ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 28ης Ιουνίου 2007 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑396/05, C‑419/05 και C‑450/05
Doris Habelt,
Martha Möser,
Peter Wachter
κατά
Deutsche Rentenversicherung Bund
[αίτηση του Sozialgericht Berlin και του Landessozialgericht Berlin-Brandenburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Πεδίο εφαρμογής – Συντάξεις γήρατος – Νομικός χαρακτηρισμός παροχών και νομιμότητα της προϋποθέσεως του τόπου κατοικίας – Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Εξαγωγή κοινωνικοασφαλιστικών παροχών – Συστήματα παροχών υπέρ των θυμάτων του πολέμου και των συνεπειών του – Συνταξιοδοτικές αξιώσεις εκπατρισθέντων γερμανικής καταγωγής από την Πομερανία, τη Σουδητία και τη Ρουμανία»
Περιεχόμενα
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Ο κανονισμός 1408/71
2. Η σύμβαση της 22ας Δεκεμβρίου 1966 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Αυστριακής Δημοκρατίας σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση
Β – Η γερμανική ρύθμιση
III – Οι κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα
1. Η υπόθεση C‑396/05
2. Η υπόθεση C‑419/05
3. Η υπόθεση C‑450/05
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
V – Νομική εκτίμηση
Α – Επί των υποθέσεων C‑396/05 και C‑419/05
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
2. Η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
α) Η υπαγωγή των παροχών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως
i) Το υποκειμενικό προστατευτικό πεδίο
ii) Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής
– Οριοθέτηση σε σχέση με τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα
– Οριοθέτηση σε σχέση με τις παροχές υπέρ των θυμάτων του πολέμου και των συνεπειών του
– Η νομική ισχύς της δηλώσεως δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71
3. Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μέσω της ρήτρας κατοικίας
4. Δικαιολογία του περιορισμού του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
α) Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
β) Νομική εκτίμηση
Β – Επί της υποθέσεως C‑450/05
1. Το πρώτο σκέλος
α) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
β) Η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
i) Το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής και το διασυνοριακό στοιχείο συνδέσεως
ii) Το χρονικό πεδίο εφαρμογής
iii) Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής
– Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
– Νομική εκτίμηση
γ) Ύπαρξη εξαιρέσεως
i) Επί των μεταβατικών ρυθμίσεων της διμερούς συμφωνίας του 1995 και του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71
ii) Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
– Απώλεια ενός κοινωνικοασφαλιστικού πλεονεκτήματος
– Προσβολή του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
2. Δεύτερο σκέλος του ερωτήματος
VI – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Αφετηρία αυτών των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων είναι τρεις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Sozialgericht Berlin (υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05) καθώς και το Landessozialgericht Berlin-Brandenburg (υπόθεση C‑450/05), με τις οποίες ζητούν από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να προβεί δυνάμει του άρθρου 234, παράγραφος 1, ΕΚ στην ερμηνεία και τον έλεγχο της συμβατότητας ορισμένων διατάξεων των παραρτημάτων ΙΙΙ και VI του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (2) (στο εξής: κανονισμός 1408/71), με αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
2. Σκοπός εκάστης των επίμαχων διατάξεων των παραρτημάτων III και VI του κανονισμού 1408/71 είναι να παράσχει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις διεθνούς δικαίου με τη Δημοκρατία της Αυστρίας ή να διατηρεί σε ισχύ εθνικές ρυθμίσεις στον τομέα των παροχών γήρατος για πρόσφυγες και επαναπατριζόμενους γερμανικής καταγωγής τις οποίες δεν πρέπει να θίξουν οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71, κυρίως δε το άρθρο 10 που αφορά την εξαγωγιμότητα των παροχών. Παρά την ύπαρξη ορισμένων διαφορών νομοτεχνικού χαρακτήρα, οι ρυθμίσεις αυτές προβλέπουν κατ’ ουσίαν ότι οι δικαιούχοι πρέπει να αποδεχτούν περικοπές, ή ακόμη και την απώλεια των παροχών αυτών, στην περίπτωση που μεταφέρουν την κατοικία τους εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3. Οι προσφεύγοντες στις κύριες δίκες, άπαντες αναγνωρισθέντες ως πρόσφυγες γερμανικής καταγωγής βάσει των συναφών γερμανικών νομοθετικών διατάξεων, θίγονται προσωπικά από τις ρυθμίσεις αυτές λόγω της αποφάσεώς τους να εγκατασταθούν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Οι προσφεύγοντες φρονούν ότι οι εισάγουσες εξαίρεση διατάξεις των παραρτημάτων III και VI του κανονισμού 1408/71 αντιβαίνουν στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας που κατοχυρώνουν τα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ και, ιδίως, στην αρχή της εξαγωγιμότητας των παροχών του άρθρου 42 ΕΚ και, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρες, δεδομένου ότι δεν συνάδουν με αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Ο κανονισμός 1408/71
4. Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
[...]
γ) παροχές γήρατος,
[...]
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότου ή του πλοιοκτήτου εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
[...]
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια, ούτε για τα συστήματα παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του, ούτε για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων.»
5. Το άρθρο 6 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει:
«Στο πλαίσιο του προσωπικού και του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής του ο παρών κανονισμός αντικαθιστά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 7, 8 και 46, παράγραφος 4, οποιαδήποτε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέει:
α) είτε αποκλειστικά δύο ή περισσότερα κράτη μέλη·
β) είτε δύο τουλάχιστον κράτη μέλη και ένα ή περισσότερα άλλα κράτη, εφόσον πρόκειται για περιπτώσεις στη ρύθμιση των οποίων δεν καλείται να παρέμβει φορέας ενός από τα τελευταία αυτά κράτη.»
6. Το άρθρο 7 του ως άνω κανονισμού σχετικά με τις διεθνείς διατάξεις που δεν θίγει ο κανονισμός ορίζει στην παράγραφό του 2, στοιχείο γ΄:
«ορισμένες διατάξεις συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως [...] εφόσον οι εν λόγω διατάξεις είναι καταχωρισμένες στο παράρτημα ΙΙΙ.»
7. Το παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, του κανονισμού 1408/71 παραθέτει τις διατάξεις της συμβάσεως που εξακολουθούν να ισχύουν ή να εφαρμόζονται, και ορίζει στο σημείο 35, Γερμανία-Αυστρία, σημείο ε΄, ότι:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της συμβάσεως [της 22ας Δεκεμβρίου 1996 περί της κοινωνικής ασφαλίσεως] όσον αφορά τη γερμανική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία τα ατυχήματα (και οι επαγγελματικές ασθένειες) που συμβαίνουν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι περίοδοι που συμπληρώνονται εκτός του εδάφους αυτής, δεν παρέχουν δικαίωμα παροχών ή παρέχουν τέτοιο δικαίωμα μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όταν οι δικαιούχοι κατοικούν εκτός του εδάφους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες:
i) η παροχή χορηγείται ήδη ή είναι απαιτητή κατά την 1η Ιανουαρίου 1994,
ii) ο δικαιούχος είχε ήδη τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, η δε καταβολή των συντάξεων που οφείλονται βάσει της ασφαλίσεως συντάξεως και ατυχήματος αρχίζει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994, αυτό ισχύει και για τις περιόδους είσπραξης άλλης σύνταξης, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης επιζώντος, που αντικαθιστά την πρώτη, εφόσον οι περίοδοι είσπραξης ακολουθούν η μια την άλλη χωρίς διακοπή.»
8. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει:
«Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθενείας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης.»
9. Το άρθρο 89 του κανονισμού προβλέπει:
«Οι ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών αναφέρονται στο παράρτημα VI.»
10. Το παράρτημα VI, μέρος Γ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει:
«Οι διατάξεις του άρθρου 10 του κανονισμού δεν θίγουν τις διατάξεις δυνάμει των οποίων τα ατυχήματα (και οι επαγγελματικές ασθένειες) που συμβαίνουν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς και οι περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί εκτός αυτής, δεν συνεπάγονται καθόλου ή συνεπάγονται μόνον υπό ορισμένους όρους την πληρωμή παροχών, εφόσον οι ασφαλισμένοι κατοικούν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.»
2. Η σύμβαση της 22ας Δεκεμβρίου 1966 μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Αυστριακής Δημοκρατίας σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση
11. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Αυστριακής Δημοκρατίας σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση προβλέπει:
«Καθό μέτρο η παρούσα σύμβαση δεν ορίζει άλλως, οι νομοθετικές διατάξεις ενός συμβαλλόμενου κράτους, βάσει των οποίων η γένεση αξιώσεων για παροχές ή η χορήγηση παροχών ή η καταβολή χρηματικών παροχών εξαρτάται από τη διαμονή στην ημεδαπή, δεν ισχύει για τα πρόσωπα που μνημονεύει το άρθρο 3, τα οποία διαμένουν εντός του άλλου συμβαλλόμενου κράτους.»
Β – Η γερμανική ρύθμιση
12. Το άρθρο 110 του βιβλίου VI του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως εκ του –νόμου προβλεπόμενη συνταξιοδοτική ασφάλιση (Sozialgesetzbuchs VI – Gesetzliche Rentenversicherung, στο εξής: SGB VI) προβλέπει:
«1. Οι δικαιούχοι που διαμένουν προσωρινά μόνο στην αλλοδαπή, λαμβάνουν παροχές για το διάστημα αυτό όπως οι δικαιούχοι που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην ημεδαπή.
2. Οι δικαιούχοι που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην αλλοδαπή λαμβάνουν τις παροχές αυτές, εφόσον δεν ορίζουν διαφορετικά οι ακόλουθες διατάξεις περί παροχών προς δικαιούχους στην αλλοδαπή.
3. Οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού εφαρμόζονται μόνον εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη βάσει υπερκρατικού ή διεθνούς δικαίου.»
13. Το άρθρο 113 του SGB VI προβλέπει:
«1) Τα προσωπικά μόρια συντάξεως των δικαιούχων προσδιορίζονται βάσει των
1. μορίων συντάξεων βάσει περιόδων καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
[...]
Περίοδοι καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι οι περίοδοι για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές βάσει του ισχύοντος μετά τις 8 Μαΐου 1945 ομοσπονδιακού δικαίου και οι περίοδοι καταβολής εισφορών που εξομοιούνται με αυτές βάσει του 5ου κεφαλαίου.
2) Η προσαύξηση σε προσωπικά μόρια συντάξεως στην περίπτωση δικαιούχων συντάξεως ορφανού υπολογίζεται αποκλειστικά βάσει των περιόδων καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
3) Τα προσωπικά μόρια συντάξεως των δικαιούχων, οι οποίοι δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους στο οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, λαμβάνονται υπόψη κατά 70 %.»
14. Το άρθρο 271 του SGB VI προβλέπει:
«Περίοδοι καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας είναι και οι περίοδοι για τις οποίες κατεβλήθησαν, βάσει των ασφαλιστικών νόμων του Γερμανικού Ράιχ που ίσχυσαν πριν από τις 9 Μαΐου 1945,
1. υποχρεωτικές εισφορές για μισθωτή ή μη μισθωτή εργασία στην ημεδαπή, ή
2. προαιρετικές εισφορές για το διάστημα της συνήθους διαμονής στην ημεδαπή ή εκτός του εκάστοτε πεδίου ισχύος των ασφαλιστικών νόμων του Γερμανικού Ράιχ.
Οι περίοδοι ανατροφής τέκνων αποτελούν περιόδους καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εφόσον η ανατροφή του τέκνου έλαβε χώρα στην επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.»
15. Το άρθρο 272 του SGB VI προβλέπει:
«1. Τα προσωπικά μόρια συντάξεως των δικαιούχων που έχουν την ιθαγένεια ενός από τα κράτη στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, που έχουν γεννηθεί προ της 19ης Μαΐου 1950 και που έχουν αποκτήσει τη συνήθη διαμονή τους στην αλλοδαπή προ της 19ης Μαΐου 1990, υπολογίζονται επιπλέον βάσει
1. των μορίων συντάξεως για περιόδους καταβολής εισφορών δυνάμει του νόμου περί εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ύψος των μορίων συντάξεως για περιόδους καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
2. της προσαυξήσεως της παροχής για περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, μέχρι του ύψους της προσαυξήσεως της παροχής για περιόδους καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
3. της αφαιρέσεως των μορίων συντάξεως λόγω της εξισώσεως των συντάξεων για τις περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, κατ’ αναλογίαν των συνταξιοδοτικών μορίων που περιορίζονται στο σημείο 1 και αφορούν τις περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή προς το σύνολο των μορίων συντάξεως σε σχέση με τις περιόδους αυτές και
4. των συμπληρωματικών προσωπικών μορίων συντάξεως που αφορούν τις συντάξεις ορφανού για τις περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή κατά την αναλογία που προκύπτει από το σημείο 3.
2) Τα μόρια συντάξεως που αντιστοιχούν στις περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, που πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1 επί τη βάσει των μορίων συντάξεως (ανατολή), θεωρούνται ως μόρια συντάξεως (ανατολή).
3) Στα μόρια συντάξεως δικαιούχων κατά την έννοια της παραγράφου 1, τα οποία πρέπει να υπολογίζονται κατ’ ανώτατο όριο μέχρι το ύψος των μορίων συντάξεως για περιόδους καταβολής εισφορών εντός της επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, περιλαμβάνονται και περίοδοι ασφαλίσεως εντός της επικράτειας του Γερμανικού Ράιχ. Κατά τον υπολογισμό των μορίων συντάξεως βάσει συμπληρωματικής παροχής, βάσει μειώσεως λόγω εξισώσεως των συντάξεων και για την προσαύξηση σε σύνταξη ορφανού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν εντός της επικράτειας του Γερμανικού Ράιχ σαν να επρόκειτο για περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή.»
16. Το άρθρο 14 του νόμου σχετικά με τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή (Fremdrentengesetz, στο εξής: FRG) προβλέπει:
«Καθό μέτρο οι επόμενες διατάξεις δεν ορίζουν άλλως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δικαιούχων βάσει του παρόντος τμήματος διέπονται από τις γενικές διατάξεις που ισχύουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.»
III – Οι κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα
1. Η υπόθεση C‑396/05
17. Η Doris Habelt, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η οποία γεννήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923 στο Eulau (Jilové) στη Σουδητία (της τότε Τσεχοσλοβακίας, νυν Τσεχικής Δημοκρατίας), Γερμανίδα υπήκοος, εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου 1939 και Μαΐου 1946 στο Eulau. Από 1ης Ιανουαρίου 1939 μέχρι 30 Απριλίου 1945 κατέβαλε υποχρεωτικές εισφορές στο γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα και συγκεκριμένα στην τότε Reichsversicherungsanstalt für Angestellte, η οποία ήταν ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας μετά την προσάρτηση της Σουδητίας στο Γερμανικό Ράιχ. Από 5 Μαΐου 1945 μέχρι 13 Μαΐου 1946 υπαγόταν στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως της τότε Τσεχοσλοβακίας. Μετά την απέλασή της, η προσφεύγουσα κατοικούσε εντός της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
18. Από 1ης Φεβρουαρίου 1988, η D. Habelt λαμβάνει σύνταξη γήρατος από το καθού στην κύρια δίκη. Ως βάση για τον υπολογισμό της συντάξεως ελήφθησαν υπόψη, πέραν των περιόδων που αφιερώθηκαν στην ανατροφή τέκνων, και οι περίοδοι καταβολής προαιρετικών εισφορών καθώς και οι υποχρεωτικές εισφορές που είχε καταβάλει στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της εντός της σημερινής Τσεχικής Δημοκρατίας κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1939 μέχρι τις 30 Απριλίου 1945 καθώς και οι εξομοιούμενες περίοδοι ασφαλίσεως που είχε συμπληρώσει στην αλλοδαπή βάσει του FRG κατά το χρονικό διάστημα από 5 Μαΐου 1945 μέχρι 13 Μαΐου 1946 κατά το οποίο η προσφεύγουσα εργαζόταν στην τότε Τσεχοσλοβακία υπαγόμενη σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως.
