ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 8ης Φεβρουαρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-254/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Σύστημα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή χωρίς τη σήμανση CE – Απαίτηση εγκρίσεως – Δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος»
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, απαιτώντας σχετικά με τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE (2): (1) να συμφωνούν προς τον βελγικό κανόνα «NBN S 21‑100»· (2) να αποτελούν αντικείμενο εγκρίσεως τύπου, που εν προκειμένω χορηγεί ο BOSEC, εμπόδιο το οποίο επιτείνεται από τα δυσανάλογα έξοδα που συνεπάγεται η έγκριση αυτή· (3) να υποβάλλονται σε δοκιμές και εξακριβώσεις στο πλαίσιο της εγκρίσεως αυτής που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών σε άλλο κράτος μέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΚ.
I – Το εθνικό δίκαιο
2. Η απόφαση του εκτελεστικού της Γαλλικής Κοινότητας της 24ης Δεκεμβρίου 1990 καθορίζει λεπτομερείς κανόνες και τη διαδικασία χορήγησης της βεβαίωσης ασφάλειας για τα ξενοδοχεία που λειτουργούν την 1η Ιανουαρίου 1991 και τους κανόνες ασφαλείας στον τομέα της πυροπροστασίας ειδικά για τα καταστήματα αυτά (στο εξής: απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1990).
3. Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως αυτής, δεν χωρεί εκμετάλλευση ξενοδοχείου παρά μόνο μετά τη χορήγηση βεβαίωσης ασφάλειας η οποία χορηγείται μόνον αν πληρούνται οι κανόνες ασφαλείας στον τομέα της πυρασφάλειας που εφαρμόζονται ειδικά στα ξενοδοχεία, και διατυπώνονται στο παράρτημα 1 της εν λόγω αποφάσεως.
4. Σύμφωνα με το σημείο 7.4.4 του εν λόγω παραρτήματος, η κεντρική εγκατάσταση συσκευών αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή πραγματοποιείται και εγκρίνεται σύμφωνα με το πρότυπο NBN S 21‑100, ενώ το υλικό αποτελεί αντικείμενο εγκρίσεως που πιστοποιεί ότι ανταποκρίνεται σ’ αυτό το πρότυπο.
5. Όσον αφορά την Περιφέρεια Βαλλονίας, η απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1990 καταργήθηκε με το άρθρο 158 του διατάγματος της 18ης Δεκεμβρίου 2003, για τα τουριστικά ξενοδοχεία. Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού συνεχίζουν να εφαρμόζονται στην Περιφέρεια των Βρυξελλών.
6. Η απόφαση της κυβερνήσεως της Βαλλονίας, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, εφαρμόζει το διάταγμα της 5ης Ιουνίου 1997, για τα γηροκομεία, τις κατοικίες-υπηρεσίες και τα ημερήσια κέντρα υποδοχής ηλικιωμένων και για την ίδρυση του Συμβουλίου τρίτης ηλικίας της Βαλλονίας (στο εξής: απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998).
7. Το άρθρο 27 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει:
«Οι κανόνες σχετικά με την πυροπροστασία και τον πανικό που καθορίζει το παράρτημα I έχουν εφαρμογή στα γηροκομεία, τις κατοικίες-υπηρεσίες και τα ημερήσια κέντρα υποδοχής ηλικιωμένων».
8. Το σημείο 7.7.1 του παραρτήματος 1 της αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1998 ορίζει:
«Οι κεντρικές εγκαταστάσεις αυτόματης ανιχνεύσεως εγκρίνονται σύμφωνα με τον βελγικό κανόνα NBN S 21‑100 […]. Ωστόσο, σε έλεγχο υποβάλλονται το σύνολο των εγκαταστάσεων (ανιχνευτές, κεντρικές μονάδες, πίνακες επανάληψης, μονάδες ρυθμίσεως, κ.λπ.)».
9. Ο κανόνας NBN S 21‑100 καθορίζει τα του σχεδιασμού των κεντρικών εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή.
10. Το σημείο 4.2 του κανόνα αυτού, που φέρει τον τίτλο «Περιγραφή», ορίζει:
«Μια εγκατάσταση αυτομάτων πυρανιχνευτών αποτελείται κυρίως από:
– συλλέκτες ευαίσθητους σε ειδικά χαρακτηριστικά στις καύσεις που καλούνται ανιχνευτές,
– δίκτυο ηλεκτρικών καλωδίων,
– κεντρική μονάδα ανίχνευσης η οποία σημαίνει συναγερμό, υποδεικνύει τη ζώνη ανίχνευσης και τις διαταράξεις,
– πηγές τροφοδοσίας σε ενέργεια.
Τα υλικά αυτά ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές των ευρωπαϊκών προτύπων CEN ή των βελγικών προτύπων, ενώ ο τεχνικός της εγκαταστάσεως και το σύστημα πρέπει να εγκρίνονται από τον BOSEC (Belgian Organisation for Security Certification). Όλα τα στοιχεία του συστήματος αυτού πρέπει να είναι συμβατά.
Στην εγκατάσταση μπορούν να προστεθούν μονάδες επανάληψης, χειροκίνητες μονάδες προειδοποίησης ή κάθε άλλο όργανο ρυθμίσεως υπό τον όρον ότι ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του παρόντος κανόνα.
Το σύνολο ανιχνευτή-βάθρου ή βάσης διαθέτει οπτικό σημείο συναγερμού.»
11. Κατά το σημείο 4.3.1 του βελγικού κανόνα NBN S 21‑100, κάθε τύπος ανιχνευτή πρέπει να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές των βελγικών κανόνων.
12. Τα σημεία 4.4.6 και 4.4.8.2 του κανόνα αυτού καθορίζουν τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τη βοηθητική πηγή τροφοδοσίας σε ενέργεια και την καλωδίωση, αντιστοίχως, των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή.
II – Η διοικητική διαδικασία
13. Τον Ιανουάριο 2003, μετά την υποβολή καταγγελίας ενός επιχειρηματία του Ηνωμένου Βασιλείου που αντιμετώπισε προβλήματα για την εμπορία ορισμένων τύπων συστημάτων πυρανιχνεύσεως στο Βέλγιο, η Επιτροπή απηύθυνε στη Βελγική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως στο οποίο εκθέτει τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι ορισμένες βελγικές διατάξεις μπορούσαν να παρεμποδίσουν τις εισαγωγές στο Βέλγιο ορισμένων τύπων συστημάτων πυρανιχνεύσεως.
