ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 28ης Μαρτίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑331/05 P
Internationaler Hilfsfonds eV
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας – Άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, EK – Απόρριψη του αιτήματος συγχρηματοδοτήσεως ενός ΜΚΟ – Αναίρεση απορριπτικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Επιλεξιμότητα των δαπανών για αμοιβές δικηγόρων στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
Α – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
Β – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
Γ – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
Δ – Οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων
IV – Νομική ανάλυση
Α – Εξέταση των λόγων αναιρέσεως
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: δυνατότητα αποδόσεως των εξόδων δικηγόρου δια της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως
α) Οι ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου που διέπουν την απόδοση των δικαστικών εξόδων
i) Οι ρυθμίσεις περί αποδόσεως των δικαστικών εξόδων στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων
ii) Η έλλειψη ρυθμίσεως για την απόδοση των εξόδων που ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή
– Οι διαφορές με τη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων
– Περί της μη συνδρομής ανάγκης για την προσφυγή στις συμβουλές δικηγόρου
β) Η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράλειψη του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη του τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων
α) Η απόφαση Herpels
β) Η απόφαση επί της υποθέσεως AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής .
3. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως: η αιτιώδης συνάφεια
Β – Συμπέρασμα της αναλύσεως μου
V – Επί των δικαστικών εξόδων
VI – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτοδικείο) της 11ης Ιουλίου 2005 (2), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως προδήλως αβάσιμη την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, την οποία άσκησε κατά της Κοινότητας ένας μη προνομιούχος ενάγων.
2. Αναιρεσείουσα και ενάγουσα στο πλαίσιο της κύριας δίκης (στο εξής: αναιρεσείουσα) είναι μια μη κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) γερμανικού δικαίου, η οποία υποστηρίζει πρόσφυγες, θύματα πολέμων και καταστροφών. Με την αρχική αγωγή της, ζητεί αποζημίωση για τις αμοιβές των δικηγόρων τις οποίες κατέβαλε στο πλαίσιο τριών διαδικασιών κατά της Επιτροπής ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Βάσει των στοιχείων που επικαλείται, οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ανέρχονται σε 54 037 ευρώ. Με την αίτησή της αναιρέσεως, ζητεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τον νομικό έλεγχο της πρωτόδικης αποφάσεως.
II – Νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει:
«Στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Κοινότητα υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.»
4. Κατά το άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, κάθε πολίτης της Ένωσης δύναται να απευθύνεται στον Διαμεσολαβητή που θεσμοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 195.
5. Το άρθρο 195, παράγραφος 1, ΕΚ προβλέπει:
«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίζει Διαμεσολαβητή, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει τις καταγγελίες όλων των πολιτών της Ένωσης ή των φυσικών ή νομικών προσώπων που κατοικούν ή έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος μέλος, σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στα πλαίσια της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.
Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει τις έρευνες που κρίνει δικαιολογημένες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει των καταγγελιών που του έχουν υποβληθεί απευθείας ή μέσω μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός εάν για τα καταγγελλόμενα γεγονότα έχει ή είχε κινηθεί δικαστική διαδικασία. Εάν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει περίπτωση κακής διοίκησης, υποβάλλει το θέμα στο οικείο όργανο, το οποίο διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να εκθέσει τη γνώμη του στον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει εν συνεχεία έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προς το οικείο όργανο. Ο καταγγέλλων ενημερώνεται για το αποτέλεσμα των ερευνών αυτών.
Ο Διαμεσολαβητής συντάσσει ετήσια έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών του.»
6. Στις 9 Μαρτίου 1994, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 138 E, παράγραφος 4, ΕΚ, την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (3).
7. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 6, της αποφάσεως 94/262, οι καταγγελίες που υποβάλλονται στον Διαμεσολαβητή δεν έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα όσον αφορά τις προθεσμίες σχετικά με την άσκηση δικαστικής ή διοικητικής προσφυγής. Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, της αποφάσεως, εάν ο Διαμεσολαβητής, λόγω εκκρεμούς ή περατωθείσας δικαστικής διαδικασίας ως προς τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, οφείλει να κηρύξει την καταγγελία απαράδεκτη ή να θέσει τέλος στην εξέτασή της, τα αποτελέσματα των ερευνών τις οποίες ενδεχομένως διεξήγαγε προηγουμένως τίθενται στο αρχείο.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
Α – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
8. Αφετηρία της διαφοράς είναι μια σειρά αιτήσεων της αναιρεσείουσας προς την Επιτροπή με τις οποίες ζητούσε τη συγχρηματοδότηση ορισμένων προγραμμάτων αρωγής. Μεταξύ των ετών 1993 και 1997, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στην Επιτροπή συνολικά έξι αιτήσεις συγχρηματοδοτήσεως σχεδίων .
9. Κατά την εξέταση των πρώτων αιτήσεων, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν επιλέξιμη για να τύχει των ενισχύσεων που χορηγούνται στις ΜΚΟ εφόσον δεν πληρούσε τις Γενικές Προϋποθέσεις για τη συγχρηματοδότηση των σχεδίων. Οι Γενικές Προϋποθέσεις που τάσσει η Επιτροπή για τη συγχρηματοδότηση σχεδίων που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ευρωπαϊκές ΜΚΟ σε αναπτυσσόμενες χώρες ορίζουν τα κριτήρια για την επιλεξιμότητα των ΜΚΟ και των σχεδίων, παρέχουν συγκεκριμένες οδηγίες για την υποβολή των αιτήσεων και περιλαμβάνουν αναλυτικές επεξηγήσεις σε σχέση με τους τρόπους χρηματοδοτήσεως (4). Η αναιρεσείουσα ενημερώθηκε σχετικώς με έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1993. Με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1996, η Επιτροπή εξήγησε τους κύριους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να θεωρηθεί επιλέξιμη ως ΜΚΟ.
10. Στις 5 Δεκεμβρίου 1996, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στην Επιτροπή νέο σχέδιο. Το σχέδιο αυτό, τροποποιημένο, υποβλήθηκε στην Επιτροπή με νέα αίτηση τον Σεπτεμβρίου 1997. Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1993 ως προς τη μη επιλεξιμότητα της αναιρεσείουσας ως ΜΚΟ εξακολουθούσε να ισχύει, δεν αποφάνθηκε επί της νέας αυτής αιτήσεως συγχρηματοδοτήσεως.
11. Κατόπιν αυτού, η αναιρεσείουσα κατέθεσε τρεις καταγγελίες ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, τη μια το 1998 και τις δύο άλλες το 2000. Οι καταγγελίες αυτές αφορούσαν κυρίως δύο πτυχές, ήτοι, αφενός, το ζήτημα της προσβάσεως της αναιρεσείουσας στον φάκελο και, αφετέρου, το αν η Επιτροπή είχε εξετάσει προσηκόντως τις αιτήσεις της αναιρεσείουσας.
12. Ως προς την πρόσβαση στον φάκελο, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε, με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2001, ότι ο κατάλογος των εγγράφων που εμφάνισε η Επιτροπή στην αναιρεσείουσα για να τα συμβουλευθεί δεν ήταν πλήρης, ότι η Επιτροπή είχε αποκρύψει ορισμένα έγγραφα άνευ λόγου και ότι, συνεπώς, η στάση αυτή της Επιτροπής μπορούσε να συνιστά περίπτωση μη χρηστής διοικήσεως. Πρότεινε στην Επιτροπή να επιτρέψει στην αναιρεσείουσα την πρόσβαση στον φάκελο. Η πρόσβαση αυτή στον φάκελο πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της Επιτροπής στις 26 Οκτωβρίου 2001. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε, εξάλλου, ότι συνιστούσε περίπτωση μη χρηστής διοικήσεως το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την ευκαιρία να τύχει ακροάσεως σύμφωνα με τους τύπους σχετικά με τις πληροφορίες που είχε λάβει η Επιτροπή από τρίτους, πληροφορίες που είχαν χρησιμοποιηθεί για να ληφθεί απόφαση κατ’ αυτής.
13. Ως προς το ερώτημα αν οι αιτήσεις της αναιρεσείουσας εξετάσθηκαν προσηκόντως, ο Διαμεσολαβητής, με άλλη απόφαση εκδοθείσα επίσης στις 30 Νοεμβρίου 2001, σχετικά με τη συνεκτίμηση από την Επιτροπή ορισμένων πληροφοριών προερχομένων από τρίτους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε τοιαύτη εξέταση. Εξάλλου, με την απόφασή του της 11ης Ιουλίου 2000, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε αφήσει να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα προτού γνωστοποιήσει γραπτώς τους λόγους που την είχαν οδηγήσει το 1993 στο συμπέρασμα περί της μη επιλεξιμότητας της αναιρεσείουσας. Τέλος, ως προς το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε εκδώσει επίσημη απόφαση επί των αιτήσεων που υπέβαλε η αναιρεσείουσα τον Δεκέμβριο του 1996 και τον Σεπτέμβριο του 1997, ο Διαμεσολαβητής, με την απόφασή του της 19ης Ιουλίου 2001, συνέστησε στην Επιτροπή να αποφανθεί επί των αιτήσεων αυτών πριν από τις 31 Οκτωβρίου 2001.
14. Προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη σύσταση του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή έστειλε στην αναιρεσείουσα έγγραφο με ημερομηνία 16 Οκτωβρίου 2001, περί απορρίψεως των δύο σχεδίων που υποβλήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1996 και τον Σεπτέμβριο του 1997, λόγω της μη επιλεξιμότητας της αναιρεσείουσας για τη συγχρηματοδότηση.
15. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 15 Δεκεμβρίου 2001, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή κατά του εγγράφου αυτού. Με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 επί της υποθέσεως T‑321/01 (5), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 16ης Οκτωβρίου 2001, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις συγχρηματοδοτήσεως της αναιρεσείουσας του Δεκεμβρίου 1996 και του Σεπτεμβρίου 1997 και καταδίκασε την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα.
16. Με την προσφυγή της, η αναιρεσείουσα είχε επίσης ζητήσει την απόδοση από την αναιρεσίβλητη των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή. Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έξοδα σχετικά με τις ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασίες δεν μπορούν να θεωρηθούν αναγκαία έξοδα κατά την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και, συνεπώς, δεν μπορούν να αναζητηθούν.
Β – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
17. Με δικόγραφο το οποίο περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Ιουλίου 2004, η αναιρεσείουσα άσκησε αγωγή, στηριζόμενη, αυτή τη φορά, στο άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, με αίτημα να υποχρεωθεί η Κοινότητα να της καταβάλει το ποσό των 54 037 ευρώ προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη.
18. Με διάταξή του που εξέδωσε στις 11 Ιουλίου 2005, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως προδήλως αβάσιμη ελλείψει εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
19. Το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του σε μια σειρά επιχειρημάτων τα οποία μπορούν να συνοψιστούν ουσιαστικά σε ένα λόγο: δεν υφίσταται η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του κοινοτικού οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία η προσφυγή σε δικηγόρο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.
20. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως προδήλως αβάσιμη, δεδομένου ότι τα έξοδα για τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αναγκαία έξοδα κατά την έννοια του άρθρου 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αναζητηθούν. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν περιορίζονται σε αυτά στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου και σε αυτά τα οποία ήσαν αναγκαία συναφώς.
21. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αντίθετα προς τις ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων διαδικασίες, η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή νοείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η προσφυγή σε δικηγόρο να μην είναι αναγκαία. Έτσι, αρκεί η παρουσίαση των γεγονότων στην καταγγελία, αλλά δεν χρειάζεται νομική επιχειρηματολογία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ελεύθερη επιλογή του πολίτη να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο στο πλαίσιο της ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασίας συνεπάγεται ότι πρέπει να φέρει ατομικώς τα συναφή έξοδα. Ακριβώς λόγω του ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, όπου η παρουσία δικηγόρου είναι υποχρεωτική, προβλέπεται η έκδοση αποφάσεως επί των δικαστικών εξόδων τα οποία συμπεριλαμβάνουν τα έξοδα δικηγόρου.