19. Μετά τη μετοίκηση της D. Habelt στο Βέλγιο από 1ης Αυγούστου 2001, το καθού στην κύρια δίκη υπολόγισε εκ νέου τη σύνταξη της προσφεύγουσας και της χορήγησε, με ισχύ από 1ης Δεκεμβρίου 2001, μηνιαία μεικτή σύνταξη ύψους 204,50 DEM (l04,56 ευρώ). Με τον τρόπο αυτό μειώθηκε η μέχρι τούδε μηνιαία σύνταξή της κατά 438,05 DEM (223,96 ευρώ).
20. Το καθού υποστήριξε ότι κατά την καταβολή συντάξεως στο πλαίσιο του προβλεπόμενου εκ του νόμου συνταξιοδοτικού συστήματος σε συνταξιούχους που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές διατάξεις, ήτοι εν προκειμένω, το άρθρο 113 του SGB VI. Βάσει της διατάξεως αυτής, τα προσωπικά μόρια συντάξεως των δικαιούχων (συντάξεως) υπολογίζονται βάσει των μορίων συντάξεως που αντιστοιχούν σε περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Τέτοιες είναι οι περίοδοι για τις οποίες καταβλήθηκαν οι εισφορές βάσει του ισχύοντος μετά το 1945 ομοσπονδιακού δικαίου και οι εξομοιούμενες με αυτές περίοδοι βάσει του 5ου κεφαλαίου του SGB VI. Ως εκ τούτου, οι περίοδοι καταβολής εισφορών που συμπλήρωσε η προσφεύγουσα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1939 μέχρι τον Απρίλιο του 1945 στο πλαίσιο εργασίας της στη Σουδητία δεν καταβλήθηκαν βάσει του γερμανικού ομοσπονδιακού δικαίου που ίσχυε από το 1945.
21. Το άρθρο 271 του SGB VI ορίζει ποιες εισφορές που καταβλήθηκαν προ της 9ης Μαΐου 1945 πρέπει να θεωρούνται ως περίοδοι καταβολής εισφορών που πραγματοποιήθηκαν εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά την έννοια του άρθρου 113, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB VI. Κατά το άρθρο αυτό, περίοδοι καταβολής εισφορών εντός του Ομοσπονδιακού εδάφους αποτελούν και οι περίοδοι κατά τις οποίες καταβλήθηκαν υποχρεωτικές εισφορές για μισθωτή ή μη μισθωτή εργασία στην ημεδαπή βάσει των νόμων περί κοινωνικής ασφαλίσεως του Γερμανικού Ράιχ που ίσχυαν προ της 9ης Μαΐου 1945. Με τον όρο «στην ημεδαπή» δεν πρέπει να νοείται το εκάστοτε εδαφικό πεδίο ισχύος των ασφαλιστικών νόμων του Γερμανικού Ράιχ, αλλά μόνον η επικράτεια της νυν Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, οι υποχρεωτικές εισφορές που καταβλήθηκαν δυνάμει των ασφαλιστικών νόμων του τότε Γερμανικού Ράιχ για μισθωτή ή μη μισθωτή εργασία εντός του τότε Γερμανικού Ράιχ, αλλά εκτός της επικράτειας της νυν Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν αποτελούν εισφορές καταβληθείσες εντός της Ομοσπονδιακής επικράτειας. Οι εισφορές που κατέβαλε η D. Habelt από τον Ιανουάριο του 1939 μέχρι τον Απρίλιο του 1945 βάσει της νομοθεσίας του Γερμανικού Ράιχ δεν αποτελούν –κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 271 SGB VI– περιόδους καταβολής εισφορών εντός της Ομοσπονδιακής επικράτειας, διότι η Σουδητία δεν βρίσκεται εντός της επικράτειας της νυν Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
22. Μετά την προσχώρηση της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επήλθε καμία μεταβολή. Κατά το παράρτημα VI, μέρος Δ (πρώην μέρος Γ), Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71, δεν επιτρέπεται η καταβολή παροχής εντός κράτους μέλους βάσει μορίων συντάξεως που αντιστοιχούν στις ασφαλιστικές περιόδους που συμπληρώθηκαν εντός της επικρατείας του Γερμανικού Ράιχ καθώς και στις περιόδους βάσει του FRG.
23. Στις 23 Μαρτίου 2002, η D. Habelt άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης εμπίπτουν στο υποκειμενικό, υλικό και χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείται ο επίμαχος περιορισμός της αρχής της εξαγωγιμότητας των συνταξιοδοτικών παροχών βάσει του παραρτήματος VI, μέρος Δ, σημείο 1, του ως άνω κανονισμού, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«Συμβιβάζεται η διάταξη του παραρτήματος VI, μέρος Δ (πρώην Γ) [υπό την επικεφαλίδα] “Γερμανία”, του κανονισμού 1408/71 [...] με το ανώτερης τυπικής ισχύος κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας –εν προκειμένω, με την επιταγή του άρθρου 42 [ΕΚ] περί εξαγωγής των παροχών–, στο μέτρο κατά το οποίο αποκλείει την καταβολή συντάξεων βάσει περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν επί του εδάφους του Reich;»
2. Η υπόθεση C‑419/05
24. Η Μartha Möser, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, η οποία γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1923 στο Pniewo (Πολωνία), γερμανικής ιθαγενείας, διέφυγε το 1946 από την τότε ρωσική ζώνη κατοχής και εγκαταστάθηκε εντός της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Από 1ης Φεβρουαρίου 1988 λαμβάνει από το καθού στην κύρια δίκη σύνταξη γήρατος για τον υπολογισμό της οποίας ελήφθησαν μεταξύ άλλων υπόψη οι υποχρεωτικές περίοδοι ασφαλίσεως κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Απριλίου 1937 έως 1ης Φεβρουαρίου 1945 κατά την οποία εργάστηκε στην Πομερανία στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ βάσει των συνόρων που είχε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1937 (σημερινή Πολωνία).
25. Μετά την μετοίκηση της προσφεύγουσας στην Ισπανία από 1ης Ιουλίου 2001, υπολογίστηκε εκ νέου το ύψος της συντάξεώς της με ισχύ από 1ης Σεπτεμβρίου 2001. Ως αιτιολογία για την περικοπή της μηνιαίας συντάξεώς της κατά 143,15 ευρώ προβλήθηκε το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που είχε συμπληρώσει εκτός της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα κατοικεί στην αλλοδαπή. Από 1ης Ιουνίου 2004, η Μ. Möser κατοικεί στη Μεγάλη Βρετανία.
26. Κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεών της για την έκδοση αποφάσεως επί των διοικητικών ενστάσεων που είχε υποβάλει, η προσφεύγουσα άσκησε στις 17 Μαΐου 2002 προσφυγή κατά παραλείψεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 2003, το καθού στην κύρια δίκη απέρριψε τη διοικητική ένσταση της προσφεύγουσας.
27. Στις 9 Αυγούστου 2003, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας να ακυρώσει την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2003. Το αιτούν δικαστήριο, στηριζόμενο στις προεκτεθείσες στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑396/05 σκέψεις και αφού διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν έχει αξίωση καταβολής συντάξεως γήρατος βάσει του πολωνικού συνταξιοδοτικού συστήματος, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ίδιο ερώτημα με αυτό που υπέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑396/05.
3. Η υπόθεση C‑450/05
28. Ο Ρeter Wachter, προσφεύγων στην κύρια δίκη, γεννήθηκε το 1936 στη Ρουμανία. Έχει την αυστριακή ιθαγένεια και έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας κατά την έννοια του ομοσπονδιακού νόμου περί προσφύγων. Ο Ρ. Wachter μετοίκησε το 1970 από τη Ρουμανία στην Αυστρία όπου κατοικεί έκτοτε. Το Νοέμβριο του 1995, το καθού στην κύρια δίκη αναγνώρισε τις περιόδους ασφαλίσεως και απασχολήσεως που είχε συμπληρώσει ο Ρ. Wachter μεταξύ Σεπτεμβρίου του 1953 και Οκτωβρίου του 1972 στη Ρουμανία ως περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως βάσει των διατάξεων του FRG.
29. Τον Ιούνιο του 1999, ο Ρ. Wachter ζήτησε να του χορηγηθεί σύνταξη γήρατος από 1ης Αυγούστου 1999 λόγω συμπληρώσεως του 63ου έτους της ηλικίας του. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, με το σκεπτικό ότι δεν μπορεί να καταβληθεί σύνταξη στην αλλοδαπή βάσει των εξομοιουμένων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή. Έκρινε επίσης ότι δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό ούτε και από τους κοινοτικούς κανονισμούς οι οποίοι αντικατέστησαν τη σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας.
30. Κατόπιν της απορρίψεως της ασκηθείσας κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγής ενώπιον του Sozialgericht Berlin, ο προσφεύγων υποστήριξε με την έφεσή του ότι ως Αυστριακός ο οποίος κατοικεί στην Αυστρία εξομοιωνόταν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994 βάσει της συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως του 1966 μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας με Γερμανό που κατοικούσε στη Γερμανία. Δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή αντικαταστάθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1994 από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71, η αρχή της εξομοιώσεως των εδαφών, την οποία προέβλεπε η σύμβαση αυτή, εξακολουθεί να ισχύει μόνον υπό περιορισμούς (παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35 αντιστοίχως, Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄, καθώς και παράρτημα VI, μέρος Γ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71), πράγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να τίθεται σε δυσμενέστερη μοίρα κατά παράβαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας.
31. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της διμερούς συμβάσεως κοινωνικής ασφαλίσεως του 1966 μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας προέβλεπε δικαίωμα καταβολής συντάξεων, οι οποίες στηρίζονταν σε περιόδους καταβολής εισφορών βάσει του FRG, στην αλλοδαπή. Με τον τρόπο αυτόν προβλεπόταν η απεριόριστη εξομοίωση των εδαφών, δεδομένου ότι η ως άνω σύμβαση απέκλειε την εφαρμογή των διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας που απαγορεύουν αυτού του είδους την εξαγωγή των συντάξεων (άρθρα 110, παράγραφος 2, 113, παράγραφος 1, και 272 του SGB VI). Το αιτούν δικαστήριο έχει επιφυλάξεις ως προς το αν η κατ’ αρχήν αντικατάσταση όλων των διμερών συμβάσεων από τον κανονισμό 1408/71 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στην Αυστρία από 1ης Ιανουαρίου 1994 συνάδει με το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια των άρθρων 39 ΕΚ και 42 ΕΚ.
32. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει σε ορισμένο βαθμό την εξομοίωση των εδαφών. Ωστόσο, η εξομοίωση αυτή καταργήθηκε εκ νέου με τις διατάξεις του παραρτήματος VI, μέρος Γ (νυν μέρος Δ), Γερμανία, σημείο 1, σε σχέση με τις περιόδους καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ, ήτοι σε σχέση με τις περιόδους που συμπληρώθηκαν βάσει του FRG. Εντούτοις, υπάρχει μία –ακριβώς σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως του 1966 μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας– εξαίρεση: το παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, μνημονεύει ορισμένες διατάξεις συμβάσεων κοινωνικής ασφαλίσεως οι οποίες, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6 του κανονισμού (μέρος Α), εξακολουθούσαν να ισχύουν, ήτοι ορισμένες έτι ισχύουσες διατάξεις συμβάσεων στο πεδίο εφαρμογής των οποίων δεν εμπίπτουν όλα τα πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός (μέρος Β). Εντούτοις, ο προσφεύγων δεν πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να μπορεί να επικαλεστεί την ως άνω σύμβαση.
33. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές θα μπορούσαν, τουλάχιστον στην περίπτωση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης, να είναι αντίθετες προς το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας (άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ) και, ειδικότερα, προς την αρχή της εξαγωγιμότητας των παροχών του άρθρου 42 ΕΚ, δεδομένου ότι έχουν ως αποτέλεσμα στην περίπτωση του προσφεύγοντος να μη καταβάλλεται η σύνταξή του γήρατος σε άλλα κράτη μέλη, διότι στηρίζεται αποκλειστικά σε περιόδους ασφαλίσεως βάσει του FRG.
34. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Συμβιβάζονται τα παραρτήματα III, μέρη A και B, σημείο 35 [υπό την επικεφαλίδα] “Γερμανία-Αυστρία”, στοιχείο ε΄, και VI, μέρος Γ, [υπό την επικεφαλίδα] “Γερμανία”, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 με τους ανώτερης τυπικής ισχύος κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας που κατοχυρώνει το άρθρο 39 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 42 ΕΚ;»
35. Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2006, το αιτούν δικαστήριο προέβη στην ακόλουθη διευκρίνιση σε σχέση με το προδικαστικό ερώτημα:
1. Ως παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35 αντιστοίχως, Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 1408/71 –νυν, μετά τη νέα αρίθμηση των παραρτημάτων του κανονισμού 1408/71 λόγω της διευρύνσεως προς ανατολάς της ΕΕ από 1ης Μαΐου 2004, σημείο 83– νοείται το παράρτημα το οποίο ίσχυε μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 647/2005 στις 5 Μαΐου 2005. Η αρίθμηση του παραρτήματος αντιστοιχεί προς το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμβάσεως της 4ης Οκτωβρίου 1995 μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας (BGBl. 1998 II, σ. 313) –που τέθηκε σε ισχύ από 1ης Οκτωβρίου 1998 (δημοσίευση στην BGBl. 1998 II, σ. 2544)–, στο οποίο επίσης αναφέρεται, όπως είναι ευνόητο, το προδικαστικό ερώτημα σε σχέση με την κρίσιμη νομοθεσία που ίσχυε κατά το 1999 (περίπτωση ασφαλίσεως λόγω συμπληρώσεως του 63ου έτους).
2. Το παράρτημα VI, μέρος Γ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 αντιστοιχεί προς το παράρτημα VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 μετά τη νέα αρίθμηση λόγω της διευρύνσεως προς ανατολάς της ΕΕ από 1ης Μαΐου 2004.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
36. Με διάταξη της 6ης Δεκεμβρίου 2005, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων C-396/05 και C-419/05 και, με διάταξη της 27ης Ιανουαρίου 2006, διέταξε τη συνεκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων με την υπόθεση C‑450/05.
37. Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη στην υπόθεση C‑419/05, το καθού στις κύριες δίκες, η Γερμανική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις βάσει του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
38. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Μαρτίου 2007, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη στην υπόθεση C‑419/05 καθώς και οι εκπρόσωποι των καθών στις κύριες δίκες, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής υπέβαλαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους.
V – Νομική εκτίμηση
Α – Επί των υποθέσεων C‑396/05 και C‑419/05
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
39. Με ταυτόσημα ερωτήματα στις δύο διατάξεις του περί παραπομπής, το Sozialgericht Berlin ερωτά το Δικαστήριο αν η διάταξη του παραρτήματος VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 συνάδει με υπέρτερης ισχύος κοινοτικό δίκαιο.
40. Όπως προελέχθη, σκοπός αυτών των διατάξεων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου είναι να παράσχουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τη δυνατότητα να διατηρήσει σε ισχύ ορισμένες εσωτερικές νομοθετικές διατάξεις του SGB VI βάσει των οποίων μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα καταβολής συντάξεως γήρατος οι γερμανικής καταγωγής κάτοικοι των γερμανικών περιοχών του τότε Γερμανικού Ράιχ, οι οποίες δεν αποτελούν τμήμα της επικράτειας της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες κατά την έννοια του άρθρου 1 του ομοσπονδιακού νόμου περί προσφύγων (στο εξής: BVFG). Κατά την ομόφωνη άποψη όλων των μετεχόντων στην παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αυτή η διάταξη του παράγωγου δικαίου εκτείνεται και στις διατάξεις του SGB VI βάσει των οποίων δεν μπορούν να καταβληθούν στο εξωτερικό συντάξεις βάσει του νόμου αυτού. Συνεπώς, το παράρτημα VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να νοηθεί, από νομικής απόψεως, ως διάταξη η οποία αφαιρεί από το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού μία επακριβώς καθοριζόμενη ύλη και την υπαγάγει αποκλειστικά στη ρυθμιστική αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
41. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται μεταξύ άλλων η προβλεπόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 άρση της ρήτρας κατοικίας (3), η οποία απαγορεύει μεταξύ άλλων στα κράτη μέλη να μειώνουν ή να καταργούν χρηματικές παροχές γήρατος που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης (4).
