ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 3ης Μαΐου 2007 1(1)
Υπόθεση C-299/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές – Κανονισμός (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Απριλίου 2005 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 – Φινλανδία: Επίδομα τέκνου – Σουηδία: επίδομα αναπηρίας και επίδομα αναπήρου τέκνου – Ηνωμένο Βασίλειο: επίδομα διαβιώσεως αναπήρων, επίδομα συμπαραστάσεως και επίδομα φροντίδας αναπήρων»
I – Εισαγωγή
1. Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (2) επεκτείνεται από της εκδόσεως του κανονισμού 1247/92 (3) και στις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές, επομένως, σε παροχές οι οποίες παρουσιάζουν στοιχεία τόσο κοινωνικής ασφάλισης όσο και κοινωνικής πρόνοιας. Εν πάση περιπτώσει, για τις παροχές αυτές ισχύουν ειδικοί κανόνες. Μεταξύ άλλων, δεν καταβάλλονται σε πρόσωπα εκτός του εθνικού εδάφους.
2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 647/2005 (4), για την τροποποίηση του κανονισμού (EOK) 1408/71 και του κανονισμού (EOK) 574/72, περιέλαβε νέο ορισμό των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών. Ο νομοθέτης όρισε εφεξής τις παροχές αυτές ως ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα (5). Επιπλέον, τροποποίησε το παράρτημα IIα, το οποίο απαριθμεί τις διάφορες εθνικές παροχές που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή.
3. Με την υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά της εγγραφής στο παράρτημα IIα ορισμένων επιδομάτων που αφορούν τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι επίδικες παροχές δεν αποτελούν ειδικές παροχές υπό την έννοια του τροποποιηθέντος άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 και θα πρέπει, κατά συνέπεια, να απαλειφθούν από το παράρτημα IIα.
II – Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
4. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 647/2005 ορίζει τα εξής:
«Θα πρέπει να γίνουν ορισμένες τροποποιήσεις στους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1408/71 και (ΕΟΚ) 574/72, για να ληφθούν υπόψη οι πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για να διευκολυνθεί η εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών και για να περιληφθούν οι αλλαγές που έχουν γίνει στις νομοθεσίες των κρατών μελών όσον αφορά την κοινωνική ασφάλεια.»
5. Τον νομοθετικό σκοπό της τροποποιήσεως των διατάξεων για τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές συγκεκριμενοποιεί η τρίτη αιτιολογική σκέψη:
«Οι αποφάσεις Friedrich Jauch κατά Pensionsversicherungsanstalt der Arbeiter και Ghislain Leclere και Alina Deaconescu κατά Caisse nationale des prestations familiales, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα, απαιτούν, για λόγους ασφάλειας δικαίου, να καθοριστούν τα δύο σωρευτικά κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ώστε οι εν λόγω παροχές να μπορούν να περιληφθούν στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71. Στη βάση αυτή, είναι αναγκαίο να αναθεωρηθεί το παράρτημα λαμβάνοντας υπόψη τις νομοθετικές τροποποιήσεις που έγιναν στα κράτη μέλη σε σχέση με το είδος αυτό παροχών, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ειδικού συντονισμού λόγω του μεικτού χαρακτήρα τους [...]»
6. Σχετικά με τις τροποποιήσεις που αφορούν το παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71, η έκτη αιτιολογική σκέψη διαλαμβάνει τα εξής:
«Η αναθεώρηση του παραρτήματος ΙΙα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 θα επιφέρει την απαλοιφή ορισμένων από τις υπάρχουσες εγγραφές και, λαμβάνοντας υπόψη τις νομοθετικές τροποποιήσεις που έγιναν σε ορισμένα κράτη μέλη, την προσθήκη ορισμένων νέων εγγραφών. [...]»
7. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:
[…]
κα) i) Ως “οικογενειακή παροχή” νοείται κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα, προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη, στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, με εξαίρεση τα ειδικά επιδόματα τοκετού ή υιοθεσίας που αναφέρονται στο παράρτημα II.»
8. Το άρθρο 4 όριζε το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 μέχρι τούδε (6) ως εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητας·
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητος βιοπορισμού·
[…]
η) οικογενειακές παροχές.
2α. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές παροχές [που δεν στηρίζονται στην καταβολή εισφορών], οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:
είτε για να καλύψουν συμπληρωματικά, αναπληρωματικά ή επικουρικά την επέλευση οιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ έως η΄ της παραγράφου 1·
είτε μόνον για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.
[…]
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική πρόνοια […]»
9. Ο κανονισμός 647/2005 τροποποίησε το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 ως εξής:
«2α. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα, οι οποίες προβλέπονται δυνάμει νομοθεσίας η οποία, λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της, των στόχων ή/και των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση δικαιώματος, έχει χαρακτηριστικά τόσο της νομοθεσίας κοινωνικής ασφάλειας η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, όσο και της κοινωνικής πρόνοιας.»
Ως “ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα” νοούνται οι παροχές οι οποίες:
α) προορίζονται να παρέχουν:
i) συμπληρωματική, αναπληρωματική ή επικουρική κάλυψη έναντι των κινδύνων οι οποίοι αντιστοιχούν στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 κλάδους κοινωνικής ασφάλειας και να εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης, σε σχέση με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,
ή
ii) μόνον ειδική προστασία στα άτομα με αναπηρίες, οι οποίες συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου προσώπου στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, και
β) στις περιπτώσεις που η χρηματοδότηση προέρχεται αποκλειστικά από την υποχρεωτική φορολογία που προορίζεται να καλύψει τις γενικές δημόσιες δαπάνες, και οι όροι για τη χορήγηση και τον υπολογισμό των παροχών δεν εξαρτώνται από τυχόν εισφορές εκ μέρους του δικαιούχου· ωστόσο, οι παροχές που χορηγούνται για να καλύψουν συμπληρωματικά ανταποδοτικού τύπου παροχή, δεν θεωρούνται ως ανταποδοτικού τύπου παροχές για αυτό και μόνο το λόγο, και
γ) περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙα».
10. Κατόπιν απαλοιφής υφισταμένων εγγραφών και προσθήκης νέων παροχών, το παράρτημα Ι, σημείο 2, του κανονισμού 657/2005 αποτέλεσε το παράρτημα ΙΙα (7) του κανονισμού 1408/71 με νέα διατύπωση ως προς το σύνολό του. Οι εγγραφές για τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρουν χωρίς τροποποιήσεις του περιεχομένου, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες παροχές:
«ΚΓ. ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ
[…]
β) επίδομα τέκνου (νόμος 444/69 περί επιδόματος τέκνου) (8)·
[…]
ΚΔ. ΣΟΥΗΔΙΑ
[…]
γ) Επίδομα αναπηρίας και επίδομα αναπήρου τέκνου (νόμος 1998: 703) (9).
ΚΕ. ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
[…]
δ) Επίδομα διαβίωσης αναπήρων (Disability Living Allowance and Disability Working Allowance Act 1991 [νόμος για το επίδομα διαβίωσης αναπήρων και το επίδομα εργασίας αναπήρων] της 27ης Ιουνίου 1991, τμήμα 1, και Disability Living Allowance and Disability Working Allowance (Northern Ireland) Order 1991 [διάταγμα για το επίδομα διαβίωσης αναπήρων και το επίδομα εργασίας αναπήρων (Βόρεια Ιρλανδία) του 1991] της 24ης Ιουλίου 1991, άρθρο 3) (10)·
ε) Επίδομα συμπαράστασης (Social Security Act 1975 [νόμος περί κοινωνικών ασφαλίσεων του 1975] της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 35, και Social Security (Northern Ireland) Act 1975 [νόμος περί κοινωνικών ασφαλίσεων (Βόρεια Ιρλανδία) του 1975] της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 35) (11)·
στ) Επίδομα φροντίδας αναπήρων (Social Security Act 1975 [νόμος περί κοινωνικών ασφαλίσεων του 1975] της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 37, και Social Security (Northern Ireland) Act 1975 [νόμος περί κοινωνικών ασφαλίσεων (Βόρεια Ιρλανδία) του 1975] της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 37) (12).»
Β – Το εθνικό δίκαιο
1. Φινλανδικό επίδομα τέκνου (νόμος 444/1969 για το επίδομα τέκνου)
11. Ο φινλανδικός νόμος για το επίδομα τέκνου χορηγεί χρηματική παροχή, εφόσον ένα τέκνο, συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή άλλου προβλήματος, έχει ανάγκη, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών, ειδικής φροντίδας, περιθάλψεως ή αποκαταστάσεως, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ιδιαίτερη επιβάρυνση οικονομικής ή άλλης φύσεως. Δικαιούχοι της παροχής είναι τέκνα κάτω των 16 ετών, τα οποία έχουν την κατοικία τους στη Φινλανδία.
12. Το ύψος του επιδόματος καθορίζεται αποκλειστικά ανάλογα με την ατομική ανάγκη φροντίδας, περιθάλψεως και αποκαταστάσεως του τέκνου και κατανέμεται σε τρία στάδια. Το εισόδημα των γονέων του οικείου τέκνου, ο χρόνος καταβολής εισφορών και ο χρόνος απασχολήσεως δεν λαμβάνονται υπόψη. Από τη διάρκεια της ανάγκης φροντίδας που έχει το τέκνο εξαρτάται αποκλειστικά το αν η παροχή χορηγείται για ορισμένο ή για αόριστο χρόνο. Μεταβολή της καταστάσεως της υγείας του τέκνου μπορεί να έχει ως συνέπεια την απώλεια του δικαιώματος ή την προσαρμογή του ύψους της ενισχύσεως.
13. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του φινλανδικού νόμου, το δικαίωμα για επίδομα τέκνου παύει να υφίσταται, εφόσον το τέκνο παραμένει άνω των τριών μηνών σε νοσοκομείο ή σε άλλο δημόσιο ή επιχορηγούμενο από κρατικούς πόρους θεραπευτικό ίδρυμα.
2. Επίδομα αναπηρίας και επίδομα αναπήρου τέκνου στη Σουηδία (νόμος 1998: 703)
14. Τα σουηδικά επιδόματα επικαλύπτονται και υπόκεινται στις ίδιες βασικές προϋποθέσεις. Το επίδομα αναπήρου τέκνου χορηγείται μέχρι το 19ο έτος της ηλικίας. Στη συνέχεια, αρχίζει η καταβολή του επιδόματος αναπηρίας. Οι παροχές δεν προϋποθέτουν ούτε επαγγελματική δραστηριότητα ούτε χρόνο καταβολής εισφορών. Δεν υφίσταται λειτουργικός ή οργανικός σύνδεσμος με σύστημα εισφορών. Αμφότερες οι παροχές απαιτούν συνολικό κατ’ ιδίαν έλεγχο των αναγκών. Εάν μεταβληθούν οι ανάγκες, επανεξετάζονται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως.
Επίδομα αναπήρου τέκνου
15. Το επίδομα καταβάλλεται στους γονείς των οποίων το τέκνο χρήζει, λόγω ασθενείας, νοητικής στερήσεως ή άλλης αναπηρίας, φροντίδας ή επιβλέψεως για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών. Επιπλέον, δικαίωμα για την καταβολή του επιδόματος υφίσταται όταν η ασθένεια ή η αναπηρία του τέκνου δημιουργεί πρόσθετα έξοδα.
