ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΕLEANOR SHARPSTON
της 5ης Δεκεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-288/05
Staatsanwaltschaft Augsburg
κατά
Jürgen Kretzinger
[αίτηση του Bundesgerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (Γερμανία)]
«Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν – “Ne bis in idem” – Έννοια των “ιδίων πραγματικών περιστατικών” – Έκτιση ποινών – Συνυπολογισμός προηγουμένων ποινών – Καταδικαστική απόφαση επιβάλλουσα στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή – Προσωρινή κράτηση – Απόφαση-πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το πέμπτο ποινικό τμήμα του Bundesgerichtshof (ομοσπονδιακού δικαστηρίου) ζητεί διευκρινίσεις ως προς τη σημασία της έκφρασης «ίδια πραγματικά περιστατικά» και της εννοίας της «έκτισης» ποινής που περιέχονται στο άρθρο 54 της σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985 (2) (στο εξής: ΣΕΣΣ). Το εθνικό δικαστήριο ερωτά επίσης αν ο ορισμός της έκτισης επηρεάζεται από τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (3) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).
Σχετικές διατάξεις
Η ΣΕΣΣ
2. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου για την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4) (στο εξής: Πρωτόκολλο), δεκατρία κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων η Ιταλία και η Γερμανία, εξουσιοδοτούνται να θεσπίσουν στενότερη συνεργασία μεταξύ τους στο πεδίο εφαρμογής του «κεκτημένου του Σένγκεν».
3. Στο παράρτημα του Πρωτοκόλλου, το «κεκτημένο του Σένγκεν» ορίζεται ως περιλαμβάνον τη συμφωνία που υπεγράφη στο Σένγκεν στις 14 Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά τους σύνορα (5) (στο εξής: Συμφωνία του Σένγκεν) και, ειδικότερα, τη ΣΕΣΣ.
4. Το Πρωτόκολλο ορίζει ότι, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, το κεκτημένο του Σένγκεν θα εφαρμόζεται αμέσως στα δεκατρία κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου (6).
5. Τα άρθρα 54 έως 58 της ΣΕΣΣ συναποτελούν το κεφάλαιο 3 (που επιγράφεται «Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem») του τίτλου ΙΙΙ, ο οποίος επιγράφεται «Αστυνομία και ασφάλεια».
6. Το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ ορίζει ότι: «[ό]ποιος [καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε] αμετάκλητα από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρον όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει ήδη εκτισθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτισθεί σύμφωνα με τους νόμους του συμβαλλομένου μέρους που επέβαλε την καταδίκη.»
7. Το άρθρο 55 ορίζει ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, «κατά τον χρόνο της κυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως της παρούσας συμβάσεως, να δηλώσει ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54», όταν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη της η αλλοδαπή δικαστική απόφαση έλαβαν χώρα είτε εν όλω είτε εν μέρει στο έδαφός του, όταν συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά της ασφαλείας του κράτους ή εναντίον άλλων εξίσου ουσιαστικών συμφερόντων αυτού του συμβαλλομένου μέρους ή/και όταν διεπράχθησαν από δημόσιο υπάλληλο αυτού του συμβαλλομένου μέρους κατά παράβαση των καθηκόντων της θέσεώς του.
8. Το άρθρο 56 ορίζει ότι «εάν ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη από ένα συμβαλλόμενο μέρος εναντίον προσώπου, το οποίο καταδικάσθηκε αμετάκλητα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από ένα άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ο χρόνος στερήσεως της ελευθερίας που εκτίσθηκε στο έδαφος του τελευταίου τούτου συμβαλλομένου μέρους εξαιτίας αυτών των πραγματικών περιστατικών πρέπει να εκπίπτει από την κύρωση που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Θα λαμβάνονται επίσης υπόψη, στο μέτρο που οι εθνικές νομοθεσίες το επιτρέπουν, οι οποιεσδήποτε άλλες κυρώσεις πέραν των στερητικών της ελευθερίας ποινών».
Η απόφαση-πλαίσιο
9. Η απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιγράφεται «Διατάξεις σχετικά με μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας», και ειδικότερα βάσει των άρθρων της 31, στοιχεία α΄ και β΄, και 34, παράγραφος 2, στοιχείο β΄.
10. Η απόφαση-πλαίσιο, όπως τονίζει η αιτιολογική σκέψη της 6, αποτελεί «την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής, στον τομέα του ποινικού δικαίου, της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης που έχει χαρακτηριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο [το 1999 στο Tampere] ως «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας».
11. Ο κύριος σκοπός της αποφάσεως-πλαισίου είναι διττός: καταρχάς, η κατάργηση της τυπικής διαδικασίας εκδόσεως μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα πρόσωπα τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν της δικαιοσύνης αφού έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα και η επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης των υπόπτων για αξιόποινες πράξεις. Το υφιστάμενο σύστημα έκδοσης μεταξύ κρατών μελών πρέπει να αντικατασταθεί από ένα νέο, απλούστερο και ταχύτερο σύστημα παράδοσης προσώπων που εμπίπτουν στις ανωτέρω κατηγορίες μεταξύ δικαστικών αρχών προς τον σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης (7).
12. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 10, «ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών».
13. Σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 1, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος (το κράτος μέλος έκδοσης) προς τον σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος (το κράτος μέλος εκτέλεσης) προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη οφείλουν να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου.
14. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να εκδίδεται για πράξεις που τιμωρούνται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του σχετικού εντάλματος […] με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών ή, εάν έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών».
15. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, περιέχει ένα κατάλογο αξιόποινων πράξεων για τις οποίες, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος μέλος έκδοσης με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, μπορεί να υπάρξει παράδοση βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Το άρθρο 2, παράγραφος 4, ορίζει ότι «η παράδοση, προκειμένου για αξιόποινες πράξεις εκτός αυτών που καλύπτονται από την παράγραφο 2, μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι οι πράξεις για τις οποίες εκδίδεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης συνιστούν αξιόποινη πράξη δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης, ανεξαρτήτως των στοιχείων αντικειμενικής υποστάσεως ή του νομικού χαρακτηρισμού αυτής».
16. Το άρθρο 3 αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης πρέπει να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες «από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικαστεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρον ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτισθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτισθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης» (8).
17. Το άρθρο 4 περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η άρνηση εκτέλεσης επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
– όταν το πρόσωπο για το οποίο εκδίδεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης διώκεται στο κράτος μέλος εκτέλεσης για την ίδια πράξη με εκείνη στην οποία βασίζεται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (άρθρο 4, σημείο 2),
– όταν οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους εκτέλεσης αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν δίωξη για την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη ή όταν ο καταζητούμενος έχει δικαστεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης (άρθρο 4, σημείο 3),
– αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικαστεί τελεσιδίκως για τις αυτές πράξεις σε τρίτη χώρα, υπό τον όρον ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτισθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί να εκτισθεί πλέον σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας καταδίκης (άρθρο 4, σημείο 5).
18. Το άρθρο 5 προβλέπει τις εγγυήσεις που πρέπει να παρέχει το κράτος μέλος έκδοσης σε ειδικές περιπτώσεις. Το άρθρο 5, σημείο 1, ορίζει ότι, «όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς τον σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα απόντος του ενδιαφερομένου και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ’ άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση που εκδόθηκε εν τη απουσία του, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από το αν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να εξασφαλισθεί στον καθού το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ότι θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης.»
19. Το άρθρο 34 απαιτεί να λαμβάνουν τα κράτη μέλη τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003.
20. Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή τόνισε ότι, ναι μεν η απόφαση-πλαίσιο μεταφέρθηκε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο της Ιταλίας, πλην όμως ο γερμανικός νόμος περί μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο ακυρώθηκε από το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht) με απόφαση της 18ης Ιουλίου 2005. Το Bundestag ψήφισε κατά συνέπεια ένα νέο νόμο περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο στις 20 Ιουλίου 2006, λίγο μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στην υπό κρίση υπόθεση. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 2 Αυγούστου 2006 (9).
H εθνική διαδικασία και τα υποβληθέντα ερωτήματα
21. Η αναίρεση που ο J. Kretzinger άσκησε κατά της καταδίκης του από το Landgericht Augsburg εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το δικαστήριο αυτό περιγράφει ως εξής τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορά η διαδικασία της κύριας δίκης.
22. Σε δύο περιπτώσεις, τον Μάιο του 1999 και τον Απρίλιο του 2000, ο J. Kretzinger μετέφερε με φορτηγό τσιγάρα, τα οποία είχε αποκτήσει λαθραία στην Ελλάδα από τρίτους, με φορτηγό μέσω Ιταλίας και Γερμανίας με προορισμό το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα τσιγάρα αυτά ήταν κρυμμένα κάτω από άλλο φορτίο. Δεν δηλώθηκαν για τελωνειακό έλεγχο σε κανένα από τα σημεία διέλευσης.
