ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-289/05
Länsstyrelsen i Norrbottens län
κατά
Lapin liitto
(αίτηση του Rovaniemen hallinto-oikeus για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Rovaniemen hallinto-oikeus – Ερμηνεία του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1685/2000 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά Ταμεία – Συνυπολογισμός των γενικών εξόδων»
I – Εισαγωγή
1. Το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει την ερμηνεία του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού (EK) 1685/2000 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά Ταμεία (2). Το φινλανδικό Rovaniemen hallinto-oikeus (διοικητικό πρωτοδικείο) ζητεί από το Δικαστήριο να του διευκρινίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες έμμεσα έξοδα μπορούν να καλύπτονται εν μέρει ως δαπάνες αφορώσες δράση συγχρηματοδοτούμενη από τα διαρθρωτικά Ταμεία.
II – Νομικό πλαίσιο
2. Αφορμή για τη διαφορά έδωσε η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με τα διαρθρωτικά Ταμεία (3). Στο πλαίσιο των διαρθρωτικών Ταμείων μπορούν να χορηγούνται ορισμένες ενισχύσεις με σκοπό τη στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, ειδικότερα τη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων αναπτύξεως των διαφόρων περιοχών και τη μείωση της καθυστερήσεως των πλέον μειονεκτικών περιοχών (4). Η ενίσχυση χορηγείται με μορφή συγχρηματοδοτήσεως, από την Κοινότητα, διαφόρων σχεδίων που επιλέγουν τα κράτη μέλη.
3. Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι δράσεις που χρηματοδοτούν τα διαρθρωτικά Ταμεία έχει, κατ’ ουσίαν, ως ακολούθως.
4. Ο κανονισμός 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (5), προσδιορίζει τρεις προτεραιότητες σκοπών της κοινοτικής διαρθρωτικής πολιτικής:
– ο πρώτος σκοπός αφορά την ανάπτυξη και τη διαρθρωτική προσαρμογή των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών. Οι περιοχές στις οποίες αναφέρεται ο σκοπός αυτός έχουν εισόδημα ανά κάτοικο μικρότερο από το 75 % του κοινοτικού μέσου όρου. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι καλούμενες εξόχως απόκεντρες περιοχές (6), καθώς και ορισμένες ζώνες στη Φινλανδία και τη Σουηδία όπου η πυκνότητα πληθυσμού είναι εξαιρετικά χαμηλή,
– ο δεύτερος σκοπός αφορά τη στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκροτήσεως περιοχών που αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά προβλήματα. Πρόκειται κυρίως για φθίνουσες αγροτικές περιοχές, για αστικές περιοχές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και για εξαρτώμενες από την αλιεία περιοχές που διέρχονται κρίση,
– ο τρίτος σκοπός αφορά την προσαρμογή και τον εκσυγχρονισμό των πολιτικών και των συστημάτων εκπαιδεύσεως, καταρτίσεως και απασχολήσεως και με αυτόν επιδιώκεται κυρίως η καταπολέμηση της ανεργίας μακράς διαρκείας και της ανεργίας των νέων και η ένταξη των ευάλωτων ομάδων στην αγορά εργασίας.
5. Η ενίσχυση χορηγείται με μορφή συγχρηματοδοτήσεως προγραμμάτων που προβλέπονται στο πλαίσιο ενός των προαναφερθέντων σκοπών. Τα διαφόρα διαρθρωτικά Ταμεία χρηματοδοτούν επιπλέον καινοτόμες δραστηριότητες και κοινοτικές πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα Interreg, που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υποθέσεως (7).