14. Οι βελγικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 2003.
15. Θεωρώντας ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ, η Επιτροπή του απηύθυνε στις 7 Ιουλίου 2004 αιτιολογημένη γνώμη και το κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτή εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
16. Η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 2004.
17. Η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως και για τον λόγο αυτό άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
III – Ισχυρισμοί
18. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της 24ης Δεκεμβρίου 1990 και της 3ης Δεκεμβρίου 1998 περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE, πλην όμως νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος. Απαιτώντας τη συμφωνία με τον κανόνα NBN S 21‑100, η βελγική ρύθμιση αποκλείει από τμήμα της βελγικής αγοράς τη χρήση ορισμένων συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος αλλά δεν φέρουν τη σήμανση CE, αν δεν ανταποκρίνονται στον βελγικό κανόνα. Πράγματι, κανένα ξενοδοχείο ή γηροκομείο δεν θα αγοράσει συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και επιτυγχάνουν ισοδύναμο επίπεδο προστασίας πλην όμως δεν ανταποκρίνονται στον βελγικό κανόνα. Τα προϊόντα αυτά αποκλείονται από μέρος της βελγικής αγοράς προς όφελος των προϊόντων που ανταποκρίνονται στον βελγικό κανόνα.
19. Ομοίως, πολλοί κοινοτικοί κανονισμοί για την πρόληψη των πυρκαγιών απαιτούν τη συμφωνία των συσκευών πυρανιχνεύσεως προς τον κανόνα NBN S 2l‑l00. Επιπλέον, όταν οι υπηρεσίες πυρασφάλειας καθορίζουν τα μέτρα προλήψεως πυρκαγιών για κτήρια που δεν υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση στον τομέα της πυροπροστασίας, αναφέρονται γενικώς επίσης στον κανόνα NBN S 21‑100. Για λόγους παρόμοιους με τους προεκτεθέντες σχετικά με τις δύο αποφάσεις, οι πρακτικές αυτές συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς.
20. Πράγματι, λόγω της βελγικής και περιφερειακής και δημοτικής νομοθεσίας καθώς και της διοικητικής πρακτικής των υπηρεσιών πυρασφάλειας, οι επιχειρηματίες που κατασκευάζουν ή εμπορεύονται συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος αλλά δεν φέρουν τη σήμανση CE, ενδέχεται να αποφασίσουν να μην παρουσιάσουν τα προϊόντα τους στη βελγική αγορά ή να υποχρεωθούν να τα τροποποιήσουν για να έχουν πρόσβαση σ’ αυτήν την αγορά.
21. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι ο κανόνας NBN S 21‑100 περιέχει, συγκεκριμένα, στα σημεία 4.2, 4.3.1, 4.4.6 και 4.4.8.2, προδιαγραφές για τα συστατικά μέρη που χρησιμοποιούνται στα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή. Οι κατασκευαστές είναι συνεπώς υποχρεωμένοι να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους αν αυτά δεν ανταποκρίνονται κατά γράμμα στις προδιαγραφές αυτές. Η εφαρμογή του κανόνα NBN S 21‑100 συνεπάγεται διαφοροποιημένη κατασκευή αναλόγως του προορισμού των προϊόντων και συνεπώς εμποδίζει την κυκλοφορία των προϊόντων που νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος αλλά δεν φέρουν τη σήμανση CE και τα οποία δεν έχουν τα ειδικά χαρακτηριστικά που καθορίζει ο εν λόγω κανόνας.
22. Επιπλέον, ο κανόνας NBN S 21‑100 υποβάλλει τα συστήματα αυτόματης ανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή σε έγκριση από τον BOSEC. Τα διατάγματα της 24ης Δεκεμβρίου 1990 και της 3ης Δεκεμβρίου 1998, απαιτώντας τη συμφωνία με τον κανόνα NBN S 21‑100, υποβάλλουν τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος εκτός του Βελγίου και δεν φέρουν τη σήμανση CE, σε έγκριση από τον BOSEC αν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε κτήρια που εμπίπτουν στο πεδίο των δύο προαναφερθεισών αποφάσεων.
23. Αυτή η διαδικασία εγκρίσεως όχι μόνον συνιστά καθεαυτή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 28 ΕΚ αλλά, επιπλέον, το εμπόδιο αυτό επιτείνεται από τις καθυστερήσεις και τα δυσανάλογα έξοδα που συνεπάγεται η έγκριση αυτή καθώς επίσης και από το ότι ο BOSEC δεν λαμβάνει υπόψη τις δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος.
24. Τέλος, αυτά τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν δικαιολογούνται, διότι οι βελγικές αρχές δεν αποδεικνύουν ότι είναι αναγκαία και τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.
25. Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι οι προτάσεις τροποποιήσεως και, ειδικότερα, η πρόταση κατάργησης της υποχρεωτικής εγκρίσεως του BOSEC ως πιστοποιούντος οργανισμού βρίσκονται σε εξέλιξη και αποτέλεσαν το αντικείμενο έρευνας του κοινού μεταξύ 30ής Μαρτίου 2005 και 30ής Σεπτεμβρίου 2005. Κατά συνέπεια, ο κανόνας NBN S 21‑100 συνάδει πλέον προς το άρθρο 28 ΕΚ και δεν συνιστά πλέον εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE και νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος.
26. Επιπλέον, ο βελγικός κανόνας στην πραγματικότητα απλώς αντιγράφει τους ευρωπαϊκούς κανόνες, δηλαδή τη σειρά EN‑54 των τεχνικών προτύπων που έχει καθορίσει η επιτροπή CEN (3). Ο εν λόγω κανόνας συνάδει προς τους κανόνες αυτούς και δεν περιέχει καμιά πρόσθετη απαίτηση ώστε να καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση των προϊόντων που συνθέτουν το σύνολο συστήματος αυτόματης πυρανιχνεύσεως. Στην πραγματικότητα, οι έλεγχοι που προβλέπει ο εν λόγω κανόνας δεν αφορούν τα συστατικά των συστημάτων, αλλά μόνον τη λειτουργία του συστήματος στο σύνολό του.