23. Το πρώτο φορτίο που αποτελούνταν από 34 500 κούτες λαθραίων τσιγάρων κατασχέθηκε από τους υπαλλήλους της ιταλικής Guardia di Finanza στις 3 Μαΐου 1999. Ο J. Kretzinger κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα ή/και κρατήθηκε προσωρινώς για μικρό χρονικό διάστημα στην Ιταλία. Έχοντας δεχθεί την έφεση που άσκησε η εισαγγελική αρχή κατά της αθωωτικής πρωτόδικης απόφασης, το Corte d’Appello di Venezia εξέδωσε, ερήμην του κατηγορουμένου, απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2001, με την οποία τον έκρινε ένοχο εισαγωγής και κατοχής 6 900 χιλιογράμμων αλλοδαπών λαθραίων προϊόντων καπνού και μη καταβολής των αναλογούντων δασμών. Το εν λόγω δικαστήριο τον καταδίκασε «για τις δύο κατηγορίες [...] σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και οκτώ μηνών». Προκύπτει ότι η ποινή αυτή επιβλήθηκε με αναστολή. Στο ιταλικό δίκαιο, η απόφαση αυτή περιεβλήθη την ισχύ του δεδικασμένου.
24. Το δεύτερο φορτίο περιελάμβανε 14 927 κούτες λαθραίων τσιγάρων. Ο J. Kretzinger συνελήφθη στις 12 Απριλίου 2000 από την ιταλική Guardia di Finanza. Κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα ή/και κρατήθηκε προσωρινώς εκ νέου για μικρό χρονικό διάστημα στην Ιταλία. Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, το Tribunale di Ancona τον καταδίκασε, εκ νέου ερήμην και βάσει των ίδιων διατάξεων του ιταλικού δικαίου, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών (χωρίς αναστολή). Η απόφαση αυτή επίσης περιεβλήθη την ισχύ του δεδικασμένου κατά το ιταλικό δίκαιο.
25. Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του διευκρινίσεως των δύο αποφάσεων, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με βεβαιότητα ποιους ακριβώς δασμούς αφορούσε εκάστη των αποφάσεων αυτών, ειδικότερα δε αν τουλάχιστον μία από αυτές αφορούσε κατηγορία ή επέβαλε ποινή για τελωνειακή απάτη.
26. Ο J. Kretzinger κατηγορήθηκε ενώπιον του Landgericht Augsburg για τη μη καταβολή των δασμών που είχαν προκύψει κατά την αρχική εισαγωγή των λαθραίων στην Ελλάδα (κατά παράβαση του άρθρου 374 του γερμανικού τελωνειακού κώδικα) και κρίθηκε ένοχος. Το Landgericht του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και δέκα μηνών όσον αφορά το πρώτο φορτίο και ποινή φυλακίσεως ενός έτους όσον αφορά το δεύτερο φορτίο.
27. Το Landgericht Augsburg είχε γνώση των ιταλικών καταδικαστικών αποφάσεων, αλλά τόνισε ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί στον J. Kretzinger στην Ιταλία δεν είχαν εκτελεστεί. Κατ’ αυτό, μολονότι τα δύο ίδια φορτία τσιγάρων συνιστούσαν τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων εκδόθηκαν τόσο οι δύο καταδικαστικές αποφάσεις στην Ιταλία όσο και οι δικές του αποφάσεις, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ.
28. Φαίνεται ότι οι ιταλικές αρχές δεν έκαναν καμία ενέργεια βάσει της αποφάσεως-πλαισίου για να εκτελεσθούν οι καταδικαστικές αποφάσεις στην Ιταλία.
29. Ο J. Kretzinger άσκησε αναίρεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Bundesgerichtshof (του αιτούντος δικαστηρίου) σε σχέση με ένα νομικό ζήτημα. Το δικαστήριο αυτό έχει αμφιβολίες ως προς το αν η συλλογιστική στην οποία στηρίχτηκε το Landgericht Augsburg είναι συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο.
30. Ειδικότερα, διερωτάται σχετικά με το συμπέρασμα του τελευταίου αυτού δικαστηρίου ότι σε σχέση με τις καταδικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά του J. Kretzinger στην Ιταλία δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας ne bis in idem όπως προβλέπεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ και, συνεπώς, δεν πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη στη Γερμανία. Το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα αν, ως αποτέλεσμα μιας απλής διαδρομής μεταξύ Ελλάδας και βόρειας Ευρώπης, «μπορεί ένας λαθρέμπορος να καταδικαστεί, στο πλαίσιο διαφορετικών ποινικών δικών, σε καθένα από τα κράτη μέλη από τα οποία διήλθε, για κάθε φορολογικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη που διέπραξε σε κάθε διέλευση από σύνορα, καθώς και αν πρέπει, ενδεχομένως, να εκτίσει σωρευτικώς τις ποινές που του επιβλήθηκαν ή αν μια καταδικαστική απόφαση αφορώσα (αποκλειστικώς) μέρος αυτής της διαδρομής μπορεί να έχει ως συνέπεια την παύση των ποινικών διώξεων σε ολόκληρη την Ευρώπη».
31. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί συνεπώς από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
«1. Αφορά η ποινική δίωξη τα “ίδια πραγματικά περιστατικά”, κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί από ιταλικό δικαστήριο για εισαγωγή και κατοχή στην Ιταλία λαθραίων προϊόντων καπνού αλλοδαπής προελεύσεως, καθώς και για μη καταβολή των επ’ αυτών των προϊόντων φορολογικών επιβαρύνσεων κατά τη διέλευση των συνόρων, στη συνέχεια δε έχει καταδικαστεί από γερμανικό δικαστήριο, λόγω της χρονικώς προηγηθείσας κατοχής των εμπορευμάτων αυτών στην Ελλάδα, για κατοχή εμπορευμάτων για τα οποία δεν καταβλήθηκαν εισαγωγικοί δασμοί (ελληνικοί), η υποχρέωση προς καταβολή των οποίων είχε γεννηθεί προηγουμένως λόγω της πραγματοποιηθείσας από τρίτον εισαγωγής, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος είχε εξ αρχής την πρόθεση, μόλις περιήλθαν στην κατοχή του τα εμπορεύματα στην Ελλάδα, να τα μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω Ιταλίας;
2. Θεωρείται ότι μια ποινή, κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, “έχει ήδη εκτισθεί” ή “εκτίεται”
α) στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί σε στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση·
β) στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα ή/και κρατήθηκε προσωρινώς για μικρό χρονικό διάστημα και, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ο χρόνος αυτός στερήσεως της ελευθερίας του πρέπει να συνυπολογιστεί στη μετέπειτα έκτιση μιας στερητικής της ελευθερίας ποινής;
3. α) Το γεγονός ότι, κατά τις διατάξεις περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, το (πρώτο) κράτος εκδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως έχει τη δυνατότητα, ανά πάσα στιγμή, να προβεί στην εκτέλεση της περιβεβλημένης με την ισχύ του δεδικασμένου κατά την εσωτερική του νομοθεσία, αποφάσεως, και
β) το γεγονός ότι, λόγω του ότι η απόφαση εκδόθηκε ερήμην, το κράτος στο οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση δεν είχε υποχρέωση άμεσης ανταποκρίσεως σε αίτηση δικαστικής συνδρομής για έκδοση του καταδικασθέντος ή για εκτέλεση της αποφάσεως στην ημεδαπή,
επηρεάζει την ερμηνεία της κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ εκτίσεως της ποινής;»
32. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Τσεχική, η Γερμανική, η Ισπανική, η Αυστριακή, η Πολωνική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Ο συνήγορος του J. Kretzinger διορίστηκε αυτεπαγγέλτως μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό, οι κύριες παρατηρήσεις του J. Kretzinger υποβλήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουλίου 2006, κατά την οποία προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν επίσης η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες, η Ισπανία και η Επιτροπή.
33. Σημειωτέον ότι οι γραπτές παρατηρήσεις κατατέθηκαν πριν από την απόφαση Van Esbroeck (10). Ωστόσο, η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής.
Εκτίμηση
Στο πρώτο ερώτημα
34. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν τι σημαίνει η έκφραση «ίδια πραγματικά περιστατικά» του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ και, ειδικότερα, αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μεταφορά με φορτηγό, από την Ελλάδα προς το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω Ιταλίας και Γερμανίας, λαθραίων εμπορευμάτων συνιστά μια ενιαία πράξη από την άποψη της διατάξεως αυτής, στον βαθμό που ο κατηγορούμενος είχε εξαρχής την πρόθεση να μεταφέρει τα εμπορεύματα από την Ελλάδα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
35. Θεωρώ ότι τα ζητήματα που αναφύονται από το πρώτο ερώτημα έχουν τώρα πλέον απαντηθεί με την απόφαση Van Esbroeck, η οποία επιβεβαιώθηκε με τη μετέπειτα νομολογία (11).