16. Το ύψος του επιδόματος για το οποίο ο νόμος προβλέπει τέσσερις μηνιαίους συντελεστές καθορίζεται αποκλειστικά βάσει του βαθμού ανάγκης φροντίδας και της ατομικής ανάγκης επιβλέψεως καθώς και της εκτάσεως των προσθέτων εξόδων. Τα ίδια κριτήρια είναι καθοριστικά για τη διάρκεια χορηγήσεως του επιδόματος.
17. Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος εξετάζονται τουλάχιστον κάθε δύο έτη βάσει κριτηρίων που θέτει ο νόμος, εκτός εάν μεταβληθούν οι ανάγκες. Αντιθέτως, δεν λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα των γονέων καθώς και το γεγονός ότι, λόγω της φροντίδας του τέκνου τους, εγκατέλειψαν ή περιόρισαν την επαγγελματική τους δραστηριότητα.
18. Το δικαίωμα για το επίδομα παύει να υφίσταται, κατ’ αρχήν, εφόσον το τέκνο γίνει δεκτό σε δημόσιο ή επιχορηγούμενο από κρατικούς πόρους ίδρυμα περιθάλψεως.
Επίδομα αναπήρου
19. Δικαίωμα για επίδομα αναπήρου έχουν ασφαλισμένοι οι οποίοι, λόγω μειώσεως της λειτουργικής ικανότητας, η οποία επήλθε πριν από το 65ο έτος της ηλικίας τους, έχουν ανάγκη διαρκούς υποστηρίξεως επί καθημερινής βάσεως (άρθρο 5, παράγραφος 1, του σουηδικού νόμου), έχουν ανάγκη διαρκούς αρωγής από τρίτους, για να ασκήσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα (άρθρο 5, παράγραφος 2) ή πρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιβαρυνθούν με σημαντικά πρόσθετα έξοδα (άρθρο 5, παράγραφος 3). Εάν συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις ή εάν τα κριτήρια υπ’ αριθμ. 1 ή 2 προστίθενται στο κριτήριο υπ’ αριθμ. 3, το δικαίωμα κρίνεται βάσει της συνολικής ανάγκης. Δεν λαμβάνονται συναφώς υπόψη ο χρόνος καταβολής εισφορών και ο χρόνος απασχολήσεως.
20. Ο βαθμός της ανάγκης για περίθαλψη και η έκταση των πρόσθετων εξόδων έχουν καθοριστική σημασία στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον καθορισμό του ύψους του επιδόματος αναπηρίας· το άρθρο 6 του σουηδικού νόμου προβλέπει τρεις διαφορετικούς συντελεστές επιδόματος. Η Σουηδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν σταθερά κριτήρια για την αξιολόγηση της ανάγκης σε κάθε ατομική περίπτωση. Εν τούτοις, λαμβάνονται υπόψη οι χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις βάσει της ανάγκης του δικαιούχου, στο μέτρο που θεωρούνται εύλογες και δικαιολογημένες.
3. Εθνικές διατάξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο
21. Το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων και το επίδομα συμπαραστάσεως υπόκεινται, κατ’ ουσίαν, στις ίδιες προϋποθέσεις. Το επίδομα φροντίδας αναπήρων συμπληρώνει τα δύο επιδόματα.
Επίδομα διαβιώσεως αναπήρων – Disability Living Allowance and Disability Working Allowance Act 1991 της 27ης Ιουνίου 1991, άρθρο 1, και Disability Living Allowance and Disability Working Allowance (Northern Ireland) Order 1991 της 24ης Ιουλίου 1991, άρθρο 3
22. Το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων αποτελείται από δύο συνιστώσες, ήτοι το τμήμα που αφορά τη φροντίδα και το τμήμα που αφορά την κινητικότητα. Οι διάδικοι θεώρησαν από κοινού ότι το τμήμα που αφορά την κινητικότητα, ως ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 647/2005, ορθώς παρέμεινε στο παράρτημα ΙΙα.
23. Το τμήμα που αφορά τη φροντίδα καταβάλλεται σε άτομα κάτω των 65 ετών που πάσχουν βαριά σωματική ή νοητική αναπηρία, τα οποία έχουν ανάγκη συχνής ή διαρκούς περιθάλψεως και πληρούν τα κριτήρια κατοικίας ή διαμονής. Το δικαίωμα μπορεί επίσης να εξακολουθήσει να υφίσταται και μετά την ηλικία αυτή, εάν το επίδομα έχει αρχίσει να χορηγείται πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας. Στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, οι εθνικοί κανόνες θέτουν ως προϋπόθεση ότι κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων περιόδων, την ημέρα ή τη νύχτα, είναι αναγκαία η επίβλεψη από τρίτον σε σχέση με τις σωματικές λειτουργίες ή ότι η αποτροπή σοβαρού κινδύνου για τον δικαιούχο ή άλλους καθιστά αναγκαία τη διαρκή επιτήρησή του.
24. Η χορήγηση και το ύψος του επιδόματος καθορίζονται μόνο βάσει της διάρκειας της ατομικής ανάγκης για προσοχή ή επίβλεψη. Οι τρεις διαφορετικοί συντελεστές χορηγούνται ανεξαρτήτως του αν ο δικαιούχος της παροχής διαθέτει εισόδημα, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, είναι ανίκανος προς εργασία ή λαμβάνει άλλες κοινωνικές παροχές. Οι δικαιούχοι είναι ελεύθεροι όσον αφορά τη χρήση των πόρων αυτών.
Επίδομα συμπαραστάσεως – Social Security Act 1975 της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 35, και Social Security (Northern Ireland) Act 1975 της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 35
25. Το επίδομα συμπαραστάσεως διαφέρει από το επίδομα διαβιώσεως, στο μέτρο που το σχετικό δικαίωμα μπορεί να υφίσταται από το 65ο έτος της ηλικίας και περιλαμβάνει δύο μόνο διαφορετικούς συντελεστές. Αποκλείεται η χορήγησή του εάν ο δικαιούχος λαμβάνει ήδη το επίδομα διαβιώσεως.
στ) Επίδομα φροντίδας αναπήρων – Social Security Act 1975 της 20ής Μαρτίου 1975, άρθρο 37, και Social Security (Northern Ireland) Act 1975 της 20ής Μαρτίου 1975, τμήμα 37
26. Αποδέκτες του επιδόματος φροντίδας αναπήρων είναι ιδιώτες με κατοικία ή διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι παρέχουν δωρεάν, σε τακτική βάση, σε δικαιούχο του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων ή του επιδόματος συμπαραστάσεως φροντίδες τουλάχιστον 35 ώρες εβδομαδιαίως. Δεν συνάγεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο από τον φάκελο της υποθέσεως αν η χορήγηση του επιδόματος φροντίδας αναπήρων εξαρτάται από το εισόδημα του παρέχοντος τις φροντίδες (13).
III – Διαδικασία και αιτήματα
27. Στις 26 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησε να
– ακυρώσει τις διατάξεις του παραρτήματος Ι, σημείο 2, του κανονισμού 647/2005, της 13ης Απριλίου 2005, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, οι οποίες αφορούν τις ενότητες ΚΓ. Φινλανδία, σημείο β΄, ΚΔ. Σουηδία, σημείο γ΄, και ΚΕ. Ηνωμένο Βασίλειο, σημεία δ΄, ε΄ και στ΄ και,
– καταδικάσει τα καθών στα δικαστικά έξοδα.
28. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– κυρίως, να κηρύξει την προσφυγή της Επιτροπής απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
29. Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
30. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το Βασίλειο της Σουηδίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας στηρίζουν τα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ως παρεμβαίνοντες.
IV – Νομική εκτίμηση
Επί του παραδεκτού
1. Επί του εκπροθέσμου της προσφυγής και επί της υπάρξεως πράξεως δεκτικής προσβολής
31. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως είναι εκπρόθεσμη. Για τον υπολογισμό της δίμηνης προθεσμίας του άρθρου 230, εδάφιο 5, ΕΚ καθοριστική σημασία δεν έχει η δημοσίευση του κανονισμού 647/2005, επειδή ο κανονισμός αυτός διατήρησε τις επίδικες παροχές –εξαιρουμένων των αλλαγών ως προς τη θέση τους στο κείμενο– αμετάβλητες στο παράρτημα. Αντιθέτως, την έναρξη της προθεσμίας σηματοδότησε η νομική πράξη η οποία περιέλαβε για πρώτη φορά τις παροχές στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71 (14). Εάν ο νομοθέτης επέλεξε, για λόγους σαφήνειας και διαφάνειας, την αναδιάρθρωση του παραρτήματος ΙΙα αντί της απαλείψεως μεμονωμένων σημείων, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαγορεύει την επανέναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 230, εδάφιο 5, ΕΚ στην περίπτωση ήδη υφισταμένων διατάξεων.
32. Το Κοινοβούλιο αναφέρει ότι ο αναδιατυπωθείς ορισμός των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 δεν επέφερε νέα ουσιαστική τροποποίηση του νομικού πλαισίου, αλλά προσάρμοσε το γράμμα της διατάξεως στην ερμηνεία του Δικαστηρίου (15).
33. Η Επιτροπή αντιτάσσει, παραπέμποντας στην τρίτη αιτιολογική σκέψη, ότι ο κανονισμός 647/2005 δεν επικύρωσε απλώς το παράρτημα ΙΙα. Τα κριτήρια για την ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή τροποποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομολογία και πολλές παροχές, οι οποίες δεν πληρούσαν τα κριτήρια αυτά, απαλείφθηκαν από το παράρτημα ΙΙα. Η απάλειψη όμως των προσβαλλομένων εν προκειμένω παροχών ματαιώθηκε λόγω της αρνήσεως των τριών κρατών μελών στο Συμβούλιο.
34. Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι η αναδιάρθρωση πράξεως του παραγώγου δικαίου συνιστά δεκτική προσβολής απόφαση του νομοθέτη, ακόμη και εάν αφήνει άθικτο το περιεχόμενο παραρτήματος. Στην υπό κρίση περίπτωση, τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο εφόσον η Επιτροπή αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το παράρτημα αντιβαίνει εν μέρει στο κοινοτικό δίκαιο.
35. Η προσφυγή είναι παραδεκτή, διότι με αυτήν προβάλλεται ότι το παράρτημα IIα παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου (16). Στο μέτρο που ο νομοθέτης διατηρεί στο παράρτημα IΙα εγγραφές οι οποίες πράγματι δεν συνιστούν ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές, εμποδίζει τους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση κατά σαφή και προβλέψιμο τρόπο των δικαιωμάτων που αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο και να επικαλεστούν ενδεχομένως τη δυνατότητα εξαγωγής της παροχής.
36. Κατ’ αρχάς, το εκπρόθεσμο της προσφυγής πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα αν ο κανονισμός 647/2005 συνιστά, όσον αφορά τις προσβαλλόμενες διατάξεις στο παράρτημα IΙα, δεκτική προσβολής πράξη.
37. Η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού 647/2005 ασκήθηκε αναμφιβόλως εντός της δίμηνης προθεσμίας μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξεως στην Επίσημη Εφημερίδα, την οποία προβλέπει το άρθρο 230, εδάφιο 5, ΕΚ (17).
38. Στην πραγματικότητα, το Κοινοβούλιο προσάπτει μάλλον ότι ο κανονισμός 647/2005 δεν συνιστά, όσον αφορά τις προσβαλλόμενες διατάξεις, πράξη δεκτική προσβολής, αλλά επιβεβαιώνει απλώς τις υφιστάμενες διατάξεις και, κατά συνέπεια, δεν σηματοδοτεί νέα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
39. Προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 230 ΕΚ είναι δυνατή κατά πάσης θεσπισθείσας από τα κοινοτικά όργανα διατάξεως, ασχέτως της φύσεως ή του τύπου της, η οποία σκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (18).
