ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. Geelhoed
της 22ας Ιουνίου 2006 (1)
Υπόθεση C-266/05 P
Jose Maria Sison
κατά
Συμβουλίου
«Αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 26ης Απριλίου 2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑110/03, T‑150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου περί αρνήσεως στον προσφεύγοντα της προσβάσεως στα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε το όργανο αυτό κατά την έκδοση της αποφάσεως 2002/848/EΚ για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (EΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και την κατάργηση της αποφάσεως 2002/460/EΚ»
I – Εισαγωγή
1. Με την απόφαση της 26ης Απριλίου 2005 που εκδόθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T‑110/03, T‑150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου (2), το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε ο αναιρεσείων κατά τριών αποφάσεων του Συμβουλίου περί αρνήσεως της προσβάσεως στα έγγραφα στα οποία στηρίζεται η απόφαση του εν λόγω οργάνου να τον συμπεριλάβει στον κατάλογο των προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (EΚ) 2580/2001 (3). Με την υπό κρίση αίτηση, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
2. Παράλληλα με το υπό κρίση ένδικο μέσον, ο ενάγων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230 EΚ, προσφυγή ζητώντας τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 2002/974/EΚ, η οποία περιλαμβάνει το όνομά του στον κατάλογο των προσώπων στα οποία έχει εφαρμογή το μέτρο της δεσμεύσεως των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που ελήφθη βάσει του κανονισμού 2580/2001. Με την προσφυγή αυτή, ζητεί επίσης από το Πρωτοδικείο να κρίνει ότι δεν έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 241 EΚ, ο κανονισμός 2580/2001 και να του επιδικάσει αποζημίωση βάσει των άρθρων 235 EΚ και 288 EΚ. H υπόθεση αυτή έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου T‑47/03 και εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου (4).
II – Οι εφαρμοστέες διατάξεις
3. Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, καθώς και 3 έως 6, του κανονισμού (EΚ) 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (5) περιγράφει το προσωπικό και το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ως εξής:
«1. Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την έδρα του σε κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών οργάνων, υπό την επιφύλαξη των αρχών, όρων και περιορισμών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
[...]
3. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα εις χείρας θεσμικού οργάνου, δηλαδή σε όσα συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του, σε όλους τους τομείς της δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
4. Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 9, παρέχεται στο κοινό πρόσβαση στα έγγραφα είτε ύστερα από γραπτή αίτηση είτε απευθείας σε ηλεκτρονική μορφή ή μέσω μητρώου εγγράφων. Ειδικότερα, η πρόσβαση σε έγγραφα που συντάχθησαν ή παρελήφθησαν κατά τη διάρκεια νομοθετικής διαδικασίας είναι δυνατή απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 12.
5. Τα ευαίσθητα έγγραφα κατ’ άρθρο 9, παράγραφος 1, υφίστανται ειδική μεταχείριση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.
6. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα δικαιώματα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των θεσμικών οργάνων, τα οποία ενδεχομένως απορρέουν από πράξεις διεθνούς δικαίου ή από πράξεις που θεσπίζονται από τα θεσμικά όργανα προς εφαρμογή τους.»
4. Οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των κοινοτικών θεσμικών οργάνων διατυπώνονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση ασκούν οι ακόλουθες παράγραφοι της διατάξεως αυτής:
«1. Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:
α) του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά:
– τη δημόσια ασφάλεια,
– [...],
– τις διεθνείς σχέσεις,
– [...]
[…]
2. Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:
– των εμπορικών συμφερόντων ενός συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας,
– των δικαστικών διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών,
– του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου,
εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.
3. Προκειμένου περί εγγράφου που συντάχθηκε από ένα θεσμικό όργανο για εσωτερική χρήση ή που έχει παραληφθεί από ένα θεσμικό όργανο και το οποίο σχετίζεται με θέμα επί του οποίου δεν έχει αποφασίσει, το εν λόγω θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά την οικεία διαδικασία λήψης αποφάσεων, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.
Ένα θεσμικό όργανο αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, ως μέρος συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του σχετικού θεσμικού οργάνου, ακόμη και αφού έχει ληφθεί η απόφαση, εάν η γνωστοποίηση του εγγράφου θα έθιγε σοβαρά την οικεία διαδικασία λήψης αποφάσεων, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.
[...]
5. Ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το θεσμικό όργανο να μη δημοσιοποιήσει ένα έγγραφο προερχόμενο από αυτό χωρίς προηγούμενη συμφωνία του.
6. Εάν μόνον μέρη του ζητουμένου εγγράφου καλύπτονται από οιαδήποτε εξαίρεση, τα υπόλοιπα μέρη του εγγράφου δίδονται στη δημοσιότητα.
[...]»
5. Το άρθρο 9 του κανονισμού 1049/2001 περιέχει τις ακόλουθες διατάξεις στον τομέα της επεξεργασίας των ευαίσθητων εγγράφων:
«1. Ευαίσθητα έγγραφα είναι τα έγγραφα που προέρχονται από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς που ιδρύουν, από τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, τα οποία διαβαθμίζονται ως “TRÈS SECRET/TOP SECRET”, “SECRET” ή “CONFIDENTIEL” σύμφωνα με τους κανόνες των σχετικών οργάνων οι οποίοι προστατεύουν βασικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της στους τομείς που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και κυρίως στους τομείς της δημόσιας ασφάλειας, της άμυνας και των στρατιωτικών υποθέσεων.
[...]
3. Τα ευαίσθητα έγγραφα καταχωρίζονται στο μητρώο ή δίδονται στη δημοσιότητα μόνον μετά από σύμφωνη γνώμη του συντάκτη τους.
4. Το θεσμικό όργανο που αποφασίζει να αρνηθεί την πρόσβαση σε ευαίσθητο έγγραφο αιτιολογεί την απόφασή του κατά τρόπον ώστε να μη θίγονται τα συμφέροντα που προστατεύονται από το άρθρο 4.
[...]»
III – Το ιστορικό
6. Το ιστορικό της διαφοράς συνοψίσθηκε ως εξής από το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 2 έως 7 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
«2 Στις 28 Οκτωβρίου 2002 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εξέδωσε την απόφαση 2002/848/ΕΚ για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και την κατάργηση της απόφασης 2002/460/ΕΚ (ΕΕ L 295, σ. 12). Η απόφαση αυτή περιέλαβε τον προσφεύγοντα στον κατάλογο των προσώπων που υπόκεινται στη δέσμευση κεφαλαίων και χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό αυτό (στο εξής: επίδικος κατάλογος). Ο κατάλογος αυτός ανανεώθηκε, μεταξύ άλλων, με την απόφαση 2002/974/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2002 (ΕΕ L 337, σ. 85), και την απόφαση 2003/480/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2003 (ΕΕ L 160, σ. 81), με τις οποίες καταργήθηκαν οι προηγούμενες αποφάσεις και καταρτίσθηκε νέος κατάλογος. Το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε όλες τις φορές στον εν λόγω κατάλογο.
3 Σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, ο προσφεύγων ζήτησε, με επιβεβαιωτική αίτηση της 11ης Δεκεμβρίου 2002, την πρόσβαση στα έγγραφα που οδήγησαν το Συμβούλιο στην έκδοση της αποφάσεως 2002/848 και την κοινοποίηση της ταυτότητας των κρατών που προσκόμισαν ορισμένα σχετικά έγγραφα. Με επιβεβαιωτική αίτηση της 3ης Φεβρουαρίου 2003, ο προσφεύγων ζήτησε την πρόσβαση σε όλα τα νέα έγγραφα που οδήγησαν το Συμβούλιο στην έκδοση της αποφάσεως 2002/974, με την οποία παραμένει στον επίδικο κατάλογο, και την ανακοίνωση της ταυτότητας των κρατών που προσκόμισαν ορισμένα συναφή έγγραφα. Με επιβεβαιωτική αίτηση της 5ης Σεπτεμβρίου 2003, ο προσφεύγων ζήτησε ειδικώς την πρόσβαση στα πρακτικά της Επιτροπής των Μονίμων Αντιπροσώπων (Coreper) 11311/03 EXT 1 CRS/CRP, σχετικά με την απόφαση 2003/480, καθώς και σε όλα τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο πριν από την έκδοση της αποφάσεως 2003/480 και βάσει των οποίων περιλαμβάνεται και παραμένει στον επίδικο κατάλογο.
4 Το Συμβούλιο αρνήθηκε την πρόσβαση, έστω και μερική, απαντώντας σε καθεμία από τις αιτήσεις αυτές, με επιβεβαιωτικές αποφάσεις, αντιστοίχως, της 21ης Ιανουαρίου 2003, της 27ης Φεβρουαρίου 2003 και της 2ας Οκτωβρίου2003 (στο εξής, αντιστοίχως: πρώτη αρνητική απόφαση, δεύτερη αρνητική απόφαση και τρίτη αρνητική απόφαση).
5 Ως προς την πρώτη και δεύτερη αρνητική απόφαση, το Συμβούλιο ανέφερε ότι οι πληροφορίες που οδήγησαν στην έκδοση των αποφάσεων περί καταρτισμού του επίδικου καταλόγου περιλαμβάνονταν αντιστοίχως στα συνοπτικά πρακτικά της Coreper της 23ης Οκτωβρίου 2002 (13441/02 EXT 1 CRS/CRP 43) και της 4ης Δεκεμβρίου 2002 (15191/02 EXT 1 CRS/CRP 51) που ταξινομήθηκαν ως “CONFIDENTIEL UE”.
6 Το Συμβούλιο αρνήθηκε την πρόσβαση στα εν λόγω πρακτικά επικαλούμενο το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Εξέθεσε, αφενός, ότι “η γνωστοποίηση των [εν λόγω πρακτικών] καθώς και των πληροφοριών που έχουν στην κατοχή τους οι αρχές των κρατών μελών που καταπολεμούν την τρομοκρατία θα καθιστούσε δυνατό στα πρόσωπα, τις ομάδες και οντότητες που αποτελούν αντικείμενο των εν λόγω πληροφοριών να βλάψουν τις δραστηριότητες των εν λόγω αρχών και θα έβλαπτε σοβαρά το δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη δημοσία ασφάλεια”. Αφετέρου, κατά το Συμβούλιο, η “γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριών θα έβλαπτε επίσης την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, δεδομένου ότι οι διενεργούμενες στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας ενέργειες ενέπλεκ[-αν] επίσης τις αρχές τρίτων χωρών”. Το Συμβούλιο αρνήθηκε τη μερική πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές για τον λόγο ότι “καλύπτονταν από τις παρατεθείσες εξαιρέσεις στο σύνολό τους”. Επιπλέον, το Συμβούλιο αρνήθηκε να ανακοινώσει την ταυτότητα των κρατών που προσκόμισαν συναφείς πληροφορίες επισημαίνοντας ότι “[η] [οι] αρχή[-ές] από τις οποίες προέρχονται οι συγκεκριμένες πληροφορίες, κατόπιν διαβουλεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, είναι αντίθετη[-ες] προς τη γνωστοποίηση της αιτηθείσας πληροφορίας”.
7 Ως προς την τρίτη αρνητική απόφαση, το Συμβούλιο ανέφερε κατ’ αρχάς ότι η αίτηση του προσφεύγοντος αφορούσε το ίδιο έγγραφο με αυτό του οποίου την πρόσβαση του είχαν αρνηθεί με την πρώτη αρνητική απόφαση. Το Συμβούλιο επιβεβαίωσε την πρώτη αρνητική του απόφαση και προσέθεσε ότι η πρόσβαση στα πρακτικά 13441/02 έπρεπε επίσης να μην επιτραπεί λόγω της εξαιρέσεως σχετικά με τις δικαστικές διαδικασίες (άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001). Το Συμβούλιο αναγνώρισε στη συνέχεια ότι ανέφερε εκ λάθους ως λυσιτελή τα πρακτικά 11311/03, σχετικά με την απόφαση 2003/480. Εξέθεσε συναφώς ότι δεν έλαβε άλλη πληροφορία ή έγγραφο που να δικαιολογεί την ανάκληση της αποφάσεως 2002/848 καθόσον αυτή αφορά τον προσφεύγοντα.»