22. Κατά τα λοιπά, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του της 9ης Μαρτίου 1978 επί της υποθέσεως 54/77 (6) ότι τα έξοδα για δικηγορικές συμβουλές στο στάδιο των διοικητικών προσφυγών, στο πλαίσιο της πριν από την άσκηση της προσφυγής φάσεως που προβλέπει το άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να διακρίνονται από τις αμοιβές δικηγόρου που καταβλήθηκαν με την ευκαιρία της διαδικασίας της προσφυγής. Αν και, σε αυτήν την περίπτωση, δεν μπορεί να απαγορευθεί στους ενδιαφερομένους να εξασφαλίζουν, ήδη στο στάδιο αυτό, τις συμβουλές δικηγόρου, αυτό είναι δική τους επιλογή που δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να καταλογιστεί στο καθού θεσμικό όργανο. Το Δικαστήριο έκρινε, επομένως, ότι οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προβαλλομένης ζημίας, δηλαδή των εξόδων δικηγόρου που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της πριν από την άσκηση της προσφυγής φάσεως, και της συμπεριφοράς της Κοινότητας δεν υφίσταται νομικώς και, συνεπώς, τυχόν αγωγή αποζημιώσεως στην περίπτωση αυτή δεν πρέπει απλώς να απορρίπτεται, αλλά μπορεί να θεωρείται χωρίς εύλογη αιτία και, συνεπώς, κακόβουλη, γεγονός που πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη κατά την απόφανση επί των δικαστικών εξόδων.
23. Το Πρωτοδικείο συνήγαγε από τις ανωτέρω εκτιμήσεις ότι τα έξοδα δικηγόρου που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν αποδίδονται ως ζημία στο πλαίσιο εκδικάσεως αγωγής αποζημιώσεως.
24. Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, ως προς τις περαιτέρω προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να θεμελιωθεί αξίωση αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, η αναιρεσείουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρανόμων ενεργειών που προσάπτει στην αναιρεσίβλητη και της ζημίας της οποίας την αποκατάσταση ζητεί. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε εκ νέου ότι στην ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασία δεν απαιτείται η παράσταση δικηγόρου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ελεύθερη επιλογή του πολίτη να προσφύγει στον Διαμεσολαβητή και να εκπροσωπηθεί ενώπιον αυτού από δικηγόρο δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία και άμεση συνέπεια των περιπτώσεων μη χρηστής διοικήσεως που δύνανται ενδεχομένως να καταλογιστούν στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας.
Γ – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
25. Η Internationaler Hilfsfonds eV άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με δικόγραφο της 2ας Σεπτεμβρίου 2005, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Σεπτεμβρίου 2005.
26. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο,
– να αναιρέσει τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2005 και είτε να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου είτε να υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 54 037 ευρώ,
καθώς και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
27. Με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 2005, το οποίο πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Νοεμβρίου 2005, η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως με το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο,
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως
και
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
28. Μετά την έγγραφη διαδικασία, πραγματοποιήθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2006 η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της οποίας οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους.
Δ – Οι λόγοι αναιρέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων
29. Η Internationaler Hilfsfonds eV στηρίζει την αίτησή της αναιρέσεως σε τρεις λόγους, οι οποίοι στρέφονται κατά των τριών βασικών σκέψεων της διατάξεως του Πρωτοδικείου.
30. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν μπορούν να αναζητηθούν βάσει του άρθρου 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, και ότι τούτο δεν ασκεί επιρροή επί της εκτιμήσεως του ζητήματος αν τα έξοδα αυτά μπορούν να αναζητηθούν ως ζημία με αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
31. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή νοείται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η προσφυγή σε δικηγόρο να μην είναι αναγκαία. Κατά την άποψή της, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τους οργανισμούς λειτουργίας των κοινοτικών δικαστηρίων ούτε από τις εκτελεστικές διατάξεις τους.
32. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή παραδέχεται ότι η αξίωση καταβολής των δικαστικών εξόδων και η αξίωση αποζημιώσεως διέπονται από διαφορετικές προϋποθέσεις και είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Εντούτοις, τούτο δεν αποκλείει τη σύγκριση μεταξύ των δύο αξιώσεων στην περίπτωση που διέπονται από παρεμφερείς προϋποθέσεις. Κατά την Επιτροπή, το ζήτημα κατά πόσον τα έξοδα δικηγόρου είναι «αναγκαία» έξοδα τίθεται τόσο στο πλαίσιο της αξιώσεως αποδόσεως των δικαστικών εξόδων όσο και στο πλαίσιο της όποιας αξιώσεως αποζημιώσεως, στον βαθμό που το κριτήριο αυτό έχει σημασία για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ή για τον έλεγχο της υποχρεώσεως περιορισμού της προκληθείσας ζημίας.
33. Η Επιτροπή φρονεί ότι είναι αντιφατικό να θεωρούνται, στο πλαίσιο του ελέγχου των δικαστικών εξόδων, ως μη αναγκαία τα έξοδα που ανέκυψαν και, ταυτόχρονα, στο πλαίσιο του ελέγχου της αξιώσεως αποζημιώσεως να θεωρείται ότι η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να υποβληθεί στα έξοδα αυτά.
34. Κατά την Επιτροπή, από τη σύγκριση συνάγεται ότι ο νόμος, στις περιπτώσεις που αναγνωρίζει και προβλέπει την ανάγκη εκπροσωπήσεως από δικηγόρο, μεριμνά επίσης για την κάλυψη των εξόδων που ανακύπτουν συναφώς. Εντούτοις, ακριβώς στην περίπτωση της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή ο νόμος δεν δέχεται ότι συντρέχει η ανάγκη αυτή.
35. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα και δη ότι δεν συμμορφώθηκε με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων.
36. Πρώτον, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη δυνατότητα να μεταφερθεί η νομολογία που δημιούργησε το Δικαστήριο με την απόφασή του Herpels κατά Επιτροπής (7) επί των προβαλλόμενων με την αγωγή αξιώσεων, δεδομένου ότι, κατά την άποψή της, η απόφαση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της υπηρεσιακής σχέσεως που συνδέει την Κοινότητα με τους υπαλλήλους της και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα για την υπό κρίση υπόθεση.
37. Πέραν τούτου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν ελήφθη υπόψη η απόφαση του Πρωτοδικείου 17ης Μαρτίου 2005 επί της υποθέσεως AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής (8), με την οποία η Επιτροπή υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση λόγω παρατυπιών στο πλαίσιο διαδικασίας για τη σύναψη συμβάσεως δημοσίων έργων. Συγκεκριμένα, στη ζημία που αποτελούσε αντικείμενο της ανωτέρω υποθέσεως περιλήφθηκαν μεταξύ άλλων και τα έξοδα δικηγόρου στα οποία υποβλήθηκε ο ενάγων κατά την ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασία. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τη νομολογία αυτή και ότι κακώς παρέλειψε να προβεί στη σύγκριση με τη δική της περίπτωση.
38. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι η νομολογία Herpels μπορεί άνετα να μεταφερθεί στην υπό κρίση υπόθεση. Το γεγονός ότι αντικείμενο της υποθέσεως εκείνης ήταν ένα δημοσιοϋπαλληλικό ζήτημα ουδεμία επιρροή ασκεί όπως ακριβώς και το γεγονός ότι μεταξύ της Επιτροπής και των υπαλλήλων της υφίσταται συμβατικός δεσμός. Αντιθέτως, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις προβλήθηκε αξίωση αποζημιώσεως για τα ίδια έξοδα, ήτοι για την εκπροσώπηση από δικηγόρο στο πλαίσιο εξωδικαστικής διαδικασίας. Κρίσιμο επίσης είναι το γεγονός ότι αμφότερες οι περιπτώσεις αφορούσαν εξωδικαστική διαδικασία καταγγελίας για την υποστήριξη της οποίας δεν απαιτείται παράσταση δικηγόρου και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα αποφάσισε εξ οικείας βουλήσεως και προαιρέσεως ότι έπρεπε να προσφύγει σε δικηγόρο.
39. Περαιτέρω, η Επιτροπή προβάλλει ότι η μη συμμόρφωση με προγενέστερη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου δεν συνιστά per se νομική πλημμέλεια, δεδομένου ότι το δικαστικό σύστημα των Κοινοτήτων δεν στηρίζεται στην αρχή του νομολογιακού προηγουμένου η συμμόρφωση προς το οποίο θα αποτελούσε νομική υποχρέωση.
40. Τρίτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν δέχτηκε ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας που υπέστη. Κατά την αναιρεσείουσα, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ μιας παράνομης πράξεως και της ζημίας σε κάθε περίπτωση που η πράξη του οργάνου έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, την πρόκληση μιας τέτοιας ζημίας. Τούτο προκύπτει από την αρχή της ισοδυναμίας την οποία αναγνωρίζει τόσο το γερμανικό δίκαιο όσο και τα κοινοτικά δικαστήρια.
41. Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αρχή της «ισότητας των όπλων» επιβάλλει στη συγκεκριμένη περίπτωση την παράσταση δικηγόρου προς υποστήριξη των συμφερόντων της, δεδομένου ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του νομικού τμήματός της στις προαναφερθείσες υποθέσεις καταγγελίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή.
42. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, η ζημία πρέπει να απορρέει απευθείας από την επιλήψιμη συμπεριφορά. Το κριτήριο αυτό συμπίπτει με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα απαίτηση περί ισοδυναμίας. Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί ότι δεν υπάρχει άμεση αιτιώδης συνάφεια στην περίπτωση που η επέλευση της ζημίας ουδόλως είναι αναπόφευκτη, αλλά οφείλεται σε απόφαση που λαμβάνει ελεύθερα ο ζημιωθείς. Στο πλαίσιο διαδικασίας κινούμενης κατόπιν καταγγελίας κατά τη διεξαγωγή της οποίας δεν απαιτείται από τον καταγγέλλοντα να προβάλει νομικά επιχειρήματα, ο δε Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει ο ίδιος εκκρεμή πραγματικά και νομικά ζητήματα, η επιλογή της παραστάσεως με δικηγόρο αποτελεί προϊόν ελευθέρας αποφάσεως.
43. Κατά την Επιτροπή, εξίσου αλυσιτελές είναι το επιχείρημα περί «ισότητας των όπλων» ενόψει του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται η διαδικασία για την εξέταση της καταγγελίας ακριβώς διότι είναι ο ίδιος ο Διαμεσολαβητής ο οποίος ίσταται στο πλευρό του ενδιαφερομένου.
IV – Νομική ανάλυση
44. Κατά το άρθρο 225 ΕΚ, η αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η διάταξη του Πρωτοδικείου παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, η αίτησή της αναιρέσεως πληροί αυτήν την προϋπόθεση του παραδεκτού.
45. Η αναιρεσείουσα στηρίζει την αίτησή της αναιρέσεως σε τρεις διαφορετικούς λόγους, τους οποίους στη συνέχεια θα εξετάσω, με τη σειρά που προβάλλονται, ως προς το βάσιμό τους.
Εξέταση των λόγων αναιρέσεως
1. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: δυνατότητα αποδόσεως των εξόδων δικηγόρου δια της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως
46. Κατ’ αρχάς, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του επιχειρήματος του Πρωτοδικείου ότι η αναγνώριση αυτών των εξόδων ως ζημίας θα ήταν αντίθετη προς τη νομολογία του Πρωτοδικείου σχετικά με τον μη αποδοτέο χαρακτήρα των εν λόγω δαπανών ως εξόδων. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι εσφαλμένως το Πρωτοδικείο προέβη στη σύγκριση της προβληθείσας αξιώσεως αποζημιώσεως με το ζήτημα της αποδόσεως των δικαστικών εξόδων.
47. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Αντιθέτως, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ερεύνησε στη συνάφεια αυτή ένα ουσιώδες ζήτημα το οποίο δεν πρέπει να μείνει ανεξέταστο στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Συγκεκριμένα, πρόκειται για το γεγονός ότι η προβλεπόμενη από το δικονομικό δίκαιο αξίωση αποδόσεως των δικαστικών εξόδων συρρέει με αξίωση αποζημιώσεως, η οποία στηρίζεται στο ουσιαστικό δίκαιο, καθώς και για το αν η τελευταία αυτή αξίωση μπορεί να υπερακοντίσει τα όσα επιτρέπει το δικονομικό δίκαιο να επιδικαστούν στον διάδικο που προβάλλει ένα τέτοιο αίτημα. Προκειμένου να διευκρινίσω την άποψή μου, θα εκθέσω κατ’ αρχάς ορισμένες γενικές εκτιμήσεις ως προς τη σχέση μεταξύ του δικαιώματος για απόδοση των δικαστικών εξόδων και του δικαιώματος αποζημιώσεως στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.