40. Όσον αφορά τις αποφάσεις, το Δικαστήριο έχει κρίνει, με πάγια νομολογία, ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, εάν αυτές συνιστούν επιβεβαιωτικές πράξεις προηγούμενης αποφάσεως (19). Εάν μια διάταξη επιβεβαιώνει απλώς προηγούμενη πράξη, δεν μπορεί να σηματοδοτήσει νέα προθεσμία αιτήσεως προσφυγής (20). Η προσφυγή ακυρώσεως κατά της επιβεβαιωτικής πράξεως συνιστά, πράγματι, την έμμεση προσβολή της προηγούμενης πράξεως και καθιστά δυνατή κατά τον τρόπο αυτόν την καταστρατήγηση της προθεσμίας του άρθρου 230, εδάφιο 5, EΚ (21).
41. Το ζήτημα αν η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή στους κανονισμούς μπορεί να παραμείνει εν προκειμένω ανοικτό. Πράγματι, ο κανονισμός 647/2005 δεν επιβεβαιώνει απλώς τις υφιστάμενες διατάξεις περί ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών, αλλά τροποποιεί τη μέχρι τούδε νομική κατάσταση.
42. Το κατά πόσον ο κανονισμός 647/2005 διατήρησε αμετάβλητες τις προσβαλλόμενες διατάξεις στο παράρτημα IIα δεν είναι καθοριστικό για το ζήτημα αν παράγει δεσμευτικές έννομες συνέπειες. Με την απόφαση Jauch (22) το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τα ουσιαστικά κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος. 2α, του κανονισμού 1408/71 διαγράφουν το νομικό πλαίσιο για τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές και η απλή εγγραφή παροχής στο παράρτημα IIα δεν παράγει καμία αυτοτελή έννομη συνέπεια, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή.
43. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αν ο κανονισμός 647/2005 τροποποίησε τη νομική κατάσταση όσον αφορά τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές δεν μπορεί να καθοριστεί μεμονωμένα βάσει του παραρτήματος IIα. Αντιθέτως, οι παροχές που παρατίθενται στο παράρτημα πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 2α. Η διάταξη όμως αυτή τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 647/2005. Βεβαίως, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 647/2005 γίνεται λόγος για διευκρίνιση των κριτηρίων σε σχέση με τις αποφάσεις στις υποθέσεις Jauch και Leclere (23). Πάντως, ακόμη και αν κατέστη δυνατόν να ενταχθούν τα κριτήρια του Δικαστηρίου αμετάβλητα στο κείμενο του νόμου, απέκτησαν με τον τρόπο αυτόν άλλη νομική ιδιότητα.
44. Ούτε η ένσταση του Κοινοβουλίου, ότι οι διαδικασίες διαπιστώσεως παραβάσεως της Συνθήκης κατά της Φινλανδίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου αποδεικνύουν ότι η ίδια η Επιτροπή θεώρησε ως δεδομένο ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις προϋπήρχαν της εκδόσεως του κανονισμού 647/2005, ευσταθεί. Πράγματι, στη διαδικασία εκείνη, η Επιτροπή αμφισβήτησε ότι οι οικείες διατάξεις πληρούν ουσιαστικά τις διατυπωθείσες στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, όπως ίσχυε προηγουμένως, προϋποθέσεις.
45. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η αναδιατύπωση των ουσιαστικών κριτηρίων δεν τροποποίησε το νομικό πλαίσιο για τις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές, εν τούτοις ο νομοθέτης εξέδωσε δεκτική προσβολής απόφαση για τις κατ’ ιδίαν εγγραφές στο παράρτημα IIα.
46. Με την πρότασή της για την έκδοση του κανονισμού 647/2005 (24), η Επιτροπή κάλεσε το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να ελέγξουν τις εγγραφές. Στο σχέδιο σκεπτικού του Συμβουλίου για την αποδοχή κοινής θέσεως (25), το Συμβούλιο ανέφερε ότι επιχείρησε να επιτύχει συμφωνία επί των κριτηρίων για την εγγραφή στο παράρτημα IIα και ότι επί της βάσεως αυτής θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις για την κατάταξη της μεγάλης πλειονότητας των εγγραφών (26). Βεβαίως δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία επί της προτάσεως της Επιτροπής να απαλειφθούν ορισμένες εγγραφές από το παράρτημα ΙΙα, διότι τα οικεία κράτη μέλη είχαν την άποψη ότι οι εγγραφές πληρούσαν τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του (27). Πάντως, για να καταστήσει δυνατή την έκδοση του κανονισμού, το Συμβούλιο συμφώνησε,
«να διατηρήσει τις εγγραφές αυτές στο παράρτημα IIα, μέχρις ότου να διευκρινιστούν, με την περαιτέρω νομολογία του ΔΕΚ, τα καθοριστικά κριτήρια, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την επεξεργασία του εν λόγω παραρτήματος» (28).
47. Με άλλα λόγια, η έκδοση του κανονισμού 647/2005 δεν στηριζόταν βεβαίως στην εκτίμηση ότι όλες οι εγγραφές στο παράρτημα ΙΙα ανταποκρίνονταν αναμφιβόλως στα αναδιατυπωθέντα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71. Πάντως, ο νομοθέτης αποφάσισε να διατηρήσει στο παράρτημα ΙΙα τις επίδικες παροχές, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να τις ελέγξει.
48. Η ένσταση του Κοινοβουλίου ότι ο νομοθέτης είχε ήδη περιλάβει κατά λέξη τα αναδιατυπωθέντα κριτήρια στο άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 883/2004 (29) δεν οδηγεί σε διαφορετική εκτίμηση. Επειδή το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν είχαν ακόμη καθορίσει το περιεχόμενο του παραρτήματος X (ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα) σε σχέση προς το άρθρο 70, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή δεν μπορούσε στην περίπτωση εκείνη να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, για να καταστήσει δυνατό τον έλεγχο της συμβατότητας ορισμένων εγγραφών προς τα κριτήρια που αφορούν τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές.
49. Τέλος, ορθώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει έλεγχο. Σε αντίθετη περίπτωση, οι ενδιαφερόμενοι θα διατηρούσαν αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα των εγγραφών στο παράρτημα IIα προς τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71, τουλάχιστον μέχρις ότου το Δικαστήριο θα μπορούσε, στο πλαίσιο διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, να αποφανθεί συγκεκριμένα επί του χαρακτήρα κατ’ ιδίαν παροχών.
50. Επομένως, κατ’ αποτέλεσμα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 647/2005, όσον αφορά τις προσβαλλόμενες διατάξεις στο παράρτημα ΙΙα, αποτελεί δεκτική προσβολής πράξη υπό την έννοια του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
2. Επί της μερικής ακυρώσεως του κανονισμού
51. Κατά παγία νομολογία, είναι απαράδεκτη η μερική προσβολή πράξεως, όταν τα προσβαλλόμενα τμήματα της πράξεως συνδέονται αναπόσπαστα με το σύνολο της πράξεως, οπότε η μεμονωμένη ακύρωσή τους θα τροποποιούσε την ουσία της ρυθμίσεως (30).
52. Δεδομένου ότι οι παροχές που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙα πρέπει πάντοτε να πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71, για να αναγνωρίζονται ως ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές (31), η απάλειψη παροχής από το παράρτημα IΙα ουδόλως επηρεάζει τα κριτήρια. Καθόσον το Δικαστήριο, με την απόφαση Leclere (32), έκρινε ανίσχυρο το παράρτημα ΙΙα του κανονισμού, στο μέτρο που περιελάμβανε το επίδικο εν προκειμένω λουξεμβουργιανό επίδομα μητρότητας, αναγνώρισε ότι οι εγγραφές στο παράρτημα ΙΙα αποτελούν δυνάμενα να αποσπαστούν τμήματα της πράξεως.
Επί του βασίμου
1. Προκαταρκτική παρατήρηση επί της προβαλλομένης παραβάσεως
53. Η προσφυγή είναι βάσιμη εάν οι προσβαλλόμενες διατάξεις του παραρτήματος I, σημείο 2, του κανονισμού 647/2005, επομένως δε η αναδιατύπωση του παραρτήματος ΙΙα σε σχέση με τις επίδικες εγγραφές που αφορούν τη Φινλανδία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι παράνομες.
54. Η Επιτροπή προσάπτει ότι οι αντίστοιχες παροχές δεν πληρούν ούτε τα κριτήρια του αναδιατυπωθέντος με τον κανονισμό 647/2005 ορισμού των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 (33).
55. Εκ πρώτης όψεως, προβάλλεται αντίφαση μεταξύ δύο κανόνων της ίδιας τυπικής ισχύος, εφόσον το παράρτημα Ι αποτελεί ομοίως τμήμα του κανονισμού 647/2005, επομένως προέρχεται από τον ίδιο συντάκτη και εκδόθηκε με την ίδια διαδικασία όπως τα άλλα τμήματα του κανονισμού. Μια τέτοια αντίφαση όμως θα παραβίαζε την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του κοινοτικού δικαίου απαιτεί, ιδίως, να είναι σαφής και ακριβής η ρύθμιση, ώστε οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν κατά συνέπεια τα μέτρα τους (34). Πάντως από την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και μόνο δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρέπει να ακυρωθεί μία μόνον από τις αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις της αυτής τυπικής ισχύος ούτε να καθοριστεί ποιά θα είναι αυτή.
56. Πάντως, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, δεν πρόκειται μόνο για σύγκρουση κανόνων της αυτής τυπικής ισχύος. Σημείο αφετηρίας για τη διευκρίνιση της προβληματικής αυτής είναι η απόφαση Jauch (35), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71, που έχουν θεσπισθεί βάσει του άρθρου 51 ΣΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 42 ΕΚ) πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του στόχου του άρθρου αυτού, δηλαδή την επίτευξη μιας όσο το δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων. Ο σκοπός των άρθρων 48 και 49 ΣΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 39 ΕΚ και 40 ΕΚ), 50 ΣΕΚ (νυν άρθρο 41 ΕΚ) και 51 ΣΕΚ (νυν άρθρο 42 ΕΚ) δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν οι εργαζόμενοι, ύστερα από την άσκηση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας, επρόκειτο να απολέσουν ένα πλεονέκτημα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο τους διασφαλίζει η νομοθεσία κράτους μέλους, ιδίως όταν αυτό το πλεονέκτημα αντιπροσωπεύει το αντίτιμο εισφορών που έχουν καταβάλει.»
57. Τέλος, από τη νομολογία Jauch συνάγεται υπεροχή του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 έναντι των εγγραφών στο ίσης τυπικής ισχύος παράρτημα ΙΙα. Η υπεροχή συνάγεται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεωρεί το άρθρο 4, σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 και 10α του κανονισμού 1408/71, ως εξειδίκευση της ανώτερης τυπικής ισχύος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Εν τω μεταξύ και η Επιτροπή απέκτησε συνείδηση αυτού και επιχειρεί να προσαρμόσει το παράρτημα ΙΙα στις επιταγές της νομολογίας, όπως εξέθεσε προφορικώς. Ο περιορισμός που απορρέει από τα ανωτέρω για τα περιθώρια ελευθερίας του νομοθέτη κατά τον καθορισμό της αόριστης έννοιας των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών εξυπηρετεί τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Βεβαίως η έννοια του εργαζομένου του κανονισμού 1408/71 είναι ευρύτερη από την αντίστοιχη έννοια του άρθρου 39 ΕΚ. Πάντως, οι οικείες στην υπό κρίση υπόθεση παροχές ωφελούν εν πάση περιπτώσει και τους εργαζομένους υπό την έννοια της Συνθήκης και τα μέλη των οικογενειών τους.
58. Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει την ευχέρεια να θεσπίζει διατάξεις παρεκκλίνουσες από την αρχή κατά την οποία οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης είναι εξαγώγιμες (36). Τέτοιες παρεκκλίνουσες διατάξεις που εξαρτούν ορισμένες παροχές από την κατοικία στην ημεδαπή πρέπει να ερμηνεύονται στενώς (37).
59. Από τα ανωτέρω έπεται ότι η εγγραφή παροχών στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71 συνιστά παράβαση των άρθρων 39 και 42 ΕΚ, εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό τους ως ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού (38). Ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων με ρήτρες κατοικίας στους εθνικούς νόμους περί παροχών δικαιολογείται μόνον όταν πρόκειται «πράγματι» για ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές.
60. Επομένως, όπως ορθώς, κατ’ αποτέλεσμα, ισχυρίζεται η Επιτροπή, πρέπει να ελεγχθεί αν οι επίδικες παροχές πληρούν τα κριτήρια ειδικής μη ανταποδοτικού τύπου παροχής σε χρήμα σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 647/2005. Εάν αυτό δεν ισχύει, ο κανονισμός 647/2005 πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον προβλέπει την εγγραφή των αντίστοιχων παροχών στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71.
2. Επί της συστηματικής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71
61. Η εισαγωγική φράση του άρθρου 4, παράγραφος 2α, περιγράφει τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα ως παροχές των οποίων η νομική βάση, λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της, των στόχων ή/και των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση δικαιώματος, έχει χαρακτηριστικά τόσο της νομοθεσίας κοινωνικής ασφάλισης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, όσο και της κοινωνικής πρόνοιας.
62. Το άρθρο 4, παράγραφος 2α, απαριθμεί δύο κατηγορίες ειδικών παροχών, ήτοι παροχές οι οποίες προορίζονται i) να παρέχουν συμπληρωματική, αναπληρωματική ή επικουρική κάλυψη έναντι των κινδύνων οι οποίοι αντιστοιχούν στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 κλάδους κοινωνικής ασφάλισης και να εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο εισόδημα διαβιώσεως, σε σχέση με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, και ii) να παρέχουν μόνον ειδική προστασία στα άτομα με αναπηρίες, συνδεόμενες στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου προσώπου στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
63. Εκτός της εισαγωγικής φράσεως, το σημείο i προϋποθέτει ρητώς τόσο τη σύνδεση με κλασσικό κλάδο της κοινωνικής ασφαλείας όσο και την εξασφάλιση ελαχίστου εισοδήματος ως στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας. Το σημείο ii όμως δεν επαναλαμβάνει τη σχέση με κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης. Κατά συνέπεια, ανακύπτει το ερώτημα αν οι παροχές που σκοπούν στην ειδική προστασία των αναπήρων πρέπει επίσης να συνδυάζουν αμφότερα τα χαρακτηριστικά.
64. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί το ότι ο μικτός χαρακτήρας των παροχών αναφέρεται στην εισαγωγική φράση του άρθρου 4, παράγραφος 2α, η οποία συνδέεται με αμφότερες τις παρατιθέμενες εν συνεχεία στο στοιχείο α΄, κατηγορίες ειδικών παροχών.
65. Η προϋπόθεση ότι παροχές που σκοπούν στην ιδιαίτερη προστασία αναπήρων υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να συνδέονται με ένα κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης είναι αναγκαία, διότι άλλως δεν θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
66. Επιπλέον πρέπει να παρουσιάζουν και στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας. Πράγματι, εάν αρκούσε η σχέση προς ένα κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης, οι παροχές για την ιδιαίτερη προστασία αναπήρων θα συνιστούσαν ειδικές παροχές υπό την έννοια του σημείου ii και θα εξαιρούνταν γενικώς, κατά το άρθρο 10α του κανονισμού 1408/71, από τη γενική αρχή της εξαγωγιμότητας των παροχών κοινωνικής ασφάλισης. Εκτός του ότι το γράμμα της εισαγωγικής φράσεως του άρθρου 4, παράγραφος 2α, είναι αντίθετο προς την άποψη αυτή, τούτο θα ζημίωνε σημαντικά τους αναπήρους. Πράγματι, παρεμφερείς παροχές σε μη αναπήρους, για παράδειγμα παροχές φροντίδας σε ηλικιωμένους, είναι εξαγώγιμες.
67. Παρά τα κατ’ ιδίαν χαρακτηριστικά των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα, η συστηματική του κανονισμού 1408/71, την οποία διατήρησε ο κανονισμός 647/2005, αποκλείει εν πάση περιπτώσει τον χαρακτηρισμό μιας παροχής ως ειδικής παροχής, εάν αυτή εμπίπτει μόνο στο άρθρο 4, παράγραφος 1 (39). Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο χαρακτηρίζει μια παροχή ως παροχή κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον, αφενός, χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και, αφετέρου, έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (40).
68. Eάν είναι σαφές ότι οι επίδικες παροχές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, αλλά παρουσιάζουν μόνο στοιχεία παροχής κοινωνικής ασφάλισης, ο μικτός χαρακτήρας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, απαιτεί οι παροχές να χαρακτηρίζονται και από στοιχεία κοινωνικής πρόνοιας. Αυτό ισχύει όταν η χορήγηση των παροχών αυτών δεν εξαρτάται από ορισμένο χρόνο απασχολήσεως ή καταβολής εισφορών, αλλά από τις προσωπικές ανάγκες οι οποίες μπορούν να προσδιοριστούν βάσει αντικειμενικών και καθοριζόμενων από τον νόμο κριτηρίων (41).
69. Παροχές που σκοπούν στην ειδική προστασία των αναπήρων χαρακτηρίζονται περαιτέρω από τον σκοπό να προωθήσουν την ένταξη μειονεκτούντων ατόμων στην κοινωνία και να τους παράσχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή.
3. Αξιολόγηση των επίδικων παροχών
α) Επί του χαρακτήρα ειδικής παροχής του φινλανδικού επιδόματος τέκνου
i) Ένταξη του φινλανδικού επιδόματος τέκνου σε έναν από τους απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, κλάδους κοινωνικής ασφάλισης
70. Το ζήτημα αν το φινλανδικό επίδομα τέκνου μπορεί να καταταγεί σε έναν από τους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης καθορίζεται βάσει του σκοπού της παροχής.
71. Το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι το επίδομα τέκνου επιτελεί τη λειτουργία της εξασφάλισης της ειδικής προστασίας και της κοινωνικής εντάξεως αναπήρων ή ασθενών τέκνων. Με το επίδομα αυτό επιδιώκεται ο σκοπός να καταστούν δυνατά ειδικά μέτρα φροντίδας καθώς και μέτρα φυσικής και ψυχικής αποκαταστάσεως και να προληφθεί ανικανότητα προς εργασία στο μέλλον. Η Φινλανδική Κυβέρνηση τονίζει ότι το επίδομα τέκνου δεν σκοπεί γενικά στην αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος των γονέων (42) ή των οικογενειακών βαρών.
72. Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι το επίδομα τέκνου σκοπεί, εν πάση περιπτώσει, και στην ελάφρυνση της οικονομικής επιβαρύνσεως των γονέων, οι οποίοι φροντίζουν το ασθενές ή ανάπηρο τέκνο τους στην οικογένεια αντί να το κλείσουν σε ίδρυμα. Με τον τρόπο αυτόν σκοπεί και στην αντιστάθμιση της οικονομικής απώλειας την οποία συνεπάγεται η παραίτηση από εισόδημα που προέρχεται από πλήρη απασχόληση. Παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου (43), η Επιτροπή συνάγει από τα προαναφερθέντα στοιχεία ότι το επίδομα τέκνου αποτελεί οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο κα΄, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71.
73. Με την απόφαση Offermanns (44) το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «αντιστάθμιση οικογενειακών βαρών» του άρθρου 1, στοιχείο κα΄, περίπτωση i, πρέπει να ερμηνευθεί ως κρατική συνεισφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό, η οποία σκοπεί στην ελάφρυνση των βαρών που συνεπάγεται η συντήρηση των τέκνων.
74. Η Φινλανδική Κυβέρνηση ορθώς επισημαίνει άλλωστε ότι κάθε χρηματική παροχή επηρεάζει τα μέσα που διαθέτει μια οικογένεια. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι μια παροχή αυξάνει το οικογενειακό εισόδημα δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό της ως ειδικής παροχής υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, περίπτωση ii. Αντιθέτως, η παροχή πρέπει να σκοπεί ακριβώς στην ελάφρυνση των οικογενειών από τις δαπάνες για τη συντήρηση των τέκνων.
75. Το φινλανδικό επίδομα τέκνου δεν συνδέεται εν τούτοις με τα γενικά έξοδα συντηρήσεως, αλλά με την ειδική ανάγκη για τη φροντίδα αναπήρου τέκνου. Πράγματι, το ύψος του επιδόματος καθορίζεται ανάλογα με την ανάγκη φροντίδας του τέκνου και τα οικονομικά βάρη που αυτή συνεπάγεται. Επιπλέον, τα δικαιώματα περιορίζονται ή παύουν να υφίστανται όταν η κατάσταση της υγείας του τέκνου βελτιώνεται ή όταν το τέκνο διαμένει άνω των τριών μηνών σε δημόσιο ή επιχορηγούμενο από κρατικούς πόρους ίδρυμα. Επομένως, καθοριστική σημασία έχει η διατήρηση της ειδικής ανάγκης.
76. Προκειμένου να καταστήσει δυνατά τα ειδικά μέτρα περιθάλψεως και αποκαταστάσεως στον κύκλο της οικογένειας καθώς και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των δικαιούχων, το επίδομα τέκνου σκοπεί στην κάλυψη του κινδύνου εξαρτήσεως από την περίθαλψη. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (45), τα επιδόματα περιθάλψεως εμπίπτουν, ως παροχές ασθενείας, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.
77. Η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ότι το φινλανδικό επίδομα τέκνου εμπίπτει, ως επίδομα περιθάλψεως, στον κίνδυνο που αναφέρει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71. Αντιθέτως, κακώς χαρακτήρισε την παροχή ως οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄. Η προσφυγή της Επιτροπής θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη, στο μέτρο που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κατατάξει το επίδομα τέκνου αφεαυτού σε άλλον εκ των απαριθμουμένων στο άρθρο 4, παράγραφος 1, κινδύνων, αλλά θα δεσμευόταν από τον χαρακτηρισμό της Επιτροπής.
78. Εν τούτοις, με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε ως λόγο ακυρώσεως τον χαρακτήρα της φινλανδικής παροχής ως οικογενειακής παροχής, αλλά προέβαλε, αντιθέτως, την αιτίαση της ασυμβατότητας των επιδίκων παροχών προς τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, και προς τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η Επιτροπή παρατήρησε γενικώς ότι μια παροχή είχε κατ’ ανάγκη μικτό χαρακτήρα, καθόσον, αφενός, ανήκε σε κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης και, αφετέρου, εξηρτάτο από την ύπαρξη ανάγκης (46).