IV – Αιτήματα του αναιρεσείοντος
7. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές στις υποθέσεις T-110/03 και T-150/03 ως αβάσιμες. Στην υπόθεση Τ‑405/03, απέρριψε ένα τμήμα της προσφυγής ως απαράδεκτο και το υπόλοιπο ως αβάσιμο.
8. Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω:
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 26ης Απριλίου 2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ‑110/03, Τ-150/03 και Τ 405/03·
– να ακυρώσει, βάσει του άρθρου 230 EΚ, τις ακόλουθες αποφάσεις: α) την απόφαση του Συμβουλίου της 27ης Φεβρουαρίου 2003 (06/c/01/03): απάντηση του Συμβουλίου της 27ης Φεβρουαρίου 2003 στην επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα την οποία υπέβαλε ο Jan Fermon στο Συμβούλιο με τηλεομοιοτυπία στις 3 Φεβρουαρίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΚ) 1049/2001, που κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο του αναιρεσείοντος στις 28 Φεβρουαρίου 2003· β) την απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 2003 (41/c/01/02): απάντηση του Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 2003 στην επιβεβαιωτική αίτηση που απηύθυνε ο Jan Fermon στο Συμβούλιο με τηλεομοιοτυπία της 11ης Δεκεμβρίου 2002 σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, η οποία κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο του αναιρεσείοντος στις 23 Ιανουαρίου 2003, και γ) την απόφαση του Συμβουλίου της 2ας Οκτωβρίου 2003 (36/c/02/03): απάντηση του Συμβουλίου της 2ας Οκτωβρίου 2003 στην επιβεβαιωτική αίτηση που απηύθυνε ο Jan Fermon στο Συμβούλιο με τηλεομοιοτυπία της 5ης Σεπτεμβρίου 2003 (η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στις 8 Σεπτεμβρίου 2003) σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
9. Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
V – Λόγοι αναιρέσεως
10. Ο αναιρεσείων προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
1. Περιορίζοντας την έκταση του ελέγχου νομιμότητας των αποφάσεων του Συμβουλίου περί αρνήσεως προσβάσεως στα αιτηθέντα έγγραφα, το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 220 EΚ, 225 EΚ και 230 EΚ, παραβίασε τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που διατυπώνονται στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) και προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας.
2. Η ερμηνεία των εξαιρέσεων από το δικαίωμα (μερικής) προσβάσεως στα έγγραφα, όπως αυτή συνάγεται από την απόφαση του Πρωτοδικείου, έχει ως συνέπεια να παρέχει στο Συμβούλιο απεριόριστη διακριτική ευχέρεια, επιφέρει την πλήρη κατάργηση του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα και, επομένως, συνιστά παράβαση των άρθρων 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΕ και 6, παράγραφος 1, ΕE, του άρθρου 255 EΚ, των άρθρων 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001 καθώς και των άρθρων 220 EΚ, 225 EΚ και 230 EΚ.
3. Δεχόμενο τη συνοπτική και στερεότυπη αιτιολογία που παρέσχε το Συμβούλιο προς στήριξη της αρνήσεώς του να χορηγήσει (μερική) πρόσβαση στα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση, το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 253 EΚ.
4. Περιορίζοντας την εμβέλεια της προσφυγής, το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που διασφαλίζει το άρθρο 255 EΚ, το δικαίωμα στο τεκμήριο αθωότητας που παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ καθώς και το διασφαλιζόμενο με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ δικαίωμα σε αποτελεσματική έννομη προστασία για κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αναγνωρίζει η εν λόγω σύμβαση παραβιάστηκαν.
5. Το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 4, παράγραφος 5, και 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, κρίνοντας ότι οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο σε «έγγραφα» και ότι, κατά συνέπεια, το Συμβούλιο βασίμως αρνήθηκε να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των κρατών μελών που τα διαβίβασαν, εφόσον τα κράτη μέλη ήσαν αντίθετα προς τη γνωστοποίηση αυτή.
VI – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
11. Επισημαίνω, κατ’ αρχάς, ότι, στο μέτρο που ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις αποφάσεις του Συμβουλίου που του αρνούνται την πρόσβαση στα έγγραφα ως προς τα οποία τη ζήτησε, η αναίρεση, όπως ασκήθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη με το αιτιολογικό ότι μόνον η απόφαση του Πρωτοδικείου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναιρέσεως (6).
12. Άλλωστε, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε, με τα δικόγραφά του, τους λόγους της απορρίψεως των προσφυγών που ασκήθηκαν στις υποθέσεις T‑150/03 και T‑405/03, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T‑110/03, σχετικά με την πρώτη απόφαση που αφορά άρνηση προσβάσεως στα έγγραφα.
Β – Πρώτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση των άρθρων 220 ΕΚ, 225 ΕΚ και 230 ΕΚ και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας όπως διασφαλίζονται με τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
13. Όσον αφορά την έκταση του ελέγχου του Πρωτοδικείου επί της νομιμότητας των αρνητικών αποφάσεων του Συμβουλίου που στηρίζονται στις υποχρεωτικές εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«46 Ως προς την έκταση του ελέγχου του Πρωτοδικείου επί της νομιμότητας μιας αρνητικής αποφάσεως πρέπει να σημειωθεί ότι, με τις αποφάσεις Hautala κατά Συμβουλίου[ (7)] […] και Kuijer κατά Συμβουλίου[ (8)] […], το Πρωτοδικείο αναγνώρισε στο Συμβούλιο ευρεία διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο αρνητικής αποφάσεως βασιζομένης, εν μέρει, όπως εν προκειμένω, στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος σε θέματα διεθνών σχέσεων. Με την απόφαση Kuijer κατά Συμβουλίου [...], αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως αναγνωρίζεται στο κοινοτικό όργανο οσάκις αυτό βασίζει την περί προσβάσεως άρνησή του στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος εν γένει. Επομένως, στους τομείς που έχουν σχέση με τις υποχρεωτικές εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
47 Συνεπώς, ο ασκούμενος από το Πρωτοδικείο έλεγχος επί της νομιμότητας των αποφάσεων των κοινοτικών οργάνων, με τις οποίες αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφα λόγω των σχετικών με το δημόσιο συμφέρον εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με τη διαδικασία και την αιτιολογία της οικείας αποφάσεως, της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, καθώς και της απουσίας προφανούς πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της καταχρήσεως εξουσίας (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις Hautala κατά Συμβουλίου [...], σκέψεις 71 και 72, που επιβεβαιώθηκε με την επί της αιτήσεως αναιρέσεως απόφαση, και Kuijer κατά Συμβουλίου [...], σκέψη 53).»
2. Η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος
14. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο, καθόσον έκρινε, με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, ότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια για να επικαλεστεί τους λόγους που συνδέονται με το δημόσιο συμφέρον δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001 και συνήγαγε ότι η δική του λειτουργία περιορίζεται στην εξέταση της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με τη διαδικασία και την αιτιολογία, της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, καθώς και της απουσίας προφανούς πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της καταχρήσεως εξουσίας, περιόρισε αδικαιολόγητα την έκταση του ελέγχου που ασκεί επί της νομιμότητας των αρνητικών αποφάσεων του Συμβουλίου. H ερμηνεία αυτή, η οποία καταλήγει να παρέχει απεριόριστη διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο για την εφαρμογή της εξαιρέσεως που στηρίζεται σε λόγους που συνδέονται με το δημόσιο συμφέρον, αντιβαίνει προς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος θέλησε να καθιερώσει, προς εξασφάλιση της διαφάνειας, πλήρη έλεγχο νομιμότητας των αρνητικών αποφάσεων που λαμβάνονται στον τομέα αυτόν. Ο αναιρεσείων επικαλείται συναφώς το άρθρο 67, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (9), το οποίο παρέχει στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να συμβουλεύεται τα έγγραφα στα οποία ζητείται πρόσβαση.
15. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η περίπτωσή του πρέπει να διακριθεί από την περίπτωση της υποθέσεως Hautala (10), την οποία αναφέρει το Πρωτοδικείο. Ισχυρίζεται ότι, σε αντιδιαστολή προς τα επίμαχα έγγραφα στην υπόθεση Hautala, τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση στην υπό κρίση υπόθεση εμπίπτουν στη Συνθήκη EΚ και όχι στον τίτλο V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που είναι αφιερωμένος στην εξωτερική πολιτική και στην κοινή ασφάλεια. Επιπλέον, στην υπόθεση Hautala, τα οικεία έγγραφα προορίζονταν για εσωτερική χρήση και όχι για δημοσίευση. Αντιθέτως, τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση καταρτίσθηκαν στο πλαίσιο νομοθετικής διαδικασίας η οποία κατέληξε στην έκδοση αποφάσεως του Συμβουλίου και δεν περιέχουν στοιχεία των οποίων η γνωστοποίηση μπορεί να προκαλέσει εντάσεις με τρίτες χώρες. Τέλος, η περίπτωσή του πρέπει να διακριθεί από την υπόθεση Hautala, στο μέτρο που τα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση αφορούν προσωπικά τον αναιρεσείοντα. Κρίνοντας, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ειδικό συμφέρον που μπορεί να επικαλεστεί ο αιτούμενος την πρόσβαση σε έγγραφο που τον αφορά προσωπικά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής των υποχρεωτικών εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, το Πρωτοδικείο περιήλθε σε αντίφαση με τη νομολογία του, κατά την οποία το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να προβεί σε «πραγματική εξέταση των ιδιαίτερων συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως» (11).
16. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, καθόσον περιόρισε την έκταση του ελέγχου του, προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας όπως τα διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Καταγγέλλει επίσης ότι το Πρωτοδικείο δεν απάντησε στα επιχειρήματά του, τα οποία στηρίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της ΕΣΔΑ, κατά τα οποία κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί, διεξοδικά, τη φύση και την αιτία της κατηγορίας που διατυπώνεται εναντίον του. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο τον στέρησε του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, όπως αυτό εξασφαλίζεται με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων αυτών.
3. Η επιχειρηματολογία του καθού η αναίρεση
17. Το Συμβούλιο εκτιμά ότι οι διαφορές που επισημαίνει ο αναιρεσείων μεταξύ της υποθέσεως Hautala και της υπό κρίση υποθέσεως δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή. Είναι της απόψεως ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνάδει απολύτως με την απόφαση Hautala και ότι τα όρια του δικαστικού ελέγχου που απορρέουν από την απόφαση εκείνη έχουν εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.
18. Ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να λάβει υπόψη το ειδικό συμφέρον του αναιρεσείοντος για τη γνωστοποίηση των εγγράφων στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση. Η άρνηση του Συμβουλίου στηρίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, ως προς το οποίο δεν απαιτείται καμία στάθμιση συμφερόντων. Όταν η γνωστοποίηση του εγγράφου θίγει την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τη δημόσια ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις, το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να αρνηθεί την πρόσβαση στο οικείο έγγραφο χωρίς να εξετάσει αν ο αιτών μπορεί να έχει υπερισχύον προσωπικό συμφέρον στη γνωστοποίησή του. Απαντώντας στο επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση που του αρνείται την πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα θα έπρεπε να στηριχθεί σε «πραγματική εξέταση των ιδιαίτερων συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως», όπως επιτάσσει η απόφαση Hautala (12), το Συμβούλιο αναφέρει ότι η εξέταση αυτή μπορεί να αφορά μόνον αντικειμενικές συνθήκες όπως το περιεχόμενο του εγγράφου και τον κίνδυνο προσβολής των προστατευομένων συμφερόντων που μπορεί να αντιπροσωπεύει η γνωστοποίησή του.
19. Το Συμβούλιο αντικρούει το επιχείρημα του αναιρεσείοντος που στηρίζεται στο άρθρο 67, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η διάταξη αυτή είναι αμιγώς διαδικαστικού χαρακτήρα και σκοπεί να παράσχει στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να εξετάσει ένα επίδικο έγγραφο. Δεν έχει καμία συνέπεια στην έκταση της εξουσίας ελέγχου του Πρωτοδικείου.