α) Οι ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου που διέπουν την απόδοση των δικαστικών εξόδων
i) Οι ρυθμίσεις περί αποδόσεως των δικαστικών εξόδων στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων
48. Οι ρυθμίσεις που διέπουν την απόδοση των δικαστικών εξόδων στις διαδικασίες ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων στηρίζονται στην αρχή της ευθύνης του ηττηθέντος διαδίκου, βάσει της οποίας ο ηττηθείς διάδικος φέρει κατ’ αρχήν τα δικαστικά έξοδα, ιδίως τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αντίδικος. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
49. Εντούτοις, η έκταση αυτής της αποκαλούμενης δικονομικής αξιώσεως περί αποδόσεως των δικαστικών εξόδων, την οποία αναγνωρίζουν στον νικήσαντα διάδικο οι ρυθμίσεις που διέπουν την απόδοση των εξόδων, έχει εκ του νόμου ορισμένα όρια τα οποία επίσης στηρίζονται σε εκτιμήσεις του νομοθέτη.
50. Έτσι, το άρθρο 73, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου διευκρινίζει σε σχέση με το άρθρο 69 ότι θεωρούνται ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των δικηγόρων. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται κατ’ αρχήν υπόψη μόνον τα έξοδα τα οποία προκλήθηκαν λόγω της δίκης. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως «δίκη» κατά το άρθρο 73, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου νοείται μόνον η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι το στάδιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας αποκλειομένου του σταδίου που προηγείται της διαδικασίας αυτής (9). Το αυτό ισχύει για το Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 91, στοιχείο β΄, του Κανονισμού του Διαδικασίας.
51. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι η απόφαση περί των δικαστικών εξόδων δεν καλύπτει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι στο πλαίσιο προηγηθείσας διοικητικής διαδικασίας (10).
52. Τέλος, από τη νομολογία συνάγεται ότι, σε σχέση με τον προ της ασκήσεως της προσφυγής χρόνο, μπορούν να αναζητηθούν τα έξοδα για τη σύνταξη του δικογράφου της προσφυγής (11). Αντιθέτως, δεν αποτελούν έξοδα δυνάμενα να αποδοθούν οι δαπάνες και οι αμοιβές που καταβλήθηκαν σε συμβούλους προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως και το παραδεκτό της προσφυγής (12).
53. Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ορθώς το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή αποτελεί μια εναλλακτική οδό σε σχέση με την άσκηση προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, την οποία η Συνθήκη προσέφερε στους πολίτες της Ενώσεως για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Αυτή η εναλλακτική εξωδικαστική οδός διέπεται από ειδικά κριτήρια και δεν έχει κατ’ ανάγκη τον ίδιο στόχο με εκείνον της προσφυγής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Πέραν τούτου, ορθώς το Πρωτοδικείο συνήγαγε από την ερμηνεία του άρθρου 195, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 2, παράγραφοι 6 και 7, της αποφάσεως 94/262 ότι οι δύο αυτές διαδικασίες δεν μπορούν να κινηθούν παράλληλα.
54. Φρονώ ότι η ιδιαίτερη αξία της πρωτόδικης αποφάσεως έγκειται στο γεγονός ότι διευκρίνισε ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή ουδόλως αποτελεί υποχρεωτικό προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων το οποίο πρέπει πάντοτε να μεσολαβεί πριν από την άσκηση προσφυγής. Από την απόφαση αυτή συνάγεται ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν αποτελεί στάδιο παροχής ένδικης προστασίας, το οποίο προέβλεψε ο νομοθέτης προκειμένου να παράσχει στα πρόσωπα που πλήττονται από αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο ενέργειες των κοινοτικών οργάνων έννομη προστασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιον λόγο οι διατάξεις περί δικαστικών εξόδων των κανονισμών διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου δεν περιλαμβάνουν ρύθμιση ως προς τη δυνατότητα αποδόσεως των εξόδων τα οποία ενδεχομένως ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή.
ii) Η έλλειψη ρυθμίσεως για την απόδοση των εξόδων που ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή
55. Ελλείψει εσωτερικής συνάφειας με τη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων τίθεται ακολούθως το ερώτημα αν υπάρχει ειδική διάταξη σχετικά με την απόδοση των εξόδων που ανέκυψαν στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή η οποία να ρυθμίζει και τα ζητήματα αυτά. Τυχόν δικονομική αξίωση αποδόσεως των εξόδων της αναιρεσείουσας θα έπρεπε να στηρίζεται πρωτίστως σε αντίστοιχη νομική βάση. Εντούτοις, μια τέτοια ρύθμιση περί αποδόσεως των εξόδων δεν υπάρχει, γεγονός το οποίο εξηγείται, κατόπιν προσεκτικότερης έρευνας του ζητήματος αυτού, τόσο από το περιεχόμενο και τον σκοπό της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή όσο και από την αποστολή που αναθέτει στον Διαμεσολαβητή το άρθρο 195, παράγραφος 1, ΕΚ εντός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
– Οι διαφορές με τη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων
56. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως Lamberts (13), ο θεσμός του Διαμεσολαβητή είναι ένα από τα μέσα με τα οποία η Συνθήκη συγκεκριμενοποιεί την έννοια της ιθαγένειας της Ενώσεως. Ο πολίτης της Ενώσεως έχει δικαίωμα να απευθύνεται στον Διαμεσολαβητή με καταγγελίες λόγω περιπτώσεων κακής διοικήσεως τις οποίες υποβάλλει κατά κοινοτικών οργάνων και οργανισμών. Έτσι, ο Διαμεσολαβητής συμβάλλει στην προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη θεσμοθέτηση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προκύπτει σαφώς ότι ο θεσμός αυτός θεωρήθηκε ως ένας από τους μηχανισμούς προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων του Ευρωπαίου πολίτη. Εντούτοις, φρονώ ότι ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed ορθώς επίσης τόνισε ότι, μολονότι η διαδικασία εξετάσεως από τον Διαμεσολαβητή μιας καταγγελίας έχει ως σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη, η διαδικασία αυτή δεν αποβλέπει στην παροχή έννομης προστασίας όπως αυτή που παρέχεται από ένα δικαστήριο (14).
57. Είναι προφανές ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν αποτελεί μια κατά κυριολεξία οιονεί δικαστική διαδικασία διεξαγόμενη κατ’ αντιμωλίαν στο πλαίσιο της οποίας ίστανται αντιμέτωποι ο καταγγέλλων και το εκάστοτε κοινοτικό όργανο οι οποίοι αναθέτουν τη διευθέτηση της διαφοράς σε ένα αμερόληπτο τρίτο πρόσωπο. Ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 5, του καθεστώτος και των γενικών όρων ασκήσεως των καθηκόντων του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (15) ούτε το άρθρο 6 των εκτελεστικών διατάξεων (16) προβλέπουν ότι ο Διαμεσολαβητής ενεργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ των μερών. Αντιθέτως, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Διαμεσολαβητής επιχειρεί, από κοινού με το εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο ή οργανισμό, να εξεύρει μια λύση προκειμένου να άρει την περίπτωση κακής διοικήσεως και να κάνει δεκτή την υποβληθείσα καταγγελία, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι ο θεσμός του Διαμεσολαβητή έχει ως επί το πλείστον διοικητικό χαρακτήρα (17).
58. Μια περαιτέρω διάσπαση της αρχής της κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας προκύπτει από την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του καθεστώτος και των γενικών όρων ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή να διενεργεί, ιδία πρωτοβουλία, κάθε έρευνα που κρίνει αναγκαία για τη διερεύνηση ενδεχόμενων περιπτώσεων κακής διοικήσεως κατά τη δράση των κοινοτικών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών.
59. Οι διαφορές με την κοινοτική δικαιοσύνη καθίστανται σαφείς και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής επιλαμβάνεται μιας καταγγελίας. Έτσι, π.χ., η πρόσβαση στη διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή υπόκειται, για τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα, σε πολύ λιγότερους περιορισμούς από ό,τι η άσκηση προσφυγής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής, ως προϋπόθεση του παραδεκτού για τις διαδικασίες ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, σκοπεί να αποτρέψει την άσκηση λαϊκών αγωγών και, ως εκ τούτου, να διασφαλίσει ότι θα κρίνονται παραδεκτές μόνον οι προσφυγές των προσώπων τα οποία θίγονται πραγματικά και άμεσα από παράνομες ενέργειες των κοινοτικών οργάνων (18). Ενώ, π.χ., η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά μιας παράνομης, μη απευθυνόμενης προς αυτό, νομικής πράξεως της Κοινότητας βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά τον προσφεύγοντα, η καταγγελία ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή δεν εξαρτάται από ειδικές προϋποθέσεις παραδεκτού. Ως εκ τούτου, δικαιούνται να υποβάλουν καταγγελία ενώπιον του Διαμεσολαβητή και πρόσωπα τα οποία δεν θίγονται από κάποια περίπτωση κακής διοικήσεως στο πλαίσιο της δραστηριότητας των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών (19).
60. Μια περαιτέρω ιδιαιτερότητα του λειτουργήματος του Διαμεσολαβητή αποτελεί και το γεγονός ότι έχει υποχρέωση χρησιμοποιήσεως ορισμένων μόνο μέσων, είναι απολύτως ανεξάρτητο και, επιπλέον, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην εκπλήρωση των καθηκόντων του (20). Ως εκ τούτου, διαθέτει πληθώρα μέσων για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ του πολίτη και του εμπλεκόμενου κοινοτικού οργάνου. Στην περίπτωση κατά την οποία ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει περίπτωση κακοδιοικήσεως, αναζητεί, στο μέτρο του δυνατού, μέσα προς διευθέτηση της διαφοράς και ικανοποίηση του καταγγέλλοντος μέσω μιας συναινετικής λύσεως. Αν ο Διαμεσολαβητής φρονεί ότι είναι ανέφικτη η εξεύρεση συναινετικής λύσεως ή δεν πρόκειται να ευοδωθεί η σχετική προσπάθεια, είτε περατώνει τη διαδικασία με αιτιολογημένη απόφαση, η οποία μπορεί να περιέχει και επικριτικές παρατηρήσεις, είτε συντάσσει έκθεση με σχέδιο συστάσεων. Εντούτοις, χαρακτηριστικό όλων των μέτρων είναι ότι αυτά δεν είναι δεσμευτικά, δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί, από νομικής απόψεως, να υποχρεώσει τη διοίκηση σε αλλαγή συμπεριφοράς. Τούτο εξηγεί επίσης το ότι οι αποφάσεις που εκδίδει ο Διαμεσολαβητής στο πλαίσιο εξετάσεως μιας καταγγελίας μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Το μόνο μέσο που διαθέτει προκειμένου να πιέσει τα κοινοτικά όργανα και τους οργανισμούς να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους είναι η πειστικότητα της επιχειρηματολογίας του, καθώς και η δημόσια πίεση την οποία μπορεί να προκαλέσει στηλιτεύοντας τις περιπτώσεις κακοδιοικήσεως με τις εκθέσεις του (21).
61. Σε περιπτώσεις ήσσονος σημασίας παρατυπιών, η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διαθέτει ο Διαμεσολαβητής μπορεί να τον οδηγήσει στην απόφαση να μην προβεί σε καμία ενέργεια κατά του εμπλεκόμενου οργάνου, πράγμα το οποίο δεν μπορούν να πράξουν τα κοινοτικά δικαστήρια λόγω της αναγνωρίσεως από το κοινοτικό δίκαιο του δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας (22). Σε σχέση με τον καταγγέλλοντα, τούτο έχει συγκεκριμένα ως συνέπεια ότι ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να του εγγυηθεί κάποια συγκεκριμένη ευνοϊκή εξέλιξη (23).
62. Αυτές οι θεμελιώδεις διαφορές καθιστούν σαφές το γεγονός ότι η παροχή έννομης προστασίας στα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν είναι το πρωτεύον στοιχείο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή.
