ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 5ης Ιουλίου 2007 (1)
Υπόθεση C‑291/05
Minister voor Vreemdelingenzaken en Integratie
κατά
Rachel Nataly Geradina Eind
[αίτηση του Raad van State (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Δικαίωμα διαμονής – Επιστροφή του διακινουμένου εργαζομένου στη χώρα καταγωγής του – Δικαίωμα της θυγατέρας του διακινούμενου εργαζομένου, η οποία έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας, να διαμένει στη χώρα καταγωγής του πατέρα της μετά την επιστροφή του στη χώρα αυτή – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68, οδηγία 90/364/ΕΟΚ και άρθρο 13 ΕΚ»
I – Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 13ης Ιουλίου 2005, το Raad van State (Κάτω Χώρες) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, και ειδικότερα σχετικά με την προβληματική του δικαιώματος διαμονής προσώπου που έχει την ιθαγένεια τρίτης χώρας και είναι μέλος της οικογένειας πολίτη κράτους μέλους.
2. Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Minister voor Vreemdelingenzaken en Integratie (Ολλανδού Υπουργού Μεταναστεύσεως και Κοινωνικής Ενσωματώσεως) και της Rachel Nataly Geradina Eind, πολίτη του Σουρινάμ και θυγατέρα Ολλανδού υπηκόου, η οποία αφορά τη νομιμότητα αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της τελευταίας να της χορηγηθεί άδεια διαμονής στο έδαφος των Κάτω Χωρών.
II – Το κανονιστικό πλαίσιο
3. Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που είναι κρίσιμη για την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το Raad van State είναι αυτή που ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2).
4. Το άρθρο 17 ΕΚ προβλέπει τα εξής:
«1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.
2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη.»
Κατά το άρθρο 18 ΕΚ, παράγραφος 1, ΕΚ «[κ]άθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της».
5. Το άρθρο 39 EΚ ορίζει:
«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.
2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
3. Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους:
α) να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας,
β) να διακινούνται ελεύθερα για τον σκοπό αυτόν εντός της επικρατείας των κρατών μελών,
γ) να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη με τον σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων υπηκόων αυτού του κράτους μέλους,
δ) να παραμένουν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και μετά την άσκηση σ’ αυτό ορισμένης εργασίας, κατά τους όρους που θα αποτελέσουν αντικείμενο κανονισμών εφαρμογής που θα εκδώσει η Επιτροπή.
4) […].»
6. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (3), ορίζει στο άρθρο του 1, σε σχέση με την πρόσβαση στην απασχόληση, τα εξής:
«1. Κάθε υπήκοος κράτους μέλους, ανεξαρτήτως του τόπου διαμονής του, έχει το δικαίωμα να αναλαμβάνει μισθωτή δραστηριότητα και να την ασκεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, συμφώνως προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ρυθμίζουν την απασχόληση των ημεδαπών εργαζομένων του κράτους αυτού.
2. Απολαύει ιδίως στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, του ιδίου, όπως και οι υπήκοοι του κράτους αυτού, δικαιώματος προτεραιότητας στις διαθέσιμες θέσεις εργασίας.»
7. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού (4), προβλέπει σε σχέση με την οικογένεια του εργαζομένου τα εξής:
«1. Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των, έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους τα εξής πρόσωπα:
α) έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ’ αυτόν,
β) οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του, τους οποίους αυτός συντηρεί.»
8. Η οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (5), προβλέπει ειδικότερα τα εξής:
«Άρθρο 1
1. Τα κράτη μέλη καταργούν, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία τους περιορισμούς στη διακίνηση και διαμονή των υπηκόων των εν λόγω κρατών και των μελών της οικογενείας τους επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68.
[…]
Άρθρο 3
1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 την είσοδο στην επικράτειά τους με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητος ή διαβατηρίου εν ισχύι.
2. Δεν δύναται να επιβληθεί θεώρηση εισόδου ή άλλη ισοδύναμη υποχρέωση εκτός αν πρόκειται για τα μέλη της οικογενείας, τα οποία δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη παρέχουν στα πρόσωπα αυτά κάθε διευκόλυνση για την λήψη των αναγκαίων θεωρήσεων.
Άρθρο 4
1. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν το δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά τους στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 πρόσωπα τα οποία είναι σε θέση να προσκομίσουν τα έγγραφα που απαριθμούνται στην παράγραφο 3.
[…]
4. Σε μέλος της οικογενείας που δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους χορηγείται έγγραφο διαμονής της ιδίας ισχύος με αυτό που χορηγείται στον εργαζόμενο από τον οποίον εξαρτάται.»
9. Το άρθρο 1 της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (6), προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν το δικαίωμα διαμονής στους υπηκόους των κρατών μελών που δεν έχουν αυτό το δικαίωμα βάσει άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους, όπως καθορίζονται στην παράγραφο 2, υπό τον όρο ότι διαθέτουν οι ίδιοι και τα μέλη της οικογενείας τους υγειονομική ασφάλιση που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους υποδοχής.
[…]
2. Δικαίωμα να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος, μαζί με τον κάτοχο του δικαιώματος διαμονής, και δη ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους, έχουν τα ακόλουθα πρόσωπα:
α) ο/η σύζυγός του και οι συντηρούμενοι από αυτόν/αυτήν κατιόντες τους·
β) οι ανιόντες του κατόχου του δικαιώματος διαμονής και του/της συζύγου του οι οποίοι συντηρούνται από αυτόν/αυτήν.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
10. Τον Φεβρουάριο του 2000, ο Runaldo Ruben Leonard Eind, Ολλανδός υπήκοος, μετέβη από τις Κάτω Χώρες στο Ηνωμένο Βασίλειο στο οποίο εργαζόταν ως μισθωτός και στο οποίο μετέβη για να τον συναντήσει στο πλαίσιο οικογενειακής συνενώσεως η θυγατέρα του R. N. G. Eind (γεννηθείσα την 29η Απριλίου 1989), η οποία αφίχθη απευθείας από το Σουρινάμ και η οποία έχει την ιθαγένεια της χώρας αυτής.
11. Με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 2001, οι βρετανικές αρχές ανακοίνωσαν στον R. R. L. Eind ότι είχε δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του κανονισμού 1612/68. Με έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας, ανακοινώθηκε στην R. N. G. Eind ότι και αυτή επίσης είχε δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους της οικογένειας κοινοτικού εργαζομένου. Στον R. R. L. Eind χορηγήθηκε άδεια διαμονής διάρκειας ισχύος από 6 Ιουνίου 2001 έως 6 Ιουνίου 2006.
12. Στις 17 Οκτωβρίου 2001, ο R. R. L. Eind και η θυγατέρα του εισήλθαν στις Κάτω Χώρες. Στις 9 Νοεμβρίου 2001, η R. N. G. Eind δήλωσε την είσοδό της στη χώρα στις αστυνομικές αρχές και ζήτησε να της χορηγηθεί άδεια διαμονής ορισμένης διάρκειας προκειμένου να διαμείνει με τον πατέρα της στην εν λόγω χώρα.
13. Με απόφασή του της 2ας Ιανουαρίου 2002, ο Staatssecretaris van Justitie (Υφυπουργός Δικαιοσύνης) απέρριψε την αίτηση της R. N. G. Eind τονίζοντας ότι δεν είχε άδεια προσωρινής διαμονής και προσθέτοντας ότι δεν μπορούσε να της χορηγηθεί άδεια διαμονής στηριζόμενη στην ιδιότητά της ως μέλους της οικογένειας «κοινοτικού υπηκόου», ήτοι, κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, ενός υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος έχει το δικαίωμα βάσει της Συνθήκης ΕΚ να κυκλοφορεί και να διαμένει σε άλλο κράτος μέλος. Συναφώς, η απόφαση όριζε ότι ο R. R. L. Eind δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται «κοινοτικός υπήκοος» στον βαθμό που, αφότου διέμενε σε άλλο κράτος μέλος και επέστρεψε στις Κάτω Χώρες, δεν ασκούσε πραγματική και γνήσια οικονομική δραστηριότητα στη χώρα αυτή και ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως πολίτης που δεν ασκεί οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας.
14. Η R. N. G. Eind άσκησε ένσταση κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Στις 21 Μαΐου 2002, ο R. R. L. Eind δήλωσε ενώπιον της διοικητικής επιτροπής που είχε επιληφθεί της εξετάσεως της αιτήσεως της R. N. G. Eind ότι ελάμβανε, από της επιστροφής του στις Κάτω Χώρες, παροχή βάσει της νομοθεσίας περί κοινωνικής πρόνοιας και ότι για λόγους υγείας, από της ημερομηνίας αυτής, δεν είχε εργαστεί ούτε είχε αναζητήσει εργασία. Προσέθεσε ότι στις 7 Μαΐου 2002 έδωσε συνέντευξη στο Banenmarkt (Γραφείο Εργασίας) με σκοπό την επανένταξή του στην αγορά εργασίας και ότι τελούσε σε αναμονή μιας δεύτερης συνεντεύξεως.
15. Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2002, ο Staatssecretaris van Justitie απέρριψε την ένσταση της R. N. G. Eind κατά της από 2 Ιανουαρίου 2002 αποφάσεως διευκρινίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο R. R. L. Eind δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μη ασκών οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, διότι δεν διέθετε ο ίδιος επαρκείς πόρους διαβιώσεως, αλλά ελάμβανε επίδομα κοινωνικής πρόνοιας.
16. Εντούτοις, στις 20 Οκτωβρίου 2004, το Rechtbank te’s‑Gravenhage (Πρωτοδικείο της Περιφέρειας της Χάγης), παραπέμποντας στις αποφάσεις Antonissen (7) και Singh (8) του Δικαστηρίου, ακύρωσε τη δεύτερη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Minister voor Vreemdelingenzaken en Integratie προκειμένου να επανεξετάσει τη διοικητική ένσταση.
17. Ο Minister voor Vreemdelingenzaken en Integratie άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Rechtbank te’s‑Gravenhage ενώπιον του Raad van State (Συμβουλίου Επικρατείας των Κάτω Χωρών), το οποίο, με διάταξη της 13ης Ιουλίου 2005 (στο εξής: διάταξη περί παραπομπής), ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1α) Έχει το γεγονός ότι υπήκοος τρίτης χώρας χαρακτηρίζεται από το κράτος μέλος υποδοχής ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού […] 1612/68, […], η δε άδεια διαμονής που έχει χορηγήσει το οικείο κράτος μέλος δεν έχει ακόμη λήξει, ως συνέπεια ότι το κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος είναι υπήκοος δεν μπορεί κατά την επιστροφή του εργαζομένου και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να αρνηθεί σ’ αυτόν τον υπήκοο τρίτης χώρας το δικαίωμα εισόδου και διαμονής;
1β) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, σημαίνει αυτό ότι επιτρέπεται στο κράτος μέλος να κρίνει το ίδιο αν κατά την άφιξη του υπηκόου τρίτης χώρας πληρούνται οι προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής ή πρέπει το οικείο κράτος μέλος να κρίνει πρώτα αν ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί ακόμη ως μέλος της οικογένειας του εργαζομένου να αντλεί δικαιώματα από το κοινοτικό δίκαιο;
2) Επηρεάζεται η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα από το αν ο ανωτέρω υπήκοος τρίτης χώρας, πριν από τη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, δεν είχε κανένα, βάσει του εθνικού δικαίου, δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου υπήκοος είναι ο εργαζόμενος;
3α) Έχει ο υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας εργαζομένου (πατέρα του πρώτου) ο οποίος επιστρέφει από το κράτος μέλος υποδοχής στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος προκειμένου να αναζητήσει εκεί εργασία, δικαίωμα διαμονής στο οικείο κράτος μέλος, και αν ναι, για ποιο χρονικό διάστημα, όταν επιτρέπεται στο κράτος μέλος, του οποίου υπήκοος είναι ο εργαζόμενος (ο πατέρας), να κρίνει το ίδιο αν πληρούνται ήδη οι κατά το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής ως μέλους της οικογένειας;
3β) Υφίσταται ομοίως αυτό το δικαίωμα, όταν ο πατέρας του υπηκόου τρίτης χώρας δεν ασκεί σ’ αυτό το κράτος πραγματική και γνήσια δραστηριότητα και δεν μπορεί ή δεν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ως αναζητών εργασία, στο πλαίσιο της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ […] σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, δεδομένου και του ότι ο εν λόγω πατέρας λαμβάνει λόγω της ολλανδικής του ιθαγένειας παροχή κοινωνικής πρόνοιας;
4) Ποια σημασία ως προς την απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας είναι μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ο οποίος έκανε χρήση του βάσει του άρθρου 18 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δικαιώματός του και επιστρέφει στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος;»
IV – Νομική ανάλυση
Α – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων 1 και 2
18. Τα προδικαστικά ερωτήματα 1 και 2 στηρίζονται στη ρητώς διατυπωθείσα παραδοχή ότι στην R. N. G. Eind χορηγήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο άδεια διαμονής βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68. Η διάταξη περί παραπομπής τονίζει, στο κεφάλαιό της που αφορά τα πραγματικά περιστατικά, ότι με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 2001 ανακοινώθηκε στην R. N. G. Eind ότι είχε δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογένειας του R. R. L. Eind το οποίο στηριζόταν «στην ίδια βάση» με αυτήν του δικαιώματος διαμονής αυτού, ήτοι «δυνάμει του κανονισμού 1612/68» (9).
19. Με το προδικαστικό ερώτημα 1α, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η κατοχή μιας τέτοιας άδειας, της οποίας η ισχύς δεν έχει ακόμη λήξει, παρέχει στον κάτοχό της, υπήκοο τρίτης χώρας, το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο πατέρας και στο οποίο επέστρεψε (στο εξής και ως: εν λόγω κράτος μέλος) αφότου άσκησε στο κράτος μέλος που εξέδωσε την εν λόγω άδεια (στο εξής και ως: κράτος μέλος υποδοχής) μισθωτή δραστηριότητα.
20. Με το προδικαστικό ερώτημα 1β, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α, οι αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, κατά την εξέταση της αιτήσεως εισόδου και διαμονής που υπέβαλε η υπήκοος της τρίτης χώρας, υποχρεούνται, προτού ελέγξουν αν αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει η εθνική νομοθεσία για την είσοδο και τη διαμονή στο εν λόγω κράτος, να εκτιμήσουν αν αυτή, ως μέλος της οικογένειας υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο ίδιο κράτος.