79. Επειδή ο ειδικός χαρακτήρας μιας παροχής εξαρτάται από το γεγονός ότι αμφότερα τα στοιχεία συντρέχουν σωρευτικώς, αρκεί, για την ασυμβατότητα μιας παροχής προς τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, να αποδειχθεί η έλλειψη ενός από τα στοιχεία αυτά. Η Επιτροπή στηρίζει την αιτίασή της και στην έλλειψη του στοιχείου της κοινωνικής πρόνοιας που θα εξετασθεί υπό το σημείο ii και αναπτύσσει περαιτέρω το επιχείρημα αυτό με το υπόμνημα απαντήσεως (47). Η κατάταξη της φινλανδικής παροχής στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, πρέπει, επομένως, να ερμηνευθεί ως επιχείρημα με το οποίο η Επιτροπή επιχειρούσε να στηρίξει τον προβληθέντα λόγο ακυρώσεως.
80. Βεβαίως το Δικαστήριο δεσμεύεται από τους προβαλλόμενους από τον προσφεύγοντα λόγους ακυρώσεως, όχι όμως από κάθε επιχείρημα που προβάλλεται προς στήριξή τους. Διαφορετικά, θα κωλυόταν να στηρίξει την απόφασή του στις ορθές νομικές εκτιμήσεις (48). Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να κατατάξει το φινλανδικό επίδομα τέκνου, αντίθετα προς την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, και σε άλλο κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
ii) Χορήγηση της παροχής βάσει εκ του νόμου καθοριζομένων κριτηρίων και χωρίς διακριτική ευχέρεια εκτιμήσεως των προσωπικών αναγκών
81. Το φινλανδικό επίδομα τέκνου χορηγείται βάσει εκ του νόμου καθοριζομένων κριτηρίων. Εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατά τις διατάξεις του φινλανδικού νόμου, από το άρθρο 1 αυτού απορρέει δικαίωμα για το επίδομα τέκνου.
82. Το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και η Φινλανδική Κυβέρνηση προβάλλουν ως απόδειξη του χαρακτήρα ειδικής παροχής του επιδόματος τέκνου ότι η χορήγησή του εξαρτάται από τη γενική εκτίμηση της ανάγκης περιθάλψεως καθώς και της προσωπικής καταστάσεως του τέκνου στην κατ’ ιδίαν περίπτωση, κατά την οποία λαμβάνονται βεβαίως υπόψη οικονομικές επιβαρύνσεις λόγω της καταστάσεως του τέκνου, όχι όμως ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής εισφορών των γονέων.
83. Αν οι παροχές της κοινωνικής ασφάλισης και οι παροχές της κοινωνικής πρόνοιας θεωρηθούν αντιτιθέμενες έννοιες, η διαπίστωση του Δικαστηρίου επιτρέπει το εξ αντιδιαστολής συμπέρασμα ότι κοινωνική πρόνοια παρέχεται βάσει αποφάσεως λαμβανομένης κατά διακριτική ευχέρεια σε συνάρτηση με την προσωπική ανάγκη (49).
84. Από το άρθρο 2 του φινλανδικού νόμου συνάγεται ότι το ύψος του επιδόματος τέκνου καθορίζεται στην κατ’ ιδίαν περίπτωση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή, πρωτίστως, βάσει του μεγέθους οικονομικών ή άλλης φύσεως επιβαρύνσεων λόγω της ανάγκης περιθάλψεως του τέκνου. Η έκταση της ανάγκης περιθάλψεως προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, από ιατρικές γνωματεύσεις, έκθεση για την ανάγκη μέτρων περιθάλψεως ή περαιτέρω γνωμοδοτήσεις υγειονομικών ή κοινωνικών φορέων. Από τον φάκελο της υποθέσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίλεκτο αν οι νομοθετικές διατάξεις παρέχουν συναφώς στον αρμόδιο φορέα του Ταμείου Παροχών «kela» (kansaneläkelaitos) διακριτική ευχέρεια.
85. Σε αντιδιαστολή προς την άποψη του Συμβουλίου και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλειου, η Επιτροπή φρονεί ορθώς ότι μια παροχή, ανεξαρτήτως της διακριτικής ευχέρειας, ανάγεται στην κοινωνική πρόνοια μόνον όταν η χορήγησή της εξαρτάται από την χρηματοοικονομική ανάγκη (50). Διαφορετικά, οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας δεν μπορούν να οριοθετηθούν σε σχέση με τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης. Πράγματι, οι παροχές κοινωνικής πρόνοιας καλύπτουν γενικώς ειδική ανάγκη λόγω προσωπικών συνθηκών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του δικαιούχου (51).
86. Πάντως, η έλλειψη χρηματοοικονομικών πόρων δεν συνιστά κριτήριο χορηγήσεως του επιδόματος τέκνου. Βεβαίως, κατά τους ισχυρισμούς της Φιλανδικής Κυβερνήσεως, το «kela» συνεκτιμά και πρόσθετες δαπάνες της οικογένειας, όπως για παράδειγμα τα έξοδα μεταφοράς για ιατρικές επισκέψεις, και λαμβάνει υπόψη επιβαρύνσεις άλλου είδους, τις οποίες προβάλλει η οικογένεια που αιτείται την παροχή. Εν τούτοις, το δικαίωμα για επίδομα τέκνου δεν εξαρτάται από το γεγονός ότι οι γονείς μπορούν να αντιμετωπίσουν τις πρόσθετες δαπάνες με τα δικά τους μέσα. Αντιθέτως, το εισόδημά τους ή η περιουσία τους ουδόλως λαμβάνονται υπόψη.
87. Με την απόφαση Kersbergen-Lap και Dams-Schipper (52), το Δικαστήριο έκρινε, εν πάση περιπτώσει, ότι η επίδικη παροχή κατά τον νόμο περί ασφάλισης κατά της ανικανότητας προς εργασία νέων αναπήρων έχει τον χαρακτήρα παροχής κοινωνικής πρόνοιας, μολονότι χορηγείται χωρίς να προηγηθεί εξέταση των αναγκών ή της περιουσίας των ενδιαφερομένων. Προς θεμελίωση εξέθεσε ότι «η πλειονότητα των νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες δεν θα διέθετε επαρκή μέσα επιβίωσης αν δεν ελάμβανε την εν λόγω παροχή» (53).
88. Στην περίπτωση του επιδόματος τέκνου δεν μπορεί να συναχθεί κατά γενικό τρόπο το ως άνω συμπέρασμα. Οι δικαιούχοι του επιδόματος τέκνου, τέκνα κάτω των 16 ετών, εξαρτούν τη διαβίωσή τους από τους γονείς τους. Επομένως, η ανάγκη περιθάλψεως του τέκνου δεν συνεπάγεται γενικώς την ύπαρξη χρηματοοικονομικής ανάγκης. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση των γονέων, δεν ισχύει το συναχθέν συμπέρασμα. Πράγματι, παρά την ανάγκη περιθάλψεως του τέκνου τους, οι γονείς μπορεί να διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους από εισοδήματα ή περιουσία, κατά μείζονα λόγο διότι η χορήγηση του επιδόματος δεν εξαρτάται από την εγκατάλειψη της επαγγελματικής δραστηριότητας ενός ή αμφοτέρων των γονέων.
iii) Περαιτέρω προϋποθέσεις κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii
89. Εκτός της διαπιστώσεως ότι το φινλανδικό επίδομα τέκνου δεν συνιστά ειδική παροχή, δεν πληροί ούτε τις περαιτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii. Η παροχή δεν εξυπηρετεί μόνον την ειδική ανάγκη των αναπήρων, αλλά χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 2 του φινλανδικού νόμου, και σε τέκνα των οποίων η ανάγκη περιθάλψεως στηρίζεται σε ασθένεια. Ακόμη και μια μακράς διάρκειας ή χρόνια ασθένεια, η οποία δημιουργεί ιδιαίτερη ανάγκη περιθάλψεως, δεν μπορεί άνευ ετέρου να εξομοιωθεί με αναπηρία (54).
90. Τον χαρακτήρα της ειδικής παροχής δεν θεμελιώνει ούτε η παρατήρηση του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Φινλανδικής Κυβερνήσεως ότι το επίδομα τέκνου συνδέεται στενά με το κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον στη Φινλανδία. Ακόμη και αν οι συντελεστές της παροχής είναι προσανατολισμένοι στα έξοδα, τα οποία προκαλεί η φροντίδα αναπήρων ή ασθενών τέκνων στη Φινλανδία, δεν συντρέχουν τα λοιπά κριτήρια της μικτής παροχής.
iv) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
91. Το φινλανδικό επίδομα τέκνου δεν αποτελεί ειδική παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71 όπως ισχύει μετά την έκδοση του κανονισμού 647/2005, αλλά παροχή ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, η ενότητα ΚΓ Φινλανδία, στοιχείο β΄, του παραρτήματος Ι, τμήμα 2, του κανονισμού 647/2005 πρέπει να ακυρωθεί.
Επί του χαρακτήρα της ειδικής παροχής του σουηδικού επιδόματος αναπήρου τέκνου
92. Το σουηδικό επίδομα αναπήρου τέκνου παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με το φινλανδικό επίδομα τέκνου και διαφέρει μόνο στο μέτρο που, αντί για τρεις, προβλέπει τέσσερις διαφορετικούς μηνιαίους συντελεστές παροχής.
93. Όσον αφορά τον σκοπό της παροχής, η Σουηδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το επίδομα αναπήρου τέκνου σκοπεί αποκλειστικά στην κάλυψη των αναγκών που υπερβαίνουν τις ανάγκες μη αναπήρου τέκνου. Επομένως, η παροχή δεν συνδέεται με τους κινδύνους που καλύπτει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού 1408/71. Αντιθέτως, το επίδομα αναπήρου τέκνου, ως οικονομική ενίσχυση, εξασφαλίζει ότι ένα ασθενές ή ανάπηρο τέκνο τυγχάνει της αναγκαίας περίθαλψης για την καλύτερη δυνατή ανάπτυξή του κατ’ οίκον αντί εντός ιδρύματος. Επομένως, το επίδομα αναπήρου τέκνου σκοπεί αποκλειστικά στην ειδική προστασία των αναπήρων, η οποία συνδέεται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του ενδιαφερομένου εντός του κράτους μέλους.
94. Από τον σκοπό της παροχής συνάγεται ότι το επίδομα αναπήρου τέκνου καλύπτει την ειδική ανάγκη που οφείλεται στην ανάγκη περιθάλψεως του τέκνου. Σε αντιδιαστολή προς την άποψη της Επιτροπής, δεν πρόκειται για οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο κα΄, σημείο i, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού 1408/71, διότι ακριβώς δεν καλύπτει τη γενική δαπάνη ανατροφής και φροντίδας τέκνου. Αντιθέτως, η παροχή αυτή, όπως και η εξετασθείσα φινλανδική παροχή, πρέπει να καταταγεί ως παροχή ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.
95. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Σουηδικής Κυβερνήσεως, κανένα στοιχείο δεν καθιστά πλέον δυνατό τον χαρακτηρισμό του επιδόματος αναπήρου τέκνου ως ειδικής παροχής υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii. Πράγματι, όπως στην περίπτωση του φινλανδικού επιδόματος τέκνου, ελλείπει ο μικτός χαρακτήρας της παροχής, διότι χορηγείται ανεξαρτήτως εισοδήματος και βάσει δικαιώματος από το άρθρο 8 του σουηδικού νόμου και δεν εξαρτάται από στηριζόμενο στη διακριτική ευχέρεια έλεγχο της οικονομικής ανάγκης στην κατ’ ιδίαν περίπτωση.