63. Δεδομένου ότι οι προσπάθειες του Διαμεσολαβητή εστιάζονται στη βελτίωση της κοινοτικής διοικήσεως και όχι στην παροχή έννομης προστασίας στα φυσικά και νομικά πρόσωπα, είναι εύλογο να μην υπάρχει ρύθμιση για την απόδοση των εξόδων στα οποία υποβάλλεται ο καταγγέλλων κατά την ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασία. Αντιθέτως, είναι δίκαιο και ορθό να φέρει τα έξοδα το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην υποβολή καταγγελίας. Η εκτίμηση αυτή συνάδει με τον σκοπό του νομοθέτη που είναι να παράσχει στον πολίτη μια μη δαπανηρή και ευέλικτη λύση προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή της δημοσιότητας σε μια παράνομη συμπεριφορά της διοικήσεως (24).
64. Επομένως, δεν υπάρχει κάποια διάταξη περί αποδόσεως εξόδων την οποία η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ως νομική βάση για την αγωγή της περί αποδόσεως των εξόδων δικηγόρου.
– Περί της μη συνδρομής ανάγκης για την προσφυγή στις συμβουλές δικηγόρου
65. Ελλείψει νομοθετικής διατάξεως ορίζουσας ρητώς ότι τα φυσικά και νομικά πρόσωπα υποχρεούνται να εκπροσωπούνται από δικηγόρο κατά την ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασία, όπως ακριβώς ορίζει το άρθρο 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εκπροσώπηση από δικηγόρο τουλάχιστον δεν είναι υποχρεωτική.
66. Το ζήτημα της προσφυγής στις υπηρεσίες δικηγόρου τίθεται κατά κανόνα μόνο στην περίπτωση νομικών υποθέσεων (25). Πράγματι, πρώτιστο καθήκον του δικηγόρου είναι να ενημερώνει τα υποκείμενα δικαίου σχετικά με τις νομοθετικές διατάξεις που είναι κρίσιμες για το νομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν και να διασφαλίζει ότι λαμβάνεται μέριμνα για τη διατήρηση των αποδεικτικών στοιχειών ως σημαντικότερης προϋποθέσεως για την ικανοποίηση οποιουδήποτε δικαιώματος.
67. Με τις προτάσεις του επί της υποθέσεως Lamberts, ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed παρέπεμψε στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια του δικαστηρίου που χρησιμοποιεί το άρθρο 234 ΕΚ και διαπίστωσε συναφώς ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή δεν πληροί άπαντα τα κριτήρια (26). Φρονώ ότι το ζήτημα της ανάγκης παραστάσεως με δικηγόρο εξαρτάται προ πάντων από την απάντηση στο ερώτημα αν στο επίκεντρο της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή ίσταται η επίλυση νομικών ζητημάτων. Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί η έννοια της «κακής διοίκησης» του άρθρου 195, παράγραφος 1, ΕΚ, δεδομένου ότι η έννοια αυτή προσδιορίζει το πεδίο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Διαμεσολαβητή.
68. Ο ορισμός που πρότεινε το 1997 ο τότε Διαμεσολαβητής Jacob Södermann, με την ετήσια έκθεσή του προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και χρησιμοποιείται έκτοτε ελλείψει νομικού ορισμού στο πρωτογενές δίκαιο, έχει ως εξής: «περίπτωση κακής διοικήσεως υπάρχει οσάκις ένας δημόσιος οργανισμός δεν ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που είναι δεσμευτικοί για αυτόν». Από τον ορισμό αυτόν μπορεί να συναχθεί ότι ως περίπτωση κακής διοικήσεως νοείται κατ’ αρχήν όχι μόνον η παράβαση δεσμευτικών κανόνων δικαίου, αλλά και κάθε παραβίαση των αρχών χρηστής συμπεριφοράς από τα διοικητικά όργανα, οι οποίες ελλείψει δεσμευτικής ισχύος χαρακτηρίζονται κατά κανόνα ως άτυπες πράξεις (soft law). Ο ορισμός αυτός συνάδει με τις διατάξεις των άρθρων 195 ΕΚ και 2, παράγραφος 7, της αποφάσεως 94/262, οι οποίες οριοθετούν τη δικαιοδοσία του Διαμεσολαβητή έναντι των κοινοτικών δικαστηρίων και από τις οποίες συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς ότι ο Διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει, αν και όχι αποκλειστικά, νομικά ζητήματα (27).
69. Όσο δυσχερής και αν είναι η διάκριση για τον αδαή περί τα νομικά καταγγέλλοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οριοθέτηση αυτή είναι γι’ αυτόν άνευ σημασίας στην πράξη, αφού μάλιστα ο Διαμεσολαβητής υποχρεούται όχι μόνο να διερευνήσει αφεαυτού του με τη βοήθεια του καταγγέλλοντος και του κοινοτικού οργάνου ή οργανισμού τα πραγματικά περιστατικά, αλλά και να εξετάσει εν ανάγκη τα τυχόν νομικά ζητήματα που ανακύπτουν. Με τον τρόπο αυτόν, ο Διαμεσολαβητής απαλλάσσει τον καταγγέλλοντα από το να μεριμνήσει ο ίδιος για την προάσπιση των νόμιμων συμφερόντων του.
70. Προς αντίκρουση του επιχειρήματος της αναιρεσείουσας ότι η προσφυγή σε δικηγόρο είναι αναγκαία προς διασφάλιση της ισότητας των όπλων, δεδομένου ότι η Επιτροπή προσφεύγει προς υπεράσπισή της στο νομικό τμήμα της, πρέπει να λεχθεί ότι το νομικό τμήμα της Επιτροπής, παρά την ανάγκη νομικού ελέγχου της εκάστοτε υποθέσεως, δεν έχει κατ’ ανάγκη τον ίδιο ρόλο με αυτόν που έχει στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Έτσι, η αναιρεσείουσα πρέπει να λάβει υπόψη της το γεγονός ότι οι προσπάθειες του Διαμεσολαβητή και της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως μιας καταγγελίας, βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων, σκοπεί στην επίτευξη συναινετικής λύσεως. Πέραν τούτου, δεν αφορούν όλες οι καταγγελίες κατά της Επιτροπής νομικά ζητήματα. Το νομικό τμήμα έχει την υποχρέωση να μεριμνά για την εξεύρεση μιας συναινετικής λύσεως και να την υποβάλει με την ενδεδειγμένη νομική μορφή (28). Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι διασφαλίζεται το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για μια διαδικασία σύμφωνη προς τις αρχές του κράτους δικαίου.
71. Λόγω των διαφορών που εξετάστηκαν εν προκειμένω σε σχέση με τη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων, και, ιδίως, λόγω του εξωδικαστικού και προεχόντως μη νομικού χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή και ενόψει της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ο Διαμεσολαβητής, φρονώ ότι η προσφυγή στις υπηρεσίες δικηγόρου ούτε απαιτείται ούτε είναι αναγκαία.
β) Η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας
72. Η αυτοτελής έννομη τάξη της Κοινότητας στηρίζεται στις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών τα οποία με τη σειρά τους υποχρεούνται να τηρούν την αρχή του κράτους δικαίου βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως εκ τούτου, η συμμόρφωση προς την αρχή του κράτους δικαίου περιλαμβάνεται και μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Βασική έκφανση της αρχής αυτής είναι η αρχή της εξωσυμβατικής ευθύνης του Δημοσίου (29), βάσει της οποίας τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεούνται να αποκαθιστούν τη ζημία την οποία προκάλεσε παρανόμως δημόσιο όργανο (30). Η βασική διάταξη περί εξωσυμβατικής ευθύνης είναι το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, βάσει της οποίας η Κοινότητα υποχρεούται, στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών. Το Δικαστήριο συνήγαγε, βάσει της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως για περαιτέρω διάπλαση του δικαίου, τα ιδιαίτερα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη (31).
73. Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ στοιχειοθετείται μόνο στη περίπτωση που συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, ήτοι παράνομη συμπεριφορά της Κοινότητας, πραγματική και βέβαιη ζημία και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (32). Αυτές οι βασικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης έχουν διευκρινιστεί από τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο της περαιτέρω διαπλάσεως του δικαίου από αυτά (33), υπό την έννοια ότι μια πράξη οργάνου μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο μόνο στην περίπτωση που πρόκειται για κατάφωρη παράβαση. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ από κάθε παράβαση του κοινοτικού δικαίου (34).
74. Αν δεν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις αυτές, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται καθ’ ολοκληρίαν χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις για την ύπαρξη εξωσυμβατικής ευθύνης (35).
75. Η νομική έννοια της ζημίας περιλαμβάνει την περιουσιακή ζημία εν στενή έννοια, αλλά και τυχόν μείωση της περιουσίας, όπως στην περίπτωση που η περιουσία δεν αυξήθηκε, πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Σκοπός της αποζημιώσεως είναι να επανέλθει η περιουσία του ζημιωθέντος στην κατάσταση που ήταν πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος ή, τουλάχιστον, σε μια κατάσταση όσο το δυνατόν εγγύτερη προς αυτή. Αυτές οι γενικές αρχές δεν περιορίζονται στο πεδίο του αστικού δικαίου, αλλά ισχύουν και για την ευθύνη των φορέων ασκήσεως δημόσιας εξουσίας και, ιδίως, για την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας (36).
76. Από καθαρά τυπικής απόψεως και χωρίς να τεθούν τα ζητήματα της αιτιώδους συνάφειας και της νομικής ευθύνης τα οποία χρήζουν αναλυτικότερης έρευνας, η περιουσιακή ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα, υπό τη μορφή των εξόδων δικηγόρου στα οποία υποβλήθηκε κατά την ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασία, θα μπορούσε να πληροί αντικειμενικά τις προϋποθέσεις μιας φυσικής μειώσεως της περιουσίας. Εντούτοις, ένα άλλο ζήτημα είναι αν μια τέτοια περιουσιακή ζημία μπορεί να θεωρηθεί βάσει του κοινοτικού δικαίου, ιδίως του δικονομικού δικαίου, ως ζημία κατά την έννοια του δικαίου της εξωσυμβατικής ευθύνης. Ενόψει του γεγονότος ότι το αντικείμενο της αγωγής που άσκησε η αναιρεσείουσα έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου περί αποδόσεως των δικαστικών εξόδων, έχω επιφυλάξεις ως προς το αν πρέπει να αναγνωριστεί ότι υφίσταται, βάσει του δικαίου περί ευθύνης εξ αδικοπραξίας, αξίωση στηριζόμενη στο ουσιαστικό δίκαιο, πράγμα το οποίο θα κατέληγε στο ίδιο αποτέλεσμα.
77. Όπως προελέχθη, το κοινοτικό δικονομικό δίκαιο παρέχει αξίωση αποζημιώσεως μόνο για τα έξοδα τα οποία αφορούν απολύτως συγκεκριμένες δικονομικές, κατά κανόνα, πράξεις. Επομένως, η προβλεπόμενη από το δικονομικό δίκαιο αξίωση αποδόσεως των εξόδων στηρίζεται στην εκτίμηση του νομοθέτη, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οριοθετεί την έκταση του καταλογισμού, ότι κατά το στάδιο που προηγείται της ένδικης διαδικασίας η προάσπιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου εμπίπτει στον κύκλο των δικών του υποχρεώσεων. Συνεπώς, από τις διατάξεις του δικονομικού δικαίου συνάγεται ότι οι διάδικοι υποχρεούνται να φέρουν οι ίδιοι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της εξώδικης προασπίσεως των δικαιωμάτων τους. Αυτός είναι ο κίνδυνος που είναι συμφυής με τη διεξαγωγή μιας δίκης και τον οποίον πρέπει να φέρει κάθε διάδικος.
78. Φρονώ ότι η αναγνώριση στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου αξιώσεως αποδόσεως των εξόδων πέραν του ανωτέρω μέτρου, στηριζομένης στην εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και βαίνουσας πέραν των όσων το δικονομικό δίκαιο παρέχει ως αξίωση αποζημιώσεως σε ένα διάδικο, εγκυμονεί τον κίνδυνο να καταστεί κενή περιεχομένου η εκτίμηση του νομοθέτη σε σχέση με τις ρυθμίσεις περί αποδόσεως των δικαστικών εξόδων. Η άσκηση αγωγής στηριζόμενης στην εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως για έξοδα τα οποία de lege lata δεν αποδίδονται δεν μπορεί να έχει άλλη συνέπεια από την καταστρατήγηση των ισχυουσών διατάξεων (37).
79. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς τις ρυθμίσεις περί αποδόσεως των εξόδων κατ’ αρχάς με τη σκέψη 50 της διατάξεώς του και απέρριψε τη στηριζόμενη σε αυτές δικονομική αξίωση περί καταβολής αποζημιώσεως για τις αμοιβές δικηγόρου παραπέμποντας στη σχετική νομολογία, προκειμένου να επισημάνει ακολούθως με τη σκέψη 51 ότι θα αποτελούσε αξιολογική αντίφαση η αναγνώριση αξιώσεως αποζημιώσεως της αυτής εκτάσεως.
80. Με τα επιχειρήματα που αναπτύσσει σε σχέση με τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή, το Πρωτοδικείο επιχειρεί να καταδείξει τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της διαδικασίας αυτής και της διαδικασίας ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Τα επιχειρήματα αυτά σκοπούν να καταστήσουν σαφές ότι η διαδικασία αυτή δεν αποτελεί προστάδιο της ένδικης διαδικασίας. Επισημαίνοντας επίσης το γεγονός ότι δεν απαιτείται η προσφυγή σε δικηγόρο κατά την ενώπιον του Διαμεσολαβητή διαδικασία, το Πρωτοδικείο χρησιμοποιεί εκ νέου το κριτήριο της αναγκαιότητας που προβλέπουν οι ρυθμίσεις περί αποδόσεως των εξόδων.
81. Τούτο υποδηλώνει ότι το Πρωτοδικείο αντιλήφθηκε ορθώς την προβληματική σχετικά με τη συρροή μιας δικονομικής και μιας στηριζόμενης στο ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεως αποδόσεως των εξόδων και, αφού απέρριψε τη δεύτερη, κατέληξε σε μια λύση σύμφωνη προς την εικαζόμενη βούληση του νομοθέτη η οποία λαμβάνει υπόψη τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
2. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράλειψη του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη του τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων
α) Η απόφαση Herpels (38)
82. Στα ίδια επιχειρήματα πρέπει να καταφύγω προκειμένου να απαντήσω στην αντίρρηση της αναιρεσείουσας σε σχέση με την παραπομπή του Πρωτοδικείου στην απόφαση Herpels. Πέραν της σημασίας που έχει η εν λόγω απόφαση για το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο, μπορούν να αντληθούν από αυτή χρήσιμα κριτήρια για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς. Με τις σκέψεις 45 και 49, η ανωτέρω απόφαση παραπέμπει στη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προδικασία, η οποία δεν επιτάσσει την τήρηση ορισμένου τύπου, πολλώ δε μάλλον τη νομική υποχρέωση του υπαλλήλου να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Είναι πιθανό το Πρωτοδικείο να επιχείρησε να κάνει τον παραλληλισμό στο σημείο αυτό με τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή η οποία, όπως προελέχθη, δεν προϋποθέτει την εκπροσώπηση από δικηγόρο.
83. Δεδομένου ότι δεν υφίσταται υποχρέωση εκπροσωπήσεως από δικηγόρο στο πλαίσιο της προδικασίας, το Πρωτοδικείο υπολαμβάνει προφανώς ότι η αναιρεσείουσα έλαβε τη σχετική απόφαση με δική της ευθύνη. Συναφώς, είναι εμφανής η προσπάθεια να εισαχθεί στις προϋποθέσεις που στοιχειοθετούν, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, την εξωσυμβατική ευθύνη το στοιχείο του καταλογισμού το οποίο ήδη συζητήθηκε σε σχέση με τις ρυθμίσεις περί αποδόσεως των εξόδων και το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί αναλυτικότερα στο πλαίσιο της αιτιώδους συνάφειας προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητό.
β) Η απόφαση επί της υποθέσεως AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής (39).
84. Στον βαθμό που η αναιρεσείουσα φρονεί ότι μπορούν από την απόφαση AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής να συναχθούν ορισμένες έννομες συνέπειες για την υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η απόφαση αυτή δεν μπορεί να υποχρεώσει ούτε το Πρωτοδικείο ούτε το Δικαστήριο να ακολουθήσουν μια ορισμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Ως ανεξάρτητα δικαιοδοτικά όργανα στο θεσμικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεσμεύονται μόνον από το δίκαιο. Τούτο συνάγεται από το άρθρο 220 ΕΚ, κατά το οποίο τα κοινοτικά δικαστήρια εξασφαλίζουν, στο πλαίσιο των εκάστοτε αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης. Η έννοια «δίκαιο» της ανωτέρω διατάξεως περιλαμβάνει όλους τους δεσμευτικούς γραπτούς και άγραφους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ή του δικαίου της Ενώσεως. Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν, πέραν του πρωτογενούς και του παραγώγου δικαίου, και τις γενικές αρχές δικαίου καθώς και το εθιμικό δίκαιο (40). Εντούτοις, στις πηγές του κοινοτικού δικαίου δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των κοινοτικών δικαστηρίων. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν έκφραση της ερμηνείας του δικαίου από τα κοινοτικά δικαστήρια, πλην όμως δεν πρέπει να συγχέονται με το ίδιο το δίκαιο (41).
85. Το νομολογιακό προηγούμενο που δημιουργούν οι αποφάσεις δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του δικαστικού συστήματος της Ενώσεως (42). Μολονότι τα κοινοτικά δικαστήρια επιδιώκουν να ερμηνεύουν το δίκαιο κατά τρόπο συνεκτικό προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η γενική δομή τόσο της κοινοτικής έννομης τάξεως όσο και του δικαιοδοτικού συστήματος δεν επιτρέπει στα κοινοτικά δικαστήρια να δεσμεύονται από την προηγούμενη νομολογία τους. Ιστορικώς, τούτο εξηγείται από το γεγονός ότι η Κοινότητα ιδρύθηκε αρχικά από κράτη τα οποία ανήκουν στην ηπειρωτική ευρωπαϊκή νομική παράδοση του civil law, με συνέπεια η υπερεθνική έννομη τάξη που δημιούργησαν να φέρει τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά (43). Τούτο οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι το Δικαστήριο αρχικά δημιουργήθηκε ως δικαστήριο πρώτου και τελευταίου βαθμού, προτού ιδρυθεί, με απόφαση του Συμβουλίου, το Πρωτοδικείο ως ένα ακόμη δικαιοδοτικό όργανο (44). Συναφώς, δεν ενδεικνυόταν να δημιουργούν οι αποφάσεις δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο, κατά την έννοια του common law, στον βαθμό που τυχόν μεταστροφή της νομολογίας την οποία θα δημιουργούσε τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου θα ήταν δυνατή μόνο δια της τροποποιήσεως των ιδρυτικών συνθηκών. Λόγω των συνταγματικών προσκομμάτων τα οποία τούτο θα συνεπαγόταν, το Δικαστήριο έπρεπε να είναι σε θέση να παρεκκλίνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τη μέχρι τούδε νομολογία του και να δίδει άλλη κατεύθυνση στην εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου (45).
86. Οι αρχές αυτές ισχύουν και για το Πρωτοδικείο το οποίο ιδρύθηκε στη συνέχεια. Επομένως, δεν μπορεί να απαγορευτεί στο Πρωτοδικείο να αφίσταται της προγενέστερης νομολογίας του (46). Τούτο είναι αυτονόητο, δεδομένου ότι, άλλως, τυχόν απόλυτη δέσμευση από προγενέστερη απόφαση θα καθιστούσε περιττή την άσκηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. Στον βαθμό που υπάρχει απόκλιση από τη νομολογία του Πρωτοδικείου, όπως εν προκειμένω, τούτο δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνον ως πρόσκληση προς το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά τρόπο δεσμευτικό και οριστικό επί ενός αμφισβητούμενου νομικού ζητήματος.
87. Για τους ανωτέρω λόγους, το γεγονός και μόνον ότι το Πρωτοδικείο απέκλινε από προγενέστερη απόφασή του δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως. Ως εκ τούτου, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως: η αιτιώδης συνάφεια
88. Κατά πάγια νομολογία, στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, EK μόνο στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει άμεση και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσαπτόμενης στο οικείο όργανο παράνομης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας. Το βάρος αποδείξεως ότι υπάρχει μια τέτοιου είδους αιτιώδης συνάφεια φέρει ο αναιρεσείων (47).
89. Στον βαθμό που η αναιρεσείουσα επικαλείται κατάφωρη παράβαση, τούτο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Με την από 18 Σεπτεμβρίου 2003 τελεσίδικη πλέον απόφασή του, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να εξετάσει αν η αναιρεσείουσα πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, παρέβη την υποχρέωσή της να απαντήσει νομοτύπως στις αιτήσεις συγχρηματοδοτήσεως των σχεδίων για τα έτη 1996 και 1997 (48). Αντ’ αυτού, η Επιτροπή εξακολούθησε να στηρίζεται σε πληροφορίες τις οποίες είχε λάβει από τρίτους σχετικά με τη δραστηριότητα της αναιρεσείουσας χωρίς να της δώσει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της σύμφωνα με τους τύπους. Αυτή η προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως της αναιρεσείουσας καταγγέλθηκε ενώπιον του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ως περίπτωση μη χρηστής διοικήσεως (49). Επομένως, είναι προφανές ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή και ενώπιον Πρωτοδικείου ήταν συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής.
90. Ως αιτιώδεις μπορούν να θεωρηθούν μόνον οι πράξεις οι οποίες, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μπορούν να προκαλέσουν μια ζημία όπως αυτή που επήλθε. Τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση που η επέλευση της ζημίας, ως συνέπεια της πράξεως, ήταν τελείως απίθανη διότι ουδόλως μπορούσε να προβλεφθεί βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Η πλημμελής συμπεριφορά του οικείου οργάνου πρέπει να αποτελεί την άμεση και, ιδίως, την αποφασιστική αιτία της ζημίας αυτής (50), πράγμα που έχει ως συνέπεια τυχόν απώτερες συνέπειες να μην μπορούν να καταλογιστούν στην Κοινότητα (51).
91. Βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξεως του κοινοτικού οργάνου και της ζημίας στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο ζημιωθείς συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας (52). Πράγματι, ο ζημιωθείς έχει την υποχρέωση να λάβει όλα τα μέτρα που ανάγονται στη σφαίρα επιρροής του προκειμένου να αποτρέψει τη ζημία ή να μειώσει την έκτασή της. Αποκαθίσταται μόνον η ζημία την οποία θα μπορούσε να υποστεί ένας λογικώς σκεπτόμενος άνθρωπος (53). Αν ο ζημιωθείς δεν επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, τότε η Κοινότητα ουδόλως ευθύνεται ή ευθύνεται μόνον εν μέρει για την προκληθείσα ζημία (54).
92. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αναιρεσείουσα υπέβαλε καταγγελία ενώπιον του Διαμεσολαβητή και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο μολονότι, όπως προελέχθη, τούτο δεν ήταν υποχρεωτικό από νομικής απόψεως ούτε αναγκαίο. Επομένως, το διάβημα αυτό στηρίχθηκε σε μια απόφαση που έλαβε ελεύθερα και της οποίας οι συνέπειες δεν μπορούν αναδρομικά να καταλογιστούν στην Κοινότητα. Με την απόφασή του Herpels, στην οποία στηρίχθηκε και το Πρωτοδικείο με τη διάταξή του, το Δικαστήριο, ορμώμενο προφανώς από την ίδια βασική εκτίμηση, έκρινε ότι δεν μπορεί μεν να απαγορευθεί στον ενδιαφερόμενο να παραστεί με δικηγόρο κατά την προδικασία, πλην όμως τούτο αποτελεί δική του απόφαση της οποίας οι συνέπειες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καταλογιστούν στο εμπλεκόμενο όργανο. Στο πλαίσιο της υποθέσεως Herpels, το Δικαστήριο συνήγε ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται, από νομικής απόψεως, οποιοσδήποτε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υποτιθέμενης ζημίας και της συμπεριφοράς της Επιτροπής (55).