27. Εν πάση περιπτώσει, ο έλεγχος αυτός δικαιολογείται από λόγους δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων, των ζώων ή των φυτών. Συναφώς, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις του κανόνα NBN S 21‑100 εφαρμόζονται χωρίς διάκριση σε όλα τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE. Ο έλεγχος των εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως επιβάλλεται παράλληλα με τη βεβαίωση από αρμόδιο οργανισμό, βελγικό ή αλλοδαπό, ότι τα συστατικά ή συσκευές που αποτελούν μέρος της εγκατάστασης ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά, βελγικά ή ισοδύναμα πρότυπα. Κατά συνέπεια, ο κανόνας NBN S 21‑100 εξασφαλίζει ότι ο σχεδιασμός της εγκατάστασης στο σύνολό της είναι καλός και ότι το σύστημα που συγκροτείται από συστατικά τα οποία έχουν δοκιμαστεί χωριστά και αγοραστεί από παραγωγούς ή προμηθευτές ενδεχομένως διαφορετικούς, λειτουργεί σωστά. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει κατά συνέπεια ότι οι έλεγχοι που γίνονται σύμφωνα με τον κανόνα NBN S 21‑100 δεν αποτελούν περιττή επανάληψη αυτών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια είναι αναγκαίοι και τελούν σε σχέση αναλογίας όσον αφορά τον επιδιωκόμενο στόχο.
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
28. Ουσιαστικά, η κύρια αντίρρηση που διατυπώνει η Επιτροπή έναντι των αποφάσεων της Περιφέρειας Βαλλονίας και της Γαλλικής Κοινότητας είναι το γεγονός ότι παραπέμπουν στον κανόνα NBN S 21‑100. Η ίδια αντίρρηση ισχύει για τους δημοτικούς κανονισμούς που παραπέμπουν στον ίδιο κανόνα καθώς και για τις διοικητικές πρακτικές των υπηρεσιών πυρασφάλειας που εφαρμόζουν αυτόν τον κανόνα ελλείψει άλλου. Αυτό καταλήγει στο ότι ο κανόνας NBN S 21‑100 λειτουργεί ως δεσμευτικός κανόνας για τους παραγωγούς που επιθυμούν να διαθέσουν στο εμπόριο τα οικεία συστήματα πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE στη βελγική αγορά.
29. Κατά την Επιτροπή, τα κύρια χαρακτηριστικά του κανόνα NBN S 21‑100 που δημιουργούν πρόβλημα είναι ότι ο κανόνας απαιτεί συμφωνία με ορισμένες λεπτομερείς τεχνικές προδιαγραφές όσον αφορά τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE καθώς και έγκριση τύπου από τον BOSEC, στο πλαίσιο της οποίας ο φορέας αυτός δεν λαμβάνει υπόψη τις δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος καταγωγής.
30. Απαιτείται συνεπώς στο πλαίσιο της παρούσας δίκης να εξεταστεί αν τα χαρακτηριστικά αυτά συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό και συνεπώς αντιβαίνουν στο άρθρο 28 ΕΚ και, σε καταφατική περίπτωση, αν μπορούν να δικαιολογηθούν με κάποιο από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ ή κάποια από τις επιτακτικές απαιτήσεις που έχει διατυπώσει η νομολογία του Δικαστηρίου στην περίπτωση που η εθνική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται χωρίς διάκριση.
31. Πριν προχωρήσω στην εξέταση αυτή θεωρώ σκόπιμο να κάνω τις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις.
32. Πρώτον, τα επίδικα εν προκειμένω προϊόντα είναι συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζω ότι η σήμανση CE συνεπάγεται τεκμήριο ότι τα προϊόντα που τη φέρουν πληρούν τις «βασικές απαιτήσεις» από την άποψη του αποτελέσματος που πρέπει να επιτευχθεί και των κινδύνων που πρέπει να αντιμετωπισθούν, κατά την έννοια των παραρτημάτων των οδηγιών «νέα προσέγγιση». Κατά συνέπεια, τα προϊόντα που φέρουν τη σήμανση CE κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρη την Κοινότητα.
33. Οι βασικές απαιτήσεις κατά την έννοια των παραρτημάτων των οδηγιών «νέα προσέγγιση» προσδιορίζουν τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτυγχάνονται και τους κινδύνους που πρέπει να αντιμετωπίζονται, πλην όμως δεν υποδεικνύουν ούτε προβλέπουν καμιά τεχνική λύση προς τούτο. Αντιθέτως, τα εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα (που ονομάζονται επίσης «ευρωπαϊκά πρότυπα» ή «ΕΠ») καθορίζουν τις τεχνικές λύσεις, οι οποίες, όταν τηρούνται, εξασφαλίζουν την τήρηση των ουσιωδών απαιτήσεων κατά την έννοια των διαφόρων οδηγιών «νέα προσέγγιση». Τα πρότυπα αυτά εκπονούνται κατά κανόνα από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποιήσεως και, ειδικότερα, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποιήσεως (CEN), βάσει εντολής της Επιτροπής. Οι μεν βασικές απαιτήσεις που καθορίζουν οι οδηγίες «νέα προσέγγιση» είναι δεσμευτικές, η τήρηση των προτύπων όμως χωρεί οικειοθελώς, οι δε κατασκευαστές μπορούν να αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα τους ανταποκρίνονται στις βασικές απαιτήσεις των οδηγιών «νέα προσέγγιση» και να λάβουν έτσι τη σήμανση CE, με κάθε άλλο μέσο της επιλογή τους (4).
34. Η δεύτερη παρατήρηση αφορά την ύπαρξη εναρμονισμένων προτύπων για τα συστατικά μέρη εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως και την κατάσταση της εναρμονίσεως στον τομέα αυτό. Τα συστατικά μέρη των εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως δεν έχουν ακόμη εναρμονισθεί, πλην όμως η εναρμόνιση αυτή εξελίσσεται ήδη. Η εναρμόνιση των εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως εξελίσσεται στο πλαίσιο της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών (5) βάσει εντολής της Επιτροπής (6), η CEN κατήρτισε πρότυπα της σειράς EN‑54 σχετικά για τα συστατικά μέρη των ανιχνευτών πυρκαγιάς.
35. Θα παρατηρήσω επίσης ότι η οδηγία 89/106/ΕΟΚ διακρίνεται από τις περισσότερες άλλες οδηγίες «νέας προσέγγισης» καθότι προβλέπεται ότι τα εναρμονισμένα πρότυπα που καταρτίζονται βάσει της οδηγίας αυτής θα δεσμεύουν τα κράτη μέλη (7) μετά τη δημοσίευση της οικείας κωδικής αναφοράς και την πάροδο μιας μεταβατικής περιόδου (8). Με την παρέλευση της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον την εξουσία να εφαρμόζουν διαφορετικά εθνικά πρότυπα (9).
