ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
E. SHARPSTON
της 6ης Ιουλίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-239/05
BVBA Management, Training en Consultancy
κατά
Benelux-Merkenbureau
1. Η παρούσα προδικαστική παραπομπή από το Hof van Beroep te Brussel (Εφετείο Βρυξελλών), η οποία ανάγεται στην άρνηση καταχωρίσεως ενός σήματος, θέτει ορισμένα ζητήματα ερμηνείας του άρθρου 3 της οδηγίας περί σημάτων (2).
Η οδηγία περί σημάτων
2. Στο προοίμιο της οδηγίας περί σημάτων περιλαμβάνονται οι ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
«[3] [Εκτιμώντας] ότι, προς το παρόν, δεν φαίνεται αναγκαία η πλήρης προσέγγιση των νομοθεσιών περί σημάτων των κρατών μελών και ότι η προσέγγιση αρκεί να περιορίζεται μόνο σε εκείνες τις εθνικές διατάξεις οι οποίες έχουν την πλέον άμεση επίδραση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·
[…]
[5] ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίσουν τις διαδικαστικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση, την έκπτωση ή την ακυρότητα των σημάτων που αποκτώνται με την καταχώριση· ότι τα κράτη μέλη, παραδείγματος χάρη, καθορίζουν τη μορφή των διαδικασιών καταχώρισης και ακυρότητας […]·
[…]
[7] ότι η πραγματοποίηση των στόχων, οι οποίοι επιδιώκονται με την προσέγγιση, προϋποθέτει ότι η απόκτηση και η διατήρηση του δικαιώματος επί του κατατεθέντος σήματος εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τους ίδιους όρους σε όλα τα κράτη μέλη· ότι οι λόγοι απαραδέκτου ή ακυρότητας που αφορούν το ίδιο το σήμα, όπως η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα, […] πρέπει να απαριθμούνται περιοριστικά».
3. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει:
«Δεν καταχωρούνται ή, εάν έχουν καταχωρισθεί, είναι δυνατόν να κηρυχθούν άκυρα:
[…]
β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα,
γ) τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης […] ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·
[…]»
4. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, ορίζει:
«Ένα σήμα γίνεται δεκτό προς καταχώριση ή δεν κηρύσσεται άκυρο κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, στοιχεία β΄, γ΄ ή δ΄, εφόσον, πριν από την ημερομηνία της αίτησης καταχώρισης και μετά από τη χρήση που του έχει γίνει, απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται επίσης εφόσον ο διακριτικός χαρακτήρας αποκτήθηκε μετά την αίτηση καταχώρισης ή μετά την καταχώριση.»
5. Το άρθρο 13 ορίζει:
«Εάν οι λόγοι απαραδέκτου, έκπτωσης ή ακυρότητας ενός σήματος αφορούν μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες το εν λόγω σήμα έχει κατατεθεί ή καταχωριστεί, το απαράδεκτο ή η έκπτωση ή η ακυρότητα καλύπτει μόνο τα συγκεκριμένα αυτά προϊόντα ή τις συγκεκριμένες αυτές υπηρεσίες.»
6. Η οδηγία αφήνει ελεύθερα τα κράτη μέλη (περιλαμβανομένης εν προκειμένω της Μπενελούξ) να καθορίζουν τα της διαδικασίας καταχωρίσεως.
Ο νόμος Μπενελούξ περί σημάτων
7. Κατά τον ενιαίο νόμο Μπενελούξ περί σημάτων (στο εξής: ΕΝΜ), οι αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων στη Μπενελούξ πρέπει να υποβάλλονται στο Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ (στο εξής: ΓΣΜ (3)).
8. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (4), το άρθρο 6 bis, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ΕΝΜ όριζε ότι το σημείο που κατατέθηκε δεν γίνεται δεκτό προς καταχώριση αν δεν αποτελεί σήμα υπό την έννοια του άρθρου 1, «ιδίως λόγω παντελούς ελλείψεως διακριτικού χαρακτήρα όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 πεντάκις, Β, σημείο 2, της Συμβάσεως των Παρισίων».
9. Το πιο πάνω άρθρο της Συμβάσεως των Παρισίων περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (5) ορίζει, κατά το μέρος που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, τα εξής:
«B. Τα εμπορικά και βιομηχανικά σήματα τα προβλεπόμενα υπό του παρόντος άρθρου δεν δύνανται να απορριφθώσι κατά την καταχώρησιν ή να ακυρωθώσιν ειμή μόνον εις τας κάτωθι περιπτώσεις:
[…]
2) Όταν είναι εστερημένα παντός διακριτικού χαρακτήρος ή συνιστάμενα αποκλειστικώς εκ σημείων ή ενδείξεων δυναμένων να χρησιμεύσωσιν εις το εμπόριον προς δήλωσιν του είδους, της ποιότητος, της ποσότητος, του προορισμού, της αξίας, της προελεύσεως των προϊόντων ή της εποχής παραγωγής ή καταστάντα συνήθη εις την τρέχουσαν γλώσσαν ή τας χρηστάς και σταθεράς εμπορικάς σχέσεις (habitudes loyales et constantes) της χώρας, ένθα ζητείται η προστασία.»
10. Το άρθρο 6 bis, παράγραφος 2, του ΕΝΜ ορίζει ότι η άρνηση καταχωρίσεως ενός σήματος πρέπει να αφορά ολόκληρο το σημείο από το οποίο αποτελείται το σήμα, αλλά μπορεί να περιοριστεί σε ένα ή περισσότερα από τα προϊόντα για τα οποία προορίζεται το σήμα.
11. Το άρθρο 6 ter, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο αιτών του οποίου το σήμα δεν καταχωρίστηκε δύναται, με προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου εφετείου (του Cour d’appel/Hof van Beroep των Βρυξελλών ή του Cour d’appel του Λουξεμβούργου ή του Gerechtshof της Χάγης), να ζητήσει να διαταχθεί η καταχώριση του σήματος.
Ο Διακανονισμός της Νίκαιας
12. Κατά την οδηγία, καταχώριση ενός σήματος μπορεί να ζητηθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες. Στην πράξη, οι αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων για προϊόντα ή υπηρεσίες υποβάλλονται συνήθως με αναφορά στο σύστημα ταξινομήσεως που εισήγαγε ο Διακανονισμός της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και υπηρεσιών προς τον σκοπό της καταχωρίσεως των σημάτων (6), μια διεθνής σύμβαση την οποία διαχειρίζεται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας.
13. Η ταξινόμηση της Νίκαιας την οποία δημιούργησε ο Διακανονισμός αυτός περιέχει 45 κλάσεις, τις οποίες συνοδεύουν επεξηγηματικές σημειώσεις, και αλφαβητικό κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών, με την κλάση στην οποία κατατάσσεται κάθε προϊόν ή υπηρεσία. Οι κλάσεις περιγράφουν με γενικούς όρους τη φύση των προϊόντων ή υπηρεσιών που περιέχονται σε κάθε μία από τις 34 κλάσεις προϊόντων και τις 11 κλάσεις υπηρεσιών. Οι επεξηγηματικές σημειώσεις περιγράφουν λεπτομερέστερα, όπου χρειάζεται, το είδος των προϊόντων ή υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στη σχετική κλάση. Ο αλφαβητικός κατάλογος έχει περίπου 10 000 λήμματα που αφορούν προϊόντα και 1 000 λήμματα που αφορούν υπηρεσίες.
