ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 22ας Μαρτίου 2007 (1)
Υπόθεση C-194/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
(Παράβαση υποχρεώσεων από κράτος μέλος – Περιβάλλον – Οδηγία 75/442/ΕΟΚ όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ – Έννοια του όρου «στερεά απόβλητα» – Χώματα και βράχοι που προέρχονται από εκσκαφές)
I – Εισαγωγή
1. Με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156//ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (3) (στο εξής «η οδηγία 75/442» ή «η οδηγία»), καθόσον το άρθρο 10 του νόμου 93/2001 και το άρθρο 1, παράγραφοι 17 και 19, του νόμου 443/2001 θέτουν εκτός του πεδίου εφαρμογής των εθνικών διατάξεων περί στερεών αποβλήτων τα προερχόμενα από εκσκαφές χώματα και βράχους που προορίζονται για εκ νέου χρησιμοποίηση για επιχώματα, καλύψεις, αναχώματα και θρυμματισμό, εξαιρουμένων των υλικών που προέρχονται από μολυσμένους χώρους και από εγγειοβελτιωτικά έργα με συγκέντρωση ρυπογόνων μεγαλύτερη από τα ανώτατα αποδεκτά όρια τα οποία προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις.
2. Πρόκειται για μια ακόμη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αφορώσα την κοινοτική έννοια του όρου «στερεά απόβλητα». Δεδομένου ότι ούτε υπάρχει ούτε είναι δυνατόν να υπάρξει γενικός/καθολικός ορισμός της εννοίας των στερεών αποβλήτων και ότι, κατά συνέπεια, το αν μια συγκεκριμένη ουσία αποτελεί απόβλητο πρέπει να κρίνεται χωριστά για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που την χαρακτηρίζουν, το Δικαστήριο θα έχει ασφαλώς και στο μέλλον άφθονες ευκαιρίες να ασχοληθεί με το περιεχόμενο της εν λόγω εννοίας.
3. Το κεντρικό ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι σε ποια έκταση και υπό ποίες συνθήκες μία ουσία που χρησιμοποιείται εκ νέου για ορισμένους σκοπούς μπορεί να θεωρείται ότι δεν εμπίπτει στην έννοια των στερεών αποβλήτων που προβλέπει η οδηγία. Επομένως, η παρούσα υπόθεση αφορά τη διάκριση που πρέπει να γίνεται μεταξύ της ανακτήσεως αποβλήτων και της συνήθους βιομηχανικής επεξεργασίας ενός προϊόντος ή, ακριβέστερα, ενός παραπροϊόντος το οποίο δεν συνιστά απόβλητο.
4. Υπό την έννοια αυτή, η παρούσα υπόθεση έχει πολλά κοινά στοιχεία με την υπόθεση C‑195/05, επί της οποίας θα αναπτύξω επίσης τις προτάσεις μου σήμερα και στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, στο μέτρο που οι δύο υποθέσεις αλληλοκαλύπτονται (4).
II – Το νομοθετικό πλαίσιο
Α – Η οδηγία 75/442
5. Στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας ορίζονται τα εξής:
«α) ως “στερεό απόβλητο” νοείται κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.
Η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18, καταρτίζει, όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1993, κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που περιλαμβάνει το παράρτημα I. Ο κατάλογος αυτός θα επανεξετάζεται τακτικά και, εν ανάγκη, θα αναθεωρείται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία».
6. Το παράρτημα Ι της οδηγίας 75/442, που φέρει τον τίτλο «Κατηγορίες αποβλήτων», κατατάσσει στην κατηγορία Q16, «[κ]άθε ουσία, ύλη ή προϊόντα τα οποία δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες κατηγορίες.»
7. Ο ισχύων σήμερα κατάλογος των αποβλήτων, που καταρτίστηκε από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 (5), κάνει λόγο, στο κεφάλαιο 17 –ένα από τα κεφάλαια που απαριθμούν τις πηγές παραγωγής αποβλήτων και το οποίο αφορά τα «Απόβλητα οικοδομικών εργασιών και κατεδαφίσεων (συμπεριλαμβανομένων των έργων οδοποιίας)»– για «Χώματα και κατάλοιπα από καθαρισμό του εδάφους» (θέση 1705) και, ειδικότερα, για «Χώματα και πέτρες που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες» (κωδικός 17 05 03) και για «Χώματα και πέτρες εκτός αυτών που αναφέρονται στη θέση 17 05 03» (κωδικός 17 05 04).
