ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
D. DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 6ης Ιουνίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-339/05
Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols
κατά
Land Tirol
[αίτηση του Landesgericht Innsbruck ως δικαστηρίου εργατικών και κοινωνικών υποθέσεων (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, συναφθείσα με την Ελβετία – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Άμεσο αποτέλεσμα της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων στους όρους εργασίας – Συνυπολογισμός στην Αυστρία των περιόδων εργασίας που συμπληρώθηκαν στην Ελβετία πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας»
I – Εισαγωγή
1. Το Landesgericht Innsbruck, ως δικαστήριο εργατικών και κοινωνικών υποθέσεων, υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ προκειμένου να ερμηνευθεί το άρθρο 9, παράγραφος 1, του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, και υπεγράφη στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1999 (2).
2. Με το προδικαστικό αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι περίοδοι απασχολήσεως, που συμπληρώθηκαν στην Ελβετία πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας, ελήφθησαν υπόψη για την αρχαιότητα στη νυν ασκουμένη απασχόληση στην Αυστρία.
3. Το ερώτημα αυτό ωθεί σε σκέψεις όσον αφορά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με την προπαρατεθείσα Συμφωνία, στην εξέταση του αμέσου αποτελέσματος μιας εκ των διατάξεών της και στον καθορισμό της χρονικής ισχύος της.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Οι συμφωνίες που συνήψε η Κοινότητα με την Ελβετία
4. Παρά τους στενούς ιστορικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς δεσμούς μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας, μόνο μετά τη σύναψη της Συμφωνίας περί ελεύθερης συναλλαγής του 1972 (3) ξεκίνησε μια άτολμη σχέση αντισυμβαλλομένων, που κάπως ενισχύθηκε με τις συμφωνίες επιστημονικής συνεργασίας (4) και διαμετακομίσεως μέσω των Άλπεων (5).
5. Λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές απαιτήσεις, στις 21 Ιουνίου 1999 επιτεύχθηκαν συμφωνίες σε επτά τομείς (6): επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία, αερομεταφορές, σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών, ανταλλαγές γεωργικών προϊόντων, αμοιβαία αναγνώριση των εκτιμήσεων της πιστής τηρήσεως, δημόσιες συμβάσεις και ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
6. Πρόκειται για τρεις κατηγορίες συμφωνιών: ολοκληρώσεως –αερομεταφορές–, συνεργασίας –επιστημονική και τεχνική συνεργασία– και ελευθέρωσης –οι λοιπές–, όπου η τελευταία έχει ως βάση την ισοδυναμία των νομοθεσιών των υπογραφόντων (7).
7. Οι συμφωνίες αυτές άρχισαν να ισχύουν από την 1η Ιουνίου 2002 (8).
Β – Η Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων
8. Κατ’ αντιδιαστολή προς τις λοιπές συμφωνίες, αυτή που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εμφανίζει την ιδιαιτερότητα ότι, ενόψει των περιορισμένων αρμοδιοτήτων της Κοινότητας στον τομέα αυτό, τα ίδια τα κράτη όφειλαν να τη συνάψουν (9), οπότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μεικτή συμφωνία» (10).
9. Κατά το γράμμα του άρθρου της 1, στοιχείο δ΄, η Συμφωνία έχει ως στόχο «να παράσχει τις ίδιες συνθήκες διαβίωσης, απασχόλησης και εργασίας» στους υπηκόους της Κοινότητας και της Ελβετίας.
10. Το άρθρο 2 αποδίδει πρωταρχική σημασία στην αρχή της ισότητας, εφόσον «οι υπήκοοι ενός συμβαλλομένου μέρους που διαμένουν νομίμως στην επικράτεια ενός άλλου συμβαλλομένου μέρους δεν αποτελούν αντικείμενο διάκρισης λόγω ιθαγενείας σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων I, II και III» (11).
11. Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 7 επισημαίνει ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη ρυθμίζουν, σύμφωνα με το παράρτημα Ι, ιδίως τα δικαιώματα που αναφέρονται κατωτέρω τα οποία συνδέονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων:
α) το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του κράτους όσον αφορά την πρόσβαση σε μία οικονομική δραστηριότητα και την άσκησή της, καθώς και τους όρους διαβίωσης, απασχόλησης και εργασίας·
[…]»
12. Το άρθρο 16 αναφέρεται ρητώς στο κοινοτικό δίκαιο, επισημαίνοντας ότι:
«1. Για να επιτευχθούν οι στόχοι που αναφέρονται στην παρούσα συμφωνία, τα μέρη λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε δικαιώματα και υποχρεώσεις που ισοδυναμούν με αυτές που περιλαμβάνονται στις νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στις οποίες γίνεται αναφορά να τυγχάνουν εφαρμογής στις σχέσεις τους.
2. Δεδομένου ότι η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εμπεριέχει έννοιες του κοινοτικού δικαίου, θα ληφθεί υπόψη η κατάλληλη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πριν από την ημερομηνία της υπογραφής της. Η νομολογία μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας θα κοινοποιείται στην Ελβετία. Προκειμένου να επιτευχθεί καλή εφαρμογή της συμφωνίας, η μεικτή επιτροπή (12) θα καθορίζει, μετά από αίτηση ενός μέρους τις επιπτώσεις της εν λόγω νομολογίας.»
13. Η διάταξη αυτή πρέπει να συμπληρωθεί με την «κοινή δήλωση σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας», ενσωματωθείσα στην τελική πράξη, σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να μεριμνούν ώστε οι Ελβετοί υπήκοοι να μπορούν να επικαλούνται το κοινοτικό κεκτημένο σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες όρους.
14. Επιπλέον, υπάρχουν τρία παραρτήματα (13), αφιερωμένα στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (παράρτημα Ι), στον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (παράρτημα ΙΙ) και στην αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (παράρτημα III).