36. Με την απόφαση Van Esbroeck, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το μοναδικό κατάλληλο κριτήριο για την εφαρμογή του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ είναι το κριτήριο της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια ότι πρόκειται για σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους» (12). Τα πραγματικά περιστατικά αποτελούν «ίδια πραγματικά περιστατικά», αν συνιστούν «ένα σύνολο πραγματικών περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων κατά χρόνο, τόπο και αντικείμενο» (13). Το Δικαστήριο απέκλεισε το κριτήριο της ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος ή της ταυτότητας του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών προκειμένου να θεωρηθούν τα πραγματικά περιστατικά ως «ίδια πραγματικά περιστατικά» κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ (14). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, αν «τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά συνιστούν ένα σύνολο πραγματικών περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων κατά χρόνο, τόπο και αντικείμενο» (15).
37. Από την απόφαση Van Esbroeck προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του J. Kretzinger στη Γερμανία για λαθρεμπόριο τσιγάρων στην Ελλάδα και η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ’ αυτού στην Ιταλία για λαθρεμπόριο των ίδιων εμπορευμάτων στην Ιταλία αφορούν πραγματικά περιστατικά άρρηκτα συνδεδεμένα κατά χρόνο, τόπο και αντικείμενο.
38. Το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να έχει συναφώς κατά νου ότι, με την απόφαση Van Esbroeck, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαδοχή γεγονότων που συνίστανται σε συνδεδεμένες πράξεις εξαγωγής και εισαγωγής «μπορεί να αποτελεί καταρχήν ένα σύνολο πραγματικών περιστατικών τα οποία, από την ίδια τη φύση τους, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα» (16). Όπως ορθώς υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Ruiz–Jarabo Colomer στην υπόθεση αυτή, «είναι ειρωνεία να γίνεται λόγος για εισαγωγή και εξαγωγή σε ένα έδαφος που υπάγεται σε μια έννομη τάξη η οποία ακριβώς έχει ως στόχο από την ίδια τη φύση της να καταργήσει τα σύνορα τόσο για τα πρόσωπα όσο και για τα αγαθά» (17).
39. Η ίδια συλλογιστική μπορεί να εφαρμοστεί εδώ κατ’ αναλογίαν. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι ο J. Kretzinger είχε την πρόθεση να μεταφέρει τα επίμαχα λαθραία εμπορεύματα οδικώς από το σημείο εισόδου τους στη Κοινότητα (την Ελλάδα) μέχρι τον τελικό προορισμό τους (το Ηνωμένο Βασίλειο) σε ένα και μόνο ταξίδι. Τούτο κατ’ ανάγκη συνεπαγόταν διαδοχικές διελεύσεις εσωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διελεύσεις αυτές αποτελούν ξεχωριστά στάδια μιας ενιαίας ολικής ενέργειας και δεν μπορούν να αποκοπούν τεχνητά. Μπορούν καταρχήν να θεωρηθούν συνδεδεμένα κατά χρόνο, κατά τόπο και (λόγω του τελικού σκοπού του ταξιδιού στο οποίο εντάσσονται και της ενότητας της πρόθεσης στα οποία στηρίζονται) κατ’ αντικείμενο. Το λαθρεμπόριο τσιγάρων στην Ελλάδα (η γερμανική ποινική δίωξη) και το λαθρεμπόριο των ίδιων τσιγάρων στην Ιταλία όταν το φορτηγό διήλθε τα ιταλικά σύνορα πηγαίνοντας προς το τελικό του προορισμό στο Ηνωμένο Βασίλειο (η Ιταλική ποινική δίωξη) φαίνεται συνεπώς να στηρίζονται στα «ίδια πραγματικά περιστατικά» κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
40. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
«Η έκφραση “τα ίδια πραγματικά περιστατικά” που διαλαμβάνεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ αφορά την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, θεωρημένων ως σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων άρρηκτα συνδεδεμένων κατά χρόνο, κατά τόπο και κατ’ αντικείμενο. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν τα πραγματικά περιστατικά στη διαδικασία της κύριας δίκης συνδέονται κατά τον τρόπο αυτό. Ωστόσο, όταν ο κατηγορούμενος είχε εκ προοιμίου την πρόθεση να μεταφέρει με μια ενιαία ενέργεια λαθραία εμπορεύματα από το σημείο εισόδου τους στον τελικό τους προορισμό εντός της Κοινότητας, οι διελεύσεις των εσωτερικών συνόρων κατά την εξέλιξη της ενέργειας αυτής μπορούν, καταρχήν, να θεωρηθούν πράξεις άρρηκτα συνδεδεμένες για τον λόγο αυτό.»
Για το δεύτερο ερώτημα
41. Το δεύτερο ερώτημα αποτελείται από δύο σκέλη.
Πρώτο σκέλος – το ερώτημα 2α
42. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μια στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο μπορεί να εξομοιωθεί με ποινή η οποία «έχει ήδη εκτισθεί» ή «εκτίεται» κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Κατωτέρω, θα χρησιμοποιώ την έκφραση «προϋπόθεση περί εκτίσεως» για να αναφέρομαι στις δύο αυτές απαιτήσεις.
43. Συμφωνώ με όλους όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις σχετικά με το ότι από την άποψη της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ μια στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή ισοδυναμεί με ποινή η οποία ή «έχει ήδη εκτισθεί» ή «εκτίεται».
44. Ακόμη και από σύντομη συγκριτική εξέταση των διαφόρων εθνικών δικαίων καταδεικνύεται ότι, μολονότι οι λεπτομέρειες των ρυθμίσεων μπορούν να ποικίλλουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, όλα αναγνωρίζουν ότι μια στερητική της ελευθερίας ποινή πού έχει επιβληθεί σε έναν κατηγορούμενο ο οποίος κρίθηκε ένοχος μπορεί, για να μειωθεί η αυστηρότητα της ποινής, να επιβληθεί με αναστολή υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Η δυνατότητα αυτή δικαιολογείται από το ότι, για σχετικά μικρής διάρκειας στερητικές της ελευθερίας ποινές που επιβάλλονται σε πρόσωπα τα οποία δεν είναι πιθανόν να υποτροπιάσουν, δεν είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας –όπως δεν είναι και προς το συμφέρον του καταδικασθέντος– να υποστούν τα πρόσωπα αυτά τις αρνητικές επιπτώσεις της φυλάκισης. Η επανένταξη του καταδικασθέντος διασφαλίζεται καλύτερα με την αναστολή, η οποία εξαρτάται από την εκ μέρους του καταδικασθέντος εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων κατά την περίοδο της αναστολής.
45. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες επιβάλλεται ποινή με αναστολή ποικίλλουν μεταξύ των διαφόρων εθνικών έννομων τάξεων, αλλά παρουσιάζουν γενικά ουσιώδεις ομοιότητες. Αφορούν τη σοβαρότητα της αξιόποινης πράξης (και συνεπώς της επιβλητέας ποινής) και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του καταδικασθέντος. Ο επιβάλλων την ποινή δικαστής διαθέτει συνήθως ορισμένη διακριτική ευχέρεια κατά την εκτίμηση των τελευταίων αυτών χαρακτηριστικών.
46. Η αναστολή εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής εξαρτάται πάντοτε από την εκ μέρους του καταδικασθέντος τήρηση ορισμένων όρων που επιβάλλει το αρμόδιο δικαστήριο για τον χρόνο της δοκιμασίας. Οι όροι αυτοί ποικίλλουν μεταξύ των κρατών μελών και εξαρτώνται επίσης από τις περιστάσεις της υποθέσεως. Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν την εκ μέρους του καταδικασθέντος τήρηση των όρων αυτών και το αρμόδιο δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να διατάξει την εκτέλεση της ποινής αν οι όροι αυτοί δεν τηρηθούν. Συνήθως το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει την εκτέλεση της ποινής, αλλά ενίοτε μπορεί να υποχρεούται προς τούτο. Εν γένει, η καταδίκη για άλλη αξιόποινη πράξη συνεπάγεται την άρση της αναστολής.
47. Σε περίπτωση άρσεως της αναστολής, η στερητική της ελευθερίας ποινή που αρχικώς επιβλήθηκε πρέπει να εκτισθεί εξ ολοκλήρου.