93. Η κοινοτική έννομη τάξη καθώς και οι έννομες τάξεις των κρατών μελών στηρίζονται πράγματι στην ιδέα της ελευθερίας και της ατομικής ευθύνης. Κοινό στοιχείο αμφοτέρων είναι ότι αφήνουν στο άτομο να αποφασίσει με ποιον τρόπο θα προστατεύσει αποτελεσματικότερα τα έννομα συμφέροντά του. Απόρροια της ελευθερίας αυτής στο πλαίσιο της προασπίσεως των ιδίων δικαιωμάτων είναι η αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς ως δικονομικό συμπλήρωμα της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως που ισχύει στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου. Η αρχή αυτή η οποία αναγνωρίζεται και στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ορίζει ότι εναπόκειται στους διαδίκους και μόνον η κάταρξη δίκης, η διακοπή της καθώς και η μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς (56). Κατά μείζονα λόγο, η ελευθερία αυτή πρέπει να αναγνωρίζεται κατά το στάδιο που προηγείται της ένδικης διαδικασίας.
94. Η κοινοτική έννομη τάξη θέτει τον πολίτη ενώπιον της επιλογής είτε να προσφύγει ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων είτε να υποβάλει καταγγελία ενώπιον του Διαμεσολαβητή. Κατ’ αρχήν, μπορεί να απαιτηθεί από τον πολίτη να ενημερωθεί προηγουμένως σχετικά με τις ιδιαιτερότητες εκάστης διαδικασίας, όπως είναι π.χ. το αν απαιτείται εκπροσώπηση από δικηγόρο, και να ενεργήσει αναλόγως. Ως εκ τούτου, ο πολίτης πρέπει να φέρει την ευθύνη για τις συνέπειες που έχει η παράβαση αυτού του καθήκοντος επιμέλειας. Κριτήριο για την επιλογή της πρόσφορης διαδικασίας είναι πάντοτε ο επιδιωκόμενος σκοπός. Αν ο πολίτης επιδιώκει να υποχρεωθεί ένα κοινοτικό όργανο κατά τρόπο νομικά δεσμευτικό, πρέπει να ζητήσει έννομη προστασία από τα κοινοτικά δικαστήρια (57). Αντιθέτως, η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή έχει προ πάντων ως σκοπό να δώσει στον πολίτη τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί σε περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να προσφύγει στη δικαιοσύνη ή η προσφυγή αυτή δεν έχει νόημα. Κατά συνέπεια, η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή αποτελεί συμπλήρωμα της καθαυτό έννομης προστασίας (58).
95. Επομένως, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως της Επιτροπής και των εξόδων δικηγόρου στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή. Αντιθέτως, βάσει των ισχυουσών ρυθμίσεων τα έξοδα αυτά πρέπει να φέρει η ίδια. Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας. Ως εκ τούτου, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
96. Το συμπέρασμα αυτό, στο οποίο καταλήγω ολοκληρώνοντας την ανάλυσή μου περί του δικαίου της ευθύνης συνάδει με τις δικονομικές ρυθμίσεις και τις ρυθμίσεις περί αποδόσεως των εξόδων του κοινοτικού δικαίου και, κατά την άποψή μου, είναι η μόνη αποδεκτή λύση στην υπό κρίση υπόθεση αν ληφθεί υπόψη η αρχή της ενότητας της κοινοτικής έννομης τάξεως. Και από θεσμικής απόψεως, η αναγνώριση αξιώσεως αποζημιώσεως θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση βασικών ρυθμίσεων, δεδομένου ότι τούτο θα μπορούσε να ενθαρρύνει τον πολίτη να κινήσει τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή προτού προσφύγει στα κοινοτικά δικαστήρια, προκειμένου να επωφεληθεί από έναν επιπλέον βαθμό δικαιοδοσίας. Ο κίνδυνος να υποβληθεί σε έξοδα δεν θα υπήρχε γι’ αυτόν, δεδομένου ότι θα μπορούσε να αναζητήσει τα έξοδα δικηγόρου, τα οποία κατά κανόνα δεν αποδίδονται, δια της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης. Επομένως, αυτή η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή θα εξελισσόταν σε ένα είδος προδικασίας πριν από την προσφυγή στα κοινοτικά δικαστήρια, πράγμα το οποίο δεν απηχεί τη βούληση του νομοθέτη της Ενώσεως.
Συμπέρασμα της αναλύσεως μου
97. Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ορθώς το Πρωτοδικείο απέρριψε ως προδήλως αβάσιμη την αγωγή αποζημιώσεως της Internationaler Hilfsfonds eV κατά της Κοινότητας. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
98. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται επί της διαδικασίας αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
99. Προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την Internationaler Hilfsfonds eV στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2005, T‑294/04, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. ΙΙ-2719).
3 – ΕΕ L 113, σ. 15.
4 – Το 2000 εκδόθηκε το νέο κείμενο των Γενικών Προϋποθέσεων. Οι Γενικές Προϋποθέσεις δεν δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα, πλην όμως είναι διαθέσιμες στην Επιτροπή.
5 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑321/01, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-3225).
6 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1978, 54/77, Herpels κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 233, σκέψεις 45 έως 50).
7 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
8 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Μαρτίου 2005, T‑160/03, AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. ΙΙ-981).
9 – Βλ. διατάξεις του Δικαστηρίου της 6ης Ιανουαρίου 2004, C-104/89 DEP, J. M. Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. Ι-1, σκέψη 45), της 15ης Μαρτίου 1994, C-107/91 DEP, Empresa Nacional de Urânio SA κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 21) και της 30ής Νοεμβρίου 1994, C-294/90 DEP, British Aerospace κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-5423, σκέψη 12).
10 – Μη δυνάμενα να αποδοθούν είναι επίσης τα έξοδα για τις επαφές με τις υπηρεσίες της Επιτροπής κατόπιν της εκδόσεως της προσβαλλόμενης στο πλαίσιο της κύριας δίκης αποφάσεως και προ της ασκήσεως της προσφυγής (βλ., συναφώς, τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 7ης Δεκεμβρίου 2004, T‑251/00 DEP, Lagardère SCA και Canal+ SA κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑4217, σκέψη 22). Το ίδιο ισχύει για τις συσκέψεις με τις εκάστοτε διοικητικές αρχές ανεξαρτήτως του αν αντικείμενο της επίμαχης συσκέψεως ήταν η αποφυγή της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα διάταξη Lagardère SCA και Canal+ SA κατά Επιτροπής, σκέψη 22). Το Πρωτοδικείο έχει επίσης κρίνει ότι δεν υφίσταται αξίωση αποδόσεως των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ή στο πλαίσιο της προηγηθείσας της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας (βλ., συναφώς, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T‑25/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψεις 5133 και 5134).
11 – Διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1998, T‑177/94, T‑377/94 και T‑99/95, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. Ι-Α-299 και ΙΙ‑883, σκέψη 21).
12 – Διάταξη του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 1998, T‑25/96, Arbeitsgemeinschaft Deutscher Luftfahrt-Unternehmen και Hapag-Lloyd Fluggesellschaft κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 34).
13 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 3ης Ιουλίου 2003 επί της υποθέσεως C-234/02 P, Lamberts (Συλλογή 2004, σ. I‑2803, σημείο 55).
14 – Όπ.π., σημείο 56.
15 – Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (ΕΕ L 113, της 4.5.1994, σ. 15) που τροποποιήθηκε με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, προκειμένου να καταργηθούν τα άρθρα 12 και 16 (ΕΕ L 92, της 9.4.2002, σ. 13).
16 – Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την αποδοχή των εκτελεστικών διατάξεων, η οποία εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου 2002 και τροποποιήθηκε με απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή της 5ης Απριλίου 2004 (διατίθεται στην ιστοσελίδα ).
17 – Βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed επί της υποθέσεως Lamberts (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13, σημείο 63).
18 – Βλ. Borowski, M., Die Nichtigkeitsklage gem. Art. 230 Abs. 4 EGV, Europarecht, τεύχος 6, 2004, σ. 893. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange της 20ής Νοεμβρίου 1962 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 837).
19 – Βλ. Cadeddu, S., The proceedings of the European Ombudsman, Law and contemporary problems, τόμος 68 (2004), τεύχος 1, σ. 165, 166· Karkowska, U., Concept, Function and Effectiveness of the European Ombudsman (πρώτο μέρος), Human Rights within the European Union, Βερολίνο, 2004, σ. 192· οι Rzeznik, J., Concept, Function and Effectiveness of the European Ombudsman (δεύτερο μέρος), Human Rights within the European Union, Βερολίνο, 2004, σ. 199, και Chiti, M. P., Il mediatore europeo e la buona ammistrazione communitaria, Rivista italiana di diritto pubblico comunitario, 10ο έτος κυκλοφορίας (2000), αριθ. 2, σ. 323, συγκρίνουν τη διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή με την actio popularis.
20 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 2004, C‑234/02 P, Lamberts (Συλλογή 2004, σ. I‑2803, σκέψη 50).
21 – Βλ. Rzeznik, J., Concept, Function and Effectiveness of the European Ombudsman (δεύτερο μέρος), Human Rights within the European Union, Βερολίνο, 2004, σ. 215.
22 – Βλ. Cadeddu, S., όπ.π. (υποσημείωση 19), σ. 169. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη συγκαταλέγεται μεταξύ των οικουμενικώς αναγνωρισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το αυτό ισχύει για την αναγνωρισμένη από το διεθνές δίκαιο απαγόρευση της αρνησιδικίας (denial of trial ή déni de justice). Κατά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 21ης Φεβρουαρίου 1975 επί της υποθέσεως Golder κατά Ηνωμένου Βασιλείου, προσφυγή αριθ. 4451/70, σειρά A, αριθ. 35, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των αρχών αυτών. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα τις κατέστησε θεμελιώδη γενική αρχή της έννομης τάξεώς της υπό τη μορφή του δικαιώματος παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας. Βλ., προσφάτως, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl της 14ης Ιανουαρίου 2003 επί της υποθέσεως C‑467/01, Ministero delle Finanze κατά Eribrand SpA (Συλλογή 2003, σ. I‑6471, σημείο 52) καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 8ης Απριλίου 2003 επί της υποθέσεως C‑224/01, Köbler κατά Αυστρίας (Συλλογή 2003, σ. I‑10239, σημείο 67).
23 – Βλ. Garzón Clariana, G., Holding the administration accountable in respect of its discretionary powers: the roles and approaches of the Court, the Parliament and the European Ombudsman, The European Ombudsman – Origins, establishment, evolution, Commemorative volume published on the occasion of the 10th anniversary of the institution, Κεφάλαιο 12, σ. 209.
24 – Βλ. Söderman, J., The Citizen, the Administration and Community Law – General report prepared by The European Ombudsman for the 1998 FIDE congress in Stockholm, Σουηδία, 3 Ιουνίου 1998: «Access to the Ombudsman is normally easy to obtain, direct and free of costs» (σ. 28), «It should be obvious that the judiciary is the basic upholder of Community law at the national as well as at the Community level. Court proceedings are normally the first choice when a company or business wants to obtain its rights under Community law. The situation for a citizen who has a problem with the national administration in a Community law issue is different. Court proceedings can be time consuming and costly and are not a practical possibility in many cases» (σ. 35)· Garzón Clariana, G., όπ.π. (υποσημείωση 23), σ. 209. Η αναιρεσείουσα προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το χαμηλό ύψος των εξόδων που απαιτεί η διαδικασία ενώπιον του Διαμεσολαβητή υπήρξε ένας από τους καθοριστικότερους παράγοντες που την οδήγησαν να στραφεί στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και όχι στα κοινοτικά δικαστήρια.
25 – Βλ. τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl της 11ης Μαΐου 2006 επί της υποθέσεως C‑193/05, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2006, σ. Ι-8673, σημείο 64). Κατά το άρθρο 3 του γερμανικού ομοσπονδιακού κώδικα περί δικηγόρων (BGBl I 1959, σ. 565, όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με το άρθρο 42 του νόμου I 866 της 19.4.2006), ο δικηγόρος είναι «ο διορισμένος ανεξάρτητος σύμβουλος και εκπρόσωπος σε όλες τις νομικές υποθέσεις». Κατά τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ο οποίος εγκρίθηκε αρχικά από την ολομέλεια του συμβουλίου των δικηγόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στις 28 Οκτωβρίου 1988 και τροποποιήθηκε από τις ολομέλειες της 28ης Νοεμβρίου 1998 και της 6ης Δεκεμβρίου 2002) ο δικηγόρος «είναι απαραίτητος σε ένα κράτος δικαίου τόσο για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης όσο και για τα υποκείμενα δικαίου των οποίων τα δικαιώματα και τις ελευθερίες υποχρεούται να προασπίζει».
