ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 10ης Ιανουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-307/05
Yolanda Del Cerro Alonso
κατά
Osakidetza (Servicio Vasco de Salud)
[αίτηση του Juzgado de lo Social de San Sebastián (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ CES, UNICE και CEEP – Σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου – Συνθήκες απασχόλησης – Επίδομα αρχαιότητας – Μη χορήγηση βάσει συμφωνιών μεταξύ των εκπροσώπων του προσωπικού και της διοίκησης – Επαρκείς αντικειμενικοί λόγοι»
1. Με διάταξη της 6ης Ιουλίου 2005, το Juzgado de lo Social de San Sebastián (Ισπανία) ζητεί από το Δικαστήριο, κατ’εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί της ερμηνείας της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου για τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάφθηκε στις 18 Μαρτίου 1999 από τη CES, την UNICE και το CEEP (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) και υλοποιήθηκε με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ L 175, σ. 43).
I – Το νομικό και το πραγματικό μέρος της υπόθεσης
2. Τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης είναι τα εξής: η Y. Del Cerro Alonso είναι υπάλληλος δημόσιου νοσοκομείου που υπάγεται στο εθνικό σύστημα υγείας της ισπανικής αυτόνομης Κοινότητας της Χώρας των Βάσκων. Ενώ υπαγόταν στο μόνιμο προσωπικό, ζήτησε να λάβει επιδόματα που αντιστοιχούσαν σε προγενέστερες χρονικές περιόδους, κατά τις οποίες υπαγόταν στο έκτακτο προσωπικό.
3. Τα εν λόγω επιδόματα αρχαιότητας καταβάλλονται μετά τη συμπλήρωση τριών ετών πραγματικής παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, το διάταγμα 231/2000 που ρυθμίζει τους όρους εργασίας του προσωπικού του Servicio Vasco de Salud, όπως και ο νόμος 55/2003, της 16ης Δεκεμβρίου 2003, περί του γενικού κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των υγειονομικών υπηρεσιών, ο οποίος υλοποιήθηκε με το διάταγμα αυτό στην ισπανική αυτόνομη Κοινότητα της Χώρας των Βάσκων, διαλαμβάνουν ότι τα επιδόματα προβλέπονται μόνο για το μόνιμο προσωπικό.
4. Η Υ. Del Cerro Alonso, αφού δεν έλαβε απάντηση στο αίτημά της, προσέφυγε στο αιτούν την έκδοση προδικαστικής απόφασης δικαστήριο. Σε αντίκρουση των ισχυρισμών της, η δημόσια υγειονομική υπηρεσία υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα, μη έχοντας την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματός της, δεν μπορεί να λάβει τα εν λόγω επιδόματα.
5. Κατά τη συζήτηση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ανέκυψε ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. Η άρνηση τη ικανοποίησης του αιτήματος της προσφεύγουσας ενδέχεται να αποτελεί διάκριση σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει σχετικά ότι, «όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνον επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Κατά συνέπεια, ανακύπτει το ερώτημα εάν η παροχή τέτοιων επιδομάτων, όπως τα επίδικα στην προκειμένη περίπτωση, εμπίπτει στο περιεχόμενο των «συνθηκών απασχόλησης» κατά την έννοια της οδηγίας 1999/70. Το Juzgado de lo Social de San Sebastian υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Όταν η οδηγία 1999/70/ΕΚ ορίζει ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, αναφέρεται και στους οικονομικούς όρους της σχέσης εργασίας;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης:
2) Αποτελεί επαρκή αντικειμενικό λόγο για τη μη αναγνώριση στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου του δικαιώματος σε επίδομα αρχαιότητας που αναγνωρίζεται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου το γεγονός ότι το άρθρο 44 του [νόμου] 55/2003 […] ορίζει ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν δικαιούνται τέτοιο επίδομα;
3) Αποτελούν οι συμφωνίες μεταξύ των εκπροσώπων του προσωπικού και της διοίκησης επαρκείς αντικειμενικούς λόγους για τη μη αναγνώριση του επιδόματος αρχαιότητας στο έκτακτο προσωπικό;»
II – Ανάλυση
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
6. Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης θέτει καταρχάς ζήτημα ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 1999/70 στην προκειμένη περίπτωση. Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι αναμφίβολο ότι το προσωπικό που απασχολείται σε οργανικές θέσεις εμπίπτει στην κατηγορία των εργαζομένων που καλύπτει η οδηγία αυτή. Έτσι, το ζήτημα αυτό δεν τίθεται με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Όλοι οι παρεμβαίνοντες δεν συμμερίζονται τη βεβαιότητα αυτή. Ιδίως το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρεί ότι η οδηγία δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
7. Πριν δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν, πρέπει να διακριβωθεί ότι η οδηγία 1999/70 έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, στο μέτρο που αφορά υπάλληλο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.