4. Εκτίμηση
20. Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων αφορά την έκταση του δικαστικού ελέγχου των αρνητικών αποφάσεων που λαμβάνονται βάσει των υποχρεωτικών εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο έλεγχος αυτός περιορίζεται, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο με την απόφαση Hautala και, στη συνέχεια, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην εξέταση της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με τη διαδικασία και την αιτιολογία της οικείας αποφάσεως, της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, καθώς και της απουσίας προφανούς πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της καταχρήσεως εξουσίας ή αν, όπως υποστηρίζει εμμέσως ο αναιρεσείων, ο έλεγχος αυτός πρέπει να αφορά και το ζήτημα αν ορθώς έγινε επίκληση του λόγου που συνδέεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και, κατά συνέπεια, αν το Συμβούλιο νομίμως ισχυρίσθηκε ότι η ενδεχόμενη γνωστοποίηση των εγγράφων στα οποία ζητήθηκε πρόσβαση θα έβλαπτε το δημόσιο συμφέρον.
21. Μολονότι η απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Hautala αποτέλεσε το αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως (13), το ζήτημα της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων του Συμβουλίου που αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφα βάσει των υποχρεωτικών εξαιρέσεων δεν εξετάσθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου. Τούτο μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι αναιρεσείων ήταν το Συμβούλιο, το οποίο βεβαίως δεν είχε κανένα συμφέρον να θέσει το ζήτημα αυτό, και όχι ο αρχικός προσφεύγων. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αυτό δεν επιλύθηκε από το Δικαστήριο.
22. Η έκταση του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων που αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή θεσμικού κοινοτικού οργάνου και στηρίζονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να καθορισθεί σε συνάρτηση με τη φύση των συμφερόντων που προστατεύονται από τις εξαιρέσεις αυτές και με το συνολικό σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός.
23. Η τελευταία αυτή πτυχή, η οποία έχει γενικότερο χαρακτήρα, πρέπει να εξετασθεί πρώτη. Η βασική αρχή που διατυπώνει ο κανονισμός 1049/2001 σκοπεί στη διασφάλιση της ευρύτερης δυνατής προσβάσεως στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των οργάνων. Η αρχή αυτή σκοπεί στη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως διττού στόχου: να δημιουργηθούν οι συνθήκες που παρέχουν στους πολίτες τη δυνατότητα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους στον τομέα της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, αφενός, και να εξασφαλισθεί ότι οι πολίτες των οποίων τα συμφέροντα εθίγησαν από τις αποφάσεις των θεσμικών οργάνων είναι σε θέση να υπερασπισθούν τα συμφέροντά τους, αφετέρου (14).
24. Εφόσον το προοίμιο του κανονισμού ορίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπεί να «προσδώσει όσο το δυνατόν πληρέστερη πρακτική ισχύ στο δικαίωμα της πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα» (15) και ότι, «[κ]ατ’ αρχήν, θα πρέπει να δοθεί στο κοινό πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα των θεσμικών οργάνων» (16), είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υφίσταται απόλυτο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα. Στον κανονισμό 1049/2001 γίνεται μνεία διαφόρων συμφερόντων δημοσίου ή ιδιωτικού χαρακτήρα τα οποία απαιτούν ειδική προστασία και τα οποία, κατά συνέπεια, μπορούν να επικαλεστούν τα θεσμικά όργανα για να αρνηθούν την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα. Τα συμφέροντα αυτά ορίσθηκαν στο άρθρο 4 στο πλαίσιο πλειόνων κατηγοριών εξαιρέσεων από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα.
25. Όλες οι εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού 1049/2001 έχουν συνταχθεί, ως τέτοιες, με επιτακτικούς όρους: τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία των οικείων συμφερόντων. Πάντως, σε αντιδιαστολή προς τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, αυτές που διατυπώνονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, επιτρέπουν τη γνωστοποίηση των εγγράφων στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση εάν ένα υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί τη γνωστοποίηση του οικείου εγγράφου.
26. Για τις ανάγκες της παρούσας αναλύσεως όσον αφορά την έκταση του δικαστικού ελέγχου, η διαφορά μεταξύ των εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, και αυτών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, παρέχει τη δυνατότητα συναγωγής δύο συμπερασμάτων.
27. Το πρώτο είναι ότι από το γράμμα των δύο αυτών τελευταίων διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι επιβάλλουν στα θεσμικά όργανα, όταν έχουν την πρόθεση να αρνηθούν την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα, να σταθμίσουν το ειδικό συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί από τη μη γνωστοποίηση (για παράδειγμα, η προστασία εμπορικών συμφερόντων, ενδίκων διαδικασιών ή διαδικασίας λήψεως αποφάσεων) και το γενικό συμφέρον να καταστεί το οικείο έγγραφο προσβάσιμο. Καμία στάθμιση του είδους αυτού δεν προβλέφθηκε όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού. Φαίνεται, αντιθέτως, ότι η εν λόγω στάθμιση συμφερόντων πραγματοποιήθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη και ότι διατυπώθηκε στον ίδιο τον κανονισμό: δεδομένου ότι τα συμφέροντα που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή θεωρούνται υπέρτερα, κανένα άλλο συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύσει αυτών. Τούτο σημαίνει ότι, εάν διακυβεύεται το ένα από τα συμφέροντα αυτά, η εξαίρεση εφαρμόζεται αυτομάτως.
28. Το δεύτερο συμπέρασμα που μπορεί να αντληθεί είναι ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα συμφέροντα που προστατεύονται με τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορούν να αντισταθμιστούν παρά μόνο με υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, το προσωπικό συμφέρον που θα μπορούσε να επικαλεστεί ο αιτών για να επιτύχει την πρόσβαση σε έγγραφο στερείται σημασίας στο πλαίσιο αυτό. Το συμπέρασμα αυτό καλύπτει, ipso facto, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο δεν προβλέπει στάθμιση των συμφερόντων.
29. Οι προηγούμενες σκέψεις παρέχουν μια πρώτη ένδειξη περί του ότι η έκταση του δικαστικού ελέγχου είναι πιο περιορισμένη στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, απ’ ό,τι στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού.
30. Προκειμένου περί της φύσεως των συμφερόντων που προστατεύονται από τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, και ιδίως της δημόσιας ασφάλειας και των διεθνών σχέσεων, επιβάλλεται να αναγνωρισθεί ότι πρόκειται για συμφέροντα ως προς τα οποία το Συμβούλιο φέρει την κύρια πολιτική ευθύνη, όπως προκύπτει και από τα άρθρα 11 ΕE έως 28 ΕE. Η απόφαση να επιτραπεί ή όχι η πρόσβαση σε έγγραφα που επηρεάζουν τα συμφέροντα αυτά εξαρτάται κατ’ ανάγκην από πολιτικές θεωρήσεις και πρέπει να εκδίδεται βάσει στοιχείων που βρίσκονται στην κατοχή μόνον των αρμοδίων πολιτικών αρχών. Δεδομένου ότι η αποτελεσματικότητα της πολιτικής που ασκείται στον τομέα αυτόν εξαρτάται συχνά από την τήρηση της εμπιστευτικότητας, τα αρμόδια κοινοτικά θεσμικά όργανα πρέπει να διαθέτουν πλήρη διακριτική ευχέρεια προκειμένου να καθορίσουν αν η γνωστοποίηση των εγγράφων μπορεί να βλάψει ένα από τα συμφέροντα που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄. Εάν το οικείο θεσμικό όργανο εκτιμά ότι σε περίπτωση γνωστοποιήσεως ενός εγγράφου θα θίγονταν τα προμνημονευθέντα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, είναι υποχρεωμένο να αρνηθεί την πρόσβαση στο αιτηθέν έγγραφο, όποιο συμφέρον και αν έχει ο αιτών στη γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου.
31. Εφόσον η υποκατάσταση της εκτιμήσεως των κοινοτικών δικαιοδοτικών οργάνων στην εκτίμηση των υπευθύνων πολιτικών οργάνων θα εκφύλιζε τη δικαστική λειτουργία, έπεται ότι ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων περί αρνήσεως που στηρίζονται στους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001 είναι, κατ’ αρχήν, περιορισμένος. Θα καταλήξω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων περί αρνήσεως που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού πρέπει να περιορισθεί στην εξέταση της τηρήσεως των κανόνων σχετικά με τη διαδικασία και την αιτιολογία της οικείας αποφάσεως, της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, καθώς και της απουσίας προφανούς πλάνης κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και της καταχρήσεως εξουσίας.
32. Θα προσθέσω ότι ο περιορισμός αυτός της εμβέλειας του δικαστικού ελέγχου δεν σημαίνει ότι το όργανο το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001 για να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο διαθέτει απεριόριστη διακριτική εξουσία, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Όταν ο έλεγχος εστιάζεται στις πτυχές που αναφέρει το Πρωτοδικείο, ειδικότερα στην αιτιολογία που παρέχεται για να δικαιολογηθεί η άρνηση χορηγήσεως της προσβάσεως στο αιτηθέν έγγραφο, είναι δυνατόν να εξετασθεί πράγματι αν το οικείο θεσμικό όργανο στηρίχθηκε αληθώς στις υποχρεωτικές εξαιρέσεις και αν το όργανο αυτό ορθώς θεώρησε ότι η γνωστοποίηση του επίμαχου εγγράφου θα έθιγε το δημόσιο συμφέρον.
33. Δεν συμμερίζομαι την άποψη του αναιρεσείοντος ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επιθυμούσε να καθιερώσει πλήρη δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων περί αρνήσεως της προσβάσεως σε έγγραφα βάσει του κανονισμού 1049/2001 και ότι αυτό προκύπτει από το άρθρο 67, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς ότι, όταν το έγγραφο στο οποίο δεν χορηγήθηκε πρόσβαση προσκομίζεται ενώπιον του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο προσφυγής σχετικά με τη νομιμότητα της αρνήσεως αυτής, το εν λόγω έγγραφο δεν κοινοποιείται στους λοιπούς διαδίκους. Πράγματι, το γεγονός ότι το οικείο έγγραφο προσκομίσθηκε από το θεσμικό όργανο ή ζητήθηκε από το Πρωτοδικείο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 65 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν παρέχει στο Πρωτοδικείο την εξουσία να υποκαταστήσει την εκτίμησή του στην εκτίμηση του Συμβουλίου. Παρέχει, αντιθέτως, στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να εξετάσει αν το οικείο όργανο υπέπεσε ή όχι σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως επικαλούμενο τις εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001.
34. Στο μέτρο που ο αναιρεσείων επιδιώκει να διαφοροποιήσει την υπό κρίση υπόθεση από την υπόθεση Hautala βάσει των επιχειρημάτων των οποίων γίνεται μνεία στο σημείο 15 ανωτέρω, πρέπει να εξετασθεί αν τα επιχειρήματα αυτά ασκούν επιρροή ή ακόμη αν είναι ορθά. Αφενός, εάν η απόφαση περί αρνήσεως προσβάσεως αφορούσε έγγραφα που προκάλεσαν απόφαση εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν της Συνθήκης ΕΚ και όχι του τίτλου V της Συνθήκης ΕE, συνδεόταν προφανώς στενά με την κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (17). Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται και στα έγγραφα σχετικά με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας. Ο ισχυρισμός ότι το οικείο έγγραφο δεν προορίζεται για εσωτερική χρήση δεν μπορεί να γίνει δεκτός λαμβανομένου υπόψη του προδήλως εμπιστευτικού χαρακτήρα του. Επιπλέον, οι αποφάσεις που θέτουν σε εφαρμογή το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2580/2001 δεν μπορούν να θεωρηθούν νομοθετικής φύσεως. Το γεγονός ότι, σε αντιδιαστολή προς την υπόθεση Hautala, ο αναιρεσείων θίγεται άμεσα δεν ασκεί επιρροή, διότι, όπως ανέφερα στο σημείο 28 ανωτέρω, το προσωπικό συμφέρον δεν ασκεί καμία επιρροή προκειμένου να καθοριστεί αν πρέπει να χορηγηθεί η πρόσβαση σε έγγραφα. Η παράλειψη να ληφθεί υπόψη το προσωπικό συμφέρον του αναιρεσείοντος δεν σημαίνει, επομένως, ότι οι περιστάσεις σχετικά με την ενδεχόμενη γνωστοποίηση του οικείου εγγράφου δεν εξετάσθηκαν δεόντως.