36. Όσον αφορά τα πρότυπα EN‑54, η πρώτη μεταβατική περίοδος που έληξε αφορούσε μόνον τρία συστατικά εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως (10) και έληξε στις 30 Ιουνίου 2005. Οι μεταβατικές περίοδοι για άλλα πρότυπα της σειράς EN‑54 που αφορούν πολλά άλλα συστατικά εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως καθορίστηκαν σε διαφορετικές μεταγενέστερες ημερομηνίες ενώ για ορισμένα συστατικά των εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως δεν έχουν καν καταρτιστεί εναρμονισμένα πρότυπα. Κατά συνέπεια, η κατάσταση της εναρμόνισης των τεχνικών προδιαγραφών σχετικά με τα συστατικά μέρη εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως παραμένει ακόμα ανομοιόμορφη.
Β – Συμφωνία προς το βελγικό πρότυπο
Αποτελεί ο βελγικός κανόνας μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό;
37. Η πρώτη αντίρρηση που διατυπώνει η Επιτροπή όσον αφορά τον κανόνα NBN S 21‑100 είναι ότι αυτός καθορίζει πλείονες λεπτομερείς τεχνικές προδιαγραφές από τις οποίες, κατά την Επιτροπή, ορισμένες αφορούν τα συστατικά μέρη των συστημάτων πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE. Κατά συνέπεια, τα εισαγόμενα συστήματα πυρανιχνεύσεως που δεν φέρουν τη σήμανση CE πρέπει να τροποποιούνται για να μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο, στο Βέλγιο.
38. Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει, κατά τα ουσιώδη, ότι οι απαιτήσεις είναι απλώς να εξασφαλίζεται ότι ο σχεδιασμός της εγκατάστασης στο σύνολό της είναι καλός και ότι το σύστημα στο σύνολό του λειτουργεί ορθά. Ο βελγικός κανόνας δεν επιβάλλει περιορισμούς στην εμπορία συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE.
39. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό που επιβάλλει το άρθρο 28 ΕΚ αφορά κάθε μέτρο δυνάμενο να δημιουργήσει εμπόδια αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (11). Αυτό που είναι δηλαδή βασικό δεν είναι το αντικείμενο αλλά το αποτέλεσμα –πραγματικό ή δυνητικό– ενός μέτρου επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
40. Επιπλέον υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία «Cassis de Dijon» (12), συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, που απαγορεύονται από το άρθρο 30, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέουν, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, από την εφαρμογή σε εμπορεύματα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη, όπου νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, κανόνων σχετικά με τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτές που αφορούν την ονομασία τους, τη μορφή τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεσή τους, την παρουσίασή τους, τη σήμανσή τους, τη συσκευασία τους), ακόμη και όταν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα (13).
41. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης με την απόφαση της 8ης Μαΐου 2003 ότι το να τεθεί ως προϋπόθεση για την πιστοποίηση της συμφωνίας των εισαγομένων συστημάτων και κεντρικών εγκαταστάσεων συναγερμού προς κανόνες ή τεχνικές ρυθμίσεις που διασφαλίζουν επίπεδο προστασίας ισοδύναμο προς εκείνο που επιβάλλεται στο κράτος εισαγωγής ισοδυναμεί με την επιβολή της υποχρεώσεως στους κατασκευαστές άλλων κρατών μελών να προσαρμόσουν τις συσκευές και τους εξοπλισμούς τους στις απαιτήσεις του κράτους μέλους εισαγωγής. Συνεπώς, η επιβολή μιας τέτοιας υποχρεώσεως αντιβαίνει προς το άρθρο 28 ΕΚ (14).
42. Εν προκειμένω, ο βελγικός κανόνας NBN S 21‑100 περιέχει προδιαγραφές για την ορθή εγκατάσταση και λειτουργία των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, όπως είναι τα σημεία 6.3 («Στερεότυπες δοκιμές εστίας»/«Beproeving door type haarden») και 6.4 («Χρόνος αντίδρασης»/«Reactietijd»). Φαίνεται ωστόσο ότι ο κανόνας αυτός περιέχει επίσης τεχνικές προδιαγραφές σχετικά με τον σχεδιασμό και τον τύπο των εν λόγω συστημάτων ανίχνευσης πυρκαγιάς όπως είναι τα σημεία 4.4.5.2 σχετικά με τα συστατικά στοιχεία («Εξαρτήματα»/«Uitrusting») και το σημείο 4.4.6 σχετικά με την πηγή τροφοδοσίας ενέργεια.
43. Συνεπώς το κράτος μέλος εισαγωγής, εν προκειμένω το Βέλγιο δεν απαιτεί μόνον ο εισαγόμενος ανιχνευτής πυρκαγιάς που δεν φέρει τη σήμανση CE να ανταποκρίνεται σε ορισμένο επίπεδο ασφάλειας. Απαιτεί να ανταποκρίνεται ο ανιχνευτής πυρκαγιάς σε ορισμένες τεχνικές προδιαγραφές για να επιτυγχάνεται αυτό το επίπεδο ασφάλειας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιβάλλει στους παραγωγούς ένα μόνο μέσο για να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο ασφάλειας. Ενδεικτικό είναι συναφώς, το ότι ο κανόνας NBN S 21‑100 αναφέρει ρητά στο σημείο 4.3.1 ότι «κάθε τύπος ανιχνευτή πρέπει να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές των βελγικών κανόνων».
44. Όσον αφορά το επιχείρημα των βελγικών αρχών ότι ο κανόνας NBN S 21‑100 απλώς αντιγράφει τους υπάρχοντες ευρωπαϊκούς κανόνες, δηλαδή τη σειρά EN‑54 που κατήρτισε η CEN, και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει παρά μόνον αν ο κανόνας στον οποίο στηρίζεται το κράτος μέλος ήταν κανόνας εναρμονισμένος και δεσμευτικός και αν όλα τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιβάλουν σε όλους τους παραγωγούς την αυστηρή συμμόρφωση προς τον κανόνα αυτό.