Περί της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 1999/70 στην προκειμένη περίπτωση
8. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καθορίζεται από τη ρήτρα 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Η συμφωνία-πλαίσιο διαλαμβάνει ότι «η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος».
9. Η πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου ασχολήθηκε με τη διάταξη αυτή (2). Κατά τη νομολογία αυτή, η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις και σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί με τη δημόσια διοίκηση και άλλους φορείς του δημόσιου τομέα. Πράγματι, παγίως, ο όρος «εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου», κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαίσιο, περιλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς διάκριση ανάλογα με το αν ο εργοδότης με τον οποίο συνδέονται είναι δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα αν χωρεί διάκριση ανάλογα με την ιδιότητα και τη φύση της σχέσης που συνδέει τις διοικήσεις και τους δημόσιους φορείς με το προσωπικό τους. Η οδηγία 1999/70 εφαρμόζεται στους συμβασιούχους του Δημοσίου. Εφαρμόζεται όμως στους δημοσίους υπαλλήλους που κατέχουν οργανικές θέσεις; Αυτό είναι το ζήτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση.
10. Το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να δώσει θετική απάντηση στο ερώτημα, επικαλείται, στο σκεπτικό της αίτησής του, την ευρεία έννοια του όρου «εργαζόμενοι», όπως την έχει δεχθεί η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 40). Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αμφισβητεί την αποφασιστική σημασία αυτής της αναφοράς στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.
11. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια του εργαζομένου στο κοινοτικό δίκαιο δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με τον τομέα στον οποίο έχει εφαρμογή (3). Έτσι, παγίως, στο πλαίσιο της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, η έννοια του εργαζομένου είναι αυτόνομη έννοια του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά. Ως εκ τούτου, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι δυνατό να αποτελούν μία ειδική κατηγορία εργαζομένων (4). Αντίθετα, στον τομέα της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του οποίου η οδηγία στοχεύει μόνο στη μερική εναρμόνιση επί του θέματος, κρίσιμη είναι η έννοια όπως εκλαμβάνεται από την εθνική νομοθεσία στον τομέα του εργατικού δικαίου. Επομένως, εάν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το καθεστώς υπαλλήλου με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου δεν ρυθμίζεται από το εργατικό δίκαιο, ο υπάλληλος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί εργαζόμενος κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου περί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων (5).
12. Είναι γεγονός ότι η οδηγία 1999/70 παραπέμπει ρητά στην εθνική νομοθεσία. Ωστόσο, η νομολογία δεν δέχεται ότι η παραπομπή επηρεάζει την ερμηνεία. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, στο πλαίσιο της οδηγίας που αφορά ορισμένα στοιχεία οργάνωσης του χρόνου εργασίας, ότι η έννοια «χρόνος εργασίας» αποτελεί αυτόνομη έννοια του κοινοτικού δικαίου, καθοριστέα με βάση αντικειμενικά χαρακτηριστικά, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω οδηγία παραπέμπει ως προς την έννοια αυτή στην εθνική νομοθεσία (6). Αντίθετα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί, στο πλαίσιο παρόμοιας με την κρινόμενη υπόθεσης, η οποία διεπόταν από τη συμφωνία-πλαίσιο για τη μερική απασχόληση, ότι ένας εργαζόμενος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής όταν έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας που διαμορφώνεται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική που ισχύει στο κράτος μέλος (7).