15. Ακριβέστερα, το παράρτημα Ι περιλαμβάνει γενικές διατάξεις (άρθρα 1 έως 5) και ειδικές διατάξεις που αφορούν τους μισθωτούς εργαζομένους (άρθρα 6 έως 11), τους ελεύθερους επαγγελματίες (άρθρα 12 έως 17), την παροχή υπηρεσιών (άρθρα 17 έως 23), τα πρόσωπα που δεν ασκούν οικονομική δραστηριότητα (άρθρο 24) και τις αποκτήσεις ακινήτων (άρθρο 25)· περιλαμβάνει επίσης μεταβατικές διατάξεις ή διατάξεις σχετικά με την ανάπτυξη της συμφωνίας (άρθρα 26 έως 34).
16. Το άρθρο 9 του παραρτήματος Ι διατυπώνει κανόνες σχετικά με την «ισότητα μεταχείρισης» των μισθωτών:
«1. Ένας μισθωτός εργαζόμενος υπήκοος ενός συμβαλλομένου μέρους δεν μπορεί, στην επικράτεια του άλλου συμβαλλομένου μέρους, να τυγχάνει, λόγω της ιθαγένειάς του, διαφορετικής μεταχείρισης από τους μισθωτούς εργαζόμενους υπηκόους της χώρας όσον αφορά τους όρους απασχόλησης και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση και την επαγγελματική επανενσωμάτωση ή την επαναπασχόληση αν είναι άνεργος.
[…]
4. Κάθε ρήτρα συλλογικής ή ατομικής σύμβασης ή άλλες συλλογικές ρυθμίσεις που αφορούν την πρόσβαση στην απασχόληση, την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας και απόλυσης είναι αυτοδικαίως άκυρη στο μέτρο που προβλέπει ή επιτρέπει όρους που επιβάλλουν διακρίσεις έναντι των μη υπηκόων της χώρας μισθωτών εργαζομένων που είναι υπήκοοι των συμβαλλομένων μερών.
[…]»
Γ – Η αυστριακή νομοθεσία
17. Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το ομόσπονδο κράτος του Τιρόλου, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, μετέφεραν τη Συμφωνία με την Ελβετία στο εσωτερικό δίκαιο με τον νόμο περί των συμβασιούχων υπαλλήλων (Vertragsbedienstetengesetz, στο εξής: VBG) (14), τον νόμο περί των μισθών (Gehaltsgesetz, στο εξής: GHG) (15) και του νόμου του ομόσπονδου κράτος του Τιρόλου σχετικά με τους συμβασιούχους (Tiroler Landesvertragsbedienstetengesetz, στο εξής: L-VGB) (16).
18. Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 2, στοιχείο f, τρίτη περίπτωση, του VBG, για να καθοριστεί η ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή, οι συμπληρωθείσες περίοδοι απασχόλησης ή εκπαίδευσης «[…] μετά την 1η Ιουνίου 2002 σε ελβετικό θεσμικό όργανο συγκρίσιμο» προς τα αυστριακά θεσμικά όργανα πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη.
19. Η ίδια διάταξη περιλαμβάνεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο f, τρίτη περίπτωση, του GHG και στο άρθρο 41, παράγραφος 8, τρίτη περίπτωση, του L-VGB.
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
20. Πολλοί υπάλληλοι του Land Tirol εργάστηκαν στον υγειονομικό τομέα στην Ελβετία· όμως, οι προγενέστερες της 1ης Ιουνίου 2002 περίοδοι δεν ελήφθησαν υπόψη προκειμένου να καθοριστούν οι ημερομηνίες τους αναφοράς για την προαγωγή στην παρούσα θέση τους, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται από άποψη μισθού. Η Waltraud Kostner εργάστηκε για περισσότερα από είκοσι δύο έτη ως νοσοκόμα χειρουργείου στο νοσοκομείο του καντονίου St. Gall· η Christine Bieri-Spori εργάστηκε για εννιάμισι έτη ως νοσοκόμα σε διάφορα δημόσια νοσοκομεία της χώρας αυτής· και η Andrea Lawatsch, υπό την αυτή ιδιότητα, εργάστηκε στο νοσοκομείο Oberengadin στο Samedan.
21. Στις 28 Φεβρουαρίου 2005, το κεντρικό συμβούλιο προσωπικού των νοσοκομείων του Land Tirol (Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols) υπέβαλε ενώπιον του Landesgericht Innsbruck αίτηση πλήρους αναγνωρίσεως των συμπληρωθεισών στην Ελβετία περιόδων απασχολήσεως, παραθέτοντας τις τρεις αναφερθείσες περιπτώσεις.
22. Το εν λόγω δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει τα κράτη μέλη ή οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη, για τον υπολογισμό των αποδοχών των επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων, τις περιόδους απασχολήσεως που συμπλήρωσαν σε ορισμένους οργανισμούς ή ιδρύματα στην Ελβετία, που είναι παρεμφερείς προς τους αναφερόμενους στο άρθρο 41, παράγραφος 2, του Landesvertragsbedienstetengesetz του Τιρόλου (νόμου του ομόσπονδου κράτους του Τιρόλου για τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους) (ή στο άρθρο 26, παράγραφος 2, του Vertragsbedienstetengesetz 1948 [νόμου για τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του 1948]) οργανισμούς ή ιδρύματα, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, ή πρέπει η Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου (ΕΕ 2002, L 114, σ. 6), και ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 1, του παραρτήματος I, της Συμφωνίας, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπεται ο συνυπολογισμός αυτός να περιορίζεται στις περιόδους απασχολήσεως που συμπλήρωσαν οι υπάλληλοι μετά τη θέση της Συμφωνίας αυτής σε ισχύ στην Ελβετία, την 1η Ιουνίου 2002;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
23. Εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προθεσμίας κατέθεσαν παρατηρήσεις το Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
24. Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας ουδείς ζήτησε τη διεξαγωγή ακροάσεως, οπότε, μετά τη διοικητική ολομέλεια της 25ης Απριλίου 2006, η υπόθεση ήταν ώριμη για την εκπόνηση των προτάσεων αυτών.
V – Εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
25. Στην υπό κρίση διαφορά δεν αμφισβητείται ότι οι περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν από κοινοτικό υπήκοο στην Ελβετία μετά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας που συνήφθη με τη χώρα αυτή ισχύουν για την αρχαιότητα στην ασκηθείσα εκ των υστέρων απασχόληση εντός κράτους της Ενώσεως.