21. Με το προδικαστικό ερώτημα 2, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν, για την απάντηση στα δύο προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα, ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η υπήκοος της τρίτης χώρας, προτού διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής, δεν είχε στο εν λόγω κράτος μέλος δικαίωμα διαμονής στηριζόμενο στο εθνικό δίκαιο.
22. Η διατύπωση των προπαρατεθέντων ερωτημάτων δεν είναι ιδιαίτερα σαφής. Τούτο εξηγεί τον εκ διαμέτρου διαφορετικό τρόπο με τον οποίον η Επιτροπή και οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου (10) αντιλήφθηκαν, ανέλυσαν και απάντησαν στα ερωτήματα αυτά. Για την καλύτερη κατανόηση του περιεχομένου τους, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής (11), τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο προκειμένου να μπορέσει να αποφανθεί επί της απόψεως που υποστήριξε ο εκκαλών υπουργός, η οποία στηρίζεται στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο επί της υποθέσεως Akrich (12).
23. Το αιτούν δικαστήριο, αφού τονίζει ότι από την ανωτέρω απόφαση συνάγεται ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας, σύζυγος πολίτη της Ένωσης, πρέπει να διαμένει νομίμως σε κράτος μέλος προκειμένου να μπορεί να επικαλεστεί ως μέλος της οικογένειας το δικαίωμα εισόδου και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος (13), επισημαίνει ότι, κατά τον εκκαλούντα υπουργό, η R. N. G. Eind δεν διέμενε νομίμως στις Κάτω Χώρες πριν από την είσοδό της στο Ηνωμένο Βασίλειο και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να έχει αποκτήσει το δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 (14).
24. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι «[σ]τον ισχυρισμό του υπουργού εμπεριέχεται το συμπέρασμα ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση [των βρετανικών αρχών] ότι η αλλοδαπή πρέπει να χαρακτηριστεί ως μέλος της οικογενείας κοινοτικού υπηκόου, δεδομένου ότι η αλλοδαπή δεν είχε πριν από τη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο κανένα βάσει του εθνικού δικαίου δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες και έτσι δεν συντρέχει περίπτωση νόμιμης διαμονής, κατά την έννοια της αποφάσεως Akrich» (15).
25. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η άποψη του εκκαλούντος υπουργού θέτει ως εκ τούτου «το ζήτημα της σημασίας που πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο χορηγήθηκε στην [R. N. G. Eind] άδεια διαμονής βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού [1612/68]» (16) και έχει ως συνέπεια, σε τελευταία ανάλυση, ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει το εν λόγω κράτος μέλος να κρίνει αυτοτελώς αν το μέλος της οικογένειας υπηκόου του που έκανε χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων –το οποίο μέλος της οικογενείας είχε δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει του κοινοτικού δικαίου– μπορεί και στο πρώτο κράτος μέλος να αντλήσει δικαίωμα εισόδου και διαμονής από το κοινοτικό δίκαιο (17).
26. Κατ’ ουσίαν, ενόψει της αμφισβητήσεως εκ μέρους του εκκαλούντος υπουργού του κύρους, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, της άδειας διαμονής που χορήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο στην R. N. G. Eind, ως πράξεως στηριζόμενης στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, το αιτούν δικαστήριο ερωτά με τα προδικαστικά ερωτήματα 1 και 2 αν η χορήγηση της εν λόγω άδειας καθώς και το γεγονός ότι εξακολουθεί ακόμη να ισχύει υποχρεώνουν per se τις ολλανδικές αρχές να επιτρέψουν την είσοδο και τη διαμονή της R. N. G. Eind στην επικράτεια των Κάτω Χωρών κατά τον επαναπατρισμό του πατέρα της στη χώρα αυτή, τούτο δε ακόμη και στην περίπτωση που θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η άδεια αυτή, υπό το πρίσμα των περιστάσεων που παραθέτει το δεύτερο ερώτημα καθώς και υπό το πρίσμα της αποφάσεως Akrich, χορηγήθηκε μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προπαρατεθέντος άρθρου 10.
27. Συναφώς, πρέπει ευθύς εξαρχής να τονιστεί ότι υπάρχουν ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το αν πράγματι υφίσταται η προϋπόθεση την οποία το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένη με τα υπό εξέταση προδικαστικά ερωτήματα, ήτοι ότι η άδεια διαμονής που χορήγησαν οι βρετανικές αρχές στην R. N. G. Eind στηριζόταν στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68.
28. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισε ότι η R. N. G. Eind έλαβε στο Ηνωμένο Βασίλειο άδεια διαμονής στηριζόμενη όχι στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, αλλά στη βρετανική νομοθεσία και ειδικότερα στις Immigration (European Economic Area) Regulations αριθ. 2000/2326 [κανονιστική απόφαση για τη μετανάστευση (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος)], ως μέλος της οικογενείας προσώπου που πληροί τις προϋποθέσεις διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με τις αυτές γραπτές παρατηρήσεις και με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ως άνω κυβέρνηση διευκρίνισε ότι αναγνωρίστηκε στην R. N. G. Eind δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας οι οποίες δεν απηχούν κάποια υποχρέωση απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά αποτελούν μία πολιτική επιλογή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του εθνικού νομοθέτη (18). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε ότι το έγγραφο της 4ης Ιουνίου 2001 που απέστειλαν οι βρετανικές αρχές στην R. N. G. Eind ουδόλως προβαίνει σε ρητή μνεία του κανονισμού 1612/68, αλλά αντιθέτως υπομιμνήσκει την ισχύουσα εθνική νομοθεσία.
29. Εάν τα στοιχεία αυτά, τα οποία αντιφάσκουν με όσα παραθέτει η διάταξη περί παραπομπής, επιβεβαιωθούν, τα προδικαστικά ερωτήματα 1 και 2 καθίστανται άνευ αντικειμένου. Εντούτοις, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει με μεγαλύτερη πληρότητα τη νομική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν οι βρετανικές αρχές προκειμένου να χορηγήσουν στην R. N. G. Eind άδεια διαμονής.
30. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχύει η παραδοχή στην οποία στηρίζεται το αιτούν δικαστήριο, ήτοι ότι η εν λόγω άδεια διαμονής στηρίζεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68.
31. Ωστόσο, θα υποχρέωνε μία τέτοια άδεια τις ολλανδικές αρχές να επιτρέψουν στην R. N. G. Eind να εισέλθει και να διαμείνει στο έδαφος των Κάτων Χωρών;
32. Φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.
33. Πράγματι, δεν είναι αυτή καθ’ εαυτήν η ύπαρξη μιας άδειας διαμονής της οποίας η ισχύς δεν έχει ακόμη λήξει και την οποία χορήγησε το κράτος μέλος υποδοχής σε υπήκοο τρίτης χώρας ως μέλος της οικογενείας κοινοτικού εργαζομένου ο οποίος εισήλθε σε αυτό το κράτος μέλος η οποία εγγυάται στον υπήκοο αυτόν, κατά την επιστροφή του εν λόγω εργαζομένου στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια, το δικαίωμα εισόδου και διαμονής με αυτόν στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.
34. Με άλλα λόγια, κατά την επιστροφή του κοινοτικού εργαζομένου στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια, οι αρχές του κράτους αυτού δεν υποχρεούνται να χορηγήσουν άδεια διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εργαζομένου αυτού, εκ του γεγονότος και μόνον ότι, στο κράτος μέλος υποδοχής του οποίου το έδαφος αμφότεροι εγκατέλειψαν, ο υπήκοος της τρίτης χώρας είχε λάβει άδεια διαμονής δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 και ότι η ισχύς της άδειας αυτής δεν είχε ακόμη λήξει.
35. Η ισχύς της άδειας διαμονής που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 περιορίζεται σαφώς στο έδαφος του κράτους μέλους που την εξέδωσε. Το ως άνω άρθρο ρυθμίζει το δικαίωμα ορισμένων μελών της οικογενείας να εγκαθίστανται «μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους». Το δικαίωμα αυτό αντλείται, δυνάμει του συγγενικού δεσμού, από το δικαίωμα του κοινοτικού εργαζομένου να μετακινείται από κράτος μέλος σε άλλο προκειμένου «να αναλαμβάνει μισθωτή δραστηριότητα» και «να την ασκεί στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, συμφώνως προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ρυθμίζουν την απασχόληση των ημεδαπών εργαζομένων του κράτους αυτού» (άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68) (19). Επομένως, ο εδαφικός χαρακτήρας της άδειας διαμονής που εκδόθηκε με σκοπό την οικογενειακή επανένωση αποτελεί έκφραση του εδαφικού χαρακτήρα της άδειας διαμονής που εκδόθηκε με σκοπό την πρόσβαση σε μισθωτή δραστηριότητα (20).
36. Συνεπώς, η άδεια διαμονής που χορήγησε κράτος μέλος ισχύει για την επικράτειά του και όχι για το σύνολο της επικράτειας της Κοινότητας.
37. Επιπλέον, όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο, η χορήγηση εγγράφου διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας υπηκόου κράτους μέλους, δεν πρέπει να θεωρείται ως πράξη η οποία δημιουργεί δικαιώματα, αλλά πράξη με την οποία ένα κράτος μέλος διαπίστωσε την ατομική κατάσταση ενός υπηκόου τρίτης χώρας με γνώμονα τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (21). Θα πρέπει να προσθέσω ότι η διαπίστωση αυτή αφορά πιο συγκεκριμένα την ατομική κατάσταση του προσώπου αυτού υπό το πρίσμα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με τη διαμονή στο κράτος μέλος το οποίο προβαίνει στη διαπίστωση αυτή.
38. Συνεπώς, φρονώ ότι είναι σαφές ότι το κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος είναι υπήκοος δεν υποχρεούται, κατά τον επαναπατρισμό του από το κράτος μέλος υποδοχής, να αναγνωρίσει στο μέλος της οικογένειας του εργαζομένου που είναι υπήκοος τρίτης χώρας το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στη δική του επικράτεια εκ του λόγου και μόνον ότι το κράτος μέλος υποδοχής χορήγησε σε αυτό το μέλος της οικογένειας άδεια διαμονής δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 (22). Αφετέρου, κανένας κανόνας και καμία αρχή του κοινοτικού δικαίου δεν επιτάσσει, άπαξ αναγνωριστεί από κράτος μέλος, δυνάμει του ως άνω άρθρου, το δικαίωμα επανενώσεως στην επικράτειά του ενός εργαζομένου υπηκόου άλλου κράτους μέλους με μέλος της οικογένειας του που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, το οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος στο οποίο τα δύο πρόσωπα επιθυμούν να εγκατασταθούν να αναγνωρίσει ακολούθως το ίδιο δικαίωμα, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων περιστάσεων και εκ του λόγου και μόνον ότι υπήρξε αυτή η πρώτη αναγνώριση.
39. Αντιθέτως, οι αρχές του κράτους μέλους του οποίου ο εργαζόμενος είναι υπήκοος έχουν την εξουσία, και μάλιστα υποχρεούνται, να εκτιμούν κατά τρόπο ανεξάρτητο αν το μέλος της οικογένειας του εργαζομένου έχει δικαίωμα εισόδου και διαμονής εντός του εν λόγω κράτους κατά την επάνοδο του εργαζομένου στην επικράτειά του, βάσει της κοινοτικής έννομης τάξεως και ειδικότερα του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 (23).
40. Φρονώ ότι η δυνατότητα της απευθείας εφαρμογής του κανονισμού αυτού και η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου επί του εθνικού δικαίου συνεπάγονται ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει κατ’ ανάγκην να προηγείται του ελέγχου σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων από τις οποίες το εθνικό δίκαιο, εκτός του πεδίου εφαρμογής των ρυθμίσεων του κοινοτικού δικαίου, εξαρτά την αναγνώριση δικαιώματος εισόδου και διαμονής εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Φρονώ ότι αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα 1β που έθεσε το αιτούν δικαστήριο για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α.
41. Είναι προφανές ότι το γεγονός, το οποίο επισημαίνει το ερώτημα 2, ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας, ο οποίος είναι μέλος της οικογένειας του εργαζομένου, δεν είχε πριν τη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής δικαίωμα διαμονής στηριζόμενο στο εθνικό δίκαιο στο κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια ουδόλως αναιρεί τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα με τα ανωτέρω σημεία 38 έως 40. Ενδεχομένως, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να ασκεί επιρροή ως στοιχείο που αποκλείει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια της υποθέσεως που εκτίθεται στο ερώτημα 1α, της άδειας διαμονής βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, την οποία χορήγησε το κράτος μέλος υποδοχής στο μέλος της οικογένειας του εργαζομένου. Εντούτοις, απέκλεισα εν γένει, και συνεπώς ανεξαρτήτως της εν λόγω περιστάσεως, το ενδεχόμενο μια τέτοια άδεια να υποχρεώνει αφ’ εαυτής το κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος είναι υπήκοος, κατά την επάνοδό του από το κράτος μέλος υποδοχής, να αναγνωρίσει σε αυτό το μέλος της οικογένειας, υπήκοο τρίτης χώρας, το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφός του. Συνεπώς, σε σχέση με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα 1α και 1β ουδόλως ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εργαζομένου, δεν είχε πριν διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής δικαίωμα διαμονής στηριζόμενο στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια.
42. Βάσει των ανωτέρω, η φύση της συγκεκριμένης περιστάσεως και οι παρατηρήσεις οι οποίες, στη διάταξη περί παραπομπής, προηγούνται της διατυπώσεως των ερωτημάτων 1 και 2, ειδικότερα δε οι παραπομπές στην απόφαση Akrich, απαιτούν ορισμένες διευκρινίσεις προκειμένου να αρθούν οι επιφυλάξεις τις οποίες ενδέχεται να έχει το αιτούν δικαστήριο, πέραν αυτών που διαφαίνονται από τη διατύπωση των ερωτημάτων αυτών, σε σχέση με τη σημασία και την εφαρμογή εν προκειμένω των αρχών που απορρέουν από την ανωτέρω απόφαση.