13. Φαίνεται ότι η διαφοροποίηση αυτή ως προς τη μεταχείριση των προδικαστικών ερωτημάτων στον τομέα του κοινωνικού δικαίου οφείλεται στον τρόπο προσέγγισης του ζητήματος, ανάλογα με το αν το Δικαστήριο προτάσσει τον σκοπό ή το γράμμα του νόμου, του οποίου ζητείται η ερμηνεία. Το Δικαστήριο, στον τομέα της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, δέχεται ότι η οδηγία επιδιώκει ένα θεμελιώδη κοινωνικό σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην εγγύηση καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Επομένως, μολονότι η εν λόγω οδηγία περιορίζεται στη θέσπιση των ελάχιστων προς τούτο προδιαγραφών, μόνο μία αυτόνομη ερμηνεία της έννοιας του χρόνου εργασίας, που εγγυάται την ενιαία εφαρμογή, μπορεί να εξασφαλίσει στην οδηγία αυτή πλήρη αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, το Δικαστήριο(8), στον τομέα της μεταβίβασης επιχειρήσεων, όπως στον τομέα της μερικής απασχόλησης, δέχεται κυρίως ότι η οδηγία δεν στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου επιπέδου προστασίας στην Κοινότητα ή ότι αφήνει διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια του εργαζομένου καθορίζεται αποκλειστικά από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
14. Στην υπό κρίση υπόθεση, προτείνω να ακολουθηθεί μία ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση. Καταρχήν, πρέπει να τηρηθεί το γράμμα της συμφωνίας-πλαισίου που παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο για τον προσδιορισμό της κατηγορίας των εργαζομένων που υπόκεινται στη συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η Υ. Del Cerro Alonso, μη υποκείμενη στο εργατικό δίκαιο, δεν απολαμβάνει, κατά το οικείο εθνικό δίκαιο, το καθεστώς του εργαζομένου. Η διακρίβωση αυτού του γεγονότος επαφίεται στον εθνικό δικαστή. Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή δεν πρέπει να γίνεται χωρίς καμία αναφορά στο κοινοτικό δίκαιο. Υπενθυμίζω ότι το πλαίσιο που καθορίζει η συμφωνία-πλαίσιο στοχεύει στην πρόληψη γενικά της καταχρηστικής χρήσης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Επομένως, το κράτος μέλος οφείλει να καθορίσει και να ερμηνεύσει την έννοια των «εργαζομένων» στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής με τρόπο που να σέβεται τόσο τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 1999/70 όσο και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης.
15. H υπό προϋποθέσεις παραπομπή αυτή στο εθνικό δίκαιο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μία διαδικασία που είναι η πιο πιστή τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα του κοινοτικού δικαίου. Από αυτό συνάγεται ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν μπορεί να στηρίζεται στην τυπική ή ειδική φύση των εφαρμοστέων σε ορισμένες σχέσεις εργασίας κανόνων δικαίου για να τις εξαιρέσει από την προστασία που παρέχει η συμφωνία-πλαίσιο. Αν ήταν έτσι, θα υπήρχε ο κίνδυνος να στερηθεί η συμφωνία-πλαίσιο κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας. Αν ήταν έτσι, κάθε κράτος μέλος θα ήταν ελεύθερο να υπαγάγει τους συμβασιούχους του Δημοσίου σε ειδικούς κανόνες με σκοπό να θέσει εν αμφιβόλω τη νομολογία του Δικαστηρίου στις αποφάσεις Adeneler κ.λπ., Marrosu και Vassalo. Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός των δημοσίων υπαλλήλων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 1999/70 δεν μπορεί να γίνει δεκτός παρά μόνον αν αποδειχθεί ότι η φύση της σχέσης εργασίας που τους συνδέει με τη διοίκηση είναι ουσιωδώς διαφορετική από τη σχέση εργασίας που συνδέει τους εργοδότες με τους υπαλλήλους τους που υπάγονται κατά το εθνικό δίκαιο στην κατηγορία των εργαζομένων. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το Tribunal Supremo έχει αποφανθεί σχετικά με το περιεχόμενο της ειδικής σχέσης που χαρακτηρίζει τους δεσμούς μεταξύ δημοσίου υπαλλήλου και διοίκησης στον τομέα που αφορά η υπό κρίση υπόθεση, σχέση που δεν μπορεί να συγκριθεί με το καθεστώς των εργαζομένων που δεν υπόκεινται στο καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Ωστόσο, η διάγνωση του κατά πόσο η εκτίμηση αυτή είναι σύμφωνη με τους όρους που θέτει το κοινοτικό δίκαιο επαφίεται στα εθνικά δικαστήρια.