35. Τέλος, η άρνηση χορηγήσεως προσβάσεως σε έγγραφα που εμπίπτει σε μία από τις υποχρεωτικές εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεν μπορεί να θεωρηθεί αφεαυτής ως προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του αναιρεσείοντος. Αυτό που ενδιαφέρει στο πλαίσιο αυτό είναι ότι ο αναιρεσείων ενημερώθηκε επαρκώς για τους λόγους για τους οποίους περιελήφθη στον κατάλογο των προσώπων τα οποία αφορούν τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 2580/2001. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να εξασφαλισθεί κατά διαφορετικό τρόπο και όχι με τη χορήγηση της προσβάσεως σε έγγραφο που το Συμβούλιο θεωρεί εμπιστευτικό. Πάντως, πρόκειται για ζήτημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως της προσφυγής, η οποία εκκρεμεί εν προκειμένω ενώπιον του Πρωτοδικείου, με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα της αναγραφής και της διατηρήσεως του ονόματος του αναιρεσείοντος στον προμνημονευθέντα κατάλογο.
36. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ – Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα που προκύπτει από υπερβολικά ευρεία ερμηνεία των εξαιρέσεων από το δικαίωμα αυτό
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
37. Επί του ζητήματος αν το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως καθόσον θεώρησε ότι η γνωστοποίηση του αιτηθέντος εγγράφου μπορούσε να θίξει την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και το δημόσιο συμφέρον στον τομέα των διεθνών σχέσεων, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«77 Πρέπει να γίνει δεκτό συναφώς ότι η αποτελεσματικότητα της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας προϋποθέτει ότι οι πληροφορίες τις οποίες κατέχουν οι δημόσιες αρχές σχετικά με πρόσωπα ή οντότητες ύποπτες για τρομοκρατία παραμένουν μυστικές, προκειμένου οι πληροφορίες αυτές να διατηρήσουν τη λυσιτέλειά τους και να καταστήσουν δυνατή μια αποτελεσματική δράση. Επομένως, η ανακοίνωση του αιτηθέντος εγγράφου στο κοινό κατ’ ανάγκη θα είχε βλάψει το δημόσιο συμφέρον σχετικά με τη δημοσία ασφάλεια. Συναφώς, η προβαλλομένη από τον προσφεύγοντα διάκριση μεταξύ των πληροφοριών στρατηγικού χαρακτήρα και των πληροφοριών που τον αφορούν προσωπικά δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, οποιαδήποτε προσωπική πληροφορία θα αποκάλυπτε κατ’ ανάγκη ορισμένες στρατηγικές πτυχές της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας, όπως τις πηγές των πληροφοριών, τη φύση των πληροφοριών αυτών ή τον βαθμό παρακολουθήσεως των υπόπτων για τρομοκρατία προσώπων.
78 Επομένως, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη περί την εκτίμηση πλάνη αρνούμενο την πρόσβαση στα πρακτικά 13441/02 για λόγους δημοσίας ασφάλειας.
79 Όσον αφορά, δεύτερον, την προστασία του δημοσίου συμφέροντος σχετικά με τις διεθνείς σχέσεις, είναι ολοφάνερο, έναντι της αποφάσεως 2002/848 και του κανονισμού 2580/2001, ότι το αντικείμενό της, δηλαδή η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εντάσσεται στο πλαίσιο διεθνούς δράσεως που θεσπίστηκε με το ψήφισμα 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών της 28ης Σεπτεμβρίου 2001. Στο πλαίσιο της σφαιρικής αυτής δράσεως, τα κράτη καλούνται να συνεργαστούν. Τα στοιχεία της διεθνούς αυτής συνεργασίας περιλαμβάνονται λίαν πιθανώς, βλ. υποχρεωτικώς, στο αιτηθέν έγγραφο. Σε κάθε περίπτωση, ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι τρίτα κράτη εμπλέκονται στην έκδοση της αποφάσεως 2002/848. Αντιθέτως, ζήτησε να του ανακοινωθεί η ταυτότητα των εν λόγω κρατών. Συνεπώς, το αιτηθέν έγγραφο εντάσσεται πράγματι στο πεδίο της εξαιρέσεως που αφορά τις διεθνείς σχέσεις.
80 Η διεθνής αυτή συνεργασία στον τομέα της τρομοκρατίας προϋποθέτει εμπιστοσύνη εκ μέρους των κρατών στον εμπιστευτικό χαρακτήρα που προσδίδεται στις πληροφορίες που αυτά διαβίβασαν στο Συμβούλιο. Επομένως, δεδομένης της φύσεως του αιτηθέντος εγγράφου, το Συμβούλιο έκρινε, ορθώς, ότι η γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού μπορούσε να διακυβεύσει τη θέση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στη διεθνή συνεργασία στον τομέα της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας.
81 Συναφώς, το επιχείρημα του προσφεύγοντος –σύμφωνα με το οποίο το απλό γεγονός ότι τρίτα κράτη εμπλέκονται στις δραστηριότητες των κοινοτικών οργάνων δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή της οικείας εξαιρέσεως– πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν πιο πάνω. Πράγματι, αντίθετα προς αυτό που υποθέτει το εν λόγω επιχείρημα, η συνεργασία τρίτων κρατών εντάσσεται σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πλαίσιο, δηλαδή στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, το οποίο δικαιολογεί το να παραμείνει μυστική η εν λόγω συνεργασία. Επιπλέον, αν αναγνωσθεί στο σύνολό της, η απόφαση αποκαλύπτει ότι τα οικεία κράτη αρνήθηκαν ακόμη και να γνωστοποιηθεί η ταυτότητά τους.
82 Συνεπώς, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση εκτιμώντας ότι η γνωστοποίηση του αιτηθέντος εγγράφου μπορεί να βλάψει το δημόσιο συμφέρον στον τομέα των διεθνών σχέσεων.»
2. Η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος
38. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα και παρέβη το άρθρο 230 EΚ καθόσον αγνόησε την αρχή κατά την οποία οι εξαιρέσεις από το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενά. Το Πρωτοδικείο όφειλε να αποφανθεί το ίδιο επί της δυνατότητας εφαρμογής κάθε εξαιρέσεως και να μην κρίνει απλώς ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Αυτό ισχύει ειδικότερα για την άρνηση του Συμβουλίου να χορηγήσει μερική πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα.
39. Προκειμένου για την εξαίρεση που συνδέεται με τη δημόσια ασφάλεια, η ανάλυση του Πρωτοδικείου που περιλαμβάνεται στις σκέψεις 77 και 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία κάθε πληροφορία που κατέχουν οι αρχές η οποία αφορά πρόσωπα ύποπτα για τρομοκρατία πρέπει να παραμείνει μυστική προκειμένου να μην αποκαλυφθούν στρατηγικές πτυχές της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας, θα στερούσε την αρχή της διαφάνειας από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας καθιστώντας την πρόσβαση, έστω μερική, στα έγγραφα επισήμως αδύνατη.
40. Όσον αφορά την εξαίρεση που συνδέεται με την προστασία των διεθνών σχέσεων, η συλλογιστική που εκθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καταλήγει να παρέχει στα θεσμικά όργανα τη δυνατότητα να αρνούνται συστηματικά, βάσει αορίστων και γενικών κριτηρίων, την πρόσβαση στα έγγραφα όταν αυτά αφορούν τρίτες χώρες. Το επιχείρημα ότι η συνεργασία με τις τρίτες χώρες στον τομέα αυτόν πρέπει να παραμείνει μυστική είναι προδήλως εσφαλμένο, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι αυτή υφίσταται.
41. Περαιτέρω, πράγμα που είναι πιο σημαντικό, μολονότι στις σκέψεις 80 και 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τονίζεται το γεγονός ότι τα κράτη πρέπει να μπορούν να στηριχθούν σε εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που διαβιβάζουν, από τον φάκελο προκύπτει ότι οι πληροφορίες που αφορούν τον αναιρεσείοντα παρασχέθηκαν από κράτη μέλη και όχι από τρίτες χώρες. Επομένως, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια των διεθνών σχέσεων, εφόσον αυτή δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών, αλλά μόνο στις σχέσεις μεταξύ αυτών και των τρίτων χωρών. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν εξήγησε για ποιο λόγο η γνωστοποίηση της ταυτότητας των κρατών μελών που χορήγησαν τις πληροφορίες θα έθιγε τις διεθνείς σχέσεις.
3. Η επιχειρηματολογία του καθού η αναίρεση
42. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον έκρινε ότι το καθού η αναίρεση θεσμικό όργανο δεν υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει στο πλαίσιο των πολιτικών ευθυνών του κατά τον τίτλο V της Συνθήκης ΕΕ, θεωρώντας ότι το αιτηθέν έγγραφο ενέπιπτε στην εξαίρεση που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον και ότι, συνεπώς, ήταν αδύνατον να χορηγήσει και μερική, έστω, πρόσβαση, στα οικεία έγγραφα. Το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι το Συμβούλιο θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα.
43. Όσον αφορά την εξαίρεση που συνδέεται με την προστασία των διεθνών σχέσεων, το Συμβούλιο εκτιμά, όπως ο αναιρεσείων, ότι οι διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 80 και 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως φαίνεται να στηρίζονται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι το αιτηθέν έγγραφο περιέχει πληροφορίες που διαβίβασαν τρίτες χώρες. Από τον φάκελο προκύπτει ότι τα οικεία έγγραφα προσκομίσθηκαν από κράτη μέλη και ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των κρατών αυτών, κατόπιν δικής τους αιτήσεως. Παρά την παρανόηση αυτή, το Συμβούλιο επιμένει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο εκτίμησε το τι διακυβευόταν στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας κατά της τρομοκρατίας. Ο άκρως ευαίσθητος χαρακτήρας του ζητήματος δικαιολογεί την υιοθέτηση ιδιαιτέρως συνετής στάσεως εφόσον πρόκειται για την προστασία των πληροφοριών των οποίων η γνωστοποίηση θα παρείχε τη δυνατότητα να αντληθούν συμπεράσματα επί της οργανωτικής δομής και της αποτελεσματικότητας της συνεργασίας αυτής μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και των τρίτων χωρών και θα έθετε σε κίνδυνο το ίδιο το αντικείμενο της διεθνούς δράσεως στον τομέα της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας.
44. Σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η στάση του Συμβουλίου δεν αναιρεί το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα. Το Συμβούλιο εξετάζει, πράγματι, κάθε έγγραφο στηριζόμενο στο περιεχόμενό του και προβαίνοντας σε ανάλυση των κινδύνων. Αναφέρει ότι έτυχε να γνωστοποιήσει εν όλω ή εν μέρει μεγάλο αριθμό εγγράφων που θίγουν τα ζητήματα αυτά.
45. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου σχετικά με την εξαίρεση που αφορά την προστασία των διεθνών σχέσεων είναι εσφαλμένα, δεν θα άλλαζε σε τίποτα την έκβαση της διαφοράς, διότι η απόφαση περί αρνήσεως της προσβάσεως στο επίμαχο έγγραφο στηριζόταν ταυτόχρονα στην εξαίρεση που αφορά τη δημόσια ασφάλεια και στην εξαίρεση σχετικά με τις διεθνείς σχέσεις. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη μία από τις δύο αυτές εξαιρέσεις, η απόφασή του θα είχε εν τούτοις πάντοτε ως βάση την άλλη εξαίρεση. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η σύγχυση ως προς το αν τρίτα κράτη ή τα κράτη μέλη διαβίβασαν τα έγγραφα στο Συμβούλιο κατά τη διαδικασία δεν έχει καμία επίπτωση, διότι τα έγγραφα αυτά επιστράφηκαν στα οικεία κράτη μέλη και δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή του Συμβουλίου.
4. Εκτίμηση
46. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικρίνει την εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το ζήτημα αν η απόφαση του Συμβουλίου περί αρνήσεως της προσβάσεως, έστω και μερικής, στα αιτηθέντα έγγραφα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και των διεθνών σχέσεων.
