναι σε καμία περίπτωση αναγκαία για την παροχή αξιόπιστων νομικών συμβουλών ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία του πελάτη και η εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης,
85. Ο πρώτος λόγος της προσφυγής είναι συνεπώς βάσιμος.
V – Επί του δεύτερου λόγου της προσφυγής: απαγόρευση της άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας (domiciliataire)
Ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Ισχυρισμοί της Επιτροπής
86. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5, ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής ασκεί, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 98/5, τις ίδιες δραστηριότητες με τον δικηγόρο που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής. Τα κράτη μέλη δεν έχουν επομένως την εξουσία να προβλέπουν άλλες εξαιρέσεις κατά τη μεταφορά της οδηγίας 98/5 στο εθνικό τους δίκαιο. Η απαγόρευση άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών αντιβαίνει συνεπώς στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5.
87. Κατά την Επιτροπή, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, ο «Ευρωπαίος δικηγόρος» δεν μπορεί να συγκριθεί με Λουξεμβούργιο δικηγόρο του πίνακα ΙΙ του μητρώου του δικηγορικού συλλόγου (με ασκούμενο δικηγόρο – avocat stagiaire), στον οποίο επίσης απαγορεύεται να ασκεί την εν λόγω δραστηριότητα. Ενώ ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει τους δικηγόρους στους οποίους έχει επιτραπεί μεν η πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης, αλλά οι οποίοι πρέπει να επιτύχουν στις εξετάσεις μετά την ολοκλήρωση της άσκησης, προκειμένου να αποκτήσουν την άδεια δικηγορίας, ο «Ευρωπαίος δικηγόρος» αποτελεί δικηγόρο που έχει πλήρως άδεια για την άσκηση δικηγορικών δραστηριοτήτων.
88. Ούτε η απαίτηση της γνώσης του ισχύοντος στο συγκεκριμένο κράτος δικαίου μπορεί να δικαιολογήσει, κατά την Επιτροπή, την επιβολή περιορισμών στις δραστηριότητες του δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής. Η δυνατότητα της Λουξεμβουργιανής Κυβέρνησης να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο τη διακινδύνευση της δημόσιας τάξης προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής και επαρκώς σοβαρής απειλής για θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας, πράγμα όμως που δεν ισχύει στην περίπτωση που η δραστηριότητα του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών ασκείται από δικηγόρο που έχει άδεια δικηγορίας σε άλλο κράτος μέλος.
89. Προκειμένου να διασφαλιστεί πλήρως η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/5 προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να υποχρεώνουν τους δικηγόρους που ασκούν επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής είτε να συνάπτουν ασφάλεια επαγγελματικής ευθύνης είτε να εγγράφονται σε ταμείο επαγγελματικών εγγυήσεων.
2. Ισχυρισμοί της Λουξεμβουργιανής Κυβέρνησης
90. Σκοπός του Λουξεμβούργιου νομοθέτη ήταν, με τον νόμο του 1999, να επιτρέψει την παροχή σε εταιρίες υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας μόνο στους δικηγόρους εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με το τοπικό δίκαιο και την τοπική πρακτική, ώστε να εξαλειφθούν ορισμένες νοσηρές καταστάσεις που έβλαπταν τη λουξεμβουργιανή αγορά και είχαν σχέση με πλασματικές έδρες εταιριών.
91. Δεδομένου ότι ο παρέχων τις εν λόγω υπηρεσίες υποχρεούται να εξακριβώνει αν η εταιρία πληροί τις νομικές προϋποθέσεις για την έναρξη άσκησης των οικείων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και τηρεί τις ισχύουσες στον συγκεκριμένο τόπο διατάξεις για την κατάρτιση των εταιρικών λογαριασμών και τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης, η άσκηση της δραστηριότητας του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών απαιτεί, κατά τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση πάντα, επαγγελματική πείρα στον τομέα του εταιρικού δικαίου και καλή γνώση του δικαίου αυτού, πράγμα που οδήγησε τον Λουξεμβούργιο νομοθέτη στην απόφαση να εξαιρέσει τους δικηγόρους του πίνακα II (τους ασκούμενους δικηγόρους – avocats stagiaires) και τους «Ευρωπαίους δικηγόρους» από τη δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητας αυτής.