48. Αν ωστόσο ο καταδικασθείς τηρήσει τους όρους που επιβάλλονται κατά την περίοδο της δοκιμασίας, θεωρείται (ανάλογα με το κράτος μέλος) είτε ότι έχει εκτίσει δεόντως την ποινή του είτε ότι ουδέποτε τελέστηκε αξιόποινη πράξη και ουδέποτε εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση.
49. Επί της ουσίας, μια απόφαση που επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας με αναστολή περιλαμβάνει μία ποινή η οποία εκτίεται. Ένα πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή έχει δικαστεί, κριθεί ένοχο και καταδικαστεί. Λόγω της δοκιμαστικής περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας το πρόσωπο αυτό πρέπει να τηρήσει ορισμένους υποχρεωτικούς όρους, η κανονική του ελευθερία του πράττειν προσωρινώς περιορίζεται. Το πρόσωπο αυτό γνωρίζει επίσης ότι, αν δεν τηρήσει τους όρους της αναστολής, θα οδηγηθεί στη φυλακή για να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινή. Ζει υπό την απειλή αυτής της δαμόκλειας σπάθης.
50. Είναι συνεπώς σαφές ότι μια στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή «τιμωρεί» τον καταδικασθέντα, μολονότι σε μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι μια αμέσως εκτελούμενη στερητική της ελευθερίας ποινή. Επομένως, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναστολής, η ποινή αυτή πρέπει να θεωρείται ποινή η οποία «έχει ήδη εκτισθεί ή εκτίεται» κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
51. Σημειώνω επίσης ότι, σε ένα εθνικό πλαίσιο, ένα πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε ποινή με αναστολή θεωρείται εν γένει ότι τυγχάνει της αρχής ne bis in idem. Έχει ήδη θιγεί μια φορά και δεν πρέπει να διατρέξει τον κίνδυνο να διωχθεί εκ νέου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά (18). Δε βλέπω για ποιον λόγο το συμπέρασμα θα πρέπει να είναι διαφορετικό στο πλαίσιο της συμφωνίας του Σένγκεν.
52. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα 2α:
«Μια απόφαση επιβάλλουσα στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή υπό τον όρον ότι επί ορισμένη χρονική περίοδο ο καταδικασθείς θα τηρήσει ορισμένους όρους καθοριζόμενους σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, αποτελεί ποινή η οποία έχει ήδη εκτισθεί η εκτίεται κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ και, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, καθιστά δυνατή την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο αυτό.»
Δεύτερο σκέλος – το ερώτημα 2β
53. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν πληρούται η περί εκτίσεως προϋπόθεση που περιέχεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ αν ο κατηγορούμενος έχει για μικρό χρονικό διάστημα κρατηθεί στο αστυνομικό τμήμα ή/και τεθεί υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης και αν η στέρηση αυτή της ελευθερίας υπολογίζεται σε σχέση με την μετέπειτα έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής βάσει του δικαίου του κράτους στο οποίο εξεδόθη η απόφαση. Χάριν ευκολίας, θα αποκαλώ τη τελευταία αυτή έννοια «αρχή του συνυπολογισμού».
54. Το αιτούν δικαστήριο περιόρισε ρητώς το εύρος του ερωτήματός του στην περίπτωση των προσωρινών κρατήσεων μικρής διάρκειας. Δεν προκύπτει ωστόσο σαφώς από τη διάταξη περί παραπομπής αν οι σύντομες περίοδοι κράτησης του J. Kretzinger στην Ιταλία (19) ήσαν κρατήσεις στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης χωρίς την παρέμβαση δικαστή ή αν τέθηκε υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης με απόφαση του αρμόδιου δικαστή. Το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρει ρητώς και τα δύο είδη κρατήσεως. Για τον λόγο αυτό και υπό το φως των κατατεθεισών γραπτών προτάσεων, θα εξετάσω, πρώτα, την προσωρινή κράτηση εν γένει, ανεξάρτητα από την διάρκειά της, και, δεύτερο, τον χρόνο της κράτησης στο αστυνομικό τμήμα.
– Προσωρινή κράτηση
55. Θα ήταν χρήσιμο να αρχίσω με δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
56. Πρώτον, η προσωρινή κράτηση αποτελεί έναν ευαίσθητο τομέα του ποινικού δικαίου και των σχετικών πολιτικών στις δημοκρατικές κοινωνίες, καθόσον προστατεύει το δημόσιο συμφέρον με αντίτιμο την ατομική ελευθερία. Ο γενικός κανόνας συνίσταται στο ότι οι πολίτες δεν μπορούν να στερηθούν την ατομική τους ελευθερία παρά μόνον αν έχουν καταδικαστεί για την τέλεση αξιόποινης πράξης από αρμόδιο δικαστήριο μετά από δίκη διεξαχθείσα βάσει του νόμου (20). Για τον λόγο αυτό ακριβώς, η προσωρινή κράτηση υπόκειται σε αυστηρούς δικονομικούς και ουσιαστικούς κανόνες βάσει της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (21). Ομοίως, πρόσωπα τα οποία κατόπιν απολύονται χωρίς απαγγελία κατηγορίας ή δικάζονται και αθωώνονται μπορούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να έχουν δικαίωμα σε αποζημίωση (22).
57. Δεύτερον, ο σκοπός της προσωρινής κράτησης δεν είναι (και δεν θα μπορούσε να είναι) η τιμωρία του κατηγορουμένου για αξιόποινη πράξη για την οποία αυτός πρέπει να καταδικαστεί. Όπως έχει τονίσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο σκοπός της προσωρινής κράτησης είναι να αποτρέψει τον κίνδυνο να μην παραστεί στο δικαστήριο ο κατηγορούμενος ή, αν αφεθεί ελεύθερος, να προβεί σε ενέργειες που βλάπτουν την απονομή της δικαιοσύνης, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα ή να αναστατώσει τη δημόσια τάξη (23). Έτσι, όπως αναφέρουν η Γερμανία, η Ισπανία και η Αυστρία, μετά την άσκηση της ποινικής διώξεως η προσωρινή κράτηση επέρχεται πριν από κάθε δικαστική απόφαση ή απόλυση.
58. Όσον αφορά τώρα το υποβληθέν ερώτημα, συμφωνώ με όσους κατέθεσαν παρατηρήσεις (εξαιρουμένου προφανώς του J. Kretzinger) ότι οι περίοδοι προσωρινής κράτησης δεν μπορούν αυτομάτως να θεωρηθούν (εν όλω ή εν μέρει) έκτιση ποινής κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
59. Το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ εφαρμόζεται μόνον αν κάποιος «καταδικάστηκε αμετάκλητα». Η προσωρινή κράτηση σχετίζεται με εκκρεμή δίκη. Επομένως, εξ ορισμού, επιβάλλεται προτού κάποιος «καταδικαστεί αμετάκλητα» σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες. Με βάση μια κατά γράμμα ερμηνεία, το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ δεν μπορεί συνεπώς να εφαρμοστεί στις περιόδους αυτές, έστω και αν αυτές, βάσει του εθνικού δικαίου, πρέπει να συνυπολογιστούν για τη μετέπειτα επιμέτρηση ποινής στερητικής της ελευθερίας.
60. Επιπλέον, οι σκοποί της προσωρινής κράτησης είναι πολύ διαφορετικοί από αυτούς που επιδιώκει η κοινωνία με την εκτέλεση μιας ποινής (24).
61. Συνεπώς, απορρίπτω το επιχείρημα ότι ένα πρόσωπο το οποίο έχει τεθεί υπό προσωρινή κράτηση (ειδικώς αν η κράτηση ήταν σύντομη) πληροί ως εκ τούτου οπωσδήποτε την περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
62. Ωστόσο, όπως υποστήριξαν ο J. Kretzinger, η Αυστρία, οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή, μπορεί να υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η προσωρινή κράτηση θα έχει το αποτέλεσμα αυτό. Αν ο κατηγορούμενος ο οποίος έχει κρατηθεί προσωρινώς, στη συνέχεια καταδικάζεται και του επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή, ο κατηγορούμενος αυτός θα έχει καταδικαστεί αμετάκλητα και –στο σημείο αυτό– πληρούται η πρώτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το ζήτημα είναι αν ο χρόνος της προσωρινής κράτησης, ο οποίος βάσει του εθνικού δικαίου πρέπει να συνυπολογιστεί για την έκτιση της επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής, μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί την περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
63. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να διακριθούν δύο περιπτώσεις.