Β – Η εθνική νομοθεσία
8. Στην Ιταλία, η διάθεση των στερεών αποβλήτων διέπεται από το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 22, της 5ης Φεβρουαρίου 1997 (6) («Ν.Δ. 22/97»).
9. Στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του Ν.Δ. 22/97 η έννοια των στερεών αποβλήτων ορίζεται ως εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος:
(α) ως “στερεό απόβλητο” νοείται κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος I και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.»
10. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του Ν.Δ. 22/97 εξαιρεί ορισμένες ουσίες ή υλικά του πεδίου εφαρμογής του διατάγματος, καθόσον καλύπτονται από ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων, κατά το στοιχείο β΄, «των αποβλήτων που παράγονται από την αναζήτηση, την εξόρυξη, την επεξεργασία και την αποταμίευση ορυκτών και τη λειτουργία λατομείων».
11. Με το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 93 της 23ης Μαρτίου 2001, περί «διατάξεων που αφορούν το περιβάλλον» («νόμος 93») προστέθηκε ένα νέο σημείο (Fbis) στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Ν.Δ. 22/97. Σύμφωνα με το νέο κείμενο, οι ακόλουθες ουσίες, οι οποίες απαριθμούνται στο εν λόγω σημείο, εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, του πεδίου εφαρμογής του διατάγματος:
«τα προερχόμενα από εκσκαφές χώματα και οι βράχοι που προορίζονται για εκ νέου χρησιμοποίηση για επιχώματα, καλύψεις, αναχώματα και θρυμματισμό, εκτός εάν πρόκειται για υλικά που προέρχονται από μολυσμένους χώρους και από εγγειοβελτιωτικά έργα με συγκέντρωση ρυπογόνων μεγαλύτερη από τα ανώτατα αποδεκτά όρια τα οποία προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις.»
12. Στο άρθρο 1, παράγραφος 17, του νόμου αριθ. 443 της 21ης Δεκεμβρίου 2001, που φέρει τον τίτλο «παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης στην κυβέρνηση όσον αφορά την υποδομή και τις εγκαταστάσεις στρατηγικής σημασίας προϊόντων […]» (νόμος αριθ. 443) οριζόταν ότι στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο (Fbis) του Ν.Δ. 22/97 πρέπει να αποδίδεται η έννοια ότι:
«τα χώματα και οι βράχοι από εκσκαφές, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προέρχονται από τη διάνοιξη σηράγγων, δεν αποτελούν απόβλητα και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, ακόμη και αν έχουν μολυνθεί, στο στάδιο της παραγωγής, από ρυπογόνες ουσίες προερχόμενες από δραστηριότητες εκσκαφής, γεωτρήσεως και οικοδομικών εργασιών, εφόσον η μέση σύσταση της συνολικής μάζας δεν εμφανίζει συγκέντρωση ρυπογόνων ουσιών υπερβαίνουσα τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις.»
13. Εξάλλου, στο άρθρο 1, παράγραφος 19, του νόμου 443 ορίζεται ότι:
«Προκειμένου για τα υλικά στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 17, ως πραγματική χρησιμοποίηση για επιχώματα, καλύψεις, αναχώματα και θρυμματισμό θα νοείται επίσης η χρησιμοποίηση για διάφορες δραστηριότητες βιομηχανικής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των καλύψεων καλλιεργουμένων λατομείων και της αποθέσεως σε άλλη τοποθεσία, που έχει εγκριθεί από την αρμόδια διοικητική αρχή, υπό τον όρο ότι τηρούνται τα όρια στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 18 και ότι η απόθεση πραγματοποιείται σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες για την περιβαλλοντική αποκατάσταση και την εκ νέου ανάπτυξη της οικείας τοποθεσίας.»
14. Οι παράγραφοι 17 και 19 του άρθρου 1 του νόμου 443 τροποποιήθηκαν με το άρθρο 23 του νόμου αριθ. 306, της 31ης Οκτωβρίου 2003 («νόμος 306»).