26. Το Landesgericht Innsbruck αμφιβάλλει ενόψει του άρθρου 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας ότι η ίδια λύση εφαρμόζεται στις προγενέστερες περιόδους.
27. Στο πλαίσιο αυτό, αν και η διάταξη παραπομπής θίγει μόνο τη διαχρονική ισχύ της προαναφερθείσας διατάξεως, πρέπει να εξεταστεί προηγουμένως αν το Δικαστήριο μπορεί να την ερμηνεύσει και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εξετάσει αν αυτή έχει άμεσο αποτέλεσμα.
Α – Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος
28. Μια προκαταρκτική παρατήρηση, η οποία δεν στερείται σημασίας, απορρέει από το γεγονός ότι, όπως ήδη έχω εξηγήσει, η Συμφωνία με την Ελβετία περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων συνήφθη τόσο από την Κοινότητα (17) όσο και από τα κράτη μέλη, διότι περιλαμβάνει ορισμένους τομείς που εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας.
29. Με την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, Demirel (18), το Δικαστήριο επικύρωσε την αρμοδιότητά του να διευκρινίζει την έννοια των διατάξεων των μεικτών συμφωνιών που αφορούν τομείς που υπάγονται στο πρωτογενές δίκαιο, εφόσον αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης (19). Ελλείψει ειδικής ενδείξεως, η βάση της αρμοδιότητας αυτής βρίσκεται στο άρθρο 220 ΕΚ (20), το οποίο αναθέτει στο Δικαστήριο να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου της Ενώσεως.
30. Το άρθρο 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών εργαζομένων, διατυπώνοντας έτσι μια υποχρέωση σε ένα τομέα του κοινοτικού δικαίου, οπότε το Δικαστήριο εξουσιοδοτείται να το ερμηνεύσει στο μέτρο που θίγει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (21).
31. Εξάλλου, η δημιουργία ενός ειδικού θεσμικού πλαισίου –της μεικτής επιτροπής– δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να παρέμβει: πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 1982, Kupferberg (22), τα καθήκοντα της επιτροπής αυτής, που είναι υπεύθυνη «για τη διαχείριση και τη σωστή εφαρμογή της συμφωνίας» (23) καθώς και για τη ρύθμιση των διαφορών σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας (24), παραμένουν άθικτα οσάκις δικαστήριο ενός των συμβαλλομένων κρατών εφαρμόζει σε μια διαφορά ανεπιφύλακτη και ακριβή διάταξη ή υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα (25).
Β – Το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας
32. Εφόσον γίνεται δεκτόν ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει στο αυστριακό δικαστήριο, πρέπει να καθοριστεί αν μπορεί να γίνει επίκληση ενώπιον των δικαστών των κρατών μελών της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον τομέα της εργασίας, υπό τους όρους του άρθρου 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας (26).
33. Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Demirel, η οποία εντάσσεται σε πάγια νομολογία, του Δικαστηρίου, «διάταξη συμφωνίας που συνήφθη από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας, όταν, ενόψει του γράμματός της, καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως» (27).
34. Ο κανόνας αυτός επεκτείνει στις διεθνείς δεσμεύσεις (28) την εφαρμογή των κριτηρίων που διέπουν τις εσωτερικές κοινοτικές πράξεις, αλλά προσθέτει σε αυτά ένα επιπλέον κριτήριο· συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 31 της Συμβάσεως της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών, της 23ης Μαΐου 1969 (29), πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη το «γράμμα», το «αντικείμενο» και η φύση της συνθήκης, γεγονός το οποίο καταλήγει στην αποδοχή της ιδιαιτερότητας των περιπτώσεων αυτών (30).
35. Από την ανάγνωση της Συμφωνίας με την Ελβετία προκύπτει η βούληση των συντακτών της να εμποδίσουν τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των κοινοτικών υπηκόων και των Ελβετών υπηκόων λόγω της ιθαγενείας, ειδικότερα ως προς τις συνθήκες διαβίωσης, απασχόλησης και εργασίας (άρθρα 1, στοιχείο δ΄, και 2), εφόσον απόκειται στους υπογράφοντες να ρυθμίσουν στο πλαίσιο των επίμαχων τομέων αυτό το δικαίωμα για ισότητα, δικαίωμα που συνδέεται με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (άρθρο 7, στοιχείο α΄).
36. Το άρθρο 9 του παραρτήματος Ι διευκρινίζει την αρχή αυτή για τους μισθωτούς εργαζομένους, απαγορεύοντας οιαδήποτε άνιση μεταχείριση λόγω ιθαγένειας όσον αφορά τους «όρους απασχόλησης και εργασίας ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση και την επαγγελματική επανενσωμάτωση ή την επαναπασχόληση» (παράγραφος 1), καθώς και προβλέποντας την αυτοδικαία ακύρωση οιασδήποτε νομοθεσίας που προβλέπει ή επιτρέπει όρους αντίθετους προς τον κανόνα αυτόν (παράγραφος 4).
37. Συνεπώς, δημιουργεί σαφή υποχρέωση, η οποία δεν απαιτεί να ληφθεί άλλο μέτρο, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχουν εξουσία εκτιμήσεως στο πλαίσιο της αναπτύξεως των προπαρατεθέντων τομέων· πράγματι, υποχρεούνται πάντοτε να αποφεύγουν τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αρχή που δεν μπορεί να εφαρμόζεται υπό όρους ή με περιορισμούς.
38. Από τα προεκτεθέντα επιχειρήματα προκύπτει ότι το άρθρο 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας αποκλείει οιανδήποτε διάκριση, παρέχοντας στους κοινοτικούς υπηκόους και στους Ελβετούς υπηκόους δικαιώματα των οποίων την άμεση προστασία υποχρεούνται οι δικαστές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να εξασφαλίζουν.