6. Η συγκεκριμένη εκτέλεση των δράσεων τις οποίες συγχρηματοδοτούν τα διαρθρωτικά Ταμεία στηρίζεται σε τρεις αρχές. Πρόκειται, πρώτον, για την αρχή της συμπληρωματικότητας, που σημαίνει ότι η κοινοτική συνεισφορά αποτελεί συμπλήρωμα της συμμετοχής των κρατών μελών στη χρηματοδότηση των δράσεων αυτών (8). Η κοινοτική συμμετοχή προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, μιαν οικονομική εισφορά σε εθνικό, περιφερειακό ή και τοπικό επίπεδο, η οποία προστίθεται στην οικονομική συνεισφορά της Κοινότητας (9). Η δεύτερη αρχή είναι η αρχή του πλαισίου κοινοτικής στηρίξεως. Οι προαναφερθέντες εταίροι συντάσσουν ένα πολυετές σχέδιο για την οικεία περιφέρεια, εκθέτοντας όλα τα επιμέρους σχέδια με τα ενδεχόμενα αποτελέσματά τους, πολυετές σχέδιο βάσει του οποίου η χρηματοδότηση μπορεί στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί (10). Η τρίτη αρχή είναι η αρχή της εταιρικής σχέσεως. Καθένα από τα μετέχοντα στο σχέδιο και στη χρηματοδότηση του προγράμματος μέρη, δηλαδή η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές, τις οποίες καθορίζει κάθε κράτος μέλος, έχει τη δική του ευθύνη και πρέπει να ενεργεί σε στενή συνεργασία με τα υπόλοιπα (11).
7. Ο κανονισμός 1260/1999 περιλαμβάνει λεπτομερείς κανόνες προς εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της χορηγήσεως των ενισχύσεων. Προς τούτο, προσδιορίζει με ακρίβεια τις αρμοδιότητες των εταίρων τους οποίους αφορά η εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού, δηλαδή των κρατών μελών, των εκτελεστικών οργάνων τους και της Επιτροπής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κανονισμός εισάγει μια αποκεντρωμένη δομή.
8. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ορθή διαχείριση των κοινοτικών πόρων. Είναι υπεύθυνα σε πρώτο βαθμό για την ορθή εκτέλεση από οικονομικής πλευράς:
– μέσω της διαχειριστικής αρχής, που είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματικότητα και την κανονικότητα της διαχειρίσεως του οικείου προγράμματος (12),
– μέσω της «αρχής πληρωμής», που βεβαιώνει τις δαπάνες (13) και είναι αρμόδια να συντάσσει και να υποβάλλει αιτήσεις πληρωμής και να λαμβάνει τις πληρωμές της Επιτροπής (14),
– με την εφαρμογή εθνικών κανόνων στις δαπάνες που μπορούν να τύχουν συμμετοχής των Ταμείων όταν δεν υπάρχει σχετικός κοινοτικός κανόνας (15).
9. Επιπλέον, τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη σε πρώτο βαθμό για τον δημοσιονομικό έλεγχο των παρεμβάσεων (16). Είναι υπεύθυνα για την ποιότητα των συστημάτων διαχειρίσεως και ελέγχου και τη χρησιμοποίηση των κονδυλίων που τίθενται στη διάθεσή τους (17). Προς τούτο, τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργάζονται με την Επιτροπή ώστε να εξασφαλίζεται η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των κοινοτικών Ταμείων (18).
10. Η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού με τον έλεγχο της ορθής εκτελέσεως της αποστολής που ανατίθεται στα κράτη μέλη. Προς τούτο, πρέπει:
– να αποφασίζει με μία και μόνη απόφαση τη συμμετοχή του συνόλου των Ταμείων, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον κανονισμό (19),
– να μεριμνά ώστε τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν αποτελεσματικά συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου, έτσι ώστε τα κοινοτικά κονδύλια να χρησιμοποιούνται ορθά και αποτελεσματικά (20),
– να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους, ιδίως με σχετικές έρευνες, και να επιβάλλει δημοσιονομικές διορθώσεις κάθε φορά που διαπιστώνει παρατυπίες και κενά και το κράτος μέλος παραλείπει να λάβει σχετικά μέτρα (21).