43. Με την απόφαση Akrich (24), το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι «[ο] κανονισμός 1612/68 ρυθμίζει πάντως μόνον την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας» και ότι «σιωπά επί του ζητήματος των δικαιωμάτων εισόδου στο έδαφος της Κοινότητας που έχει ενδεχομένως ο υπήκοος τρίτης χώρας που είναι σύζυγος πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης», έκρινε ότι «[γ]ια να μπορεί ο υπήκοος τρίτης χώρας που είναι σύζυγος πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ασκεί τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, πρέπει να διαμένει νομίμως σε ένα κράτος μέλος κατά τον χρόνο της μεταβάσεώς του σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο μεταναστεύει ή έχει μεταναστεύσει ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης».
44. Δεδομένου ότι η R. N. G. Eind μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο απευθείας από τρίτη χώρα της οποίας είναι υπήκοος, και όχι από άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί, βάσει της αποφάσεως Akrich, ότι οι βρετανικές αρχές δεν έπρεπε να της χορηγήσουν άδεια διαμονής βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 (25).
45. Υπό το πρίσμα αυτό, το ερώτημα 1α, σχετικά με το αν οι ολλανδικές αρχές ήσαν υποχρεωμένες να χορηγήσουν αυτή την άδεια διαμονής, θα μπορούσε επίσης να ερμηνευθεί και υπό την έννοια ότι ζητείται με αυτό να διευκρινιστεί αν οι ολλανδικές αρχές έπρεπε κατ’ ανάγκην, δεδομένης μιας τέτοιας άδειας, να θεωρήσουν ότι η R. N. G. Eind πληρούσε κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησής της για χορήγηση αδείας διαμονής στις Κάτω Χώρες την προϋπόθεση της προηγούμενης νόμιμης διαμονής σε κράτος μέλος της Κοινότητας την οποία μνημονεύει η απόφαση Akrich ή αν δικαιούνται αντιθέτως, παρά τη χορήγηση της άδειας αυτής, να θεωρήσουν ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν επληρούτο δεδομένου ότι, αφού η R. N. G. Eind δεν είχε δικαίωμα διαμονής στηριζόμενο στο εθνικό δίκαιο ούτε στις Κάτω Χώρες ούτε σε κανένα άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας αυτής.
46. Ωστόσο, με την πρόσφατη απόφασή του Jia (26), το Δικαστήριο διευκρίνισε το περιεχόμενο της αποφάσεως Akrich για την οποία ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed (27) είχε επισημάνει ότι, φαινομενικά τουλάχιστον, έρχεται σε αντίθεση με τις λοιπές αποφάσεις του Δικαστηρίου τόσο μεταγενέστερες όσο και προγενέστερες, με τις οποίες το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους για τους υπηκόους τρίτων χωρών που είναι σύζυγοι υπηκόων κράτους μέλους απορρέει αποκλειστικά από τον συγγενικό δεσμό (28). Με την απόφαση Jia, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η προπαρατεθείσα προϋπόθεση περί προηγούμενης νόμιμης διαμονής για την οποία κάνει λόγο η απόφαση Akrich έχει γενική ισχύ (29). Πράγματι, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας αποφάσεως Akrich, στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξαρτούν την παροχή δικαιώματος διαμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογενείας κοινοτικού υπηκόου ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, από την προϋπόθεση ότι το μέλος αυτό της οικογένειας πρέπει, προηγουμένως, να έχει διαμείνει νομίμως σε άλλο κράτος μέλος» (30). Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση αυτή συνδεόταν στενά με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που χαρακτήριζαν τη διαφορά επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Akrich (31) και ότι η απόφαση αυτή δεν μπορούσε να μεταφερθεί σε μία υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας «δεν προσάπτεται στο μέλος της οικογένειας παράνομη διαμονή σε κράτος μέλος ούτε επιδίωξή του να παρακάμψει καταχρηστικώς τους ισχύοντες κανόνες της εθνικής νομοθεσίας περί μεταναστεύσεως» (32).
47. Αν ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, στο πλαίσιο της οποίας το αιτούν δικαστήριο δεν καταλογίζει στους ενδιαφερομένους καταχρηστική συμπεριφορά, πρέπει να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι η R. N. G. Eind δεν διέμενε παρανόμως σε κράτος μέλος πριν την επανένωσή της με τον πατέρα της στο Ηνωμένο Βασίλειο, ότι οι αρχές που απορρέουν από την απόφαση Akrich δεν απαγόρευαν στις βρετανικές αρχές να της χορηγήσουν άδεια διαμονής στηριζόμενη στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 (33).
48. Ομοίως, δεδομένου ότι η R. N. G. Eind, πριν από την είσοδό της από κοινού με τον πατέρα της στις Κάτω Χώρες, διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει άδειας διαμονής την οποία εγκύρως είχαν εκδώσει οι βρετανικές αρχές και, ως εκ τούτου, δεν διέμενε παρανόμως σε κράτος μέλος, οι προπαρατεθείσες αρχές δεν απαγόρευαν στις ολλανδικές αρχές να της αναγνωρίσουν δικαίωμα εισόδου και διαμονής στις Κάτω Χώρες δυνάμει του κοινοτικού δικαίου (34).
49. Κατά μείζονα λόγο, το γεγονός ότι η R. N. G. Eind, πριν από τη διαμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν είχε δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες, το οποίο να στηρίζεται στο κοινοτικό δίκαιο ή στην εθνική νομοθεσία, δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για να μην της χορηγηθεί άδεια διαμονής στις Κάτω Χώρες στηριζόμενη στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 ή σε άλλους κανόνες του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι ενδεχομένως έχουν εφαρμογή.
50. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα 1 και 2 που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ως εξής:
«1α) Το γεγονός αυτό καθαυτό ότι το κράτος μέλος υποδοχής θεώρησε υπήκοο τρίτης χώρας ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, και ότι χάρη αυτού του συγγενικού δεσμού το κράτος αυτό του χορήγησε άδεια διαμονής βάσει του ως άνω άρθρου, δεν δημιουργεί την υποχρέωση, έστω κι αν η ισχύς της άδειας αυτής δεν έχει ακόμη λήξει, για το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εργαζόμενος να αναγνωρίσει στον ως άνω υπήκοο τρίτης χώρας, κατά τον επαναπατρισμό του εργαζομένου, το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφός του.
1β) Το κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια υποχρεούται να εκτιμήσει αν υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εργαζομένου, έχει, κατά τον επαναπατρισμό αυτού του τελευταίου, δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφός του βάσει του κοινοτικού δικαίου, προτού διαπιστώσει αν ένα τέτοιο δικαίωμα μπορεί ή όχι να αναγνωριστεί σε αυτόν τον υπήκοο δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας πέραν του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
2) Για την απάντηση στα ερωτήματα 1α και 1β, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο εν λόγω υπήκοος της τρίτης χώρας, πριν τη διαμονή του στο κράτος μέλος υποδοχής, δεν είχε δικαίωμα διαμονής στηριζόμενο στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει αυτό το τελευταίο κράτος να χορηγήσει στον υπήκοο της τρίτης χώρας άδεια διαμονής στηριζόμενη στο κοινοτικό δίκαιο.»
Β – Επί των προδικαστικών ερωτημάτων 3 και 4
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
51. Τα ζητήματα που θίγει το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων 3 και 4 τέθηκαν για την περίπτωση που θα έπρεπε –όπως πράγματι κατά την άποψή μου πρέπει– να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται στις αρχές του κράτους μέλους του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια να εκτιμήσουν αν ο υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εργαζομένου, έχει, κατά τον επαναπατρισμό του τελευταίου, δικαίωμα διαμονής στο έδαφός του δυνάμει του κοινοτικού δικαίου. Σκοπός των ερωτημάτων αυτών είναι να διευκρινιστεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος σε πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στη θέση της R. N. G. Eind.
52. Με το ερώτημα 3α το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωριστεί –και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μέχρι πότε– στην περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο εργαζόμενος εισήλθε στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να αναζητήσει εργασία σε αυτό.
53. Με το ερώτημα 3β, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να υφίσταται, βάσει του άρθρου 1 της οδηγίας 90/364 και παρά το γεγονός ότι ο εργαζόμενος λαμβάνει επίδομα κοινωνικής πρόνοιας στο εν λόγω κράτος μέλος λόγω της ιθαγένειάς του, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος, μετά τον επαναπατρισμό του, δεν κατόρθωσε να βρει απασχόληση και δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι αναζητεί απασχόληση.
54. Με το ερώτημα 4, ερωτάται κατ’ ουσίαν αν ασκεί επιρροή, προκειμένου να αναγνωριστεί το ως άνω δικαίωμα, το γεγονός ότι πρόκειται για μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος κυκλοφορίας και διαμονής του άρθρου 18 ΕΚ και ο οποίος επιστρέφει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια.
55. Πριν εξετάσω την ουσία των ερωτημάτων αυτών, πρέπει να παρατηρήσω ότι σκοπός του δικαιώματος διαμονής που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο στα μέλη της οικογένειας προσώπου το οποίο κάνει χρήση της ελευθερίας κυκλοφορίας των προσώπων είναι η άρση του εμποδίου που θέτει στην άσκηση αυτής της ελευθερίας από το πρόσωπο αυτό η αδυναμία των μελών της οικογένειάς του να το συνοδεύσουν ή να επανενωθούν μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής και ο εντεύθεν κλονισμός της οικογενειακής ζωής. Από θετικής απόψεως, σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι να παράσχει τη δυνατότητα στο πρόσωπο αυτό να ενσωματωθεί καλύτερα στο κράτος μέλος υποδοχής ευνοώντας με τον τρόπο αυτόν την άσκηση της εν λόγω ελευθερίας.
56. Στο ίδιο πνεύμα, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68 επισημαίνει ότι «το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας απαιτεί, για να μπορεί να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, […] να καταργηθούν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένειά του και τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογενείας αυτής στη χώρα υποδοχής» (35). Το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί ότι «ο στόχος του κανονισμού 1612/68, δηλαδή η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, απαιτεί, για να εξασφαλιστεί η κυκλοφορία αυτή υπό συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, να υπάρχουν οι καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για την ενσωμάτωση της οικογένειας του κοινοτικού εργαζομένου στο περιβάλλον του κράτους μέλους υποδοχής» (36). Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/364 επισημαίνει ότι «το δικαίωμα διαμονής δεν μπορεί πράγματι να ασκηθεί παρά μόνον εφόσον τούτο χορηγείται και στα μέλη της οικογένειας».
57. Συνεπώς, το δικαίωμα για οικογενειακή επανένωση το οποίο κατοχυρώνει το κοινοτικό δίκαιο στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης ΕΚ για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός της Κοινότητας σκοπεί στη διασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως της ελευθερίας αυτής (37) και προϋποθέτει την περιέλευση σε μία κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε η ελευθερία αυτή.
2. Επί του ερωτήματος 3α: το δικαίωμα διαμονής του μέλους της οικογένειας δυνάμει των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
58. Αναφερόμενο στην επιστροφή ενός «εργαζομένου» στη χώρα καταγωγής του και στην αναζήτηση από αυτόν «απασχολήσεως», το ερώτημα 3α αφορά τη δυνατότητα να αναγνωριστεί στον υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος της οικογενείας του επαναπατριζόμενου εργαζομένου, δικαίωμα διαμονής στο έδαφος της χώρας αυτής (στο εξής και ως: δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση) βάσει των κοινοτικών ρυθμίσεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
59. Στο πλαίσιο των ρυθμίσεων αυτών, το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 είναι αυτό που προβλέπει και διέπει το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση. Συνεπώς, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, δεδομένου ότι είναι βέβαιον ότι ο R. R. L. Eind δεν επέστρεψε στις Κάτω Χώρες προκειμένου να ανταποκριθεί σε πραγματική προσφορά απασχολήσεως και δεν άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα στην εν λόγω χώρα κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας επανόδου του (17 Οκτωβρίου 2001) και της ημερομηνίας της αποφάσεως που απέρριψε τη διοικητική προσφυγή της θυγατέρας του κατά της αρνήσεως των ολλανδικών αρχών να της χορηγήσουν την αιτηθείσα άδεια διαμονής (5 Ιουλίου 2002), ωστόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι «επανήλθε στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος για να ζητήσει εκεί εργασία» (38), όπως επισημαίνει η διάταξη περί παραπομπής.
α) Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68
60. Η ύπαρξη δικαιώματος για οικογενειακή επανένωση δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 προϋποθέτει, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, πέραν του συγκεκριμένου συγγενικού δεσμού με κοινοτικό υπήκοο, ότι αυτός ο τελευταίος μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργαζόμενος που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ και του άρθρου 1 του ως άνω κανονισμού.
61. Κατά συνέπεια, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι η R. N. G. Eind έχει δικαίωμα, βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, να διαμένει στις Κάτω Χώρες με τον πατέρα της κατά την επιστροφή αυτού από το Ηνωμένο Βασίλειο, πρέπει να μπορεί να αναγνωριστεί στον R. R. L. Eind, άπαξ επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του, η ιδιότητα του εργαζομένου ο οποίος ασκεί μισθωτή δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ και του άρθρου 1 του ιδίου κανονισμού, έχει δε δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες βάσει της ιδιότητας αυτής.
62. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί αν το γεγονός ότι είναι υπήκοος των Κάτω Χωρών δεν επιτρέπει να αναγνωριστεί στον R. R. L. Eind η ιδιότητα αυτή. Με άλλα λόγια, τίθεται το ερώτημα της δυνατότητας εφαρμογής των ως άνω διατάξεων επί της καταστάσεως εργαζομένου ο οποίος επαναπατρίζεται και επιθυμεί να διαμένει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια.
63. Πράγματι, το άρθρο 1 του κανονισμού 1612/68, όπως είναι διατυπωμένο, αναφέρεται στο δικαίωμα κάθε πολίτη κράτους μέλους να αναλαμβάνει μισθωτή δραστηριότητα και να την ασκεί «στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους» (39) (δικαίωμα που προδήλως συνεπάγεται το δικαίωμα διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος), πράγμα το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραδοχή ότι το εν λόγω άρθρο δεν αναγνωρίζει ανάλογο δικαίωμα σε σχέση με το έδαφος του κράτους μέλους του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει την ιθαγένεια.
64. Ομοίως, η διατύπωση του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραδοχή ότι το άρθρο αυτό αναγνωρίζει σε ορισμένα μέλη της οικογενείας του εργαζομένου δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια.