39. Επίσης δεν πρέπει να λησμονείται ότι το Δικαστήριο επικύρωσε σε πολυάριθμες περιπτώσεις το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεων, περιλαμβανομένων σε συμβάσεις που συνήφθησαν με τρίτες χώρες, που απαγορεύουν την ανισότητα στην εργασία χρησιμοποιώντας ανάλογους όρους με αυτούς της Συμφωνίας που συνήφθη με την Ελβετία. Έτσι, στο πλαίσιο των μεικτών συμφωνιών (31), η προπαρατεθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, Pokrzeptowicz-Meyer (32), αναγνώρισε το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 37, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της Συμφωνίας Συνδέσεως με την Πολωνία (33), εκθέτοντας ότι «δεν επιβάλλεται καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας στη μεταχείριση των εργαζομένων, που έχουν πολωνική υπηκοότητα, οι οποίο απασχολούνται νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις, σε σύγκριση με τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους» (σκέψεις 19 έως 30). Η απόφαση της 12ης Απριλίου 2005, Simutenkov (34), αναγνώρισε το αυτό αποτέλεσμα στο άρθρο 23, παράγραφος 1, της μεικτής Συμφωνίας Συνεργασίας με τη Ρωσία (35), που είναι παρόμοιο με την προαναφερθείσα διάταξη της συμφωνίας με την Πολωνία (σκέψεις 20 έως 29).
40. Επιπλέον, ο σκοπός της Συμφωνίας με την Ελβετία είναι πανομοιότυπος με αυτόν του άρθρου 39 ΕΚ, που διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, καταργώντας «κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας». Ομοίως, είναι κατ’ ουσίαν πανομοιότυπα τα κείμενα του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 4, του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας και του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος (36).
41. Η ταυτότητα αυτή μεταξύ των προαναφερθεισών διατάξεων αιτιολογείται, αφενός, στο σύντομο προοίμιο της Συμφωνίας, διότι τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν αποφασισμένα να εφαρμόσουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στις επικράτειές τους «βάσει των διατάξεων που ισχύουν επί του θέματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα» και, αφετέρου, στο άρθρο 16 της Συμφωνίας, το οποίο περιλαμβάνει δύο «αναφορές στο κοινοτικό δίκαιο», ώστε οι «νομικές πράξεις» της και η «νομολογία» της να συμβάλουν στην επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων.
42. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να μεταφερθεί στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 4, του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας η νομολογία του Δικαστηρίου επί του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 39 ΕΚ (37) και των κανονισμών (38).
43. Η απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, Metalsa (39), εξάρτησε την επέκταση της ερμηνείας μιας διατάξεως της Συνθήκης σε διάταξη με πανομοιότυπη διατύπωση που περιλαμβάνεται σε Συμφωνία που συνήψε η Κοινότητα με τρίτη χώρα από τον σκοπό που επιδιώκει η καθεμιά από τις διατάξεις αυτές στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, δεδομένου ότι προς τον σκοπό αυτό «αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σύγκριση των στόχων και του γενικότερου πλαισίου της Συμφωνίας, αφενός, και της Συνθήκης, αφετέρου».
44. Όπως επεσήμανα, τα προαναφερθέντα άρθρα της Συμφωνίας με την Ελβετία και εκείνα της Συνθήκης ΕΚ επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό: την κατάργηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως στην εργασία λόγω ιθαγένειας προκειμένου να υλοποιηθεί πράγματι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στα επίμαχα εδάφη.
45. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου δεν υφίσταται καμία αντίρρηση για την εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του αμέσου αποτελέσματος των άρθρων 39 ΕΚ και 7, παράγραφοι 1 και 4, του κανονισμού 1612/68 στο άρθρο 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας με την Ελβετία (40).
Γ – Η διαχρονική ισχύς της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
1. Θέση του προβλήματος
46. «Εξάλλου, το γεγονός ότι καταλαμβάνουμε μια διαρκώς μεγαλύτερη θέση μέσα στον χρόνο αποτελεί κοινή πεποίθηση, αυτή δε η παγκοσμιότητα μόνο χαρά μπορούσε να μου δώσει, εφόσον η αλήθεια είναι αυτή, η αλήθεια την οποία διαισθάνεται ο καθένας, την οποία όφειλα να προσπαθήσω να διασαφηνίσω.» (41)
47. Η Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και το παράρτημα Ι περιέχουν μεταβατικές διατάξεις, αλλά καμία δεν αναφέρεται στην αρχή της ισότητας όσον αφορά τους όρους εργασίας.
48. Έτσι, το άρθρο 10 της Συμφωνίας προβλέπει: α) ότι, επί πέντε έτη έπειτα από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας, η Ελβετία μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε μια οικονομική δραστηριότητα για διαμονές διάρκειας μεγαλύτερης των τεσσάρων μηνών (παράγραφος 1)· β) ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να διατηρήσουν επί δύο έτη το πολύ τους ελέγχους της τηρήσεως προτεραιότητας αυτών που έχουν ενσωματωθεί νομίμως στην αγορά εργασίας (παράγραφος 2)· γ) ότι, ομοίως για τα πέντε πρώτα έτη, η Ελβετία θεσπίζει, στο πλαίσιο των συνολικών ποσοστώσεών της, ορισμένες ελάχιστες ποσοστώσεις για νέους τίτλους διαμονής εργαζομένων από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (παράγραφος 3) σύμφωνα με ορισμένες ειδικές ρυθμίσεις (παράγραφος 4)· δ) ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν έχουν εφαρμογή στους μισθωτούς που έχουν ήδη λάβει άδεια να ασκούν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών ούτε στους δικαιούχους αδειών διαμονής που δεν έχουν λήξει, διότι απολαμβάνουν από την αρχή ορισμένα δικαιώματα (παράγραφος 5)· και ε) ότι οι παραμεθόριοι εργαζόμενοι δεν υπόκεινται σε κανέναν ποσοτικό περιορισμό (παράγραφος 7) (42).
49. Οι μεταβατικές διατάξεις του παραρτήματος Ι αναφέρονται: α) στους περιορισμούς της προσβάσεως στη δημόσια υπηρεσία (άρθρο 26)· β) στη διαμονή, στο δικαίωμα επιστροφής και στη γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα των μισθωτών (άρθρα 27, 29 και 30) και ελεύθερων επαγγελματιών (άρθρα 31, 33 και 34)· γ) στους μισθωτούς παραμεθορίους εργαζομένους (άρθρο 28) και στους παραμεθόριους ελεύθερους επαγγελματίες (άρθρο 32).