45. Όπως ανέφερα στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις, η εναρμόνιση των συστατικών μερών εγκαταστάσεων ανιχνεύσεως πυρκαγιάς βρίσκεται υπό εξέλιξη και είναι ανόμοια. Για την υπό κρίση υπόθεση, το στάδιο εναρμόνισης που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι αυτό που υπήρχε κατά το τέλος της προθεσμίας την οποία έταξε η αιτιολογημένη γνώμη, δηλαδή δύο μήνες μετά την παραλαβή της από τις βελγικές αρχές, προθεσμία που μπορεί λογικά να καθοριστεί γύρω στις 15 Σεπτεμβρίου 2004. Πράγματι, όπως κρίνει παγίως το Δικαστήριο η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (15).
46. Όσον αφορά τα πρότυπα της σειράς EN‑54 που αφορούν τα συστατικά μέρη εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως, οι μεταβατικές περίοδοι μετά την πάροδο των οποίων τα εναρμονισμένα πρότυπα που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ κατέστησαν υποχρεωτικά για τα κράτη μέλη έληξαν οπωσδήποτε μετά τις 15 Σεπτεμβρίου 2004 (16). Τούτο σημαίνει ότι, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δεν υπήρχε καμία τεχνική προδιαγραφή για τους πυρανιχνευτές, δεσμευτική για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, η τήρηση από τους κατασκευαστές των εφαρμοστέων προτύπων της σειράς EN‑54 χωρεί επί εθελουσίας βάσεως. Η τήρηση αυτή καταλήγει σε τεκμήριο πιστότητας των προϊόντων στις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι κατασκευαστές είναι ελεύθεροι να επιλέξουν κάθε τεχνική λύση που ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις της εφαρμοστέας οδηγίας.
47. Επιπλέον, όσον αφορά το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της, η εναρμόνιση είναι μέχρι στιγμής μερική δεδομένου ότι η σειρά EN‑54 καλύπτει για την ώρα ένα μικρό αριθμό –καίτοι αυξανόμενο– συστατικό μερών εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως όπως είναι οι ηχητικές διατάξεις (17), τα εξαρτήματα τροφοδοσίας ηλεκτρισμού (18) ή οι ανιχνευτές θερμότητας (19).
48. Επιπλέον, όπως δέχθηκαν οι βελγικές αρχές με τα υπομνήματά τους σε διάφορα στάδια, τα εφαρμοστέα πρότυπα που κατήρτισε η CEN προβλέπουν πλείονες δυνατότητες επιλογής μεταξύ των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν. Αυτό δίνει στα κράτη μέλη κάποιο περιθώριο εκτίμησης για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των προτύπων που εμπίπτουν στις σειρές που έχει καταρτίσει η CEN και μπορεί συνεπώς να καταλήξει σε διαφορές μεταξύ των εθνικών προτύπων που διέπουν τις εγκαταστάσεις πυρανιχνεύσεως.
49. Για όλους αυτούς τους λόγους, ο κανόνας NBN S 21‑100 στο σύνολό του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, χωρίς τροποποιήσεις, ενός δεσμευτικού και ενιαίου για το σύνολο της ΕΕ κανόνα, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν οι βελγικές αρχές. Κατά συνέπεια, η απαίτηση συμφωνίας προς τον κανόνα NBN S 21‑100 ισοδυναμεί με περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών.
50. Τέλος, το γεγονός ότι η απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1990 καταργήθηκε με το άρθρο 158 του διατάγματος της Περιφέρειας Βαλλονίας της 18ης Δεκεμβρίου 2003 για τα τουριστικά ξενοδοχεία δεν αναιρεί τη διαπίστωση αυτή διότι οι διατάξεις της απόφασης της 24ης Δεκεμβρίου 1990 εξακολουθούν να εφαρμόζονται εντός της Περιφέρειας Βρυξελλών.
51. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαίτηση να ανταποκρίνεται κάθε σύστημα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρει τη σήμανση CE προς τον κανόνα NBN S 21‑100 συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.
52. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια εθνική ρύθμιση που εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μπορεί να δικαιολογείται για κάποιο από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ ή από κάποια επιτακτική ανάγκη που έχει καθιερώσει η νομολογία του Δικαστηρίου στην περίπτωση που η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως (20).
Μπορεί να δικαιολογηθεί η ρύθμιση;
53. Εν προκειμένω, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η συμμόρφωση προς τον κανόνα NBN S 21‑100 μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους αναγόμενους στη δημόσια ασφάλεια και την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών.
54. Οι δύο αυτοί λόγοι μνημονεύονται στο άρθρο 30 ΕΚ και είναι αναμφισβήτητο ότι ένα μέτρο που σκοπεί να εξασφαλίσει την καλή λειτουργία εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών και, κατά συνέπεια, μπορεί να συμβάλει στην πραγματοποίηση των οικείων στόχων.
55. Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως, στα κράτη μέλη εναπόκειται να αποφασίζουν για το επίπεδο στο οποίο επιθυμούν να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και για το αν θα απαιτούν έγκριση πριν από τη διάθεση στην αγορά των οικείων προϊόντων (21).
56. Ωστόσο κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικές αρχές για να μπορούν να υποστηρίξουν επιτυχώς ότι το άρθρο 30 ΕΚ δικαιολογεί εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει να αποδείξουν ότι η εξαίρεση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσοτέρων στόχων που μνημονεύει το άρθρο αυτό, εν προκειμένω του στόχου της προστασίας της δημόσιας υγείας, και ότι είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (22).
57. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Βελγική Κυβέρνηση, είναι αμφίβολο ότι η αυστηρή συμμόρφωση προς τον βελγικό κανόνα NBN S 21‑100 μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαία και ανάλογη. Πράγματι, αυτό που είναι ιδιαίτερα προβληματικό όσον αφορά τον βελγικό κανόνα είναι το γεγονός ότι δεν ελέγχει απλώς τη λειτουργία των συστημάτων πυρανιχνεύσεως στο σύνολό τους σε συγκεκριμένο περιβάλλον. Καθορίζει ιδιαίτερες τεχνικές προδιαγραφές, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν ορισμένα συστατικά μέρη, στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι πυρανιχνευτές που τίθενται σε κυκλοφορία στη βελγική αγορά. Επιβάλλει δηλαδή τις δικές του ειδικές τεχνικές προδιαγραφές ως τις μόνες ικανές να επιτύχουν επαρκές επίπεδο ασφάλειας.
58. Αυτό σημαίνει ότι η αυστηρή υποχρέωση συμμορφώσεως προς τον κανόνα NBN S 21‑100 δεν δίνει καν την ευκαιρία στους επιχειρηματίες να αποδείξουν ότι οι συσκευές που εισάγουν επιτυγχάνουν, ίσως με διαφορετικά τεχνικά μέσα, ένα ισοδύναμο ή και μεγαλύτερος βαθμό ασφάλειας σε σχέση με αυτόν που καθορίζει τη ρύθμιση του κράτους μέλους εισαγωγής.