14. Τα γραφεία σημάτων των συμβαλλομένων κρατών του Διακανονισμού της Νίκαιας πρέπει να παραθέτουν στα επίσημα έγγραφα και στις δημοσιεύσεις σχετικά με καταχωρίσεις σημάτων τους αριθμούς των κλάσεων της ταξινομήσεως στις οποίες ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία ή για τις οποίες καταχωρίστηκε το σήμα (7).
15. Το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες είναι μέρη του Διακανονισμού της Νίκαιας (8).
Η υπόθεση Vlaamse Toeristenbond
16. Από την απόφαση περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν εν προκειμένω προκύπτει τόσο ότι το αιτούν δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι μια παλαιότερη απόφαση του Δικαστηρίου Σημάτων Μπενελούξ στην υπόθεση Benelux-Merkenbureau κατά Vlaamse Toeristenbond (9) είναι συμβατή με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο και ότι η παρούσα προδικαστική παραπομπή οφείλεται στην αμφιβολία αυτή.
17. Στην υπόθεση εκείνη, η Vlaamse Toeristenbond είχε ζητήσει να καταχωριστεί το λεκτικό σήμα LANGS VLAAMSE WEGEN για όλα τα προϊόντα και όλες τις υπηρεσίες των κλάσεων 16 (10), 39 (11) και 41 (12) του Διακανονισμού της Νίκαιας (13). Το ΓΣΜ αρνήθηκε την καταχώριση για τις τρεις αυτές κλάσεις με την αιτιολογία ότι το σήμα είναι αμιγώς περιγραφικό των πιο πάνω προϊόντων και υπηρεσιών και επομένως στερείται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα.
18. Η Vlaamse Toeristenbond άσκησε προσφυγή ενώπιον του Hof van Beroep te Brussel ζητώντας να διαταχθεί η καταχώριση του σήματος για όλα τα προϊόντα και όλες τις υπηρεσίες για τα οποία είχε ζητηθεί η καταχώρισή του ή, επικουρικώς, να καθορίσει το Hof van Beroep τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία και τις οποίες πρέπει να καταχωριστεί το σήμα.
19. Το Hof van Beroep δέχθηκε την προσφυγή εν μέρει και διέταξε το ΓΣΜ να καταχωρίσει το σήμα για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες δύο από τις τρεις κλάσεις, αποκλειομένων ορισμένων προϊόντων και υπηρεσιών (14). Έκρινε ότι το ΓΣΜ, όταν αξιολογεί αν ένα σήμα μπορεί να καταχωριστεί, πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αυτό όχι μόνο για τις σχετικές κλάσεις ως ένα όλον αλλά και για κάθε προϊόν και κάθε υπηρεσία της κλάσεως.
20. Το ΓΣΜ θεώρησε ότι, κατά το άρθρο 6 ter του ΕΝΜ, το Hof van Beroep δεν δύναται να διατάξει τη μερική καταχώριση για συγκεκριμένα προϊόντα ή συγκεκριμένες υπηρεσίες αν το ΓΣΜ αρνήθηκε την καταχώριση όχι για αυτά τα συγκεκριμένα προϊόντα ή για αυτές τις συγκεκριμένες υπηρεσίες αλλά για ολόκληρη κλάση προϊόντων ή υπηρεσιών. Κατόπιν αυτού, το ΓΣΜ υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Hof van Cassatie (Ανωτάτου Ακυρωτικού) το οποίο ζήτησε από το Δικαστήριο Σημάτων Μπενελούξ την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί της ερμηνείας των άρθρων 6 bis και 6 ter του ΕΝΜ.
21. Το Δικαστήριο Σημάτων Μπενελούξ έκρινε ότι κατά τα πιο πάνω άρθρα τα εφετεία των χωρών της Μπενελούξ (15) είναι αρμόδια να αποφανθούν μόνον επί του κύρους της αρνήσεως του ΓΣΜ να καταχωρίσει ένα σήμα. Τούτο συνεπάγεται ότι το εφετείο δύναται να λάβει υπόψη μόνο τα στοιχεία στα οποία το ΓΣΜ στήριξε ή έπρεπε να στηρίξει την απόφασή του. Κατά συνέπεια, το εφετείο δεν δύναται να λάβει υπόψη ισχυρισμούς που βαίνουν πέραν της αποφάσεως αυτής ή που δεν προβλήθηκαν ενώπιον του ΓΣΜ. Επομένως, το Δικαστήριο Σημάτων Μπενελούξ έκρινε ότι, κατά τα άρθρα 6 bis και 6 ter του ΕΝΜ, τα εφετεία αυτά έχουν την εξουσία να διατάξουν την καταχώριση ενός σήματος για ορισμένα προϊόντα ή ορισμένες υπηρεσίες μιας κλάσεως μόνον αν και το ΓΣΜ αποφάνθηκε μόνον επ’ αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν περιόρισε την απόφασή του σε ολόκληρη την κλάση.
22. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Hof van Cassatie (16) αναίρεσε την απόφαση του Hof van Beroep te Brussel με το σκεπτικό ότι το τελευταίο δικαστήριο έλαβε υπόψη στοιχεία στα οποία το ΓΣΜ δεν στήριξε ή δεν έπρεπε να στηρίξει την απόφασή του.
Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση
23. Τον Απρίλιο του 2000, η BVBA Management, Training en Consultancy (στο εξής: MT & C) κατέθεσε στο ΓΣΜ το λεκτικό σήμα THE KITCHEN COMPANY (17) με σκοπό την καταχώρισή του ως σήματος για ορισμένα προϊόντα των κλάσεων 11, 20 και 21 και ορισμένες υπηρεσίες των κλάσεων 37 και 42 του Διακανονισμού της Νίκαιας. Για κάθε μία από τις κλάσεις αυτές, παρέθεσε κατάλογο των συγκεκριμένων προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία και τις οποίες ζήτησε προστασία σήματος (18).
24. Το ΓΣΜ αρνήθηκε την καταχώριση του σήματος με την αιτιολογία ότι το σήμα απλώς και μόνον περιγράφει το είδος, την ποιότητα, την καταγωγή ή τον προορισμό των προϊόντων και υπηρεσιών των κλάσεων 11, 20, 21, 37 και 42 που παρέχονται από, για ή σε σχέση με μια εταιρία εξοπλισμού κουζίνας, οπότε δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι το ΓΣΜ δεν διατύπωσε οριστικό συμπέρασμα σχετικά με κάθε ένα από τα επί μέρους αγαθά και κάθε μία από τις επί μέρους υπηρεσίες, αλλά, όσον αφορά την προστασία που ζητήθηκε ως σύνολο, απλώς εξέθεσε ότι το σημείο που ζητήθηκε να καταχωριστεί στερείται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα.
25. Η MT & C προσέβαλε την άρνηση αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Ζητεί να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθεί το ΓΣΜ να καταχωρίσει το σήμα της για τις κλάσεις 11, 20, 21, 37 και 42. Επικουρικώς, ζητεί να διαταχθεί η καταχώριση του σήματος για τις κλάσεις για τις οποίες το αιτούν δικαστήριο θα κρίνει ότι όντως υπάρχει διακριτικός χαρακτήρας.
26. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες των κλάσεων 11, 20, 37 και 42, ο λεκτικός συνδυασμός στερείται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα. Ωστόσο, όσον αφορά τα προϊόντα της κλάσεως 21 για τα οποία ζητήθηκε προστασία, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το σήμα είναι περιγραφικό, λόγω της φύσεως και του προορισμού των προϊόντων, μόνο σε σχέση με τα σκεύη μαγειρικής. Όσον αφορά τα άλλα προϊόντα, ο καταναλωτής με μέση ενημέρωση δεν θα θεωρήσει, με αυτόματο γλωσσικό συνειρμό, ότι ο λεκτικός συνδυασμός «The Kitchen Company» αναφέρεται στον προορισμό των προϊόντων. Το αιτούν δικαστήριο συνάγει ότι το σήμα, εφόσον δεν είναι περιγραφικό, έχει όντως διακριτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα αυτά (19).
27. Το ΓΣΜ αντιτάχθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στην προσέγγιση αυτή. Ισχυρίζεται ότι είναι απαράδεκτο το επικουρικό αίτημα της MT & C να καταχωριστεί το σήμα για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες σχετικά με τα οποία ή τις οποίες το αιτούν δικαστήριο θα κρίνει ότι το σήμα έχει διακριτικό χαρακτήρα. Τούτο οφείλεται στο ότι η MT & C δεν ζήτησε ειδικά να καταχωριστεί το σήμα μόνο για ορισμένα προϊόντα ή ορισμένες υπηρεσίες και στο ότι, μετά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Σημάτων Μπενελούξ και του βελγικού Ανωτάτου Ακυρωτικού στην υπόθεση Vlaamse Toeristenbond, το εφετείο δεν μπορεί να αποφανθεί επί ζητημάτων που ούτε καλύπτονται από την απόφαση του ΓΣΜ ούτε τέθηκαν ενώπιον του ΓΣΜ.
28. Το αιτούν δικαστήριο δεν είναι βέβαιο αν η νομολογία αυτή συμβαδίζει με την απόφαση του Δικαστηρίου στην αποκαλούμενη υπόθεση Postkantoor (20). Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε i) ότι ένα γραφείο σημάτων, πριν εκδώσει την οριστική του απόφαση ως προς το αν θα καταχωριστεί ένα σήμα, πρέπει να λάβει υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και τις κρίσιμες περιστάσεις (21)· ii) ότι και το δικαιοδοτικό όργανο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως αυτής πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και όλες τις κρίσιμες περιστάσεις, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του όπως αυτά ορίζονται από τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις (22) και iii) ότι, όταν ζητείται η καταχώριση ενός σήματος για διάφορα προϊόντα ή διάφορες υπηρεσίες, το γραφείο σημάτων, αφενός, πρέπει να εξακριβώσει, σε σχέση με κάθε ένα από τα προϊόντα αυτά και κάθε μία από τις υπηρεσίες αυτές, ότι το σήμα δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως που απαριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας περί σημάτων και, αφετέρου, δύναται να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα αναλόγως των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών (23).
29. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι από την απόφαση Postkantoor προκύπτει ότι το γραφείο σημάτων, αφενός, πρέπει να εξετάσει την αίτηση καταχωρίσεως σε σχέση με κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες ζητείται προστασία και, αφετέρου, ότι δύναται σχετικά με κάθε ένα από αυτά ή κάθε μία από αυτές να καταλήξει σε συμπεράσματα που αποκλίνουν μεταξύ τους. Αν γίνει αυτό, η προσωρινή και η οριστική απόφαση να μη γίνει δεκτή η καταχώριση πρέπει να το αναφέρουν.
30. Εκτιμά επίσης ότι «τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και οι κρίσιμες περιστάσεις» μπορούν να μεταβληθούν μεταξύ του χρονικού σημείου στο οποίο το γραφείο σημάτων εξέδωσε την απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή και του χρονικού σημείου στο οποίο το δικαιοδοτικό όργανο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως αυτής αποφάνθηκε επί της προσφυγής.
31. Στην παρούσα υπόθεση, το ΓΣΜ δεν διατύπωσε οριστικό συμπέρασμα σε σχέση με κάθε επί μέρους προϊόν και υπηρεσία. Απλώς, έκρινε γενικά ότι το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση στερείται παντελώς διακριτικού χαρακτήρα.
32. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η συνέπεια μιας τέτοιας γενικής αποφάσεως για το δικαιοδοτικό όργανο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως αυτής δύναται να είναι ότι, κατά την εθνική νομοθεσία, το δικαιοδοτικό αυτό όργανο δεν μπορεί να λάβει υπόψη, όπως απαιτεί η απόφαση Postkantoor, όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και όλες τις κρίσιμες περιστάσεις. Τούτο οφείλεται στο ότι «κρίσιμο πραγματικό περιστατικό» για την αξιολόγηση του σήματος μπορεί να είναι το ότι, ενώ ουδείς λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως συντρέχει για ένα προϊόν, λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως συντρέχει για άλλα προϊόντα που περιλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως. Αν η απόφαση δεν αναφέρει ατομικά κάθε προϊόν ή υπηρεσία, το δικαιοδοτικό όργανο που ασκεί δικαστικό έλεγχο δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά του i) όταν η εθνική νομοθεσία ορίζει ότι το δικαιοδοτικό αυτό όργανο δύναται να αποφανθεί μόνον επί ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιον του γραφείου σημάτων και που εξετάστηκαν στην απόφασή του και ii) όταν ούτε η αίτηση καταχωρίσεως ούτε η απόφαση επικεντρώθηκαν στα επί μέρους προϊόντα και στις επί μέρους υπηρεσίες.
33. Κατόπιν αυτών, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και έθεσε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων:
«1) Πρέπει η αρμόδια για τα σήματα αρχή, αφού εξετάσει το σύνολο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων ως προς την ύπαρξη απολύτου λόγου απαραδέκτου, να παραθέσει στην προσωρινή ή στην οριστική της απόφαση επί της καταθέσεως το συμπέρασμά της χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες για τα οποία και τις οποίες ζητήθηκε προστασία σήματος;
2) Μπορούν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και οι κρίσιμες περιστάσεις, που πρέπει να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της αποφάσεως της αρμόδιας για τα σήματα αρχής, να διαφέρουν λόγω του χρόνου που παρήλθε μεταξύ των δύο ημερομηνιών κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις ή πρέπει το δικαστήριο αυτό να λάβει υπόψη μόνον τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις που υπήρχαν στο χρονικό σημείο στο οποίο εξέδωσε την απόφασή της η αρμόδια για τα σήματα αρχή;
3) Εμποδίζει η ερμηνεία, την οποία το Δικαστήριο έδωσε με την απόφαση Postkantoor, να ερμηνευθούν εθνικοί κανόνες για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου υπό την έννοια ότι το δικαστήριο αυτό κωλύεται να λάβει υπόψη κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και κρίσιμες περιστάσεις που έχουν μεταβληθεί ή να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και για κάθε μία από τις υπηρεσίες;»
34. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν το ΓΣΜ, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Δεν ζητήθηκε ούτε έγινε επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Το πρώτο ερώτημα
35. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων απαιτεί στην απόφαση (24), με την οποία ένα γραφείο σημάτων αρνείται, για απόλυτο λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως, την καταχώριση ενός σήματος, να παρατίθεται το συμπέρασμά της χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες ζητήθηκε προστασία σήματος.
36. Το ΓΣΜ ισχυρίζεται ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, ενώ η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει το αντίθετο. Η Επιτροπή προβαίνει σε πιο λεπτές διακρίσεις, αλλά γενικά ευθυγραμμίζεται με το ΓΣΜ.