50. Συνεπώς, τα προαναφερθέντα κείμενα δεν περιλαμβάνουν ειδικές ενδείξεις προς τις οποίες θα μπορούσε να προσανατολιστεί η απάντηση στο ερώτημα του Landesgericht Innsbruck.
2. Η προτεινομένη λύση
51. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να εκτιμηθεί τόσο το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας όσο και οι δυο γενικές αρχές: η αρχή δυνάμει της οποίας μια σύμβαση δημιουργεί υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μόνον από της ενάρξεως της ισχύος της –tempus regit actum– (43), κατά τον χρόνο που αυτή καθίσταται αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως (44), και η αρχή δυνάμει της οποίας, αν και η βούληση των συμβαλλομένων μερών αποτελεί στοιχείο ερμηνείας –«υποκειμενική αντίληψη»– (45), επιβάλλεται μια σφαιρική προσέγγιση (46) στο πλαίσιο της οποίας σταθμίζονται τελεολογικά και συστηματικά στοιχεία.
52. Ενόψει των κριτηρίων αυτών, πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, δηλώνοντας ότι οι περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν στην Ελβετία πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας πρέπει να ληφθούν υπόψη στην Αυστρία για τον καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς με σκοπό την προαγωγή στο πλαίσιο παρόμοιας απασχόλησης ασκηθείσας στη συνέχεια στην τελευταία αυτή χώρα. Διάφοροι λόγοι δικαιολογούν τη λύση αυτή.
53. Πρώτον, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η μη συνεκτίμηση των προγενεστέρων περιόδων απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στη δημόσια διοίκηση άλλων κρατών μελών συνιστά μη δικαιολογημένη έμμεση δυσμενή διάκριση (47).
54. Δεύτερον, σε περίπτωση που εξετάζονται τώρα οι έννομες συνέπειες της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, δηλαδή η εφαρμογή νέου κανόνα σε παρούσα σχέση εργασίας, θέτοντας κατά μέρος την υποθετική τήρηση δικαιωμάτων που φέρονται ως αποκτηθέντα κατά το παρελθόν, από της ενάρξεως της ισχύος της Συμφωνίας, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ως προς τους όρους εργασίας εφαρμόζεται πλήρως επί των εννόμων σχέσεων που δεν έχουν λήξει.
55. Τρίτον, για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας και της Ελβετίας στις μισθωτές και μη μισθωτές δραστηριότητες και η άσκησή τους, καθώς και η παροχή υπηρεσιών, το άρθρο 9 της Συμφωνίας ρυθμίζει την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων, παραπέμποντας στο παράρτημα ΙΙΙ, αλλά δεν εξαρτά την αναγνώριση από το γεγονός ότι το δίπλωμα απεστάλη μετά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας. Η ίδια αυτή σκέψη πρέπει να ληφθεί ως βάση για τις ήδη συμπληρωθείσες περιόδους (48).
56. Τέταρτον, αν δεν γίνει δεκτός εν προκειμένω ο προτεινόμενος συνυπολογισμός, θα προκύψει παράλογο μειονέκτημα για αυτούς που εργάστηκαν στην Ελβετία και οι οποίοι, από την 1η Ιουνίου 2002, αναζητούν απασχόληση στο κοινοτικό έδαφος σε σχέση με αυτούς που διατήρησαν μια απασχόληση εντός των κρατών μελών. Μόνο οι τελευταίοι θα ευεργετούνταν από την αρχαιότητα σε παρόμοια προγενέστερη απασχόληση, πράγμα το οποίο θα απέτρεπε τους πρώτους να ασκήσουν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας.
57. Υπάρχει ένας άλλος λόγος που ενισχύει τους προηγουμένους λόγους και που αξίζει να τύχει λεπτομερέστερης εξετάσεως, διότι η Συμφωνία με την Ελβετία συμπεριλαμβάνει το κοινοτικό κεκτημένο (49), όπως συμβαίνει επίσης με την προσχώρηση ενός κράτους στην Κοινότητα.
58. Η ομοιότητα αυτή επιτρέπει την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της νομολογίας επί της διαχρονικής ισχύος των κοινοτικών αρχών στα νέα κράτη μέλη, πράγμα το οποίο επικυρώνει την άποψή μου.
59. Με την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, Saldanha και MTS (50), εξετάστηκε αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ απαγορεύει να απαιτείται η καταβολή ασφάλειας judicatum solvi από πρόσωπο το οποίο, μη έχοντας ούτε περιουσιακά στοιχεία ούτε κατοικία στην Αυστρία, είχε ασκήσει αγωγή κατά εταιρίας η οποία είχε την έδρα της εκεί, ενώ αυτή η απαίτηση δεν ίσχυε για Αυστριακούς υπηκόους ευρισκόμενους σε παρόμοια κατάσταση, ο δε ενάγων ήταν ταυτόχρονα υπήκοος άλλου κράτους μέλους και τρίτης χώρας. Δεδομένου όμως ότι τα πραγματικά περιστατικά είχαν προηγηθεί της προσχωρήσεως της Αυστρίας στην Κοινότητα, το Δικαστήριο εξέτασε το διαχρονικό πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας διατάξεως και, δεδομένου ότι η πράξη προσχωρήσεως δεν είχε προβλέψει συναφώς ειδικές προϋποθέσεις, επιβεβαίωσε την άμεση και δεσμευτική για το κράτος εφαρμογή της από την ημερομηνία προσχωρήσεώς του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως προς τα «μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση […]» (σκέψη 14).