11. Η Επιτροπή μπορεί να εξασφαλίζει την ορθή εκτέλεση της αποστολής της καθορίζοντας τις ελάχιστες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν τα συστήματα ελέγχου. Μπορεί να θεσπίζει τέτοιες κοινοτικές διατάξεις όταν τις θεωρεί αναγκαίες προς εξασφάλιση της ομοιόμορφης και δίκαιης λειτουργίας των διαρθρωτικών Ταμείων εντός της Κοινότητας (22). Οι κανόνες περί λειτουργίας των Ταμείων τους οποίους θέσπισε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό είναι, αφενός, ένα σύνολο διατάξεων που της παρέχει τη δυνατότητα να βεβαιώνεται ότι τα συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου των κρατών μελών είναι σύμφωνα προς την προβλεπόμενη ρύθμιση (23) και, αφετέρου, ένα σύνολο κανόνων προβλεπόντων τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα διαρθρωτικά Ταμεία καταβάλλουν κάποια συμμετοχή στις δαπάνες σχετικά με δράσεις που συγχρηματοδοτούνται από τα Ταμεία αυτά (24).
12. Οι εφαρμοστέες συναφώς διατάξεις είναι οι ακόλουθες.
13. Ο κανόνας αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000 ορίζει τα εξής:
«Κανόνας αριθ. 1 – Δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί
1. Πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους
1.1. Οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τελικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (στο εξής: γενικός κανονισμός) γίνονται σε μετρητά, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που αναφέρονται στο σημείο 1.4.
[…]
1.4. Υπό τους όρους που καθορίζονται στα σημεία 1.5 έως 1.7, οι αποσβέσεις, οι εισφορές σε είδος και τα γενικά έξοδα μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στις πληρωμές που αναφέρονται στο σημείο 1.1. Ωστόσο, η συγχρηματοδότηση μιας πράξης από τα διαρθρωτικά Ταμεία δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των επιλέξιμων δαπανών στο τέλος της πράξης, εξαιρουμένων των εισφορών σε είδος.
[…]
1.7. Τα γενικά έξοδα είναι επιλέξιμες δαπάνες εάν βασίζονται στο πραγματικό κόστος για την εκτέλεση της πράξης που συγχρηματοδοτείται από τα διαρθρωτικά Ταμεία και εάν καταλογίζονται στην πράξη αυτή κατ’ αναλογία, σύμφωνα με δίκαιη και δεόντως αιτιολογημένη μέθοδο κατανομής.
1.8. Οι διατάξεις των σημείων 1.4 έως 1.7 εφαρμόζονται στους μεμονωμένους λήπτες που αναφέρονται στο σημείο 1.2 στην περίπτωση των καθεστώτων ενισχύσεων του άρθρου 87 της Συνθήκης και των ενισχύσεων που χορηγούνται από τους φορείς που ορίζονται από τα κράτη μέλη.
1.9. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν αυστηρότερους εθνικούς κανόνες για τον προσδιορισμό των επιλέξιμων δαπανών σύμφωνα με τα σημεία 1.5 έως 1.7.
2. Αποδεικτικά δαπανών
Κατά κανόνα, οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους συνοδεύονται από εξοφλημένα τιμολόγια. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, οι πληρωμές συνοδεύονται από λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης
14. Τον Οκτώβριο του 2002 το προσφεύγον της κύριας δίκης, το Länsstyrelsen i Norrbottens län (25), υπέβαλε στο Lapin liitto (26), καθού της κύριας δίκης, μια αίτηση καταβολής συνεισφοράς για τα έμμεσα έξοδα τεχνικής υποστηρίξεως του προγράμματος «Interreg III A Βορράς», συνολικού ύψους 95 880,72 σουηδικών κορονών (SEK) για το έτος 2001 (27).
15. Το Lapin liitto απέρριψε την αίτηση αυτή επικαλούμενο τον κανονισμό 1685/2000. Εξήγησε ότι τα προβαλλόμενα έμμεσα έξοδα δεν είχαν καταλογιστεί στο σχέδιο με μια δίκαιη και δεόντως αιτιολογημένη μέθοδο και ότι δεν στηρίζονταν στις πραγματικές δαπάνες. Προσέθεσε ότι οι πραγματοποιηθείσες πληρωμές δεν βεβαιώνονταν με σχετικά αποδεικτικά.