96. Το σουηδικό επίδομα αναπήρου τέκνου δεν συνιστά μη ανταποδοτικού τύπου παροχή σε χρήμα υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71, αλλά παροχή ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού. Κατά συνέπεια, η ενότητα ΚΔ Σουηδία, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος I, σημείο 2, του κανονισμού 647/2005 πρέπει να ακυρωθεί.
γ) Επί του χαρακτήρα ως ειδικής παροχής του σουηδικού επιδόματος αναπηρίας
97. Με αφετηρία τον σκοπό του επιδόματος αναπηρίας πρέπει να εξετασθεί εκ νέου αν η παροχή εμπίπτει σε έναν εκ των απαριθμουμένων στο άρθρο 4, παράγραφος 1, κλάδων κοινωνικής ασφάλισης.
98. Οι διάδικοι αποδίδουν ομόφωνα στο επίδομα αναπηρίας τη λειτουργία αντισταθμίσεως των προσθέτων καθημερινών εξόδων τα οποία φέρουν οι δικαιούχοι λόγω της αναπηρίας τους. Το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, καθώς και η Σουηδική Κυβέρνηση καταλήγουν ότι η παροχή καλύπτει άλλες περιστάσεις και όχι αυτές που απορρέουν από ασθένεια, κατά μείζονα λόγο διότι η αναπηρία δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ασθένεια. Επομένως, εξυπηρετεί την κοινωνική ένταξη και την αποκλειστική προστασία μειονεκτούντων ατόμων. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για ειδική παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii. Αντιθέτως, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση Jauch (55) και καταλήγει ότι η παροχή σκοπεί στη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας καθώς και των συνθηκών διαβιώσεως των χρηζόντων περιθάλψεως προσώπων και, κατά συνέπεια, ως παροχή ασθενείας, εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.
99. Κατά την εκτίμηση του χαρακτήρα του επιδόματος αναπηρίας πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων δικαιωμάτων.
100. Στο μέτρο που το επίδομα αναπηρίας αντισταθμίζει την ιδιαίτερη ανάγκη την οποία προκαλεί η ανάγκη περιθάλψεως του αποδέκτη της παροχής λόγω της αναπηρίας του (άρθρο 5, σημείο 1, του σουηδικού νόμου), εξασφαλίζει την απαραίτητη αρωγή και φροντίδα του δικαιούχου στην καθημερινή ζωή του. Με την παροχή επιδιώκεται, όπως ορθώς εξέθεσε το Συμβούλιο, ο σκοπός να δημιουργηθούν οι ίδιες προϋποθέσεις και δυνατότητες, όπως αυτές που αφορούν άτομα χωρίς αναπηρία. Στο μέτρο που θέτει στη διάθεση του αναπήρου τους χρηματοοικονομικούς πόρους για να καλύψει την ανάγκη του σε παροχές περιθάλψεως μέσω τρίτων, ο σκοπός του συνίσταται ταυτόχρονα στη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας του αποδέκτη της παροχής. Πάντως, η παροχή δεν συνδέεται κατά τούτο με την αναπηρία, αυτή καθαυτή, αλλά καλύπτει τον κίνδυνο της ανάγκης περιθάλψεως. Η αιτία της ανάγκης περιθάλψεως δεν μπορεί να είναι καθοριστική για την εκτίμηση της ουσίας της παροχής. Επομένως, η παροχή δεν διαφοροποιείται συναφώς από τις παροχές περιθάλψεως, τις οποίες το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία (56), χαρακτηρίζει ως παροχές ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού.
101. Από το άρθρο 5, σημείο 2, του σουηδικού νόμου προκύπτει ότι το επίδομα αναπηρίας πρέπει να εξασφαλίσει και την ικανότητα βιοπορισμού του αποδέκτη της παροχής. Συναφώς, με το επίδομα αναπηρίας δεν επιδιώκεται ο σκοπός βελτιώσεως της καταστάσεως της υγείας και των συνθηκών διαβιώσεως του αναπήρου. Επομένως, δεν πρόκειται για παροχή ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄. Αντιθέτως, στην περίπτωση θεμελιώσεως του δικαιώματος στις προϋποθέσεις αυτές, η παροχή αφορά τον κίνδυνο της μειώσεως ή της απώλειας της ικανότητας βιοπορισμού και εμπίπτει, ως παροχή αναπηρίας, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ (57). Η αποκλίνουσα συναφώς εκτίμηση της Επιτροπής δεν είναι αντίθετη προς τον εν λόγω χαρακτηρισμό της παροχής (58).
102. Υπό την τρίτη εναλλακτική σειρά προϋποθέσεων του δικαιώματος (άρθρο 5, παράγραφος 3, του σουηδικού νόμου), η παροχή σκοπεί στην αντιστάθμιση των λοιπών προσθέτων εξόδων με τα οποία επιβαρύνεται ο ανάπηρος σε διάφορες καταστάσεις. Η σουηδική διάταξη δεν διευκρινίζει ποια πρόσθετα έξοδα πρέπει να καταλαμβάνει σε κάθε ατομική περίπτωση η τρίτη περίπτωση. Οι απόψεις που διατύπωσαν οι διάδικοι ομοίως δεν διευκρινίζουν το ζήτημα αυτό. Εκτός από την πρόσθετη χρημαοτοοικονομική δαπάνη προκειμένου, για παράδειγμα, να ακολουθηθεί ειδική δίαιτα, πρέπει να ληφθούν υπόψη και πρόσθετα έξοδα για ειδικά έπιπλα, εξοπλισμό, κίνηση και μεταφορά.
103. Ενόψει της ποικιλίας των δαπανών που πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεν είναι πειστική η άποψη της Επιτροπής ότι η παροχή εξυπηρετεί αποκλειστικά ή πρωτίστως τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας του δικαιούχου. Ενδεχομένως όμως θα μπορούσε συναφώς η παροχή να χαρακτηρισθεί ως παροχή αναπηρίας, διότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει, κατά παγία νομολογία, και επιδόματα σε αναπήρους (59).
104. Πάντως, το ζήτημα κατά πόσον η παροχή πρέπει να καταταγεί σε κλάδο της κοινωνικής ασφαλείας και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιόν, μπορεί να παραμείνει ανοικτό, εφόσον μια παροχή χορηγείται ανεξαρτήτως της χρηματοοικονομικής ανάγκης του δικαιούχου. Αφενός, δεν γίνεται ειδική μνεία της εν λόγω κατηγορίας παροχής μεταξύ των σουηδικών παροχών στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71, οπότε δεν νοείται μερική ακύρωση μόνο σε σχέση με την κατηγορία αυτή, ακόμη και αν η παροχή υπό την εν λόγω εναλλακτική μορφή σκοπεί στην ειδική προστασία των αναπήρων (60). Αφετέρου, ελλείπει το στοιχείο της κοινωνικής πρόνοιας, το οποίο προσδίδει τον αναγκαίο για τον χαρακτηρισμό της παροχής ως ειδικής παροχής μικτό χαρακτήρα.
105. Όπως εκτέθηκε σε σχέση με το φινλανδικό επίδομα τέκνου, η απόφαση Kersbergen-Lap και Dams-Schippe (61) ουδόλως μεταβάλλει την κρίση αυτή. Δεν είναι ακριβές ότι οι ανάπηροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη διαρκούς αρωγής στην καθημερινή ζωή και/ή μόνιμης υποστηρίξεως κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας ή οι οποίοι, λόγω μειωμένων φυσικών λειτουργιών, επιβαρύνονται με πρόσθετες δαπάνες, δεν διαθέτουν γενικώς επαρκή μέσα διαβιώσεως. Στο μέτρο που είναι σε θέση να ασκήσουν βιοποριστική δραστηριότητα, μπορούν, τουλάχιστον εν μέρει, να εξασφαλίσουν τη διαβίωσή τους χάρις στο εισόδημά τους. Ακόμη και αν αυτό δεν ισχύει, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να διαθέτουν οι δικαιούχοι περιουσία που καλύπτει τα έξοδα συντηρήσεώς τους.
106. Επομένως, το σουηδικό επίδομα αναπηρίας δεν πληροί τα κριτήρια ειδικής μη ανταποδοτικού τύπου παροχής. Κατά συνέπεια, η ενότητα ΚΔ Σουηδία, στοιχείο γ΄, του παραρτήματος I, σημείο 2, του κανονισμού 647/2005 πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό του.
Επί του χαρακτήρα ως ειδικής παροχής του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων καθώς και του επιδόματος συμπαραστάσεως κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου
107. Εκτός του κριτηρίου της ηλικίας, το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων και το επίδομα συμπαραστάσεως χορηγούνται, κατ’ ουσίαν, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Επομένως, δεν μπορούν να διακριθούν ως προς την ουσία τους. Επειδή οι διάδικοι αναγνώρισαν ομόφωνα το τμήμα του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων που αφορά την κινητικότητα ως παροχή υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii, πρέπει να εξετασθεί τόσον ο χαρακτήρας του τμήματος που αφορά την περίθαλψη όσο και το επίδομα συμπαραστάσεως βάσει του σκοπού της παροχής.
i) Αξιολόγηση του τμήματος του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων που αφορά την περίθαλψη καθώς και του επιδόματος συμπαραστάσεως
108. Η Επιτροπή κατατάσσει τα επιδόματα, κατόπιν παραπομπής στην απόφαση Jauch (62), στην κατηγορία των παροχών ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄. Το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παραπέμπουν, αντιθέτως, στις αποφάσεις Snares (63) και Partridge (64) και θεωρούν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της ειδικής μη ανταποδοτικού τύπου παροχής υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, σημείο ii. Τα επιδόματα συμβάλλουν στην εξασφάλιση υπέρ των δικαιούχων όμοιων κατά το δυνατόν συνθηκών διαβιώσεως προς τον υπόλοιπο πληθυσμό και, κατά συνέπεια, συνδέονται με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον του αποδέκτη της παροχής.
109. Από το γεγονός ότι οι παροχές εξαρτώνται από τη δαπάνη του τρίτου για την περίθαλψη του αναπήρου συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα επιδόματα πρέπει να αντισταθμίζουν κατ’ αποκοπήν τις πρόσθετες δαπάνες τις οποίες προκαλεί η ανάγκη περιθάλψεως του αποδέκτη της παροχής αναπηρίας. Επομένως, το κριτήριο χορηγήσεως των επιδομάτων δεν συνιστά η αναπηρία αφεαυτής, αλλά η ανάγκη περιθάλψεως που απορρέει από την αναπηρία. Πράγματι, μόνη η αναπηρία δεν αρκεί για να θεμελιώσει το δικαίωμα για επιδόματα. Κατά τους ισχυρισμούς της Βρετανικής Κυβερνήσεως, οι αποδέκτες είναι βεβαίως ελεύθεροι όσον αφορά τον τρόπο χρησιμοποιήσεως των πόρων. Από το γεγονός ότι ο νομοθέτης συνδέει τη χορήγηση της παροχής με την έκταση της ανάγκης περιθάλψεως συνάγεται ότι η παροχή προορίζεται πρωτίστως για την αντιστάθμιση των αντιστοίχων δαπανών. Ως παροχές ασφάλισης περίθαλψης, εμπίπτουν κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 (65). Οι αποφάσεις Snares (66) και Partridge (67) δεν αποκλείουν το συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε, στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών, τη φύση αμφοτέρων των επιδομάτων βάσει ουσιαστικών κριτηρίων (68).