65. Ακολούθως, υπό άλλο πρίσμα, η διατύπωση των άρθρων 1 και 10 του προπαρατεθέντος κανονισμού θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος το οποίο τα άρθρα αυτά προβλέπουν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι αυτός «απασχολείται» στο κράτος αυτό.
66. Εντούτοις, από την ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το περιεχόμενο των άρθρων αυτών βαίνει πέραν των όσων αφήνει να εννοηθεί η διατύπωσή τους.
i) Μπορεί να γίνει επίκληση των άρθρων 1 και 10 του κανονισμού 1612/68 προκειμένου να προβληθεί δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου ο ενδιαφερόμενος είναι υπήκοος;
67. Φρονώ ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του κανονισμού 1612/68 υπό την προϋπόθεση ότι είναι «εργαζόμενος» κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, ακόμη και έναντι του κράτους μέλους του οποίου έχει την ιθαγένεια, και επομένως διασφαλίζεται στον ίδιο και στα μέλη της οικογένειάς του το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος του εν λόγω κράτους υπό προϋποθέσεις τουλάχιστον ισοδύναμες προς αυτές που τους διασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους (40).
68. Πρώτον, ουδεμία από τις διατάξεις του άρθρου 39 ΕΚ –υπό το πρίσμα των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται ο κανονισμός 1612/68 ο οποίες εκδόθηκε βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρου 40 ΕΚ) προκειμένου να διευκρινίσει τις διατάξεις αυτές (41)– περιορίζει την έκταση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο έδαφος των κρατών μελών των οποίων ο εργαζόμενος δεν έχει την ιθαγένεια (42).
69. Δεύτερον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων διατάξεις της Συνθήκης και οι πράξεις που έχουν εκδοθεί για την εκτέλεσή τους δεν εφαρμόζονται στις δραστηριότητες οι οποίες δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και των οποίων όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό μόνον ενός κράτους μέλους, είναι εντούτοις αληθές ότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται σε κάθε κοινοτικό υπήκοο, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας και της ιθαγενείας του, ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και ο οποίος άσκησε μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 (43) ακόμη και κατά του κράτους μέλους του οποίου έχει την ιθαγένεια, εφόσον είχε την κατοικία του και παρέσχε μισθωτές υπηρεσίες εντός άλλου κράτους μέλους (44).
70. Ειδικότερα, μολονότι κατ’ αρχήν ο υπήκοος κράτους μέλους εισέρχεται και διαμένει στο έδαφος του κράτους αυτού δυνάμει των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιθαγένειά του και όχι δυνάμει των δικαιωμάτων που του απονέμει το κοινοτικό δίκαιο, τούτο ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι στην περίπτωση όπου ο υπήκοος αυτός μεταβεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για να ασκήσει σε αυτό μισθωτή δραστηριότητα, δυνάμει του άρθρου 39 ΕΚ, ακολούθως δε επιστρέφει και εγκαθίσταται, προκειμένου να ασκήσει μισθωτή ή ανεξάρτητη δραστηριότητα, στο έδαφος του κράτους μέλους του οποίου έχει την ιθαγένεια, το δικαίωμα εισόδου και διαμονής σε αυτό το τελευταίο κράτος του διασφαλίζεται και βάσει του άρθρου 39 ΕΚ και του άρθρου 43 ΕΚ αντιστοίχως. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Singh, «ο υπήκοος κράτους μέλους θα μπορούσε να αποτραπεί από το να αφήσει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει έμμισθη ή μη έμμισθη δραστηριότητα, κατά την έννοια της Συνθήκης, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους αν δεν μπορούσε να τύχει, όταν θα επέστρεφε στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια για να ασκήσει εντός αυτού έμμισθη ή μη έμμισθη δραστηριότητα, διευκολύνσεων σχετικών με την είσοδο και τη διαμονή ισοδυνάμων τουλάχιστον προς αυτές που μπορεί να διαθέτει, δυνάμει της Συνθήκης ή του παράγωγου δικαίου, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους» (45).
71. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις οδήγησαν μεταξύ άλλων το Δικαστήριο, με την ίδια απόφαση Singh, να διαπιστώσει ότι ο σύζυγος κοινοτικού υπηκόου ο οποίος έχει κάνει χρήση των δικαιωμάτων κυκλοφορίας και εγκαταστάσεων τα οποία αναγνωρίζουν τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρα 39 ΕΚ και 43 ΕΚ) «πρέπει, όταν [ο/η σύζυγός του] επιστρέφει στη χώρα καταγωγής του, να διαθέτει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώματα εισόδου και διαμονής με αυτά που θα του αναγνώριζε το κοινοτικό δίκαιο αν ο ή η σύζυγός του επιθυμούσε να εισέλθει και να διαμείνει σε άλλο κράτος μέλος» (46).
72. Συνεπώς, αυτό καθαυτό το γεγονός ότι ο R. R. L. Eind έχει την ιθαγένεια των Κάτω Χωρών και ότι μπορεί ως εκ τούτου να επικαλεστεί δικαίωμα διαμονής σε αυτό το κράτος βάσει της εθνικής νομοθεσίας δεν καθιστά τον επαναπατρισμό του μία αμιγώς εσωτερική υπόθεση η οποία ως εκ τούτου δεν υπόκειται στην εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων. Αντιθέτως, πρέπει να εξεταστεί, για την περίπτωση της τυχόν εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, αν αποτελεί ή όχι και ο επαναπατρισμός αυτός πράξη ασκήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που κατοχυρώνουν το άρθρο 39 ΕΚ και ο προπαρατεθείς κανονισμός.
ii) Μπορεί να γίνει επίκληση των άρθρων 1 και 10 του κανονισμού 1612/68 ακόμη και στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν απασχολείται στο κράτος μέλος εντός του οποίου προβάλλει το δικαίωμα διαμονής;
73. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η έννοια του «εργαζομένου», στο άρθρο 39 EΚ και στον κανονισμό 1612/68, έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ως «εργαζόμενος» πρέπει να θεωρείται κάθε πρόσωπο που ασκεί πραγματική και γνήσια δραστηριότητα, εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να έχουν αμιγώς δευτερεύοντα ή επικουρικό χαρακτήρα. Το χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς έτερο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (47).
74. Εξάλλου, η εν λόγω έννοια περιλαμβάνει όχι μόνον όσους μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένη προσφορά εργασίας, αλλά εξίσου και όσους μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να αναζητήσουν σε αυτό εργασία (48).
75. Όπως εύστοχα υπέμνησε το αιτούν δικαστήριο (49), το Δικαστήριο έκρινε πράγματι με την απόφαση Antonissen ότι «το άρθρο 48, παράγραφος 3 [της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 39, παράγραφος 3, ΕΚ)] έχει την έννοια ότι απαριθμεί μη περιοριστικώς ορισμένα δικαιώματα των υπηκόων των κρατών μελών στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και ότι η ελευθερία αυτή συνεπάγεται περαιτέρω το δικαίωμα των υπηκόων των κρατών μελών να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος των άλλων κρατών μελών και να διαμένουν σε αυτά με σκοπό την αναζήτηση εργασίας». Το Δικαστήριο τόνισε ότι «[η] ερμηνεία αυτή της Συνθήκης, άλλωστε, αντιστοιχεί προς εκείνη του κοινοτικού νομοθέτη, όπως προκύπτει από τις διατάξεις εφαρμογής της αρχής περί ελεύθερης κυκλοφορίας, ιδίως των άρθρων 1 και 5 του κανονισμού 1612/68 […], διατάξεις που προϋποθέτουν το δικαίωμα των κοινοτικών υπηκόων να μετακινούνται προς ανεύρεση θέσεως εργασίας σε άλλο κράτος μέλος και, συνακόλουθα, το δικαίωμα διαμονής σ’ αυτό» (50).
76. Επομένως, αν ο κοινοτικός υπήκοος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 1 του κανονισμού 1612/68 προκειμένου να διεκδικήσει το δικαίωμα μετακινήσεως και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, περιλαμβανομένου του κράτους του οποίου είναι υπήκοος, προκειμένου να αναζητήσει σε αυτό εργασία, απομένει να διευκρινιστεί αν τα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία εμπίπτουν στις κατηγορίες του άρθρου 10 του ιδίου κανονισμού, μπορούν να επικαλεστούν την τελευταία αυτή διάταξη προκειμένου να διεκδικήσουν το δικαίωμα συνδιαμονής με αυτόν στο κράτος μέλος υποδοχής.
77. Η Δανική Κυβέρνηση διατύπωσε επί του σημείου αυτού διαφορετική άποψη με τις γραπτές παρατηρήσεις της. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο κοινοτικός υπήκοος ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος ή επιστρέφει στη χώρα καταγωγής του προκειμένου να αναζητήσει σε αυτήν εργασία ασκεί με τον τρόπο αυτόν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, αλλά ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 για τα μέλη της οικογένειάς του. Παρατηρεί ότι το άρθρο αυτό ανήκει στον τίτλο ΙΙ του πρώτου μέρους του κανονισμού αυτού και ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση Collins (51), στο πλαίσιο του τίτλου αυτού ο όρος «εργαζόμενος» υποδηλώνει αποκλειστικά το πρόσωπο που έχει πράγματι απασχόληση.
78. Είναι αληθές ότι, με την απόφαση Collins, το Δικαστήριο τόνισε ότι «η έννοια “εργαζόμενος” δεν χρησιμοποιείται ομοιόμορφα στον κανονισμό 1612/68» και ότι, «[ε]νώ στον τίτλο ΙΙ του πρώτου τμήματος του εν λόγω κανονισμού, ο όρος αυτός αφορά αποκλειστικά τα πρόσωπα που έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας, σε άλλα σημεία του ίδιου κανονισμού η έννοια «εργαζόμενος» πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα» (52). Εξάλλου, ο εν λόγω τίτλος ΙΙ αφορά την «άσκηση της απασχολήσεως […]» και η εφαρμογή των αντίστοιχων κανόνων φαίνεται να προϋποθέτει ότι η «πρόσβαση σε απασχόληση», που αποτελεί αντιθέτως το αντικείμενο των ρυθμίσεων που περιλαμβάνει ο προηγούμενος τίτλος Ι, έχει ήδη πραγματοποιηθεί (53).
79. Εντούτοις, φρονώ ότι αυτή η παρατήρηση του Δικαστηρίου πρέπει να τοποθετηθεί στη συνάφειά της και να εξειδικευθεί.
80. Αφενός, η παρατήρηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο συλλογιστικής που σκοπεί ουσιαστικά να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος μεταβαίνει προς αναζήτηση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος να έχει το δικαίωμα, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, να απολαύει των αυτών κοινωνικοασφαλιστικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με αυτά που απολαύουν οι ημεδαποί εργαζόμενοι (εν προκειμένων επρόκειτο για αποζημίωση καταβαλλόμενη στα πρόσωπα που αναζητούν εργασία). Η απόφαση ουδόλως αφορά το δικαίωμα των μελών της οικογένειας να συνοδεύουν ή να μεταβαίνουν στο κράτος μέλος υποδοχής για οικογενειακή επανένωση με τον κοινοτικό υπήκοο ο οποίος αναζητεί σε αυτό εργασία.
81. Αφετέρου, παρατηρώ ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1612/68, το οποίο ανήκει και αυτό στον προπαρατεθέντα τίτλο ΙΙ, προβλέπει την αυτοδίκαιη ακυρότητα κάθε ρήτρας συλλογικής ή ατομικής συμβάσεως ή άλλης συλλογικής ρυθμίσεως που αφορά, μεταξύ άλλων «την πρόσβαση σε απασχόληση», κατά το μέτρο που προβλέπει ή επιτρέπει όρους που δημιουργούν διακρίσεις έναντι των εργαζομένων υπηκόων άλλων κρατών μελών. Τούτο καταδεικνύει ότι στην πραγματικότητα η ύλη που αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση δεν είναι τελείως ξένη προς τον τίτλο ΙΙ και ότι η διάκριση ως προς το αντίστοιχο αντικείμενο του τίτλου Ι και του τίτλου ΙΙ δεν είναι τόσο αυστηρή όσο θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ πρώτη όψεως.
82. Το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 πρέπει να ερμηνεύεται «σε συνάρτηση με το σύστημα και τον σκοπό του κανονισμού» (54). Ο εν λόγω κανονισμός εντάσσεται στο πλαίσιο των ρυθμίσεων που σκοπούν να καταστήσουν ευχερέστερη την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39 ΕΚ και, ως εκ τούτου, πρέπει να παρέχει μεταξύ άλλων τη δυνατότητα στον εργαζόμενο να μετακινείται ελεύθερα στο έδαφος των άλλων κρατών μελών και να διαμένει σε αυτό προκειμένου να εργαστεί ή να αναζητήσει απασχόληση. Κατά το Δικαστήριο, «από το σύνολο των εν λόγω διατάξεων, το Συμβούλιο, προκειμένου να διευκολύνει την κυκλοφορία των μελών της οικογενείας των εργαζομένων, έλαβε υπόψη, αφενός μεν, τη σημασία που από ανθρωπιστική άποψη αποδίδει ο εργαζόμενος στην έλευση της οικογενείας του πλησίον του, αφετέρου δε, την ευρύτερη σημασία που ενέχει η ενσωμάτωση του ιδίου και της οικογενείας του στο κράτος μέλος υποδοχής, χωρίς καμιά διαφορά ως προς τη μεταχείριση σε σχέση με τους ημεδαπούς» (55). Το Δικαστήριο έχει επίσης τονίσει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 πρέπει, ενόψει του πλαισίου του και των σκοπών που επιδιώκει, να μην ερμηνεύεται συσταλτικά (56).
83. Γενικότερα, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, από τους κανονισμούς και τις οδηγίες του Συμβουλίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των μισθωτών και των μη μισθωτών εντός της Κοινότητας, συνάγεται μεταξύ άλλων ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αναγνώρισε τη σημασία της διασφαλίσεως της προστασίας της οικογενειακής ζωής των υπηκόων των κρατών μελών προκειμένου να απαλειφθούν τα εμπόδια για την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζει η Συνθήκη (57).
84. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η αδυναμία των μελών της οικογένειας προσώπου, το οποίο ασκεί το δικαίωμά του να μετακινείται και να διαμένει σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να αναζητήσει σε αυτό εργασία, να συνοδεύσουν και να συναντήσουν με σκοπό την οικογενειακή επανένωση τον οικείο τους στο έδαφος αυτού του κράτους ενδέχεται να διακυβεύει την πρακτική αποτελεσματικότητα αυτού του δικαιώματος. Δεν είναι απίθανο να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες, λόγω μη αναγνωρίσεως του δικαιώματος στα μέλη της οικογενείας να συνοδεύσουν τον ενδιαφερόμενο ή να τον συναντήσουν στο κράτος μέλος υποδοχής με σκοπό την οικογενειακή επανένωση, να μην ασκείται στην πράξη το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας για την αναζήτηση εργασίας (π.χ. στην περίπτωση ενός πολίτη ο οποίος ανατρέφει μόνος του τέκνο μικρής ηλικίας). Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η διαμονή σε άλλο κράτος μέλος με σκοπό την αναζήτηση εργασίας σε αυτό μπορεί να παραταθεί νομίμως για μη αμελητέο χρονικό διάστημα (βλ., ως προς το σημείο αυτό, κατωτέρω τα σημεία 109 έως 115).
85. Περαιτέρω, πρέπει να εκτιμάται η ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο της ερμηνείας των διατάξεων ενός κοινοτικού κανονισμού, οι επιταγές περί τηρήσεως των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως, των θεμελιωδών δικαιωμάτων (58). Κρίσιμο εν προκειμένω είναι το δικαίωμα για σεβασμό της οικογενειακής ζωής, το οποίο προστατεύει τόσο το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) όσο και, στην περίπτωση ανήλικων τέκνων, η Σύμβαση σχετικά με τα Δικαιώματα του Παιδιού που συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 20 Νοεμβρίου 1989.
86. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει ρητώς κρίνει ότι το δικαίωμα για σεβασμό της οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου την οποία επικύρωσε εξάλλου το προοίμιο της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξεως και το άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ, προστατεύονται εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως (59), και διαπίστωσε ότι, ακόμη και αν η ΕΣΔΑ δεν διασφαλίζει στους αλλοδαπούς το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφος μιας συγκεκριμένης χώρας, ο αποκλεισμός ενός προσώπου από χώρα στην οποία ζουν οι οικείοι του μπορεί να αποτελέσει περιορισμό του δικαιώματος για σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (60).
87. Το Δικαστήριο έχει τονίσει επίσης ότι ο κανονισμός 1612/68 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ απαιτήσεως σεβασμού της οικογενειακής ζωής (61).
88. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με την απόφασή του Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ότι η σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη και περιλαμβάνεται μεταξύ των διεθνών πράξεων περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για την εφαρμογή των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (62). Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω σύμβαση «αναγνωρίζει, ομοίως, την αρχή του σεβασμού της οικογενειακής ζωής» και ότι «θεμέλιο της εν λόγω συμβάσεως αποτελεί η αποτυπούμενη στην έκτη αιτιολογική της σκέψη παραδοχή ότι, για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού είναι αναγκαία η ανατροφή του εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος» (63).
89. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της συμβάσεως αυτής προβλέπει συναφώς ότι τα συμβαλλόμενα κράτη μεριμνούν ώστε να μην επέρχεται χωρισμός του παιδιού από τους γονείς του χωρίς τη βούλησή τους, ενώ, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, κάθε αίτηση υποβληθείσα από τέκνο ή από τους γονείς του για είσοδο σε συμβαλλόμενο κράτος ή την μετοίκηση από αυτό με σκοπό την οικογενειακή επανένωση εξετάζεται από τα συμβαλλόμενα κράτη ταχέως, με θετικό πνεύμα και ανθρωπισμό (64).
90. Το σύνολο των ανωτέρω ερμηνευτικών στοιχείων με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρά τη διατύπωσή του (ήτοι παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στα μέλη της οικογένειας του «εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους» (65)) και της εντάξεώς του στον τίτλο ΙΙ του πρώτου μέρους του κανονισμού 1612/68, το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού θεμελιώνει δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση στο κράτος μέλος υποδοχής όχι μόνο στην περίπτωση του κοινοτικού υπηκόου που μεταβαίνει σε αυτό προκειμένου να ανταποκριθεί σε πραγματική προσφορά εργασίας, αλλά και στην περίπτωση του κοινοτικού υπηκόου ο οποίος μεταβαίνει σε αυτό προς αναζήτηση εργασίας.
91. Επικουρικώς, αν θεωρηθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή, βάσει διασταλτικής ερμηνείας του προπαρατεθέντος άρθρου 10, η ύπαρξη δικαιώματος στην οικογενειακή επανένωση και στη δεύτερη περίπτωση, φρονώ ότι τούτο θα ήταν δυνατό δια της αναλογικής εφαρμογής της ιδίας διατάξεως, της οποίας η ratio είναι απολύτως συμβατή με την επέκταση της λύσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή σε σχέση με την παροχή εργασίας και την αναζήτηση εργασίας.
92. Έτι επικουρικότερον, φρονώ ότι το εν λόγω δικαίωμα θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να συναχθεί, βάσει της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας, από τις αυτές διατάξεις –ήτοι από το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 1 του κανονισμού 1612/68– που αναγνωρίζουν στους κοινοτικούς υπηκόους το δικαίωμα να μετακινούνται και να διαμένουν σε κράτος μέλος προκειμένου να αναζητήσουν σε αυτό εργασία (66). Η νομολογία του Δικαστηρίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων παρέχει παρεμφερή παραδείγματα δικαιωμάτων διαμονής που αναγνωρίστηκαν σε μέλη της οικογένειας, ελλείψει ειδικής νομικής βάσεως, βάσει της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων διαμονής που αναγνωρίζονται στους οικείους τους (67).
93. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις συνάγεται ότι στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος 3α μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας εργαζομένου που επιστρέφει στο κράτος μέλος υποδοχής του οποίου έχει την ιθαγένεια προκειμένου να αναζητήσει σε αυτό εργασία, έχει το δικαίωμα διαμονής σε αυτό το κράτος μέλος.
94. Εντούτοις, προτού προχωρήσω στην εξέταση του δεύτερου σκέλους του ερωτήματος 3α, με το οποίο ζητείται να διευκρινιστεί η χρονική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας υφίσταται ένα τέτοιο δικαίωμα, φρονώ αναγκαίο να διευκρινίσω μία παράμετρο ιδιαίτερης σημασίας την οποία δεν έλαβε υπόψη του το αιτούν δικαστήριο κατά τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων (68).
iii) Υφίσταται το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 ακόμη και στην περίπτωση που η επάνοδος του εργαζομένου στη χώρα καταγωγής του δεν πραγματοποιείται προκείμενου να ασκήσει σε αυτήν επαγγελματική δραστηριότητα ή να αναζητήσει εργασία;
95. Όπως υποστήριξε κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων του άρθρου 39 ΕΚ και του άρθρου 1 του κανονισμού 1612/68 προκειμένου να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος στηρίζει στις ίδιες διατάξεις το δικαίωμα επανόδου και διαμονής στο πρώτο κράτος μέλος ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει την πρόθεση ή δεν είναι σε θέση να ασκήσει σε αυτό επαγγελματική δραστηριότητα ή να αναζητήσει εργασία (69).
96. Είναι αληθές ότι το δικαίωμα του υπηκόου κράτους μέλους να επανέλθει, με τον/την σύζυγό του, στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια μετά την άσκηση στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μισθωτής δραστηριότητας αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση Singh, δυνάμει του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρου 43 ΕΚ) και λαμβανόμενου υπόψη του γεγονότος ότι ο εν λόγω υπήκοος επιστρέφει προκειμένου να εγκατασταθεί στη χώρα του για να ασκήσει σε αυτή μη μισθωτή δραστηριότητα.
97. Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει ότι με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έθεσε ως προϋπόθεση για την ύπαρξη, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, του δικαιώματος επανόδου και διαμονής στο κράτος μέλος του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει την ιθαγένεια, μετά την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, την άσκηση, κατά την επιστροφή στο πρώτο κράτος μέλος, οικονομικής δραστηριότητας, είτε είναι μισθωτή είτε όχι.
98. Η Επιτροπή ορθώς υπενθύμισε με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, αν στο πλαίσιο του άρθρου 39 ΕΚ και του κανονισμού 1612/68 πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος το πρόσωπο το οποίο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή, και αν, άπαξ λυθεί η σχέση εργασίας, ο ενδιαφερόμενος χάνει κατ’ αρχήν την ιδιότητα του εργαζομένου, η ιδιότητα αυτή ενδέχεται εντούτοις να παραγάγει ορισμένα αποτελέσματα μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας (70). Τα δικαιώματα των οποίων απολαύει ο κοινοτικός εργαζόμενος και τα μέλη της οικογένειάς του δυνάμει του κανονισμού 1612/68, ακριβώς όπως και η ιδιότητά του ως διακινούμενου εργαζομένου, υπό ορισμένες περιστάσεις μπορούν να διατηρηθούν ακόμη και μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας (71).
99. Πάντως, φρονώ ότι μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του διακινούμενου εργαζομένου να επιστρέψει και να διαμείνει στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια άπαξ λήξει η σχέση εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής.
100. Είναι αληθές ότι η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει εν γένει το δικαίωμα αυτό, στον βαθμό που αποτελεί εγγενές στοιχείο της ιδιότητας του πολίτη, συμφώνως και προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, του τετάρτου πρωτοκόλλου το οποίο συμπληρώνει την ΕΣΔΑ, που υπεγράφη στο Στρασβούργο στις 16 Σεπτεμβρίου 1963, και το οποίο ορίζει ότι «ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος εισόδου στο έδαφος του κράτους του οποίου είναι υπήκοος».
101. Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων που κατοχυρώνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Πράγματι, είναι προφανές ότι ο υπήκοος κράτους μέλους θα μπορούσε να αποτραπεί να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εάν δεν είχε τη βεβαιότητα ότι μπορεί να επανέλθει κάποτε στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια έστω και ανεξάρτητα από την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας ή από την αναζήτηση εργασίας σε αυτό το τελευταίο κράτος μέλος.
102. Η επιστροφή κοινοτικού εργαζομένου από το κράτος μέλος υποδοχής στο κράτος μέλος καταγωγής του, έστω και αν δεν πραγματοποιείται με σκοπό την αναζήτηση ή την άσκηση εργασίας σε αυτό, αποτελεί επομένως μία κατάσταση η οποία, μακράν του να έχει αμιγώς εσωτερικό χαρακτήρα, διέπεται και διασφαλίζεται από το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα από το άρθρο 39 ΕΚ και από το άρθρο 1 του κανονισμού 1612/68.
103. Κατά συνέπεια, και κατ’ αναλογίαν των όσων παραθέτω στα ανωτέρω σημεία 76 έως 90, εφόσον υφίσταται ο συγγενικός δεσμός που απαιτεί το άρθρο 10 του ιδίου κανονισμού, ακόμη και τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου αυτού μπορούν, κατά την άποψή μου, να επικαλεστούν, βάσει του άρθρου αυτού και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο εργαζόμενος αναλαμβάνει ή αναζητεί ή όχι μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος του οποίου έχει την ιθαγένεια, δικαίωμα διαμονής στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους όταν ο εν λόγω εργαζόμενος επανέλθει σε αυτό μετά την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής. Ειδικότερα, είναι προφανές ότι το κοινοτικό δικαίωμα του εργαζομένου να επανέλθει στη χώρα καταγωγής του δεν θα ήταν τελεσφόρο αν μπορούσε να αποτραπεί από την άσκησή του λόγω εμποδίων παρεμβαλλόμενων στη χώρα αυτή κατά τη διαμονή των οικείων του.
104. Προς αντίκρουση των εκτιμήσεών μου δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί, όπως εντούτοις έπραξαν οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και της Δανίας με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, ότι η προοπτική να μην μπορέσει να έχει, κατά την επιστροφή του στο κράτος μέλος καταγωγής του, κοινή οικογενειακή ζωή όπως ενδεχομένως είχε στο κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι ικανή να αποτρέψει τον κοινοτικό υπήκοο από το να μεταβεί στο κράτος μέλος υποδοχής προκειμένου να ασκήσει σε αυτό μισθωτή δραστηριότητα. Ειδικότερα, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών τόνισε ότι ο R. R. L. Eind δεν μπορούσε να αποτραπεί από την άσκηση της εν λόγω ελευθερίας μεταβαίνοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο λόγω της αδυναμίας της θυγατέρας του να διαμένει με αυτόν άπαξ επανήλθε στη χώρα καταγωγής του, στον βαθμό που η R. N. G. Eind κατά τον χρόνο της μεταβάσεως αυτής δεν είχε δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες.
105. Φρονώ ότι το εν λόγω αποτρεπτικό αποτέλεσμα δημιουργείται, για τον υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος θα επιθυμούσε να αποδεχθεί προσφορά εργασίας σε άλλο κράτος μέλος, από την προοπτική και μόνον ότι δεν θα είναι σε θέση να έχει, μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος καταγωγής του, κοινή ζωή (72) με τους οικείους του την οποία μπορεί ενδεχομένως να άρχισε –λόγω γάμου, γονικής σχέσεως, ή, όπως εν προκειμένω, οικογενειακής επανενώσεως– στο κράτος μέλος υποδοχής.
106. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα η περίπτωση ενός κοινοτικού εργαζομένου ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να ασκήσει σε αυτό μισθωτή δραστηριότητα και ο οποίος συνάπτει σε αυτό γάμο με υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει νομίμως σε αυτό το κράτος μέλος και αποκτά με αυτόν τέκνο στο οποίο δεν δίδουν την ιθαγένεια ούτε του κράτους μέλους καταγωγής του εργαζομένου ούτε του κράτους μέλους υποδοχής. Μπορεί σοβαρά να αντιταχθεί στον εργαζόμενο αυτόν ότι, κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, δεν έχει το δικαίωμα να συνοδεύεται από τον/την σύζυγό του και το τέκνο του, υπηκόους τρίτης χώρας, για τον λόγο ότι, κατά την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε την απόφαση να μεταβεί στο κράτος μέλος υποδοχής δεν είχε τέτοιους δεσμούς και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να αποτραπεί από το να μεταβεί σε αυτό το κράτος μέλος από την αδυναμία μεταγενέστερης οικογενειακής επανενώσεως στο κράτος μέλος καταγωγής;
β) Συμπέρασμα επί της εφαρμογής του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 στην υπό κρίση υπόθεση
107. Επομένως, φρονώ ότι, προς απάντηση του προδικαστικού ερωτήματος 3α, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος είναι μέλος της οικογένειας υπηκόου κράτους μέλους που επανέρχεται σε αυτό το κράτος μετά την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος έχει, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, δικαίωμα διαμονής στο πρώτο κράτος με το πρόσωπο με το οποίο έχει στενό συγγενικό δεσμό ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο αυτό ασκεί ή αναζητεί σε αυτό εργασία.