Περί της έννοιας των συνθηκών απασχόλησης σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου
16. Το πρώτο ερώτημα που υποβάλλεται από το αιτούν δικαστήριο αφορά ουσιαστικά την ερμηνεία της έννοιας των «συνθηκών απασχόλησης» σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί ακριβώς να μάθει εάν οι οικονομικοί όροι και ιδίως η παροχή επιδομάτων όπως τα προβλεπόμενα από τον νόμο 55/2003 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας για τη μη διάκριση που προβλέπεται από την εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο.
17. Κατά την Επιτροπή, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς την απάντηση. Καταρχάς, η Επιτροπή βασίζεται στην τρέχουσα έννοια για να δεχθεί ότι η αμοιβή είναι η πρωταρχική και η βασικότερη από τις συνθήκες απασχόλησης. Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ούτε στη συμφωνία ούτε στο κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτή τοποθετείται κάποια ένδειξη που να εξαιρεί την αμοιβή από τις συνθήκες απασχόλησης. Η Επιτροπή αναγνωρίζει βέβαια ότι το άρθρο 139 ΕΚ, στο οποίο βασίζεται η συμφωνία, παραπέμπει στο άρθρο 137 ΕΚ, που ορίζει στην παράγραφο 5 ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις αμοιβές». Ωστόσο, μία τέτοια διάταξη δεν θα εμπόδιζε τη θέσπιση νομοθεσίας με έμμεσα αποτελέσματα στις αμοιβές.
18. Όπως και τα παρεμβαίνοντα κράτη στην υπό κρίση υπόθεση, δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
19. Τόσο από το γράμμα όσο και από το σκοπό της οδηγίας 1999/70 προκύπτει ότι αυτή δεν εφαρμόζεται στις αμοιβές. Κατά τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, τα υπογράψαντα τη συμφωνία μέρη έχουν εκδηλώσει «την επιθυμία τους να βελτιώσουν την ποιότητα της εργασίας ορισμένου χρόνου, εξασφαλίζοντας την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης». Εξάλλου, σε αντίθεση με άλλες οδηγίες που βασίζονται στα άρθρα 13 ΕΚ (9), 57, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ΕΚ και 66 ΕΚ (10) ή 141 ΕΚ (11), η εν λόγω οδηγία δεν αναφέρεται καθόλου στους όρους αμοιβής. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως επισημαίνεται από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο όρος «συνθήκες απασχόλησης» της οδηγίας 76/207 για την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν περιλαμβάνει τις αμοιβές. Στην υπόθεση McKenna (12) ιδίως, το Δικαστήριο, σε επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο το καθεστώς της αναρρωτικής άδειας στην περίπτωση εκείνη ενέπιπτε στις συνθήκες εργασίες κατά την έννοια της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, πριν τροποποιηθεί από την οδηγία 2002/43/ΕΟΚ, με το σκεπτικό ότι οι επιπτώσεις στην αμοιβή είναι μόνον έμμεσες, απάντησε ότι «η κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 75/117 αμοιβή δεν είναι δυνατό να εμπίπτει και στην οδηγία 76/207».
20. Ωστόσο κατά την Επιτροπή, απλώς και μόνον το γεγονός ότι η εν λόγω οδηγία δεν αναφέρεται στις αμοιβές δεν αρκεί για να τις αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της. Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία των οδηγιών 76/207 και 75/117 περί της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, την οποία επικαλείται η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο, με τη νομολογία αυτή, θέλησε να ερμηνεύσει συσταλτικά την έννοια των «συνθηκών απασχόλησης», επειδή, σε αυτό το πεδίο, υπήρχε μια σαφής κατανομή μεταξύ του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 75/117, που αναφέρεται ειδικά στις αμοιβές, και του πεδίου που καλύπτεται από τη μεταγενέστερη και γενικότερη οδηγία 76/207. Δεν ισχύει το ίδιο για το πεδίο που καλύπτει η οδηγία 1999/70.