92. Κατά τη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, ενόσω ο δικηγόρος ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, δεν εξομοιώνεται, μολονότι έχει πλήρη άδεια δικηγορίας στο κράτος καταγωγής του, με τους δικηγόρους του κράτους υποδοχής. Έχει όμως τη δυνατότητα, σύμφωνα με την οδηγία 98/5 (βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη), να ενταχθεί επαγγελματικά στο κράτος μέλος υποδοχής μετά από το αναγκαίο για την απόκτηση της επαγγελματικής πείρας χρονικό διάστημα και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 της οδηγίας 98/5. Κατά τη διάρκεια του διαστήματος αυτού οι «Ευρωπαίοι δικηγόροι», όπως και οι ασκούμενοι δικηγόροι (avocats stagiaires), είναι υποχρεωμένοι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του νόμου του 2002, να ενεργούν μόνο από κοινού με δικηγόρο (avocat à la Cour), ο οποίος έχει τη νομική ευθύνη για τις πράξεις και τις διαδικασίες που μπορούν να διενεργούν, κατά τον νόμο ή τις σχετικές κανονιστικές πράξεις, μόνο οι εν λόγω δικηγόροι.
Εκτίμηση
93. Επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η λουξεμβουργιανή ρύθμιση, προβλέποντας ότι μόνο δικηγόροι του πίνακα I μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών, αποκλείει τους λοιπούς δικηγόρους από τη δραστηριότητα αυτή. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τους δικηγόρους που είναι καταχωρισμένοι στους πίνακες II έως IV.
94. Οι «αποκλειόμενοι» αυτοί δικηγόροι δεν μπορούν συνεπώς να ασκούν τις ίδιες επαγγελματικές δραστηριότητες όπως οι δικηγόρου που είναι εγκατεστημένοι και ασκούν δικηγορία στο κράτος υποδοχής υπό τον κατάλληλο επαγγελματικό τίτλο του κράτους υποδοχής.
95. Η επίδικη ρύθμιση έχει συνεπώς ως αποτέλεσμα να αναιρεί το δικαίωμα των δικηγόρων να ασκούν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής, το οποίο τους παρέχει καταρχήν το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5.
96. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5 επιτρέπει βέβαια στα κράτη μέλη να προβλέπουν ορισμένες εξαιρέσεις από το καταρχήν δικαίωμα αυτό, αλλά η επίδικη ρύθμιση δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία από τις περιπτώσεις που ρυθμίζουν συναφώς οι παράγραφοι 2 και 3.
97. Κατά του παραπάνω συμπεράσματος δεν μπορεί να αντιταχθεί ούτε το επιχείρημα ότι ακόμη και ορισμένοι Λουξεμβούργιοι δικηγόροι, και συγκεκριμένα οι «avocats stagiaires» του πίνακα II, δεν έχουν το δικαίωμα να παρέχουν υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών. Η κατηγορία αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με την κατηγορία των «Ευρωπαίων δικηγόρων», διότι οι τελευταίοι αυτοί είναι δικηγόροι που έχουν άδεια άσκησης κάθε δικηγορικής επαγγελματικής δραστηριότητας. Οι δύο αυτές κατηγορίες διαφέρουν συνεπώς τόσο πολύ, ώστε δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν συναφώς στις ίδιες νομικές ρυθμίσεις.
98. Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με βάση το επιχείρημα ότι η άσκηση της δραστηριότητας του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών απαιτεί επαγγελματική πείρα και ιδιαίτερη εξοικείωση με τη νομοθεσία, κυρίως με το εταιρικό δίκαιο, και με τη νομική πρακτική στον οικείο τόπο. Το γεγονός ότι η δικηγορική δραστηριότητα απαιτεί ορισμένο βαθμό επιμέλειας και εξοικείωσης με τα νομικά πράγματα δεν οφείλεται μόνο σε λόγους αναγόμενους στην αστική ευθύνη.