III – Η διοικητική και η ένδικη διαδικασία
15. Με το από 27 Ιουνίου 2002 έγγραφο οχλήσεως που της απηύθυνε, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ιταλική Κυβέρνηση ότι, κατά την άποψή της, το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 93, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφοι 17 και 19, του νόμου αριθ. 443, αντίκεινται στην οδηγία 75/442, καθόσον θέτουν εκτός του πεδίου εφαρμογής των εθνικών διατάξεων περί στερεών αποβλήτων τα χώματα και τους βράχους από εκσκαφές που προορίζονται να επαναχρησιμοποιηθούν για ορισμένους σκοπούς.
16. Δεδομένου ότι οι ιταλικές αρχές δεν απάντησαν στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή προχώρησε, στις 19 Δεκεμβρίου 2002, στη διατύπωση αιτιολογημένης γνώμης, με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να συμμορφωθεί με την οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης.
17. Στην από 5 Μαρτίου 2003 απάντησή τους στην αιτιολογημένη γνώμη, οι ιταλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή σχέδιο τροποποιήσεως της νομοθεσίας περί χωμάτων από εκσκαφές. Σε κοινή σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 25 Ιουνίου 2003, η Επιτροπή υποστήριξε ότι και οι εν σχεδίω τροποποιητικές διατάξεις εξακολουθούσαν να προβλέπουν στενή ερμηνεία της εννοίας των αποβλήτων και ότι, κατά συνέπεια, αντέκειντο στην οδηγία. Με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 2004, οι ιταλικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή αντίγραφο του νέου κειμένου του τροποποιηθέντος νόμου, ήτοι του νόμου 306, όπως είχαν ανακοινώσει στην Επιτροπή με το έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2003.
18. Κρίνοντας ότι η κατάσταση εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιητική, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, με δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Μαΐου 2005.
IV – Εξέταση της προβαλλομένης παραβάσεως
Α – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
19. Η Επιτροπή καταγγέλλει ότι η ιταλική νομοθεσία περί στερεών αποβλήτων, και ιδίως το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 93, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφοι 17 και 19, του νόμου αριθ. 443, αντίκειται στην οδηγία 75/442 –ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αριθ. 306– καθόσον θέτει κατά τεκμήριο και με γενικό τρόπο εκτός του πεδίου εφαρμογής των εθνικών διατάξεων περί αποβλήτων τα χώματα και τους βράχους από εκσκαφές που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν εκ νέου για συγκεκριμένους σκοπούς, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζονται στα υλικά αυτά οι διατάξεις περί διαχειρίσεως των στερεών αποβλήτων που περιέχονται στην οδηγία.
20. Κατά την Επιτροπή, τα επίμαχα υλικά, τα οποία περιλαμβάνονται στον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων, συνιστούν υλικά τα οποία ο κάτοχός τους επιθυμεί να απορρίψει και τα οποία, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην έννοια των στερεών αποβλήτων όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 75/442. Κατά τη γνώμη της, το γεγονός ότι τα υλικά αυτά τίθενται εκτός του πεδίου εφαρμογής της ιταλικής νομοθεσίας περί στερεών αποβλήτων μόνο καθόσον προορίζονται για πραγματική εκ νέου χρησιμοποίηση για επιχώματα, καλύψεις, αναχώματα και θρυμματισμό δεν έχει στο πλαίσιο αυτό καμία σημασία.
21. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο ορισμός της εννοίας των στερεών αποβλήτων στην ιταλική νομοθεσία είναι στενότερος από τον αντίστοιχο ορισμό που περιέχεται στην οδηγία και έχει περαιτέρω ερμηνευθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία (7), για να μπορεί ένα κατάλοιπο να μην θεωρηθεί ως απόβλητο αλλά ως παραπροϊόν το οποίο ο κάτοχός του δεν απορρίπτει, πρέπει να εκτιμάται ιδίως πόσο πιθανό είναι να επαναχρησιμοποιηθεί, πρωτίστως όμως είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι το εν λόγω υλικό θα χρησιμοποιηθεί πράγματι στο πλαίσιο της ιδίας διαδικασίας παραγωγής.
22. Σε αντίθεση με τα όσα γίνονται δεκτά στην εν λόγω νομολογία, η επίμαχη εν προκειμένω εξαίρεση ισχύει και στις περιπτώσεις όπου τα εν λόγω κατάλοιπα επαναχρησιμοποιούνται σε διαφορετικές διαδικασίες παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της καλύψεως καλλιεργουμένων λατομείων και της εκφορτώσεως σε άλλη τοποθεσία, που έχει εγκριθεί από την αρμόδια εθνική αρχή.
23. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι τροποποιήσεις που εισήγαγε ο νόμος αριθ. 306 δεν επέφεραν ουσιώδεις αλλαγές όσον αφορά την καταγγελλόμενη παράβαση.
24. Η Iταλική Kυβέρνηση υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθότι, κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο νόμος αριθ. 306, ο οποίος θεσπίστηκε στις 31 Οκτωβρίου 2003, δηλαδή ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως.
25. Επί της ουσίας, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο των ιταλικών διατάξεων συνάδει με την έννοια των στερεών αποβλήτων, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 75/442.
26. Επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου (8), η Iταλική Kυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κοινοτική έννοια του όρου «απόβλητα» επιδέχεται εύλογες εξαιρέσεις στην περίπτωση παραπροϊόντων τα οποία η οικεία επιχείρηση δεν επιθυμεί να «απορρίψει» ως απόβλητα.
27. Κατά τη γνώμη της, από την προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω νομολογίας προκύπτει ότι η κρίσιμη προϋπόθεση για την κατάταξη καταλοίπων στην κατηγορία των παραπροϊόντων και όχι στην κατηγορία των αποβλήτων δεν είναι τόσο η επαναχρησιμοποίηση των εν λόγω υλικών στην ίδια διαδικασία παραγωγής με τη διαδικασία από την οποία προήλθαν, όσο είναι η βεβαιότητα ότι θα επαναχρησιμοποιηθούν, χωρίς καμία προηγούμενη επεξεργασία. Κατάλοιπα τα οποία είναι βέβαιο ότι θα χρησιμοποιηθούν, και μάλιστα χωρίς καμία προηγούμενη επεξεργασία, σε διαδικασία παραγωγής διαφορετική από τη διαδικασία από την οποία προήλθαν –η οποία όμως λαμβάνει χώρα κατά τον ίδιο χρόνο με την πρώτη ή, η τουλάχιστον, σε χρόνο που διασφαλίζει ότι η εκ νέου χρησιμοποίηση είναι έγκαιρη– πρέπει να κατατάσσονται στην κατηγορία των παραπροϊόντων.
28. Η Iταλική Kυβέρνηση τονίζει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο πρωταρχικός σκοπός του εθνικού νομοθέτη ήταν η πραγματοποίηση δημοσίων έργων και ότι η μετακίνηση χώματος και η σχεδιαζόμενη χρήση των χωμάτων από εκσκαφές αποτελούν ίσως το σημαντικότερο μέρος των εν λόγω έργων. Κατά συνέπεια, το γεγονός ακριβώς ότι οι εκτελούντες τα έργα έχουν την υποχρέωση να τα ολοκληρώσουν αποτελεί την εγγύηση για το ότι τα χώματα και λοιπά υλικά από τις εκσκαφές θα χρησιμοποιηθούν εκ νέου για αναχώματα.
29. Η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν καθιερώνει γενική εξαίρεση, ορίζει με πολύ συγκεκριμένο και περιοριστικό τρόπο –στη φάση του σχεδιασμού και του ελέγχου εκτελέσεως των εργασιών– τις περιπτώσεις στις οποίες τα χώματα και οι βράχοι που προέρχονται από εκσκαφές εξαιρούνται της εφαρμογής της νομοθεσίας περί αποβλήτων, καθόσον συνιστούν υλικά τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου σύμφωνα με ένα συνεπές σχέδιο το οποίο βασίζεται σε προηγούμενη ειδική εκτίμηση των συνεπειών για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία.
Β – Εκτίμηση
30. Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, την προκαταρκτική ένσταση περί απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Iταλική Kυβέρνηση, ισχυριζόμενη ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο νόμος αριθ. 306, που θεσπίστηκε στις 31 Οκτωβρίου 2003 –δηλαδή, μετά την παρέλευση της προθεσμίας που είχε τεθεί στην αιτιολογημένη γνώμη– υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το αν ένα κράτος μέλος παρέβη ή όχι τις υποχρεώσεις του πρέπει να κρίνεται με αναφορά στην κατάσταση που υφίστατο στο κράτος μέλος κατά το πέρας της προθεσμίας που είχε τεθεί στην αιτιολογημένη γνώμη και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τυχόν μεταγενέστερες αλλαγές (9).