108. Το δικαίωμα αυτό, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, ανήκει στον κάτοχό του χωρίς άλλους χρονικούς περιορισμούς πέραν αυτών που απορρέουν από τις προϋποθέσεις των σημείων α) και β) του προπαρατεθέντος άρθρου. Όσον αφορά, εν προκειμένω, τους κατιόντες του εργαζομένου, το δικαίωμα αυτό τους ανήκει μέχρις ότου συμπληρώσουν το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους και, πέραν της ημερομηνίας αυτής, ενόσω εξακολουθούν να συντηρούνται από τον εργαζόμενο.
γ) Διάρκεια του δικαιώματος διαμονής βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 που έχουν τα μέλη της οικογένειας προσώπου το οποίο αναζητεί εργασία
109. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει τη λύση που προτείνω στο ανωτέρω σημείο 107, αλλά αναγνωρίσει τουλάχιστον ότι υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογενείας υπηκόου κράτους μέλους που επανέρχεται στο κράτος μέλος καταγωγής του από το κράτος μέλος υποδοχής προκειμένου να αναζητήσει σε αυτό εργασία, έχει δικαίωμα διαμονής στο πρώτο κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, πρέπει περαιτέρω να προσδιοριστεί, προκειμένου να συμπληρωθεί η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα 3α, η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας το δικαίωμα αυτό υφίσταται.
110. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 και τα άρθρα 1 και 4 της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ «προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν στον σύζυγο και τα τέκνα του εργαζομένου δικαίωμα διαμονής αντίστοιχο προς αυτό που αναγνωρίζεται στον ίδιο τον εργαζόμενο» (73). Ειδικότερα, το άρθρο 4, παράγραφος 4, της ως άνω οδηγίας ορίζει ότι το μέλος της οικογένειας το οποίο δεν έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους έχει δικαίωμα να λάβει έγγραφο διαμονής της ιδίας ισχύος με αυτό που χορηγείται στον εργαζόμενο από τον οποίον εξαρτάται. Επομένως, η κοινοτική ρύθμιση παρέχει στα μέλη της οικογένειας διακινούμενων εργαζομένων δικαίωμα διαμονής «που έχει την ίδια έκταση με το δικαίωμα διαμονής των τελευταίων» (74).
111. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί το ποια είναι τα χρονικά όρια του δικαιώματος διαμονής που αναγνωρίζουν το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 1 του κανονισμού 1612/68 για την αναζήτηση εργασίας.
112. Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει εξετάσει το ζήτημα αυτό. Με την απόφασή του Antonissen, το Δικαστήριο τόνισε ότι «η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 48 [της Συνθήκης ΕΟΚ, νυν άρθρου 39 ΕΚ] διασφαλίζεται, καθόσον η κοινοτική νομοθεσία ή, ελλείψει σχετικών διατάξεων αυτής, η νομοθεσία κράτους μέλους χορηγεί στους ενδιαφερόμενους εύλογη προθεσμία ικανή να τους επιτρέπει να λαμβάνουν γνώση, στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, των προσφερομένων θέσεων εργασίας που αντιστοιχούν στα επαγγελματικά προσόντα τους και να προβαίνουν, ενδεχομένως, στις απαραίτητες ενέργειες με σκοπό την πρόσληψή τους» (75).
113. Συνεπώς, ελλείψει κοινοτικής διατάξεως τάσσουσας προθεσμία για τη διαμονή των αναζητούντων εργασία σε κράτος μέλος κοινοτικών υπηκόων, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν εύλογη προθεσμία για τον σκοπό αυτό (76). Το Δικαστήριο έκρινε ότι μία εξάμηνη προθεσμία δεν είναι, κατ’ αρχήν, ανεπαρκής διευκρινίζοντας ότι, «αν μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να αναζητεί εργασία και ότι έχει όντως πιθανότητες να προσληφθεί, δεν μπορεί να εξαναγκασθεί να εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής (77). Έτσι, μία εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που αναζητούν εργασία να εγκαταλείψουν αυτόματα το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο (78).
114. Συνεπώς, η χρονική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να ασκηθεί το δικαίωμα του κοινοτικού υπηκόου να διαμείνει σε κράτος μέλος προκειμένου να αναζητήσει εντός αυτού εργασία είναι, ελλείψει σχετικής διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, αυτή την οποία καθορίζει κάθε κράτος μέλος τηρώντας όσα επιτάσσει συναφώς το κοινοτικό δίκαιο. Επομένως, πρέπει να πρόκειται για μία εύλογη προθεσμία της οποίας η παρέλευση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντιταχθεί στον κοινοτικό πολίτη ο οποίος αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να αναζητεί εργασία και ότι έχει όντως πιθανότητες να προσληφθεί.
115. Ενόσω ο εν λόγω υπήκοος έχει το δικαίωμα διαμονής σε κράτος μέλος προκειμένου να αναζητήσει σε αυτό εργασία, τα μέλη της οικογένειάς του που εμπίπτουν στις κατηγορίες που απαριθμεί το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 μπορούν και αυτά να προβάλουν, βάσει του άρθρου αυτού, δικαίωμα διαμονής στο ίδιο κράτος μέλος.
116. Πάντως, η ολλανδική νομοθετική ρύθμιση, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής (79), συνάδει απολύτως με τις απαιτήσεις που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι προβλέπει ότι η διάρκεια ισχύος του εγγράφου διαμονής που έχει χορηγηθεί στον αλλοδαπό ο οποίος αναζητεί εργασία είναι εξάμηνη (προθεσμία την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι κατ’ αρχήν εύλογη) και ότι η διάρκεια αυτή παρατείνεται κάθε φορά για τρεις μήνες αν ο αλλοδαπός αποδεικνύει ότι εξακολουθεί να αναζητεί εργασία και ότι έχει όντως πιθανότητες να προσληφθεί.
δ) Η προτεινόμενη απάντηση στο ερώτημα 3α
117. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα 3α ως εξής:
«Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος είναι μέλος οικογένειας υπηκόου κράτους μέλους που επανέρχεται σε αυτό μετά την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, έχει, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 και εφόσον υφίσταται ο απαιτούμενος συγγενικός δεσμός, το δικαίωμα να διαμείνει στο πρώτο κράτος μέλος με το πρόσωπο με το οποίο έχει στενό συγγενικό δεσμό ανεξαρτήτως του αν αυτός ασκεί ή αναζητεί σε αυτό εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού από τον κάτοχό του δεν υπόκειται σε άλλους χρονικούς περιορισμούς πέραν αυτών που απορρέουν από τις προϋποθέσεις που ορίζουν τα σημεία α) και β) του προπαρατεθέντος άρθρου 10».
3. Επί των ερωτημάτων 3β και 4: δικαίωμα εισόδου και διαμονής του μέλους της οικογένειας βάσει του άρθρου 18 ΕΚ της οδηγίας 90/364
118. Η προτεινόμενη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα 3α –από την οποία συνάγεται η αναγνώριση εν προκειμένω του δικαιώματος της R. N. G. Eind να διαμένει με τον πατέρα της στις Κάτω Χώρες βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68– θα καθιστούσε περιττή την ανάλυση των ερωτημάτων 3β και 4. Συνεπώς, για λόγους πληρότητας και μόνον και κατά τρόπο συνοπτικό θα τα αναλύσω στη συνέχεια.
119. Αρχίζοντας από το άρθρο 18 ΕΚ, φρονώ ότι δεν μπορεί, μεμονωμένα λαμβανόμενο, να θεμελιώσει δικαίωμα της R. N. G. Eind να διαμένει με τον πατέρα της στις Κάτω Χώρες. Πράγματι, φρονώ ότι η διατυπωθείσα από τη θεωρία παρατήρηση ότι το «παράδοξο της ευρωπαϊκής ιθαγένειας σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων είναι ότι εξαγγέλλει πολλά χωρίς να επιτρέπει τίποτα παραπάνω από αυτά που ήδη υφίστανται» (80) ισχύει τουλάχιστον όσον αφορά τις προϋποθέσεις αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής σε κράτος μέλος.
120. Έστω και αν δεν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η R. N. G. Eind δεν είναι πολίτης της Ένωσης και περιοριζόμενος στην εξέταση κυρίως της καταστάσεως του R. R. L. Eind που είναι, αντιθέτως, πολίτης της Ένωσης, φρονώ ότι πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα αναγνωρίσεως υπέρ αυτού, επί τη βάσει και μόνον του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ, το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των Κάτω Χωρών.
121. Βεβαίως, η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού αναγνωρίζει ότι «[κ]άθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών», αλλά «υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην [συνθήκη ΕΚ] και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της». Από τα ανωτέρω συνάγεται σαφώς, κατά την άποψή μου, ότι το εν λόγω δικαίωμα υφίσταται μόνον εφόσον συντρέχουν οι «προϋποθέσεις» αυτές και εφόσον το περιεχόμενό του υπόκειται επίσης σε αυτούς τους «περιορισμούς».
122. Φρονώ ότι η νομολογία του Δικαστήριο αποκλείει κατ’ ουσίαν τη δυνατότητα αναγνωρίσεως υπέρ πολίτη της Ένωσης, επί τη βάσει και μόνον του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ, το δικαίωμα διαμονής στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους.
123. Βεβαίως, στη νομολογία απαντούν εκτιμήσεις διφορούμενες που μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση, όπως είναι η εκτίμηση ότι το «προβλεπόμενο από το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ δικαίωμα διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών αναγνωρίζεται ευθέως σε κάθε πολίτη της Ένωσης από σαφή και ακριβή διάταξη της Συνθήκης ΕΚ» και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να γίνει επίκληση του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ «υπό την ιδιότητα απλώς και μόνον του υπηκόου κράτους μέλους, και συνεπώς του πολίτης της Ένωσης» (81). Συναφώς, αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως στη θεωρία η αναγνώριση εκ μέρους του Δικαστηρίου, βάσει των προτάσεων που διατύπωσαν οι γενικοί εισαγγελείς (82), του άμεσου αποτελέσματος της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα, με την απόφαση Baumbast και R, το Δικαστήριο τόνισε ότι «η εφαρμογή των περιορισμών και προϋποθέσεων που το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ θέτει για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος διαμονής υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο» και ότι, κατά συνέπεια, «οι τυχόν περιορισμοί και προϋποθέσεις του δικαιώματος αυτού δεν εμποδίζουν να παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ στους ιδιώτες δικαιώματα που αυτοί μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων και που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διαφυλάττουν» (83).
124. Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται σαφώς, και δη από τη νομολογία που παρατίθεται στο προηγούμενο σημείο, ότι το δικαίωμα του πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει στο έδαφος των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 18 ΕΚ δεν είναι απαλλαγμένο προϋποθέσεων, αλλά ότι αναγνωρίζεται μόνον υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ καθώς και οι διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της (84), και ως εκ τούτου «στους πολίτες της Ένωσης εναπόκειται να αποδείξουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτουν προς τούτο οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις» (85).
125. Κατά την άποψή μου, θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή να γίνεται λόγος για το άμεσο αποτέλεσμα όχι του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ καθ’ εαυτόν, αλλά του συνδυασμού της διατάξεως αυτής με εκάστη των λοιπών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ ή του παράγωγου δικαίου που καθορίζουν τις προϋποθέσεις προκειμένου να υφίσταται το εν λόγω δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί επομένως, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, να θεωρείται ότι αναγνωρίζεται απλώς και μόνο βάσει της ευρωπαϊκής ιθαγένειας.
126. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφασή του Επιτροπή κατά Βελγίου (86) σε σχέση με το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2004/38, «[ο]ι προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας διαμονής διέπονται, όσον αφορά τους μισθωτούς εργαζομένους, από την οδηγία 68/360· όσον αφορά τους μη μισθωτούς εργαζομένους, από την οδηγία 73/148· όσον αφορά τους σπουδαστές, από την οδηγία 93/96· όσον αφορά τους μισθωτούς και μη μισθωτούς εργαζομένους που έχουν παύσει την επαγγελματική δραστηριότητά τους, από την οδηγία 90/365 και όσον αφορά τους κοινοτικούς υπηκόους που δεν έχουν δικαίωμα διαμονής δυνάμει άλλων κοινοτικών διατάξεων, από την οδηγία 90/364».
127. Για την επίλυση της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης πρέπει να ληφθούν υπόψη, πέραν της ρυθμίσεως η οποία αφορά τους μισθωτούς εργαζομένους και εξετάστηκε ήδη στο πλαίσιο της αναλύσεως του προδικαστικού ερωτήματος 3α, οι διατάξεις της οδηγίας 90/364 τις οποίες αφορά το προδικαστικό ερώτημα 3β.
128. Το δικαίωμα διαμονής που κάθε κράτος μέλος πρέπει να αναγνωρίζει στην επικράτειά του στους υπηκόους άλλου κράτους μέλους κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ανωτέρω οδηγίας προϋποθέτει ότι αυτοί διαθέτουν, τόσο οι ίδιοι όσο και τα μέλη της οικογένειάς τους, υγειονομική ασφάλιση που να καλύπτει το σύνολο των κινδύνων στο κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους αυτού (87).
129. Οι προϋποθέσεις αυτές, υπό το φως της τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως της εν λόγω οδηγίας, σύμφωνα με την οποία οι κάτοχοι του δικαιώματος διαμονής δεν πρέπει να αποτελέσουν δυσανάλογο βάρος για τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής, πηγάζουν από την ιδέα ότι η άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της Ένωσης μπορεί να εξαρτάται από τα νόμιμα συμφέροντα των κρατών μελών (88).
130. Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο έλαβε υπόψη του το άρθρο 1 της οδηγίας 90/364 ως πιθανή νομική βάση προκειμένου να αναγνωρίσει στην R. N. G. Eind, ως «συντηρούμενο κατιόντα» του κατόχου του δικαιώματος διαμονής κατά την έννοια της παραγράφου 2 του προπαρατεθέντος άρθρου, δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες αντλούμενο από το δικαίωμα το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ο πατέρας της βάσει του άρθρου αυτού.