37. Η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τις κρίσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Postkantoor (25) i) ότι, εφόσον η καταχώριση ενός σήματος πάντοτε ζητείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσδιορίζει η αίτηση καταχωρίσεως, το ζήτημα αν συντρέχει ένας από τους κατά το άρθρο 3 απολύτους λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως πρέπει να κρίνεται in concreto σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα ή τις εν λόγω υπηρεσίες (26) και ii) ότι, όταν η καταχώριση ενός σήματος ζητείται για διάφορα προϊόντα ή διάφορες υπηρεσίες, η εξέταση πρέπει να γίνεται για κάθε ένα από τα προϊόντα ή κάθε μία από τις υπηρεσίες και μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα αναλόγως των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών (27). Ομοίως, επικαλείται το άρθρο 13 της οδηγίας, το οποίο ορίζει ότι, όταν οι λόγοι απαραδέκτου, εκπτώσεως ή ακυρότητας ενός σήματος αφορούν μόνο μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία ή τις οποίες ζητήθηκε καταχώριση ή καταχωρίστηκε το σήμα, το απαράδεκτο ή η έκπτωση ή η ακυρότητα αφορά μόνο τα προϊόντα αυτά ή τις υπηρεσίες αυτές.
38. Ασφαλώς θα συμφωνήσω ότι, όταν η καταχώριση ενός σήματος ζητείται για διάφορα προϊόντα ή διάφορες υπηρεσίες, η εξέταση πρέπει να γίνεται σε σχέση με κάθε ένα από τα προϊόντα αυτά ή κάθε μία από τις υπηρεσίες αυτές. Πώς αλλιώς μπορεί το γραφείο σημάτων να καθορίσει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες δύναται νομίμως να καταχωριστεί το σήμα, και έτσι να εξασφαλίσει την τήρηση του άρθρου 13 της οδηγίας περί σημάτων; Γενικότερα, η πρακτική αυτή απορρέει από την απαίτηση το γραφείο σημάτων να προβαίνει σε εξέταση «που να είναι αυστηρή και πλήρης για να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη καταχώριση σημάτων» (28).
39. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι έπεται οπωσδήποτε ότι η απόφαση, με την οποία ένα γραφείο σημάτων αρνείται, για απόλυτο λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως, την καταχώριση ενός σήματος, πρέπει να παραθέσει το συμπέρασμά της χωριστά για κάθε ένα από τα επί μέρους προϊόντα και κάθε μία από τις επί μέρους υπηρεσίες. Όταν πάνω σε αυτή τη βάση κηρύσσεται απαράδεκτη η καταχώριση για ολόκληρη ομάδα ή κατηγορία προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι αρκετό η απόφαση, είτε προσωρινή είτε οριστική, να το αναφέρει και να εξηγεί προσηκόντως γιατί η ομάδα ή κατηγορία δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτή, επιλέξιμη για καταχώριση.
40. Όπως σωστά παρατηρεί η Επιτροπή, η νομολογία του Δικαστηρίου απαιτεί να υπάρχει δικαίωμα δικαστικού ελέγχου κάθε αποφάσεως με την οποία μια εθνική αρχή αρνείται ένα δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο. Για να είναι αποτελεσματικός, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να μπορεί να αφορά τη νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τούτο προϋποθέτει γενικά ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου έχει τεθεί το ζήτημα αυτό, δύναται να απαιτήσει από την αρμόδια αρχή να γνωστοποιήσει την αιτιολογία της αποφάσεώς της (29). Κατά συνέπεια, ένα εθνικό γραφείο σημάτων οφείλει να αιτιολογήσει την απόφασή του να μην καταχωρίσει ένα σήμα. Αποτελεί πάγια νομολογία, την οποία το Δικαστήριο ακολουθεί και στον τομέα των σημάτων, ότι από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει με σαφή και μη διφορούμενο τρόπο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την επίμαχη πράξη, έτσι ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να μπορούν να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, το δε αρμόδιο δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο. Ωστόσο, δεν είναι αναγκαίο η αιτιολογία να προσδιορίζει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία είναι επαρκής πρέπει να αξιολογείται με γνώμονα όχι μόνο τη διατύπωσή της αλλά και το πλαίσιό της καθώς και όλους τους κανόνες δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (30).
41. Κατά συνέπεια, το εθνικό γραφείο σημάτων δεν είναι αναγκαίο να παραθέσει χωριστά για κάθε επί μέρους προϊόν ή υπηρεσία αιτιολογία για τη μη καταχώριση. Το γραφείο αυτό ναι μεν οφείλει να παραθέσει αιτιολογία για όλα τα σχετικά προϊόντα και όλες τις σχετικές υπηρεσίες, πλην όμως, κατ’ αρχήν, δύναται να χρησιμοποιήσει γενική αιτιολογία αν θεωρεί ότι η αιτιολογία αυτή καλύπτει συλλήβδην τα προϊόντα και τις υπηρεσίες μιας συγκεκριμένης ομάδας. Στην πράξη, δεν είναι πάντοτε χρήσιμο να παρατεθεί επί μέρους αιτιολογία για κάθε επί μέρους προϊόν ή υπηρεσία.
42. Η προσέγγιση αυτή έχει το πλεονέκτημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερτονιστεί, ότι είναι πρακτική. Το ΓΣΜ σημειώνει ότι 35 000 αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων υποβάλλονται κάθε χρόνο εντός της Μπενελούξ, ως επί το πλείστον για διάφορες κλάσεις προϊόντων και υπηρεσιών και ως επί το πλείστον για πολλά προϊόντα και πολλές υπηρεσίες εντός των κλάσεων για τις οποίες ζητείται καταχώριση (31). Για το γραφείο σημάτων, η μόνη πρακτική μέθοδος εξετάσεως είναι πρώτα να ομαδοποιήσει τα συγκεκριμένα προϊόντα και τις συγκεκριμένες υπηρεσίες γύρω από εκείνα και εκείνες που είναι προφανές ότι είναι βασικά και βασικές για την περί ης πρόκειται ομάδα. Η φυσική σχέση των κατ’ αυτόν τον τρόπο ομαδοποιημένων προϊόντων και υπηρεσιών πρέπει να είναι προφανής για το ενδιαφερόμενο κοινό (32). Εκείνο που έχει σημασία είναι το γραφείο σημάτων να εκθέσει σαφώς στην απόφασή του γιατί θεωρεί ότι συντρέχει ένας απόλυτος λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως για αυτή την κατηγορία προϊόντων ή υπηρεσιών. Όταν το γραφείο σημάτων κοινοποιήσει την απόφασή του (είτε προσωρινή είτε οριστική) στον αιτούντα, στον τελευταίο θα απόκειται, αν το θελήσει, να εξηγήσει για ποιον λόγο και να αποδείξει κατά ποιον τρόπο ο λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως δεν συντρέχει για συγκεκριμένα προϊόντα και συγκεκριμένες υπηρεσίες μεταξύ των προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία και τις οποίες κατατέθηκε το σήμα (33). Τούτο θα καταστήσει στη συνέχεια δυνατό τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως του γραφείου σημάτων σχετικά με τα πιο πάνω προϊόντα και τις πιο πάνω υπηρεσίες.
43. Στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση αφορούσε προϊόντα τριών κλάσεων και υπηρεσίες δύο κλάσεων. Μπορούσε να νοηθεί υπό την έννοια ότι ζητείτο καταχώριση για 32 είδη προϊόντων και 13 είδη υπηρεσιών (34). Το ΓΣΜ θεώρησε ότι για έναν απόλυτο λόγο απαραδέκτου το σήμα δεν μπορεί να καταχωριστεί για καμία από τις πιο πάνω κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών. Ασφαλώς, η απόφασή του έπρεπε να εξηγήσει σαφώς, όσον αφορά κάθε κλάση, γιατί το ΓΣΜ θεώρησε ότι ο πιο πάνω λόγος απαραδέκτου συντρέχει για το σύνολο των προϊόντων και/ή υπηρεσιών εντός της κλάσεως για την οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος. Ωστόσο, νομίζω ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν προδήλως δυσανάλογο να απαιτήσει το κοινοτικό δίκαιο από τα εθνικά γραφεία σημάτων να αιτιολογούν την άρνηση καταχωρίσεως για κάθε προϊόν και κάθε υπηρεσία.
44. Επομένως, συνάγω ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρμόδια για τα σήματα αρχή η οποία αρνείται την καταχώριση ενός σήματος δεν οφείλει να παραθέσει στην απόφασή της χωριστό συμπέρασμα σχετικά με κάθε ένα από τα επί μέρους προϊόντα και κάθε μία από τις επί μέρους υπηρεσίες για τα οποία και τις οποίες ζητήθηκε προστασία σήματος. Είναι αρκετό από την απόφαση να προκύπτει το γιατί η καταχώριση δεν έγινε δεκτή για τις συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών στις οποίες ανήκουν τα επί μέρους προϊόντα ή οι επί μέρους υπηρεσίες.
Το δεύτερο ερώτημα και το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος
45. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να μην καταχωριστεί ένα σήμα πρέπει να λάβει υπόψη μόνο τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις που υπήρχαν όταν το γραφείο σημάτων εξέδωσε την απόφασή του ή αν το άρθρο αυτό δίνει στο πιο πάνω δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις που είναι μεταγενέστερα της αποφάσεως εκείνης. Με το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν είναι συμβατό με το άρθρο 3 της έκτης οδηγίας το γεγονός ότι εθνικοί κανόνες εμποδίζουν ένα δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να λάβει υπόψη οποιαδήποτε μεταβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων.
46. Τα ζητήματα αυτά είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το πρώτο θέτει το ερώτημα αν, υπό το φως του άρθρου 3, το δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο δύναται να λάβει υπόψη μεταγενέστερα πραγματικά περιστατικά και μεταγενέστερες περιστάσεις. Το δεύτερο θέτει το ερώτημα αν, υπό το φως αυτό, το εθνικό δίκαιο δύναται να εμποδίσει το δικαστήριο αυτό να λάβει υπόψη μεταγενέστερα πραγματικά περιστατικά και μεταγενέστερες περιστάσεις. Κατά συνέπεια, προτείνω να εξεταστούν μαζί τα ζητήματα αυτά.
47. Το ΓΣΜ θεωρεί ότι και τα δύο ερωτήματα είναι απαράδεκτα: στη διάταξη περί παραπομπής δεν υπάρχει τίποτα που να υπονοεί ότι όντως υπήρξε «μεταβολή» των «κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων».
48. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η «μεταβολή» την οποία το εθνικό δικαστήριο είχε κατά νου όταν διατύπωσε τα ερωτήματα αυτά είναι η διαφορά απόψεων μεταξύ, αφενός, του γραφείου σημάτων του οποίου η απόφαση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο και, αφετέρου, του δικαστηρίου το οποίο ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως αυτής.
49. Για μένα δεν είναι φανερό ότι η διαφορά αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως μεταβολή ενός κρίσιμου «πραγματικού περιστατικού» ή μιας κρίσιμης «περιστάσεως». Σίγουρα, η διαφορά αυτή είναι πιο κοντά σε ένα νομικό ζήτημα, καθόσον η «άποψη» διαμορφώθηκε με την εφαρμογή νομικών κριτηρίων σε συγκεκριμένα (μη αμφισβητούμενα) πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, οι σκέψεις της αποφάσεως Poskantoor οι οποίες φαίνεται να έδωσαν λαβή στα ερωτήματα είναι σαφές ότι αφορούν «πραγματικά περιστατικά» υπό τη συνηθέστερη έννοια του όρου (35). Ωστόσο, τα ερωτήματα τέθηκαν με γενικό τρόπο, και νομίζω ότι είναι δυνατόν να δοθεί με γενικό τρόπο απάντηση σε αυτά.
50. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι τα ερωτήματα πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτα λόγω του ότι ένας από τους διαδίκους της κύριας δίκης θεωρεί ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή που έγινε από το αιτούν δικαστήριο. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι, κατ’ αρχήν (36), μόνο στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά και το οποίο πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως, απόκειται να καθορίσει, υπό το φως των ιδιαιτέρων περιστάσεων κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια του ερωτήματος που θέτει το Δικαστήριο (37).
51. Επίσης, το ΓΣΜ αντιτάσσει επικουρικώς ότι το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων δεν δύναται να δώσει απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Νομίζω ότι η αιτίαση αυτή δεν ευσταθεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Postkantoor, απόφαση η οποία έδωσε λαβή στα προδικαστικά ερωτήματα, αποτελεί ερμηνεία του άρθρου 3.
52. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η οδηγία, όπως είναι σαφές από τη δεύτερη περίοδο του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεν θέτει εξαντλητικούς κανόνες σχετικά με την έκταση του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων των γραφείων σημάτων. Κατά συνέπεια, στο εθνικό δίκαιο απόκειται να καθορίσει αν δύνανται ή πρέπει να ληφθούν υπόψη περιστάσεις ή πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα, ή έγιναν γνωστά, μόνο μετά την καταχώριση. Η Επιτροπή έχει όμοια άποψη.
53. Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, στην απόφαση Postkantoor το Δικαστήριο τόνισε ότι η αρμόδια αρχή, πριν εκδώσει οριστική απόφαση επί μιας αιτήσεως για την καταχώριση ενός σήματος, πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και όλες τις κρίσιμες περιστάσεις (38). Το δικαστήριο από το οποίο ζητείται να ασκήσει δικαστικό έλεγχο μιας τέτοιας αποφάσεως «πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το σύνολο των ασκούντων επιρροή πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του, όπως τα ορίζουν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις» (39). Σε τέτοιες δίκες, το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί της νομιμότητας μιας συγκεκριμένης αποφάσεως του γραφείου σημάτων. Η απόφαση αυτή (όπως είναι αυτονόητο) δεν μπορούσε παρά να στηριχθεί μόνο στα πραγματικά περιστατικά που υπήρχαν τότε. Επομένως, κατ’ εμέ, είναι απόλυτα αποδεκτό το ότι ένα δικαιικό σύστημα απαγορεύει σε ένα δικαστήριο να ακυρώσει μια απόφαση βάσει μεταγενέστερων πραγματικών περιστατικών. Πράγματι, τούτο συνάδει με την πρακτική πολλών δικαιοδοτικών οργάνων όταν ασκούν δικαστικό έλεγχο επί αποφάσεων. Και το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει την αρχή αυτή (40).
54. Επιπλέον, στο συγκεκριμένο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων του κοινοτικού γραφείου σημάτων (41) το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα ότι «το Πρωτοδικείο μπορεί να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την επίμαχη απόφαση μόνον αν, κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, συνέτρεχε ένας εκ των [προβλεπομένων] λόγων ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως. Αντιθέτως, δεν μπορεί να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την εν λόγω απόφαση για λόγους που προβάλλεται ότι ανέκυψαν μετά την έκδοσή της» (42).