31. Συνεπώς, στο πλαίσιο της εξεταζομένης εν προκειμένω διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή δεν είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη τις τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος 306. Ούτε εξετάζεται, άλλωστε, εν προκειμένω ο εν λόγω νόμος. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαπίστωση στην οποία καλείται να προβεί το Δικαστήριο δεν αφορά το νόμο αριθ. 306 και, μολονότι η Επιτροπή δήλωσε ότι ο εν λόγω νόμος δεν μετέβαλε την κατάσταση όσον αφορά την καταγγελλόμενη παράβαση, τόνισε, τόσο στην απάντησή της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα του νόμου αριθ. 306 στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας.
32. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η κρινόμενη εν προκειμένω ιταλική νομοθεσία περί στερεών αποβλήτων, ήτοι ο νόμος αριθ. 93 και ο νόμος 443, περιορίζει παρανόμως το εύρος της εννοίας των στερεών αποβλήτων, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία 75/442, θέτοντας εκτός του πεδίου εφαρμογής της τα χώματα και τους βράχους από εκσκαφές που προορίζονται για εκ νέου χρησιμοποίηση για συγκεκριμένες εργασίες.
33. Θα ξεκινήσω με μία σύντομη αναφορά στα κύρια χαρακτηριστικά της εννοίας των αποβλήτων στο πλαίσιο της οδηγίας, όπως έχουν αποσαφηνιστεί από το Δικαστήριο (10).
34. Πρώτον, γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία, ιδίως, ότι το αν ένα υλικό ή ένα αγαθό πρέπει να θεωρείται ως απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας εξαρτάται από το αν ο κάτοχός του το απορρίπτει, προτίθεται ή υποχρεούται να την απορρίψει. Το στοιχείο αυτό πρέπει να αποδεικνύεται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συντρεχουσών περιστάσεων. Σχετικώς, το Δικαστήριο έχει διατυπώσει μια σειρά κριτηρίων και κατευθυντηρίων γραμμών, με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να συναχθεί η απόρριψη ή η ύπαρξη αντίστοιχης προθέσεως. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η χρησιμοποιούμενη ουσία αποτελεί κατάλοιπο παραγωγής, –ήτοι ένα προϊόν η παραγωγή του οποίου αυτού καθαυτού δεν ήταν η κύρια επιδίωξη του παραγωγού– αποτελεί, κατά κανόνα, απόδειξη του ότι ο κάτοχος της εν λόγω ουσίας την απέρριψε ή προτίθεται να την απορρίψει (11).
35. Ωστόσο, αγαθά, υλικά ή πρώτες ύλες που προέρχονται από τη διαδικασία παρασκευής ή λήψεως με εκχύλιση ή άλλες μεθόδους, κύριος σκοπός της οποίας δεν είναι να παραγάγει τα εν λόγω υλικά ή πρώτες ύλες, ενδέχεται επίσης να συνιστούν, όχι κατάλοιπα, αλλά παραπροϊόντα τα οποία η επιχείρηση προτίθεται να εκμεταλλευθεί ή να διαθέσει εμπορικά με ευνοϊκούς γι’ αυτήν όρους, στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας, χωρίς οποιαδήποτε επεξεργασία πριν από την εκ νέου χρησιμοποίηση. Δεδομένης της υποχρεώσεως διασταλτικής ερμηνείας της εννοίας των αποβλήτων, η εκ νέου χρησιμοποίηση των αγαθών, των υλικών ή των πρώτων υλών πρέπει, κατά τη νομολογία, να είναι βεβαία και να αποτελεί μέρος της συνεχιζόμενης διαδικασίας παραγωγής ή χρήσεως. Ωστόσο, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ορισμένη ουσία δεν συνιστά απόβλητο, εφόσον είναι βέβαιο ότι θα χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών επιχειρήσεων ή φορέων που δεν ταυτίζονται με την επιχείρηση η οποία την παρήγαγε (12).