131. Συνεπώς, προκειμένου η R. N. G. Eind να μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτές, θα πρέπει να αποδεικνύεται ακριβώς ότι ο R. R. L. Eind μπορεί να προβάλει δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες όχι μόνο βάσει του ολλανδικού δικαίου και της ιθαγένειάς του, αλλά και βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
132. Συναφώς, πρέπει να επισημάνω κατ’ αρχάς ότι σκοπός της οδηγίας 90/364 δεν είναι να αναγνωρίσει στους κοινοτικούς υπηκόους δικαιώματα έναντι του κράτους μέλους του οποίου έχουν την ιθαγένεια. Από την ανάγνωση της τρίτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας συνάγεται ότι σκοπεί να εναρμονίσει τις «εθνικές διατάξεις [τις] σχετικές με τη διαμονή των πολιτών των κρατών μελών σε κράτη μέλη άλλα από το κράτος του οποίου είναι υπήκοοι». Συνεπώς, σκοπός της ανωτέρω οδηγίας είναι να καταστήσει ευχερέστερη την κυκλοφορία των κοινοτικών υπηκόων προς τα κράτη μέλη των οποίων δεν έχουν την ιθαγένεια. Τούτο εξηγείται από το γεγονός ότι το δικαίωμα διαμονής του ημεδαπού στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς του αναγνωρίζεται εν γένει, όπως υπενθύμισα (βλ. σημείο 100 ανωτέρω), από τις εθνικές έννομες τάξεις, σύμφωνα και με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το διεθνές δίκαιο.
133. Εντούτοις, υπό το πρίσμα του σκοπού τον οποίον επιδιώκει η εκδοθείσα βάσει του άρθρου 235 ΕΚ οδηγία –ήτοι του σκοπού, τον οποίον προβλέπει το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, της Συνθήκης ΕΚ και υπενθυμίζει η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, της εξαλείψεως, μεταξύ των κρατών μελών, των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων– και λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως να τηρείται η γενική αρχή της ισότητας, φρονώ ότι είναι εφικτή η διασταλτική ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας ώστε να καθίσταται εφαρμοστέα και στην περίπτωση προσώπων –κατοικούντων σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό του οποίου έχουν την ιθαγένεια είτε διότι γεννήθηκαν σε αυτό είτε διότι μετέβησαν σε αυτό– τα οποία θα επιθυμούσαν να μεταβούν στο κράτος μέλος του οποίου έχουν την ιθαγένεια, αλλά δεν μπορούν να επικαλεστούν προς τούτο το εθνικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
134. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας διασταλτικής ερμηνείας, πρέπει να εξεταστεί αν ο R. R. L. Eind και, κατά συνέπεια, η θυγατέρα του πληρούν τις προϋποθέσεις προκειμένου να τους αναγνωριστεί δικαίωμα διαμονής στις Κάτω Χώρες δυνάμει της οδηγίας 90/364.
135. Το δικαίωμα διαμονής που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής απαιτεί, μεταξύ άλλων, όπως οι ενδιαφερόμενοι διαθέτουν «επαρκείς πόρους ώστε να μην επιβαρύνουν, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, το σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους υποδοχής». Η ύπαρξη επαρκών πόρων, ως αναγκαίας προϋποθέσεως για την αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος διαμονής, πρέπει, από λογικής απόψεως, να προϋφίσταται της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού. Με άλλα λόγια, ο ενδιαφερόμενος πρέπει, κατά τον χρόνο υποβολής αιτήσεως διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, να αποδεικνύει ότι δεν χρήζει της οικονομικής ενισχύσεως του κράτους αυτού για τη συντήρησή του. Κατ’ ουσίαν, η διαμονή δεν πρέπει να δημιουργεί δυσανάλογα βάρη για τα δημόσια οικονομικά του κράτους μέλους υποδοχής (βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας).
136. Όπως είχε την ευκαιρία να αποφανθεί το Δικαστήριο, σύμφωνα με το κείμενο της διατάξεως αυτής «αρκεί οι υπήκοοι των κρατών μελών να “διαθέτουν” τους απαραίτητους πόρους, χωρίς η διάταξη αυτή να επιβάλλει την παραμικρή υποχρέωση όσον αφορά την προέλευση των πόρων αυτών» (89). Συνεπώς, ακόμη και ένα επίδομα της κοινωνικής πρόνοιας μπορεί θεωρητικά να αποτελεί πηγή «επαρκών πόρων» κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 90/364.
137. Πράγματι, ο κοινοτικός υπήκοος ο οποίος λαμβάνει από κράτος μέλος επίδομα κοινωνικής πρόνοιας το οποίο μπορεί «να εξαχθεί» σε περίπτωση μεταβάσεώς του σε άλλο κράτος μέλος, διότι δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις που αφορούν τον τόπο διαμονής, θα μπορούσε βεβαίως να επικαλεστεί έναντι αυτού του τελευταίου κράτους μέλους το εν λόγω επίδομα για τους σκοπούς του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προκειμένου να αποδείξει ότι δεν εξαρτάται από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής.
138. Η ίδια ευχέρεια θα πρέπει να αναγνωριστεί στον υπήκοο αυτόν έναντι του κράτους του το οποίο του καταβάλλει επίδομα και στο οποίο επιθυμεί να μεταβεί ή να επιστρέψει. Πράγματι, αν το δικαίωμα εισπράξεως του επιδόματος αυτού δεν προϋποθέτει τη διαμονή του υπηκόου στο εν λόγω κράτος, μία τέτοια διαμονή δεν θα προκαλούσε περαιτέρω βάρη στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του εν λόγω κράτους το οποίο θα ήταν υποχρεωμένο σε κάθε περίπτωση να καταβάλει το επίδομα ακόμη και αν ο υπήκοός του δεν διέμενε στο έδαφός του.
139. Συνεπώς, φρονώ ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας έχουν αποφασιστική σημασία. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκώς ακριβή στοιχεία σχετικά με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος που καταβάλλουν οι ολλανδικές αρχές στον R. R. L. Eind. Βεβαίως, μολονότι η διάταξη περί παραπομπής κάνει μνεία του γεγονότος ότι ο R. R. L. Eind λαμβάνει το εν λόγω επίδομα από της επανόδου του στις Κάτω Χώρες (90), τονίζει ωστόσο ότι «αντλεί από την κατοχή της ολλανδικής ιθαγένειας δικαίωμα ολλανδικής παροχής κοινωνικής πρόνοιας» (91). Εντούτοις, δεν αποκλείεται, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο ενδέχεται να μην έλαβε υπόψη του τη σημασία των προϋποθέσεων χορηγήσεως του επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας για τον σκοπό που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ο R. R. L. Eind να έλαβε το επίδομα αυτό λαμβανομένης υπόψη και της διαμονής του στις Κάτω Χώρες.
140. Αν αποδειχθεί ότι το επίδομα αυτό του ολλανδικού κράτους καταβάλλεται στον R. R. L. Eind δυνάμει της ολλανδικής ιθαγενείας του και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι διαμένει στις Κάτω Χώρες, θα μπορούσε να επικαλεστεί το επίδομα αυτό προκειμένου να προβάλει δικαίωμα διαμονής στην εν λόγω χώρα δυνάμει της οδηγίας 90/364, και μαζί μ’ αυτόν και η θυγατέρα του. Αντιθέτως, δεν θα μπορούσαν να πράξουν τούτο αν το επίδομα αυτό χορηγείται στον R. R. L. Eind ως πολίτη ο οποίος κατοικεί στις Κάτω Χώρες, ήτοι αν η καταβολή του επιδόματος αυτού προϋποθέτει τη διαμονή του στην εν λόγω χώρα.
141. Συνεπώς, στα προδικαστικά ερωτήματα 3β και 4, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν παρέλκει η εξέτασή τους, προσήκει η εξής απάντηση:
«3β) Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 1 της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν το να λαμβάνεται υπόψη, στο πλαίσιο εξετάσεως της διαθεσιμότητας «επαρκών πόρων» κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας που καταβάλλει κράτος μέλος. Αν πρόκειται για επίδομα καταβαλλόμενο σε υπήκοο από το κράτος έναντι του οποίου προβάλλεται, δυνάμει του ιδίου άρθρου, δικαίωμα διαμονής, το εν λόγω επίδομα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο ως άνω πλαίσιο αν η χορήγησή του προϋποθέτει τη διαμονή του δικαιούχου στο έδαφος του εν λόγω κράτους.
4) Το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ δεν αναγνωρίζει στον πολίτη της Ένωσης δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι λοιπές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ καθώς και οι αντίστοιχες διατάξεις εφαρμογής τους. Το γεγονός ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι μέλος της οικογένειας προσώπου που έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης δεν μεταβάλλει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα».
V – Προτάσεις
142. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Raad van State ως εξής:
«1α) Το γεγονός αυτό καθαυτό ότι το κράτος μέλος υποδοχής θεώρησε υπήκοο τρίτης χώρας ως μέλος της οικογένειας εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, και ότι χάρη αυτού του συγγενικού δεσμού το κράτος αυτό του χορήγησε άδεια διαμονής βάσει του ως άνω άρθρου, δεν δημιουργεί την υποχρέωση, έστω και αν η ισχύς της άδειας αυτής δεν έχει ακόμη λήξει, για το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εργαζόμενος να αναγνωρίσει στον ως άνω υπήκοο τρίτης χώρας, κατά τον επαναπατρισμό του εργαζομένου, το δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφός του.
1β) Το κράτος μέλος του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια υποχρεούται να εκτιμήσει αν υπήκοος τρίτης χώρας, μέλος της οικογένειας του εργαζομένου, έχει, κατά τον επαναπατρισμό αυτού του τελευταίου, δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφός του βάσει του κοινοτικού δικαίου, προτού διαπιστώσει αν ένα τέτοιο δικαίωμα μπορεί ή όχι να αναγνωριστεί σε αυτόν τον υπήκοο δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας πέραν του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
2) Για την απάντηση στα ερωτήματα 1α και 1β δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο εν λόγω υπήκοος της τρίτης χώρας, πριν τη διαμονή του στο κράτος μέλος υποδοχής, δεν είχε δικαίωμα διαμονής στηριζόμενο στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου ο εργαζόμενος έχει την ιθαγένεια. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει αυτό το τελευταίο κράτος να χορηγήσει στον υπήκοο της τρίτης χώρας άδεια διαμονής στηριζόμενη στο κοινοτικό δίκαιο.
3α) Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος είναι μέλος της οικογένειας υπηκόου κράτους μέλους που επιστρέφει σε αυτό μετά την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος, έχει, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 και εφόσον υφίσταται ο απαιτούμενος συγγενικός δεσμός, το δικαίωμα να διαμείνει στο πρώτο κράτος μέλος με το πρόσωπο με το οποίο έχει στενό συγγενικό δεσμό ανεξαρτήτως του αν αυτός ασκεί ή αναζητεί σε αυτό εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού από τον δικαιούχο του δεν υπόκειται σε άλλους χρονικούς περιορισμούς πέραν αυτών που απορρέουν από τις προϋποθέσεις που ορίζουν τα σημεία α) και β) του προπαρατεθέντος άρθρου 10.
3β) Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 1 της οδηγίας 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν το να λαμβάνεται υπόψη, στο πλαίσιο εξετάσεως της διαθεσιμότητας «επαρκών πόρων» κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας που καταβάλλει κράτος μέλος. Αν πρόκειται για επίδομα καταβαλλόμενο σε υπήκοο από το κράτος έναντι του οποίου προβάλλεται δυνάμει του ιδίου άρθρου δικαίωμα διαμονής, το εν λόγω επίδομα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο ως άνω πλαίσιο αν η χορήγησή του προϋποθέτει τη διαμονή του δικαιούχου στο έδαφος του εν λόγω κράτους.
4) Το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ δεν αναγνωρίζει στον πολίτη της Ένωσης δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι λοιπές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ καθώς και οι αντίστοιχες διατάξεις εφαρμογής τους. Το γεγονός ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι μέλος της οικογένειας προσώπου που έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης δεν μεταβάλλει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στα προηγούμενα προδικαστικά ερωτήματα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158, σ. 77).
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
4 – Το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, όπως και το επόμενο άρθρο 11, καταργήθηκαν από τις 30 Απριλίου 2006 με την οδηγία 2004/38.
5 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43. Η οδηγία αυτή καταργήθηκε από τις 30 Απριλίου 2006 με την οδηγία 2004/38.
6 – ΕΕ L 180, σ. 26. Και η οδηγία αυτή καταργήθηκε από τις 30 Απριλίου 2006 με την οδηγία 2004/38.
7 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C‑292/89 (Συλλογή 1991, σ. I‑745).
8 – Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C‑370/90 (Συλλογή 1992, σ. I‑4265).
9 – Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.4.
10 – Πρόκειται για τις Κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Τσεχίας, της Δανίας, των Κάτω Χωρών και της Γερμανίας οι οποίες κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, και για την Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία παρενέβη μόνον κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία.
11 – Βλ. σημεία 2.7 έως 2.9 της διατάξεως αυτής.
12 – Απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑109/01 (Συλλογή 2003, σ. I‑9607).
13 – Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.9.2.
14 – Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.7.
15 – Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.9.3.
16 – Όπ.π.
17 – Όπ.π.
18 – Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αιτιολόγησε τη διευκρίνιση αυτή επισημαίνοντας ότι, όπως τούτο συναγόταν από την προπαρατεθείσα απόφαση Akrich, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος είναι μέλος της οικογενείας κοινοτικού εργαζομένου αντλεί από το άρθρο 39 ΕΚ και από το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 δικαίωμα διαμονής με τον εν λόγω εργαζόμενο στο κράτος μέλος υποδοχής μόνο στην περίπτωση που αυτός διαμένει ήδη νομίμως σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας πριν από την μετάβασή του στο πρώτο κράτος.
19 – Η υπογράμμιση δική μου.