64. Στην πρώτη περίπτωση, ο χρόνος της προσωρινής κράτησης είναι τουλάχιστον ίσος προς τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε με την αμετάκλητη απόφαση. Στον βαθμό που μπόρεσα να ενημερωθώ, τα συστήματα ποινικού δικαίου όλων των κρατών μελών περιέχουν κάποια μορφή της αρχής του συνυπολογισμού (25) κατά την εκτέλεση των στερητικών της ελευθερίας ποινών. Όπως ορθώς επισημαίνουν ο συνήγορος του J. Kretzinger και η Ισπανία, η αρχή αυτή αποτελεί ειδική εκδήλωση της γενικής αρχής της αναλογικότητας στην ποινική δικαιοσύνη (και, να προσθέσω, της φυσικής δικαιοσύνης): η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη προς το έγκλημα. Έτσι, στο εθνικό δίκαιο, η στέρηση της ελευθερίας λόγω προσωρινής κρατήσεως πρέπει να αφαιρείται από τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής που τελικώς επιβάλλεται. Όταν οι περίοδοι της προσωρινής κράτησης είναι τουλάχιστον ίσες προς τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η ποινή αυτή θεωρείται ότι έχει εκτισθεί κατά τον χρόνο της προσωρινής κρατήσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, θα επιβαλλόταν στον κατηγορούμενο ποινή αυστηρότερη απ’ αυτή την οποία η κοινωνία θεωρεί κατάλληλη για το σχετικό έγκλημα.
65. Το αυτό συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί όσον αφορά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. Πράγματι, το συμπέρασμα αυτό είναι αναπόφευκτο αν θεωρηθεί, όπως εγώ θεωρώ, ότι η αρχή του συνυπολογισμού απορρέει από την εφαρμογή των απαιτήσεων της φυσικής δικαιοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας στο ποινικό δίκαιο, και ότι αυτή καθεαυτή η εν λόγω αρχή αναγορεύεται σε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (26). Επομένως, ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο δεν προέβλεπε καμία αρχή περί συνυπολογισμού (27), το κοινοτικό δίκαιο θα επέβαλλε στα κράτη μέλη να θεωρούν ότι πληρούται η περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ όταν ένας καταδικασθείς έχει τεθεί υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης εντός κράτους μέλους για χρόνο ίσο ή μεγαλύτερο από τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής που του επιβλήθηκε εντός άλλου κράτους μέλους για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, κάθε περαιτέρω ποινική δίωξη του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά θα αποκλειόταν από το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ.
66. Στη δεύτερη περίπτωση, ο χρόνος της προσωρινής κράτησης είναι μικρότερος από τον χρόνο της αμετακλήτως επιβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής. Στη περίπτωση αυτή, πρέπει να διακριθούν δύο επιμέρους περιπτώσεις.
67. Στην πρώτη επιμέρους περίπτωση, ο καταδικασθείς εκτίει το υπόλοιπο της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ήτοι τη διαφορά μεταξύ του χρόνου της προσωρινής κράτησης και του χρόνου της υποβληθείσας στερητικής της ελευθερίας ποινής) (28). Είναι προφανές ότι, δεδομένου ότι η ποινή «εκτίεται», η περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ πληρούται. Αν υποτεθεί ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, τα λοιπά κράτη μέλη πρέπει να απέχουν από την ποινική δίωξη του καταδικασθέντος για δεύτερη φορά βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών.
68. Στη δεύτερη επιμέρους περίπτωση, ο καταδικασθείς έχει τεθεί υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης, αλλά έχει απολυθεί κατά τον χρόνο της απαγγελίας της αποφάσεως περί επιβολής της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Η ποινή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πλήρως εκτισθεί (δεδομένου ότι τμήμα της πρέπει να εκτισθεί) ούτε ότι εκτίεται (δεδομένου ότι ο καταδικασθείς δεν είναι φυλακισμένος). Επομένως, η περί εκτίσεως προϋπόθεση δεν πληρούται. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο καταδικασθείς δεν μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, αν ασκηθεί περαιτέρω ποινική δίωξη κατ’ αυτού εντός άλλου κράτους μέλους για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.
69. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο καταδικασθείς θα μπορούσε ωστόσο να επικαλεσθεί, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, την αρχή του συνυπολογισμού προκειμένου να αφαιρεθεί ο χρόνος τη προσωρινής κράτησης εντός του πρώτου κράτους μέλους από τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε εντός του δευτέρου κράτους μέλους.
70. Όπως προανέφερα, θεωρώ ότι η αρχή του συνυπολογισμού αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απορρέουσα από τις αρχές της αναλογικότητας στο ποινικό δίκαιο και της φυσικής δικαιοσύνης, η οποία είναι διαφορετική από την αρχή ne bis in idem, αν και συνδέεται με αυτήν. Την εν λόγω αρχή μπορεί να επικαλεσθεί άμεσα, αυτή καθεαυτήν, ο κατηγορούμενος.
71. Έστω και αν το Δικαστήριο απορρίψει την πρόταση αυτή, το άρθρο 56 της ΣΕΣΣ (29) θα εξακολουθήσει να υποχρεώνει, όπως υποστηρίζουν η Σουηδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ένα κράτος μέλος να προσμετρά κάθε περίοδο προσωρινής κράτησης που υπέστη ο καταδικασθείς εντός άλλου κράτους μέλους στην στερητική της ελευθερίας ποινή που επιθυμεί να του επιβάλλει.
72. Η πολύ ευρεία διατύπωση του άρθρου 56 της ΣΕΣΣ καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή όταν, για οποιονδήποτε λόγο, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του ίδιου προσώπου εντός κράτους μέλους, μολονότι το εν λόγω πρόσωπο έχει καταδικασθεί για τις ίδιες πράξεις εντός άλλου κράτους μέλους (30). Μπορεί κανείς να δει ότι τούτο θα μπορούσε να συμβεί όταν εφαρμόζονται παρεκκλίσεις από το άρθρο 55 της ΣΕΣΣ ή όταν ένα πρόσωπο έχει «καταδικαστεί», αλλά δεν πληρούται η περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Υπό άλλες περιστάσεις, θα ίσχυε η αρχή ne bis in idem του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
– Ο χρόνος της κράτησης στο αστυνομικό τμήμα
73. Στα περισσότερα κράτη μέλη επιτρέπεται στην αστυνομία να προβεί στην κράτηση ενός υπόπτου για σύντομο χρονικό διάστημα προκειμένου να τον ανακρίνει ή να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση. Γενικώς, τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 48 έως 72 ώρες, μετά την πάροδο των οποίων ο ύποπτος πρέπει να προσαχθεί στον αρμόδιο ανακριτή που θα αποφασίσει την παράταση ή όχι της κράτησης, τη θέση του υπόπτου υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης ή την απόλυση του υπόπτου μετά ή άνευ απαγγελίας κατηγορίας (31). Όπως συμβαίνει και με την προσωρινή κράτηση (και για τους ίδιους λόγους που αφορούν την πρωταρχική αξία της ατομικής ελευθερίας, τις ουσιώδεις δημοκρατικές αξίες και την τήρηση του δικαίου), η κράτηση στο αστυνομικό τμήμα υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 5, παράγραφοι 1, στοιχείο γ΄, και 3, της ΕΣΔΑ, όπως την ερμηνεύει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (32).
74. Δε βλέπω να υπάρχει κάποιος έγκυρος λόγος για τον οποίο τα χρονικά διαστήματα της κράτησης στο αστυνομικό τμήμα θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τον χρόνο της προσωρινής κράτησης, όσον αφορά την περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ (33). Η ίδια συλλογιστική ισχύει mutatis mutandis.
75. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος:
«Το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος έχει κρατηθεί σε αστυνομικό τμήμα ή/και o χρόνος της προσωρινής κράτησης εντός κράτους μέλους δεν πρέπει να θεωρούνται ποινή που έχει ήδη εκτισθεί ή εκτίεται κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, εκτός αν τα χρονικά αυτά διαστήματα είναι τουλάχιστον ίσα προς τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε σχέση με την οποία ο καταδικασθείς κρατήθηκε σε αστυνομικό τμήμα ή τέθηκε υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης.»
Το τρίτο ερώτημα
76. Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η απόφαση-πλαίσιο επηρεάζει ή όχι την ερμηνεία της «περί εκτίσεως προϋποθέσεως» του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Το τρίτο ερώτημα συνίσταται επίσης από δύο σκέλη.
77. Όπως προανέφερα (34), ο νόμος που μετέφερε την απόφαση-πλαίσιο στο εσωτερικό δίκαιο της Γερμανίας ακυρώθηκε από το Bundesverfassungsgericht στις 18 Ιουλίου 2005, ήτοι μία ημέρα πριν από την υποβολή στο Δικαστήριο της υπό κρίση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Η απόφαση-πλαίσιο φαίνεται ότι δεν έχει πλέον εφαρμογή στη Γερμανία. Ένας νέος νόμος περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο ψηφίστηκε ωστόσο στις 20 Ιουλίου 2006 και τέθηκε σε ισχύ στις 2 Αυγούστου 2006, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στην υπό κρίση υπόθεση.