42. Πάντως, η εξαγωγή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ουδόλως αποτελεί αρχή η οποία ερείδεται αποκλειστικά στο παράγωγο δίκαιο. Αντιθέτως, το άρθρο 10, παράγραφος 1, εφαρμόζει την υποχρέωση συντονισμού που προβλέπει το άρθρο 42, στοιχείο β΄, ΕΚ βάσει του οποίου πρέπει να εξασφαλίζεται στους δικαιούχους που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους η καταβολή παροχών για τις οποίες αποκτήθηκε δικαίωμα βάσει του καθεστώτος κοινωνικής ασφαλίσεως ενός ή περισσότερων κρατών μελών. Επομένως, η αρχή της εξαγωγής των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών σε χρήμα, όπως αυτή συνάγεται από τη νομική βάση της στο πρωτογενές δίκαιο, ήτοι από το άρθρο 42, στοιχείο β΄, ΕΚ, σκοπεί να αποκλείσει δια της απαγορεύσεως της εφαρμογής αντίθετων εθνικών κανόνων τον κίνδυνο της απώλειας δικαιωμάτων επί χρηματικών παροχών λόγω της μετοικήσεως σε άλλο κράτος μέλος και, με τον τρόπο αυτόν να παράσχει στους εργαζομένους τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο (5).
43. Ενόψει της σημασίας του άρθρου 42, στοιχείο β΄, ΕΚ για την πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, συντάσσομαι με την άποψη της Επιτροπής ότι το προδικαστικό ερώτημα του Sozialgericht Berlin λαμβάνει εν γένει ως αφετηρία του το ζήτημα της συμβατότητας του παραρτήματος VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, με τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, περιλαμβανομένων των άρθρων 42 ΕΚ και 39 ΕΚ, έστω και αν, κατά την άποψή μου, η αρχή της εξαγωγής των παροχών έχει ιδιαίτερη σημασία για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
2. Η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
α) Η υπαγωγή των παροχών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως
44. Ο κοινοτικός νομοθέτης συγκεκριμενοποίησε και οριοθέτησε το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αρχής της εξαγωγής των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών του άρθρου 42, σημείο ε΄, ΕΚ με τον κανονισμό 1408/71 υπό την έννοια ότι δεν είναι υποχρεωτική ή εφικτή η μεταφορά όλων των παροχών των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά μόνον εκείνων των κατηγοριών παροχών τις οποίες απαριθμεί το άρθρο 10, παράγραφος 1, καθώς και η κεντρική διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (6). Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, οι παροχές γήρατος εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Το άρθρο 4, παράγραφος 2α, περιορίζει την επιταγή της εξαγωγής των παροχών σε σχέση με τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα. Αντιθέτως, κατά ρητή πρόβλεψη, ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, επί των συστημάτων παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του.
i) Το υποκειμενικό προστατευτικό πεδίο
45. Οι προσφεύγουσες εμπίπτουν στο υποκειμενικό προστατευτικό πεδίο του κανονισμού καθό μέτρο προβάλλουν στο πλαίσιο των κύριων δικών ενώπιον του Sozialgericht Berlin συνταξιοδοτικές αξιώσεις κατά του καθού. Μεταξύ των προστατευόμενων προσώπων βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν περιλαμβάνονται μόνον οι μισθωτοί εν στενή εννοία, αλλά και οι συνταξιούχοι, ήτοι οι πρώην μισθωτοί, υπό την προϋπόθεση ότι υπάγονται σε κάποιο εκ του νόμου προβλεπόμενο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα (7). Η προϋπόθεση αυτή πληρούται, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες αποτελούν πρώην εργαζόμενες οι οποίες έχουν συμπληρώσει το όριο συνταξιοδοτήσεως και των οποίων η υπαγωγή στο γερμανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν αμφισβητείται από τους μετέχοντες στη διαδικασία. Αντιθέτως, η κατάταξη in concreto των επίμαχων χρηματικών παροχών στον κατάλογο των παροχών του άρθρου 4, παράγραφος 1, θέτει ορισμένα ζητήματα.
ii) Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής
46. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, περιορίζεται στην απαρίθμηση συγκεκριμένων κατηγοριών παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ απουσιάζει τελείως ο οποιοσδήποτε νομοθετικός ορισμός τους. Η νομολογία προσδιόρισε αναλυτικότερα τις κατηγορίες αυτές τονίζοντας συναφώς ότι δεν πρέπει να ερμηνεύονται βάσει των αντιστοίχων κριτηρίων του εθνικού δικαίου, αλλά αντιθέτως πρέπει το περιεχόμενο τους να καθορίζεται βάσει του κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, η κατάταξη μίας παροχής στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως εξαρτάται από το αν έχει άμεση σχέση με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους, η δε σχέση αυτή πρέπει να εκτιμάται ανάλογα με τους σκοπούς και τους προϋποθέσεις χορηγήσεως της παροχής (8). Με άλλα λόγια, ο χαρακτηρισμός μιας χρηματικής παροχής που καταβάλλει κράτος μέλος ως παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 εξαρτάται κυρίως από τον σκοπό και τη βάση υπολογισμού της εκάστοτε παροχής (9).
47. Η Γερμανική Κυβέρνηση και το καθού στις κύριες δίκες φρονούν ότι οι επίμαχες συντάξεις πρέπει να χαρακτηριστούν ως συστήματα παροχών υπέρ των θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Κατ’ αρχάς, παραπέμπουν συναφώς στις αποφάσεις Fossi (10) και Tinelli (11), με τις οποίες το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συντάξεις εργατικού ατυχήματος και αναπηρίας, οι οποίες στηρίζονται σε περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν πριν το 1945 εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι υπάγονται στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Δικαστήριο στήριξε το ανωτέρω συμπέρασμα στις ακόλουθες εκτιμήσεις: πρώτον, δεν υφίσταντο πλέον οι τότε αρμόδιοι ασφαλιστικοί φορείς, δεύτερον η γερμανική νομοθετική διάταξη μετριάζει απλώς τις συνέπειες στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατά γράμμα εφαρμογή του νόμου θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα και οι οποίες συνδέονταν με καταστάσεις που αφορούσαν το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και, τρίτον, η καταβολή των παροχών στους ημεδαπούς που κατοικούν στην αλλοδαπή αποτελούσε ζήτημα για το οποίο οι διοικητικές αρχές διέθεταν διακριτική ευχέρεια.
48. Η Γερμανική Κυβέρνηση και το καθού φρονούν ότι σκοπός των εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων του SGB VI είναι η αντιμετώπιση των περιπτώσεων που δημιουργούνται από το γεγονός ότι ορισμένα κοινωνικοασφαλιστικά ιδρύματα διαλύθηκαν λόγω μεταβολής των συνόρων και μετακινήσεων των πληθυσμών κατά και μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και από το γεγονός ότι οι αξιώσεις κατά τον ιδρυμάτων αυτών δεν μπορούσαν πλέον να ικανοποιηθούν. Το Reichsversicherungsanstalt (ίδρυμα ασφαλίσεων των μισθωτών του Γερμανικού Ράιχ) έπαυσε να λειτουργεί μετά το τέλος του Γερμανικού Ράιχ και διαλύθηκε το 1953. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό σήμερα πλέον να προβληθούν αξιώσεις κατ’ αυτού του παλαιότερου γερμανικού φορέα ασφαλίσεως.
49. Αντιθέτως, τόσο η Επιτροπή όσο και η Ιταλική Κυβέρνηση και η προσφεύγουσα στην υπόθεση C‑419/05 καθώς και το αιτούν δικαστήριο φρονούν ότι οι επίμαχες συνταξιοδοτικές καταβολές δεν αποτελούν ούτε ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, ούτε παροχές υπέρ θυμάτων του πολέμου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, αλλά παροχές οι οποίες πρέπει να υπαχθούν στον κατάλογο των παροχών γήρατος και επιζώντων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄ και δ΄, και, ως εκ τούτου, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως.
50. Φρονώ ότι ορθή είναι αυτή η δεύτερη άποψη. Οι επίμαχες συνταξιοδοτικές καταβολές, οι οποίες στηρίζονται στον SGB VI, δεν αποτελούν ούτε ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, ούτε παροχές υπέρ θυμάτων του πολέμου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71.
– Οριοθέτηση σε σχέση με τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα
51. Η νομολογία έχει κρίνει ότι μία ειδική παροχή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 προσδιορίζεται βάσει του σκοπού της. Πρέπει να αντικαθιστά ή να συμπληρώνει μία παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως και να έχει τα χαρακτηριστικά κοινωνικής αρωγής που δικαιολογείται για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως προβλέπουσας αντικειμενικά κριτήρια (12). Κατά το Δικαστήριο, το αποφασιστικό κριτήριο ως προς το αν πρόκειται για παροχή μη ανταποδοτικού τύπου είναι το κριτήριο της πραγματικής χρηματοδοτήσεως της παροχής. Το Δικαστήριο εξετάζει αν η χρηματοδότηση αυτή διασφαλίζεται άμεσα ή έμμεσα μέσω κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών ή μέσω κρατικών πόρων (13).
52. Όπως ορθώς επισημαίνουν η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο στις υποθέσεις C‑395/05 και C‑419/05, οι παροχές βάσει περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, οι οποίες εξαιρούνται από την επιταγή της εξαγωγής των παροχών, διότι ο λόγος για την καταβολή εισφορών για περιόδους που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι παλαιότερα καταβάλλονταν εισφορές σ’ ένα γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως συντάξεων το οποίο προβλεπόταν εκ του νόμου. Τούτο είναι σύμφωνο και με τα νομικά και πραγματικά δεδομένα των κύριων δικών, δεδομένου ότι από τις διατάξεις περί παραπομπής C‑396/05 και C‑419/05 συνάγεται σαφώς ότι αμφότερες οι προσφεύγουσες απέδειξαν την καταβολή εισφορών στους προγενέστερους ασφαλιστικούς φορείς, με συνέπεια το Δικαστήριο να δεσμεύεται από τη διαπίστωση αυτή του εθνικού δικαστηρίου.
53. Βάσει των αναπτύξεων του αιτούντος δικαστηρίου στις υποθέσεις C‑395/05 και C‑419/05, η αναγνώριση του γεγονότος ότι καταβάλλονταν εισφορές κατά το παρελθόν ήταν και η αιτία για την οποία ο Fremdrenten- und Auslandsrenten-Neuregelungsgesetz (νόμος περί νέας ρυθμίσεως των συντάξεων βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή και των καταβαλλόμενων στο εξωτερικό συντάξεων) της 25ης Φεβρουαρίου 1960 εξαίρεσε τις περιόδους καταβολής εισφορών στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ από το δίκαιο που διέπει τις συντάξεις βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, και τις υπήγαγε στις γενικές ρυθμίσεις, ήτοι στην τότε κανονιστική απόφαση περί ασφαλίσεως του Γερμανικού Ράιχ (Reichsversicherungsordnung, στο εξής: RVO άρθρο 1250) και στον Angestelltenversicherungsgesetz (νόμο για την ασφάλιση των υπαλλήλων, στο εξής: AVG άρθρο 27), με συνέπεια να ρυθμίζονται πλέον από τις γενικές διατάξεις, ήτοι από τον SGB VI.
54. Ένα άλλο επιχείρημα υπέρ της κατατάξεως στο σύστημα των παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, και, ως εκ τούτου, ταυτόχρονα κατά της υπαγωγής στην κατηγορία των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 συνάγεται από τον ίδιο τον τρόπο της χρηματοδοτήσεως. Όπως υποστήριξε η Επιτροπή και το αιτούν δικαστήριο, οι παροχές από τις περιόδους καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ, όπως είναι οι συντάξεις που στηρίζονται σε περιόδους που συμπληρώθηκαν στο έδαφος της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν χρηματοδοτούνται από τους ομοσπονδιακούς πόρους βάσει του άρθρου 213 SGB VI (14), αλλά μέσω ενός διανεμητικού συστήματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 153 του SGB VI (15). Τούτο σημαίνει ότι οι επί του παρόντος ενεργοί επαγγελματικά ασφαλισμένοι χρηματοδοτούν με τις εισφορές τους τις συντάξεις αυτών που κατέβαλαν κατά το παρελθόν εισφορές.
55. Τα επιχειρήματα αυτά συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι το σύστημα των παροχών από περιόδους καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος του γερμανικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Συνεπώς, αποκλείεται η υπαγωγή τους στην κατηγορία των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71.
– Οριοθέτηση σε σχέση με τις παροχές υπέρ των θυμάτων του πολέμου και των συνεπειών του
56. Ως προς την προτεινόμενη από τη Γερμανική Κυβέρνηση και το καθού υπαγωγή των παροχών από περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν εντός της επικράτειας του Γερμανικού Ράιχ ως μέρους ενός συστήματος παροχών υπέρ των θυμάτων του πολέμου και των συνεπειών του βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1407/71, πρέπει να επισημάνω ότι η διάταξη αυτή, ακριβώς όπως και το άρθρο 4, παράγραφος 2α, αποτελεί διάταξη εισάγουσα εξαίρεση η οποία βάσει της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 42 ΕΚ του οποίου ο σκοπός έγκειται στην παραχώρηση της μεγαλύτερης δυνατής ελευθερίας κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων (16). Ο σκοπός των άρθρων 39 ΕΚ, 40 ΕΚ και 42 ΕΚ δεν θα επιτυγχανόταν στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι, οι οποίοι έκαναν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας, έχαναν ορισμένα προνόμια της κοινωνικής ασφαλίσεως, τα οποία τους διασφαλίζει η νομοθεσία ενός κράτους (17), ιδίως στην περίπτωση που τα πλεονεκτήματα αυτά αποτελούν αντιπαροχή των εισφορών που αυτοί καταβάλλουν (18). Βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό ο κοινοτικός νομοθέτης είναι ελεύθερος να θεσπίσει διατάξεις οι οποίες να προβλέπουν ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της εξαγωγιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, εντούτοις θα πρέπει οι διατάξεις που εισάγουν εξαιρέσεις, όπως είναι αυτή του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71, να ερμηνεύονται συσταλτικά (19).
57. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει δεχτεί μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις ότι οι παροχές κράτους μέλους αποτελούν σύστημα παροχών υπέρ των θεμάτων του πολέμου και των συνεπειών του. Πέραν των ως άνω αναφερθεισών αποφάσεων Fossi (20) και Tinelli (21) θα πρέπει να μνημονευθούν και οι αποφάσεις Gillard (22) και Baldinger (23), οι οποίες αφορούσαν την καταβολή αποζημιώσεων από το Βέλγιο και την Αυστρία στους ιδίους τους ημεδαπούς τους οι οποίοι ήσαν αιχμάλωτοι πολέμου σε αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφεραν στην πατρίδα τους και των δοκιμασιών που υπέστησαν. Στις δύο αυτές υποθέσεις, οι καταβολές είχαν τον χαρακτήρα αποζημιώσεως λόγω της στενής συνάφειας με τα γεγονότα του πολέμου. Αντιθέτως, στις κύριες δίκες δεν μπορεί να συναχθεί άνευ ετέρου ένα τέτοιο συμπέρασμα, αφού μάλιστα οι επίμαχες παροχές δεν αποτελούν τυπικές περιπτώσεις πολεμικών αποζημιώσεων, αλλά συνήθεις συντάξεις γήρατος.
58. Θα πρέπει να λεχθεί εκ των προτέρων ότι, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, τυχόν εφαρμογή των αρχών των αποφάσεων Fossi και Tinelli επί των υπό κρίση υποθέσεων δεν είναι ενδεδειγμένη, δεδομένου ότι το Δικαστήριο, στις ανωτέρω υποθέσεις, όπως ορθώς παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, κλήθηκε να εξετάσει περιπτώσεις που ενέπιπταν στον νόμο περί εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή βάσει του FRG και όχι υποθέσεις οι οποίες εμπίπτουν στον σημερινό SGB VI, πράγμα που διαφοροποιεί τα πραγματικά περιστατικά που είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης. Φρονώ ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εξομοιουμένων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, οι οποίες συμπληρώθηκαν αφού ελήφθησαν υπόψη περίοδοι καταβολής εισφορών σε αλλοδαπό, ήτοι μη γερμανικό σύστημα, και των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ κατά τη διάρκεια των οποίων καταβάλλονταν εισφορές σε γερμανικό ασφαλιστικό φορέα. Δεδομένου ότι εν προκειμένω συμβαίνει το δεύτερο, φρονώ ότι επιβάλλεται η ενδελεχής εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71.