47. Όπως ανέφερα προηγουμένως, η έκταση του δικαστικού ελέγχου της εφαρμογής των εξαιρέσεων σχετικά με το δημόσιο συμφέρον, που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, περιορίζεται σε ορισμένες πτυχές, μεταξύ των οποίων η εξέταση της ελλείψεως πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου.
48. Προκειμένου περί της εξαιρέσεως που συνδέεται με την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι το αιτηθέν έγγραφο αφορούσε πράγματι τον τομέα αυτόν, εφόσον είχε χρησιμεύσει ως βάση μιας αποφάσεως που καθορίζει τα πρόσωπα, τις ομάδες ή οντότητες που είναι ύποπτες για τρομοκρατία. Παρατήρησε, στη συνέχεια, ότι το γεγονός ότι το αιτηθέν έγγραφο αφορούσε τη δημόσια ασφάλεια δεν μπορούσε, καθεαυτό, να αρκεί για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της προβαλλομένης εξαιρέσεως. Έκρινε ότι στο Πρωτοδικείο απόκειται να εξετάσει αν, εν προκειμένω, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί την εκτίμηση εκτιμώντας ότι η γνωστοποίηση του αιτηθέντος εγγράφου μπορεί να βλάψει την προστασία του οικείου δημοσίου συμφέροντος. Το Πρωτοδικείο τόνισε συναφώς ότι η αποτελεσματικότητα της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας προϋποθέτει ότι οι πληροφορίες τις οποίες κατέχουν οι δημόσιες αρχές σχετικά με πρόσωπα ή οντότητες ύποπτες για τρομοκρατία παραμένουν μυστικές, προκειμένου οι πληροφορίες αυτές να διατηρήσουν τη λυσιτέλειά τους και να καταστήσουν δυνατή μια αποτελεσματική δράση. Η ανακοίνωση του αιτηθέντος εγγράφου στο κοινό κατ’ ανάγκη θα είχε βλάψει το δημόσιο συμφέρον σχετικά με τη δημοσία ασφάλεια. Κατέληξε ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη περί την εκτίμηση πλάνη αρνούμενο την πρόσβαση στο αιτηθέν έγγραφο (18).
49. Νομίζω ότι το Πρωτοδικείο, καθόσον κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό βάσει της προαναφερθείσας προσεγγίσεως, δεν υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο. Δεν περιορίστηκε να δεχθεί ότι η άρνηση προσβάσεως στηριζόταν στο γεγονός ότι το επίμαχο έγγραφο ενέπιπτε στην εξαίρεση που αφορά τη δημόσια ασφάλεια, αλλά εξέτασε το βάσιμο της θέσεως αυτής και επιβεβαίωσε ότι η γνωστοποίηση του εγγράφου μπορούσε να θίξει την προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Επομένως, ορθώς προέβη στον έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων περί αρνήσεως του Συμβουλίου, και τούτο εντός των εγγενών ορίων που εμπεριέχει η λειτουργία αυτή στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001.
50. Σε αντιδιαστολή προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η προσέγγιση του Πρωτοδικείου δεν καταλήγει να αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα όταν αυτά αφορούν την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Όταν είναι εμφανές ότι τα έγγραφα αυτά αφορούν τις λειτουργικές πτυχές της πολιτικής που διεξάγεται στον τομέα αυτόν, είναι προφανές ότι καλύπτονται από την εξαίρεση σχετικά με την προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Στον κοινοτικό δικαστή απόκειται να εξετάσει αν το επίμαχο έγγραφο εμπίπτει πράγματι στον εν λόγω τομέα δραστηριότητας και αν το Συμβούλιο δεν επικαλείται την εξαίρεση αυτή αναιτιολόγητα.
51. Ως προς την εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά την εφαρμογή της εξαιρέσεως σχετικά με την προστασία των διεθνών σχέσεων, οι δύο διάδικοι συμφωνούν ότι το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στην εσφαλμένη υπόθεση ότι το αιτηθέν έγγραφο περιείχε πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τρίτες χώρες και ότι, κατά συνέπεια, το Συμβούλιο μπορούσε να επικαλεστεί την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των διεθνών σχέσεων. Στο μέτρο που είναι σαφές ότι το έγγραφο το οποίο προκάλεσε τις αποφάσεις στις οποίες δεν χορηγήθηκε η πρόσβαση στηριζόταν σε πληροφορίες που παρέσχον αποκλειστικά κράτη μέλη, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι πράγματι εσφαλμένη ως προς το σημείο αυτό. Η εξαίρεση σχετικά με την προστασία των διεθνών σχέσεων αφορά προφανώς μόνο τις σχέσεις με κράτη μη μέλη και με διεθνείς οργανισμούς και μπορεί να προβληθεί μόνον όταν η ανακοίνωση εγγράφου μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις αυτές.
52. Το ζήτημα είναι ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η πλάνη αυτή. Νομίζω ότι αυτή δεν θα πρέπει να έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τούτο δε για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι, μολονότι είναι προφανές ότι καμία πληροφορία δεν διαβιβάστηκε απευθείας από τρίτες χώρες, δεν μπορεί, πάντως, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποκαλύψει η γνωστοποίηση του αιτηθέντος εγγράφου λεπτομέρειες της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας υπό γενικότερη έννοια, η οποία, εκ της φύσεώς της, εμπλέκει πλείονα κράτη και οργανισμούς που βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Τούτο θα μπορούσε προδήλως να έχει συνέπειες στις σχέσεις με τα κράτη αυτά και τους οργανισμούς. Το Πρωτοδικείο έκανε μνεία αυτής της διαστάσεως της εξαιρέσεως σχετικά με την προστασία των διεθνών σχέσεων στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του επί του ζητήματος αυτού στη σκέψη 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
53. Ο δεύτερος λόγος, περισσότερο πειστικός, είναι ότι, όπως ορθώς επισημαίνει το Συμβούλιο, η απόφαση περί αρνήσεως της προσβάσεως στο αιτηθέν έγγραφο στηρίζεται ταυτόχρονα στην εξαίρεση σχετικά με την προστασία της δημόσιας ασφάλειας και στην εξαίρεση σχετικά με την προστασία των διεθνών σχέσεων. Εφόσον το Συμβούλιο ορθώς προέβαλε την πρώτη από τις εξαιρέσεις αυτές προς στήριξη της αρνήσεώς του να χορηγήσει την πρόσβαση στο αιτηθέν έγγραφο, η μερική αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως λόγω του σφάλματος που διαπράχθηκε όσον αφορά τη δεύτερη από τις εξαιρέσεις αυτές δεν θα είχε καμία πρακτική χρησιμότητα. Είμαι, επομένως, της γνώμης, υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων που διατυπώθηκαν στο προηγούμενο σημείο, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να αναθεωρηθεί η συλλογιστική που εξέθεσε το Πρωτοδικείο όσον αφορά την εξαίρεση σχετικά με την προστασία των διεθνών σχέσεων και να κριθεί ότι η γνωστοποίηση ενός εγγράφου που περιέχει πληροφορίες για τα πρόσωπα και τις οντότητες που είναι ύποπτες για εμπλοκή σε τρομοκρατικές ενέργειες μπορεί, εκ φύσεως, να θέσει σε κίνδυνο τη διεθνή προσπάθεια στον τομέα της τρομοκρατίας.
54. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι ακόμη και αν οι λόγοι που συνδέονται με το δημόσιο συμφέρον μπορούσαν να προβληθούν από το Συμβούλιο, δεν μπορούσαν να καλύψουν ευλόγως το σύνολο του αιτηθέντος εγγράφου. Εξ αυτού συνάγει το συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να του χορηγηθεί η μερική πρόσβαση. Το Συμβούλιο επιβεβαιώνει ότι οι λόγοι που δικαιολογούν την εν λόγω άρνηση εφαρμόζονται στο σύνολο του οικείου εγγράφου.
55. Ως προς το σημείο αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξετάζει όλως ιδιαιτέρως το ζήτημα αν το Συμβούλιο εξέτασε τη δυνατότητα χορηγήσεως μερικής προσβάσεως στο αιτηθέν έγγραφο. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη περί του ότι το Συμβούλιο δεν αντιμετώπισε ορθώς αυτό το ενδεχόμενο. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «πληρέστερη και περισσότερο εξατομικευμένη επίδειξη σε σχέση με το περιεχόμενο του αιτηθέντος εγγράφου, λόγω του ότι όλα τα χωρία του τελευταίου καλύπτονται από τις εξαιρέσεις που προβλήθηκαν, δεν μπορούσε παρά να διακυβεύσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που προορίζονται, λόγω των εξαιρέσεων αυτών, να παραμένουν μυστικές.»
56. Ο αναιρεσείων δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα που να αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαπιστώσεως αυτής του Πρωτοδικείου. Τίποτε δεν καθιστά δυνατόν να θεωρηθεί ότι αυτή είναι εσφαλμένη.
57. Τέλος, στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, συγχέοντας μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, και ταυτοχρόνως καταλήγοντας ότι μια αίτηση γνωστοποιήσεως της ταυτότητας των κρατών μελών που χορήγησαν τα έγγραφα μπορούσε να απορριφθεί, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
58. Ως προς το σημείο αυτό, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο ορίζει ότι τα ευαίσθητα έγγραφα, δηλαδή τα «έγγραφα που προέρχονται από τα θεσμικά όργανα ή από τους οργανισμούς που ιδρύουν, από τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, τα οποία διαβαθμίζονται ως […] “CONFIDENTIEL” […]», μπορούν να γνωστοποιηθούν μόνον με σύμφωνη γνώμη της αρχής που τα συνέταξε. Το Πρωτοδικείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι «[τ]ο Συμβούλιο δεν είχε την υποχρέωση να γνωστοποιήσει τα οικεία έγγραφα, των οποίων οι συντάκτες είναι κράτη, σχετικά με την έκδοση της αποφάσεως 2002/848, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας των συντακτών αυτών, αρκεί, πρώτον, τα έγγραφα αυτά να αποτελούν ευαίσθητα έγγραφα και, δεύτερον, τα κράτη συντάκτες να έχουν αρνηθεί την ανακοίνωσή τους».
59. Εφόσον η διαπίστωση αυτή εφαρμόζεται αδιακρίτως στα έγγραφα που προέρχονται από κράτη μέλη και τρίτες χώρες, τίποτα δεν καθιστά δυνατόν να στηριχθεί το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι, λόγω της συγχύσεως που αφορά την προέλευση των πληροφοριών οι οποίες περιλαμβάνονται στο αιτηθέν έγγραφο, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των επίμαχων κρατών μελών.
60. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων θεωρήσεων, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δ – Τρίτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του άρθρου 253 ΕΚ
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
61. Όσον αφορά το ζήτημα αν το Συμβούλιο, αρνούμενο την πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα, παρέσχε αιτιολογία επιτρέπουσα να γίνει κατανοητό και να επαληθευθεί, αφενός, αν το αιτηθέν έγγραφο έχει πράγματι σχέση με τον τομέα που αφορά η προβαλλομένη εξαίρεση και, αφετέρου, αν είναι πραγματική η ανάγκη προστασίας που έχει σχέση με την εξαίρεση αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«62 Εν προκειμένω, όσον αφορά τα πρακτικά 13441/02, το Συμβούλιο ανέφερε σαφώς τις εξαιρέσεις επί των οποίων θεμελίωνε την άρνησή του, επικαλούμενο σωρευτικώς την πρώτη και τρίτη περίπτωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001. Ανέφερε κατά τι ήσαν λυσιτελείς οι εξαιρέσεις αυτές σε σχέση με τα οικεία έγγραφα αναφερόμενο στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας και στην παρέμβαση τρίτων χωρών. Επιπλέον, παρέσχε μια σύντομη εξήγηση σχετικά με την προβαλλομένη ανάγκη προστασίας. Έτσι, ως προς τη δημοσία ασφάλεια, εξέθεσε ότι η κοινοποίηση των εγγράφων θα έδινε την ευκαιρία στα πρόσωπα που αποτελούν αντικείμενο των πληροφοριών αυτών να βλάψουν τις ενέργειες των δημοσίων αρχών. Όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, ανέφερε, σύντομα, την εμπλοκή τρίτων χωρών στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας. Η συντομία της αιτιολογίας αυτής είναι παραδεκτή εν σχέσει προς το γεγονός ότι η αναφορά συμπληρωματικών πληροφοριών, παραπέμποντας ιδίως στο περιεχόμενο των οικείων εγγράφων, θα στερούσε τις επικαλούμενες εξαιρέσεις του σκοπού τους.