16. Τον Σεπτέμβριο του 2003 το Länsstyrelsen i Norrbotens län ζήτησε μια δεύτερη φορά την καταβολή συνεισφοράς για έμμεσα έξοδα ύψους 56 854 SEK για το έτος 2001 και ύψους 186 982 SEK για το έτος 2002 (28). Για να αποδείξει το ποσό των εξόδων αυτών χρησιμοποίησε ένα νέο υπόδειγμα παρέχον τη δυνατότητα υπολογισμού του μέρους των εμμέσων εξόδων το οποίο αντιστοιχούσε στον χρόνο εργασίας κάθε εργαζομένου που μετείχε στο κοινοτικό σχέδιο.
17. Με απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2003 το Lapin liitto απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι το προσφεύγον δεν είχε αποδείξει τη σχέση μεταξύ των άλλων εμμέσων εξόδων και του κοινοτικού σχεδίου (29).
18. Το Länsstyrelsen i Norrbottens län υπέβαλε τότε ένσταση ενώπιον του καθού.
19. Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2004 το Lapin liitto απέρριψε την ένσταση με την αιτιολογία ότι το προσφεύγον δεν είχε αναφέρει με επαρκή ακρίβεια ποιο μέρος των εξόδων τεχνικής υποστηρίξεως αφορούσε το σχέδιο.
20. Το προσφεύγον προσέφυγε τότε ενώπιον του Hallinto-oikeus με αίτημα την επιστροφή των εμμέσων εξόδων. Το δικαστήριο αυτό, εκτιμώντας ότι χρειαζόταν ερμηνεία του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του κανονισμού 1685/2000 για να μπορέσει να λύσει τη διαφορά της οποίας είχε επιληφθεί, ανέστειλε τη διαδικασία στις 15 Ιουλίου 2005 και υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
IV – Εκτίμηση
21. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν τη διευκρίνιση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες είναι δυνατή η καταβολή χρηματοδοτικής συνδρομής σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο για έμμεσα έξοδα (ή, άλλως, γενικά έξοδα).
22. Από το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 32, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού αριθ. 1260/1999 και από τον κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000 (30) προκύπτει ότι ο κανονισμός στηρίζεται στην αρχή της επιστροφής των εξόδων. Τούτο σημαίνει ότι οι τελικοί δικαιούχοι πρέπει να προβαίνουν στις σχετικές πληρωμές σε μετρητά και ότι οι πληρωμές αυτές πρέπει να αφορούν πραγματικές δαπάνες. Σε μερικές ειδικές περιπτώσεις, ορισμένες αποσβέσεις, παροχές σε είδος και ορισμένα έμμεσα έξοδα μπορούν επίσης να περιλαμβάνονται στις πληρωμές αυτές (31). Η επιστροφή εμμέσων εξόδων που θεωρούνται ως δαπάνες οι οποίες μπορούν να τύχουν κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής αποτελεί εντούτοις εξαίρεση και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται στενά όσον αφορά το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της (τον τρόπο υπολογισμού και τις αποδείξεις στις οποίες αυτός στηρίζεται).
23. Πριν εξετάσω τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να γίνεται δεκτή η εξαίρεση αυτή, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το σημείο 1.9 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν αυστηρότερους εθνικούς κανόνες όταν πρόκειται για τον προσδιορισμό του αν μπορεί να υπάρξει κοινοτική οικονομική παρέμβαση σχετικά με έμμεσα έξοδα (32). Συνέπεια της δυνατότητας αυτής είναι ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 παρά μόνον αν τα κράτη μέλη δεν έχουν κάνει χρήση του σημείου 1.9 για να λάβουν αυστηρότερα εθνικά μέτρα προκειμένου να προσδιορίσουν ποιες δαπάνες μπορούν να καλύπτονται από κοινοτική ενίσχυση.
24. Με άλλα λόγια, οι κανονισμοί 1260/1999, 438/2001 και 1685/2000, όπως περιγράφονται στα σημεία 2 έως 13 ανωτέρω, θέτουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να χρηματοδοτούνται ορισμένες δαπάνες από τα διαρθρωτικά Ταμεία. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, οι σχετικές δαπάνες μπορούν να επιστρέφονται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, με την επιφύλαξη της υπάρξεως αυστηρότερων προϋποθέσεων από τις οποίες το εθνικό δίκαιο μπορεί να εξαρτήσει τη συγχρηματοδότηση των ως άνω εμμέσων εξόδων.
25. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες έμμεσα έξοδα (ή γενικά έξοδα) αποτελούν δαπάνες σχετικά με τις οποίες μπορεί να δοθεί κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή κατά το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γράμμα του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 και το γενικό σύστημα των προαναφερθέντων κανονισμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα έμμεσα έξοδα (ή γενικά έξοδα):
– πρέπει να βασίζονται στο πραγματικό κόστος,
– πρέπει να συνδέονται με την εφαρμογή του σχεδίου που συγχρηματοδοτείται από τα διαρθρωτικά Ταμεία και
– πρέπει να καταλογίζονται στο σχέδιο αυτό κατ’ αναλογία και με δίκαιη και δεόντως αιτιολογημένη μέθοδο.
26. Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, αρκεί να παραπέμψω στο άρθρο 32, παράγραφος 1, πρώτο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999, που ορίζει τα ακόλουθα:
«Οι ενδιάμεσες πληρωμές ή οι πληρωμές του υπολοίπου αφορούν δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί και πρέπει να αντιστοιχούν σε πληρωμές που έχουν εκτελεστεί από τους τελικούς δικαιούχους και δικαιολογούνται με εξοφλημένα τιμολόγια ή λογιστικά στοιχεία ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας.» (33)
Όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή, θεωρητικά έξοδα δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη.
27. Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, η Φινλανδική Κυβέρνηση υπενθύμισε ότι η αρχή αιτίου και αποτελέσματος πρέπει να τηρείται στον τομέα των δαπανών που μπορούν να τύχουν κοινοτικής ενισχύσεως. Κατ’ αυτήν, τούτο σημαίνει ότι μόνον τα συμπληρωματικά έξοδα που πράγματι προκύπτουν από την κοινοτική δράση μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο χρηματοδοτικής συνδρομής της Κοινότητας. Τα έξοδα που δεν έχουν καμία σχέση με την οικεία δράση δεν μπορούν να καλύπτονται.
28. Κατά την Επιτροπή, ο εκτελών το κοινοτικό σχέδιο πρέπει να αποδείξει ότι τα έμμεσα έξοδα ήταν αναγκαία για την πραγματοποίησή του.
29. Το άρθρο 30, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999 ορίζει ότι οι δαπάνες που συνδέονται με τέτοια σχέδια δεν μπορούν να καλύπτονται με συμμετοχή των Ταμείων παρά μόνον αν αυτά εντάσσονται στην οικεία παρέμβαση. Με άλλα λόγια, οι δαπάνες πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του χρηματοδοτούμενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδίου. Ο αιτών πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι τα έξοδα έχουν πραγματική σχέση με την εκτέλεση του σχεδίου και δεν είναι δαπάνες πραγματοποιούμενες στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων, ανεξάρτητα από την πραγματοποίησή του.
30. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά κυρίως το τρίτο στοιχείο. Πρόκειται ειδικότερα για το ζήτημα αν μια μέθοδος όπως αυτή που ακολούθησε το προσφεύγον της κύριας δίκης για να υπολογίσει τα έμμεσα έξοδα είναι σύμφωνη προς την προβλεπόμενη από το σημείο 1.7 επιταγή, δηλαδή ότι τα έμμεσα έξοδα (ή γενικά έξοδα) πρέπει να καταλογίζονται κατ’ αναλογία στο σχέδιο με μια δίκαιη και δεόντως αιτιολογημένη μέθοδο.