99. Εξάλλου, το εταιρικό δίκαιο αποτελεί έναν τομέα του δικαίου στον οποίο η βάσει του κοινοτικού δικαίου εναρμόνιση έχει πραγματοποιηθεί σε σχετικά μεγάλο βαθμό. Επομένως, είναι πιθανότατο ότι στο κράτος καταγωγής του «Ευρωπαίου δικηγόρου» θα ισχύουν εν πολλοίς ανάλογες ρυθμίσεις.
100. Το ζήτημα αν η επίδικη υποχρέωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως απαίτηση δημόσιας τάξης δεν χρειάζεται να εξεταστεί ενδελεχώς, αν ληφθούν υπόψη τα αυστηρά κριτήρια που έχει θέσει συναφώς η νομολογία του Δικαστηρίου (32). Στην προκείμενη διαδικασία δεν μπορεί καν να διαπιστωθεί ποιο είναι το θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας στην προστασία του οποίου αποσκοπεί η επίδικη ρύθμιση και για ποιο λόγο υφίσταται πραγματική και ενεστώσα διακινδύνευση του συμφέροντος αυτού.
101. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της προσφυγής είναι επίσης βάσιμος.
VI – Επί του τρίτου λόγου της προσφυγής: υποχρέωση υποβολής κατ’ έτος του πιστοποιητικού του κράτους μέλους καταγωγής
Ισχυρισμοί των διαδίκων
1. Ισχυρισμοί της Επιτροπής
102. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δήλωσε, με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι είχε λάβει υπόψη της το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η απαίτηση υποβολής κατ’ έτος και εκ νέου του πιστοποιητικού εγγραφής του δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής συνιστά, ενόψει των διατάξεων της οδηγίας 98/5, αδικαιολόγητη διοικητική επιβάρυνση.
103. Η Επιτροπή επισημαίνει πάντως ότι η απαίτηση αυτή, η οποία αντιβαίνει στο γράμμα της οδηγίας 98/5 για τους λόγους που παρατίθενται στην αιτιολογημένη γνώμη, εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στον νόμο με τον οποίο μεταφέρθηκε η οδηγία 98/5 στη λουξεμβουργιανή νομοθεσία.
2. Ισχυρισμοί της Λουξεμβουργιανής Κυβέρνησης
104. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση παραπέμπει συναφώς στην απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη. Με την απάντηση αυτή δήλωσε ότι λαμβάνει υπόψη το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η επίδικη υποχρέωση συνιστά αδικαιολόγητη διοικητική επιβάρυνση.
Εκτίμηση
105. Όσον αφορά την απαίτηση υποβολής κατ’ έτος του πιστοποιητικού του κράτους μέλους καταγωγής, την οποία προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου του 2002, επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση φαίνεται να ομολογεί την ύπαρξη παράβασης της Συνθήκης στο σημείο αυτό.
106. Επί της ουσίας, θα ήθελα να τονίσω ότι η απαίτηση αυτή που περιλαμβάνεται στο λουξεμβουργιανό δίκαιο αποτελεί υποχρέωση μη προβλεπόμενη ρητά στην οδηγία 98/5. Η νομιμότητα της απαίτησης αυτής δεν μπορεί άλλωστε να συναχθεί από την οδηγία με κανένα άλλο τρόπο. Αντίθετα, η απαίτηση αυτή αντιβαίνει στον σκοπό της εν λόγω οδηγίας και στους μηχανισμούς που καθιερώνονται με αυτή.
107. Για παράδειγμα, η οδηγία 98/5 προβλέπει την υποχρέωση συνεργασίας του κράτους καταγωγής με το κράτος υποδοχής. Αυτό προκύπτει κυρίως από την υποχρέωση ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής σε περίπτωση που κινείται πειθαρχική διαδικασία, υποχρέωση προβλεπόμενη από το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας.
108. Η υποχρέωση που προβλέπει το λουξεμβουργιανό δίκαιο συνιστά, λόγω κυρίως της ετήσιας περιοδικότητάς της, μια επιβάρυνση διοικητικού χαρακτήρα, η οποία εξάλλου δεν είναι σύμφωνη ούτε με την αρχή της αναλογικότητας.