21. Είναι γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ελλείψει αντιθέτων ενδείξεων, ο όρος «συνθήκες απασχόλησης» μπορεί να περιλαμβάνει τις αμοιβές. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε, στον τομέα της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, ότι η μείωση της αμοιβής των εργαζομένων που αφορά η μεταβίβαση μπορούσε να θεωρηθεί ως «ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης» κατά την έννοια της οδηγίας 77/187 (13). Διευκρινίζω πάντως ότι η οδηγία αυτή εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς. Αντίθετα, κατά το πρότυπο των οδηγιών για την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, η εν λόγω οδηγία στην προκειμένη περίπτωση συνδέεται με τις κοινωνικές διατάξεις της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν ένα κείμενο επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται εκείνη που καθιστά τη διάταξη σύμφωνη με τη Συνθήκη και όχι εκείνη που συνεπάγεται το ασυμβίβαστό της προς αυτή (14).
22. Το άρθρο 139, παράγραφος 2, ΕΚ αποτελεί τη νομική βάση της οδηγίας 1999/70/ΕΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, «οι συμφωνίες που συνάπτονται σε κοινοτικό επίπεδο εφαρμόζονται […], σε τομείς που εμπίπτουν στο άρθρο 137, όταν το ζητούν από κοινού τα υπογράφοντα μέρη, με απόφαση του Συμβουλίου που λαμβάνεται μετά από πρόταση της Επιτροπής» (η υπογράμμιση δική μου). Επομένως, από το άρθρο 137, παράγραφος 5, ΕΚ προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να θεσπίζει, με τη νομική βάση αυτή, μέτρα σχετικά με τις αμοιβές. (15). Με βάση τα δεδομένα αυτά, η απουσία κάθε αναφοράς στις αμοιβές από την οδηγία 199/70 πρέπει να ερμηνεύεται ως ρητή πρόθεση να αποκλειστούν οι αμοιβές από το πεδίο εφαρμογής της.
23. Εντούτοις, η Επιτροπή αμφισβητεί την ερμηνεία αυτή. Κατά τη γνώμη της, θα έπρεπε η Συνθήκη να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι πράξεις που εκδίδονται με βάση το άρθρο 137 ΕΚ να μην μπορούν να καθορίζουν άμεσα το ύψος ή τη φύση των αμοιβών. Αντίθετα, επαφίεται στον νομοθέτη να θεσπίσει νομοθεσία όπως η επίμαχη, που δεν έχει παρά έμμεσα αποτελέσματα ή αντίκτυπο στις αμοιβές. Μόνον υπό την προϋπόθεση αυτή θα μπορούσε να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 137 ΕΚ. Επομένως, τα κράτη μέλη είναι εντελώς ελεύθερα να επιλέγουν τους όρους καθορισμού και το ύψος των αμοιβών, αλλά δεν μπορούν να επιτρέπουν διακριτική μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου ως προς τις αμοιβές αυτές.
24. Η ερμηνεία αυτή είναι βεβαίως πειστική. Ωστόσο, δεν βρίσκει κανένα σοβαρό στήριγμα στο προς ερμηνεία κείμενο. Επιπλέον, εάν ακολουθείτο, θα ελλόχευε ο κίνδυνος να απολέσει κάθε έννοια το άρθρο 137, παράγραφος 5, ΕΚ. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, θα ήταν δυνατό, με τη θέσπιση κανόνων περί συνθηκών απασχόλησης, να καθορίζονται οι όροι των αμοιβών. Επομένως, είναι φανερό ότι η εξομοίωση των όρων αμοιβών μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα στο ύψος και τη φύση τους. Μία τέτοια συνέπεια θα αντέκειτο προφανώς στο σκοπό του άρθρου 137, παράγραφος 5, ΕΚ. Όποια κι αν είναι η σπουδαιότητα που μπορεί να προσδοθεί στον σκοπό της ισότητας των όρων αμοιβής των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, παρέπεται ότι αναμφίβολα το άρθρο 139, παράγραφος 2, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 137 ΕΚ, δεν μπορεί να αποτελέσει την προσήκουσα προς τούτο βάση.
25. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, ακόμη και αν είναι γεγονός ότι οι αμοιβές αποτελούν για κάθε εργαζόμενο έναν ουσιώδη όρο της εργασίας, η οδηγία 1999/70 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου που υλοποιεί αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της τους οικονομικούς όρους και τις κάθε είδους αμοιβές.