31. Το προσφεύγον της κύριας δίκης εξηγεί ότι κατένειμε τα γενικά έξοδα επί του μέσου όρου των εργαζομένων της οργανώσεως στο σύνολό τους κατά τη διάρκεια της σχετικής χρήσεως κατά τρόπον ώστε να μπορεί να υπολογιστεί το μέσο ποσό των εμμέσων εξόδων ανά άτομο για κάθε έτος και κάθε μήνα. Με αυτή τη μέθοδο υπολογισμού μέσου όρου το μέρος των εξόδων που αντιστοιχεί στον χρόνο εργασίας καθενός των συνεργατών που εργάζονταν για την υλοποίηση του σχεδίου καταχωρήθηκε ως δαπάνη συνδεόμενη με την εκτέλεσή του. Εκτιμά ότι η μέθοδος αυτή είναι σύμφωνη προς το σημείο 1.7.
32. Επιβάλλεται μια προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000. Υφίσταται μια σημαντική διαφορά μεταξύ του φινλανδικού κειμένου και των υπολοίπων γλωσσών. Το γαλλικό, το αγγλικό, το δανικό, το ισπανικό, το πορτογαλικό και το ιταλικό κείμενο χρησιμοποιούν τη λέξη «prorata», όπως και το σουηδικό, που χρησιμοποιεί τη λέξη «proportionellt» με τη λέξη «prorata» εντός παρενθέσεως. Το ολλανδικό κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο «verhoudingsgewijs» (κατ’ αναλογία) και το γερμανικό τον όρο «anteilig» (κατ’ αναλογία). Αντιθέτως, το φινλανδικό δεν περιλαμβάνει την παραμικρή μνεία της εννοίας αυτής (34).
33. Όταν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων κοινοτικής διατάξεως οι εφαρμοστέες διατάξεις δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα, αλλά πρέπει να ερμηνεύονται, σε περίπτωση αμφιβολίας, με βάση άλλες αυθεντικές γλωσσικές αποδόσεις (35). Εν πάση περιπτώσει, μία μόνη γλωσσική απόδοση δεν μπορεί να υπερισχύει των άλλων όταν αυτές συμφωνούν και αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία (36).
34. Δεδομένου ότι όλες οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις του σημείου 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000 χρησιμοποιούν τις έννοιες «prorata» ή «κατ’ αναλογία», ακόμα και αν δεν έχουν ακριβώς τους ίδιους όρους, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί και με βάση τις εν λόγω διατυπώσεις.
35. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ένα ποσοστό του συνόλου των εμμέσων εξόδων για τον υπολογισμό των εξόδων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών μπορεί να αποδείξει ότι το ποσοστό αυτό είναι ακριβές και δίκαιο και ότι είναι ανάλογο προς την έκταση του κοινοτικού σχεδίου. Η ως άνω λύση επιβεβαιώνεται από τη δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 7 του κανονισμού 438/2001, όπως αυτή διευκρινίζεται με το παράρτημα I αυτού, δυνάμει της οποίας:
«Σε περιπτώσεις δαπανών που αφορούν μόνο εν μέρει τη συγχρηματοδοτούμενη από την Κοινότητα πράξη, καταδεικνύεται η ακρίβεια κατανομής του ποσού μεταξύ της συγχρηματοδοτούμενης και των άλλων πράξεων. Παρόμοια αιτιολόγηση πρέπει να υπάρχει και για τα είδη δαπανών τα οποία θεωρούνται ως επιλέξιμα εντός [ορισμένων] ορίων ή αναλογικώς προς άλλες δαπάνες.»
36. Ο δίκαιος χαρακτήρας του καταλογισμού των εμμέσων εξόδων στο κοινοτικό σχέδιο μπορεί να αποδειχθεί βάσει συμπληρωματικών δαπανών για αποδοχές και άλλων εξαιρετικών δαπανών, όπως έξοδα ακινήτων που μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ότι συνδέονται με το οικείο σχέδιο. Επ’ αυτής της βάσεως θα μπορεί να προσδιοριστεί το ποσοστό των εμμέσων εξόδων. Όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή, για τον υπολογισμό των εμμέσων εξόδων βάσει των συμπληρωματικών εξόδων για αποδοχές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία: α) ο αριθμός των ατόμων που εργάζονται για το σχέδιο, β) ο αριθμός των ωρών εργασίας που αφιερώθηκαν στην πραγματοποίησή του, γ) οι αποδοχές που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου, δ) ο μέσος αριθμός ατόμων που εργάζονταν στο πλαίσιο της οργανώσεως, ε) ο αριθμός ωρών εργασίας των ατόμων αυτών και στ) ο μέσος όρος των καταβληθεισών αποδοχών. Όταν ο υπολογισμός των εμμέσων εξόδων στηρίζεται στις καταβληθείσες αποδοχές, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές αποδοχές και όχι ο μέσος όρος τους.