26 – Όπ.π. (υποσημείωση 13), σημεία 57 έως 61.
27 – Ο Chiti, M. P., όπ.π. (υποσημείωση 19), σ. 314, συνάγει από τον ορισμό αυτόν ότι η εξουσία ελέγχου του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή εκτείνεται όχι μόνον στις «παράνομες ενέργειες της διοικήσεως», αλλά και σε κάθε πράξη των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών η οποία είναι μεν νομότυπη, εντούτοις μπορεί να χαρακτηριστεί, λόγω της φύσεώς της, ως «απρόσφορη διοικητική ενέργεια».
28 – Βλ. Eeckhout, J.‑C. και Godts, P., The European Commission’s Internal Procedure for Dealing with the European Ombudsman’s Inquiries, The European Ombudsman – Origins, establishment, evolution, Commemorative volume published on the occasion of the 10th anniversary of the institution, Κεφάλαιο 10, σ. 176.
29 – Βλ. Bogdandy, A., Die außervertragliche Haftung der Europäischen Gemeinschaften, Juristische Schulung, 1990, τεύχος 1, σ. 872· του ιδίου, σε: Grabitz/Hilf, Das Recht der Europäischen Union, άρθρο 288 ΕΚ, σημείο 14 (συμπλήρωμα Ιανουαρίου 2001)· Borchardt K.-D., Handbuch des EU-Wirtschaftsrechts / Manfred Dauses (εκδότης), P I., σημείο 221· Ruffert, M., Kommentar zum EUV/EGV, πρώτη έκδοση (1999), άρθρο 288, σημείο 1. Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1996, C‑46/93 και C‑48/93, Brasserie du Pêcheur SA και Factortame κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑1029, σκέψεις 29 και 30).
30 – Σε ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η ευθύνη του κράτους λόγω παραβάσεως του υπηρεσιακού καθήκοντος των οργάνων και των υπαλλήλων του κατοχυρώνεται συνταγματικά, όπως, π.χ., στο άρθρο 26 του σλοβενικού Συντάγματος, στο άρθρο 34 του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου, στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του ισπανικού Συντάγματος και στο άρθρο 7 του βουλγαρικού Συντάγματος. Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του αυστριακού ομοσπονδιακού Συντάγματος ευθύνονται η ομοσπονδία, τα ομόσπονδα κράτη, οι κοινότητες και οι λοιποί οργανισμοί και ενώσεις δημοσίου δικαίου για τη ζημία την οποία τα όργανά τους προκάλεσαν παρανόμως και υπαιτίως σε οποιονδήποτε. Προς εκτέλεση αυτής της συνταγματικής διατάξεως έχουν θεσπιστεί ρυθμίσεις με κοινούς νόμους όπως είναι ο Amtshaftungsgesetz (νόμος περί εξωσυμβατικής ευθύνης, άρθρο 1, παράγραφος 1) και ο Organhaftpflichtgesetz ( νόμος περί της ευθύνης των οργάνων του δημοσίου, άρθρο 1, παράγραφος 1) [βλ., σε σχέση με το δίκαιο της εξωσυμβατικής ευθύνης του δημοσίου σε ορισμένα κράτη μέλη, Ossenbühl, F., Staatshaftungsrecht, πέμπτη έκδοση, Μόναχο 1998, σ. 10· García de Enterría, E., La responsabilidad patrimonial del Estado legislador en el Derecho español, Cizur Menor 2005, σ. 71· Schrameyer, K., Die Amtshaftung des bulgarischen Staates, Osteuropa-Recht, 51ο έτος κυκλοφορίας (2005), τεύχος 2, σ. 167; Schwarzenegger, P., Staatshaftung – Gemeinschaftsrechtliche Vorgaben und ihre Auswirkungen auf nationales Recht, Βιέννη 2001, σ. 245 επ.]. Σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη, τα οποία ανήκουν στη νομική παράδοση του common law, εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες περί αδικοπρακτικής ευθύνης όπως π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο (Fairgrieve, D., State liability in tort – A comparative law study, Οξφόρδη 2003, σ. 16· Gromitsaris A., Die methodologische Herausforderung des Europarechts: Zum Verhältnis von Rechtsdogmatik, Rechtsgeschichte, Rechtsvergleichung und Rechtstheorie am Beispiel des Staatshaftungsrechts, Theorie des Rechts und der Gesellschaft: Festschrift für Werner Krawietz zum 70. Geburtstag, 2003, σ. 20). Σε ορισμένες άλλες έννομες τάξεις, όπως είναι η γαλλική, η ευθύνη του κράτους διέπεται από αρχές τις οποίες έχει διαπλάσει η νομολογία ή από ειδικούς νόμους (Braibant, G., Stirn, B., Le droit administratif français, έκτη έκδοση, Παρίσι 2002, σ. 315 έως 363).
31 – Οι Lenaerts, K., Arts, D., Maselis, Ι., Procedural Law of the European Union, δεύτερη έκδοση, Λονδίνο 2006, σημεία 11‑001, τονίζουν ότι το Δικαστήριο θεωρεί αυτές τις γενικές αρχές δικαίου απλώς ως πηγή εμπνεύσεως προκειμένου να αναπτύξει ένα αυτοτελές δίκαιο περί της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας· βλ., επίσης, Schockweiler, F., Wivenes, G., Godart, J. M., Le régime de la responsabilité extra-contractuelle du fait d’actes juridiques dans la Communauté européenne, Revue trimestrielle de droit européenne, Ιανουάριος–Μάρτιος 1990, σ. 74· Gellermann, M., EUV/EGV/Rudolf Streinz (Εκδότης), Μόναχο 2003, σ. 2397, σημεία 1, 8· βλ. Baratta, R., Trattati dell’Unione Europea e della Comunità Europea, Antonio Tizzano (εκδότης), Μιλάνο 2004, σ. 1291.
32 – Βλ. Lenaerts, K., Arts, D., Maselis, I., όπ.π., σημεία 11‑024· Schütz, H.J., Bruha, T., König, D., Casebook Europarecht, Μόναχο 2004, σ. 377. Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 7ης Σεπτεμβρίου 2006 επί της υποθέσεως C‑243/05 P, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. Ι-10833, σημείο 1).
33 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 1992, C‑55/90, Cato κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑2533, σκέψη 18), της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur und Factortame (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29), της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψεις 41 και 42), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C‑312/00 P, Επιτροπή κατά Camar και Tico (Συλλογή 2000, σ. I‑11355, σκέψη 53), της 10ης Ιουλίου 2003, C‑472/00 P, Επιτροπή κατά Fresh Marine Company (Συλλογή 2003, σ. I‑7541, σκέψη 25), της 23ης Μαρτίου 2004, Lamberts, προπαρατεθείσα (σκέψη 49), και της 9ης Νοεμβρίου 2006, C‑243/05 P, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 26. Οι Lenaerts, K., Arts, D., Maselis, I., όπ.π. (υποσημείωση 31), σημεία 11-024, και Schwarzenegger, P., Staatshaftung – Gemeinschaftsrechtliche Vorgaben und ihre Auswirkungen auf nationales Recht, Βιέννη 2001, σ. 90 επ., κάνουν ανασκόπηση της εξελίξεως της νομολογίας η οποία οδήγησε στη διεύρυνση των βασικών προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης.
34 – Αντιθέτως, πρέπει η παραβιασθείσα διάταξη του πρωτογενούς ή του παράγωγου κοινοτικού δικαίου να μην σκοπεί, στο πλαίσιο της ευθύνης από παράνομες πράξεις της διοικήσεως, αποκλειστικά στην προστασία του συνόλου, αλλά –τουλάχιστον και– των συμφερόντων του ενάγοντος. Βλ. απόφαση Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 42. Οι Koenig, C., Pechstein, M., Sander, C., EU-/EG-Prozessrecht, δεύτερη έκδοση, Tυβίγγη 2002, σημείο 727, τονίζουν ότι η απαίτηση αυτή χρησιμεύει για την οριοθέτηση της ευθύνης· οι Lenaerts, K., Arts, D., Maselis, I., όπ.π. (υποσημείωση 31), σημεία 11‑037, αναγνωρίζουν ότι το κριτήριο αυτό προέρχεται από τη θεωρία του προστατευτικού κανόνα (Schutznormtheorie) που έχει αναπτυχθεί στη γερμανική έννομη τάξη και η οποία χρησιμοποιείται σήμερα στις έννομες τάξεις πολλών άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όπως είναι η Δανία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και οι Κάτω Χώρες (σημεία 11-037). Ως προς το κριτήριο της κατάφωρης παραβάσεως (sufficiently serious breach), οι ανωτέρω συγγραφείς φρονούν ότι υπάρχει τέτοιου είδους παράβαση στην περίπτωση κατά την οποία το οικείο κοινοτικό όργανο παρέβη κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας (σημεία 11-039).
35 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1999, C‑104/97 P, Atlanta AG κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I‑6983, σκέψη 65).
36 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti 12ης Σεπτεμβρίου 1979 επί της υποθέσεως 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 475 και 476).
37 – Κατά το άρθρο 91 του γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [Zivilprozessordnung–ZPO, όπως τροποποιήθηκε με ανακοίνωση της 5.12.2005 (BGBl. I σ. 3202), εσχάτως τροποποιηθέν με τον νόμο της 22.12.2006 (BGBl. I σ. 3416)], ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα και, ιδίως, υποχρεούται να καταβάλει στον αντίδικο τα έξοδα στα οποία αυτός υποβλήθηκε, στον βαθμό που τα έξοδα αυτά ήσαν αναγκαία για την αποτελεσματική ικανοποίηση δικαιώματός του ή για την προβολή αποτελεσματικής άμυνας. Η εκ του νόμου προβλεπόμενη αμοιβή και τα έξοδα δικηγόρου του νικήσαντος διαδίκου πρέπει να αποδίδονται σε όλες τις δίκες, οι δε δαπάνες μετακινήσεως ενός δικηγόρου ο οποίος δεν νομιμοποιείται να παρασταθεί στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται η υπόθεση την οποία έχει αναλάβει και ο οποίος δεν διαμένει στην περιφέρεια του δικαστηρίου αυτού αποδίδονται μόνο στον βαθμό που ήσαν αναγκαίες για την αποτελεσματική ικανοποίηση του προβαλλόμενου δικαιώματος ή για την προβολή αποτελεσματικής άμυνας. Όπως και στο πλαίσιο του κοινοτικού δικονομικού δικαίου, τα έξοδα δικηγόρου αποδίδονται εφόσον ήσαν «αναγκαία». Μέτρα τα οποία ελήφθησαν πριν από την έναρξη της δίκης εξαιρούνται κατ’ αρχήν από την υποχρέωση αποδόσεώς τους, όπως τούτο καθιστά σαφές η έννοια της «δίκης» η οποία περιλαμβάνει το σύνολο της διαδικασίας μεταξύ της επιδόσεως του δικογράφου ενός ένδικου βοηθήματος ή μιας αιτήσεως και της επιδόσεως της αποφάσεως ή οποιασδήποτε άλλης πράξεως η οποία περατώνει τη διαγνωστική διαδικασία. Κατά πάγια νομολογία του Bundesgerichtshof, πέραν αυτής της προβλεπόμενης από το δικονομικό δίκαιο αξιώσεως αποδόσεως των εξόδων υφίσταται και μια αυτοτελής αξίωση του ουσιαστικού δικαίου η οποία καλύπτει την πρώτη αξίωση ή βαίνει πέραν αυτής υπό την έννοια ότι κατ' εξαίρεση εκτείνεται σε έξοδα πριν από την έναρξη της δίκης στα οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα δικηγόρου. Τα τελευταία αυτά έξοδα μπορούν να αναζητηθούν, εφόσον ήταν αναγκαία η προσφυγή σε δικηγόρο λόγω της φύσεως της υποθέσεως. Όπισθεν της νομολογίας αυτής ίσταται η γενική νομική πεποίθηση ότι ο ζημιώσας δεν υποχρεούται να αποκαταστήσει άνευ ετέρου όλα τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο ζημιωθείς, λόγω της επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, για την ικανοποίηση του δικαιώματός του, αλλά μόνον τα έξοδα τα οποία, υπό το πρίσμα του ζημιωθέντος, ήσαν αναγκαία και ενδεδειγμένα για την προάσπιση των δικαιωμάτων του και, ειδικότερα, για την άρση της ζημίας (Sammlung zivilrechtlicher Entscheidungen des Bundesgerichtshofs, τόμος 127, σ. 350). Ως κριτήριο για τον ζημιωθέντα λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος του σκέπτεσθαι ενός λογικού, με οικονομικούς όρους σκεπτόμενου ανθρώπου [Sammlung zivilrechtlicher Entscheidungen des Bundesgerichtshofs (BGHZ), τόμος 111, σ. 178]. Αυτός ο τρόπος θεωρήσεως των πραγμάτων από το Bundesgerichtshof στηρίζεται στις αντιλήψεις των συναλλαγών σύμφωνα με τις οποίες οι προσπάθειες στις οποίες επιδίδεται ένας διάδικος για την προάσπιση των δικαιωμάτων του κατά το στάδιο των εξώδικων ενεργειών εμπίπτουν κατ’ αρχήν στον κύκλο των δικών του υποχρεώσεων (BGHZ, τόμος 66, σ. 114). Βάσει της συλλογιστικής αυτής, η προσφυγή στις υπηρεσίες δικηγόρου στην περίπτωση απλών υποθέσεων μπορεί να μη θεωρηθεί αναγκαία και, ως εκ τούτου, να κριθεί ότι τα συναφή έξοδα δεν είναι αποδοτέα. Εντούτοις, η απειρία ενός διαδίκου στις συναλλαγές ή τυχόν ασθένεια μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση.