110. Πάντως, το Κοινοβούλιο αντιτάσσει συναφώς ότι τα επιδόματα κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου διαφέρουν από το επίδομα ειδικής φροντίδας, το οποίο αποτελούσε αντικείμενο της αποφάσεως Jauch, διότι δεν εξαρτώνται από το δικαίωμα συντάξεως γήρατος. Πράγματι, ο γενικός εισαγγελέας Alber τόνισε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Jauch ότι το χαρακτηριστικό αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση του χαρακτήρα της παροχής (69).
111. Αντίθετα προς την άποψη αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, για την κατάταξη της παροχής, στερείται σημασίας το ότι το επίδομα ειδικής φροντίδας έχει ως σκοπό, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση εξαρτήσεως του ατόμου, την οικονομική συμπλήρωση μιας συντάξεως (70). Παραπέμποντας στην απόφαση Molenaar (71), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι συνθήκες της χορηγήσεως του επιδόματος ειδικής φροντίδας ουδόλως αλλοιώνουν την ουσία του (72).
112. Οι επίδικες παροχές στερούνται επίσης των στοιχείων της κοινωνικής πρόνοιας. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 72 του Social Security Contributions and Benefits Act 1992, ο δικαιούχος έχει δικαίωμα για το τμήμα του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων που αφορά την περίθαλψη. Δικαίωμα για το επίδομα συμπαραστάσεως παρέχεται όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 64 του νόμου αυτού.
113. Το ύψος των επιδομάτων προσδιορίζεται αποκλειστικά βάσει της εκτάσεως της ανάγκης περιθάλψεως. Σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 3, του Social Security Contributions and Benefits Act 1992, χορηγείται ο υψηλότερος συντελεστής του επιδόματος συμπαραστάσεως, εάν ο δικαιούχος έχει ανάγκη περιθάλψεως για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και κατά την ημέρα και κατά τη νύκτα. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το επίδομα χορηγείται με τον χαμηλότερο συντελεστή. Το άρθρο 72, παράγραφος 4, του νόμου αυτού κατανέμει τους τρεις συντελεστές του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων ανάλογα προς τη διάρκεια και τη δαπάνη περιθάλψεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η χρηματοοικονομική ανάγκη δεν ασκεί καμία επιρροή στο ύψος των επιδομάτων.
114. Βεβαίως η Βρετανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η εξάρτηση των επιδομάτων από την ανάγκη περιθάλψεως στηρίζεται στην άποψη ότι οι αποδέκτες των παροχών είναι όσοι πρέπει να επιβαρύνονται και με τις υψηλότερες πρόσθετες δαπάνες λόγω της αναπηρίας τους και, κατά συνέπεια, εξαρτώνται περισσότερο από τα επιδόματα.
115. Πάντως, η δομή των παροχών στην υπό κρίση υπόθεση δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή του συμπεράσματος του Δικαστηρίου στην απόφαση Kersbergen-Lap και Dams-Schipper (73), ότι η πλειονότητα των δικαιούχων δεν θα διέθετε επαρκή μέσα επιβιώσεως έαν δεν ελάμβανε την εν λόγω παροχή. Βεβαίως στερείται σημασίας ότι οι περιουσιακές σχέσεις δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι η πλειονότητα των δικαιούχων πιθανόν δεν διαθέτει επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους από περιουσία. Πάντως, όπως διευκρινίζει η Βρετανική Κυβέρνηση, το δικαίωμα δεν προϋποθέτει ανικανότητα βιοπορισμού. Περίπου 100 000 αποδέκτες του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα κατά τους ισχυρισμούς της Βρετανικής Κυβερνήσεως. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι η πλειονότητα των δικαιούχων δεν θα διέθετε επαρκή μέσα επιβιώσεως χωρίς ένα από τα δύο επιδόματα.
ii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
116. Το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων –με την εξαίρεση του τμήματος που αφορά την κινητικότητα– καθώς και το επίδομα συμπαραστάσεως συνιστούν παροχές ασθενείας υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.
117. Επειδή η εγγραφή υπό την ενότητα ΚΕ Ηνωμένο Βασίλειο, στοιχείο δ΄, αναφέρει συνολικά τη νομοθετική ρύθμιση για το επίδομα διαβιώσεως, χωρίς να μνημονεύει το τμήμα που αφορά την περίθαλψη και το τμήμα του αφορά την κινητικότητα, η εγγραφή αυτή δεν μπορεί να ακυρωθεί παρά στο σύνολό της.
118. Βεβαίως με τον τρόπο αυτόν απαλείφεται από το παράρτημα ΙΙα παροχή η οποία πληροί εν μέρει τις προϋποθέσεις των ειδικών παροχών. Πάντως, αυτό δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι η εγγραφή μπορεί να διατηρηθεί στο σύνολό της. Πράγματι, το παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71 πρέπει να διευκρινίζει, για την τήρηση της ασφάλειας δικαίου, ποιες παροχές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο γ΄, του κανονισμού. Συναφώς, η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιβάλλει να μπορεί ο ιδιώτης να συνάγει σαφώς από τη διάταξη την έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του(74). Αν η εγγραφή δεν απαλειφόταν συνολικά, δεν θα ήταν προφανές για τους αποδέκτες του επιδόματος συμπαραστάσεως, στο μέτρο που δεν θα επρόκειτο για το τμήμα του εν λόγω επιδόματος που αφορά την κινητικότητα, ότι η παροχή πράγματι δεν συνιστά ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 10α, μπορεί να διεκδικηθεί μόνο στον τόπο κατοικίας.
119. Πάντως, ο νομοθέτης θα μπορούσε να εντάξει εκ νέου το τμήμα του επιδόματος διαβιώσεως που αφορά την κινητικότητα χωριστά στο παράρτημα. Καθόσον αυτό δεν συνέβη, το τμήμα που αφορά την κινητικότητα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ειδική μη ανταποδοτικού τύπου παροχή, ακόμη και αν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις προς τούτο. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2α, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, είναι επιπλέον αναγκαία η εγγραφή στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού.
120. Κατά το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο μπορεί, βεβαίως, να προσδιορίσει τα αποτελέσματα του ακυρωθέντος κανονισμού που θεωρούνται ότι διατηρούν την ισχύ τους. Αυτό θα οδηγούσε ενδεχομένως στη σκέψη, σε σχέση με το τμήμα του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων που αφορά την κινητικότητα, ότι θα ήταν, κατ’ αρχήν, δυνατό να περιληφθεί στο παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71. Όπως όμως δεν είναι δυνατή η μερική ακύρωση της εγγραφής, αποκλείεται και η κατανομή του επιδόματος εκ μέρους του Δικαστηρίου προκειμένου να διαταχθεί η εξακολούθηση της ισχύος του.
Επί του χαρακτήρα ως ειδικής παροχής του επιδόματος φροντίδας αναπήρου κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου
121. Το επίδομα φροντίδας συνιστά συμπλήρωση του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων και του επιδόματος συμπαραστάσεως. Πράγματι, χορηγείται όταν ο μη αυτοεξυπηρετούμενος λαμβάνει ένα εκ των δύο αυτών επιδομάτων. Λόγω του συμπληρωματικού χαρακτήρα του επιδόματος φροντίδας, δεν υπάρχει κανένας λόγος, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (75), να αξιολογηθεί η φύση της παροχής αυτής κατά τρόπο διαφορετικό από το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων και το επίδομα συμπαραστάσεως. Επομένως, το επίδομα φροντίδας ομοίως δεν μπορεί να ενταχθεί στον αναφερόμενο στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, κλάδο της κοινωνικής ασφάλισης.
122. Η χορήγηση της παροχής και το ύψος της δεν εξαρτώνται και εν προκειμένω από τη χρηματοοικονομική ανάγκη. Το κατά πόσον το εισόδημα ή η περιουσία του προσώπου που παρέχει τις φροντίδες μπορεί να οδηγήσει σε καθορισμό ανωτάτου ορίου ή σε απώλεια του δικαιώματος στερείται σημασίας για τον χαρακτηρισμό της φύσεως της παροχής. Ακόμη και αν το επίδομα φροντίδας χορηγείται στον τρίτο που παρέχει τη φροντίδα, συνιστά συμπληρωματική παροχή για τον αποδέκτη του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρων ή του επιδόματος συμπαραστάσεως (76). Πάντως, το εισόδημα και η περιουσία του εξακολουθούν να μη λαμβάνονται υπόψη κατά τη χορήγηση του επιδόματος φροντίδας.
123. Κατά συνέπεια, το επίδομα φροντίδας εμπίπτει, ως παροχή ασθενείας, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71. Επομένως, η ενότητα ΚΕ Ηνωμένο Βασίλειο, στοιχείο στ΄, του παραρτήματος Ι, σημείο 2, του κανονισμού 647/2005 πρέπει να ακυρωθεί.
V – Δικαστικά έξοδα
124. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εάν ο ηττηθείς διάδικος αποτελείται από περισσότερα πρόσωπα, το Δικαστήριο αποφαίνεται για την κατανομή των εξόδων. Η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα. Τα έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου.
125. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, η Φινλανδία, η Σουηδία καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
VI – Πρόταση
126. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Ακυρώνει το παράρτημα Ι, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, οι οποίες αφορούν τις ενότητες ΚΓ Φινλανδία, σημείο β΄, ΚΔ Σουηδία, σημείο γ΄, και ΚΕ Ηνωμένο Βασίλειο, σημεία δ΄, ε΄ και στ΄.
2) Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρουν, έκαστο κατά το ήμισυ, τα δικαστικά τους έξοδα με την εξαίρεση των εξόδων της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας καθώς και του Ηνωμένου Βασιλείου.
3) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1247/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ 1992, L 136, σ. 1).
4 – Κανονισμός (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ 2005, L 117, σ. 1).
5 – Αμφότεροι οι όροι θα χρησιμοποιούνται εφεξής ως συνώνυμοι.
6 – Άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1). Η παράγραφος 2α προστέθηκε με τον κανονισμό 1247/92 (παρατεθείς στην υποσημείωση 3).
7 – Εισήχθη αρχικώς με τον κανονισμό 1247/92 (παρατεθέντα στην υποσημείωση 3).
8 – Περιελήφθη για πρώτη φορά στο παράρτημα ΙΙα, τμήμα ΙΔ, στοιχείο α΄, με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, Παράρτημα I – Κατάλογος που αναφέρεται στο άρθρο 29 της Πράξης Προσχώρησης – IV. Κοινωνική Πολιτική – A. Κοινωνική Ασφάλιση (EE 1994, C 241, σ. 61).
9 – Με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8) περιελήφθησαν οι αντίστοιχες εθνικές διατάξεις στην ενότητα ΙΕ, στοιχεία β΄ και γ΄, στο παράρτημα ΙΙα.
10 – Περιελήφθη από της εκδόσεως του κανονισμού 1247/91 (παρατεθέντος στην υποσημείωση 3) στην ενότητα ΙΒ, στοιχείο στ΄, στο παράρτημα ΙΙα.
11 – Με την ένταξη του παραρτήματος ΙΙα με τον κανονισμό 1247/92 (παρατεθέντα στην υποσημείωση 3) περιελήφθη υπό την ενότητα ΙΒ, στοιχείο δ΄.