59. Η επίκληση από τη Γερμανική Κυβέρνηση και το καθού του υποτιθέμενου χαρακτήρα αποζημιώσεως των παροχών που στηρίζονται σε περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ δεν είναι πειστική εκ του λόγου ότι η αναγνώριση των περιόδων αυτών ως περιόδων καταβολής εισφορών δεν στηρίζεται στο γεγονός ότι υπήρξε πόλεμος, αλλά, όπως προελέχθη, στο γεγονός ότι καταβάλλονταν εισφορές κατά το παρελθόν σε γερμανικό ασφαλιστικό φορέα. Συνεπώς ο λόγος για τον οποίον καταβάλλεται σύνταξη γήρατος δεν μπορεί να ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική εξουσία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προκειμένου να ανταποκριθεί στις ιστορικές ευθύνες της έναντι των θυμάτων του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, αλλά πρέπει να αναζητηθεί στην εκπλήρωση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία, ήτοι από τον SGB VI, προϋποθέσεων του γερμανικού συνταξιοδοτικού δικαίου.
60. Πρέπει επίσης να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως και του καθού ότι οι επίμαχες συνταξιοδοτικές καταβολές αποτελούν παροχές αποζημιώσεως προς τους ασφαλισμένους που κατέβαλαν εισφορές για τη διάλυση λόγω του πολέμου του παλαιού ασφαλιστικού φορέα στις ανατολικές περιοχές του Γερμανικού Ράιχ. Καθό μέτρο ο ισχυρισμός αυτός αφορά το παλαιό ίδρυμα ασφαλίσεων του Γερμανικού Ράιχ ως τον τότε αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, πρέπει να αντιταχθεί ότι τούτο ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι είναι αναμφισβήτητη η καταβολή εισφορών σε κρατικό ασφαλιστικό φορέα. Συναφώς, συμμερίζομαι την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν έχει καμία διαφορά το αν ο προσφεύγων ζούσε στο έδαφος του Γερμανικού Ράιχ (Πομερανία) ή ενός προσαρτηθέντος εδάφους (Σουδητία). Αποφασιστική σημασία έχει μόνον το γεγονός ότι καταβάλλονταν εισφορές στο ίδρυμα ασφαλίσεων του Γερμανικού Ράιχ (Reichsversicherungsanstalt).
61. Φρονώ ότι το γεγονός ότι καταλύθηκε η υποδομή και οι οργανισμοί που ανήκαν στον ασφαλιστικό φορέα λόγω της αποσχίσεως από το Γερμανικό Ράιχ των εδαφών της Πομερανίας και της Σουδητίας δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση των υπό κρίση υποθέσεων, δεδομένου ότι τυχόν τροποποίηση των μέσων και του προσωπικού ενός οργανισμού, έστω και αν οφείλεται στις συνέπειες του πολέμου, δεν επηρεάζει τη νομική προσωπικότητά του (24). Συντάσσομαι με την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου στις υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05 ότι δεν πρέπει να έχει σημασία το ποιο κεφάλαιο ένας ασφαλιστικός φορέας είχε συγκεντρώσει κατά το παρελθόν και αν ενδεχομένως το κεφάλαιο αυτό απωλέσθη λόγω του πολέμου. Αντιθέτως, φρονώ ότι κρίσιμο είναι μόνον το ζήτημα αν το Reichsversicherungsanstalt εξακολούθησε να υφίσταται από οργανωτικής απόψεως ως διοικητική μονάδα μετά το τέλος του πολέμου.
62. Η Γερμανική Κυβέρνηση και το καθού υποστηρίζουν με τα υπομνήματά τους ότι η Rentenversicherung Bund αποτελεί από λειτουργικής απόψεως το διάδοχο σχήμα, εντούτοις δεν υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Reichsversicherungsanstalt. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε στη συνέχεια κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το επιχείρημα αυτό, κατόπιν σχετικής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι από εννοιολογικής απόψεως η λειτουργική διαδοχή διαφέρει από τη νομική διαδοχή κατά το ότι ο διάδοχος δεν αναλαμβάνει υποχρεώσεις. Πέραν της ασάφειας που συνεπάγεται η χρήση μιας τέτοιας εννοίας, φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, από τις διατάξεις περί παραπομπής στις υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05 συνάγεται ότι το Reichsversicherungsanstalt δεν υφίσταται μεν πλέον, εντούτοις έχει την έδρα του στο Βερολίνο, ήτοι εντός της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η περιουσία του (π.χ. τα ακίνητα και τα διοικητικά κτήρια) έχουν περιέλθει στην κυριότητα του καθού. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα της Γερμανικής Κυβερνήσεως και του καθού που αφορούν την εν μέρει διάλυση του Reichsversicherungsanstalt στις πρώην ανατολικές περιοχές. Στην περίπτωση που γίνει δεκτή η νομική ανάλυση της Γερμανικής Κυβερνήσεως σε σχέση με την υποτιθέμενη διάλυση του Reichsversicherungsanstalt, θα έπρεπε να θεωρηθεί, όπως ορθώς υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, ότι ο εν λόγω ασφαλιστικός φορέας εξέλιπε στο σύνολό του, ήτοι όχι μόνον για τους ασφαλισμένους οι οποίοι ζούσαν στις πρώην ανατολικές περιοχές, αλλά και γι’ αυτούς οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι σε αυτόν και κατοικούσαν εντός της σημερινής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Εντούτοις, τα τελευταία αυτά πρόσωπα δεν θίγονται από την επίμαχη εθνική ρύθμιση, μολονότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις καταβάλλονταν εισφορές.
63. Συνεπώς, η καταβολή συντάξεως βάσει περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ ουδόλως έχει τον χαρακτήρα αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου δεν πρόκειται για παροχή στο πλαίσιο συστήματος παροχών υπέρ των θυμάτων του πολέμου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, αλλά, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της, της χρηματοδοτήσεώς της και των προϋποθέσεων για τη χορήγησή της, για κοινωνικοασφαλιστική παροχή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
– Η νομική ισχύς της δηλώσεως δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71
64. Η ανωτέρω εκτίμηση επιρρωννύεται από τη δήλωση στην οποία προέβη η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71 με την οποία μνημόνευσε στο σημείο Ι.3.α΄ τον Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως), βιβλίο VI, της 18ης Δεκεμβρίου 1989, ως νομοθεσίες και συστήματα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (25). Η συνεκτίμηση των περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ κατά τον υπολογισμό της συντάξεως συνάγεται από διάταξη του νόμου αυτού, ήτοι από το άρθρο 247, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του SGB VI, βάσει του οποίου περιόδους καταβολής εισφορών αποτελούν και οι περίοδοι κατά τις οποίες καταβάλλονταν υποχρεωτικές εισφορές βάσει της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως του Ράιχ (περίοδοι υποχρεωτικής καταβολής εισφορών) ή προαιρετικές εισφορές.
65. Στη περίπτωση που κράτος μέλος μνημονεύσει σε δήλωση στην οποία προβαίνει δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71 μία νομοθετική διάταξη, τότε συνάγεται κατ’ ανάγκη εξ αυτού ότι οι μνημονευόμενες στη νομοθετική διάταξη παροχές αποτελούν παροχές της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 (26). Στην περίπτωση αυτή, οι γνωστοποιηθείσες παροχές εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (27). Η γνωστοποίηση έχει ως έννομη συνέπεια την αυτοδέσμευση των κρατών μελών ούτως ώστε να υποχρεούνται να μην αφίστανται των δηλώσεών τους (28).
3. Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μέσω της ρήτρας κατοικίας
66. Η πλήρωση του πραγματικού του άρθρου 4, παράγραφος 1, παράγει την έννομη συνέπεια που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 που απαγορεύει στα κράτη μέλη την εφαρμογή εθνικών ρυθμίσεων οι οποίες προβλέπουν μείωση των εις χρήμα παροχών γήρατος εκ του λόγου ότι ο δικαιούχος κατοικεί εντός άλλου κράτους μέλους. Εντούτοις, αυτή η αποκαλούμενη αρχή της άρσεως της ρήτρας κατοικίας δεν εφαρμόζεται άνευ περιορισμών, όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση και όπως έχει επιβεβαιώσει το Δικαστήριο (29), αλλά μόνον υπό την επιφύλαξη ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν προβλέπει άλλως. Η εισάγουσα εξαίρεση διάταξη του παραρτήματος VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει άλλως κατά τρόπο ρητό.
67. Δεδομένου ότι αμφότερες οι διατάξεις του παράγωγου δικαίου είναι από νομικής απόψεως της αυτής τυπικής ισχύος, δεν είναι δυνατό να εξεταστεί η ισχύς του παραρτήματος VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, απευθείας βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η λειτουργία του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έγκειται στην εισαγωγή ενός ρυθμιστικού συστήματος για την Κοινότητα, προς εκπλήρωση της επιταγής περί συντονισμού του άρθρου 42 ΕΚ, το οποίο να συμβάλει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως στη διασφάλιση της θεμελιώδους ελευθερίας της κυκλοφορίας των εργαζομένων την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 39 ΕΚ (30). Η εν προκειμένω διαπιστωθείσα δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 επί των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν αντικείμενο των κύριων δικών παρέχει επομένως τη δυνατότητα να εξεταστεί η συμβατότητα αυτής της γερμανικής καταχωρίσεως με διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ ως κρίσιμες διατάξεις σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων καθώς και το άρθρο 18 ΕΚ σε σχέση με την ιθαγένεια της Ενώσεως.
68. Κατά το άρθρο 39, παράγραφος 1, ΕΚ, εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Η διάταξη αυτή εγγυάται όχι μόνον την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, αλλά απαιτεί πέραν τούτου να αποφεύγεται η παρεμβολή απλών δυσχερειών στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας (31). Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι το άρθρο 39 ΕΚ εκπληρώνει μία θεμελιώδη αρχή, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, βάσει της οποίας η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει την εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ των κρατών μελών (32). Για τις προσφεύγουσες στις κύριες δίκες, η μεταφορά της κατοικίας τους σε άλλα κράτη μέλη είχε ως συνέπεια να μειωθεί η σύνταξή τους κατά περίπου 60 % και 25 % λόγω του εκ νέου υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Αυτή η απώλεια νομίμως αποκτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μπορεί να εμποδίσει δικαιούχους, όπως είναι οι προσφεύγουσες, στην άσκηση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως περιορισμός αυτής της θεμελιώδους ελευθερίας. Το ίδιο ισχύει για το δικαίωμά τους να κάνουν χρήση, ως έχουσες την ιθαγένεια της Ενώσεως, να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών το οποίο τους παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 1, ΕΚ.
4. Δικαιολογία του περιορισμού του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
69. Στον βαθμό που ο Γερμανός νομοθέτης διεκδικεί την εξουσία να θέτει ειδικούς κανόνες μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων σε σχέση με τον κύκλο των προσώπων τα οποία συμπλήρωσαν περιόδους καταβολής εισφορών στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, υποχρεούται να υπολογίζει σε κάθε περίπτωση με τέτοιο τρόπο τις περικοπές της πλήρους παροχής που εμπίπτει στον νόμο περί εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή στην περίπτωση που ο δικαιούχος κατοικεί εκτός της Γερμανίας ώστε να μη θίγεται το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας.
70. Με την απόφασή του επί της υποθέσεως Elsen (33) το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί το κύρος της διατάξεως του παραρτήματος VI, μέρος Δ, του κανονισμού 1408/71, έκρινε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, να ρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως «να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα δε τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ή ακόμα την παρεχόμενη σε όλους τους πολίτες της Ενώσεως ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών».
α) Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
71. Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ως δικαιολογία του περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων την επιδίωξη του Γερμανού νομοθέτη να ενσωματώσει τους πρόσφυγες από τις πρώην ανατολικές περιοχές στην κοινωνία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
72. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που απαιτεί να έχει ο δικαιούχος της συντάξεως κάποια κατοικία, ο SGB VI αντλεί τη συνέπεια από το γεγονός ότι τα γερμανικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστικά ιδρύματα αποτελούν μεν τα διάδοχα σχήματα από απόψεως λειτουργικής, όχι όμως από απόψεως νομικής του διαλυθέντος Reichsversicherungsanstalt. Εντούτοις, αυτή η διαδοχή από λειτουργικής απόψεως μπορεί και πρέπει να ισχύσει μόνο στην περίπτωση της νυν εδαφικής αρμοδιότητας. Άλλως, λόγω των γεγονότων του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στη διάρκεια του οποίου μεγάλα τμήματα της ανατολικής Ευρώπης ήσαν υπό γερμανική κατοχή θα εμφανιζόταν ένας δυσθεώρητος αριθμός πιθανών δικαιούχων. Αυτός ο κύκλος προσώπων δεν θα μπορούσε να περιοριστεί κατά εύλογο τρόπο βάσει άλλων αντικειμενικών κριτηρίων πλην της κατοικίας.
73. Συνεπώς, βάσει της επιχειρηματολογίας της Γερμανικής Κυβερνήσεως, οι ρυθμίσεις τόσο σε σχέση με τις περιόδους καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ όσο και σε σχέση με τις περιόδους που εμπίπτουν στον FRG σκοπούν επίσης να αποτρέψουν σχεδόν ανυπέρβλητους οικονομικούς κινδύνους. Οι κίνδυνοι αυτοί όχι μόνο θα επιβάρυναν το γερμανικό δημόσιο ταμείο υπό τη μορφή αντισταθμιστικών καταβολών προς τα συνταξιοδοτικά ταμεία, αλλά θα έθεταν επίσης εν αμφιβόλω τη φύση του γερμανικού συνταξιοδοτικού ασφαλιστικού συστήματος, δεδομένου ότι αυτό στηρίζεται επί του παρόντος κατ’ εξοχήν στη χρηματοδότηση από τις εισφορές των ασφαλισμένων.
74. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι η απαίτηση της υπάρξεως κατοικίας ως προϋπόθεση για την καταβολή συντάξεως βάσει περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ αποτελεί δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατά την έννοια των άρθρων 39 ΕΚ και 42 ΕΚ η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου περί της ιθαγενείας της Ενώσεως βάσει του άρθρου 18 ΕΚ.
β) Νομική εκτίμηση
75. Όσον αφορά τη λειτουργία εντάξεως που επιτελεί η επίμαχη εθνική νομοθεσία, συμμερίζομαι, αφενός, την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ελλείψει εναρμονίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να καθορίζουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως (34) και ότι, ως εκ τούτου, έχουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων για την εκτίμηση του συνδέσμου με την κοινωνία ενός κράτους (35). Ο κοινοτικός νομοθέτης σκοπίμως δεν περιόρισε αυτή την εξουσία εκτιμήσεως ιδίως σε σχέση με τις ρήτρες κατοικίας για ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα. Αντιθέτως, ρητώς όρισε στο άρθρο 10α του κανονισμού 1408/71 ότι οι ρήτρες κατοικίας είναι νόμιμες (36).
76. Αφετέρου, πρέπει να αντιταχθεί στα ανωτέρω ότι οι αρχές αυτές εφαρμόζονται κατ’ αρχήν βάσει του άρθρου 10α μόνο σε ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα (37). Αντιθέτως, αποκλείεται στις παρούσες υποθέσεις που αποτελούν αντικείμενο των κύριων δικών τυχόν αναλογική εφαρμογή λόγω της βουλήσεως του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία διατυπώνεται με σαφήνεια στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, να καταργήσει τις ρήτρες κατοικίας για τις παροχές γήρατος σε χρήμα.