Περί του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος
26. Παρέλκει η απάντηση, καθώς τα ερωτήματα αυτά θα υπέκειντο στην εκτίμηση του Δικαστηρίου στην περίπτωση που διδόταν καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
III – Πρόταση
27. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Juzgado de lo Social de San Sebastián (Ισπανία):
«Η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής:
– Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου που αποτελεί παράρτημα της εν λόγω οδηγίας. Πάντως, επαφίεται στον εθνικό δικαστή να διακριβώσει αν ο καθορισμός αυτός πραγματοποιείται από το εθνικό δίκαιο με τρόπο που να σέβεται τους στόχους που επιδιώκει η οδηγία 1999/70 και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως τη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ο αποκλεισμός κατηγορίας προσωπικού από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με μόνη την επίκληση του γεγονότος ότι η κατηγορία αυτή υπόκειται σε ειδικούς κανόνες. Αντίθετα, ο αποκλεισμός πρέπει να δικαιολογείται από την ύπαρξη ενός είδους σχέσης εργασίας που δεν μπορεί να συγκριθεί με τις σχέσεις εργασίας που κατά το εθνικό δίκαιο υπάγονται στις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου.
– Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαίσιο που αποτελεί παράρτημα της οδηγίας 1999/70 εφαρμόζεται μόνο στις συνθήκες απασχόλησης με εξαίρεση τις αμοιβές.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – Βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Adeneler κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 54 έως 57), της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑53/04, Marrosu και Sardino (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 39 έως 41), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑180/04, Vassalo (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32).
3 – Βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C‑85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I‑2691, σκέψη 31).
4 – Βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑366/99, Griesmar (Συλλογή 2001, σ. I‑9383, σκέψη 31)· της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑351/00, Niemi (Συλλογή 2002, σ. I‑7007, σκέψη 48)· της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑4/02 και C-5/02, Schönheit και Becker (Συλλογή 2003, σ. I‑12575, σκέψη 60), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, C‑319/03, Briheche (Συλλογή 2004, σ. I‑8807, σκέψη 18).
5 – Βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Danmols Inventar (Συλλογή. 1985, σ. 2639, σκέψεις 26 έως 28), και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. I‑6659, σκέψεις 36 έως 39).
6 – Βλ. αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑151/02, Jaeger (Συλλογή 2003, σ. I‑8389, σκέψεις 58 και 59), και της 1ης Δεκεμβρίου 2005, C‑14/04, Dellas κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑10253, σκέψεις 44 και 45).
7 – Βλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, C‑313/02, Wippel (Συλλογή 2004, σ. I‑9483, σκέψη 40).
8 – Σε αντίθεση με τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Alber, ο οποίος προτάσσοντας το σκοπό της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων που επιδιώκεται από την οδηγία, πρότεινε μία διασταλτική ερμηνεία η οποία περιελάμβανε επίσης τους δημοσίους υπαλλήλους (βλ. τις προτάσεις του στην υπόθεση Collino και Chiappero, προπαρατεθείσες, σημεία 67 έως 69).
9 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ L 180, σ. 22)· βλ. επίσης άρθρο 3 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16).
10 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1). Ως προς την εφαρμογή της διάταξης αυτής, βλ. την απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C‑341/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2005, σ. I‑2733).
11 – Βλ. οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 19)· βλ. εν συνεχεία άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 269, σ. 15).
12 – Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑191/03 (Συλλογή 2005, σ. I‑7631, σκέψη 30)· βλ. προγενέστερα, με την ίδια έννοια, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C‑342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑475, σκέψη 24).
13 – Βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου2004, C‑425/02, Delahaye (Συλλογή 2004, σ. I‑10823, σκέψη 33).
14 – Βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C‑135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑1651, σκέψη 37)· ή, τουλάχιστον με έννοια όχι αντίθετη, απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C‑47/90, Delhaize και Le Lion (Συλλογή 1992, σ. I‑3669, σκέψη 26).
15 – Όπως κατά τα λοιπά επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου: βλ. απόφαση Dellas κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 39).
Full & Egal Universal Law Academy