ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 26ης Οκτωβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C‑359/05
Estager SA
κατά
Receveur principal de la recette des douanes de Brive
[αίτηση του Brive‑la‑Gaillarde (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ – Εθνική κανονιστική ρύθμιση που στρογγυλοποίησε το ποσόν του φόρου του προσαρτημένου προϋπολογισμού σχετικά με τις κοινωνικές παροχές για αγρότες μετά τη μετατροπή του σε ευρώ»
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το tribunal de grande instance de Brive‑la‑Gaillarde (Γαλλία) υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς την ερμηνεία των κανονισμών (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ (2), και (ΕΚ) 974/98 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1998, για την εισαγωγή του ευρώ (3). Πρόκειται ειδικότερα για το ζήτημα αν η αύξηση του ποσού ενός φόρου επιβαλλομένου στο αλεύρι, στο σιμιγδάλι και στο πλιγούρι μαλακού σίτου, η οποία πραγματοποιήθηκε ακριβώς επ’ ευκαιρία της εισαγωγής του ευρώ και η οποία αποφασίστηκε με ordonnance (κανονιστική πράξη) περί προσαρμογής της αξίας σε ευρώ ορισμένων ποσών που εκφράζονται σε γαλλικά φράγκα στα νομοθετικά κείμενα, είναι συμβατή προς τους κοινοτικούς κανόνες περί μετατροπής σε ευρώ των ποσών που εκφράζονται σε ένα εθνικό νόμισμα.
I – Το νομικό πλαίσιο, τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
2. Το άρθρο 1618 septies του γαλλικού γενικού φορολογικού κώδικα θεσπίζει ένα φόρο επί των ποσοτήτων αλεύρων, σιμιγδαλιού και πλιγουριού μαλακού σίτου που παραδίδονται ή χρησιμοποιούνται για κατανάλωση από ανθρώπους (στο εξής: φόρος επί των αλεύρων), του οποίου το ύψος είχε καθοριστεί, πριν από την εισαγωγή του ευρώ, στα 100 γαλλικά φράγκα (FRF) ανά τόνο αλεύρων, σιμιγδαλιού ή πλιγουριού.
3. Το άρθρο 1 του νόμου 2000‑517, της 15ης Ιουνίου 2000, περί παροχής εξουσιοδοτήσεως στην κυβέρνηση να προσαρμόζει με ordonnance την αξία σε ευρώ ορισμένων ποσών που εκφράζονται σε γαλλικά φράγκα στα νομοθετικά κείμενα (JORF της 16ης Ιουνίου 2000, σ. 9063), εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να λαμβάνει, με ordonnance (κανονιστική πράξη), τα μέτρα που είναι αναγκαία για την προσαρμογή, κατά την εισαγωγή του ευρώ, ορισμένων χρηματικών ποσών που εκφράζονται σε γαλλικά φράγκα στα νομοθετικά κείμενα.
4. Εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω νόμου, η ordonnance 2000‑916, της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, περί προσαρμογής της αξίας σε ευρώ ορισμένων ποσών που εκφράζονται σε γαλλικά φράγκα στα νομοθετικά κείμενα (JORF της 22ας Σεπτεμβρίου 2000, σ. 14877), καθόρισε το ποσό του φόρου επί των αλεύρων στα 16 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2002.
5. Το άρθρο 1 της ordonnance αυτής ορίζει ότι, «σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού της 3ης Μαΐου 1998 […], τα ποσά που εκφράζονται σε φράγκα και περιλαμβάνονται στα νομοθετικά κείμενα […] αντικαθίστανται, την 1η Ιανουαρίου 2002, από ποσά σε ευρώ, με εφαρμογή της επίσημης ισοτιμίας και των κοινοτικών κανόνων στρογγυλοποίησης.»
6. Σύμφωνα με την έκθεση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σχετικά με την ordonnance 2000‑916 (JORF της 22ας Σεπτεμβρίου 2000, σ. 14876):
«[…]
Το αποτέλεσμα που προκύπτει από την εφαρμογή [των κανονισμών 1103/97 και 974/98] δεν θα είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εύκολο να αναγνωσθεί και να απομνημονευθεί, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο, κατά συνέπεια, να καταστεί δυσχερέστερη η εφαρμογή των νομοθετημάτων στα οποία περιλαμβάνονται οι σχετικές νομισματικές αναφορές.
Προκειμένου να διατηρηθεί η σαφήνεια της νομοθεσίας και να διευκολυνθεί η καλή εφαρμογή της, είναι συνεπώς αναγκαίο να καθορισθούν τα νομισματικά ποσά που προβλέπουν ορισμένα νομοθετήματα σε αξίες εκφρασμένες σε ευρώ χωρίς δεκαδικά ή σε σημαντικότερες αξίες.
[…]
Η παρούσα ordonnance, που εκδόθηκε βάσει της εξουσιοδοτήσεως αυτής, διέπεται από τις ακόλουθες αρχές.
Πρώτον, δεδομένου ότι η προσαρμογή των νομοθετημάτων πρέπει να δικαιολογείται από τη μέριμνα διατηρήσεως της σαφήνειάς τους, τροποποιούνται μόνον τα νομισματικά ποσά τα οποία, από την άποψη αυτή, δύσκολα μπορούν να εκφραστούν από αριθμούς περιέχοντες δύο δεκαδικά ψηφία μετά την υποδιαστολή.
Η αμιγής εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων μετατροπής και στρογγυλοποίησης πρέπει να αποτελούν τον κανόνα και οι προσαρμογές την εξαίρεση. Εντεύθεν προκύπτει ότι τα ποσά που είναι ήδη εκφρασμένα σε centimes κατά κανόνα δεν μεταβάλλονται.
[…]
Το σύνολο των προσαρμογών αυτών θα τεθεί σε ισχύ την 1 Ιανουαρίου 2002, οπότε θα αντικατασταθεί οριστικώς και πλήρως το φράγκο από το ευρώ.