38 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
39 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Μαρτίου 2005, T‑160/03, AFCon Management Consultants κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑981). Το Πρωτοδικείο επιδίκασε στους ενάγοντες αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν στο πλαίσιο διαδικασίας για τη σύναψη συμβάσεως δημοσίου έργου λόγω εκδόσεως παράνομης αποφάσεως από την Επιτροπή. Οι ενάγοντες ζήτησαν αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην εν λόγω διαδικασία. Συναφώς, επρόκειτο για τα έξοδα υποβολής της προσφοράς της καθώς και για τα έξοδα ασκήσεως διοικητικής προσφυγής ενώπιον της Επιτροπής και υποβολής καταγγελίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή στα οποία αλυσιτελώς υποβλήθηκε η AFC. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έξοδα δικηγόρου στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή αποτελούν μέρος των εξόδων για την αμφισβήτηση της νομιμότητας της διαδικασίας συμβάσεως δημοσίου έργου.
40 – Βλ. Rengeling, H.-W., Middeke, A., Gellermann, M., Handbuch des Rechtsschutzes in der Europäischen Union, Μόναχο 2003, σημείο 4, σ. 38.
41 – Βλ. Arnull, A., Interpretation and Precedent in European Community Law, European Community Law in the English Courts (εκδότες Andenas, M., Jacobs, F.), Οξφόρδη 1998, σ. 130.
42 – Βλ. Arnull, A., όπ.π., σ. 126· ο ίδιος, Owning up to fallibility: precedent and the Court of Justice, Common Market Law Review, τόμος 30, 1993, σ. 248.
43 – Βλ. Stone Sweet, A., McCown, M., Discretion and Precedent in European Law, Judicial Discretion in European Perspective (εκδότης Ola Wiklund), Στοκχόλμη 2003, σ. 109.
44 – Απόφαση 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για την ίδρυση Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319 της 25ης Νοεμβρίου 1988, σ. 1, και L 241 της 17ης Αυγούστου 1989, σ. 4). Με τη Συνθήκη της Νίκαιας, η θέση του Πρωτοδικείου κατοχυρώθηκε σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου με την τροποποίηση των άρθρων 220, 224, 225 και 225Α ΕΚ.
45 – Η Colneric, N., Auslegung des Gemeinschaftsrechts und gemeinschaftsrechtskonforme Auslegung, Zeitschrift für europäisches Privatrecht, 13ο έτος κυκλοφορίας (2005), τεύχος 2, σ. 229, παραπέμπει στην πρακτική του Δικαστηρίου να παραθέτει την προγενέστερη νομολογία του προς όφελος της ασφάλειας δικαίου και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου. Εντούτοις, κατά την άποψή της, είναι αναπόφευκτο να προβαίνει ενίοτε το Δικαστήριο σε ορισμένες διορθώσεις της νομολογίας του. Ωστόσο, τούτο συμβαίνει μόνον όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι. Σήμερα, το Δικαστήριο φροντίζει να ανακοινώνει ρητώς τις μεταστροφές της νομολογίας του. Βλ. Arnull, A., όπ.π. (υποσημείωση 41), σ. 126· ο ίδιος, Owning up to fallibility: precedent and the Court of Justice, όπ.π. (υποσημείωση 43), σ. 248. Ο Barceló, J., Precedent in European Community Law, Interpreting precedents – A comparative study (Hrsg. Mac Cormick, N., Summers, R.), Vermont 1997, σ. 420, τονίζει ότι σε μεγάλο μέρος της θεωρίας υπάρχει ομοφωνία ως προς το ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις αποφάσεις του. Το Δικαστήριο παραθέτει μεν συχνά τις προηγούμενες αποφάσεις του, ωστόσο όχι υπό την έννοια ότι εκπληρώνει κάποια νομική υποχρέωση.
46 – Κατά τον Arnull, A., Owning up to fallibility: precedent and the Court of Justice, όπ.π. (υποσημείωση 45), σ. 262, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Πρωτοδικείο δεν δεσμεύεται από τις προηγούμενες αποφάσεις του. Το αυτό ισχύει και για τις αποφάσεις αυτές οι οποίες επικυρώνονται από το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει γραπτός κανόνας ο οποίος να επιβάλλει μια τέτοιου είδους δέσμευση και θα προξενούσε έκπληξη αν ένα δικαστήριο, του οποίου τα μέλη προέρχονται ως επί το πλείστον από τη νομική παράδοση του civil law, θεωρούσε ότι έχει την υποχρέωση να ακολουθήσει μια απόφαση η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα.
47 – Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 197 έως 200, 243, 245 και 247/80 Ludwigshafener Walzmühle κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 3211, σκέψεις 51 έως 56), της 15ης Μαρτίου 1984, 310/81, Ente Italiano di Servizio Sociale κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1341, σκέψεις 16 και 17)· διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 2003, T‑346/03, Krikorian κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑6037, σκέψη 23).
48 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑321/01, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑3225, σκέψη 61).
49 – Όπ.π., σκέψη 13.
50 – Διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2000, T‑614/97, Aduanas Pujol Rubio κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑2387, σκέψη 19), της 16ης Ιουνίου 2000, T‑611/97, T‑619/97 και T‑627/97, Transfluvia κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑2405, σκέψη 17), και της 12ης Δεκεμβρίου 2000, T‑201/99, Royal Olympic Cruises κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑4005, σκέψη 26), η οποία επικυρώθηκε, κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑49/01 P, Royal Olympic Cruises κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή). Βλ. Ruffert, M., Kommentar zum EUV/EGV, πρώτη έκδοση (1999), άρθρο 288, σημείο 20.
51 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 1979, 64/76 και 113/76, 167/78 και 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier frères κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 515, σκέψεις 19 επ.), της 8ης Οκτωβρίου 1986, 169/83 και 136/84, Leussink-Brummelhuis κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2801, σκέψη 22), και της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑362/95 P, Blackspur DIY Ltd κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I‑4775, σκέψη 43).
52 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Απριλίου 2005, T‑28/03, Holcim κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑1357, σκέψη 123). Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, 26/81, S.A. Oleifici Mediterranei κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Συλλογή 1982, σ. 3057, σκέψη 24), και της 4ης Φεβρουαρίου 1975, 169/73, Compagnie Continentale (Συλλογή τόμος 1975, σ. 54, σκέψεις 22 επ). Πολλοί συγγραφείς τονίζουν ότι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξεως του κοινοτικού οργάνου και της προκληθείσας ζημίας μπορεί να διασπαστεί εν όλω ή εν μέρει από την (υπαίτια) συμπεριφορά του ζημιωθέντος. Κατά την άποψή τους, πρέπει να μην γίνεται δεκτή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία προκλήθηκε τουλάχιστον και από έλλειψη επιμέλειας και, σε σχέση με τις διαθέσιμες πληροφορίες, από έλλειψη διορατικότητας, από εσφαλμένους υπολογισμούς και εν γένει από απροσεξία και κακή διαχείριση εκ μέρους του επιχειρηματία. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται στην εκτίμηση ότι δεν μπορεί να μετακυλίεται στην Κοινότητα η επέλευση ενός οικονομικού κινδύνου ο οποίος αναλήφθηκε ενσυνείδητα (βλ. συναφώς Toth, A. G., The concepts of damage and causality as elements of non-contractual liability, The Action for Damages in Community Law, Χάγη 1997, σ. 193. Arnull, A., Dashwood, A., Dougan, M., Ross, M., Spaventa, E., Wyatt, D., Wyatt and Dashwood's European Union law, τέταρτη έκδοση, Λονδίνο 2000, σ. 496· Craig, P., De Búrca, G., EU law: text, cases, and materials, τρίτη έκδοση, σ. 569· Gellermann, M., EUV/EGV / Rudolf Streinz (εκδότης), Μόναχο 2003, σ. 2397, σημείο 27· Berg W., EU-Kommentar / Jürgen Schwarze (Εκδότης), Baden-Baden 2000, σ. 2299, σημείο 64· Gilsdorf, P., Niejahr, Kommentar zum Vertrag über die Europäische Union und zur Gründung der Europäischen Gemeinschaft, Baden-Baden 2004, άρθρο 288 ΕΚ, σημεία 76 και 81· Bieber, R., Epiney, A., /Haag, M., Die Europäische Union – Europarecht und Politik, έκτη έκδοση, Baden-Baden 2004, σημεία 119 και 120, Lenaerts, K., Arts D., Maselis, I., όπ.π. (υποσημείωση 31), σημεία 11-059· Baratta, R., Trattati dell´Unione Europea e della Comunità Europea, Antonio Tizzano (εκδότης), Μιλάνο 2004, σ. 1293· Borchardt, Handbuch des EU-Wirtschaftsrechts / Manfred Dauses (εκδότης), P. I. σημείο 255.
53 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, 36/62, Société des Aciéries du Temple κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1009, σκέψη 296).
54 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1961, 14/60, 16/60, 17/60, 20/60, 24/60, 26/60, 27/60 και 1/61, Meroni κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 615), της 12ης Δεκεμβρίου 1967, 4/67, Muller κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 621), της 4ης Φεβρουαρίου 1975, 169/73, Compagnie Continentale κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1975, σ. 54, σκέψεις 22 και 23), αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1993, T‑572/93, Οδηγήτρια κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II‑2025) και της 15ης Μαρτίου 1995, T‑514/93, Cobrecaf κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑621). Βλ. Toth, A. G., The concepts of damage and causality as elements of non-contractual liability, The Action for Damages in Community Law, Χάγη 1997, σ. 195.
55 – Απόφαση Herpels, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 45 έως 49.
56 – Βλ. Lennarz, T., Die Rechtsprechung des Europäischen Gerichtshofs und des Gerichts erster Instanz zu prozessualen Fragen des Verfügungsgrundsatzes und der Fristen, Frankfurt am Main 2004, σ. 21.
57 – Βλ. Ν. Διαμαντούρος, Reflections on the Future Role of the Ombudsman in a Changing Europe, The European Ombudsman – Origins, establishment, evolution, Commemorative volume published on the occasion of the 10th anniversary of the institution, κεφάλαιο 14: «The right to seek a judicial remedy is fundamental and wherever the rule of law exists, the courts are its most essential guarantors. Where ombudsmen also exist, citizens can choose the non-judicial ombudsman remedy as an alternative to going to court. It is important to underline that this does not involve duplication of roles, nor the possibility of inconsistent interpretation and application of the law, primarily because the decisions and recommendations of ombudsmen are not legally binding» (σ. 236).
58 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed επί της υποθέσεως Lamberts (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13, σημείο 65).
Full & Egal Universal Law Academy