77. Πράγματι, η επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως στηρίζεται κυρίως στην αναιρεθείσα ανωτέρω άποψη ότι οι επίμαχες συνταξιοδοτικές καταβολές αποτελούν ειδικές παροχές οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε περιόδους καταβολής εισφορών σε ασφαλιστικό οργανισμό, ημεδαπό ή αλλοδαπό, που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα. Από απόψεως κοινοτικού δικαίου, δεν ασκεί επιρροή το αν το Rentenversicherung Bund υποκατέστησε από νομικής ή λειτουργικής απόψεως το Reichsversicherungsanstalt, αφού μάλιστα υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι υφίσταται μία ορισμένη συνέχεια υπό τη μορφή του Rentenversicherung Bund. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι σκοπός των μεταβολών αυτών δεν είναι η αναγνώριση ορισμένων παροχών λόγω των συνεπειών του πολέμου, αλλά αποτελούν κοινωνικοασφαλιστικές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
78. Στον βαθμό που η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται υποτιθέμενους, σχεδόν ανυπέρβλητους οικονομικούς κινδύνους, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν ανταποκρίθηκε ως προς το σημείο αυτό στην υποχρέωσή της να παραθέσει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Ειδικότερα, δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με τον ακριβή αριθμό των ενδιαφερομένων και των δαπανών που θα αναλάβει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε περίπτωση καταβολής ολόκληρης της συντάξεως γήρατος στα πρόσωπα αυτά. Πέραν τούτου, η επιχειρηματολογία αυτή δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι ούτως ή άλλως θα έπρεπε να καταβληθεί το πλήρες ποσό των συντάξεων στην περίπτωση που οι ενδιαφερόμενοι εξακολουθούσαν να κατοικούν εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Συνεπώς, η γερμανική ρύθμιση του SGB VI έχει ως μόνο σκοπό να εμποδίσει τη μετοίκηση των δικαιούχων σε άλλα κράτη μέλη.
79. Περαιτέρω, πρέπει να εξεταστεί αν η «ιδέα της εντάξεως», επί της οποίας ερείδεται, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η ρύθμιση του SGB VI, συνάδει με την έννοια της ιθαγένειας της Ενώσεως την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 17 ΕΚ και 18 ΕΚ. Το άρθρο 18 ΕΚ αναγνωρίζει στους πολίτες της Ενώσεως το δικαίωμα να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα εντός των κρατών μελών υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Συνθήκη και οι διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.
80. Υπό το πρίσμα της ανωτέρω διατάξεως, η θεμελιώδης ελευθερία της κυκλοφορίας των εργαζομένων εξελίχθηκε σε μία πλήρη ελευθερία κυκλοφορίας των πολιτών (38). Έτσι, το Δικαστήριο προσέδωσε για πρώτη φόρα με την απόφασή του Martínez Sala (39) στην ιθαγένεια της Ενώσεως άμεση ισχύ σε σχέση με την κοινωνική ασφάλιση, αφού κατά τον έλεγχο της αξιώσεως ασχολήθηκε αποκλειστικά με τις συνέπειες της ιθαγένειας της Ενώσεως. Με την απόφασή του Elsen (40) το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι ως νομική βάση του κανονισμού 1408/71 πρέπει να θεωρείται και το άρθρο 18 ΕΚ, αφού απεφάνθη ότι οι διατάξεις αυτής της κοινοτικής ρυθμίσεως συμβάλλουν όχι μόνο στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ, αλλά και στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ενώσεως κατά την έννοια του άρθρου 18 ΕΚ.
81. Ένας από τους βασικούς σκοπούς της ευρωπαϊκής προστασίας των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων είναι –όπως και στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας– η ένταξη των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, και των πολιτών της Ενώσεως στην κοινωνική ζωή ενός κράτους μέλους (41). Συνεπώς, αντιβαίνει προδήλως στα άρθρα 39 ΕΚ και 18, παράγραφος 1, ΕΚ εθνική νομοθεσία, όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, η οποία επιδιώκει μεν την ένταξη μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων στην κοινωνία της χώρας καταγωγής τους, ταυτόχρονα όμως εμποδίζει την ένταξή τους στις κοινωνίες των άλλων κρατών μελών.
82. Ο σκοπός της εντάξεως των πολιτών της Ενώσεως ματαιώνεται και, ως εκ τούτου, συντρέχει παράβαση του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος απομονώνει μία συγκεκριμένη κατηγορία ημεδαπών του, άνευ προφανώς λόγου, και θέτει σε δυσμενή μοίρα την πλειονότητα εξ αυτών δυσχεραίνοντας μέσω περικοπών στις συντάξεις τους την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας.
83. Δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο η ένταξη στην κοινωνία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν συνδέεται πάντοτε ταυτόχρονα και με την ένταξη στην κοινωνία των λαών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αφού μάλιστα ο επιδιωκόμενος σκοπός της Συνθήκης ΕΚ είναι, βάσει της πρώτης αιτιολογικής σκέψεως του προοιμίου της, να τεθούν τα θεμέλια μιας διαρκώς στενότερης ενώσεως των ευρωπαϊκών λαών.
84. Συνεπώς, ο σκοπός της εντάξεως των προσφύγων γερμανικής καταγωγής στην κοινωνία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τον οποίο επιδιώκει η γερμανική ρύθμιση του SGB VI σε σχέση με τις παροχές από περιόδους καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν εντός του Γερμανικού Ράιχ, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στον βαθμό που με τον τρόπο αυτόν εμποδίζεται η ένταξή τους στην κοινωνία των κρατών υποδοχής.
85. Δεδομένου ότι η κρίσιμη για τους σκοπούς των διαδικασιών για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων βάσει του άρθρου 234, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ καταχώριση στο μέρος Δ, σημείο 1, του παραρτήματος VI, του κανονισμού 1408/71 απλώς διασφαλίζει την προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία ρήτρα κατοικίας, χωρίς να περιορίζει ή να μετριάζει τα αποτελέσματά της, πρέπει να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει σε διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου.
Β – Επί της υποθέσεως C‑450/05
86. Το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Landessozialgericht Berlin-Brandenburg στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αποτελείται κατά κάποιο τρόπο από δύο σκέλη. Πρέπει να εξεταστεί αν οι μεταβατικές ρυθμίσεις του παραρτήματος ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35, Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄ (νυν, κατόπιν της διευρύνσεως από 1ης Μαΐου 2004, σημείο 83, στοιχείο ε΄, τόσο για το μέρος Α όσο και για το μέρος Β) και του παραρτήματος VI, μέρος Γ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 συνάδουν με αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
1. Το πρώτο σκέλος
α) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
87. Ο προσφεύγων στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι με τη γερμανοαυστριακή σύμβαση της 4ης Οκτωβρίου 1995 απώλεσε ορισμένα πλεονεκτήματα δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή περιόρισε την εδαφική εξομοίωση που προέβλεπε το άρθρο 4 της προγενέστερης γερμανοαυστριακής συμβάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1966 περί κοινωνικής ασφαλίσεως (42). Οι μεταβατικές διατάξεις αυτής της νέας συμβάσεως λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι, με την προσχώρηση της Αυστρίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κανονισμός 1408/71 άρχισε να ισχύει και σε αυτό το κράτος μέλος και, δυνάμει του άρθρου του 6, αντικατέστησε την μέχρι τούδε ισχύουσα διμερή σύμβαση.
88. Οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της γερμανοαυστριακής συμβάσεως της 4ης Οκτωβρίου 1995 προβλέπουν in concreto ότι η εξομοίωση των εδαφών εξακολουθεί να ισχύει, πλην περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες i) οι παροχές ήσαν απαιτητές κατά την 1η Ιανουαρίου 1994, ii) ο ενδιαφερόμενος εγκαταστάθηκε στην Αυστρία ως τόπο συνήθους διαμονής του πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 και η καταβολή της παροχής βάσει συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως και ασφαλίσεως εργατικού ατυχήματος αρχίζει πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1994 (43). Ο προσφεύγων δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, δεδομένου ότι, μολονότι κατοικεί από το 1970 στην Αυστρία, το πρώτον από 1ης Αυγούστου 1999, μετά τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του απέκτησε το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή συντάξεως γήρατος.
89. Οι ανωτέρω μεταβατικές διατάξεις επιβεβαιώθηκαν μέσω καταχωρήσεως στο παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, αριθ. 35 αντιστοίχως, Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄, η οποία έχει το αυτό περιεχόμενο με την προπαρατεθείσα διάταξη. Η εξουσία ελέγχου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως περιορίζεται βάσει του άρθρου 234, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ στο ζήτημα της ισχύος της καταχωρίσεως αυτής ως διατάξεως εντός ενός νομικού κανόνα του παράγωγου κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, οι συμβάσεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας δεν μπορούν να αποτελέσουν νομίμως αντικείμενο ενός τέτοιου ελέγχου, δεδομένου ότι αυτές οι διμερείς συμβάσεις, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο των εκάστοτε συμβαλλόμενων κρατών (44). Εντούτοις, οι συμβάσεις αυτές έχουν σημασία για την εκτίμηση του ζητήματος κατά πόσον αποκλείουν την εφαρμογή τους οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο προσφεύγων δεν έχει αξίωση καταβολής συντάξεως στηριζόμενη στις περιόδους καταβολής εισφορών κατ’ εφαρμογήν του FRG, ενόσω δεν κατοικεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εφόσον εφαρμόζεται ο κανονισμός 1408/71 επί της παροχής αυτής και εφόσον δεν προβλέπεται κάποια ευνοϊκή γι’ αυτόν ρύθμιση η οποία να εισάγει εξαίρεση.
β) Η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
i) Το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής και το διασυνοριακό στοιχείο συνδέσεως
90. Ως πρώην εργαζόμενος στην Αυστρία και νυν συνταξιούχος, ο προσφεύγων εμπίπτει βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στο υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
91. Επιπλέον, υπάρχει για την εφαρμογή του κανονισμού και η απαιτούμενη κοινοτική διάσταση (45). Τούτο προϋποθέτει ότι τα πρόσωπα, τα πραγματικά περιστατικά ή τα αιτήματα που παρουσιάζουν κάποιο νομικό συνδετικό στοιχείο με ένα άλλο κράτος μέλος. Το στοιχείο αυτό μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση που ένα πρόσωπο υπάγεται ή υπήχθη στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους, όχι όμως όταν δεν υπάρχει κανένα συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο κοινοτικό δίκαιο καταστάσεις των οποίων όλα τα ασκούντα επιρροή στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (46). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπάρχει έννομη σχέση με στοιχεία διεθνούς χαρακτήρα οσάκις οι διατάξεις ενός άλλου κράτους μέλους από αυτό στο οποίο ο δικαιούχος έχει την κατοικία του εφαρμόζονται επί του εργαζομένου. Τούτο πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση που αυτές οι νομοθετικές διατάξεις χορηγούν στον εργαζόμενο αξίωση συντάξεως (47). Ο προσφεύγων πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Βεβαίως, αφότου εγκατέλειψε τη Ρουμανία εργάστηκε και έζησε μόνο στην Αυστρία. Ωστόσο, στον βαθμό που ο γερμανικός συνταξιοδοτικός φορέας του αναγνώρισε περιόδους καταβολής συνταξιοδοτικών εισφορών στη Γερμανία βάσει των διατάξεων του FRG, υφίσταται από της προσχωρήσεως της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα νομικό συνδετικό στοιχείο με άλλο κράτος μέλος.
ii) Το χρονικό πεδίο εφαρμογής
92. Ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται βάσει της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (στο εξής: συμφωνία ΕΟΧ) (48), από 1ης Ιανουαρίου 1994 στη Δημοκρατία της Αυστρίας. Από 1ης Ιανουαρίου 1995, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στη Δημοκρατία της Αυστρίας με την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (49). Εντούτοις, τούτο δεν αναιρεί τη δυνατότητα εφαρμογής του επί περιόδων ασφαλίσεως και απασχολήσεως του προσφεύγοντος οι οποίες συμπληρώθηκαν πριν από την ανωτέρω ημερομηνία. Πράγματι, το άρθρο 94, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει τον συνυπολογισμό περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή διαμονής και δη και περιόδων που συμπληρώθηκαν πριν από την πρώτη ημέρα ισχύος του κανονισμού.
93. Η απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος την οποία προβλέπει το άρθρο 94, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, βάσει της οποίας ο ως άνω κανονισμός δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα παροχών για περίοδο προγενέστερη της ημερομηνίας εφαρμογής του στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, είναι άνευ σημασίας για την υπό κρίση υπόθεση δεδομένου ότι η αξίωση του προσφεύγοντος για την καταβολή συντάξεως γεννήθηκε το πρώτον την 1η Αυγούστου 1999 μετά τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του και, ως εκ τούτου, μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού στην Αυστρία.
iii) Το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής
94. Η νομική κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εκτιμηθεί κατά τρόπο διαφορετικό σε σχέση με τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Habelt και Möser. Πράγματι, οι εξομοιούμενες βάσει του FRG περίοδοι συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή διαφέρουν από τις περιόδους καταβολής εισφορών στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ κατά την έννοια του SGB VI, κατ’ αρχάς από το γεγονός ότι με αυτές σκοπείται ο συνυπολογισμός των περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν σε αλλοδαπό, ήτοι μη γερμανικό, σύστημα. Με άλλα λόγια, στις περιπτώσεις των συντάξεων βάσει εξομοιούμενων περιόδων στην αλλοδαπή η κρατική παροχή δεν αντιστοιχεί σε κάποια προγενέστερη καταβολή εισφορών από τον δικαιούχο. Πέραν τούτου, ο κύκλος των δικαιούχων που εμπίπτουν στις διατάξεις του FRG είναι μεγαλύτερος στον βαθμό που περιλαμβάνει πρόσωπα γερμανικής ιθαγενείας που κατοικούσαν σε περιοχές εκτός του τότε Γερμανικού Ράιχ.
95. Βάσει των ανωτέρω, οι παροχές δυνάμει του FRG πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του σκοπού τους κατά τρόπο μεμονωμένο βάσει της ακριβούς κατατάξεώς τους στις κατηγορίες παροχών του άρθρου 4 του κανονισμού 1408/71. Συναφώς, οι εισάγουσες εξαίρεση διατάξεις του κανονισμού αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αντισταθμιστικά συστήματα για τις συνέπειες του πολέμου, πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά προκειμένου να επιτευχθεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό η ελεύθερη κυκλοφορία των διακινούμενων εργαζομένων (50).
– Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
96. Κατά την επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως και του καθού, στο πλαίσιο του ελέγχου των ρυθμίσεων του FRG, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι γερμανικές μειονότητες που ζούσαν στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη υπέστησαν πολλά δεινά κατά τη διάρκεια και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Κατά την ανωτέρω επιχειρηματολογία, η Γερμανία αναλαμβάνει μία ιδιαίτερη ευθύνη για την τύχη τους παρέχοντας στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αποφασίσουν αν θα εξακολουθήσουν να ζουν στην πατρίδα τους επί του παρόντος ή αν επιθυμούν να μετοικήσουν στη Γερμανία στο πλαίσιο των νομοθετικών διατάξεων περί υποδοχής, και καθό μέτρο ευνοείται η κοινωνική ένταξη των μεταναστευσάντων στη Γερμανία. Επίσης κατά την ανωτέρω επιχειρηματολογία, ο FRG αποτελεί μέρος αυτών των μέτρων εντάξεως βάσει των οποίων η θέση των ενδιαφερομένων δεν διαφέρει από αυτήν την οποία θα είχαν αν είχαν εργαστεί στη Γερμανία καθ’ όλη τους τη ζωή. Οι περίοδοι καταβολής εισφορών που έχουν συμπληρώσει σε αλλοδαπό ασφαλιστικό φορέα συντάξεως εντάσσονται στο γερμανικό δίκαιο περί συντάξεων και καταβάλλεται αποζημίωση γι’ αυτές μέχρι του ύψους των συντάξεων που ισχύει στη Γερμανία.
97. Κατά την ανωτέρω επιχειρηματολογία, η ένταξη των περιόδων που συμπληρώθηκαν στην αλλοδαπή στο γερμανικό σύστημα είναι αναγκαία, διότι οι αρμόδιοι αλλοδαποί ασφαλιστικοί φορείς είτε δεν εξάγουν τις συντάξεις τους είτε οι εξαγόμενες αλλοδαπές συντάξεις δεν επαρκούν προκειμένου να διασφαλίσουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο επίπεδο διαβιώσεως στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, οι παροχές βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που εμπίπτουν στον FRG σκοπούν να παράσχουν συμπληρωματική, επικουρική ή πρόσθετη προστασία έναντι του κινδύνου γήρατος που είναι συναφής με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στη Γερμανία.
98. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χορήγηση στην ημεδαπή παροχών βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που εμπίπτουν στον FRG δεν εξαρτάται από το αν οι ενδιαφερόμενοι κατέβαλαν εισφορές και σε γερμανικό ασφαλιστικό φορέα συντάξεων.
99. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι πρόκειται συναφώς για παροχές οι οποίες πρέπει να υπαχθούν στον κατάλογο των παροχών γήρατος κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και, ως εκ τούτου, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Συμπληρωματικά, υποστηρίζει ότι για τις παροχές που εμπίπτουν στον FRG πράγματι δεν έχουν καταβληθεί εισφορές στο γερμανικό σύστημα. Ωστόσο, τούτο δεν τις καθιστά ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα.
100. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου δεν ευσταθεί πλέον ο ισχυρισμός ότι οι εκπατρισμένοι δεν μπορούσαν πλέον να διεκδικήσουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα που απέκτησαν στα κράτη καταγωγής τους, διότι οι αρμόδιοι φορείς βρίσκονταν εκτός Γερμανίας. Σε μεγάλο μέρος των περιοχών που μνημονεύει ο BVFG ισχύει εν τω μεταξύ το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, ο κανονισμός 1408/71. Συνεπώς, το επιχείρημα περί αδυναμίας προβολής έννομων αξιώσεων δεν ευσταθεί γι’ αυτά τα κράτη μέλη.
– Νομική εκτίμηση
Οριοθέτηση σε σχέση με τις παροχές υπέρ θυμάτων του πολέμου και των συνεπειών του
101. Αφενός, συμμερίζομαι την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι ο FRG σε συνδυασμό με τον BVFG σκοπούσαν αρχικά στην ένταξη στην κοινωνία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας των γερμανικής καταγωγής προσώπων τα οποία λόγω των γεγονότων του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου απώλεσαν την κατοικία τους στην αλλοδαπή συνεπεία εκδιώξεως, ιδίως λόγω απελάσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση στηρίζει την άποψή της αυτή στην απόφαση Tinelli, από την οποία συνάγεται ότι σκοπός του FRG είναι «η επανένταξη, κατόπιν των γεγονότων που συνδέονται με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, των εκπατρισθέντων και των προσφύγων που συνέβαλαν με την εργασία τους στην ανοικοδόμηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας» (51).
102. Αφετέρου, συμμερίζομαι επίσης την εκτίμηση της Επιτροπής και του αιτούντος δικαστηρίου ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να τύχει διαφορετικής εκτιμήσεως υπό το πρίσμα των σημερινών περιστάσεων. Ειδικότερα, σε σχέση με τους αποκαλούμενους επαναπατρισθέντες, οι οποίοι δεν συνέβαλαν στην ανοικοδόμηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, διατάξεις όπως είναι αυτές του FRG δεν μπορούν να επιδιώκουν σήμερα πλέον τον σκοπό αυτόν, αλλά αντιθέτως να σκοπούν στην ένταξη των ασφαλισμένων με εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή στο σύστημα της γερμανικής εκ του νόμου προβλεπόμενης συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως (52).
103. Περαιτέρω, δεν φαίνεται επίκαιρο το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως στην υπό κρίση υπόθεση κατά το οποίο οι παροχές βάσει του FRG καταβάλλονται ως αποζημίωση για το γεγονός ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούσαν να προβάλουν τις αξιώσεις που είχαν αποκτήσει στις χώρες καταγωγής τους, διότι οι αρμόδιοι φορείς βρίσκονταν εκτός Γερμανίας. Η αιτιολογία αυτή, η οποία αποτελούσε τη βάση επί των οποίων στηρίχθηκαν οι αποφάσεις Fossi και Tinelli, δεν ευσταθεί πλέον, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου και τις δύο τελευταίες διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Σ’ ένα μεγάλο τμήμα των περιοχών της ανατολικής Ευρώπης τις οποίες μνημονεύει ο Bundesvertriebenengesetz (ομοσπονδιακός νόμος για τους πρόσφυγες) ισχύει εν τω μεταξύ το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, και ο κανονισμός 1408/71. Βάσει του κανονισμού 1408/71, κάθε κράτος μέλος χορηγεί ανάλογα με τις ασφαλιστικές περιόδους που έχουν συμπληρωθεί βάσει των νομοθετικών διατάξεών του μία αναλογική σύνταξη η οποία μπορεί να εξαχθεί σε άλλα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού. Βάσει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 94 του κανονισμού, η ρύθμιση αυτή αφορά και ασφαλιστικές περιόδους που συμπληρώθηκαν ή προϋποθέσεις που πληρώθηκαν πριν από την προσχώρηση μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την προσχώρηση της Ρουμανίας την 1η Ιανουαρίου 2007, ο προσφεύγων θα μπορούσε, το αργότερο κατά την ανωτέρω ημερομηνία, να διεκδικήσει την καταβολή ρουμανικής συντάξεως βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που είχε συμπληρώσει στη χώρα αυτή. Συνεπώς, δεν ευσταθεί το επιχείρημα περί αδυναμίας προβολής των σχετικών αξιώσεων σε σχέση με τα ανωτέρω κράτη μέλη.
104. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση των παροχών που στηρίζονται σε εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που εμπίπτουν στον FRG δεν μπορεί να γίνει λόγος για σύστημα παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου και των συνεπειών του κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 1408/71.
Οριοθέτηση σε σχέση με τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα
105. Αντιθέτως, μπορεί να εξεταστεί η κατάταξη των παροχών από εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που εμπίπτουν στον FRG στην κατηγορία των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71. Προς τούτο απαιτείται η εκάστοτε παροχή να μνημονεύεται στο παράρτημα ΙΙα και να πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη ειδικής μη ανταποδοτικού τύπου παροχής σε χρήμα κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 (53).
106. Υπέρ ενός τέτοιου νομικού χαρακτηρισμού συνηγορεί κατ’ αρχάς το είδος της χρηματοδοτήσεως, δεδομένου ότι η χορήγηση παροχών βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή δυνάμει του FRG δεν εξαρτάται από το αν οι ενδιαφερόμενοι κατέβαλαν εισφορές και στο γερμανικό σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως. Οι παροχές αυτές χρηματοδοτούνται από δημοσίους πόρους, η δε Ομοσπονδία αποδίδει στους φορείς της συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως τις δαπάνες για τις παροχές που εμπίπτουν στον FRG δυνάμει του άρθρου 291b του SGB VI (54). Πάντως, για τη σαφή οριοθέτηση από τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, κρίσιμο δεν είναι μόνον το κριτήριο αυτό, αφού μάλιστα από το άρθρο 4, παράγραφος 2 συνάγεται ότι ο κανονισμός 1408/71 ισχύει για τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως είτε αυτά στηρίζονται σε εισφορές είτε όχι.
107. Πέραν των ανωτέρω, για την υπαγωγή στις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 κρίσιμο είναι και το αν η εκάστοτε παροχή έχει τον χαρακτήρα ειδικής παροχής. Προς τούτο πρέπει να υποκαθιστά ή να συμπληρώνει μια παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως ή να έχει τον χαρακτήρα επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας το οποίο δικαιολογείται από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους. Περαιτέρω, απαιτείται η κρίση επ’ αυτής να στηρίζεται σε ρύθμιση η οποία να καθορίζει αντικειμενικά κριτήρια (55). Οι παροχές που στηρίζονται σε περιόδους ασφαλίσεως που εμπίπτουν στον FRG αποτελούν συντάξεις γήρατος και, στον βαθμό αυτόν, εξομοιώνονται με συγκεκριμένη παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71. Βεβαίως, σκοπός των παροχών αυτών είναι μεταξύ άλλων και η από οικονομικής απόψεως κοινωνική ένταξη των δικαιούχων, εντούτοις δεν έχουν, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, τα χαρακτηριστικά του επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας (56). Τούτο ισχύει π.χ. για τη χρήση του κριτηρίου της ένδειας, δεδομένου ότι οι παροχές από εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που εμπίπτουν στον FRG χορηγούνται χωρίς να απαιτείται ο οποιοσδήποτε έλεγχος της ένδειας του ιδιώτη ή ενός συγκεκριμένου κύκλου προσώπων. Πέραν αυτού, η χορήγησή τους στηρίζεται στον συνυπολογισμό περιόδων απασχολήσεως, τις οποίες ο δικαιούχος συμπλήρωσε στη χώρα καταγωγής του, πράγμα το οποίο τις διαφοροποιεί από τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας.
108. Τέλος, επιχείρημα κατά της κατατάξεως των παροχών που στηρίζονται σε εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή βάσει του FRG στην κατηγορία των ειδικών μη ανταποδοτικού τύπου παροχών σε χρήμα βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 αποτελεί το γεγονός ότι οι παροχές αυτές δεν μνημονεύονται στο παράρτημα ΙΙα. Συνεπώς, μία κοινωνικοασφαλιστική παροχή εμπίπτει στην κατηγορία αυτή μόνο στην περίπτωση που πληρούνται σωρευτικά τα ακόλουθα κριτήρια: συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και η εκάστοτε παροχή έχει καταχωριστεί στο παράρτημα ΙΙα (57).
109. Βάσει των ανωτέρω, καταλήγω ότι οι παροχές που στηρίζονται σε εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή βάσει του FRG πρέπει να υπαχθούν στην κατηγορία των παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71.
110. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται κατ’ αρχήν επί της υπό κρίση υποθέσεως.
γ) Ύπαρξη εξαιρέσεως
i) Επί των μεταβατικών ρυθμίσεων της διμερούς συμφωνίας του 1995 και του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71
111. Η έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71 στην Αυστρία είχε βάσει του άρθρού του 6, στοιχείο α΄, ως συνέπεια να υποκαταστήσει τη διμερή σύμβαση του 1966. Σε διακρατικό επίπεδο, η σύμβαση αυτή καταργήθηκε το πρώτον με τη σύμβαση της 4ης Οκτωβρίου 1995, η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Οκτωβρίου 1998. Για λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εισήχθη στο άρθρο 2, στοιχείο β΄, της συμβάσεως μεταβατική ρύθμιση για τις εκκρεμούσες από το παρελθόν υποθέσεις.
112. Σε κοινοτικό επίπεδο, αυτή η μεταβατική ρύθμιση διασφαλίστηκε με μία ταυτόσημη από απόψεως διατυπώσεως καταχώριση στο παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35, Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄ (νυν, κατόπιν της διευρύνσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από 1ης Μαΐου 2004, παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 83, στοιχείο ε΄). Πάντως, ως νομική βάση για μια καταχώριση στο παράρτημα ΙΙΙ μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄. Πράγματι, βάσει της διατάξεως αυτής, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 6, εξακολουθούν να ισχύουν οι συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως που είναι καταχωρισμένες στο παράρτημα ΙΙΙ. Παρέπεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ισχύει μόνο για τις συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71, ενώ βάσει του άρθρου 8, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να συνάψουν νέες συμβάσεις και μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (58). Εντούτοις, το άρθρο 8 δεν ισχύει για τις μνημονευόμενες στο παράρτημα ΙΙΙ συμβάσεις. Καθό μέτρο η σύμβαση μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως, της 4ης Οκτωβρίου 1995, υπεγράφη μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71 στην Αυστρία, δεν μπορεί παρά να αποτελεί, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, νέα σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να πρόκειται για σύμβαση η οποία θα έπρεπε να καταχωριστεί στο παράρτημα ΙΙΙ. Η άποψη αυτή επιρρωννύεται, αφενός, από το γεγονός ότι το προοίμιο της συμβάσεως παραπέμπει ρητώς στο άρθρο 8 του κανονισμού 1408/71 και κάνει λόγο για τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών «να συνάψουν μία νέα σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως η οποία θα υποκαθιστά τη σύμβαση της 22ας Δεκεμβρίου 1966».
113. Αφετέρου, το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμβάσεως και, ως εκ τούτου, και η καταχώριση στο παράρτημα ΙΙΙ αφορά μόνο διατάξεις της συμβάσεως του 1966 των οποίων το ρυθμιστικό περιεχόμενο εξακολουθεί να ισχύει κατ’ ουσίαν αναλλοίωτο και για τις οποίες εισάγονται απλώς ορισμένες προθεσμίες για τη χορήγηση των παροχών στην περίπτωση που οι δικαιούχοι κατοικούν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, της συμβάσεως ρητώς ορίζει ότι από της ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως αυτής παύει να ισχύει, πλην των μνημονευόμενων στην παράγραφο 2 διατάξεων, η σύμβαση της 22ας Δεκεμβρίου 1966 μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Συναφώς, το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμβάσεως του 1995 μπορεί να θεωρηθεί ως παράταση για ορισμένο χρόνο της ισχύος της παλαιάς ρυθμίσεως. Συνεπώς, δεν είναι επίμεμπτη η καταχώριση στο παράρτημα ΙΙΙ.
ii) Περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
– Απώλεια ενός κοινωνικοασφαλιστικού πλεονεκτήματος
114. Αντιθέτως, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν συντρέχει παράβαση των διατάξεων του ουσιαστικού κοινοτικού δικαίου. Ισχυριζόμενος ότι απώλεσε ορισμένα πλεονεκτήματα δια του περιορισμού της αρχής της εξομοιώσεως των εδαφών, ο προσφεύγων στην κύρια δίκη επικαλείται ότι συντρέχει προσβολή του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας.
115. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της συμβάσεως του 1966 προέβλεπε την εξομοίωση των εδαφών της Αυστρίας και της Γερμανίας, πράγμα το οποίο δεν ισχύει υπό το κράτος του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, παρά την εξομοίωση εδαφών δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού, η εξομοίωση αυτή αναιρείται εκ νέου με την καταχώριση στο παράρτημα VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, ακριβώς σε σχέση με τις εξεταζόμενες παροχές. Δεδομένου ότι η εξομοίωση εδαφών βάσει της συμβάσεως του 1966 θα είχε ως συνέπεια την καταβολή συντάξεως βάσει των εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή δυνάμει του FRG, τούτο αποτελεί ένα κοινωνικοασφαλιστικό πλεονέκτημα το οποίο δεν προβλέπεται αυτό καθαυτό στον κανονισμό.
116. Βεβαίως, η μεταβατική ρύθμιση του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού –μέχρι της λήξεως της ισχύος της στις 5 Μαΐου 2005–προβλέπει μία εξαίρεση στο παράρτημα VI του κανονισμού, εντούτοις όχι στις περιπτώσεις στις οποίες η σύνταξη καταβάλλεται το πρώτον μετά την 1η Ιανουαρίου 1995. Μεταξύ αυτών εμπίπτει η κατάσταση στην οποία τελεί ο προσφεύγων, δεδομένου ότι λαμβάνει σύνταξη το πρώτον από το 1999. Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί την εξομοίωση εδαφών της συμβάσεως του 1966, διότι ο κανονισμός βάσει της καταχωρίσεως στο παράρτημα VI δεν προβλέπει εξομοίωση εδαφών για τέτοιου είδους παροχές και διότι ο κανονισμός δεν προέβλεπε στην καταχώριση στο παράρτημα ΙΙΙ μεταβατική ρύθμιση για περιπτώσεις όπως είναι αυτή του προσφεύγοντος και, τέλος, διότι από της ενάρξεως της ισχύος της νέας συμβάσεως τον Οκτώβριο 1998, η εδαφική εξομοίωση για τις νέες περιπτώσεις καταργήθηκε στις διμερείς σχέσεις, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή –όπως το παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71– προϋποθέτει ότι η σύνταξη καταβλήθηκε το πρώτον το 1994 το αργότερο.