[…]»
7. Η εταιρία Estager SA (στο εξής: Estager) κατέβαλλε, από την 1η Ιανουαρίου 2002, στο Δημόσιο Ταμείο του τελωνείου της Brive τον φόρο επί των αλεύρων, που αντιστοιχούσε σε 16 ευρώ ανά τόνο. Η Estager θεωρεί ότι έπρεπε να καταβάλει φόρο 15,24 ευρώ ανά τόνο κατ’ εφαρμογήν των κανονισμών 1103/97 και 974/98. Η εκ μέρους του Γάλλου νομοθέτη προσαρμογή του ποσού των 100 FRF σε 16 ευρώ συνεπάγεται αύξηση του εν λόγω φόρου η οποία δεν είναι σύμφωνη προς τους ως άνω κανονισμούς.
8. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 1103/97:
«Η καθιέρωση του ευρώ δεν μεταβάλλει τους όρους των νομικών πράξεων ούτε απαλλάσσει ούτε δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει νομικών πράξεων, ούτε παρέχει μονομερώς το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να μεταβάλει ή να καταργήσει μια νομική πράξη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται με την επιφύλαξη κάθε άλλης ρύθμισης την οποία ενδέχεται να συμφωνήσουν τα μέρη.»
9. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, ως «νομικές πράξεις» νοούνται «οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, οι διοικητικές πράξεις, οι δικαστικές αποφάσεις, οι συμβάσεις, οι μονομερείς δικαιοπραξίες, τα μέσα πληρωμών εκτός των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων, και άλλες πράξεις παράγουσες έννομες συνέπειες».
10. Το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1. Οι τιμές μετατροπής θα θεσπίζονται ως ένα ευρώ εκπεφρασμένο κατ’ αντιστοιχία με κάθε εθνικό νόμισμα των συμμετεχόντων κρατών μελών. Θα θεσπίζονται με έξι χαρακτηριστικά ψηφία.
2. Οι τιμές μετατροπής δεν θα στρογγυλοποιούνται ούτε μπορούν να παραλείπονται δεκαδικά ψηφία κατά τη μετατροπή.
3. Οι τιμές μετατροπής θα χρησιμοποιούνται για μετατροπές και προς τις δύο κατευθύνσεις μεταξύ ευρώ και εθνικών νομισματικών μονάδων. Οι αντίστροφοι συντελεστές που προκύπτουν από τις τιμές μετατροπής δεν θα χρησιμοποιούνται.
4. Τα νομισματικά ποσά που θα μετατρέπονται από μία εθνική νομισματική μονάδα σε άλλη, μετατρέπονται πρώτα σε ένα νομισματικό ποσό εκφρασμένο σε ευρώ, και ενδεχομένως θα μπορούν να στρογγυλοποιούνται σε όχι λιγότερα από τρία δεκαδικά ψηφία, και στη συνέχεια θα μετατρέπεται στην άλλη εθνική νομισματική μονάδα. Δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση εναλλακτικής μεθόδου υπολογισμού, εκτός εάν παράγει τα ίδια αποτελέσματα.»
11. Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού ορίζει επιπλέον τα εξής:
«Τα νομισματικά ποσά που θα καταβάλλονται ή θα καταλογίζονται κατά τη στρογγυλοποίηση μετά τη μετατροπή σε μονάδες ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 4 θα στρογγυλοποιούνται προς τα πάνω ή προς τα κάτω προς το πλησιέστερο λεπτό. […] Αν ως αποτέλεσμα από την εφαρμογή της τιμής μετατροπής προκύπτει ακριβώς το μισό μιας μονάδας ή μιας υποδιαίρεσης, τότε το ποσό θα στρογγυλοποιείται προς τα πάνω.»
12. Το άρθρο 7 του κανονισμού 974/98 προβλέπει τα εξής:
«Η αντικατάσταση των νομισμάτων των συμμετεχόντων κρατών μελών με το ευρώ δεν επιφέρει αφ’ εαυτής τη μεταβολή της αναφοράς του νομίσματος στις νομικές πράξεις που ισχύουν κατά την ημέρα της αντικατάστασης.»
13. Το άρθρο 14 του ίδιου αυτού κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Όταν σε νομικές πράξεις που υφίστανται στο τέλος της μεταβατικής περιόδου γίνεται αναφορά σε εθνικές νομισματικές μονάδες, οι αναφορές αυτές θεωρούνται αναφορές στο ευρώ σύμφωνα με τις αντίστοιχες τιμές μετατροπής. Εφαρμόζονται οι κανόνες στρογγυλοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου.»
14. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2866/98 του Συμβουλίου, της 31ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις τιμές μετατροπής του ευρώ και των νομισμάτων των κρατών μελών που υιοθετούν το ευρώ (4), η τιμή μετατροπής που καθορίζεται αμετάκλητα μεταξύ του ευρώ και του γαλλικού φράγκου είναι 1 ευρώ για 6,55957 FRF.
15. Η Estager, θεωρώντας ότι η εφαρμογή των κανονισμών αυτών έπρεπε να οδηγήσει αναγκαστικά στον καθορισμό του ύψους του φόρου επί των αλεύρων στα 15,24 ευρώ και όχι στα 16 ευρώ, ζήτησε, με επιστολή της 12ης Μαρτίου 2002, από το Δημόσιο Ταμείο του τελωνείου της Brive, την επιστροφή μέρους του φόρου επί των αλεύρων που είχε καταβάλει από την 1η Ιανουαρίου 2002. Στις 26 Μαρτίου 2002, η εν λόγω υπηρεσία απέρριψε την ως άνω αίτηση περί επιστροφής φόρου.
16. Στις 24 Μαΐου 2002, η Estager άσκησε αγωγή κατά του receveur principal de la recette des douanes de Brive (προϊσταμένου του Δημοσίου Ταμείου του τελωνείου της Brive) ενώπιον του tribunal de grande instance de Brive‑la‑Gaillarde, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανονισμούς που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ οι διατάξεις της ordonnance 2000-916 […] που αφορούν τη μετατροπή του φόρου […] που εφαρμόζεται στις παραγωγές αλεύρων, σιμιγδαλιού και πλιγουριού μαλακού σίτου, από 100 [FRF] σε 16 ευρώ;»
II – Ανάλυση
17. Δεν αμφισβητείται από κανέναν από όσους παρενέβησαν στην υπό κρίση υπόθεση ότι, από την άποψη της απλής εφαρμογής των κανόνων που προβλέπουν οι κοινοτικοί κανονισμοί περί της μετατροπής σε ευρώ, η μετατροπή σε ευρώ του ποσού των 100 FRF του φόρου επί των αλεύρων έπρεπε να δώσει το αποτέλεσμα των 15,244 ευρώ. Από την εφαρμογή της επίσημης και αμετακλήτως καθορισθείσας τιμής για τη μετατροπή μεταξύ του ευρώ και του γαλλικού φράγκου, την οποία προβλέπει ο κανονισμός 2866/98, προκύπτει πράγματι το αποτέλεσμα των 15,244 ευρώ, οπότε, μετά τη στρογγυλοποίηση προς το πλησιέστερο λεπτό του ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 1103/97, προκύπτει το τελικό αποτέλεσμα των 15,24 ευρώ.