37. Εξάλλου, δεν πρόκειται για τη μόνη δυνατή ορθή μέθοδο. Οι όροι που χρησιμοποιεί το σημείο 1.7 του κανόνα αριθ. 1 –«σύμφωνα με δίκαιη και δεόντως αιτιολογημένη μέθοδο κατανομής» (37)– αποτελούν ένδειξη ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται διαφορετικές μέθοδοι για τον υπολογισμό των εμμέσων εξόδων και τον καταλογισμό τους σε κοινοτικό σχέδιο.
38. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει αν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που θέτει το σημείο 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000.
V – Πρόταση
39. Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο:
«– Το σημείο 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού (EK) 1685/2000 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά Ταμεία, έχει την έννοια ότι, για τον υπολογισμό των εμμέσων εξόδων (ή γενικών εξόδων), μπορεί να χρησιμοποιείται ένα ποσοστό του συνόλου των εξόδων αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ότι το ύψος του ποσοστού αυτού είναι δίκαιο και ανάλογο προς την έκταση του κοινοτικού σχεδίου.
– Ο δίκαιος χαρακτήρας του καταλογισμού των εμμέσων εξόδων στο κοινοτικό σχέδιο μπορεί να αποδεικνύεται, ιδίως, βάσει συμπληρωματικών μισθολογικών δαπανών και άλλων εξαιρετικών δαπανών, όπως είναι τα έξοδα ακινήτων που μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ότι συνδέονται με το οικείο σχέδιο. Επ’ αυτής της βάσεως θα μπορεί να προσδιοριστεί το ποσοστό των εμμέσων εξόδων.
– Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προσδιορίσει αν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που θέτει το σημείο 1.7 του κανόνα αριθ. 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 193, σ. 39.
3 – Τα τέσσερα διαρθρωτικά Ταμεία είναι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, και το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας.
4 – Άρθρο 158 ΕΚ.
5 – ΕΕ L 161, σ. 1.
6 – Τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα, οι Αζόρες, οι Κανάριοι Νήσοι και η Μαδέρα.
7 – Άρθρο 9, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 1260/1999.
8 – Εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1260/1999.
9 – Διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, και του άρθρου 29 του κανονισμού 1260/1999.
10 – Άρθρο 9, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 1260/1999.
11 – Άρθρο 8 του κανονισμού 1260/1999.
12 – Άρθρο 34, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999. Η διαχειριστική αρχή είναι επίσης υπεύθυνη για τις αντιδράσεις στις παρατηρήσεις ή τα αιτήματα λήψεως διορθωτικών μέτρων του συστήματος διαχειρίσεως, εποπτείας και ελέγχου, για τη συμφωνία των δράσεων με τις κοινοτικές πολιτικές, καθώς και για τη συλλογή πληροφοριών και τη σύνταξη των αναγκαίων εκθέσεων για τον έλεγχο του προγράμματος από την Επιτροπή.
13 – Άρθρο 32, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999.
14 – Άρθρο 9, στοιχείο ιε΄, του κανονισμού 1260/1999. Η αρχή πληρωμής πρέπει στη συνέχεια να φροντίζει ώστε οι τελικοί δικαιούχοι να λαμβάνουν τα ποσά της συμμετοχής των Ταμείων τα οποία δικαιούνται το συντομότερο δυνατόν και στο σύνολό τους· άρθρο 32, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 1260/1999.
15 – Άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999. Βλ. επίσης την τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1260/1999.
16 – Άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/1999.
17 – Άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχεία α΄, γ΄, δ΄ και στ΄, του κανονισμού 1260/1999.