63 Ως προς την άρνηση μερικής προσβάσεως στα έγγραφα αυτά, το Συμβούλιο ρητώς ανέφερε, αφενός, ότι εξέτασε τη δυνατότητα αυτή και, αφετέρου, τον λόγο για τον οποίον η δυνατότητα αυτή απορρίφθηκε, δηλαδή ότι τα οικεία έγγραφα καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από τις εξαιρέσεις που επικαλέστηκε. Για τους ίδιους λόγους όπως προηγουμένως, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ακριβώς τις περιλαμβανόμενες στα έγγραφα αυτά πληροφορίες χωρίς να στερήσει τις προβληθείσες εξαιρέσεις του σκοπού τους. Το γεγονός ότι η αιτιολογία αυτή φαίνεται στερεότυπη δεν συνιστά καθεαυτό έλλειψη αιτιολογίας καθόσον δεν εμποδίζει ούτε την κατανόηση ούτε την επαλήθευση της συλλογιστικής που ακολουθείται.
64 Ως προς την ταυτότητα των κρατών που προσκόμισαν λυσιτελή έγγραφα, πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο το Συμβούλιο επεσήμανε την ύπαρξη εγγράφων προερχομένων από τρίτα κράτη με τις αρχικές αρνητικές του αποφάσεις. Αφενός, το Συμβούλιο ανέφερε τη συναφώς προβαλλομένη εξαίρεση, δηλαδή το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001. Αφετέρου, παρέσχε τα δύο κριτήρια εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής. Πρώτον, έκρινε σιωπηρώς αλλά κατ’ ανάγκη ότι τα οικεία έγγραφα ήταν ευαίσθητα έγγραφα. Το στοιχείο αυτό είναι κατανοητό και επαληθεύσιμο ενόψει του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται, ειδικά ενόψει της κατατάξεως ως “CONFIDENTIEL UE” των οικείων εγγράφων. Δεύτερον, το Συμβούλιο εξέθεσε ότι συμβουλεύθηκε τις οικείες αρχές και έλαβε γνώση της αντιθέσεώς τους σε οποιαδήποτε γνωστοποίηση της ταυτότητάς τους.
65 Παρά τη σχετική συντομία της αιτιολογίας της πρώτης αρνητικής αποφάσεως (δύο σελίδες), ο προσφεύγων μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί τους λόγους των αρνήσεων που του αντιτάχθηκαν και το Πρωτοδικείο μπορούσε να πραγματοποιήσει τον έλεγχό του. Επομένως, το Συμβούλιο ορθώς αιτιολόγησε τις εν λόγω αποφάσεις.»
2. Η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος
62. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η αιτιολογία που παρέσχε το Συμβούλιο προς στήριξη της αρνήσεώς του να επιτρέψει τη (μερική) πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα μπορούσε να είναι πολύ σύντομη, στερεότυπη και όχι εξατομικευμένη και συμπληρώνοντας μάλιστα, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αιτιολογία των αποφάσεων του Συμβουλίου, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 253 EΚ.
63. Προκειμένου για την άρνηση του Συμβουλίου να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των κρατών που χορήγησαν τα έγγραφα ή τις πληροφορίες που ασκούν επιρροή, το Πρωτοδικείο, με τη σύγχυση μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, στέρησε τον αναιρεσείοντα από κάθε εξήγηση σχετικά με την άρνηση του Συμβουλίου να αποκαλύψει την ταυτότητα των οικείων κρατών μελών. Επιπλέον, η ερμηνεία, από το Πρωτοδικείο, του άρθρου 253 EΚ οδηγεί, στο πλαίσιο αυτό, σε απαράδεκτο περιορισμό της εξουσίας ελέγχου που έχει και, κατά συνέπεια, συνιστά παράβαση του άρθρου 230 EΚ.
3. Η επιχειρηματολογία του καθού η αναίρεση
64. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ορθώς εξέτασε, στις σκέψεις 59 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την αιτιολογία της αποφάσεως περί αρνήσεως της προσβάσεως στα αιτηθέντα έγγραφα. Επισημαίνει ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, που εκτίθεται στις σκέψεις 77, 80 και 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφορά το ζήτημα αν το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως κρίνοντας ότι η γνωστοποίηση του αιτηθέντος εγγράφου θα μπορούσε να θίξει την προστασία του δημοσίου συμφέροντος στον τομέα της δημοσίας ασφαλείας και των διεθνών σχέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο δεν δεσμεύεται κατ’ ανάγκην από τα ρητά επιχειρήματα και τις αιτιολογίες που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί αρνήσεως της προσβάσεως. Μπορεί επίσης να στηριχθεί σε θεωρήσεις που είναι παγκοίνως γνωστές στο συγκεκριμένο πλαίσιο και ως προς τις οποίες μπορεί, κατά συνέπεια, ορθώς να υποτεθεί ότι στηρίζουν την απόφαση του θεσμικού οργάνου.
65. Όσον αφορά τη μερική πρόσβαση, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, ιδίως για τα ευαίσθητα έγγραφα, μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά δυσχερές να εκτεθούν λεπτομερώς, για κάθε στοιχείο ενός εγγράφου, οι λόγοι για τους οποίους το εν λόγω τμήμα του εγγράφου δεν μπορεί να γνωστοποιηθεί χωρίς να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο των επίμαχων χωρίων και, επομένως, χωρίς να θιγεί το ίδιο το αντικείμενο της εξαιρέσεως.
66. Όσον αφορά τους λόγους που προβλήθηκαν για να μη γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των κρατών μελών που είναι συντάκτες των επίμαχων εγγράφων, το Συμβούλιο αναφέρει ότι όταν τα έγγραφα καταχωρίζονται ως «CONFIDENTIEL UE» και είναι, κατά συνέπεια, ευαίσθητα έγγραφα υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, ο συντάκτης του εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, έχει απόλυτο έλεγχο επί του εγγράφου αυτού, περιλαμβανομένων και των πληροφοριών σχετικά με την ύπαρξή του. Επομένως, για να αιτιολογηθεί η άρνηση χορηγήσεως προσβάσεως σε ευαίσθητο έγγραφο, αρκεί να γίνει μνεία της αντιθέσεως του συντάκτη στη γνωστοποίησή του.
4. Εκτίμηση
67. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς την αιτιολογία που παρέσχε το Συμβούλιο προς στήριξη της αρνήσεώς του να επιτρέψει τη (μερική) πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα.
68. Το βασικό κριτήριο στον τομέα της εκτιμήσεως της συμβατότητας προς το άρθρο 253 EΚ της αιτιολογίας που παρέχει ένα θεσμικό όργανο προς στήριξη αποφάσεως που εκδόθηκε από αυτό συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσον η αιτιολογία αυτή παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Δεν απαιτείται να εξειδικεύει η αιτιολογία όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ασκούν επιρροή, στο μέτρο που το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 253 EΚ πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση όχι μόνο με τη διατύπωσή της, αλλά και με το πλαίσιό της καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν τον οικείο τομέα (19). Οι βασικές αυτές αρχές επιβεβαιώθηκαν εκ νέου από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και συνιστούν την αφετηρία της συλλογιστικής του.
69. Προκειμένου για τις αποφάσεις που αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφα, το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την παγία νομολογία, παρατήρησε ότι, οσάκις ένα θεσμικό όργανο αρνείται αυτή την πρόσβαση, «πρέπει να αποδείξει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει των πληροφοριών που αυτό διαθέτει, ότι τα έγγραφα στα οποία ζητείται η πρόσβαση εμπίπτουν πράγματι στις εξαιρέσεις που απαριθμεί ο κανονισμός 1049/2001 [...]. Πάντως, μπορεί να είναι αδύνατον να αναφερθούν οι λόγοι που δικαιολογούν την εχεμύθεια έναντι κάθε εγγράφου, χωρίς να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο αυτού και, συνεπώς, να στερηθεί η εξαίρεση του ουσιώδους σκοπού της» (20). «Στο πλαίσιο της νομολογίας αυτής, επομένως, απόκειται στο κοινοτικό όργανο που αρνήθηκε την πρόσβαση σε ένα έγγραφο να παράσχει μια αιτιολογία επιτρέπουσα να γίνει κατανοητό και να επαληθευθεί, αφενός, αν το αιτηθέν έγγραφο έχει πράγματι σχέση με τον τομέα που αφορά η προβαλλομένη εξαίρεση και, αφετέρου, αν είναι πραγματική η ανάγκη προστασίας που έχει σχέση με την εξαίρεση αυτή.»
70. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά, το Πρωτοδικείο εξέτασε, στη συνέχεια, εμπεριστατωμένως την αιτιολογία που παρέσχε το Συμβούλιο όσον αφορά την εφαρμογή των εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, την άρνηση χορηγήσεως μερικής προσβάσεως στα αιτηθέντα έγγραφα και την άρνηση γνωστοποιήσεως της ταυτότητας των κρατών που διαβίβασαν τα κρίσιμα έγγραφα. Στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι, «[π]αρά τη σχετική συντομία της αιτιολογίας της πρώτης αρνητικής αποφάσεως [...], ο προσφεύγων μπορούσε πλήρως να αντιληφθεί τους λόγους των αρνήσεων που του αντιτάχθηκαν και το Πρωτοδικείο μπορούσε να πραγματοποιήσει τον έλεγχό του. Επομένως, το Συμβούλιο ορθώς αιτιολόγησε τις εν λόγω αποφάσεις».
71. Νομίζω ότι τίποτε δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου ανάλυση του ζητήματος αυτού με τις σκέψεις 59 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Μολονότι δέχθηκε, εν προκειμένω, ότι μια σύντομη και μάλιστα στερεότυπη αιτιολογία ήταν σύμφωνη προς το άρθρο 253 EΚ, δεν το έπραξε χωρίς να εξετάσει προηγουμένως αν η αιτιολογία αυτή ικανοποιούσε τα δύο βασικά κριτήρια που διατυπώθηκαν ανωτέρω, δηλαδή αν παρείχε στον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να κατανοήσει για ποιον λόγο δεν του χορηγήθηκε η πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα και στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο παρέσχε στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να αρνηθεί αυθαίρετα την πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα επικαλούμενο τις δραστηριότητες τρίτων χωρών ή την προστασία της δημόσιας ασφαλείας.
72. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συμπλήρωσε την αιτιολογία που παρέσχε το Συμβούλιο είναι εσφαλμένος. Όπως ορθώς παρατηρεί το Συμβούλιο, το Πρωτοδικείο διατύπωσε τις επίμαχες σκέψεις στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν ορθώς είχε προβληθεί η εξαίρεση σχετικά με την προστασία της δημόσιας ασφάλειας. Οι σκέψεις αυτές ουδόλως προορίζονταν να συμπληρώσουν την αιτιολογία των αποφάσεων περί αρνήσεως προσβάσεως στα αιτηθέντα έγγραφα.
73. Ως προς το γεγονός ότι καμία εξήγηση δεν παρασχέθηκε όσον αφορά τον λόγο για τον οποίον η γνωστοποίηση της ταυτότητας των κρατών μελών που διαβίβασαν τα έγγραφα συνιστά απειλή για τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις, παραπέμπω στις παρατηρήσεις που διατύπωσα ως προς το ζήτημα αυτό στα σημεία 57 έως 59 ανωτέρω, στο πλαίσιο της εξετάσεως του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
74. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ε – Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα, του δικαιώματος στο τεκμήριο αθωότητας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
75. Το Πρωτοδικείο απάντησε ως εξής στο επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι, καθόσον του αρνήθηκε την πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα, το Συμβούλιο παραβίασε τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που καθιερώνει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ:
«50 Πρέπει να υπομνηστεί, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων έχει “κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την έδρα του σε ένα κράτος μέλος”. Συνεπώς, ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί στη διασφάλιση της προσβάσεως όλων στα δημόσια έγγραφα και όχι μόνο την πρόσβαση του αιτούντος σε έγγραφα που τον αφορούν.