12 – Αντιστοιχεί στην ενότητα ΙΒ, στοιχείο β΄, του παραρτήματος ΙΙα, όπως ίσχυε αρχικώς με τον κανονισμό 1247/92 (παρατεθέντα στην υποσημείωση 3).
13 – Η Βρετανική Κυβέρνηση περιγράφει το επίδομα φροντίδας αναπήρων στο υπόμνημα παρεμβάσεώς της ως παροχή ανεξάρτητη από τα εισοδήματα και διευκρινίζει ότι οι αποδέκτες μπορούν να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα αρκεί αυτή να είναι συμβατή προς τις ελάχιστες εβδομαδιαίες παροχές φροντίδας που απαιτούνται. Κατά τη Βρετανική Κυβέρνηση, εργάζονται περίπου 30 000 αποδέκτες. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει αντιθέτως, στο υπόμνημα αντικρούσεως, ότι το επίδομα φροντίδας αναπήρων καταβάλλεται μόνον εάν ο παρέχων τις φροντίδες δεν διαθέτει ήδη επαρκείς πόρους. Και η Επιτροπή θεωρεί ότι καθορίζεται ανώτατο όριο της παροχής ανάλογα με τα εισοδήματα του ενδιαφερομένου. Στις εθνικές νομοθεσίες που επισυνάπτονται στο υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου δεν εμφανίζεται καμία προϋπόθεση εισοδήματος.
14 – Οι βρετανικές παροχές περιλαμβάνονταν ήδη στο παράρτημα ΙΙα, που εισήχθη με τον κανονισμό 1247/92 (προπαρατεθέντα στην υποσημείωση 3). Η Πράξη Προσχωρήσεως του 1994 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8) προσέθεσε τις φινλανδικές καθώς και τις σουηδικές παροχές στον κατάλογο (βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 10 των προτάσεων αυτών).
15 – Το Κοινοβούλιο παραπέμπει στις αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2001, C-215/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I-1901), και της 31ης Μαΐου 2001, C-43/99, Leclere και Deaconescu (Συλλογή 2001, σ. I-4265).
16 – Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στις αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1981, 160/80, Gondrand Frères και Garancini (Συλλογή 1981, σ. 1931), της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-143/93, Van Es Douane Agenten (Συλλογή 1996, σ. I-431, σκέψη 27), της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-569, σκέψη 20), καθώς και στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Οκτωβρίου 1997, Τ-229/94, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1689, σκέψη 113).
17 – Ο κανονισμός δημοσιεύθηκε στις 4 Μαΐου 2005. Η προσφυγή ασκήθηκε στις 26 Ιουλίου 2005. Σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά πράξεως οργάνου πρέπει να υπολογίζεται από το τέλος της δέκατης τέταρτης ημέρας από της δημοσιεύσεως του μέτρου και παρεκτείνεται, σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες.
18 – Βλ. προτάσεις μου της 16ης Ιουνίου 2005, C-138/03, C-324/03 και C-431/03, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-10043, σημείο 45, με περαιτέρω παραπομπές).
19 – Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, 42/59 και 49/59, SNUPAT κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 599), της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 567, σκέψη 4), της 15ης Δεκεμβρίου 1988, 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473, σκέψη 16), της 25ης Μαΐου 1993, C-199/1991, Foyer culturel du Sart-Tilman κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-2667, σκέψη 23), της 11ης Ιανουαρίου 1996, C-480/93 P, Zunis Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-1, σκέψεις 13 επ.), και της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C-123/03 P, Επιτροπή κατά Greencore (Συλλογή 2004, σ. I-11647, σκέψη 39).
20 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976, 1/76, Wack κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1976, σ. 379, σκέψη 7).
21 – Αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-1651, σκέψη 17) και της 5ης Μαΐου 1998, C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-2265, σκέψη 28).
22 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 21.
23 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
24 – Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, COM(2003) 468 τελικό της 31ης Ιουλίου 2003, σ. 7/8.
25 – Σχέδιο σκεπτικού του Συμβουλίου σχετικά με την αποδοχή της κοινής θέσεως του Συμβουλίου για την έκδοση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, της 5ης Νοεμβρίου 2004, 12062/04 ADD 1, SOC 382, CODEC 968, Διοργανικός Φάκελος 2003/0184 (COD). Βλ. και το υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου, σημεία 8 έως 11.
26 – Σχέδιο σκεπτικού του Συμβουλίου (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 25) σ. 7. Βλ. και την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 647/2005 (προπαρατεθέντος στην υποσημείωση 4).
27 – Σχέδιο σκεπτικού του Συμβουλίου (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 25, σ. 7.)
28 – Σχέδιο σκεπτικού του Συμβουλίου (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 25, σ. 8).
29 – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 200, σ. 1).
30 – Βλ. προτάσεις μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-5769, σημείο 46, με περαιτέρω παραπομπές).
31 – Βλ. απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 21 και 22) καθώς και κατωτέρω σημεία 56 επ.
32 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
33 – Βλ σελίδα 7 του δικογράφου της προσφυγής, σημείο III: «MOYEN: INCOMPATIBILITE AU REGARD DES CRITERES DE L'ARTICLE 4 PARAGRAPHE 2 BIS ET DE LA JURISPRUDENCE DE LA COUR DES PRESTATIONS FIGURANT AU POINT 2 DE L'ANNEXE I SOUS W. b) X. c) ET Y d) e) ET f) DU REGLEMENT N°647/2005».
34 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 16 αποφάσεις Gondrand Frères και Garancini καθώς και Van Es Douane Agenten (σκέψη 27), και απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-244/04, International Air Transport Association κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-403, σκέψη 68).
35 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15 (σκέψη 20). Βλ. και απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C-286/03, Hosse (Συλλογή 2006, σ. I-1771, σκέψη 24).
36 – Αποφάσεις της 4ης Νοεμβρίου 1997, C‑20/96, Snares (Συλλογή 1997, σ. I‑6057, σκέψη 41), Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 21) και Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 25).
37 – Βλ. αποφάσεις Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 21), Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 25), και της 16ης Ιανουαρίου 2007, C‑265/05, Perez Naranjo (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
38 – Βλ. απόφαση Leclere (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 37).
39 – Απόφαση Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 36).
40 – Βλ. προτάσεις μου της 20ής Οκτωβρίου 2005, C-286/03, Hosse (Συλλογή 2006, σ. I-1771, σημείο 51 με περαιτέρω παραπομπές).
41 – Βλ. προτάσεις μου της 25ης Νοεμβρίου 2003, C-160/02, Skalka (Συλλογή 2004, σ. I-5613, σημεία 55 και 56).
42 – Κατά τους ισχυρισμούς της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, το επίδομα καλύπτει ορισμένες απώλειες εισοδήματος (erityishoitoraha). Χορηγείται κατ’ εφαρμογή του νόμου 1224/2004, περί ασφαλίσεως ασθενείας (sairausvakuutuslaki), και συνιστά παροχή κοινωνικής ασφάλισης υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71.
43 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. I-4839, σκέψεις 15 έως 17, 19 και 20), της 15ης Μαρτίου 2001, C-85/99, Offermanns (Συλλογή 2001, σ. I-2261, σκέψη 41), της 7ης Νοεμβρίου 2002, C-333/00, Maaheimo (Συλλογή 2002, σ. I-10087, σκέψεις 24 και 25), της 10ης Οκτωβρίου 1996, C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. I-4895, σκέψη 25).
44 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 41.
45 – Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I-843, σκέψεις 22, 24 και 25), Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 28), της 8ης Ιουλίου 2004, C-502/01 και C-31/02, Gaumain-Cerri (Συλλογή 2004, σ. I‑6483, σκέψη 20), και Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 46).
46 – Βλ. σημεία 18 και 19 του δικογράφου της προσφυγής.
47 – Τούτο είναι θεμιτό (βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1983, 306/81, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 1755, σκέψεις 9 και 10) καθώς και της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-301/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑8853, σκέψη 169).
48 – Βλ. διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, C-470/02 P, UER κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 69), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 2ας Απριλίου 1998 στην υπόθεση C-252/96 P, Κοινοβούλιο κατά Gutiérrez de Quijano y Lloréns (Συλλογή 1998, σ. I-7421, σημεία 34 έως 37) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Κοσμά της 6ης Ιουλίου 1999 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-174/98 P και C-189/98 P, Κάτω Χώρες και van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-1, σημεία 95 και 96).
49 – Βλ. τις προτάσεις στην υπόθεση Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σημείο 67).
50 – Βλ. προτάσεις στην υπόθεση Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σημείο 69).
51 – Βλ. προτάσεις στην υπόθεση Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σημείο 69).
52 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 2006, C-154/05 (Συλλογή 2006, σ. I-6249, σκέψεις 31 και 32).
53 – Απόφαση Kersbergen-Lap και Dams-Schipper (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 32).
54 – Βλ. για την οριοθέτηση της έννοιας της αναπηρίας κατά την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16), σε σχέση με την έννοια της ασθένειας: απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, C-13/05, Chacón Navas (Συλλογή 2006, σ. Ι-6467, σκέψεις 43 επ.).
55 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 28.
56 – Βλ. προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 45 αποφάσεις.
57 – Βλ. αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 1972, 14/72, Heinze (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 259, σκέψη 8), 15/72, Land Niedersachsen (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 261, σκέψη 8), και 16/72, Allgemeine Ortskrankenkasse Hamburg (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 265, σκέψη 8).
58 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 75 επ.
59 – Αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1974, 187/73, Callemeyn (Συλλογή τόμος 1974, σ. 303, σκέψη 11), της 9ης Οκτωβρίου 1974, 24/74, Biason (Συλλογή τόμος 1974, σ. 431, σκέψη 12), της 20ής Ιουνίου 1991, C-356/89, Newton (Συλλογή 1991, σ. I-3017, σκέψη 15), της 27ης Μαΐου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. I-3011, σκέψη 10), της 13ης Νοεμβρίου 1974, 39/74, Costa (Συλλογή τόμος 1974, σ. 497, σκέψη 11), και της 20ής Απριλίου 1994, C-58/93, Youfsi (Συλλογή 1994, σ. I-1353, σκέψη 25).
60 – Βλ. αναλυτικότερα για την προβληματική αυτή κατωτέρω, σημεία 116 έως 119.
61 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52.
62 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 28.
63 – Απόφαση Snares (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36), που είχε ως αντικείμενο το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων.
64 – Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1998, C-297/96, Partridge (Συλλογή 1998, σ. I-3467), που είχε ως αντικείμενο το επίδομα συμπαραστάσεως.
65 – Βλ. τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 45 αποφάσεις.
66 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62.
67 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 63.
68 – Βλ. απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 17).
69 – Προτάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-215/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I-1901, σημεία 98 και 99).
70 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 28).
71 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45.
72 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 28).
73 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 32.
74 – Βλ. παρατεθείσες στην υποσημείωση 16 αποφάσεις καθώς και τις αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2002, C-483/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I-4781, σκέψη 50), της 13ης Μαΐου 2003, C-463/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-4581, σκέψεις 74 και 75), και της 25ης Ιανουαρίου 2007, C-370/05, Festersen (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 43).
75 – Βλ. προσφάτως απόφαση Gaumain-Cerri (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45, σκέψεις 20 και 21), καθώς και την απόφαση Molenaar (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45).
76 – Βλ. απόφαση Gaumain-Cerri (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 45, σκέψη 21).
Full & Egal Universal Law Academy