18. Το ζήτημα που τίθεται είναι συνεπώς αν ένα κράτος μέλος, κατά τον ίδιο χρόνο και στην ίδια νομική πράξη με την οποία προβαίνει στην αντικατάσταση από ευρώ ενός ποσού που αντιστοιχεί σε φόρο, κατ’ εφαρμογήν της επίσημης τιμής μετατροπής και των κοινοτικών κανόνων στρογγυλοποίησης, είναι απολύτως ελεύθερο να προβαίνει σε αύξηση του φόρου αυτού κατά 5 % περίπου, προσαρμόζοντας το ποσό των 15,24 ευρώ στο πλησιέστερο προς τα άνω ποσό ευρώ, ήτοι στα 16 ευρώ.
19. Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία, με την απόφαση Verbraucher‑Zentrale Hamburg (5), να ασχοληθεί με το πρόβλημα της μετατροπής σε ευρώ και της στρογγυλοποίησης ποσών που αναφέρονταν προηγουμένως σε μια εθνική νομισματική μονάδα. Στην υπόθεση αυτή, το πρόβλημα συνίστατο στην εκ μέρους επιχειρήσεως κινητής τηλεφωνίας μετατροπή σε ευρώ και στρογγυλοποίηση ορισμένων τιμών ανά λεπτό τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που εκφράζονταν σε γερμανικά μάρκα.
20. Το Δικαστήριο υπενθύμισε σαφέστατα τον σκοπό του κανονισμού 1103/97 και τις θεμελιώδεις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο κανονισμός αυτός (6). Ειδικότερα, ο σκοπός της παροχής ασφαλείας δικαίου και διαφάνειας στους οικονομικούς παράγοντες κατά τη μετάβαση στο ενιαίο νόμισμα εξασφαλίζεται από την αρχή της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων και από τον σκοπό της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ όσον αφορά τα ποσά που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα σε νομικές πράξεις. Βάσει όμως ακριβώς αυτού του σκεπτικού, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ναι μεν ένας επιχειρηματίας είναι ελεύθερος, σύμφωνα με τον κανονισμό 1103/97, να μετατρέπει σε ευρώ και να στρογγυλοποιεί μονομερώς στο πλησιέστερο λεπτό του ευρώ μια τιμή όπως είναι η ως άνω ανά λεπτό τιμή, πλην όμως μια τέτοια πρακτική στρογγυλοποίησης πρέπει να τηρεί την αρχή της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων την οποία διασφαλίζει το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού και τον σκοπό της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ τον οποίο επιδιώκει ο εν λόγω ο κανονισμός. Κατά συνέπεια, κατά το Δικαστήριο, μια τέτοια πρακτική στρογγυλοποίησης δεν μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά την τιμή που καλείται στην πράξη να καταβάλει ο καταναλωτής (7).
21. Παρά τις προφανείς διαφορές μεταξύ των επίμαχων καταστάσεων στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης και στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας απόφασης Verbraucher‑Zentrale Hamburg, οι αρχές και οι σκοποί που θεώρησε το Δικαστήριο ότι είναι καθοριστικοί για την ερμηνεία του κανονισμού 1103/97 στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως Verbraucher‑Zentrale Hamburg εξακολουθούν να ισχύουν στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
22. Βεβαίως, η μετατροπή σε ευρώ ενός ποσού το οποίο εκφράζεται σε εθνική νομισματική μονάδα συνεπάγεται πάντοτε ορισμένο κίνδυνο διακυμάνσεως της αξίας του εν λόγω ποσού πριν και μετά την εν λόγω μετατροπή. Ωστόσο, από τον κανονισμό 1103/97 και ιδίως από το άρθρο του 5 προκύπτει ότι, προκειμένου να τηρηθούν οι επιταγές της συνέχειας των νομικών πράξεων και της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ, η μεγαλύτερη ανακρίβεια που μπορεί να γίνει ανεκτή κατά τη μετατροπή αυτή αντιστοιχεί σε 0,005 ευρώ. Όπως τόνισε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Verbraucher-Zentrale Hamburg, ο σκοπός της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ επιβάλλει οι κανόνες μετατροπής που εισήγαγε ο κανονισμός 1103/97 να διασφαλίζουν «υψηλό βαθμό ακρίβειας» (8). Ο υψηλός αυτός βαθμός ακρίβειας τον οποίο επιβάλλει ο κανονισμός κατά την στρογγυλοποίηση των ποσών μετά τη μετατροπή τους σε ευρώ αποτελεί, επιπλέον, ελάχιστη απαίτηση (9). Είναι επιπλέον σαφές ότι, στις περιπτώσεις μετατροπής σε ευρώ και στρογγυλοποίησης ενός ποσού που πραγματοποιεί ένας επιχειρηματίας υπέρ των οικονομικών παραγόντων οι οποίοι πρόκειται να καταβάλουν το ποσό αυτό, ο κανονισμός 1103/97 δεν αποκλείει τη μη τήρηση του επιπέδου ακρίβειας στο πλησιέστερο λεπτό του ευρώ. Αντίθετα προς τις αυξήσεις, οι μειώσεις των ποσών που πρέπει να καταβληθούν ή να υπολογιστούν λογιστικώς κατά τη μετατροπή τους σε ευρώ δεν είναι προφανώς αντίθετες προς τις επιταγές ασφαλείας δικαίου και προστασίας της εμπιστοσύνης των οικονομικών παραγόντων, ιδίως δε των καταναλωτών, που διέπουν τους κανονισμούς 1103/97 και 974/98.