51 Αφετέρου, οι εξαιρέσεις από τη δυνατότητα προσβάσεως στα έγγραφα, που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, έχουν συνταχθεί με επιτακτικούς όρους. Συνεπώς, τα θεσμικά όργανα είναι υποχρεωμένα να αρνούνται την πρόσβαση στα έγγραφα που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις αυτές, οσάκις η απόδειξη των προβλεπομένων περιστάσεων προσκομίζεται (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 5ης Μαρτίου 1997, T‑105/95, WWF UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑313, σκέψη 58, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2000, T-20/99, Denkavit Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3011, σκέψη 39).
52 Επομένως, το ειδικό συμφέρον που μπορεί να επικαλεστεί ο αιτούμενος την πρόσβαση σε ένα έγγραφο που τον αφορά προσωπικά δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής των υποχρεωτικών εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001.
53 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να του επιτρέψει την πρόσβαση στα αιτηθέντα έγγραφα στο μέτρο που τα έγγραφα αυτά του είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη στο πλαίσιο της υποθέσεως T-47/03.
54 Δεδομένου όμως ότι το Συμβούλιο επικαλέστηκε τις υποχρεωτικές εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001 στην πρώτη αρνητική απόφαση, δεν είναι δυνατόν να του προσάπτεται ότι δεν έλαβε υπόψη την ενδεχόμενη ανάγκη του προσφεύγοντος να διαθέτει τα αιτηθέντα έγγραφα.
55 Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα έγγραφα αυτά αποδεικνύονται αναγκαία για την άμυνα του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της υποθέσεως T-47/03, ζήτημα που υπάγεται στην εξέταση της τελευταίας αυτής υποθέσεως, το γεγονός αυτό δεν είναι λυσιτελές για την εκτίμηση του κύρους της πρώτης αρνητικής αποφάσεως.
56 Συνεπώς, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.»
2. Η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος
76. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 50 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο της αιτήσεως προσβάσεως και, συνεπώς, προσέβαλε τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος στο τεκμήριο αθωότητας καθώς και στην αποτελεσματική δικαστική προστασία, όπως εξασφαλίζονται με τα άρθρα 6, παράγραφος 2, και 13 της ΕΣΔΑ. Κακώς το Πρωτοδικείο συνήγαγε από δήλωση του δικηγόρου του αναιρεσείοντος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ο αναιρεσείων ζητούσε απλώς την πρόσβαση στα οικεία έγγραφα προκειμένου να προβάλει τα δικαιώματα άμυνας στην υπόθεση T‑47/03. Πάντως, η αίτησή του αφορούσε την πρόσβαση στα έγγραφα που προκάλεσαν την αναγραφή του ονόματός του στον επίδικο κατάλογο, τόσο για τον ίδιο όσο και για το κοινό. Λαμβανομένου υπόψη του κοινωνικού στιγματισμού που προκύπτει από την αναγραφή του ονόματός του στον κατάλογο, ήταν σημαντικό για τον αναιρεσείοντα να μπορέσει να αντιδράσει δημοσίως στα πραγματικά περιστατικά που του προσάπτονται.
77. Η δυνατότητα του αναιρεσείοντος να ζητήσει την πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα στο πλαίσιο της υποθέσεως T-47/03 δεν συνιστά πραγματική προσφυγή υπό την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι κατηγορίες ότι είχε συμμετάσχει σε τρομοκρατικές δραστηριότητες αποτέλεσαν το αντικείμενο ευρείας δημοσιότητας στον διεθνή Τύπο, δεν μπορεί να χωρήσει αποτελεσματική αποκατάσταση για την εν λόγω προσβολή των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος στο τεκμήριο αθωότητας, στην προστασία της τιμής του και της υπολήψεώς του καθώς και του δικαιώματός του να θεωρείται αθώος μέχρις ότου αποδειχθεί η αθωότητά του παρά μόνον εάν είναι σε θέση απαντήσει δημοσίως στις κατηγορίες αυτές όχι μόνον γενικώς, αλλά και αμφισβητώντας τις υποτιθέμενες ειδικές αποδείξεις που προβλήθηκαν σε βάρος του όσον αφορά την προβαλλόμενη συμμετοχή του σε ορισμένα εγκλήματα. Συναφώς, επικαλείται την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Allenet de Ribemont κατά Γαλλίας (21), κατά την οποία όλες οι δημόσιες αρχές είναι υποχρεωμένες να σέβονται το τεκμήριο αθωότητας και να απέχουν από δηλώσεις ικανές να δημιουργήσουν στο κοινό την πεποίθηση περί της ενοχής ενός προσώπου.
3. Η επιχειρηματολογία του καθού η αναίρεση
78. Κατά το Συμβούλιο, τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 50 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το αντικείμενο του κανονισμού 1049/2001 και την ερμηνεία των υποχρεωτικών εξαιρέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού, είναι απολύτως ορθά. Εφόσον η άρνηση προσβάσεως είχε στηριχθεί στις εν λόγω υποχρεωτικές εξαιρέσεις, ορθώς το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το ειδικό συμφέρον που επικαλείται ο αναιρεσείων. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ζητούσε την πρόσβαση σε έγγραφα μόνο στο μέτρο που αυτά τον αφορούσαν δεν ασκούσε επιρροή στην απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς το σημείο αυτό.
79. Σε αντιδιαστολή προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, η πρόσβαση στα έγγραφα που προκάλεσαν την απόφαση του Συμβουλίου να τον συμπεριλάβει στους καταλόγους που καταρτίσθηκαν δυνάμει των αποφάσεων 2002/848, 2002/974 και 2003/480 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλέον αποτελεσματικό μέσον δημοσίας αντικρούσεως των κατηγοριών συμμετοχής σε τρομοκρατικές δραστηριότητες από την προβολή των δικαιωμάτων άμυνας στην εκκρεμή υπόθεση T‑47/03.
4. Εκτίμηση
80. Ο τέταρτος λόγος που προβάλλει ο αναιρεσείων θέτει δύο ζητήματα που ανέλυσα, τόσο το ένα όσο και το άλλο, στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
81. Πρώτον, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως το περιεχόμενο της προσφυγής καθόσον θεώρησε ότι η αίτηση προσβάσεως στο οικείο έγγραφο σκοπούσε στη στήριξη της άμυνας του αναιρεσείοντος στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑47/03, ενώ ο αναιρεσείων ζήτησε την πρόσβαση στο έγγραφο αυτό προκειμένου να μπορέσει να υπερασπιστεί καλύτερα την υπόληψή του έναντι του κοινού.
82. Πάντως, όπως επισήμανα ήδη στο σημείο 27 ανωτέρω και όπως αναφέρει και το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, παρέλκει η στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος για την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων εγγράφων και του ειδικού συμφέροντος πολίτη ή οντότητας στη γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού. Το γεγονός ότι η αίτηση προσβάσεως στο επίμαχο έγγραφο διατυπώθηκε για διαφορετικούς λόγους από αυτούς που αναφέρει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στερείται σημασίας για την εκτίμηση του Πρωτοδικείου και δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της.
83. Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση στο αιτηθέν έγγραφο στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑47/03 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελεσματική προσφυγή υπό την έννοια του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ. Προσθέτει ότι θα έπρεπε να είναι σε θέση να απαντήσει δημοσίως στις ειδικές κατηγορίες που διατυπώθηκαν σε βάρος του.
84. Στο σημείο 35 ανωτέρω, έκρινα ότι όταν ένα έγγραφο αφορά το ένα από τα δημόσια συμφέροντα που καλύπτονται από τις υποχρεωτικές εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001, η άρνηση χορηγήσεως της προσβάσεως στο έγγραφο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί αφεαυτής ως προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας ή, ειδικότερα, ως άρνηση του δικαιώματος σε αποτελεσματική προσφυγή. Η ύπαρξη αποτελεσματικής προσφυγής στο κοινοτικό δίκαιο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων έχει τη δυνατότητα, δυνάμει του άρθρου 230 EΚ, να αμφισβητήσει το κύρος της αναγραφής του ονόματός του στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων στα οποία έχουν εφαρμογή τα ειδικά μέτρα του κανονισμού 2580/2001 καθώς και από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ο ίδιος τη δυνατότητα αυτή.
85. Τέλος, νομίζω ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να συγκριθεί με την υπόθεση Allenet de Ribemont της οποίας επιλήφθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην τελευταία αυτή υπόθεση, υφίστατο μια πιθανότητα προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας, διότι ορισμένες δημόσιες αρχές είχαν προσάψει ανοικτά στον αναιρεσείοντα ότι ήταν ο υποκινητής δολοφονίας. Αντιθέτως, μολονότι είναι αληθές ότι τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον επίδικο κατάλογο είναι δημοσίως ύποπτα για τρομοκρατία, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το αντικείμενο του κοινοτικού αυτού μέτρου είναι να προλάβει τις πράξεις τρομοκρατίας καταπολεμώντας τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων αυτών. Εφόσον η δέσμευση χρηματικών περιουσιακών στοιχείων που αυτό συνεπάγεται δεν μπορεί να εφαρμοσθεί παρά μόνο με τη συνεργασία των χρηματοπιστωτικών δημοσίων και ιδιωτικών οργάνων, είναι αναπόφευκτο ότι ο κατάλογος των οικείων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων θα καταστεί δημόσιος.
86. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων παρατηρήσεων, το τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΣΤ – Πέμπτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση των άρθρων 4, παράγραφος 5, και 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
87. Το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα της αιτιολογίας που παρασχέθηκε προς στήριξη της αρνήσεως γνωστοποιήσεως της ταυτότητας των κρατών μελών που προσκόμισαν τα έγγραφα στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που παρατέθηκε στο σημείο 61 ανωτέρω. Προκειμένου για την υποχρέωση του Συμβουλίου να αποκαλύψει την ταυτότητα των οικείων κρατών μελών, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«91 Πρέπει εκ των προτέρων να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος βασίζεται ουσιαστικώς σε παλαιά νομολογία σχετικά με τον κώδικα συμπεριφοράς της 6ης Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 340, σ. 41, στο εξής: κώδικας συμπεριφοράς), που τέθηκε σε εφαρμογή με την απόφαση 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου (ΕΕ L 340, σ. 43), και την απόφαση 94/90/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (ΕΕ L 46, σ. 58).
92 Δυνάμει του εν λόγω κώδικα συμπεριφοράς, οσάκις το έγγραφο που έχει στην κατοχή του ένα θεσμικό όργανο προέρχεται από τρίτο πρόσωπο, η αίτηση προσβάσεως πρέπει να απευθύνεται απευθείας στο πρόσωπο αυτό. Το Δικαστήριο συνήγαγε από αυτό ότι το θεσμικό όργανο πρέπει να διευκρινίζει στον ενδιαφερόμενο την ταυτότητα του συντάκτη του εγγράφου για να μπορεί να απευθύνεται απευθείας σ’ αυτόν (απόφαση Interporc κατά Επιτροπής, σκέψη 59 πιο πάνω, σκέψη 49).
93 Αντιθέτως, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1049/2001, στο οικείο θεσμικό όργανο απόκειται να διαβουλευθεί το ίδιο με τον τρίτο από τον οποίο προέρχεται το έγγραφο εκτός αν η θετική ή αρνητική απάντηση στην αίτηση προσβάσεως επιβάλλεται από μόνη της. Στην περίπτωση των κρατών μελών, αυτά μπορούν να ζητούν να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη τους.
94 Ο κανόνας του συντάκτου, όπως εμφανιζόταν στον κώδικα συμπεριφοράς, υπέστη, επομένως, θεμελιώδη αλλαγή με τον κανονισμό 1049/2001. Επομένως, η ταυτότητα του συντάκτου προσλαμβάνει πολύ μικρότερη σημασία από ό,τι υπό το προηγούμενο καθεστώς.