117. Ο προσφεύγων θα μπορούσε να επικαλεστεί το γεγονός ότι οι διατάξεις της συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως του 1966 εξακολουθούν να ισχύουν μολονότι ετέθη σε ισχύ ο κανονισμός 1408/71, αν οι καταχωρίσεις στα παραρτήματα ΙΙΙ και VI δεν ήσαν σύμφωνες με διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου, ιδίως με τις διατάξεις που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
– Προσβολή του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων
118. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας δεν επιτρέπουν να απωλέσουν οι εργαζόμενοι οι οποίοι έκαναν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας κοινωνικοασφαλιστικά πλεονεκτήματα, εκ του λόγου ότι μια εισαχθείσα στο εθνικό δίκαιο διμερής σύμβαση δεν εφαρμόζεται μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (59). Η νομολογία αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος ενδεχομένως να είχε αποκτήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο γεγονός ότι θα μπορούσε να υπαχθεί στις ευνοϊκότερες διατάξεις της συμβάσεως ακόμη και μετά την άσκηση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας. Το Δικαστήριο εξέθεσε με τις αποφάσεις του Rönfeldt (60), Thévenon (61), Naranjo Aronja κ.λπ. (62) και Grajera Rodriguez (63) τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται διατάξεις παλαιότερων διμερών συμβάσεων παρά την πρόβλεψη του άρθρου 6 του κανονισμού 1408/71 περί αντικαταστάσεώς τους.
119. Με την απόφασή του της 9ης Νοεμβρίου 1995 επί της υποθέσεως Thévenon, το Δικαστήριο διευκρίνισε τη νομολογία που δημιούργησε η απόφασή του Rönfeldt καθιστώντας σαφές ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να ισχύσει για εργαζομένους οι οποίοι μέχρι της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1408/71 συμπλήρωσαν ασφαλιστικές περιόδους μόνο σε ένα κράτος μέλος και άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας το πρώτον μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω κανονισμού (64).
120. Στις υποθέσεις Naranjo Aronja και Grajera Rodriguez δεν αμφισβητείτο ότι οι ενδιαφερόμενοι απασχολούνταν στη Γερμανία πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 1408/71 στην Ισπανία, με την προσχώρησή της την 1η Ιανουαρίου 1986, και πριν, με τον τρόπο αυτόν, αντικαταστήσει κατ’ αρχήν, δυνάμει του άρθρου της 6, τις διατάξεις της γερμανοϊσπανικής συμβάσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αντικατάσταση αυτή δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι ενδιαφερόμενοι τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα που είχαν δυνάμει της συμβάσεως (65).
121. Από την ανωτέρω νομολογία συνάγεται ότι η αντικατάσταση των διατάξεων συμβάσεων περί κοινωνικής ασφαλίσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ κρατών μελών από κοινοτικούς κανονισμούς είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτική (66) και, πλην των ρητώς μνημονευόμενων στους κανονισμούς περιπτώσεων, εξαίρεση επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που η αντικατάσταση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο εργαζόμενος, ο οποίος προηγουμένως είχε ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, από της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού κοινωνικοασφαλιστικά πλεονεκτήματα τα οποία έχει δυνάμει της εισαχθείσας στο εθνικό δίκαιο συμβάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών.
122. Στη συνάφεια αυτή, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι οι αρχές αυτές συνήχθησαν ερμηνευτικά από τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ και ότι ο σκοπός και το περιεχόμενο της νομολογίας αυτής δεν μπορεί παρά να έγκειται αποκλειστικά στη διασφάλιση της ασκήσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων (67). Συνεπώς, πρέπει να απαιτείται ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της η άσκηση αυτής της θεμελιώδους ελευθερίας από τους ενδιαφερόμενους. Εν αντιθέσει προς τις υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05, ο προσφεύγων στην κύρια δίκη στην υπόθεση C‑450/03 έζησε και εργάστηκε αποκλειστικά στη Ρουμανία και την Αυστρία και, ως εκ τούτου, δεν διακινήθηκε, κατά την υλική έννοια του όρου, μεταξύ των δύο κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ωστόσο, οι ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου περί ελεύθερης κυκλοφορίας εφαρμόζονται και στην περίπτωση που η επίμαχη δραστηριότητα ασκείται μεν εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εντούτοις η εργασιακή σχέση έχει κάποια εδαφική σχέση ή αρκούντως στενό σύνδεσμο με το δίκαιο ενός κράτους μέλους και, ως εκ τούτου, με τους συναφείς κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφασή του επί της υποθέσεως Boukhalfa (68) ότι υφίσταται αρκούντως στενός σύνδεσμος μεταξύ άλλων και στην περίπτωση που ένας εργαζόμενος, ο οποίος ασκεί δραστηριότητα σε τρίτο κράτος, είναι ενταγμένος στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα κράτους μέλους. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του BVFG και, ως εκ τούτου, είχε κατ’ αρχήν αξίωση για την καταβολή συντάξεως γήρατος, οι δε περίοδοι καταβολής εισφορών που συμπλήρωσε στη Ρουμανία έπρεπε να συνεκτιμηθούν κατ’ εφαρμογήν του FRG.
123. Προκειμένου να τυγχάνουν εφαρμογής οι κοινοτικοί κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας αρκεί η ίδια η παροχή να διασχίζει τα σύνορα και δεν απαιτείται η άσκηση της θεμελιώδους ελευθερίας δια της φυσικής παρουσίας του ενδιαφερομένου, διότι άλλως τούτο θα συνεπαγόταν διαφορετικά αποτελέσματα μη δυνάμενα να δικαιολογηθούν. Έτσι, το Δικαστήριο με την απόφασή του επί της υποθέσεως Rundgren (69) έκρινε ότι τυγχάνει εφαρμογής ο κανονισμός 1408/71 και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στην περίπτωση προσώπου το οποίο κατοικούσε σε κράτος μέλος, χωρίς να έχει ασκήσει σε αυτό επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά το οποίο, αντ’ αυτού, ελάμβανε σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου από άλλο κράτος μέλος. Εν προκειμένω, η παροχή διασχίζει τα σύνορα δύο κρατών μελών. Πράγματι, ο προσφεύγων, ο οποίος ασκούσε μέχρι τούδε επαγγελματική δραστηριότητα στην Αυστρία, εισέπραττε μέχρι της ενάρξεως ισχύος της νέας συμβάσεως του 1998 σύνταξη γήρατος κατ’ εφαρμογήν της γερμανικής νομοθεσίας χωρίς το πλεονέκτημα αυτό να εξαρτάται από την προϋπόθεση της κατοικίας.
124. Ο προσφεύγων μετέβη το 1970 από τη Ρουμανία στην Αυστρία με την πεποίθηση ότι, μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για την καταβολή συντάξεως το 1999 θα εισέπραττε σύνταξη, στηριζόμενη στις περιόδους καταβολής εισφορών που είχε συμπληρώσει στη Ρουμανία, η οποία θα του καταβαλλόταν στην Αυστρία δυνάμει της συμβάσεως του 1966. Με την εισαγωγή του κανονισμού καθώς και των διατάξεων του παραρτήματος ΙΙΙ, ο προσφεύγων στερήθηκε ενός πλεονεκτήματος.
125. Η στέρηση αυτή αποτελεί, υπό το πρίσμα της νομολογίας Rönfeldt, προσβολή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν τα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι συντάξεως χάνουν πλεονεκτήματα, τα οποία εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν βάσει διμερούς συμβάσεως, στην περίπτωση που άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας πριν από την παύση της ισχύος της συμβάσεως αυτής και πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71. Ο προσφεύγων απέκτησε με τη διμερή σύμβαση του 1966 μία νομική θέση βάσει της οποίας η απόφασή του να ζήσει και να εργαστεί στην Αυστρία, λαμβανόμενου υπόψη του δικαιώματός του για την καταβολή συντάξεως βάσει των εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή, δεν μπορούσε να αποβεί εις βάρος του σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου.
126. Δεδομένου ότι τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύουν την εφαρμογή των ευνοϊκότερων διατάξεων της διμερούς συμβάσεως, αντιβαίνει σε διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου, ήτοι στα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, το γεγονός ότι ο προσφεύγων, βάσει της μεταβατικής διατάξεως του παραρτήματος ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35 (νυν σημείο 83), στοιχείο ε΄, και βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της διμερούς συμβάσεως του 1995, δεν μπορεί να επικαλεστεί την ευνοϊκότερη διάταξη της διμερούς συμβάσεως του 1966.
127. Ως εκ τούτου, οι μεταβατικές διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35, Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄ (νυν, κατόπιν της διευρύνσεως από 1ης Μαΐου 2004, σημείο 83, στοιχείο ε΄, τόσο στο μέρος Α όσο και στο μέρος Β) αντιβαίνουν στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της ιθαγένειας της Ενώσεως κατά την έννοια των άρθρων 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ.
2. Δεύτερο σκέλος του ερωτήματος
128. Ως παροχές της κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71 οι παροχές που στηρίζονται σε εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή κατ’ εφαρμογήν του FRG υπόκεινται στην υποχρέωση συντονισμού κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Συνεπώς, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να καταργήσουν από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις τις ρήτρες οι οποίες εξαρτούν τη χορήγηση παροχών από την προϋπόθεση της κατοικίας στο εκάστοτε κράτος μέλος.
129. Βάσει των αναπτύξεων στις υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05 πρέπει και εν προκειμένω να εξεταστεί αν το παράρτημα VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71 συνάδει προς το άρθρο 42 ΕΚ ως διάταξη αυξημένης τυπικής ισχύος του κοινοτικού δικαίου, λαμβανομένου συναφώς υπόψη του κοινοτικού σκοπού της διασφαλίσεως στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
130. Εν αντιθέσει προς την καταχώριση στο παράρτημα ΙΙΙ, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα χορηγήσεως παροχών βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή σε δικαιούχους που κατοικούν στην Αυστρία κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η καταχώριση στο παράρτημα VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του γερμανικού δικαίου (άρθρα 110, παράγραφος 2, 113, παράγραφος 1, και 272 του SGB VI) προβλέπει τον γενικό αποκλεισμό της εξαγωγής συντάξεων εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
131. Για τον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη, αυτή η ρύθμιση που εισάγει εξαίρεση δεν παράγει διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με τις προσφεύγουσες στις υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05. Η μείωση ή η πλήρης κατάργηση της συντάξεως γήρατος λόγω της απλής μεταφοράς της κατοικίας στην αλλοδαπή μπορεί ως περικοπή των οικονομικών παροχών γήρατος να αποτρέψει ένα πρόσωπο από το να κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει των άρθρων 39 ΕΚ και 42 ΕΚ και, ως εκ τούτου, το μέτρο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως περιορισμός αυτής της θεμελιώδους ελευθερίας
132. Προκειμένου να δικαιολογήσει τις εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν τη μη καταβολή συντάξεων στην αλλοδαπή βάσει εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή που εμπίπτουν στον FRG, στις οποίες στηρίζεται η εισάγουσα εξαίρεση ρύθμιση του παραρτήματος VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει κατ’ ουσίαν τα ίδια επιχειρήματα με αυτά που προέβαλε για τις παροχές βάσει περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του SGB VI. Πρώτον, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη εντάξεως των προσφύγων στην κοινωνία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και, δεύτερον, την αποτροπή του κινδύνου υπέρμετρης διευρύνσεως του κύκλου των πιθανών δικαιούχων.
133. Και στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, στο πλαίσιο της διαμορφώσεως των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως, να τηρούν τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και περί της αναγνωριζόμενης σε κάθε πολίτη της Ενώσεως ελευθερίας να κυκλοφορεί και να διαμένει στο έδαφος των κρατών μελών (70). Έτσι, η επιδιωκόμενη από τον Γερμανό νομοθέτη ένταξη των προσφύγων γερμανικής καταγωγής δεν πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των θεμελιωδών ελευθεριών. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που οι πρόσφυγες αυτοί, ως υπήκοοι των κρατών μελών, απολαύουν της ιδιαίτερης προστασίας της ιθαγένειας της Ενώσεως βάσει του άρθρου 18 ΕΚ. Ένας από τους κύριους σκοπούς της προστασίας που παρέχεται από το ευρωπαϊκό κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο είναι –όπως και στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας –η ένταξη των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, και των πολιτών της Ενώσεως στην κοινωνική ζωή ενός κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, αντιβαίνει στα άρθρα 39 ΕΚ και 18, παράγραφος 1, ΕΚ εθνική ρύθμιση, όπως είναι η επίμαχη, με την οποία σκοπείται να εμποδιστεί η ένταξη μιας συγκεκριμένης κατηγορίας υπηκόων στις κοινωνίες των λοιπών κρατών μελών.
134. Στον βαθμό που η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει επίσης την ύπαρξη υποτιθέμενων, ανυπέρβλητων οικονομικών κινδύνων, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι δεν ανταποκρίθηκε, ως προς το σημείο αυτό, στην υποχρέωσή της να προτείνει και να αποδείξει τους ισχυρισμούς της. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος.
VI – Πρόταση
135. Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο,
1. να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Sozialgericht Berlin στις υποθέσεις C‑396/05 και C‑419/05 ως εξής:
Ρύθμιση, όπως είναι αυτή του παραρτήματος IV, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, αντιβαίνει στα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, στον βαθμό που αποκλείει την παροχή συντάξεως βάσει περιόδων καταβολής εισφορών που συμπληρώθηκαν στην επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ και στον βαθμό που η προβλεπόμενη στη ρύθμιση αυτή εξαίρεση σχετικά με την άρση της ρήτρας κατοικίας μπορεί να αποτρέψει ένα πρόσωπο από το να κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας,
2. να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Landessozialgericht Berlin-Brandenburg στην υπόθεση C‑450/05 ως εξής:
α) Ο περιορισμός της περαιτέρω ισχύος της συμβάσεως μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας, της 22ας Δεκεμβρίου 1966, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως, σε περιπτώσεις στις οποίες
i) οι παροχές είχαν ήδη χορηγηθεί ή ήσαν απαιτητές κατά την 1η Ιανουαρίου 1994,
ii) ο δικαιούχος είχε ήδη τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, η δε καταβολή των συντάξεων που οφείλονται βάσει της ασφαλίσεως συντάξεως και εργατικού ατυχήματος αρχίζει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1994,
περιορισμός τον οποίο προβλέπει το παράρτημα ΙΙΙ, μέρη Α και Β, σημείο 35 (νυν σημείο 83), Γερμανία-Αυστρία, στοιχείο ε΄, του κανονισμού 1408/71, αντιβαίνει στα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ,
β) ο ίδιος περιορισμός του άρθρου 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμβάσεως μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας, της 4ης Οκτωβρίου 1995, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως αντιβαίνει στα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ,
γ) το παράρτημα VI, μέρος Δ, Γερμανία, σημείο 1, του κανονισμού 1408/71, αντιβαίνει στα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ στον βαθμό που παρέχει τη δυνατότητα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να μη χορηγήσει παροχές βάσει του νόμου περί εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή σε δικαιούχους των παροχών αυτών που κατοικούν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
3 – Ο Schuler, R., EuropäischesSozialrecht (εκδότης von Maximilian Fuchs), 4η έκδοση, άρθρο 10, σημείο 13, τονίζει ότι το παράρτημα VI του κανονισμού 1408/71 περιέχει ορισμένες εξαιρέσεις από την αρχή της εξαγωγιμότητας των παροχών.
4 – Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αποκλείει κάθε συρρίκνωση των δικαιωμάτων εκ του λόγου ότι ο δικαιούχος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος. Το άρθρο αυτό παραθέτει πρακτικά όλες τις απαγορευμένες δυνατότητες περιορισμού των δικαιωμάτων από εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες προβλέπουν την προϋπόθεση της κατοικίας στο αντίστοιχο κράτος μέλος. Βλ. αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 1991, C‑356/89, Newton (Συλλογή 1991, σ. Ι‑3017, σκέψη 23), της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 379/85, 380/85, 381/85 και 93/86, Giletti κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 955, σκέψη 17), και της 10ης Ιουνίου 1982, 92/81, Camera (Συλλογή 1982, σ. 2213, σκέψη 16). Μέσω αυτής της καταργήσεως των ρητρών κατοικίας στο δίκαιο των κρατών μελών επιτυγχάνεται κατ’ αποτέλεσμα η εξομοίωση των εδαφών των κρατών μελών σε σχέση με το δικαίωμα σε παροχές. Με θετική διατύπωση, τούτο σημαίνει ότι η διάταξη αυτή υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεταφέρουν όλες τις παροχές που μνημονεύει το άρθρο 10, παράγραφος 1 και οι οποίες εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 σε άλλα κράτη μέλη. Πολλοί συγγραφείς θεωρούν ότι τούτο αποτελεί εξαίρεση από την παραδοσιακή αρχή της εδαφικότητας του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου. Βλ. Schuler, R., EuropäischesSozialrecht (εκδότης von Maximilian Fuchs), όπ.π. υποσημείωση 3, άρθρο 10, σημείο 3· Louven, K./Louven, C., «Das Territorialitätsprinzip im Internationalen Sozialrecht», NeueZeitschriftfürArbeitsrecht, 1991, τεύχος 13, σ. 497· Eichenhofer, E., «Export von Sozialleistungen nach Gemeinschaftsrecht», DieSozialgerichtsbarkeit, 1999, σ. 57.