23. Στην υπό κρίση όμως υπόθεση, ο Γάλλος νομοθέτης προέβη, με την ordonnance 2000‑916, σε προσαρμογή του ποσού του φόρου επί των αλεύρων από 15,24 στο αμέσως υψηλότερο ποσό ευρώ, ήτοι στα 16 ευρώ. Μια τέτοια πράξη συνεπάγεται αύξηση του ύψους του εν λόγω του φόρου που υπερβαίνει κατά πολύ το περιθώριο διακύμανσης που είναι ανεκτό βάσει των κοινοτικών κανόνων που αφορούν τη μετατροπή σε ευρώ. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν μπορεί να γίνει λόγος για στρογγυλοποίηση πραγματοποιηθείσα κατά τρόπο σύμφωνο προς τους εν λόγω κοινοτικούς κανόνες.
24. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, ωστόσο, να είναι ελεύθερα να προβαίνουν σε αύξηση όπως αυτή την οποία εισήγαγε η ordonnance 2000‑916. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει και αυτή την ίδια άποψη.
25. Αφενός, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι κανονισμοί 1103/97 και 974/98 ουδόλως έθιξαν τη φορολογική αρμοδιότητα των κρατών μελών και την ευχέρειά τους να αυξάνουν, όταν το θεωρούν σκόπιμο, το ύψος των φόρων τους. Τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να προβαίνουν σε τέτοιες αυξήσεις με τις ίδιες νομικές πράξεις με τις οποίες προβαίνουν σε πράξεις μετατροπής σε ευρώ των ποσών των φόρων αυτών.
26. Αφετέρου, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η ordonnance 2000‑916 πραγματοποιεί μια προσαρμογή ποσών η οποία διακρίνεται εννοιολογικώς από τη μετατροπή σε ευρώ. Μόνο για την τελευταία αυτή υπάρχει υποχρέωση τηρήσεως των κανόνων που προβλέπουν οι κανονισμοί 1103/97 και 974/98. Η προσαρμογή ποσών, ως πράξη διακρινόμενη από τη μετατροπή σε ευρώ, παρέχει τη δυνατότητα στον Γάλλο νομοθέτη, ιδίως για λόγους ευανάγνωστου και απομνημονεύσεως των ποσών, να προβαίνει σε αυξήσεις των φόρων οι οποίοι προσαρμόστηκαν. Έτσι, στη σχετική με την ordonnance 2000‑916 έκθεση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αναφέρεται ότι «[τ]ο αποτέλεσμα που προκύπτει από την εφαρμογή [των κανονισμών 1103/97 και 974/98] δεν θα είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εύκολο να αναγνωσθεί και να απομνημονευθεί, πράγμα που ενέχει τον κίνδυνο, κατά συνέπεια, να καταστεί δυσχερέστερη η εφαρμογή των νομοθετημάτων στα οποία περιλαμβάνονται οι επίμαχες νομισματικές αναφορές». Τονίζεται επιπλέον ότι, «προκειμένου να διατηρηθεί η σαφήνεια της νομοθεσίας και να διευκολυνθεί η καλή εφαρμογή της, είναι συνεπώς αναγκαίο να καθορισθούν τα νομισματικά ποσά που προβλέπουν ορισμένα νομοθετήματα σε αξίες εκφρασμένες σε ευρώ χωρίς δεκαδικά ή σε σημαντικότερες αξίες». Ομοίως, προκειμένου να διατηρηθεί το ευανάγνωστο των κειμένων, η ίδια έκθεση προβλέπει ότι θα τροποποιηθούν μόνο τα νομισματικά ποσά τα οποία δύσκολα μπορούν να εκφραστούν από δεκαδικούς αριθμούς με δύο δεκαδικά ψηφία μετά την υποδιαστολή. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, μια τέτοια πράξη προσαρμογής δεν διέπεται από τους προπαρατεθέντες κοινοτικούς κανόνες. Οι κανονισμοί αυτοί δεν εμποδίζουν συνεπώς τις εκ μέρους των κρατών μελών προσαρμογές ποσών κατά τη μετάβαση στο ευρώ, όπως αυτή η οποία εφαρμόστηκε στον φόρο επί των αλεύρων και η οποία είχε ως συνέπεια σημαντική αύξηση του ύψους του φόρου αυτού.
27. Η έννοια της προσαρμογής των ποσών, που η Γαλλική Κυβέρνηση διακρίνει από τη μετατροπή σε ευρώ (η οποία, κατ’ αυτήν, είναι η μόνη που καλύπτεται από τους κανονισμούς 1103/97 και 974/98), έχει κεντρική θέση στην επιχειρηματολογία της. Το γεγονός ότι η ordonnance 2000‑916 πραγματοποιεί προσαρμογή των ποσών φόρων, ιδίως δε του ποσού του φόρου επί των αλεύρων, και ότι μια τέτοια πράξη προσαρμογής δεν καλύπτεται από τους εν λόγω κανονισμούς διασφαλίζει, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, την απουσία οποιουδήποτε ασυμβάτου προς τους κανονισμούς αυτούς.
28. Συμφωνώ με τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή ως προς το ότι τα κράτη που μετέχουν στο ευρώ παραμένουν ελεύθερα να προσαρμόζουν τα ποσά των φόρων τους, ιδίως για λόγους ευανάγνωστου, και ότι, βεβαίως, παραμένουν ελεύθερα να αποφασίζουν για την αύξησή τους, όταν το κρίνουν σκόπιμο. Τα κράτη μέλη διατηρούν ευρείες αρμοδιότητες στον φορολογικό τομέα (10), συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της αρμοδιότητας αυξήσεως ενός φόρου υπέρ τρίτων όπως ο επίμαχος εν προκειμένω. Πρέπει ωστόσο κατά την άσκηση των ως άνω φορολογικών αρμοδιοτήτων να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο (11). Αναντίρρητα, οι κανονισμοί 1103/97 και 974/98 δεν θίγουν την ικανότητα των δημοσίων αρχών να καθορίζουν ένα νέο υψηλότερο ποσό για ένα φόρο όπως ο επίμαχος εν προκειμένω (12).