18 – Διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, και του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, του κανονισμού 1260/1999.
19 – Άρθρο 28 του κανονισμού 1260/1999.
20 – Για κάθε παρέμβαση, τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα υφιστάμενα συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου, ιδίως τις διαδικασίες σχετικά με την παραλαβή, την εξακρίβωση και την επικύρωση αιτήσεων επιστροφής δαπανών, καθώς και τις εντολές καταβολής, την εκτέλεση και τη λογιστική καταχώρηση των πληρωμών στους δικαιούχους. Στη συνέχεια, σε συνεργασία με το κράτος μέλος η Επιτροπή πρέπει να εξασφαλίζει ότι τα συστήματα διαχειρίσεως και ελέγχου που της κοινοποιήθηκαν είναι σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπει ο κανονισμός 1260/1999 και ο κανονισμός 438/2001 [άρθρα 4, 5 και 6 του κανονισμού (EK) 438/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των παρεμβάσεων των διαρθρωτικών Ταμείων ( ΕΕ L 63, σ. 21)].
21 – Άρθρα 38 και 39 του κανονισμού 1260/1999.
22 – Άρθρο 30, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999. Βλ. επίσης την τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1260/1999.
23 – Κανονισμός 438/2001.
24 – Κανονισμός 1685/2000.
25 – Διοίκηση της περιφέρειας Norrbotten της Σουηδίας.
26 – Ένωση δήμων και κοινοτήτων της περιφέρειας της φινλανδικής Λαπωνίας.
27 – Το ποσό αυτό υπολογίστηκε με βάση την αναλογία των έμμεσων μισθολογικών δαπανών και άλλων δαπανών προς τα έμμεσα έξοδα για αποδοχές που οφείλονταν στην άσκηση της συνήθους διοικητικού χαρακτήρα δραστηριότητας της σχετικής περιφέρειας.
28 – Επρόκειτο για έξοδα υλικού πληροφορικής και προσωπικού, για ταχυδρομικά και άλλα ανάλογα έξοδα, καθώς και για έξοδα οικονομικής διαχειρίσεως και έξοδα ακινήτων.
29 – Το Lapin liitto κατέβαλε τελικά συνολικό ποσό 6 558,98 SEK για το έτος 2001 και συνολικό ποσό 22 203,30 SEK για το έτος 2002 για έξοδα σχετικά με ακίνητα που χρησιμοποιούσαν οι συμμετέχοντες στο σχέδιο. Απέρριψε τις αιτήσεις κατά το λοιπό μέρος.
30 – Βλ. το σημείο 1.1 του κανόνα 1.
31 – Βλ. τα σημεία 1.5 έως και 1.7 του κανόνα 1.
32 – Με τη διάταξή του περί υποβολής προδικαστικού ερωτήματος το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε αν η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση περιέλαβαν διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως κοινοτικής οικονομικής παρεμβάσεως όσον αφορά έμμεσα έξοδα (γενικά έξοδα) σε ένα πρωτόκολλο της 24ης και της 31ης Οκτωβρίου 2002, περί κοινών μέτρων προς εξασφάλιση μιας υγιούς οικονομικής διαχειρίσεως, το οποίο τιτλοφορείται «Memorandum of Understaning för genomförande av programmet för gemenskapsinitiativet Interreg III A Nord».
33 – Βλ. επίσης το σημείο 2 του κανόνα 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000.
34 – Το φινλανδικό κείμενο έχει ως ακολούθως: «Yleiskustannukset ovat tukikelpoisia, jos ne perustuvat rakennerahastoista yhteisrahoitetun toimen kustannuksiin ja ne kohdennetaan toimeen perustellulla oikeudenmukaisella ja tasapuolisella tavalla.»
35 – Αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1967, 19/67, Van der Vecht (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 617) και της 6ης Οκτωβρίου 1982, 283/81, CILFIT (Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 18).
36 – Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1987, C-219/95, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. I-4411, σκέψη 15, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37 – Σημείο 1.7 του κανόνα 1 του παραρτήματος του κανονισμού 1685/2000.
Full & Egal Universal Law Academy