59. Αυτή η επιβολή αυστηρών τεχνικών προδιαγραφών για τα συστατικά μέρη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνον υπό τον όρον ότι οι βελγικές αρχές είναι σε θέση να αποδείξουν ότι οι τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζει ο κανόνας NBN S 21‑100 είναι οι μόνες κατάλληλες να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας. Πράγματι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 30 ΕΚ ή ως επιτακτική ανάγκη από αυτές που έχει καθιερώσει η κοινοτική νομολογία, παρά μόνο συγκεκριμένα, σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης (23). Εν προκειμένω, ο λεπτομερής χαρακτήρας των απαιτήσεων που διατυπώνει ο βελγικός κανόνας θα απαιτούσε περισσότερο λεπτομερείς αποδείξεις της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας των αυστηρών και λεπτομερών αυτών προδιαγραφών, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της δημόσιας ασφάλειας και της προστασίας της υγείας, της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών. Εν προκειμένω, οι βελγικές αρχές δεν προσκόμισαν τέτοια απόδειξη.
60. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει ότι η επιβολή αυστηρής συμμόρφωσης προς τον κανόνα NBN S 21‑100 μπορεί να θεωρηθεί ως ανάλογη προς τον στόχο της δημόσιας ασφάλειας και προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών. Κατά συνέπεια, ο περιορισμός αυτός στην ελεύθερη κυκλοφορία των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή δεν δικαιολογείται βάσει κάποιου από τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ, ούτε από κάποια επιτακτική ανάγκη που έχει αναγνωρίσει η νομολογία του Δικαστηρίου.
Γ – Η απαίτηση εγκρίσεως τύπου και η σχετική διαδικασία
Αποτελεί η απαίτηση αυτή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό;
61. Εκτός από πολλές λεπτομερείς τεχνικές προδιαγραφές, ο κανόνας NBN S 21‑100 επιβάλλει έγκριση από τον BOSEC των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή. Δεδομένου ότι η συμμόρφωση προς τον κανόνα NBN S 21‑100 επιβάλλεται όσον αφορά τα συστήματα πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν σήμανση CE, από διάφορα στοιχεία της βελγικής νομοθεσίας, η έγκριση από τον BOSEC καθίσταται αναγκαία για την εμπορία των συστημάτων αυτών, τουλάχιστον αυτών που προορίζονται για ορισμένες χρήσεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οικείας βελγικής νομοθεσίας όπως η χρήση σε τουριστικά ξενοδοχεία ή γηροκομεία.
62. Οι βελγικές αρχές δεν αμφισβητούν ότι ο κανόνας NBN S 21‑100 προς τον οποίο οι παραγωγοί υποχρεούνται να συμμορφώνονται κατ’ εφαρμογή των δύο προσβαλλομένων αποφάσεων, επιβάλλει έγκριση τύπου από τον BOSEC. Ωστόσο, δεν θεωρούν ότι η έγκριση αυτή συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων διότι απλώς ελέγχει ότι το σύστημα ανίχνευσης στο σύνολό του λειτουργεί και για τον λόγο αυτό δεν αποτελεί περιττή επανάληψη ελέγχων που έχουν πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως των εμπορευμάτων.
63. Κατά πάγια νομολογία ένα προϊόν το οποίο νομίμως έχει τεθεί σε εμπορία σε ένα κράτος μέλος, πρέπει κατ’ αρχήν να μπορεί να τεθεί σε εμπορία σε κάθε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να υποβληθεί σε συμπληρωματικούς ελέγχους, με την επιφύλαξη των προβλεπομένων ή αποδεκτών από το κοινοτικό δίκαιο εξαιρέσεων (24).
64. Συναφώς κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, η νομοθετική διάταξη κράτους μέλους με την οποία απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο, η κτήση, η προσφορά, η παρουσίαση ή η διάθεση προς πώληση, η κατοχή, η παρασκευή, η μεταφορά, η πώληση, η μεταβίβαση εξ επαχθούς ή χαριστικής αιτίας, η εισαγωγή ή χρήση των προϊόντων που δεν έχουν προηγουμένως εγκριθεί (25).
65. Επιπλέον, όσον αφορά την εμπορία σε κράτος μέλος προϊόντων τα οποία έχουν νομίμως κατασκευαστεί και τεθεί σε εμπορία σε άλλο κράτος μέλος, ελλείψει δε κοινοτικής εναρμονίσεως, διάταξη της εθνικής νομοθεσίας κατά την οποία τα εισαγόμενα προϊόντα πρέπει να υποβάλλονται στους ίδιους ελέγχους με τα προϊόντα που διατίθενται για πρώτη φορά στην αγορά και υπόκεινται σε διαδικασία προηγουμένης εγκρίσεως συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (26).
66. Ειδικότερα σ’ αυτό το πλαίσιο, η άρνηση αναγνωρίσεως της ισοτιμίας των πιστοποιητικών που εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος παρεμποδίζουν την πρόσβαση στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και συνεπώς πρέπει να θεωρούνται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (27).
67. Εν προκειμένω, ο κανόνας NBN S 21‑100 απαιτεί συστηματικά έγκριση τύπου των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE ακόμη και αν νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος. Πράγματι, βάσει μιας προσθήκης του κανόνα NBN S 21‑100 της 2ας Απριλίου 1996, το σημείο 4.2 ορίζει ότι «το σύστημα πρέπει να πιστοποιείται από τον BOSEC».
68. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι, ελλείψει διμερούς συμφωνίας με τον οργανισμό πιστοποιήσεως του κράτους μέλους προελεύσεως, οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται σ’ αυτό το κράτος μέλος δεν λαμβάνονται υπόψη από τον BOSEC στο πλαίσιο της έγκρισης βάσει του κανόνα NBN S 21‑100. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως τύπου από τον BOSEC, τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος αλλά δεν φέρουν τη σήμανση CE, πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως.
69. Υπό τις συνθήκες αυτές, η έγκριση τύπου που επιβάλλει ο βελγικός κανόνας NBN S 21‑100 συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό εκ των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ. Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί αν η απαίτηση εγκρίσεως τύπου και η διαδικασία με την οποία χορηγείται μπορούν να δικαιολογηθούν από λόγους δημοσίου συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ ή από επιτακτική ανάγκη που έχει αναγνωρίσει η νομολογία του Δικαστηρίου.