60. Ακριβέστερα, σε μια υπόθεση ανάλογη με αυτήν της διαφοράς της κύριας δίκης από πραγματικής και νομικής απόψεως, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2000, Österreichischer Gewerkschaftsbund, προπαρατέθηκε (51), εξέτασε το ζήτημα που προέκυπτε από το γεγονός ότι στην Αυστρία, για να υπολογιστεί η αμοιβή των εκπαιδευτικών, λαμβάνονταν υπόψη πλήρως οι συμπληρωθείσες εντός άλλων κρατών μελών περίοδοι μόνον αν το γενικό συμφέρον το απαιτούσε και μετά από έγκριση των αρμοδίων αρχών, ενώ οι περίοδοι απασχολήσεως εντός της Αυστρίας δεν υπόκεινταν σε αυτές τις προϋποθέσεις, γεγονός το οποίο, κατά το Δικαστήριο, ήταν αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο (σκέψη 51). Κατόπιν, εξετάζοντας αν στις περιόδους αυτές συγκαταλέγονταν οι πριν από την προσχώρηση στην Ένωση περίοδοι, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, χωρίς κανέναν χρονικό περιορισμό, «τη διάρκεια εργασίας […] σε ορισμένους οργανισμούς ή σε ορισμένα ιδρύματα των άλλων κρατών μελών που είναι παρεμφερή προς τους αυστριακούς οργανισμούς και τα αυστριακά ιδρύματα που απαριθμούνται στο άρθρο 26, παράγραφος 2, του VBG» (σκέψη 56).
VI – Πρόταση
61. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα, που του υπέβαλε το Landesgericht Innsbruck, ως εξής:
«Το άρθρο 9 του παραρτήματος Ι της Συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, απαιτεί οι συμπληρωθείσες στην Ελβετία περίοδοι απασχολήσεως πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας να λαμβάνονται υπόψη για την επαγγελματική προαγωγή σε παρόμοια απασχόληση, ασκηθείσα μεταγενέστερα σε ένα εκ των κρατών μελών της Κοινότητας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ L 114 της 30ής Απριλίου 2002, σ. 6.
3 – Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, υπογραφείσα στις Βρυξέλλες στις 22 Ιουλίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 191). Άλλες παρόμοιες συμβάσεις συνήφθησαν με την Αυστρία, τη Φινλανδία, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία και τη Σουηδία.
4 – Συμφωνία πλαίσιο επιστημονικής και τεχνικής συνεργασίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (ΕΕ L 313 της 22ας Νοεμβρίου 1985, σ. 6).
5 – Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις οδικές και σιδηροδρομικές εμπορευματικές μεταφορές, που υπογράφηκε στο Πόρτο στις 2 Μαΐου 1992 (ΕΕ L 373, σ. 28).
6 – Ο Lautenberg, A.L., «Les accords bilatéraux vus de Bruxelles», AccordsbilatérauxSuisse – UE (Commentaires), Helbing & Lichtenhahn, Βασιλεία, Γενεύη, Μόναχο/Bruylant, Βρυξέλλες, 2001, σ. 21 έως 24, εξηγεί τις διαπραγματεύσεις από ελβετικής απόψεως.
7 – Kaddous, C., «Les accords sectoriels dans le système des relations extérieures de l'Union européenne», Accords bilatéraux Suisse – UE (Commentaires), Helbing & Lichtenhahn, Βασιλεία, Γενεύη, Μόναχο/Bruylant, Βρυξέλλες, 2001, σ. 79.
8 – «Την πρώτη ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί την τελευταία κοινοποίηση όσον αφορά την κατάθεση των εγγράφων κύρωσης ή έγκρισης των παρακάτω επτά συμφωνιών […]» (άρθρο 25 της Συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία). Ο Kaufmann, B., «Die bilateralen Abkommen mit der EU. Ein langer Weg in der EU bis zur Ratifikation», NeueZürcherZeitung (NZZ), 21 Ιουνίου 2000, περιγράφει την πολυπλοκότητα της διαδικασίας έγκρισης, η οποία καθυστέρησε την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των συμβάσεων.
9 – Bieber, R., «Quelques remarques à l'occasion de l'entrée en vigueur des Accords bilatéraux Suisse-CE», Mélanges en l'honneur de Bernard Dutoit, Librairie Droz, Γενεύη, 2002, σ. 14 επ.
10 – Neuwahl, N.A., «Joint Participation in International Treaties and the Exercise of Power by the EEC and Its Member States: Mixed Agreements», Common Market Law Review, τόμος 28, 1991, σ. 717 έως 740.
11 – Η αρχή αυτή διατυπώνεται ομοίως στις συμφωνίες σχετικά με τις σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές (άρθρα 1 και 32), τις αεροπορικές μεταφορές (άρθρο 3), τις δημόσιες συμβάσεις (άρθρο 6 και τα παραρτήματα) και τις γεωργικές συναλλαγές (άρθρα 7 έως 9).
12 – Η μεικτή Επιτροπή, συγκροτηθείσα με το άρθρο 14 της συμφωνίας, είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και τη σωστή εφαρμογή της συμφωνίας· το άρθρο 19 της αναθέτει την αρμοδιότητα για τη ρύθμιση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
13 – Το άρθρο 15 προβλέπει ότι τα παραρτήματα και τα πρωτόκολλα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας.
14 – BGBl. 1948, αριθ. 86· ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε κατ’ επανάληψη.
15 – BGBl. 1956, αριθ. 54· ο νόμος αυτός επίσης τροποποιήθηκε μετά τη δημοσίευσή του.
16 – LGBl. αριθ. 2/2001· και ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε κατ’ επανάληψη εκ των υστέρων.
17 – Η νομική βάση που επιτρέπει στην Κοινότητα να συνεννοείται με άλλα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου απορρέει από το άρθρο 310 ΕΚ (πρώτη άρθρο 238 της Συνθήκης ΕΚ), του οποίου η προέλευση ανάγεται στο άρθρο 14 της συμβάσεως σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα.
18 – Υπόθεση 12/86 (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψεις 6 έως 12).
19 – Macloed, I., Hendry, I.D., Hyett, S., TheExternalRelationsoftheEuropeanCommunities, Clarendon Press, Οξφόρφη, 1996, p. 156· Louis, J.V., L’ordrejuridiquecommunautaire, 5η έκδοση, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1995, Λουξεμβούργο, σ. 127. Στις παραγράφους 10 έως 21 των προτάσεών του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Ιουνίου 1998, C‑53/96, Hermès (Συλλογή 1998, σ. I‑3603), ο γενικός εισαγγελέας Tesauro εξετάζει την άποψη αυτή χωρίς να δεχτεί ανοιχτά ότι ο δικαστικός έλεγχος επεκτείνεται σε διατάξεις που αφορούν μη κοινοτικά θέματα.