36. Όπως επεσήμανα και στις προτάσεις μου στην υπόθεση C‑195/05, το στοιχείο που είναι κρίσιμο σε τελική ανάλυση για την κατάταξη στην κατηγορία των παραπροϊόντων είναι το αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία για την οποία πρόκειται έχει κάποια οικονομική αξία για τον κάτοχό της –και όχι βάρος το οποίο θα θελήσει να απορρίψει– είτε από την άποψη της περαιτέρω εκμεταλλεύσεως ή χρησιμοποιήσεως για την άσκηση της κυρίας δραστηριότητος είτε επειδή ο κάτοχος τη διαθέτει εμπορικά με ευνοϊκούς γι’ αυτόν όρους (13).
37. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, λαμβανομένων υπόψη των στόχων της οδηγίας, η έννοια των αποβλήτων δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (14).
38. Οι εθνικοί κανόνες τους οποίους αφορά η παρούσα διαδικασία θέτουν εκτός του πεδίου εφαρμογής των κανόνων περί αποβλήτων τα χώματα και τους βράχους από εκσκαφές, εφόσον τα εν λόγω υλικά προορίζονται να χρησιμοποιηθούν εκ νέου για επιχώματα, καλύψεις, αναχώματα και θρυμματισμό.
39. Πρέπει να επισημανθεί σχετικώς ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα εν λόγω υλικά προορίζονται πράγματι για εκ νέου χρησιμοποίηση, δεν μπορεί, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, να συνάγεται αυτοδικαίως και γενικώς από αυτό και μόνο το γεγονός ότι τα υλικά αυτά δεν συνιστούν απόβλητα.
40. Πράγματι, η επίμαχη νομοθεσία, ιδίως δε το άρθρο 1, παράγραφος 19, του νόμου αριθ. 443, σαφώς καλύπτει ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων στις οποίες τα χώματα ή οι βράχοι αποτίθενται σε άλλη τοποθεσία.
41. Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις που έχουν σχέση με την πραγματική εκ νέου χρησιμοποίηση φαίνεται ότι προβλέπονται σε ή συνάγονται από διάφορα νομοθετικά πλαίσια, όπως οι εθνικές διατάξεις περί δημοσίων έργων –από τις οποίες η Iταλική Kυβέρνηση δεν παρέθεσε κάποιο συγκεκριμένο σύνολο κανόνων– ή το αντικείμενο συγκεκριμένων έργων που συνεπάγονται την εκσκαφή χωμάτων και βράχων. Κατά συνέπεια, το φάσμα των δυνατοτήτων είναι ευρύ, όσον αφορά τις περιστάσεις και τις προϋποθέσεις της εκάστοτε εκ νέου χρησιμοποιήσεως. Το γεγονός αυτό γεννά σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την βεβαιότητα της εκ νέου χρησιμοποιήσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
42. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η Iταλική Kυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μολονότι η προηγούμενη κυβέρνηση έλαβε μέτρα για την επιτάχυνση των δημοσίων έργων στην Ιταλία γενικώς, η επίμαχη νομοθεσία δεν περιέχει κανόνα σύμφωνα με τον οποίο, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα υλικά από εκσκαφές πρέπει να χρησιμοποιηθούν εκ νέου εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι στην υπόθεση Palin Granit, όπου τα πετρώματα που περίσσεψαν μετά από λατόμευση χαρακτηρίστηκαν ως κατάλοιπα εξορύξεως και, συνεπώς, ως απόβλητα, το Δικαστήριο απέδωσε σημασία στη διάρκεια της αποθηκεύσεως και επεσήμανε ότι η μεγάλης διαρκείας αποθήκευση συνιστά βάρος για τον κάτοχο και ενδέχεται να αποτελεί την αιτία της ρύπανσης του περιβάλλοντος την οποία επιδιώκει ακριβώς να μειώσει η οδηγία (15).
43. Λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων αυτών, δεν μπορεί να γίνεται δεκτό γενικώς και κατά τεκμήριο –παρότι μπορεί να είναι αληθές σε ορισμένες περιπτώσεις– ότι, οσάκις καλύπτονται από την εξαίρεση που προβλέπεται στο νόμο αριθ. 93 και στον νόμο αριθ. 443, τα χώματα και οι βράχοι που προέρχονται από εκσκαφές αντιπροσωπεύουν, με βάση την σχεδιαζόμενη εκ νέου χρησιμοποίησή τους, ορισμένη οικονομική αξία ή πλεονέκτημα για τον κάτοχό τους, ως παραπροϊόντα, και όχι βάρος από το οποίο προσπαθεί να απαλλαγεί. Στην πραγματικότητα, λαμβανομένης υπόψη της επίμαχης νομοθεσίας και των εξηγήσεων που παρέσχε η Iταλική Kυβέρνηση, δεν υπάρχει κανένας πειστικός λόγος επιτρέπων να θεωρηθεί ότι, κατά κανόνα, το πλεονέκτημα για τον κάτοχο είναι κάτι περισσότερο από το ότι μπορεί απλώς να απαλλαγεί από το χώμα και τους βράχους για τους οποίους πρόκειται, δηλαδή, το ότι έχει τη δυνατότητα να τα απορρίψει. Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις αυτές, οι ενέργειες για εκ νέου χρησιμοποίηση πρέπει στην πραγματικότητα να αντιμετωπίζονται ως ενέργειες απορρίψεως ή ανακτήσεως κατά την έννοια της οδηγίας.
44. Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι η επίμαχη ιταλική νομοθεσία περί αποβλήτων καταλήγει, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, στη μη κατάταξη ως αποβλήτων καταλοίπων της παραγωγής τα οποία καλύπτονται από τον ορισμό της εννοίας των αποβλήτων που περιέχεται στην οδηγία 75/442.
45. Καθόσον η εξαίρεση του ιταλικού δικαίου όσον αφορά τα χώματα και τους βράχους που προορίζονται για ορισμένων ειδών εκ νέου χρησιμοποίηση ισοδυναμεί, στην πραγματικότητα, με τεκμήριο ότι τα υλικά αυτά δεν αποτελούν απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας, πρέπει να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα του άρθρου 174 ΕΚ και η αποτελεσματικότητα της οδηγίας θα υπονομευόταν, αν η εθνική νομοθετική αρχή μπορούσε να χρησιμοποιεί τρόπους αποδείξεως, όπως είναι τα νόμιμα τεκμήρια, που θα είχαν ως αποτέλεσμα να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, έτσι ώστε να μην εμπίπτουν σ’ αυτό υλικά, ουσίες ή προϊόντα τα οποία καλύπτονται σαφώς από τον ορισμό της εννοίας των αποβλήτων που περιέχεται στην οδηγία (16).
46. Κατόπιν, όσον αφορά τον ισχυρισμό που προέβαλε η Iταλική Kυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με τον οποίο οι επίμαχες δραστηριότητες –οι οποίες είναι κατά κύριο λόγο δημόσια έργα όπως η κατασκευή αναχωμάτων και σηράγγων– διέπονται από μια πληθώρα εθνικών διατάξεων, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να αποκλείονται τα υλικά για τα οποία πρόκειται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, εκτός εάν εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες αποβλήτων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας. Ωστόσο, είναι σαφές ότι αυτό δεν συμβαίνει, αφού τα χώματα και οι βράχοι που προέρχονται από τις δραστηριότητες αυτές δεν συνιστούν απόβλητα «που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων» ούτε από την «εκμετάλλευση των λατομείων» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο ii.
47. Επιπλέον, η Iταλική Kυβέρνηση δεν κατέδειξε σε ποια έκταση οι διάφορες διατάξεις του εθνικού δικαίου που διέπουν τα επίμαχα σχέδια ή έργα αφορούν, όπως επιβάλλει η νομολογία, τη διαχείριση αποβλήτων αυτή καθαυτή και εξασφαλίζουν επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος τουλάχιστον ισοδύναμο αυτού που επιδιώκει η οδηγία (17).
48. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως σύμφωνα με το οποίο η εφαρμογή του καθεστώτος των αποβλήτων θα καθιστούσε αναγκαία την επέμβαση επιχειρήσεων διαθέσεως αποβλήτων ή επιχειρήσεων με άδεια για τη μεταφορά ή για τη συλλογή αποβλήτων και ότι αυτό θα αύξανε ενδεχομένως σημαντικά το κόστος, η Επιτροπή επισήμανε ορθώς ότι το πρόβλημα αυτό πηγάζει μάλλον από την ιταλική νομοθεσία παρά από την οδηγία. Υπό τον όρο της συμμορφώσεως με τις προϋποθέσεις καταχωρίσεως στο οικείο μητρώο ή, εφόσον αυτό απαιτείται, λήψεως αδείας, ο παραγωγός ή ο κάτοχος των αποβλήτων μπορεί απλώς να τα ανακτήσει ή να τα διαθέσει ο ίδιος σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας (18).