Δικαιολογείται η έγκριση τύπου από τον BOSEC;
70. Εν προκειμένω, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η έγκριση των ανιχνευτών πυρκαγιάς σύμφωνα με τον κανόνα NBN S 21‑100 δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στη δημόσια ασφάλεια και την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών.
71. Είναι αναμφισβήτητο ότι πρόκειται για λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς βάσει του άρθρου 30 ΕΚ, υπό τον όρον ότι τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία και ανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
72. Ωστόσο, μολονότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να υποβάλλουν εκ νέου ένα προϊόν όπως το επίμαχο, το οποίο έχει ήδη τύχει εγκρίσεως εντός άλλου κράτους μέλους, σε διαδικασία ελέγχου και εγκρίσεως, οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται εντούτοις να συμβάλλουν στη χαλάρωση των ελέγχων του ενδοκοινοτικού εμπορίου και να λαμβάνουν υπόψη τις τεχνικές ή χημικές αναλύσεις ή τις εργαστηριακές εξετάσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί εντός άλλου κράτους μέλους (28). Κατά συνέπεια, ένα μέτρο που λαμβάνει κράτος μέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου αν εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό με τους ελέγχους που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών είτε στο ίδιο κράτος είτε σε άλλο κράτος μέλος (29).
73. Αυτό σημαίνει ότι, για να είναι ανάλογη μια διαδικασία εγκρίσεως, ο μηχανισμός ελέγχου του κράτους μέλους εισαγωγής πρέπει να είναι αρκούντως ελαστικός ώστε να λαμβάνεται υπόψη το ζήτημα αν τα πρακτικά αποτελέσματα του ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στο κράτος μέλος προελεύσεως ικανοποιούν τις απαιτήσεις του κράτους μέλους εισαγωγής όσον αφορά την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και της υγείας. Η διαδικασία εγκρίσεως τύπου που εφαρμόζει τον BOSEC, απαιτώντας την αυστηρή συμμόρφωση προς τον βελγικό κανόνα ο οποίος, όπως απέδειξα, υπερακοντίζει την απλή εξακρίβωση της καλής λειτουργίας των εγκαταστάσεων πυρανιχνεύσεως σε συγκεκριμένο περιβάλλον και μη λαμβάνοντας υπόψη τους ελέγχους που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με διαφορετικούς εθνικούς κανόνες, δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτή την ανάγκη ελαστικότητας.
74. Επιπλέον, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, για να συνάδει προς τις θεμελιώδεις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η διαδικασία προηγουμένης εγκρίσεως δεν πρέπει, λόγω της διάρκειάς της, του ύψους των εξόδων που συνεπάγεται ή μιας ασάφειας των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται, να αποτρέπει τους ενδιαφερομένους φορείς να εξακολουθήσουν το σχέδιό τους (30).
75. Εν προκειμένω, κατά την Επιτροπή, τα έξοδα πιστοποιήσεως ανέρχονται σε 24 800 ευρώ. Αυτά τα σχετικά υψηλά έξοδα μπορούν στην πράξη να αποτρέψουν τον αλλοδαπό παραγωγό να διαθέσει τα προϊόντα του στη βελγική αγορά. Πράγματι, στην περίπτωση του αλλοδαπού παραγωγού, τα έξοδα για την απόκτηση εγκρίσεως στο Βέλγιο προστίθενται στα έξοδα που πραγματοποίησε ο κατασκευαστής στο κράτος μέλος στον οποίο κατασκευάστηκε ο ανιχνευτής πυρκαγιάς ή τέθηκε στο εμπόριο για πρώτη φορά. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι τα έξοδα εγκρίσεως είναι λιγότερο υψηλά στο Βέλγιο από άλλα κράτη μέλη, όπως λ.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι αλυσιτελές.
76. Εν πάση περιπτώσει, όπως προανέφερα, η εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 30 ΕΚ ή ως επιτακτική απαίτηση από αυτές που αναγνωρίζει η κοινοτική νομολογία παρά μόνο συγκεκριμένα σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης (31). Κατά συνέπεια, ακόμη και αν, καταρχήν, μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι αναγκαία η δέουσα εξακρίβωση της καλής λειτουργίας των συσκευών πυρανιχνεύσεως σε συγκεκριμένο περιβάλλον, η προαναφερθείσα διαδικασία για την απόκτηση της εγκρίσεως τύπου του BOSEC πρέπει να δικαιολογηθεί λεπτομερέστερα από τις βελγικές αρχές, για να μπορεί να θεωρηθεί ως τελούσα σε σχέση αναλογίας. Οι βελγικές αρχές όμως δεν προσκόμισαν τέτοια απόδειξη.
77. Τέλος, σε απάντηση του επιχειρήματος της Βελγικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τις υπό εξέλιξη τροποποιήσεις των εθνικών μέτρων που απαιτούν έγκριση τύπου από τον BOSEC, αρκεί να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια (32).
78. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποχρέωση όσον αφορά τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE, να λαμβάνουν έγκριση τύπου από τον BOSEC χωρίς να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι δοκιμές και εξακριβώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο κράτος μέλος καταγωγής δεν τελεί σε σχέση αναλογίας προς τον σκοπό της δημόσιας ασφάλειας και της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών και συνεπώς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει κάποιου από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ ή κάποιας από τις επιτακτικές απαιτήσεις που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
79. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή διατύπωσε τέτοιο αίτημα.
VI – Πρόταση
80. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
1. να διαπιστώσει ότι, το Βασίλειο του Βελγίου, απαιτώντας σχετικά με τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE: (1) να συμφωνούν προς τον βελγικό κανόνα «NBN S 21 100»·(2) να αποτελούν αντικείμενο εγκρίσεως τύπου, που εν προκειμένω χορηγεί ο BOSEC, εμπόδιο το οποίο επιτείνεται από τα δυσανάλογα έξοδα που συνεπάγεται η έγκριση αυτή· (3) να υποβάλλονται σε δοκιμές και εξακριβώσεις στο πλαίσιο της εγκρίσεως αυτής που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών σε άλλο κράτος μέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 της Συνθήκης ΕΚ.