78. Όπως επισήμανε η Τσεχική Δημοκρατία, δεν είναι σαφές γιατί μια απάντηση στο τρίτο ερώτημα –που αφορά τα αποτελέσματα των ερήμην εκδιδομένων αποφάσεων και ειδικότερα του άρθρου 5, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου, επί του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ– αφορά την έκβαση της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Οι ιταλικές αρχές δεν εξέδωσαν ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη περί παραπομπής, δεν έχουν την πρόθεση να το πράξουν.
79. Για τους λόγους αυτούς, το τρίτο ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αμιγώς υποθετικό και συνεπώς απαράδεκτο σύμφωνα με τη νομολογία (35).
80. Ωστόσο, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, είναι δυνατόν τα ερωτήματα αυτά, από τα οποία ανακύπτει σαφώς ένα ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, να μπορούν να αφορούν τη διαδικασία της κύριας δίκης. Μόνο το αιτούν δικαστήριο μπορεί να το εκτιμήσει αυτό. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο οφείλει, καταρχήν, να αποφανθεί επ’ αυτών (36).
81. Επιπλέον, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, το αιτούν δικαστήριο τονίζει, με τη διάταξη περί παραπομπής, ότι το νομικό καθεστώς των αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην από αλλοδαπά δικαστήρια στασιάζεται στη Γερμανία. Φαίνεται συνεπώς ότι μια απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να είναι χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο για να εκτιμήσει το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιες δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα από το άρθρο 5, σημείο 1, της αποφάσεως-πλαισίου, στο πλαίσιο του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
82. Κατά συνέπεια, θα προτείνω μια απάντηση σε αμφότερα τα σκέλη του τρίτου ερωτήματος.
83. Επισημαίνω επίσης ότι το τρίτο ερώτημα αφορά την περίπτωση κατά την οποία έχει εκδοθεί ένα ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως για την εκτέλεση «ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας» κατά του εκζητουμένου προσώπου. Η ανάλυσή μου περιορίζεται στις περιστάσεις αυτές.
Πρώτο σκέλος – ερώτημα 3α
84. Με το πρώτο σκέλος ερωτάται κατ’ ουσίαν αν η ερμηνεία της εννοίας «έκτιση» κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ επηρεάζεται από το γεγονός ότι, βάσει της αποφάσεως-πλαισίου όπως αυτή μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο, το εκδίδον το ένταλμα κράτος μέλος (στη περίπτωση αυτή η Ιταλία), στο οποίο εκδόθηκε η αμετάκλητη απόφαση, μπορεί να ζητήσει τη σύλληψη και την παράδοση του καταδικασθέντος από το κράτος μέλος της εκτέλεσης (στην περίπτωση αυτή τη Γερμανία) προκειμένου να εκτελέσει την απόφαση αυτή ανά πάσα στιγμή.
85. Δεν μπορώ να δω κατά ποιο τρόπο η απόφαση-πλαίσιο επηρεάζει την ερμηνεία της περί εκτίσεως προϋποθέσεως του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
86. Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου ορίζει ότι ο σκοπός της εκδόσεως του εντάλματος συλλήψεως συνίσταται στη σύλληψη και την παράδοση από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για «την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας».
87. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου αναφέρει ρητώς, μεταξύ των λόγων για τους οποίους η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την περίπτωση κατά την οποία «από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικαστεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτισθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτισθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης».
88. Από τις διατάξεις αυτές απορρέει κατά λογική ακολουθία ότι, όταν ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί μετά από καταδικαστική απόφαση για την εκτέλεση της απόφασης αυτής, η περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ δεν πληρούται εξ ορισμού. Είναι προφανές ότι ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την εκτέλεση μιας στερητικής της ελευθερίας ποινής εκδίδεται ακριβώς επειδή η ποινή που επιβλήθηκε με τη σχετική καταδικαστική απόφαση δεν έχει εκτισθεί ούτε εκτίεται. Το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ δεν μπορεί συνεπώς να έχει εφαρμογή. Επομένως, υπό τις περιστάσεις αυτές, η αρχή ne bis in idem δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να ασκήσει ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, έστω και αν ο οικείος κατηγορούμενος έχει δικαστεί και καταδικαστεί για τα ίδια πραγματικά περιστατικά εντός άλλου κράτους μέλους.
89. Προκύπτει συνεπώς σαφώς από την απόφαση-πλαίσιο ότι η έκδοση ενός ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πόσω μάλλον η απλή δυνατότητα της έκδοσής του στο μέλλον, δεν επηρεάζει την αρχή ne bis in idem. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, η αρχή ne bis in idem ρυθμίζει το αν θα εκτελεστεί η όχι ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που έχει εκδοθεί βάσει της αποφάσεως-πλαισίου.
90. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι, όπως τόνισε η Αυστρία με τις παρατηρήσεις της, τα μέρη της συμφωνίας του Σένγκεν (37) δεν είναι τα ίδια με αυτά τα οποία υπόκεινται στην απόφαση-πλαίσιο. Αν η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ εξαρτιόταν από τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου, το αποτέλεσμα θα ήταν η ανασφάλεια δικαίου.
91. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος:
«Η έννοια της εκτίσεως κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος στο οποίο ένας κατηγορούμενος καταδικάστηκε με αμετάκλητη κατά το εσωτερικό δίκαιο καταδικαστική απόφαση μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την παράδοση του καταδικασθέντος προκειμένου να εκτελεστεί η καταδικαστική απόφαση βάσει της αποφάσεως-πλαισίου, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών».
Δεύτερο σκέλος – ερώτημα 3 β
92. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος ερωτάται κατ’ ουσίαν αν η ερμηνεία της περί εκτίσεως προϋποθέσεως του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ επηρεάζεται από το γεγονός ότι η απόφαση την οποία αφορά το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί ερήμην.
93. Το αιτούν δικαστήριο αναλύει το ερώτημα αυτό αναφερόμενο στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Θεωρεί ότι η δυνατότητα να εξαρτηθεί από μια νέα δίκη η παράδοση του καταδικασθέντος υπό τις περιστάσεις που διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το αν οι Ιταλικές καταδίκες πρέπει να χαρακτηριστούν ως «αμετάκλητες» καταδίκες κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ (υποτεθειμένου ότι η έννοια «αμετάκλητα» δεν πρέπει να ορισθεί αποκλειστικά με αναφορά στο εσωτερικό δίκαιο). Το αιτούν δικαστήριο επισύρει την προσοχή στο ενδεχόμενο να παραμείνουν ατιμώρητες κάποιες πράξεις που αφορούν διάφορα κράτη μέλη και οι οποίες στρέφονται επίσης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Τούτο θα συνέβαινε αν η ερήμην εκδοθείσα απόφαση ενός κράτους μέλους είχε ως αποτέλεσμα να παρακωλύει την ποινική δίωξη εντός άλλων κρατών μελών, χωρίς όμως η ερήμην εκδοθείσα απόφαση να έχει εκτελεστεί και χωρίς το κράτος εκδόσεως της αποφάσεως να έχει αναλάβει οποιαδήποτε ενέργεια για την εκτέλεσή της (38).
94. Η διατύπωση του ερωτήματος επικεντρώνεται στην επίπτωση που οι ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις εντός του πρώτου κράτους μέλους μπορούν να έχουν στην ερμηνεία της περί εκτίσεως προϋποθέσεως του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Ωστόσο, όπως πολλοί από αυτούς που κατέθεσαν παρατηρήσεις ορθώς επισήμαναν, η ουσία του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου φαίνεται να είναι μάλλον το αν οι ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις πρέπει να θεωρούνται «αμετάκλητες» αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
95. Tο άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει ρητώς την επίπτωση που έχουν οι ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει ότι, αν ο καταζητούμενος «δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ’ άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση που εκδόθηκε [ερήμην του], η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από το αν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ώστε να εξασφαλιστεί στον καθού το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ότι θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης».
96. Η διάταξη αυτή αντικατοπτρίζει τις απαιτήσεις που έχει επιβάλει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με τη νομολογία του σχετικά με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή (και αντίθετα προς τη θέση που υποστηρίζει η Πολωνία), οι ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις δεν είναι, αυτές καθεαυτές, ασύμβατες προς το άρθρο 6 της Συμβάσεως. Πρέπει ωστόσο να εκδίδονται τηρουμένων των αυστηρών δικονομικών και ουσιαστικών απαιτήσεων της ΕΣΔΑ, προκειμένου να μην παραβλάπτεται η χρηστή απονομή της δικαιοσύνης. Κατ’ ουσίαν, οι ερήμην εκδιδόμενες αποφάσεις επιτρέπονται βάσει της ΕΣΔΑ, μόνον όταν αποδεικνύεται χωρίς διφορούμενα ότι ο καταδικασθείς παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να παρίσταται στη δίκη ή είχε την πρόθεση να μην παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου (39).