55. Εξ αυτών συνάγω ότι στο δεύτερο ερώτημα και στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση i) ότι στο εθνικό δίκαιο απόκειται να καθορίσει αν το δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί μας αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να μην καταχωριστεί ένα σήμα δύναται να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις που δεν υπήρχαν όταν το γραφείο σημάτων εξέδωσε την απόφασή του και ii) ότι είναι συμβατό με το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων το γεγονός ότι εθνικοί κανόνες απαγορεύουν σε ένα δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί μιας τέτοιας αποφάσεως να λάβει υπόψη τέτοια πραγματικά περιστατικά και τέτοιες περιστάσεις.
Το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος
56. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν είναι συμβατό με το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων το γεγονός ότι εθνικοί κανόνες απαγορεύουν σε ένα δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί μιας αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες.
57. Το ΓΣΜ ισχυρίζεται ότι, κατά το μέρος που το ερώτημα αφορά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που ασκεί δικαστικό έλεγχο να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος «χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και για κάθε μία από τις υπηρεσίες», απάντηση έχει δοθεί στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος. Κατά το μέρος που το ερώτημα υπονοεί ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της κρίσεως του Δικαστηρίου στην απόφαση Postkantoor και της ερμηνείας των «εθνικών κανόνων για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου», το ερώτημα αυτό στερείται πραγματικής βάσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ρητώς στην απόφαση Postkantoor ότι η αρμοδιότητα ενός δικαιοδοτικού οργάνου που διενεργεί δικαστικό έλεγχο πρέπει να ασκείται «εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του, όπως τα ορίζουν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις». Κατά συνέπεια, το εθνικό δίκαιο δύναται να καθορίσει τα όρια της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων.
58. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται αντιθέτως ότι οι εθνικοί κανόνες δεν μπορούν να περιορίσουν την εξουσία των δικαστηρίων που ασκούν δικαστικό έλεγχο να αξιολογούν τον διακριτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα επί μέρους προϊόντα και τις επί μέρους υπηρεσίες. Η οδηγία όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση Postkantoor δίνει στα εθνικά γραφεία σημάτων δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις αποφάσεις τους. Τα δικαστήρια που κατά το εσωτερικό δίκαιο δύνανται να ελέγξουν μόνο τη νομιμότητα της αποφάσεως του γραφείου σημάτων πρέπει να εξακριβώνουν ότι τηρήθηκαν οι δεσμευτικές αυτές κατευθυντήριες γραμμές, οπότε κατ’ αρχήν δύνανται και οφείλουν να αποφαίνονται χωριστά για τις επί μέρους κλάσεις.
59. Η Επιτροπή αναφέρει αρχικά την απόφαση του Δικαστηρίου Σημάτων Μπενελούξ στην υπόθεση Vlaamse Toeristenbond (43). Σημειώνει ότι μια από τις πραγματικές διαφορές της υποθέσεως εκείνης με την παρούσα υπόθεση είναι ότι η Vlaamse Toeristenbond είχε ζητήσει καταχώριση για ορισμένες πλήρεις κλάσεις του Διακανονισμού της Νίκαιας. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η MT & C ζήτησε καταχώριση για ορισμένα, αλλά όχι όλα, προϊόντα και υπηρεσίες ορισμένων κλάσεων.
60. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξετάζει τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της απόψεως ότι το άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων δεν επιτρέπει να απαγορεύουν εθνικοί κανόνες στο δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες. Συνάγει ότι το άρθρο 3 επιτρέπει τέτοιους κανόνες, κυρίως λόγω του ότι η οδηγία ρητώς δίνει στα κράτη μέλη ευρεία ελευθερία όσον αφορά τις διαδικασίες τους σχετικά με τα σήματα. Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει ότι, κατά τη διαδικασία της Μπενελούξ, αν ο αιτών αναφέρει στο ΓΣΜ ότι έχει συμφέρον η καταχώριση να γίνει για λιγότερα προϊόντα και/ή λιγότερες υπηρεσίες από ό,τι ζητήθηκε με την κύρια αίτηση, προκύπτει ότι το ΓΣΜ οφείλει να εξετάσει κάτι τέτοιο, οπότε ο αιτών έχει τη δυνατότητα ενώπιον του δικαστηρίου που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως μη καταχωρίσεως να ζητήσει να διαταχθεί μερική καταχώριση. Επομένως, στην πράξη, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ΕΝΜ φαίνεται να συνάδει με το άρθρο 13 της οδηγίας.
61. Συμφωνώ με την προσέγγιση αυτή.
62. Η οδηγία, όπως είναι φανερό από την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, δεν επιδιώκει πλήρη προσέγγιση. Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, «τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίσουν τις διαδικαστικές διατάξεις που αφορούν την καταχώριση» των σημάτων. Φαίνεται να συμβαδίζει με την ελευθερία αυτή το να επιτρέπει ένα εθνικό σύστημα τη μερική καταχώριση (υπό την έννοια της καταχωρίσεως του ζητηθέντος σήματος αλλά μόνο για μερικά από τα σχετικά προϊόντα ή μερικές από τις σχετικές υπηρεσίες) υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών το ζητεί επικουρικά σε σχέση με την αίτησή του για πλήρη καταχώριση που υποβάλλει στην αρμόδια αρχή για τα σήματα.
63. Η ελευθερία αυτή αποτελεί απλώς έκφανση της γενικότερης αρχής την οποία έχει διατυπώσει το Δικαστήριο και κατά την οποία, «ελλείψει σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο» (44) (αρκεί φυσικά να τηρούνται οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας). Στο συγκεκριμένο πλαίσιο των σημάτων, το Δικαστήριο σημείωσε στην απόφαση Postkantoor ότι «δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται ενδίκου βοηθήματος κατ’ αποφάσεως επί αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος, πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το σύνολο των ασκούντων επιρροή πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του, όπως τα ορίζουν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις» (45).
64. Νομίζω ότι συνάδει πλήρως με τη νομολογία αυτή το γεγονός ότι εθνικοί κανόνες απαγορεύουν σε ένα δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί μιας αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες. Δεν νομίζω ότι είναι παράλογο ή υπερβολικά επαχθές να απαιτείται όποιος ζητεί την καταχώριση σήματος, ο οποίος επιθυμεί να διατηρήσει το δικαίωμά του να ζητήσει μερική καταχώριση, να καταστήσει τούτο σαφές με την αίτησή του καταχωρίσεως. Άλλωστε, στο στάδιο αυτό ο αιτών μπορεί να αξιολογήσει καλύτερα τα εμπορικά του συμφέροντα (πράγματι, η αίτηση καταχωρίσεως είναι πιθανόν να συνιστά την κατάληξη μιας περιόδου αξιολογήσεως) και να αποφασίσει αν, στην περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η πλήρης καταχώριση του σήματος, θα αρκεστεί στη μερική καταχώριση του σήματος αυτού για λιγότερα προϊόντα ή λιγότερες υπηρεσίες ή αν θα προτιμήσει να υποβάλει νέα αίτηση για διαφορετικό σήμα για περισσότερα προϊόντα ή περισσότερες υπηρεσίες.
65. Επίσης, νομίζω ότι η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας υπηρετείται καλύτερα αν το ζήτημα πλήρης ή μερική καταχώριση εξεταστεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως. Ένα εθνικό γραφείο σημάτων είναι ασφαλώς πιο κατάλληλο forum απ’ ό,τι ένα εφετείο για την πρώτη αξιολόγηση του ζητήματος αυτού.
66. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το κύριο επιχείρημα κατά της πιο πάνω απόψεως είναι η διατύπωση του άρθρου 13 της οδηγίας περί σημάτων, το οποίο αναφέρει ότι το απαράδεκτο της καταχωρίσεως δεν δύναται να αφορά προϊόντα άλλα από εκείνα για τα οποία συντρέχουν λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως.
67. Ωστόσο, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του όλου πνεύματος της οδηγίας, και ειδικότερα της εξουσίας που η οδηγία επιφυλάσσει στα κράτη μέλη όσον αφορά τη θέσπιση διαδικαστικών κανόνων. Νομίζω ότι το πνεύμα του άρθρου 13 γίνεται πλήρως σεβαστό αν το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζει ότι όσοι ζητούν την καταχώριση ενός σήματος μπορούν με την αίτησή τους να ζητήσουν επικουρικά να γίνει μερική καταχώριση.
68. Επιπλέον, κατ’ εμέ η ερμηνεία αυτή συνάδει με την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση Postkantoor ότι, «οσάκις η καταχώριση σήματος ζητείται ως προς ολόκληρη κλάση […], η αρμόδια αρχή δύναται, δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας, να καταχωρίσει το σήμα για ορισμένα μόνον από τα προϊόντα ή ορισμένες μόνον από τις υπηρεσίες που ανήκουν στην κλάση αυτή […]» (46). Εκεί, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε το άρθρο 13 ως βάση για να δοθεί στο εθνικό γραφείο σημάτων η πιο πάνω (διακριτική) εξουσία. Ωστόσο, δεν έπεται ότι το άρθρο 13 επιβάλλει στο γραφείο σημάτων κάποια ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε όλες τις περιπτώσεις το ενδεχόμενο μερικής καταχωρίσεως. Πάνω σε αυτή τη βάση, δεν υπάρχει σύγκρουση με το άρθρο 13 αν κατά τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες ο αιτών, ο οποίος επιθυμεί να εξεταστεί από το γραφείο σημάτων το ενδεχόμενο μερικής καταχωρίσεως, πρέπει να καταστήσει τούτο σαφές με την αίτησή του. Αντιθέτως, τέτοιοι κανόνες ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, είναι λίγο-πολύ λιγότερο άβολοι αν η διαδικασία θεωρηθεί ως ένα όλον και δεν καθιστούν αδύνατη ή αδικαιολόγητα δύσκολη την άσκηση των δικαιωμάτων που αντλούνται από το κοινοτικό δίκαιο.
69. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η MT & C δεν υπέβαλε επικουρικό αίτημα μερικής καταχωρίσεως ούτε με την αρχική της αίτηση προς το ΓΣΜ ούτε όταν αμφισβήτησε ενώπιον του ΓΣΜ την προσωρινή απόφαση. Έτσι, η MT & C δεν άσκησε καμία από τις δύο δυνατότητες που το σύστημα της Μπενελούξ παρέχει στο πλαίσιο της διαδικασίας δύο σταδίων –προσωρινού και τελικού σταδίου– για να ζητήσει επικουρικά να γίνει μερική καταχώριση. Μόνον ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου που άσκησε δικαστικό έλεγχο υποβλήθηκε το επικουρικό αίτημα. Δεν βλέπω τον λόγο που η MT & C (ή οποιοσδήποτε άλλος αιτών) δεν μπορούσε να υποβάλει ένα επικουρικό αίτημα (όπως προβλέπουν οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες) ενώ η αίτησή της εκκρεμούσε στο γραφείο σημάτων.
70. Εξ αυτών συνάγω ότι, όταν ένα εθνικό δικαστήριο ασκεί δικαστικό έλεγχο επί της αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να μην καταχωριστεί ένα σήμα, δεν αντίκειται στο άρθρο 3 της οδηγίας περί σημάτων το γεγονός ότι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες απαγορεύουν στο δικαστήριο αυτό να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες, αρκεί οι κανόνες αυτοί να καθιστούν πραγματικά δυνατό για τον αιτούντα να ζητήσει με την αίτησή του προς το γραφείο σημάτων τη μερική καταχώριση του σήματος (δηλαδή, την καταχώριση μόνο για ορισμένα από τα προϊόντα και/ή ορισμένες από τις υπηρεσίες που καλύπτει η κύρια αίτησή του).
Συμπέρασμα
71. Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι στα ερωτήματα του Hof van Beroep te Brussel το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει ως εξής:
«1) Η οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, δεν απαιτεί από την αρμόδια για τα σήματα αρχή η οποία αρνείται την καταχώριση ενός σήματος να παραθέσει στην απόφασή της χωριστό συμπέρασμα σχετικά με κάθε ένα από τα επί μέρους προϊόντα και κάθε μία από τις επί μέρους υπηρεσίες για τα οποία και τις οποίες ζητήθηκε προστασία σήματος. Είναι αρκετό από την απόφαση να προκύπτει το γιατί η καταχώριση δεν έγινε δεκτή για τις συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών.
2) Η οδηγία 89/104 αφήνει στο εθνικό δίκαιο να καθορίσει αν ένα δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί μιας αποφάσεως ενός γραφείου σημάτων να μην καταχωριστεί ένα σήμα δύναται να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις που δεν υπήρχαν όταν το γραφείο σημάτων εξέδωσε την απόφασή του.
3) Είναι συμβατό με την οδηγία 89/104 το γεγονός ότι εθνικοί κανόνες απαγορεύουν σε ένα δικαστήριο που ασκεί δικαστικό έλεγχο επί μιας τέτοιας αποφάσεως i) να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις που δεν υπήρχαν όταν το γραφείο σημάτων εξέδωσε την απόφασή του και ii) να αποφανθεί επί του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος χωριστά για κάθε ένα από τα προϊόντα και κάθε μία από τις υπηρεσίες, εφόσον οι κανόνες αυτοί καθιστούν πραγματικά δυνατό για τον αιτούντα να ζητήσει με την αίτησή του προς το γραφείο σημάτων τη μερική καταχώριση του σήματος (δηλαδή την καταχώριση μόνο για ορισμένα προϊόντα και/ή ορισμένες υπηρεσίες που καλύπτει η κύρια αίτησή του).»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
3 – Η οδηγία περί σημάτων έχει ρητώς εφαρμογή επί των σημάτων που έχουν καταχωριστεί ή δηλωθεί προς καταχώριση στο ΓΣΜ (άρθρο 1).
4 – Προκύπτει ότι το άρθρο 6 bis, παράγραφος 1, τροποποιήθηκε στη συνέχεια (με ισχύ της τροποποιήσεως από το 2004) και ότι τώρα είναι πιο κοντά στο γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως δ΄, της οδηγίας περί σημάτων.
5 – Σύμβαση της 20ής Μαρτίου 1883, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε.
6 – Διακανονισμός της 15ης Ιουνίου 1957, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε.
7 – Άρθρο 2, παράγραφος 3, του Διακανονισμού της Νίκαιας.
8 – Όπως όλα τα άλλα κράτη μέλη, εξαιρουμένων της Κύπρου και της Μάλτας (που όμως και οι δύο χρησιμοποιούν την ταξινόμηση της Νίκαιας).
9 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2003, υπόθεση A 2002/2.