95 Εξάλλου, για τα ευαίσθητα έγγραφα, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι τα έγγραφα αυτά “καταχωρίζονται στο μητρώο ή δίδονται στη δημοσιότητα μόνον μετά από σύμφωνη γνώμη του συντάκτη τους.” Διαπιστώνεται, επομένως, ότι τα ευαίσθητα έγγραφα τυγχάνουν εξαιρετικού καθεστώτος, αντικείμενο του οποίου είναι, προφανώς, η διασφάλιση του απορρήτου ως προς το περιεχόμενό τους και, ακόμη, ως προς την ύπαρξή τους.
96 Επομένως, το Συμβούλιο δεν είχε την υποχρέωση να γνωστοποιήσει τα οικεία έγγραφα, των οποίων οι συντάκτες είναι κράτη, σχετικά με την έκδοση της αποφάσεως 2002/848, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας των συντακτών αυτών, αρκεί, πρώτον, τα έγγραφα αυτά να αποτελούν ευαίσθητα έγγραφα και, δεύτερον, τα κράτη συντάκτες να έχουν αρνηθεί την ανακοίνωσή τους.»
2. Η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος
88. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 64 και 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 5, και 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζονταν ταυτόχρονα στις «πληροφορίες» και στα «έγγραφα» και ότι η άρνηση του Συμβουλίου να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των κρατών μελών που προσκόμισαν τα οικεία έγγραφα ήταν δικαιολογημένη. Τούτο συνιστά πράγματι δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος των ενδιαφερομένων μερών να στραφούν απευθείας στις αρχές των κρατών μελών προκειμένου να επιτύχουν την πρόσβαση σε έγγραφα, πράγμα το οποίο προφανώς συνεπάγεται ότι η ταυτότητά τους έχει γνωστοποιηθεί. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο δεν παρέσχε αιτιολογία όσον αφορά το ζήτημα με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση της ταυτότητας των κρατών μελών που διαβίβασαν τις πληροφορίες μπορούσε να θίξει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, το δημόσιο συμφέρον σχετικά με τη δημόσια ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις.
3. Η επιχειρηματολογία του καθού η αναίρεση
89. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε, στις σκέψεις 95 και 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το αντικείμενο του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 είναι η διασφάλιση του απορρήτου ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων και, ακόμη, ως προς την ύπαρξή τους. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει σαφώς ότι οι κανόνες που αφορούν την πρόσβαση στα έγγραφα δεν αφορούν μόνο τα έγγραφα ως έγγραφα, αλλά μάλλον τα πληροφοριακά στοιχεία που αυτά περιέχουν (22). Η ταυτότητα του συντάκτη ενός εγγράφου είναι προφανώς πληροφοριακό στοιχείο που περιέχεται στο έγγραφο και εμπίπτει, κατά συνέπεια, στους ίδιους κανόνες με το έγγραφο καθεαυτό.
90. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το επιχείρημα που προέβαλε, δηλαδή ότι το Συμβούλιο δεν ανέφερε για ποιους λόγους η γνωστοποίηση της ταυτότητας των κρατών μελών από τα οποία προέρχονται οι πληροφορίες θα μπορούσε να θίξει το δημόσιο συμφέρον, το Συμβούλιο επιβεβαιώνει ότι αρκεί να αναφέρει ότι οι εθνικές αρχές ζήτησαν να μην αποκαλυφθεί η πληροφορία αυτή, εφόσον το θεσμικό όργανο δεσμεύεται από την αίτηση αυτή (23). Το Συμβούλιο δεν είναι υποχρεωμένο να αξιολογήσει τους λόγους που ανέφερε ο συντάκτης, ούτε να εξηγήσει στον αιτούντα τους λόγους που ώθησαν το οικείο κράτος μέλος να διατυπώσει αίτηση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον η επίμαχη διάταξη δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αιτιολογήσουν τον εν λόγω τύπο αιτήσεως. Οι σκέψεις αυτές ισχύουν κατά μείζονα λόγο για τα ευαίσθητα έγγραφα, τα οποία προστατεύονται εκ του νόμου από το άρθρο 9, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, χωρίς να είναι αναγκαία ρητή αίτηση του οικείου κράτους μέλους.
4. Εκτίμηση
91. Το ζήτημα που θέτει ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως σκοπεί στον καθορισμό του αν το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των κρατών μελών από τα οποία προέρχονται τα οικεία έγγραφα αφού αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά με το αιτιολογικό ότι καλύπτονταν από τις υποχρεωτικές εξαιρέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1049/2001.
92. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι, εφόσον η ταυτότητα κράτους μέλους είναι «πληροφορία» και όχι «έγγραφο» και ότι ο κανονισμός 1049/2001 αφορά μόνο την πρόσβαση στα έγγραφα, η άρνηση του Συμβουλίου να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των επίμαχων κρατών μελών στερούνταν νομίμου ερείσματος. Το Συμβούλιο αποκρούει την ερμηνεία αυτή και συμμερίζεται την ανάλυση του Πρωτοδικείου ότι το αντικείμενο του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, κατά το οποίο η αρχή από την οποία προέρχεται ένα ευαίσθητο έγγραφο μπορεί να αντιταχθεί στην καταχώριση του εγγράφου αυτού στο δημόσιο μητρώο του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού, είναι η διασφάλιση του απορρήτου ως προς το περιεχόμενο και την ύπαρξη των εγγράφων.
93. Μολονότι το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν περιέχει καμία διάταξη που απαγορεύει στο Συμβούλιο να γνωστοποιεί την ταυτότητα κράτους μέλους που διαβίβασε έγγραφο μπορεί να είναι βάσιμο, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ζήτημα που ανακύπτει στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως λαμβάνοντας υπόψη το σύστημα που καθιερώνει ο εν λόγω κανονισμός όσον αφορά τα ευαίσθητα έγγραφα.
94. Στην περίπτωση εγγράφων που προέρχονται από τρίτους, τα οποία ορίζονται ως έγγραφα που προέρχονται από το εξωτερικό των θεσμικών οργάνων και στα οποία περιλαμβάνονται, επομένως, τα έγγραφα που διαβίβασαν τα κράτη μέλη, το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 ή 2, του εν λόγω κανονισμού. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το θεσμικό όργανο να μη δημοσιοποιήσει ένα έγγραφο προερχόμενο από αυτό χωρίς προηγούμενη συμφωνία του. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού, τα ευαίσθητα έγγραφα καταχωρίζονται στο μητρώο ή δίδονται στη δημοσιότητα μόνον μετά από σύμφωνη γνώμη του συντάκτη τους.
95. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι όταν ζητείται η πρόσβαση σε έγγραφο που προέρχεται από κράτος μέλος και βρίσκεται στην κατοχή θεσμικού οργάνου, το επίμαχο όργανο, αντί να παραπέμψει τον αιτούντα ενώπιον του οικείου κράτους μέλους, οφείλει να διαβουλευθεί με αυτό, προκειμένου να καθορίσει αν πρέπει να χορηγηθεί η πρόσβαση. Από μόνη τη διαδικασία αυτή προκύπτει ότι η ταυτότητα του κράτους μέλους που διαβίβασε το έγγραφο αυτό θεωρείται ως στοιχείο που εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001.
96. Όταν το έγγραφο είναι ευαίσθητο, ο συντάκτης του διατηρεί απόλυτο έλεγχο επί της γνωστοποιήσεώς του και της καταχωρίσεώς του στο μητρώο. Εφόσον αυτό σημαίνει κατ’ ανάγκην, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στην σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ούτε η ύπαρξη του εγγράφου δημοσιοποιείται, έπεται ότι, προφανώς, η ταυτότητα του συντάκτη του δεν μπορεί να γνωστοποιηθεί.
97. Επιπλέον, η διάκριση στην οποία προβαίνει ο αναιρεσείων μεταξύ «πληροφοριών» και «εγγράφων» είναι τεχνητή, διότι είναι προφανές ότι κάθε αίτηση προσβάσεως σε έγγραφο σκοπεί αποκλειστικά στην πρόσβαση στο περιεχόμενό του. Το Συμβούλιο παρατηρεί ορθώς ότι η ταυτότητα του συντάκτη ενός εγγράφου είναι αφεαυτής πληροφοριακό στοιχείο που περιλαμβάνεται στο έγγραφο. Εφόσον η ταυτότητα του συντάκτη μπορεί να είναι ο ένας από τους λόγους που δικαιολογούν τη διατήρηση του απόρρητου χαρακτήρα του εγγράφου, η γνωστοποίησή της πρέπει να υποβληθεί στους ίδιους κανόνες με το ίδιο το έγγραφο.
98. Μολονότι τούτο σημαίνει ότι ο αιτών δεν έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που του παρέχουν τη δυνατότητα να προσφύγει στις αρμόδιες εθνικές αρχές, φρονώ ότι αυτό δεν περιορίζει αδικαιολόγητα το δικαίωμά του για αποτελεσματική δικαστική προστασία. Το δικαίωμα αυτό προστατεύεται επαρκώς με τη διαδικασία που καθιερώνει ο κανονισμός 1049/2001 και με τον μεταγενέστερο έλεγχο του κοινοτικού δικαστή.
99. Καταλήγω ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
VII – Πρόταση
100. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη καθόσον σκοπεί στην αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 26ης Απριλίου 2005 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T‑150/03 και T-405/03·
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη καθόσον σκοπεί στην ακύρωση των αποφάσεων του Συμβουλίου περί αρνήσεως της προσβάσεως στα αιτηθέντα έγγραφα·
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Συλλογή 2005, σ. IΙ-1429 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 70).
4 – ΕΕ 2003, C 101, σ. 41.
5 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001 (ΕΕ L 145, σ. 43).
6 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P, Hüls κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-4287, σκέψη 92), και της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑198/99 P, Ensidesa κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-11111, σκέψη 32).
7 – Απόφαση της 19ης Ιουλίου 1999, T-14/98 (Συλλογή 1999, σ. II-2489, σκέψη 71).
8 – Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2002, T-211/00 (Συλλογή 2002, σ. II-485, σκέψη 53).
9 – Το τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής ορίζει τα εξής: «Όταν ένα έγγραφο, την πρόσβαση στο οποίο έχει αρνηθεί κοινοτικό όργανο, προσκομίζεται ενώπιον του Πρωτοδικείου στα πλαίσια προσφυγής σχετικά με τη νομιμότητα αυτής της αρνήσεως, το έγγραφο αυτό δεν κοινοποιείται στους άλλους διαδίκους.»
10 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7.
11 – Βλ. απόφαση Hautala, προπαρατεθείσα, σκέψη 67.
12 – Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.
13 – Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-353/99 P, Συμβούλιο κατά Hautala (Συλλογή 2001, σ. I-9565).
14 – Βλ. τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1049/2001: «Η διαφάνεια εξασφαλίζει μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και, παράλληλα, εγγυάται μεγαλύτερη νομιμότητα, αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα της διοίκησης έναντι του πολίτη σε ένα δημοκρατικό σύστημα. Η διαφάνεια συμβάλλει στην ενίσχυση των αρχών της δημοκρατίας και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως θεσπίζονται από το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕE και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
15 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1049/2001 (η υπογράμμιση δική μου).
16 – Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1049/2001 (η υπογράμμιση δική μου).
17 – ΕΕ 2001, L 344, σ. 93.
18 – Βλ. σκέψεις 74 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
19 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C-41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-2125, σκέψη 55).
20 – Το Πρωτοδικείο παραθέτει, κατ’ αναλογία, τις αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2000, C-174/98 P και C-189/98 P, Κάτω Χώρες και van der Wal κατά Επιτροπής, (Συλλογή 2000, σ. I-1, σκέψη 24), και της 5ης Μαρτίου 1997, T-105/95, WWF K κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-313, σκέψη 65).
21 – Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1995, σειρά A, αριθ. 308, § 36.
22 – Απόφαση Hautala, παρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 23.
23 – Απόφαση της 17ης Μαρτίου 2005, Τ-187/03, Scippacercola κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. ΙΙ-1029, σκέψεις 68 έως 70).
Full & Egal Universal Law Academy