20 – Petrović, D., L’effet direct des accords internationaux de la Communauté européenne: à la recherche d’un concept, Presses Universitaires de France, Παρίσι, 2000, σ. 155 επ.
21 – Khil-Wolff, B., «L’Accord Suisse-CE sur la libre circulation des personnes: observations générales», L’Accord sur la libre circulation des personnes avec l’UE et ses effets à l’égard de la sécurité sociale en Suisse, éditions Stämpfli Verlag AG, Βέρνη, 2001, σ. 5.
22 – Υπόθεση 104/91 (Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψεις 19 και 20).
23 – Άρθρο 14 της Συμφωνίας.
24 – Άρθρο 19 της Συμφωνίας.
25 – Ο Gaja, G., «Effets directs et réciprocité dans la jurisprudence concernant l’Accord entre la Communauté européenne et la Suisse», Annuairesuissededroitinternational, τόμος XL, 1984, σ. 27, υποστηρίζει ότι η μεικτή επιτροπή της συμφωνίας του 1972 δύσκολα θα μπορούσε να αποφανθεί επί του αμέσου αποτελέσματος μιας εκ των διατάξεών της, διότι ο ρόλος της ήταν επικεντρωμένος σε άλλα σημεία, όπως αυτό της διευκρίνισης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή. Μια διαφορετική κατάσταση, η οποία εξετάστηκε με τις γνώμες 1/91 της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. I‑6079) και 1/92 της 10ης Απριλίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. I-2821), δημιουργείται οσάκις μια διεθνής σύμβαση θεσπίζει ίδιον δικαιοδοτικό σύστημα.
26 – Ο Carreau, D., Droit international, Ed. Pedone, París, 1988, σ. 453, θεωρεί ότι, αν οι συμφωνίες δεν αναγνωρίζουν το άμεσο αποτέλεσμα, στον δικαστή απόκειται να το διαπιστώνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
27 – Σκέψη 14 της αποφάσεως Demirel. Αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1976, 87/75, Bresciani (Συλλογή τόμος 1976, σ. 57, σκέψη 16)· της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. I-199, σκέψη 15)· της 1ης Ιουλίου 1993, C-312/91, Metalsa (Συλλογή 1993, σ. I-3751, σκέψη 12)· της 5ης Ιουλίου 1994, C‑432/92, Aναστασίου κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-3087, σκέψη 23)· της 16ης Ιουνίου 1998, C-162/99, Racke (Συλλογή 1998, σ. I-3655, σκέψη 31)· της 2ας Μαρτίου 1999, C-416/96, El-Yassini (Συλλογή 1999, σ. I-1209, σκέψη 25)· της 4ης Μαΐου 1999, C-262/96, Sürül (Συλλογή 1999, σ. I-2685, σκέψη 60), και της 29ης Ιανουαρίου 2002, C-162/00, Pokrzeptowicz-Meyer (Συλλογή 2002, σ. I-1049, σκέψη 19). Η απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, 21/72 έως 24/72, International Fruit Company κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 279), εξέτασε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να επεκταθεί η νομολογία του αμέσου αποτελέσματος σε συμφωνία συναφθείσα από την Κοινότητα και, ακόμη και αν δεν αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό στην ΓΣΔΕ, δεν το απέκλεισε για άλλες συμφωνίες.
28 – Ως προς το άμεσο αποτέλεσμα των διεθνών συμφωνιών, το Διαρκές Δικαστήριο της Διεθνούς Δικαιοσύνης –ο πρόδρομος του Διεθνούς Δικαστηρίου– έκρινε ότι το ειδικό νομικό καθεστώς της ελεύθερης πόλεως του Dantzig δεν του επέτρεπε να καταστεί μέλος της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, ισχυριζόμενο ότι μια διεθνής σύμβαση –η «Beamtenabkommen»– δεν δημιουργεί άμεσα ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις για τους ιδιώτες (γνώμη της 26ης Αυγούστου 1930, Συλλογή του Διαρκούς Δικαστηρίου της Διεθνούς Δικαιοσύνης, σειρά B, αριθ. 18, σ. 1928).
29 – Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1155, αριθ. 18232, σ. 331.
30 – Ο Petrović, D., όπ.π., χαρακτηρίζει ως sui generis τις ρήτρες των διεθνών συμφωνιών που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου.
31 – Το Δικαστήριο δέχτηκε επίσης το αποτέλεσμα αυτό στο πλαίσιο ενός άλλου είδους συμβάσεων, για παράδειγμα, τη Συμφωνία Συνδέσεως με την Τουρκία (που εγκρίθηκε και επικυρώθηκε επ’ ονόματι της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48), επεκτείνοντάς το σε ορισμένες διατάξεις της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, με τις αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. I‑3461, σκέψη 26) –άρθρα 6 και 13· της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-355/93, Eroglu (Συλλογή 1994, σ. I‑5113, σκέψη 17) –άρθρο 7, παράγραφος 2· της 17ης Απριλίου 1997, C-351/95, Kadiman (Συλλογή 1997, σ. I‑2133, σκέψη 28) –άρθρο 7, παράγραφος 1· της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑210/97, Akman (Συλλογή 1998, σ. I-7519, σκέψη 23) –άρθρο 7, παράγραφος 2· της 8ης Μαΐου 2003, C-171/01, Wählergruppe Gemeinsam (Συλλογή 2003, σ. I-4301, σκέψη 67) –άρθρο 10, παράγραφος 1· της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-467/02, Cetinkaya (Συλλογή 2004, σ. I-10895, σκέψη 31) –άρθρο 7, παράγραφος 1· της 2ας Ιουνίου 2005, C-136/03, Dörr και Ünal (Συλλογή 2005, σ. Ι-4759, σκέψη 66) –άρθρο 6, παράγραφος 1· και της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C-502/04, Torun (Συλλογή 2006, σ. I-1563, σκέψη 19) –άρθρο 7, παράγραφος 2. Ομοίως, στη σκέψη 32 της προπαρατεθείσας αποφάσεως El-Yassini, το Δικαστήριο αναγνώρισε την ιδιότητα αυτή στο άρθρο 40 της Συμφωνίας Συνεργασίας με το Μαρόκο (υπογράφηκε στο Ραμπάτ στις 27 Απριλίου 1976 και εγκρίθηκε επ’ ονόματι της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/78 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 1978 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/010, σ. 130), δυνάμει του οποίου «κάθε κράτος μέλος παρέχει στους εργαζομένους μαροκινής υπηκοότητας, οι οποίοι απασχολούνται στην επικράτειά του, καθεστώς που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια σε σχέση με τους ιδίους του υπηκόους, όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής».