10 – «Χαρτί, χαρτόνι και είδη από αυτά τα υλικά μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· έντυπο υλικό· υλικό βιβλιοδεσίας· φωτογραφίες· είδη χαρτοπωλείου· κόλλες για χαρτικά ή οικιακές χρήσεις· υλικά για καλλιτέχνες· πινέλα ζωγραφικής· γραφομηχανές και είδη γραφείου (εκτός των επίπλων)· υλικό διδασκαλίας και εκπαίδευσης (εκτός συσκευών)· πλαστικά υλικά συσκευασίας (μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις)· τυπογραφικά στοιχεία· στερεότυπα (κλισέ).»
11 – «Μεταφορές· συσκευασία και αποθήκευση εμπορευμάτων· οργάνωση ταξιδίων.»
12 – «Εκπαίδευση· επιμόρφωση (επαγγελματική κατάρτιση)· ψυχαγωγία· αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες.»
13 – Stricto sensu, οι κλάσεις αποτελούν μέρος της ταξινομήσεως και όχι του Διακανονισμού, αλλά το Δικαστήριο συχνά κάνει λόγο για κλάσεις του Διακανονισμού.
14 – Απόφαση της 16ης Μαΐου 2000 (1998/AR/1599).
15 – Βλ. το σημείο 11 των προτάσεών μου.
16 – Απόφαση του Hof van Cassatie της 13ης Μαΐου 2004, υπόθεση αριθ. C.00.0472.N.
17 – Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση αποτελείται από συνδυασμό αγγλικών λέξεων, μολονότι τα αγγλικά δεν περιλαμβάνονται στις επίσημες γλώσσες του κράτους όπου ζητήθηκε η καταχώριση. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει: «Αυτός ο συνδυασμός λέξεων, όπως και τα συστατικά του, δεν ανήκει, ως έχει, εντός του χώρου της Μπενελούξ σε μια από τις γλώσσες που κυρίως χρησιμοποιούν εκεί οι τοπικοί καταναλωτές, στους οποίους απευθύνεται το σημείο, στην καθημερινή ομιλία τους για τη δήλωση προϊόντων και υπηρεσιών, βάσει ενός χαρακτηριστικού κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της κοινοτικής οδηγίας περί σημάτων, ή για την αναφορά ουσιωδών ιδιοτήτων τους. Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αγγλική γλώσσα έχει επαρκώς διεισδύσει στις γλωσσικές κοινότητες στον χώρο της Μπενελούξ, ώστε ο καταναλωτής στον οποίο απευθύνεται το κατατεθέν σημείο να αναγνωρίζει ακουστικά αυτές τις λέξεις, χωριστά και ως σύνολο, ως «αγγλικά», μολονότι η γλώσσα αυτή δεν χρησιμοποιείται ειδικά στη σφαίρα των προϊόντων και υπηρεσιών που ανήκουν στις προπαρατεθείσες κλάσεις». Η ανάλυση αυτή αντικατοπτρίζει την προσέγγιση του γενικού εισαγγελέα Jacobs και του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-421/04, Matratzen Concord (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), και την προσέγγιση που ακολούθησα στις προτάσεις μου της 30ής Μαρτίου 2006 στην υπόθεση C-108/05, Bovemij Verzekeringen.
18 – «(11) φούρνοι με πίνακα χειρισμού, ηλεκτρικά μάτια, ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, καταψύκτες, καταψύκτες βαθείας καταψύξεως, θερμοσίφωνες, ηλεκτρικές φριτέζες, φούρνοι, ψησταριές, χοάνες απορροφητήρων, νεροχύτες κουζίνας, βρύσες· (20) έπιπλα κουζίνας από ξύλο και συνθετικό υλικό, καρέκλες κουζίνας, τάβλες κουζίνας από ξύλο, συνθετικό υλικό, γρανίτη, φυσική πέτρα ή πλακάκια· (21) σκεύη μαγειρικής και πιατικά τραπεζαρίας και κουζίνας από γυαλί, πορσελάνη, μη πολύτιμα μέταλλα, συνθετικά υλικά και φαγιάντσα· (37) τοποθέτηση και εγκατάσταση επίπλων και εξοπλισμού κουζίνας, υπηρεσίες συντηρήσεως και επισκευής· (42) συμβουλές για τη χρήση, τον τύπο και την εφαρμογή εξοπλισμού κουζίνας, σχεδιασμός και συμβουλές σχετικά με την εγκατάσταση εξοπλισμού κουζίνας και συναρμοσμένου εξοπλισμού, επίσης κατά την αγορά τους.»
19 – Δηλ., σκεύη μαγειρικής και πιατικά τραπεζαρίας και κουζίνας από γυαλί, πορσελάνη, μη πολύτιμα μέταλλα, συνθετικά υλικά και φαγιάντσα.
20 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-363/99, Koninklijke KPN Nederland (στο εξής: απόφαση Postkantoor) (Συλλογή 2004, σ. I-1619).
21 – Σκέψη 36.
22 – Αυτόθι.
23 – Σκέψη 73.
24 – Το πρώτο ερώτημα κάνει λόγο για «προσωρινή ή οριστική απόφαση» μη καταχωρίσεως, αντικατοπτρίζοντας τη διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον του ΓΣΜ. Ωστόσο, οι διαδικασίες ποικίλλουν στα διάφορα κράτη μέλη και οι γενικές αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο πρέπει να έχουν εφαρμογή και επί των διαδικασιών που στηρίζονται σε απόφαση του εθνικού γραφείου σημάτων ή οποία λαμβάνεται μόνο σε ένα στάδιο.
25 – Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 20.
26 – Απόφαση Postkantoor, σκέψη 31 επ.
27 – Αυτόθι, σκέψη 73.
28 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 2003, C-104/01, Libertel (Συλλογή 2003, σ. I-3793, σκέψη 59).
29 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψεις 14 και 15).
30 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2004, C-447/02 P, KWS Saat κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2004, σ. I-10107, σκέψη 65).
31 – Θα υπενθυμίσω ότι η ταξινόμηση της Νίκαιας περιέχει 45 κλάσεις οι οποίες καλύπτουν περίπου 11 000 επί μέρους προϊόντα και υπηρεσίες.
32 – Η ομαδοποίηση αυτή είναι πιθανό να ακολουθεί οποιαδήποτε κατάταξη έγινε στην αίτηση καταχωρίσεως, κατάταξη που με τη σειρά της θα στηρίζεται στην ταξινόμηση της Νίκαιας.
33 – Φυσικά, τα της διαδικασίας θα εξαρτώνται από τους εθνικούς κανόνες.
34 – Αναλόγως του τρόπου μετρήσεως των διαφόρων παραλλαγών.
35 – Βλ. τις σκέψεις 20 έως 37.
36 – Από τον γενικό αυτόν κανόνα υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις, αλλά το ΓΣΜ δεν επικαλέστηκε καμία από αυτές.
37 – Βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92, Enderby (Συλλογή 1993, σ. Ι-5535, σκέψη 10).
38 – Σκέψη 35.
39 – Σκέψη 36.
40 – Βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 33).
41 – Του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα).
42 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2006, C-416/04 P, Sunrider κατά ΓΓΕΑ (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 55).
43 – Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 9. Βλ. τα σημεία 16 έως 22 των προτάσεών μου.
44 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-472/99, Clean Car Autoservice (Συλλογή 2001, σ. Ι-9687, σκέψη 28 και νομολογία που παρατίθεται εκεί).
45 – Σκέψη 36, η έμφαση δική μου.
46 – Σκέψη 113.
Full & Egal Universal Law Academy