97. Αν λάβουμε κατά γράμμα το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, η άμεση απάντηση (όπως ορθώς παρατηρεί η Ισπανία) πρέπει να είναι ότι το γεγονός ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις εκδίδονται ερήμην δεν επηρεάζει την περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για την εκτέλεση μιας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως προϋποθέτει, εξ ορισμού, ότι δεν πληρούται η περί εκτίσεως προϋπόθεση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Το ότι δεν πληρούται επειδή ο καταδικασθείς καταδικάστηκε ερήμην (οπότε η απόφαση ουδέποτε μπορούσε να εκτελεστεί) ή επειδή ο καταδικασθείς διέφυγε της δικαιοσύνης μετά την έκδοση της αποφάσεως δεν επηρεάζει το απλό γεγονός ότι η απόφαση δεν έχει εκτελεστεί. Το συμπέρασμα που κατ’ ανάγκην ακολουθεί είναι ότι το αν η εκτέλεση ή η μη εκτέλεση του εντάλματος αυτού μπορεί να επηρεάζεται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου δεν έχει καμία σημασία για την ορθή ερμηνεία του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ (40).
98. Όπως έχω αναφέρει, πίσω από το πράγματι υποβληθέν ερώτημα κρύβεται το ερώτημα αν, με βάση το άρθρο 5 της αποφάσεως-πλαισίου, μια ερήμην εκδοθείσα απόφαση πρέπει να θεωρείται «αμετάκλητη» απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ. Μέρος της απαντήσεως στο ερώτημα αυτό βρίσκεται στην απόφαση Gözütok και Brügge (41). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αποφάσεις οι οποίες, κατά το εσωτερικό δίκαιο, αποκλείουν οριστικώς περαιτέρω διαδικασία ή παύουν οριστικώς την ποινική δίωξη πρέπει να θεωρούνται «αμετάκλητες» αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
99. Είναι σαφές ότι, όπως προκύπτει τόσο από την απόφαση του Δικαστηρίου Gözütok και Brügge όσο και από τη διατύπωση του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, εναπόκειται στην έννομη τάξη του κράτους μέλους στο οποίο εξεδόθη η απόφαση να καθορίσει αν, και υπό ποιες περιστάσεις, μια δικαστική απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, παύει οριστικά την ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά βάσει του εθνικού δικαίου και αποτελεί αμετάκλητη απόφαση. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει με άλλες διεθνείς πράξεις, ειδικότερα με το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της ΕΣΔΑ, που διέπει την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem σε εθνικό επίπεδο. Όλες οι πράξεις αυτές αναθέτουν στην εσωτερική έννομη τάξη τη μέριμνα του καθορισμού του τι αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία παύει οριστικώς η ποινική δίωξη (42).
100. Όταν εκτιμούν έναν ισχυρισμό στηριζόμενο στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ τον οποίο προβάλλει ένα πρόσωπο που καταδικάστηκε ερήμην εντός κράτους μέλους, όλα τα άλλα κράτη μέλη δεσμεύονται κατά συνέπεια από το αν το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση θεωρεί την ερήμην εκδοθείσα απόφαση ως «αμετάκλητη» απόφαση. Αν ναι, και εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, η απόφαση αυτή θα προκαλέσει την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στο υπερεθνικό πλαίσιο του Σένγκεν, σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία στηρίζεται το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ (43).
101. Το συμπέρασμα αυτό εξαρτάται από μια σημαντική προϋπόθεση. Κατά την ερήμην διεξαχθείσα δίκη που κατέληξε στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Δυνάμει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι απαιτήσεις αυτές έχουν εφαρμογή και στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Μια ερήμην εκδοθείσα απόφαση που δεν συνάδει με την ΕΣΔΑ, έστω και αν εθεωρείτο έγκυρη και αμετάκλητη βάσει του εθνικού δικαίου, θα συνιστούσε ipso facto παραβίαση αυτών των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου που αφορούν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Επομένως, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί νομίμως «αμετάκλητη» απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ.
102. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο η διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου απηχεί τις προϋποθέσεις που έχει καθορίσει η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ κατά τον καθορισμό των κριτηρίων της εγκυρότητας μιας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως.
103. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος την ακόλουθη απάντηση:
«Η έννοια της εκτίσεως κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους της εκτέλεσης δεν οφείλουν αυτομάτως να εκτελέσουν ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε για να εκτελεστεί μια καταδικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο ερήμην διεξαχθείσας δίκης.
Όταν, στην έννομη τάξη του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, μια ερήμην εκδοθείσα απόφαση αποκλείει κάθε περαιτέρω ποινική δίωξη, τούτο συνεπάγεται ότι με την απόφαση αυτή ένα πρόσωπο καταδικάστηκε αμετάκλητα κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη δίκη τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που εγγυώνται τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αυτά προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών».
Πρόταση
104. Κατόπιν των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο:
1) Η έκφραση “τα ίδια πραγματικά περιστατικά” που διαλαμβάνεται στο άρθρο 54 της ΣΕΣΣ αφορά την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών, θεωρημένων ως σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων άρρηκτα συνδεδεμένων κατά χρόνο, κατά τόπο και κατ’ αντικείμενο. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει αν τα πραγματικά περιστατικά στη διαδικασία της κύριας δίκης συνδέονται κατά τον τρόπο αυτό. Ωστόσο, όταν ο κατηγορούμενος είχε εκ προοιμίου την πρόθεση να μεταφέρει με μια ενιαία ενέργεια λαθραία εμπορεύματα από το σημείο εισόδου τους στο τελικό τους προορισμό εντός της Κοινότητας, οι διελεύσεις των εσωτερικών συνόρων κατά την εξέλιξη της ενέργειας αυτής μπορούν, καταρχήν, να θεωρηθούν πράξεις άρρηκτα συνδεδεμένες για τον λόγο αυτό.
2 α) Μια απόφαση επιβάλλουσα στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή υπό τον όρον ότι επί ορισμένη χρονική περίοδο ο καταδικασθείς θα τηρήσει ορισμένους όρους καθοριζόμενους σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, αποτελεί ποινή η οποία έχει ήδη εκτισθεί η εκτίεται κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ και, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, καθιστά δυνατή την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο αυτό.
2 β) Το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος έχει κρατηθεί σε αστυνομικό τμήμα ή/και o χρόνος της προσωρινής κράτησης εντός κράτους μέλους δεν πρέπει να θεωρούνται ποινή που έχει ήδη εκτισθεί ή εκτίεται κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, εκτός αν τα χρονικά αυτά διαστήματα είναι τουλάχιστον ίσα προς τον χρόνο της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε σχέση με την οποία ο καταδικασθείς κρατήθηκε σε αστυνομικό τμήμα ή τέθηκε υπό καθεστώς προσωρινής κράτησης.
3 α) Η έννοια της εκτίσεως κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος στο οποίο ένας κατηγορούμενος καταδικάστηκε με αμετάκλητη κατά το εσωτερικό δίκαιο καταδικαστική απόφαση μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για την παράδοση του καταδικασθέντος προκειμένου να εκτελεστεί η καταδικαστική απόφαση βάσει της αποφάσεως-πλαισίου, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.
3 β) Η έννοια της εκτίσεως κατά το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, οι δικαστικές αρχές του κράτους μέλους της εκτέλεσης δεν οφείλουν αυτομάτως να εκτελέσουν ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε για να εκτελεστεί μια καταδικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο ερήμην διεξαχθείσας δίκης.
Όταν, στην έννομη τάξη του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, μια ερήμην εκδοθείσα απόφαση αποκλείει κάθε περαιτέρω ποινική δίωξη, τούτο συνεπάγεται ότι με την απόφαση αυτή ένα πρόσωπο «καταδικάστηκε αμετάκλητα» κατά την έννοια του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη δίκη τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου που εγγυώνται τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αυτά προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 2000, L 239, σ. 19.
3 – ΕΕ 2002, L 190, σ. 1.
4 – Που προσαρτήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
5 – ΕΕ 2000, L 239, σ. 13.
6 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.
7 – Αιτιολογική σκέψη 5.
8 – Άρθρο 3, παράγραφος 2.
9 – Bundesgesetzblatt 2006, Teil Nr 6 της 25ης Ιουλίου 2006.
10 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, C-436/04 (Συλλογή 2006, σ. I-2333). Ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer είχε διατυπώσει τις παρατηρήσεις του στις 20 Οκτωβρίου 2005.