32 – Βλέπε υποσημείωση 27.
33 – Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την εγκαθίδρυση συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αφετέρου, συναφθείσα και εγκριθείσα, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 97/743/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 348, σ. 1).
34 – Υπόθεση C-265/03 (Συλλογή 2005, σ. I-2579).
35 – Συμφωνία εταιρικής σχέσεως και συνεργασίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αφετέρου, η οποία υπογράφθηκε στην Κέρκυρα στις 24 Ιουνίου 1994 και εγκρίθηκε από τις Κοινότητες με την απόφαση 97/800/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 327, σ. 1).
36 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
37 – Αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1974, 41/74, Van Duyn (Συλλογή τόμος 1974, σ. 537, σκέψεις 4 έως 8)· της 14ης Ιουλίου 1976, 13/76, Donà (Συλλογή τόμος 1976, σ. 507, σκέψη 20), και της 26ης Ιανουαρίου 1999, C-18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I-345, σκέψη 27).
38 – Αποφάσεις της 17ης Μαΐου 1972, 93/71, Leonesio (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 41, σκέψη 5), και της 10ης Οκτωβρίου 1973, 34/73, Variola (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 657, σκέψεις 8 και 10).
39 – Υπόθεση C-312/91 (Συλλογή 1993, σ. I-3751, σκέψη 11). Αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, C-63/99, Gloszczuk (Συλλογή 2001, σ. I-6369, σκέψη 49)· C-235/99, Kondova (Συλλογή 2001, σ. I-6427, σκέψη 52· C-257/99, Barkoci και Malik (Συλλογή 2001, σ. I-6557)· και της 29ης Ιανουαρίου 2002, Pokrzeptowicz-Meyer, προπαρατέθηκε, σκέψη 33.
40 – Kaddous, C., όπ.π., σ. 105 έως 110.
41 – Proust, M., Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Ο ξανακερδισμένος χρόνος […].
42 – Το άρθρο 10, παράγραφος 6, της ιδίας συμφωνίας υποχρεώνει την Ελβετία να κοινοποιεί στη μεικτή επιτροπή τις κατάλληλες πληροφορίες και τα σχετικά στατιστικά στοιχεία και να εξουσιοδοτεί τα συμβαλλόμενα μέρη να ζητούν από την τελευταία εξέταση της καταστάσεως· η όγδοη και τελευταία παράγραφος παραπέμπει στις μεταβατικές διατάξεις του πρωτοκόλλου του παραρτήματος ΙΙ όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση και την επιστροφή των συνεισφορών για την ασφάλεια κατά της ανεργίας.
43 – Cahier, P., «L'obligation de ne pas priver un traité de son objet et de son but avant son entrée en vigueur», Mélanges Fernand Dehousse, τόμος 1, Ed. Fernand Nathan, París/Ed. Babour, Βρυξέλλες, 1979, σ. 31.
44 – Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegeman (Συλλογή τόμος 1974, σ. 245, σκέψη 5) και Sevince (σκέψη 8) και Demirel (σκέψη 7), προπαρατέθηκαν.
45 – Imbrechts, L., «Les effets internes des accords internationaux des Communautés européennes», Revue d'intégration européenne/Journal of European Integration, 1986, τόμος 10, αριθ. 1, σ. 66· Ταγαράς, Χ.N., «L'effet direct des accords internationaux de la Communauté», Cahiers de Droit Européenne, 1987, σ. 23.
46 – Lagrange, M., «La Cour de Justice des Communautés européennes du Plan Schumann à l'Union européenne», Mélanges Fernand […], όπ.π., τόμος 2, σ. 131 επ.
47 – Αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. I-505, σκέψη 11)· της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-15/96, Schöning-Kουγκεμπετοπούλου (Συλλογή 1998, σ. I-47, σκέψη 13)· της 12ης Μαρτίου 1998, C-187/96, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1998, σ. I-1095, σκέψη 21)· της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψεις 71 έως 74)· της 12ης Μαΐου 2005, C-278/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑3747, σκέψη 14), και της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C-205/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 14 και 15).
48 – Στην παράγραφο 146 των προτάσεών του στο πλαίσιο της αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 2000, C‑195/98, Österreichischer Gewerkschaftsbund (Συλλογή 2000, σ. I‑10497), ο γενικός εισαγγελέας Jacobs επισημαίνει έναν ισοδύναμο παραλληλισμό όσον αφορά την πράξη προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
49 – Αυτό απορρέει από μία εκ των συνημμένων δηλώσεων που προστίθενται στην τελική πράξη της Συμφωνίας, επαναλαμβανομένη στην παράγραφο 13 των προτάσεών μου. Khil-Wolff, B., όπ.π., σ. 4 και 7, καθώς και Bieber, R., όπ.π., σ. 17, θεωρούν ότι η κύρια μέθοδος νομικής προσεγγίσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας έγκειται στην αποδοχή του κοινοτικού κεκτημένου εκ μέρους του κράτους αυτού, έτσι ώστε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν αποτελεί μόνο το δίκαιο ενός εκ των μερών που συνάπτουν κλασική διμερή συμφωνία.
50 – Υπόθεση C-122/96 (Συλλογή 1997, σ. I-5325).
51 – Βλέπε την υποσημείωση 48.
Full & Egal Universal Law Academy