29. Ωστόσο, με την ordonnance 2000‑916, ο Γάλλος νομοθέτης θέλησε ρητώς να προβεί σε εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών κατά τημετατροπή σε ευρώ ορισμένων ποσών που εκφράζονταν σε FRF. Ο σκοπός αυτός προκύπτει σαφώς και πρωτίστως από το άρθρο 1 της εν λόγω ordonnance. To άρθρο αυτό ορίζει, συγκεκριμένα, ότι, «σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού [974/98] […], τα ποσά που εκφράζονται σε φράγκα και περιλαμβάνονται στα νομοθετικά κείμενα […] αντικαθίστανται, την 1η Ιανουαρίου 2002, από ποσά σε ευρώ, με εφαρμογήτης επίσημης ισοτιμίας και των κοινοτικών κανόνων στρογγυλοποίησης.» (13) Είναι προφανές ότι η ordonnance αυτή αποσκοπεί, σύμφωνα με το γράμμα της, να αντικαταστήσει από ποσά εκφρασμένα σε ευρώ ορισμένα ποσά τα οποία προηγουμένως εκφράζονταν σε FRF σε ορισμένα νομοθετικά κείμενα, κατ’ εφαρμογήν της επίσημης τιμής μετατροπής και των κανονισμών 1103/97 και 974/98.
30. Το ύψος του φόρου επί των αλεύρων που καθορίστηκε, μετά την εισαγωγή του ευρώ, στα 16 ευρώ, στο παράρτημα IV της ordonnance 2000‑916, αποτελεί το αποτέλεσμα πράξης ταυτόχρονης μετατροπής σε ευρώ (κατ’ εφαρμογήν της επίσημης ισοτιμίας και των κοινοτικών κανόνων μετατροπής), αφενός, και προσαρμογής με αύξηση, αφετέρου. Το άρθρο 2 της ordonnance 2000‑916 προϋποθέτει επίσης ακριβώς το γεγονός ότι στην ίδια νομική πράξη πραγματοποιείται ταυτόχρονα μια τέτοια προσαρμογή, καθώς και η μετατροπή σε ευρώ και η στρογγυλοποίηση σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, όταν ορίζει ότι, «προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή της νομοθεσίας, οι διατάξεις των κεφαλαίων II έως IV αποσκοπούν στην προσαρμογή ορισμένων ποσών σε ευρώ που προκύπτουν από τους [κοινοτικούς] κανόνες μετατροπής που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1.»
31. Η δυσχέρεια της υπό κρίση υποθέσεως προκύπτει, ακριβώς, από το γεγονός ότι διενεργούνται ταυτόχρονα οι πράξεις μετατροπής σε ευρώ του ποσού του φόρου επί των αλεύρων και προσαρμογής με αύξηση του μετατραπέντος ποσού, οι οποίες τέθηκαν σε εφαρμογή με την ordonnance 2000‑916.
32. Οι κανονισμοί 1103/97 και 974/98 δεν εμποδίζουν την πραγματοποίηση με την ίδια νομική πράξη μιας μετατροπής ποσού σε ευρώ και μιας προσαρμογής με αύξηση του ίδιου αυτού ποσού. Η γνώμη μου είναι, κατά συνέπεια, ότι οι κανονισμοί αυτοί δεν αποκλείουν την αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους να μετατρέπει σε ευρώ και να αυξάνει το ποσό ενός φόρου ταυτόχρονα και με την ίδια νομική πράξη.
33. Ωστόσο, το γεγονός ότι το κράτος μέλος αυτό αποφασίζει, αφενός, να εφαρμόσει τους κοινοτικούς κανόνες περί μετατροπής και στρογγυλοποίησης για να εκφράσει εκ νέου σε ευρώ το ποσό ενός φόρου και, αφετέρου, να προβεί ταυτοχρόνως σε αύξηση του φόρου αυτού του επιβάλλει, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του, την τήρηση ορισμένων επιταγών που απορρέουν από την εφαρμογή των εν λόγω κοινοτικών κανονισμών.
34. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το ποσόν του επίμαχου στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως φόρου συνιστά προφανώς σταθερό «όρο» μιας «νομικής πράξης» κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1103/97. Πρόκειται για ένα ποσό το οποίο, κατά τη μετάβαση στο ευρώ, έπρεπε οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο μετατροπής. Κατ’ εφαρμογήν της επίσημης ισοτιμίας και των κοινοτικών κανόνων μετατροπής, μια τέτοια μετατροπή δεν μπορούσε παρά να δώσει ως αποτέλεσμα τα 15,24 ευρώ. Συνεπώς, δεν συμφωνώ συναφώς με την άποψη της Επιτροπής ότι οι κανονισμοί 1103/97 και 974/98 καθορίζουν τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται κατά τη μετατροπή εθνικών νομισμάτων σε ευρώ μόνον όταν οι εκφραζόμενες αξίες υποτίθεται ότι παραμένουν σταθερές, πράγμα το οποίο υποτίθεται ότι δεν ισχύει στην περίπτωση του ποσού ενός φόρου υπέρ τρίτων ο οποίος επιβάλλεται στα άλευρα, όπως ο επίμαχος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, το οποίο μπορεί να αλλάζει εύκολα με απόφαση των δημοσίων αρχών. Ούτε βάσει του γράμματος ούτε βάσει του σκοπού των κανονισμών αυτών μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εφαρμογή τους έπρεπε να αποκλειστεί στην περίπτωση ποσών, όπως αυτό του φόρου επί των αλεύρων, ή ακόμη στην περίπτωση ορισμένων τιμών που επίσης υπόκεινται σε περισσότερο ή λιγότερο συχνές διακυμάνσεις.
35. Οι προβλεπόμενοι στον κανονισμό 1103/97 κανόνες, που στηρίζονται στην αρχή της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων και στον σκοπό της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ, έχουν εφαρμογή σε ένα ποσό όπως το επίμαχο στο πλαίσιο της κύριας δίκης ποσό του φόρου επί των αλεύρων. Οι κανόνες αυτοί που αποσκοπούν στην εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου ακρίβειας δεν επιτρέπουν, ούτε βάσει του γράμματός τους ούτε βάσει του σκοπού τους, καμία στρογγυλοποίηση προς το μεγαλύτερο ποσό ευρώ, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση και η οποία συνεπάγεται σημαντική αύξηση του φόρου αυτού κατά 5 %.