109. Επομένως, βάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της προσφυγής.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
110. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, πρέπει το κράτος αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VIII – Πρόταση
111. Κατόπιν όλων των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, διατηρώντας σε ισχύ, σε σχέση με την εγκατάσταση δικηγόρου υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους καταγωγής, εξετάσεις περί γλωσσικών γνώσεων, την απαγόρευση άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας (domiciliataire) και την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού του κράτους μέλους καταγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος,
2) να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Υπόθεση C‑506/04, Wilson.
3 – EE L 77, σ. 36.
4 – Mémorial [Εφημερίδα της Κυβέρνησης του Λουξεμβούργου] A, αριθ. φύλλου 16, της 24ης Φεβρουαρίου 1984, σ. 196.
5 – Mémorial A, αριθ. φύλλου 140, της 17ης Δεκεμβρίου 2002, σ. 3202.
6 – Νόμος της 13ης Αυγούστου 1991 σχετικά με το δικηγορικό επάγγελμα (Mémorial A, αριθ. φύλλου 58, της 27ης Αυγούστου 1991, σ. 1110) και νόμος της 31ης Μαΐου 1999.
7 – Mémorial A, αριθ. φύλλου 77, της 21ης Ιουνίου 1999, σ. 1681.
8 – Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, C‑168/98, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I‑9131, σκέψεις 33 έως 43).
9 – Mémorial A, αριθ. φύλλου 53, της 20ής Απριλίου 2005.
10 – Αυτή επίσης είναι η άποψη που εκφράζει ο Jacques Pertek, «La Communauté peut instituer un système de reconnaissance mutuelle des autorisations nationales d’exercice permettant de pratiquer toutes les activités typiques de l’avocat dans un État d’accueil», La Semaine juridique – édition générale 2001 II 10637, σ. 2258, και ειδικότερα σ. 2260.
11 – ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 249.
12 – EE 1989, L 19, σ. 16.
13 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση C‑168/98, σκέψη 43.
14 – ΕΕ 1995, C 128, σ. 6.
15 – ΕΕ 1995, C 256, σ. 14.
16 – Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1989, 379/87, Groener (Συλλογή 1989, σ. 3967, σκέψεις 17 έως 20).
17 – Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C‑424/97, Haim (Συλλογή 2000, σ. I‑5123, σκέψεις 52 έως 61).
18 – Βλ. τις αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2000, C‑281/98, Angonese (Συλλογή 2000, σ. I‑4139, σκέψεις 42 έως 44), και της 2ας Ιουλίου 1996, C‑473/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1996, σ. I‑3207, σκέψη 35).
19 – Kανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
20 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 35.
21 – Βλ. Bryan McMahon, Common Market Law Review 1990, σ. 136, 137.
22 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12.
23 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 19ης Μαΐου 1999, C-424/97, Haim (Συλλογή 2000, I-5123, σημεία 89 έως 91).
24 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση, σκέψεις 32 έως 44.
25 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8 απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 32, και απόφαση της 13ης Μαΐου 1997, C‑233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I‑2405, σκέψη 17).
26 – ΕΕ L 255, σ. 22.
27 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 20 έως 29.
28 – Βλ. Pedro Cabral, CommonMarketLawReview 2002, σ. 140 έως 143, ο οποίος, μολονότι επικρίνει το σκεπτικό του Δικαστηρίου, συμφωνεί με το συμπέρασμά του.
29 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 20 και 21. Την ίδια άποψη εκφράζει και ο Georges Friden, Courdejusticedescommunautéseuropéennes, Annalesdudroitluxembourgeois 2000, σ. 283, και ειδικότερα σ. 284.
30 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer, της 24ης Φεβρουαρίου 2000, στην υπόθεση C‑168/98 (η απόφαση παρατέθηκε στην υποσημείωση 8), σημεία 43 και 44.
31 – Mémorial A, αριθ. 16, της 27ης Φεβρουαρίου 1984, σ. 196 και 197.
32 – Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 79/85, Segers (Συλλογή 1986, σ. 2375), της 29ης Οκτωβρίου 1998, C‑114/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1998, σ. I‑6717), και της 9ης Μαρτίου 2000, C‑355/98, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2000, σ. I‑1221).
Full & Egal Universal Law Academy