20 – Ο εν λόγω εδαφικός περιορισμός της άδειας διαμονής συνάγεται, άμεσα ή έμμεσα, και από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, π.χ. το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 68/360 επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν στους υπηκόους τους και στα μέλη των οικογενειών τους επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός 1612/68, τα οποία είναι σε θέση να προσκομίσουν τα απαιτούμενα έγγραφα «το δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά τους». Το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 προβλέπει το δικαίωμα του συζύγου και των τέκνων του υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος ασκεί στην επικράτεια κράτους μέλους μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα «να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο της επικράτειας του κράτους αυτού» (η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 30ής Μαρτίου 2006, C‑10/05, Mattern και Cikotic (Συλλογή 2006, σ. I‑3145, σκέψη 24), τόνισε ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 11 του κανονισμού προκύπτει ότι το δικαίωμα υπηκόου τρίτου κράτους, συζύγου κοινοτικού υπηκόου, να έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας μπορεί να προβληθεί μόνον εντός του κράτους μέλους στο οποίο ο κοινοτικός υπήκοος ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.
21 – Απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑157/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑2911, σκέψη 28).
22 – Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι γραπτές παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι Κυβερνήσεις της Τσεχίας και της Γερμανίας.
23 – Τούτο συνεπάγεται ότι οι εν λόγω αρχές μπορούν να εξετάζουν, π.χ., αν υφίσταται ο απαιτούμενος συγγενικός δεσμός.
24 – Προπαρατεθείσες σκέψεις 49 και 50.
25 – Βεβαίως, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω άδεια διαμονής πράγματι στηριζόταν στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 (βλ. σημεία 27 έως 29 ανωτέρω).
26 – Απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2007, C‑1/05 (Συλλογή 2007, σ. I-1).
27 – Προτάσεις της 27ης Απριλίου 2006 επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Jia (σημείο 28).
28 – Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, C‑459/99, MRAX (Συλλογή 2002, σ. I‑6591, σκέψη 59), και Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 28.
29 – Η Επιτροπή και η Τσεχική Κυβέρνηση υποστήριξαν και αυτές, με τις γραπτές παρατηρήσεις τους που κατέθεσαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως Jia, ότι η προϋπόθεση της προηγούμενης νόμιμης διαμονής δεν έχει γενική εφαρμογή και δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της R. N. G. Eind διατύπωσε παρεμφερή άποψη, ενώ αντιθέτως η Ελληνική και η Γερμανική Κυβέρνηση διατύπωσαν αντίθετες απόψεις.
30 – Προπαρατεθείσα απόφαση Jia, σκέψη 33.
31 – Όπως υπέμνησε το αιτούν δικαστήριο στο σημείο 2.9.1. της διατάξεως περί παραπομπής, η διαφορά αυτή αφορούσε τον Μαροκινό σύζυγο Βρετανής υπηκόου ο οποίος διέμενε παράνομα στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο οποίος είχε απελαθεί στην Ιρλανδία, όπου συνάντησε τη σύζυγό του, η οποία ζούσε και εργαζόταν στη χώρα αυτή, προτού οι δύο επανέλθουν από κοινού στο Ηνωμένο Βασίλειο στο οποίο η σύζυγος δέχθηκε πρόταση εργασίας.
32 – Προπαρατεθείσα απόφαση Jia, σκέψη 31.
33 – Η Γερμανική Κυβέρνηση διατύπωσε ρητώς αντίθετη άποψη από τη δική μου με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας πριν ωστόσο από την έκδοση της αποφάσεως Jia.
34 – Εξάλλου, έστω και αν θεωρηθεί ότι, αντίθετα με όσα διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση Jia, η προϋπόθεση της προηγούμενης νόμιμης διαμονής σε κράτος μέλος, την οποία μνημονεύει η απόφαση Akrich, είναι γενικής ισχύος –και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή οι βρετανικές αρχές δεν θα έπρεπε να χορηγήσουν στην R. N. G. Eind άδεια διαμονής στηριζόμενη στο άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68–, φρονώ ότι η διαμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παράνομη, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση την είχαν επιτρέψει ρητώς οι βρετανικές αρχές, έστω και αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο.
35 – Η υπογράμμιση δική μου. Ομοίως, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/38 που ισχύει επί του παρόντος επισημαίνει ότι «[τ]ο δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογενείας τους, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους» (η υπογράμμιση δική μου).
36 – Αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-308/89, Di Leo (Συλλογή 1990, σ. I‑4185, σκέψη 13), και της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ. I‑7091, σκέψη 50).
37 – Η οδηγία 2004/38 εξακολουθεί να διέπεται από αυτήν τη λειτουργική αντίληψη περί του δικαιώματος στην οικογενειακή επανένωση του πολίτη της Ένωσης –όπως τούτο προκύπτει από το άρθρο της 3, παράγραφος 1, βάσει του οποίου «[η] παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2, σημείο 2, που τους συνοδεύουν ή πηγαίνουν να τους συναντήσουν»–, και ως εκ τούτου η οικογενειακή επανένωση των πολιτών της Ένωσης που δεν ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία εξακολουθεί να διέπεται από το εθνικό δίκαιο. Βλ., συναφώς, Urbano De Sousa, C., «Le droit des membres de la famille du citoyen de l'Union européenne de circuler et de séjourner sur le territoire des États membres, dans la directive 2004/38/CE», σε J.Y. Carlier – E. Guild (εκδότης), L'avenirdelalibrecirculationdespersonnesdansl'U.E., Bruylant, Βρυξέλλες, 2006, σ. 103, ιδίως τις σ. 124 και 125. Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση MRAX, σημείο 30.
38 – Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.10.2.
39 – Η υπογράμμιση δική μου.
40 – Η Κυβέρνηση της Τσεχίας και η Επιτροπή συμμερίζονται κατ’ ουσίαν την άποψη αυτή.
41 – Βλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 1989, 249/86, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1989, σ. 1263, σκέψη 8).
42 – Το άρθρο 39, παράγραφος 1, ΕΚ εξασφαλίζει την «ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας». Το άρθρο 39, παράγραφος 3, αναφέρεται, στο στοιχείο β΄, στο δικαίωμα των εργαζομένων «να διακινούνται ελεύθερα για τον σκοπό αυτόν εντός της επικρατείας των κρατών μελών», στο στοιχείο γ΄, στο δικαίωμά τους «να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη» και, στο στοιχείο δ΄, στο δικαίωμά τους «να παραμένουν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους, και μετά την άσκηση σε αυτό ορισμένης εργασίας» ( η υπογράμμιση δική μου).
43 – Το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 καθιερώνει το δικαίωμα του εργαζομένου υπηκόου κράτους μέλους να τυγχάνει, στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, της αυτής μεταχειρίσεως σε σχέση με τους ημεδαπούς εργαζομένους ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας.
44 – Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1999, C‑18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I‑345, σκέψεις 26 έως 29 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45 – Προπαρατεθείσα απόφαση Singh, σκέψη 19.
46 – Όπ.π., σκέψη 23.
47 – Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, C‑138/02, Collins (Συλλογή 2004, σ. I‑2703, σκέψη 26 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C‑85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I‑2691, σκέψη 32), κατά την οποία στο πλαίσιο του άρθρου 39 ΕΚ και του κανονισμού 1612/68 «το πρόσωπο που αναζητεί πράγματι εργασία πρέπει επίσης να χαρακτηρίζεται ως εργαζόμενος».
49 – Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.10.1.
50 – Απόφαση Antonissen, προπαρατεθείσα, σκέψεις 13 και 14 (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 26ης Μαΐου 1993, C‑171/91, Τσιότρας (Συλλογή, σ. I‑2925, σκέψη 8), της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C‑344/95, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1997, σ. I‑1035, σκέψη 15), και Collins, προπαρατεθείσα, σκέψη 36.
51 – Προπαρατεθείσα, σκέψη 32.
52 – Όπ.π.
53 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon της 8ης Νομεβρίου 1990 επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προαπαρατεθείσα απόφαση Antonissen, (σημείο 7).
54 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 11.
55 – Όπ.π.
56 – Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 267/83, Diatta (Συλλογή 1985, σ. 567, σκέψη 17).
57 – Αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, C‑60/00, Carpenter (Συλλογή 2002, σ. I‑6279, σκέψη 38), MRAX, προπαρατεθείσα, σκέψη 53, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 26.
58 – Βλ., αντί πολλών, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C‑67/91, Asociación española de banca privada κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I‑4785, σκέψη 30).
59 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 10, Carpenter, προπαρατεθείσα, σκέψη 41, Akrich, προπαρατεθείσα, σκέψη 58, και της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 52). Το δικαίωμα για σεβασμό της οικογενειακής ζωής μνημονεύεται και στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (στο εξής: Χάρτης).
60 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Carpenter, σκέψη 42, Akrich, σκέψη 59, και Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψη 53.
61 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 10, και Baumbast και R, σκέψη 72.
62 – Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 37.
63 – Όπ.π., σκέψη 57.
64 – Όπ.π., το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη καθιερώνει την υποχρέωση των δημόσιων αρχών ή των ιδιωτικών οργανισμών να δίδουν πρωταρχική σημασία στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού στο πλαίσιο όλων των πράξεων που αφορούν τα παιδιά, το δε άρθρο 24, παράγραφος 3, καθιερώνει το δικαίωμα κάθε παιδιού να διατηρεί τακτικά προσωπικές σχέσεις και απευθείας επαφές με τους δύο γονείς του.
65 – Η υπογράμμιση δική μου.
66 – Φρονώ ότι η προσφυγή στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 είναι πλέον ενδεδειγμένη από την απλή προσφυγή στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 39 ΕΚ και του άρθρου 1 του κανονισμού 1612/68 δεδομένης της ειδικότητας της πρώτης διατάξεως και του γεγονότος ότι περιορίζει σαφώς τον κύκλο των μελών της οικογένειας στα οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής.
67 – Με την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2004, C‑200/02, Zhu και Chen (Συλλογή 2004, σ. I‑9925, σκέψεις 45 και 46), το Δικαστήριο συνήγαγε το δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο της Man Lavette Chen, Κινέζας υπηκόου και μητέρας της Catherine, ιρλανδικής υπηκοότητας, όχι από μία συγκεκριμένη διάταξη του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την οικογενειακή επανένωση, αλλά βάσει της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων (άρθρο 18 ΕΚ και άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/364) που αναγνώριζαν στη θυγατέρα δικαίωμα διαμονής σε αυτό το κράτος μέλος. Παρεμφερή συλλογιστική ανέπτυξε το Δικαστήριο με την απόφασή του Baumbast και R, προπαρατεθείσα, σκέψεις 73 έως 75, στην οποία, στηριζόμενο στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας, συνήγαγε από το δικαίωμα του τέκνου να διαμένει βάσει του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68 στο κράτος μέλος υποδοχής προκειμένου να παρακολουθήσει σε αυτό μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως το δικαίωμα του γονέα που έχει πράγματι την επιμέλεια, ασχέτως της ιθαγενείας του, να διαμένει με αυτό, παρά το γεγονός ότι οι γονείς έχουν εν τω μεταξύ διαζευχθεί ή το γεγονός ότι ο γονέας που έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι πλέον διακινούμενος εργαζόμενος στο κράτος μέλος υποδοχής.
68 – Συναφώς, υπενθυμίζω ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως αν έγινε σχετική μνεία κατά τη διατύπωση των ερωτημάτων του (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑456/02, Trojani, Συλλογή 2004, σ. I‑7573, σκέψη 38, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
69 – Οι Κυβερνήσεις της Τσεχίας, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου διατύπωσαν αντίθετη άποψη.
70 – Βλ. απόφαση Martínez Sala, προπαρατεθείσα, σκέψη 32 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
71 – Βλ. απόφαση Baumbast και R, προπαρατεθείσα, σκέψη 70, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑35/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1998, σ. I‑5325, σκέψη 41).
72 – Χρησιμοποιώ την έκφραση κοινή ζωή υπό ευρεία έννοια, ήτοι χωρίς να θεωρείται ως αναγκαία προϋπόθεση η συγκατοίκηση. Πράγματι, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «μέλη της οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 δεν υποχρεούνται να κατοικούν οπωσδήποτε μονίμως μαζί του για να έχουν δικαίωμα διαμονής δυνάμει της διατάξεως αυτής» (απόφαση Diatta, προπαρατεθείσα, σκέψη 22).
73 – Απόφαση Singh, προπαρατεθείσα, σκέψη 18 (η υπογράμμιση δική μου).
74 – Απόφαση της 11ης Απριλίου 2000, C‑356/98, Kaba (Συλλογή 2000, σ. I‑2623, σκέψη 23).
75 – Απόφαση Antonissen, προπαρατεθείσα, σκέψη 16. Την ίδια διατύπωση χρησιμοποιούν και οι προπαρατεθείσες αποφάσεις Τσιότρας, σκέψη 13, και Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 16.
76 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 17, και Collins, σκέψη 37.
77 – Απόφαση Antonissen, προπαρατεθείσα, σκέψη 21. Βλ., επίσης, προπαρατεθείσες αποφάσεις Τσιότρας, σκέψη 13, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 17, και Collins, σκέψη 37.
78 – Απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 18.
79 – Σημείο 2.3.1.
80 – Rodière P., Libre circulation des personnes et citoyenneté européenne dans la jurisprudence de la Cour de justice, σε Revue trimestrielle de droit européen, 2006, τόμος 42 (1), σ. 163, ιδίως σ. 164.
81 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Baumbast και R, σκέψη 84, Trojani, σκέψη 31, και Zhu και Chen, σκέψη 26.
82 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola της 1ης Ιουλίου 1997 επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Martínez, καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Κοσμά της 16ης Μαρτίου 1999 επί της υποθέσεως C-378/97, Wijsenbeek, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1999 (Συλλογή 1999, σ. I‑6207).
83 – Απόφαση Baumbast και R, προπαρατεθείσα, σκέψη 86.
84 – Αποφάσεις Kaba, προπαρατεθείσα, σκέψη 30, Baumbast και R, προπαρατεθείσα, σκέψη 85, της 6ης Μαρτίου 2003, C‑466/00, Kaba (Συλλογή 2003, σ. I‑2219, σκέψη 46), Trojani, προπαρατεθείσα, σκέψη 32, και Zhu και Chen, προπαρατεθείσα, σκέψη 26.
85 – Απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C‑408/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2006, σ. I‑2647, σκέψη 64).
86 – Όπ.π., σκέψη 65.
87 – Όπ.π., σκέψη 36.
88 – Όπ.π., σκέψη 37.
89 – Αποφάσεις Zhu και Chen, προπαρατεθείσα, σκέψη 30, καθώς και της 23ης Μαρτίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 40.
90 – Σημείο 2.4.
91 – Σημείο 2.10.4.
Full & Egal Universal Law Academy