36. Ως «όρος» σε νομοθετικό κείμενο, το ποσόν του φόρου επί των αλεύρων υπόκειται εν προκειμένω στην αρχή της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1103/97, σύμφωνα με το οποίο «[η] καθιέρωση του ευρώ δεν μεταβάλλει τους όρους των νομικών πράξεων». Η αρχή όμως της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων και ο σκοπός της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ επιβάλλουν επίσης, κατά τη γνώμη μου, το να μην έχουν οι οικονομικοί παράγοντες την εσφαλμένη αντίληψη ότι η καθιέρωση του ευρώ προκάλεσε αύξηση του φόρου επί των αλεύρων. Η καθιέρωση του ευρώ δεν αρκεί να μην είναι στην πραγματικότητα άμεσα υπεύθυνη για την αύξηση του εν λόγω φόρου. Τούτο πρέπει επίσης να καθίσταται ευχερώς αντιληπτό από τους οικονομικούς παράγοντες.
37. Η αρχή της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων που θέτει το άρθρο 3 του κανονισμού 1103/97 πρέπει συνεπώς να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιβάλλει στους επιχειρηματίες υποχρέωση διαφάνειας όταν προβαίνουν σε πράξεις μετατροπής σε ευρώ σταθερών ποσών εμφαινομένων σε νομικές πράξεις, ταυτόχρονα με αυξήσεις των ποσών αυτών. Η απαίτηση αυτή περί διαφάνειας, στην οποία αναφέρεται ρητώς η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1103/97, απορρέει επίσης από το υψηλό επίπεδο ακριβείας κατά τη μετατροπή το οποίο προϋποθέτουν τόσο οι αμετακλήτως καθορισθείσες τιμές μετατροπής του ευρώ, που έχουν έξι χαρακτηριστικά ψηφία και τις οποίες καθορίζει ο κανονισμός 2866/98, όσο και οι αυστηροί κανόνες μετατροπής σε ευρώ και στρογγυλοποίησης που προβλέπει ο κανονισμός 1103/97 (14). Μια τέτοια υποχρέωση διαφάνειας επιβάλλεται επίσης στα κράτη μέλη, ιδίως όταν αποφασίζουν, με μία και την αυτή νομική πράξη, να μετατρέψουν σε ευρώ, σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες, το ποσόν ενός φόρου όπως ο επίμαχος εν προκειμένω και, ταυτοχρόνως, να προσαρμόσουν το ποσόν αυτό με την επιβολή αυξήσεως.
38. Ο κανονισμός 1103/97 επιβάλλει, τουτέστιν, όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να αυξήσει ένα φόρο κατά τον ίδιο χρόνο και με την ίδια νομική πράξη που αποσκοπεί σε αντικατάσταση του ποσού του φόρου αυτού σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες μετατροπής, να μπορούν εύκολα οι οικονομικοί παράγοντες να διακρίνουν αυτό που συνιστά, αφενός, το αποτέλεσμα της πράξης μετατροπής σε ευρώ κατά τη μετάβαση στο ενιαίο νόμισμα και, αφετέρου, το αποτέλεσμα της κυρίαρχης αποφάσεως του κράτους αυτού να προσαρμόσει και να αυξήσει το ποσόν του εν λόγω φόρου. Πρόκειται για μια απαίτηση διασφάλισης της διαφάνειας για τους οικονομικούς παράγοντες –που αποτελεί αξία ρητώς αναγνωρισθείσα από τον κοινοτικό νομοθέτη με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1103/97– μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών πραγματικοτήτων: αφενός, της μετατροπής σε ευρώ του ποσού του φόρου επί των αλεύρων και, αφετέρου, της αύξησης του φόρου αυτού. Η διαφάνεια αυτή είναι επίσης αναγκαία για την ορθή κατανόηση εκ μέρους των Ευρωπαίων πολιτών της κατανομής των πολιτικών ευθυνών της Κοινότητας και των κρατών μελών. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να μεταθέσει το πολιτικό κόστος που συνδέεται με την αύξηση ενός φόρου στην Κοινότητα, προβαίνοντας στην αύξηση αυτή υπό το κάλυμμα της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων μετατροπής και στρογγυλοποίησης. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν επίσης αντίθετη προς το πνεύμα της καλής συνεργασίας και εντιμότητας μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας.
39. Το άρθρο 1 της ordonnance 2000‑916 συσχετίζει ρητώς τα νέα ποσά σε ευρώ και την απλή πράξη μετατροπής «κατ’ εφαρμογήν της επίσημης ισοτιμίας και των κοινοτικών κανόνων στρογγυλοποίησης» (15). Αν μπορούσε ελεύθερα να εισαχθεί κατά τρόπο μη διακριτό αύξηση του φόρου επί των αλεύρων, δηλαδή υπό το κάλυμμα της πράξης της αντικατάστασης από ποσά σε ευρώ βάσει των κοινοτικών κανόνων μετατροπής, θα υφίστατο παραβίαση της αρχής της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων, καθώς και παράβαση του σκοπού της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ, που ρητώς καθιερώνονται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1103/97. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαφύλαξη αυτών των επιταγών της συνέχειας και της ουδετερότητας είναι ουσιώδης για να θεμελιωθεί η εμπιστοσύνη των οικονομικών παραγόντων στο ευρώ. Μια τέτοια εμπιστοσύνη στηρίζεται, συγκεκριμένα, στην εγγύηση ότι η μετατροπή των ποσών σε ευρώ, κατά την καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος, δεν συνεπάγεται, αυτή καθεαυτήν, αυξήσεις των ποσών αυτών.
40. Αν ένα κράτος μέλος ήταν ελεύθερο, κατά την ίδια στιγμή που προβαίνει στη μετατροπή σε ευρώ των ποσών των φόρων του σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες, να εισάγει αδιακρίτως αυξήσεις των ποσών αυτών, οι κανόνες τους οποίους προβλέπουν οι κανονισμοί 1103/97 και 974/98 και οι οποίοι επιβάλλουν υψηλό επίπεδο ακρίβειας δεν θα ήσαν τελικώς παρά προαιρετικοί κανόνες για τα κράτη μέλη. Οι κοινοτικοί κανονισμοί όμως που αφορούν τη μετατροπή και τη στρογγυλοποίηση ποσών σε ευρώ δεν έχουν μόνον εφαρμογή στους ιδιώτες επιχειρηματίες. Τα κράτη μέλη υπόκεινται επίσης σε αυτούς τους κοινοτικούς κανόνες όταν προβαίνουν στη μετατροπή σε ευρώ των ποσών των φόρων τους, όπως είναι ο επίμαχος εν προκειμένω φόρος επί των αλεύρων. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει επίσης την αρμοδιότητα να αυξάνει τα ποσά αυτά, όπως κατ’ αρχήν ένας οικονομικός παράγοντας είναι επίσης ελεύθερος να αυξάνει την τιμή των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προσφέρει στην αγορά, δεν συνεπάγεται ότι υποχρεούται λιγότερο να τηρεί τους κοινοτικούς κανόνες που αφορούν τη μετατροπή ποσών σε ευρώ.
41. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται, ακριβώς, από τις εκθέσεις τις οποίες επικαλέστηκε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και σύμφωνα με τις οποίες «το βάρος του δημόσιου τομέα στην οικονομία προσδίδει παραδειγματική αξία στις επιλογές του. Οι περισσότερες δημόσιες διοικήσεις προτίθενται να δώσουν το παράδειγμα μέσω μιας συνολικά ουδέτερης ή ευνοϊκής για το κοινό μετάβασης των τιμολογίων τους στο ευρώ και αποφεύγοντας τις αυξήσεις στην περίοδο της μετάβασης» (16). Ομοίως, σύμφωνα με μια άλλη ανακοίνωση την οποία επίσης ανέφερε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, «το κοινό φοβάται ολοένα και περισσότερο ενδεχόμενες καταχρήσεις κατά τη μετατροπή των τιμών και έχουν ήδη καταγραφεί καταγγελίες συναφώς σε διάφορες χώρες που αφορούν τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Τα κράτη μέλη δεσμεύθηκαν ως προς την ουδετερότητα των πράξεων μετατροπής των τιμολογίων του δημοσίου ή ότι οι μετατροπές αυτές να είναι συνολικά υπέρ του πολίτη» (17).
42. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, ο Γάλλος νομοθέτης τήρησε την αρχή της συνέχειας των όρων των νομικών πράξεων και τον σκοπό της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ, λόγω του ότι τήρησε μια συνολική ουδετερότητα. Η ουδετερότητα αυτή παρέχει προφανώς, κατά την Επιτροπή, τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να αποφασίζει, όσον αφορά τα διάφορα ποσά των τιμολογίων ή των φόρων που περιλαμβάνονται σε μία και την αυτή νομική πράξη, την κατά το δοκούν αύξηση ορισμένων από τα ποσά αυτά από 15,24 σε 16 ευρώ, και τη μείωση άλλων ποσών από 15,24 σε 15 ευρώ (18). Μια τόσο ασαφής και αδιευκρίνιστη συνολική ουδετερότητα καθιστά δυνατές κάθε είδους στρατηγικές επιλογές όσον αφορά τα ποσά που πρέπει να αυξηθούν και να μειωθούν. Η ουδετερότητα αυτή πόρρω απέχει από το υψηλό επίπεδο ακρίβειας κατά τη μετατροπή σε ευρώ το οποίο επιβάλλει ο κοινοτικός νομοθέτης, καθώς και από την αρχή της συνέχειας των όρων των νομικών πράξεων και τον σκοπό της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ, που καθιερώνονται ρητώς με τον κανονισμό 1103/97. Το σχετικό ποσόν του φόρου επί των αλεύρων αποτελεί, αυτό καθεαυτό, έναν «όρο» μιας νομικής πράξης πολύ διαφορετικό από τα λοιπά ποσά των άλλων φόρων τους οποίους επίσης αναφέρει η ίδια αυτή νομική πράξη. Οι οικονομικοί παράγοντες που πρόκειται να υποστούν την αύξηση του φόρου επί των αλεύρων δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς οι οποίοι θα επωφεληθούν από τις ενδεχόμενες μειώσεις άλλων φόρων οι οποίοι μετετράπησαν σε ευρώ με την ίδια νομική πράξη. Το ποσόν του φόρου επί των αλεύρων υπόκειται αυτό καθεαυτό, και όχι συνολικά θεωρούμενο μαζί με τα ποσά των λοιπών φόρων που επίσης μετετράπησαν σε ευρώ με την ordonnance 2000‑916, στις επιταγές της συνέχειας και της ουδετερότητας.
43. Όσον αφορά τους οικονομικούς παράγοντες, ειδικότερα στα κράτη μέλη όπου έχει ξεκινήσει μια διαδικασία λήψεως αποφάσεως όσον αφορά ενδεχόμενη προσχώρηση στο νέο νόμισμα, το να γίνει δεκτό ότι το κράτος είναι ελεύθερο να μετατρέπει σε ευρώ τα ποσά ορισμένων τιμολογίων του ή φόρων του και να προβαίνει στην αύξησή τους υπό την κάλυψη των πράξεων μετατροπής θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη τους στην καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος. Η καθιέρωση του ευρώ θα καθίστατο, στην αντίληψη των οικονομικών παραγόντων, υπεύθυνη για τις αυξήσεις των φόρων, ενώ μια τέτοια αύξηση θα έπρεπε να καταλογιστεί αποκλειστικά στις αρχές του κράτους, οι οποίες έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα για να αποφασίζουν μια τέτοια αύξηση.
44. Η αρχή της συνέχειας των συμβάσεων και των λοιπών νομικών πράξεων και ο σκοπός της ουδετερότητας της μετάβασης στο ευρώ, σε σχέση με τα ποσά που πρόκειται να μετατραπούν, επιβάλλουν, κατά συνέπεια, η προσαρμογή με αύξηση του ποσού ενός φόρου όπως ο επίμαχος εν προκειμένω, όταν πραγματοποιείται ταυτόχρονα με μετατροπή σε ευρώ του ποσού αυτού και με την ίδια νομική πράξη, να γίνεται με απόλυτη διαφάνεια για τους οικονομικούς παράγοντες. Επομένως, αν ταυτόχρονα με τη μετατροπή σε ευρώ του ποσού αυτού πραγματοποιείται αύξηση του ποσού ενός φόρου, το νομοθετικό κείμενο που θέτει σε εφαρμογή μια τέτοια ταυτόχρονη πράξη μετατροπής και αύξησης πρέπει να διακρίνει με σαφήνεια και διαφάνεια, για κάθε ποσό που υπέστη ταυτόχρονα μια τέτοια μετατροπή και μια τέτοια αύξηση, αυτό που συνιστά το αποτέλεσμα της μετατροπής σε ευρώ και αυτό που συνιστά το αποτέλεσμα αποφάσεως των δημοσίων αρχών να αυξήσουν το ποσόν του εν λόγω φόρου. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, υπό το φως των προεκτεθεισών σκέψεων, αν διασφαλίστηκε μια τέτοια διαφάνεια με την ordonnance 2000‑916 όσον αφορά ειδικώς τη μετατροπή σε ευρώ και την αύξηση του φόρου επί των αλεύρων.