11 – Βλ. αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C-150/05, Van Straaten, και C-467/04, Gasparini, οι οποίες δεν έχουν ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
12 – Σκέψη 36.
13 – Σκέψη 38.
14 – Απόφαση Van Esbroeck (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψεις 31, 32 και 33). Όταν για τα ίδια πραγματικά περιστατικά επιβάλλονται σωρευτικά κυρώσεις σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο έχει απαιτήσει επιπλέον, για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, να υπάρχει ταυτότητα του εννόμου συμφέροντος που προστατεύεται από το Κοινοτικό και το εθνικό δίκαιο. Για τους λόγους που εξέθεσα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Gasparini, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 11, σημεία 155 ως 158, θεωρώ ότι η φαινομενική αντίφαση μεταξύ των δύο νομολογιακών λύσεων μπορεί να επιλυθεί.
15 – Σκέψη 38.
16 – Σκέψη 37.
17 – Σημείο 52 των προτάσεών του, που παρατέθηκαν στην υποσημείωση 10 ανωτέρω.
18 – Βλ. την ανάλυση της συσχέτισης μεταξύ του κανόνα κατά της διπλής ενοχοποίησης και της αρχής ne bis in idem που εκτίθεται στα σημεία 72 ως 77 των προτάσεών μου στην υπόθεση Gasparini, που προπαρατίθεται στην υποσημείωση 11 ανωτέρω.
19 – Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ότι ο J. Kretzinger κρατήθηκε μόνο μία ημέρα από την αστυνομία όσον αφορά την πρώτη ποινική δίωξη. Κανένα τέτοιο σχετικό στοιχείο δεν είναι διαθέσιμο όσον αφορά τη δεύτερη ποινική δίωξη στην Αγκώνα.
20 – Βλ. άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο γ΄ και 3, της ΕΣΔΑ.
21 – Υπάρχει συναφώς άφθονη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο γ΄, και 3, της ΕΣΔΑ. Βλ., ειδικότερα, Jecius κατά Λιθουανίας, αριθ. 34578/97 ΧΧΧ ΕΔΔΑ 2000-ΙΧ.
22 – Τούτο συμβαίνει για παράδειγμα στη Γαλλία.
23 – Βλ., για παράδειγμα, Smirnova κατά Ρωσίας, αριθ. 46133/99 και 48183/99, παράγραφος 59 ΕΔΔΑ 2003-IX και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία.
24 – Βλ. σημείο 57 ανωτέρω.
25 – Η αρχή αυτή αποκαλείται ειδικώς principe d'imputation στο γαλλικό ποινικό δίκαιο ή Anrechnungsprinzip στο γερμανικό ποινικό δίκαιο. Βλ. επίσης την απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Regina κατά Governor of Her Majesty’s Prison Brockhill, Ex parte Evans (Νο 2) [2001] 2 AC 19, όπου ο Lord Hope of Craighead αναφέρθηκε «στη γενική αρχή […] κατά την οποία οι περίοδοι της προσωρινής κράτησης που σχετίζονται μόνο με την αξιόποινη πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του χρόνου της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβάλλεται στον καταδικασθέντα». Η αρχή αυτή διαφαίνεται στο άρθρο 26, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου (που αποτελεί τμήμα του κεφαλαίου 3 το οποίο τιτλοφορείται «Αποτελέσματα της παράδοσης»), σύμφωνα με το οποίο «το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος αφαιρεί τυχόν περίοδο κράτησης που απορρέει από την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη συνολική διάρκεια στέρησης της ελευθερίας στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος λόγω καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας». Σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως είναι η Γερμανία και τμήματα του Ηνωμένου Βασίλειου, οι δικονομικοί κανόνες επιτρέπουν στο αρμόδιο δικαστήριο να απορρίψει την εφαρμογή της αρχής για λόγους συνδεόμενους με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την προσωρινή κράτηση. Οποιαδήποτε όμως απόκλιση πρέπει να αιτιολογείται δεόντως.
26 – Βλ. την ανάλυση στα σημεία 53 ως 64 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-367/05, Kraaijenbrink, τις οποίες επίσης διατύπωσα σήμερα.
27 – Το ενδεχόμενο αυτό είναι βεβαίως αμιγώς θεωρητικό. Όπως εξήγησα ανωτέρω, όλα τα εθνικά ποινικά δίκαια αναγνωρίζουν την αρχή του συνυπολογισμού του χρόνου της προσωπικής κράτησης.
28 – Ή συμπληρώνει την περίοδο δοκιμασίας που συνοδεύει την επιβολή ποινής με αναστολή, όπως περιγράφηκε ανωτέρω.
29 – Θεωρώ ότι το άρθρο 56 της ΣΕΣΣ απλώς διατυπώνει τη γενική αρχή του συνυπολογισμού (η οποία ισχύει για κάθε προηγούμενη ποινή που έχει επιβληθεί για τις ίδιες πράξεις, όποια και αν είναι η φύση της) στο πλαίσιο της συμφωνίας του Σένγκεν και μόνον όσον αφορά στερητικές της ελευθερίας ποινές. Το γεγονός ότι τα άρθρα 54 και 56 περιλαμβάνονται αμφότερα στο κεφάλαιο 3 του τίτλου III της ΣΕΣΣ, υπό τον τίτλο «Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem», ουδόλως επηρεάζει το γεγονός ότι αποτελούν δύο αυτοτελείς αρχές του κοινοτικού δικαίου. Εξετάζω την αρχή του συνυπολογισμού στις προτάσεις που διετύπωσα στην υπόθεση Kraaijenbrink (παρατεθείσα στην υποσημείωση 26), στα σημεία 53 ως 64, όπου και κάνω αναφορά στην ανάλυση αυτή.
30 – Στην υπόθεση Kraaijenbrink (που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 26), η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών αντιτάχθηκε έντονα στα όσα προφορικά υποστήριξε η Επιτροπή προς την κατεύθυνση αυτή. Βλ. σημείο 54 των προτάσεών μου στην υπόθεση αυτή.
31 – Οι κανόνες που εφαρμόζονται στην κράτηση στο αστυνομικό τμήμα των προσώπων που είναι ύποπτα για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων μπορούν να είναι λιγότερο προστατευτικές της ατομικής ελευθερίας.
32 – Η απόφαση αναφοράς στη νομολογία είναι η απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1988, Brogan κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (11209/84, 11234/84, 11266/84, 11386/85) (σειρά Α αριθ. 145-Β).
33 – Είναι αληθές ότι σε ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις προβλέπεται ότι ορισμένες περίοδοι κράτησης στο αστυνομικό τμήμα (συνήθως αυτές που δεν υπερβαίνουν τις 24 ώρες) δεν πρέπει να αφαιρούνται από την τελικώς επιβαλλόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή. Τούτο αποτελεί αμελητέα εξαίρεση από τον συνήθη κανόνα.
34 – Σημείο 20 ανωτέρω.
35 – Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση Van Straaten (που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 11, σκέψη 34).
36 – Όπ.π., σκέψη 33.
37 – Ενώ η απόφαση-πλαίσιο έχει εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η ΣΕΣΣ έχει εφαρμογή μόνο στα κράτη μέλη που έχουν πλήρως μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο το κεκτημένο του Σένγκεν, πλέον της Νορβηγίας και της Ισλανδίας ως συμβαλλομένων μερών της ΣΕΣΣ και του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 54 έως 58 της ΣΕΣΣ. Βλ. το σημείο 75 των προτάσεών μου στην υπόθεση Gasparini, (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11).
38 – Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, αυτό ακριβώς συνέβη όσον αφορά τις ποινές που επιβλήθηκαν στην Ιταλία.
39 – Οι αρχές που έχουν εφαρμογή στις ερήμην εκδιδόμενες αποφάσεις συνοψίστηκαν προσφάτως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την απόφασή του της 1ης Μαρτίου 2006, Sejdovic κατά Ιταλίας (56581/00, σκέψη 81 επ.).
40 – Βλ. την ανάλυση που έκανα στα σημεία 85 έως 90 ανωτέρω όσον αφορά το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, η οποία επίσης έχει εδώ εφαρμογή.
41 – Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2003, C-187/01 και C-385/01 (Συλλογή 2003, σ. Ι-1345).
42 – Βλ. επίσης το άρθρο 14, παράγραφος 7, της διεθνούς συμβάσεως περί των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, που συνήφθη στις 16 Δεκεμβρίου 1966, το οποίο ορίζει ότι «ουδείς μπορεί να δικαστεί ή να καταδικαστεί εκ νέου για αξιόποινη πράξη για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το δίκαιο και την ποινική δικονομία κάθε χώρας.»
43 – Βλ. απόφαση Gözütok και Brügge (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 41).
Full & Egal Universal Law Academy