49. Με βάση τα προεκτεθέντα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη.
V – Συμπέρασμα
50. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) Να αναγνωρίσει ότι, καθόσον το άρθρο 10 του νόμου 93/2001 και το άρθρο 1, παράγραφοι 17 και 19, του νόμου 443/2001 θέτουν εκτός του πεδίου εφαρμογής των εθνικών διατάξεων περί στερεών αποβλήτων τα προερχόμενα από εκσκαφές χώματα και βράχους που προορίζονται για εκ νέου χρησιμοποίηση για επιχώματα, καλύψεις, αναχώματα και θρυμματισμό, εξαιρουμένων των υλικών που προέρχονται από μολυσμένους χώρους και από εγγειοβελτιωτικά έργα με συγκέντρωση ρυπογόνων μεγαλύτερη από τα ανώτατα αποδεκτά όρια τα οποία προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, η ιταλική δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 1, στοιχείο α), της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991.
2) Να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001 σ. 86
3 – ΕΕ L 78, σ. 32.
4 – Προτάσεις της 22ας Μαρτίου 2007 στην υπόθεση C‑195/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
5 – Απόφαση 2000/532/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τα απόβλητα, και της απόφασης 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 226, σ. 3) («ο Ευρωπαϊκός Κατάλογος των Αποβλήτων» ή «ΕΚΑ»).
6 – GURI αρ. 38, της 15 Φεβρουαρίου 1997, τακτικό συμπληρωματικό τεύχος αρ. 33.
7 – Η Επιτροπή επικαλείται σχετικώς, ιδίως τις αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2002, C‑457/02, Niselli (Συλλογή 2004, σ. I‑10853), της 11ης Νοεμβρίου 2003, C‑9/00, Palin Granit (Συλλογή 2002, σ. I‑3533) και της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑114/01, AvestaPolarit (Συλλογή 2003, σ. I‑8725).
8 – Ιδίως αποφάσεις Palin Granit (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7), AvestaPolarit Chrome (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7) και Niselli (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7).
9 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C‑177/03, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑11671, σκέψη 19) και απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑104/06, Επιτροπή κατά Σουηδίας (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 28).
10 – Για λεπτομερέστερη αναδρομή και σχετικές παραπομπές, βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C‑195/05, σημεία 36 έως 55.
11 – Σε σχέση με τα ζητήματα αυτά βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Palin Granit (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψεις 22 έως 25) και της 15ης Ιουνίου 2000, C‑418/97 και C‑419/97, ARCO Chemie Nederland κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑4475, σκέψεις 83 και 84), καθώς και σημεία 36 έως 45 των προτάσεών μου στην υπόθεση C‑195/05.
12 – Βλ. σχετικώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Niselli (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψεις 44, 45 και 52) και της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑416/02, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑7487, σκέψη 90). Βλ., επίσης σημεία 46 έως 54 των προτάσεών μου στην υπόθεση C‑195/05.
13 – Βλ. ιδίως τις σημεία 52 και 55 των προτάσεών μου στην υπόθεση C‑195/05.
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, Palin Granit (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψη 23.
15 – Βλ. σχετικώς Palin Granit (που παρατίθεται στην υποσημείωση 7, σκέψεις 38 και 39).
16 – Βλ. σχετικώς, απόφαση ARCO Chemie (που παρατίθεται στην υποσημείωση 11, σκέψη 42).
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, Avesta Polarit Chrome (που παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 7, σκέψη 61).
18 – Βλ., ιδίως, το άρθρο 8 της οδηγίας 75/442. Όσον αφορά την υποχρέωση καταχωρίσεως σε μητρώο που επιβάλλεται σε φορείς ή επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο ασκήσεως των δραστηριοτήτων τους, εξασφαλίζουν κατά συνήθη και τακτικό τρόπο τη μεταφορά των αποβλήτων, είτε τα απόβλητα αυτά παράγονται από τρίτους είτε από αυτές τις ίδιες, βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2005, C‑270/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑5233).
Full & Egal Universal Law Academy