III – Πρόταση
45. Κατόπιν των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το tribunal de grande instance de Brive‑la‑Gaillarde:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1997, σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν την εισαγωγή του ευρώ, έχει την έννοια ότι, όταν μια προσαρμογή με αύξηση του ποσού ενός υπέρ τρίτων φόρου επί των αλεύρων, όπως ο φόρος που επιβάλλεται στις ποσότητες αλεύρων, σιμιγδαλιού και πλιγουριού μαλακού σίτου που παραδίδονται ή χρησιμοποιούνται για κατανάλωση από ανθρώπους, πραγματοποιείται ταυτόχρονα με τη μετατροπή σε ευρώ του ποσού του εν λόγω φόρου, το νομοθετικό κείμενο που θέτει σε εφαρμογή μια τέτοια ταυτόχρονη πράξη μετατροπής και αύξησης πρέπει να διακρίνει, με σαφήνεια και διαφάνεια, για κάθε ποσό που υπέστη ταυτόχρονα μια τέτοια μετατροπή και μια τέτοια αύξηση, αυτό που συνιστά το αποτέλεσμα της μετατροπής σε ευρώ και αυτό που συνιστά το αποτέλεσμα της απόφασης των δημοσίων αρχών να αυξήσουν το ποσόν του εν λόγω φόρου. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν μια τέτοια διαφάνεια διασφαλίστηκε από τη την ordonnance 2000‑916, της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, περί προσαρμογής της αξίας σε ευρώ ορισμένων ποσών που εκφράζονται σε γαλλικά φράγκα στα νομοθετικά κείμενα, όσον αφορά ειδικώς τη μετατροπή σε ευρώ και την αύξηση του επίμαχου εν προκειμένω φόρου επί των αλεύρων.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – EE L 162, σ. 1.
3 – EE L 139, σ. 1.
4 – EE L 359, σ. 1.
5 – Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑19/03 (Συλλογή 2004, σ. I‑8183).
6 – Βλ., ειδικότερα, σκέψη 31 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Verbraucher‑Zentrale Hamburg.
7 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Verbraucher‑Zentrale Hamburg, σκέψη 57 και σημείο 2 του διατακτικού.
8 – Σκέψη 32.
9 – Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Verbraucher‑Zentrale Hamburg, ότι ο κανονισμός 1103/97 «θεσπίζει ελάχιστους κανόνες για τις στρογγυλοποιήσεις ορισμένων ποσών, αφήνοντας τις εθνικές αρχές να μεριμνήσουν για τη διατήρηση ή τη θέσπιση κανόνων που θα συμβάλουν καλύτερα στην επίτευξη του σκοπού της ουδετερότητας κατά τη μετάβαση στο ενιαίο νόμισμα». Βλ., επίσης, ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1103/97.
10 – Βλ., γενικώς, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 55/83, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 683, σκέψη 11).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1995, C‑279/93, Schumacker (Συλλογή 1995, σ. I‑225, σκέψη 21)· της 8ης Μαρτίου 2001, C‑397/98 και C‑410/98, Metallgesellschaft κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑1727, σκέψη 37)· της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑319/02, Manninen (Συλλογή 2004, σ. I‑7477, σκέψη 19)· απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑446/03, Marks & Spencer (Συλλογή 2005, σ. I‑10837, σκέψη 29), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑196/04, Cadbury Schweppes (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 40). Βλ., επίσης, υπό την ίδια έννοια, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1993, C‑72/92, Herbert Scharbatke (Συλλογή 1993, σ. I‑5509), και της 23ης Απριλίου 2002, C‑234/99, Nygard (Συλλογή 2002, σ. I‑3657).
12 – Δεν θα εξετάσω το ζήτημα, το οποίο εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των γαλλικών δικαστηρίων, αν η Γαλλική Κυβέρνηση, προβαίνοντας, με την ordonnance 2000‑916, σε αύξηση κατά 5 % περίπου του φόρου επί των αλεύρων, ενήργησε στο πλαίσιο της εξουσιοδοτήσεως που της παρέσχε ο νόμος 2000‑517. Η Γαλλική Κυβέρνηση διακρίνει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, μεταξύ προσαρμογής και αυξήσεως των ποσών, τονίζοντας ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η ordonnance 2000‑916 «προσάρμοσε ταυτόχρονα την αξία σε ευρώ του φόρου αυτού και προέβη σε αύξηση του ύψους του εν λόγω φόρου.»
13 – Η υπογράμμιση δική μου.
14 – Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Verbraucher‑Zentrale Hamburg, σκέψη 32.
15 – Ακόμη και η έκθεση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σχετικά με την ordonnance 2000-916, περιορίζεται στο να αναφέρει ότι ο σκοπός της διατηρήσεως της σαφήνειας της νομοθεσίας και της διευκολύνσεως της ορθής εφαρμογής της μπορεί να δικαιολογήσει καθορισμό των ποσών σε αξίες εκφρασμένες σε ευρώ χωρίς δεκαδικά ψηφία ή σε μεγαλύτερες αξίες. Ουδεμία αναφορά γίνεται στον σκοπό της ταυτόχρονης αύξησης του ποσού ορισμένων από τους φόρους αυτούς.
16 – Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, της 3ης Απριλίου 2001 – Έκθεση σχετικά με τις προετοιμασίες για την τελική εισαγωγή των χαρτονομισμάτων και των κερμάτων ευρώ [COM (2001) 190 τελικό, σ. 45]. Η υπογράμμιση δική μου.
17 – Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, της 10ης Οκτωβρίου 2001 – Δεύτερη έκθεση σχετικά με την προετοιμασία για την εισαγωγή των χαρτονομισμάτων και κερμάτων σε ευρώ [COM (2001) 561 τελικό, σ. 3]. Η υπογράμμιση δική μου.
18 – Βλ., όσον αφορά την απόρριψη αντίστοιχου επιχειρήματος, τις προτάσεις μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Verbraucher‑Zentrale Hamburg, σημεία 57 επ.
Full & Egal Universal Law Academy