2. να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Η σήμανση CE αποτελεί τεκμήριο ότι τα προϊόντα που τη φέρουν πληρούν τις «βασικές απαιτήσεις» όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και τους κινδύνους που θα πρέπει να αντιμετωπισθούν, κατά την έννοια των παραρτημάτων των οδηγιών «νέα προσέγγιση» και, κατά συνέπεια, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα σε ολόκληρη την Κοινότητα. Οι βασικές απαιτήσεις που διατυπώνουν τα παραρτήματα των οδηγιών «νέα προσέγγιση» ορίζουν τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται και τους κινδύνους που πρέπει να αντιμετωπίζονται αλλά δεν υποδεικνύουν ούτε προβλέπουν καμιά τεχνική λύση προς τον σκοπό αυτό. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Οδηγός για την εφαρμογήν των οδηγιών που έχουν καταρτιστεί με βάση τη νέα προσέγγιση ή τη σφαιρική προσέγγιση, 2000, σ. 27 επ.
3 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποιήσεως.
4 – Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Οδηγός για την εφαρμογή των οδηγιών που έχουν καταρτιστεί βάσει της νέας προσέγγισης ή της σφαιρικής προσέγγισης, 2000, σ. 27 επ. Βλ., επίσης, προτάσεις μου της γενικής εισαγγελέα Sharpston της 21ης Νοεμβρίου 2006, C‑6/05, στην υπόθεση Medipac (εκκρεμής, υποσημείωση 5).
5 – EE L 40, σ. 12.
6 – Οι εγκαταστάσεις πυρανιχνεύσεως αποτελούν το αντικείμενο εξουσιοδότησης που δίνει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ.
7 – Βλ. Οδηγό για την εφαρμογήν των οδηγιών που έχουν καταρτιστεί βάσει της νέας προσέγγισης ή της σφαιρικής προσέγγισης, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2.
8 – Η Επιτροπή δημοσιεύει τακτικά τους τίτλους και τους κωδικούς των εναρμονισμένων προτύπων βάσει της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ στην EE υπό τον τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα των δομικών κατασκευών». Βλ. για παράδειγμα, όπως παραθέτει η Επιτροπή, EE 2002, C 320, σ. 5, και για πλέον πρόσφατη έκδοση, EE 2006, C 134, σ. 1. Κάθε ανακοίνωση ενσωματώνει και ενημερώνει την προηγούμενη.
9 – Οι ανακοινώσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας 89/10/ΕΟΚ δηλώνουν συστηματικά ότι: «Η ημερομηνία λήξεως της περιόδου συνύπαρξης είναι ίδια με την ημερομηνία ανάκλησης των αντιθέτων εθνικών τεχνικών προδιαγραφών που παρεκκλίνουν, το τεκμήριο πιστότητας των οποίων πρέπει να στηρίζεται σε εναρμονισμένες ευρωπαϊκές προδιαγραφές». Βλ., για παράδειγμα, EE 2002, C 320, σ. 5, και EE 2006, C 134, σ. 1.
10 – Πρόκειται για τα ακόλουθα τρία πρότυπα: EN 54‑3 (ηχητικές διατάξεις), EN 54‑5 (ανιχνευτές θερμότητας – σημειακοί φωρατές) και EN 54‑7 (ανιχνευτές καπνού – σημειακοί φωρατές που λειτουργούν σύμφωνα με την αρχή της διάχυσης του φωτός, της μετάδοσης του φωτός ή του ιονισμού).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5)· της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Γερμανίας 178/84, γνωστή ως «Νόμος καθαρότητας για τον ζύθο» (Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 27)· της 24ης Νοεμβρίου 1993, C‑267/91 και C‑268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. I‑6097, σκέψη 11)· της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑192/01, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑9693, σκέψη 39), της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C‑270/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑1559, σκέψη 18)· της 24ης Νοεμβρίου 2005, C‑366/04, Schwarz (Συλλογή 2005, σ. I‑10139, σκέψη 28), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑158/04 και C‑159/04, Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15).
12 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, γνωστή ως «Cassis de Dijon» (Συλλογή τόμος 1979/I σ. 321, σκέψη 14).
13 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, C-293/93, Houtwipper (Συλλογή 1994, σ. I‑4249, σκέψη 11), και της 14ης Ιουνίου 2001, C‑84/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-4553, σκέψη 24).
14 – Βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL (Συλλογή 2003, σ. I-4431, σκέψη 63).
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2000, C‑384/99, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2000, σ. I‑10633, σκέψη 16)· της 15ης Μαρτίου 2000, C‑147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑2387, σκέψη 26), και της 15ης Ιουλίου 2004, C‑272/01, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑6767, σκέψη 29).
16 – Βλ. ανωτέρω, σκέψη 36.
17 – Πρότυπο EN 54-3.
18 – Πρότυπο En 54-4.
19 – Πρότυπο En 54-5.
20 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 20 και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
21 – Βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 1996, C‑293/94, Brandsma (Συλλογή 1996, σ. I‑3159, σκέψη 11), και της 10ης Νοεμβρίου 2005, C‑432/03, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑9665, σκέψη 44).
22 – Βλ. αποφάσεις της 30ης Νοεμβρίου 1983, C‑227/82, Van Bennekom (Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψη 39), και της 13ης Μαρτίου 1997, C‑358/95, Morellato (Συλλογή 1997, σ. I‑1431, σκέψη 14).
23 – Βλ. κατά αυτή την έννοια απόφαση της 8ης Μαΐου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 67).
24 – Βλ., κατά αυτή την έννοια, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C‑390/99, Canal Satélite (Συλλογή 2002, σ. I‑607, σκέψη 37 και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
25 – Βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1996 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 6) και της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑400/96, Jean Harpegnies (Συλλογή 1998, σ. I‑5121).
26 – Βλ., κατά αυτή την έννοια αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 62) και της 22ας Ιανουαρίου 2002 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψεις 12, 25 και 29).
27 – Βλ. απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2005 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 41).
28 – Βλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 272/80, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Producten (Συλλογή 1981, σ. 3277, σκέψη 14), και της 27ης Ιουνίου 1996 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 12).
29 – Βλ. αποφάσεις της 22ας Ιανουαρίου 2002 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 36) και της 10ης Νοεμβρίου 2005 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 45).
30 – Βλ. κατά αυτή την έννοια αποφάσεις της 22ας Ιανουαρίου 2002 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 41).
31 – Βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 67).
32 – Βλ. κ.λπ. αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2000 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 16)· της 15ης Μαρτίου 2001 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 26) και της 15ης Ιουλίου 2004 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 29).
Full & Egal Universal Law Academy