5 – Άνευ του συνυπολογισμού περιόδων ασφαλίσεως και της εξαγωγής των χρηματικών παροχών ο εργαζόμενος ο οποίος κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας θα έχανε ορισμένα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα, εφόσον και στον βαθμό που αυτά στηρίζονται στο δίκαιο του κράτους της προηγούμενης απασχολήσεώς του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του της 7ης Νοεμβρίου 1973, 51/73, Smieja (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 747, σκέψεις 14 έως 17), ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, «διασφαλίζει στον δικαιούχο την πλήρη απολαβή ορισμένων συντάξεων χρηματικών παροχών και επιδομάτων που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών παρόλο ότι κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο όπου ευρίσκεται ο οφειλέτης. Το αντικείμενο αυτής της διατάξεως είναι να διασφαλίσει στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να απολαύει τέτοιων παροχών, ακόμα και αφού αποκτήσει κατοικία σε άλλο κράτος μέλος όπως το κράτος καταγωγής του». Βάσει εκτιμήσεως του Δικαστηρίου με την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982, 92/81, Caracciolo (Συλλογή 1982, σ. 2213, σκέψεις 14 και 16) η απεριόριστη εξαγωγή παροχών σε χρήμα «αποβλέπει στο να ευνοήσει την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων, προστατεύοντας τους ενδιαφερομένους από τις ζημίες που δύναται να συνεπάγεται η μεταφορά της κατοικίας τους από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Από την αρχή αυτή συνάγεται όχι μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος διατηρεί το δικαίωμα να τύχει των συντάξεων, προσόδων και επιδομάτων που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, έστω και μετά τη μεταφορά της κατοικίας του σε άλλο κράτος, αλλά επίσης και ότι δεν είναι δυνατό να στερηθεί ενός τέτοιου δικαιώματος για μόνο τον λόγο ότι δεν διαμένει στο έδαφος του κράτους στο οποίο ευρίσκεται το όργανο που υποχρεούται στην καταβολή των παροχών». Κατά τον Borchardt, HandbuchdesEU-Wirtschaftsrechts (εκδότης von Dauses, M. A.), Μόναχο 2004, τόμος 1, D. II., σημείο 64, οι ρυθμίσεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων συνιστούν αναγκαίο συμπλήρωμα του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας. Ως εκ τούτου, ο Ruland, F., «Rentenversicherung», σε Schulze, B./Zacher, H. (εκδότης), WechselwirkungenzwischendemEuropäischenSozialrechtunddemSozialrechtderBundesrepublikDeutschland, SchriftenreihefürInternationalesundVergleichendesSozialrecht, τόμος 12, Βερολίνο 1991, σ. 75, χαρακτηρίζει το ευρωπαϊκό κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο ως «συμπλήρωμα του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας». Κατά την άποψή του, το ευρωπαϊκό κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο περιέχει «συνδυασμένους κανόνες», οι οποίοι είναι αναγκαίοι προκειμένου οι επιμέρους περίοδοι που έχουν συμπληρώσει οι διακινούμενοι εργαζόμενοι στα διάφορα κράτη μέλη να αποτελέσουν μία ενιαία κοινωνικοασφαλιστική περίοδο.
6 – Ο Eichenhofer, E., «Export von Sozialleistungen nach Gemeinschaftsrecht», DieSozialgerichtsbarkeit, 1999, σ. 58, επισημαίνει ότι το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 δεν θεμελιώνει κάποια γενική υποχρέωση προς εξαγωγή του συνόλου των παροχών όπως φαίνεται πράγματι να απαιτεί το άρθρο 42 ΕΚ.
7 – Με τις αποφάσεις του της 5ης Μαρτίου 1998, C‑194/96, Kulzer (Συλλογή 1998, σ. I‑895, σκέψη 24), και της 31ης Μαΐου 1979, 182/78, Pierik (Συλλογή τόμος 1979/ ΙΙ, σ. 3, σκέψη 4), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια του «εργαζομένου» του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 έχει ευρύ περιεχόμενο και καλύπτει κάθε πρόσωπο το οποίο, ασχέτως του αν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, έχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου βάσει της περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας ενός ή περισσότερων κρατών μελών. Παρέπεται ότι οι δικαιούχοι συντάξεως βάσει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, έστω και αν δεν ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα, εμπίπτουν, λόγω της υπαγωγής τους σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, στις διατάξεις του κανονισμού περί των «εργαζομένων», με εξαίρεση την περίπτωση που ισχύουν για αυτούς ειδικές διατάξεις.
8 – Όπως επανειλημμένως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η διάκριση μεταξύ των παροχών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και των παροχών που εμπίπτουν στο εν λόγω πεδίο έγκειται κατ’ ουσίαν στα συστατικά κάθε παροχής στοιχεία, ιδίως στον σκοπό και τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι στο αν μία παροχή χαρακτηρίζεται από την εθνική νομοθεσία ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως. Με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983, 171/82, Valentini (Συλλογή 1983, σ. 2157, σκέψη 13), το Δικαστήριο δεν δέχτηκε την υπαγωγή στις παροχές γήρατος κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1408/71, εκ του λόγου ότι ένα επίδομα επιδιώκει σκοπό που άπτεται της πολιτικής της απασχολήσεως συμβάλλοντας στην απελευθέρωση θέσεων εργασίας που καταλάμβαναν εργαζόμενοι που πλησίαζαν το όριο συνταξιοδοτήσεως υπέρ ανέργων μικρότερης ηλικίας. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 11), της 4ης Ιουνίου 1987, 375/85, Campana (Συλλογή 1987, σ. 2387), της 16ης Ιουλίου 1992, C‑78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. Ι-4839, σκέψη 14), και της 10ης Οκτωβρίου 1996, C‑245/94 και C‑312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. Ι-4895, σκέψη 17).
9 – Βλ. Fuchs, M., EuropäischesSozialrecht όπ.π. (υποσημείωση 3), άρθρο 4, σημεία 13 και 14. Βλ. απόφαση Valentini (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 13).
10 – Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1977, 70/76, Fossi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 189).
11 – Απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1979, 144/78, Tinelli (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 401).
12 – Αποφάσεις της 4ης Νοεμβρίου 1997, C‑20/96, Snares (Συλλογή 1997, σ. Ι-6057, σκέψεις 33, 42 και 43), της 11ης Ιουνίου 1998, C‑297/96, Partridge (Συλλογή 1998, σ. Ι-3467, σκέψη 34), της 31ης Μαΐου 2001, C‑43/99, Leclère και Deaconescu (Συλλογή 2001, σ. I‑4265, σκέψη 32), και της 29ης Απριλίου 2004, C‑160/02, Skalka (Συλλογή 2004, σ. I‑5613, σκέψη 25).
13 – Οι αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2001, C‑215/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I‑1901, σκέψεις 32 και 33), Skalka (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 28), και της 16ης Ιανουαρίου 2007, C‑265/05, Pérez Naranjo (Συλλογή 2007, σ. Ι-347, σκέψη 36), αφορούσαν αντιστοίχως την καταβολή επιδόματος ειδικής φροντίδος (παροχή στηριζόμενη σε εισφορές) και τη χορήγηση αντισταθμιστικού συμπληρώματος συντάξεως γήρατος (παροχή μη στηριζόμενη σε εισφορές) στην Αυστρία καθώς και την καταβολή συμπληρωματικού επιδόματος γήρατος από ταμείο αλληλεγγύης (κατ’ αρχήν έγινε δεκτό ότι επρόκειτο για παροχή μη στηριζόμενη σε εισφορές, ωστόσο η αναλυτική εκτίμηση του ζητήματος αυτού ανήκει αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο) στη Γαλλία.
14 – Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την οικονομική συμμετοχή της Ομοσπονδίας, στις δαπάνες της γενικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως. Κατ’ εφαρμογήν της αρχής του κοινωνικού κράτους, η Ομοσπονδία δημιούργησε ένα σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως το οποίο στηρίζεται ως επί το πλείστον στον υποχρεωτικό χαρακτήρα του. Ως εκ τούτου, υποχρεούται να διαμορφώνει τα βάρη που δημιουργεί το σύστημα αυτό κατά τρόπο αποδεκτό. Σκοπός των πόρων που συνεισφέρει η Ομοσπονδία είναι να διασφαλιστούν οι συνταξιοδοτικές παροχές και να προστατευτούν οι ασφαλισμένοι από υπέρμετρη επιβάρυνση. Συνεπώς, η εισφορά των πόρων αυτών λειτουργεί ως εγγύηση και ως διασφάλιση (Diel, U., SozialgesetzbuchVI, εκδότης von Hauck, K./Noftz, W., τόμος 2, Βερολίνο 2006, άρθρο 213, σημεία 8 και 9, σ. 4).
15 – Το διανεμητικό σύστημα αποτελεί μία μέθοδο χρηματοδοτήσεως των διαφόρων μορφών κοινωνικής ασφαλίσεως, ιδίως του συνταξιοδοτικού συστήματος, αλλά και της ασφαλίσεως ασθενείας και της ασφαλίσεως ανεργίας. Οι καταβαλλόμενες εισφορές χρησιμοποιούνται για την απευθείας χρηματοδότηση των καταβαλλόμενων παροχών, οι δε ασφαλιστικοί φορείς μπορούν να προβούν στη δημιουργία αποθεματικών σε μικρή κλίμακα (όπως είναι π.χ. τα αποθεματικά της εκ του νόμου προβλεπόμενης συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως). Με τις εισφορές που καταβάλλει, ο ασφαλισμένος αποκτά αξίωση για παροχές σε περίπτωση ανάγκης (ανεργία, ασθένεια, γήρας). Το σύστημα αυτό στηρίζεται στη λεγόμενη «σύμβαση μεταξύ των γενεών». Με την έννοια αυτή περιγράφεται το γεγονός ότι οι ασφαλισμένοι αναλαμβάνουν για μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο τη συντήρηση της εκάστοτε σύγχρονής τους γενεάς των συνταξιούχων και ότι έχουν εκ του λόγου αυτού με τη σειρά τους την αξίωση –ή καλύτερα τη νόμιμη προσδοκία– να τύχουν της αυτής στηρίξεως στο μέλλον από τη γενεά των τωρινών παιδιών (Finke, H., SozialgesetzbuchVI, όπ.π. υποσημείωση 14, τόμος 2, Βερολίνο 2006, άρθρο 153, σημείο 20, σ. 7).
16 – Βλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, 10/78, Belbouab (Συλλογή τόμος 1978, σ. 591, σκέψη 5).
17 – Αποφάσεις της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni (Συλλογή τόμος 1975, σ. 347, σκέψη 13), της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 62/76, Strehl (Συλλογή τόμος 1977, σ. 69), της 10ης Ιανουαρίου 1980, 69/79, Jordan-Vosters (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 47), της 12ης Ιουνίου 1980, 733/79, CCAF/Laterza (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 291), της 23ης Φεβρουαρίου 1986, 254/84, De Jong (Συλλογή 1986, σ. 671, σκέψη 15), και της 14ης Δεκεμβρίου 1989, 168/88, Dammer (Συλλογή 1989, σ. 4553, σκέψη 21).
18 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 20), και απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, 284/84, Spruyt (Συλλογή 1986, σ. 685, σκέψεις 18 επ.).
19 – Απόφαση Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 21), και απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑286/03, Hosse (Συλλογή 2006, σ. Ι-1771, σκέψεις 24 και 25).
20 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10.
21 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11.
22 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1978, 9/78 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 541).
23 – Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑386/02 (Συλλογή 2004, σ. I‑8411).
24 – Το Reichsversicherungsanstalt für Angestellte ιδρύθηκε το 1912 στο Βερολίνο ως φορέας της κρατικής υποχρεωτικής ασφαλίσεως για τους υπαλλήλους. Ως οργανισμός δημοσίου δικαίου που είχε τον χαρακτήρα δημόσιας αρχής υπέκειτο αρχικά στην εποπτεία του Καγκελαρίου του Ράιχ, από το 1919 και εφεξής αποτέλεσε όργανο του υποκείμενου τομέα του Υπουργείου Εργασίας του Ράιχ. Το 1934, το Reichsversicherungsanstalt υπήχθη στην Reichsversicherungsamt (υπηρεσία ασφαλίσεως του Ράιχ) και ανέλαβε πέραν των μέχρι τούδε καθηκόντων του και την εποπτεία επί των επικουρικών ασφαλιστικών ταμείων της ασφαλίσεως ασθενείας των υπαλλήλων. Οι ενώσεις δημοσίου δικαίου αποτελούν συνδέσμους προσώπων του δημοσίου δικαίου, οι οποίες αυτοδιοικούνται και, ως εκ τούτου, παύουν να επιβαρύνουν την κρατική διοίκηση. Το γενικό χαρακτηριστικό τους δεν είναι η κατοικία ή η εγκατάσταση σε συγκεκριμένη περιοχή, αλλά το γεγονός ότι καλύπτουν τα μέλη τους βάσει ειδικών, ήτοι επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών ή άλλων κριτηρίων. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζονται επίσης, εν αντιθέσει προς τους τοπικούς δημόσιους οργανισμούς, ως ενώσεις προσώπων (Personalkörperschaften). Στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, συγκαταλέγονται μεταξύ των ενώσεων αυτών τα τοπικά ασφαλιστικά ταμεία ασθενείας (Allgemeine Ortskrankenkassen) και τα εξομοιούμενα προς αυτά επικουρικά ασφαλιστικά ταμεία (Ersatzkassen), οι επαγγελματικοί συνεταιρισμοί (Berufsgenossenschaften), οι περιφερειακές ασφαλιστικές οργανώσεις (Landesversicherungsanstalten) και το ομοσπονδιακό ίδρυμα ασφαλίσεως για υπαλλήλους (Bundesversicherungsanstalt für Angestellte) (Maurer, H., AllgemeinesVerwaltungsrecht, 12η έκδοση, Μόναχο 1999, άρθρο 23, σημείο 30). Ο Koja, F., AllgemeinesVerwaltungsrecht, 3η έκδοση, Βιέννη 1996, σ. 322, επισημαίνει ότι οι φορείς της κοινωνικής ασφαλίσεως κατέχουν μία ενδιάμεση θέση μεταξύ ενώσεως προσώπων και κοινωνίας συμφερόντων, αλλά παρουσιάζουν και στοιχεία ιδρύματος. Όπως τα ιδρύματα, αποτελούν οργανωτική συνάθροιση διοικητικών υπαλλήλων και υλικών μέσων (κτηρίων, εγκαταστάσεων, τεχνικών μηχανημάτων) στην υπηρεσία μιας ανεξάρτητης διοικητικής μονάδας.
25 – Δήλωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειες τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ 2003, C 210, σ. 1, υπό I.3.α΄). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι διατάξεις για τη ρύθμιση της εκ του νόμου συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, που περιλαμβάνονται στον «Κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, Έκτο βιβλίο, της 18ης Δεκεμβρίου 1989», αποτελούν μέρος των νομοθεσιών και των συστημάτων τα οποία μνημονεύει το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού.
26 – Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1977, 35/77, Βeerens (Συλλογή τόμος 1977, σ. 733, σκέψεις 9 και 10).
27 – Ο Brechmann, W., KommentarzumEUV/EGV, 1η έκδοση (1999), άρθρο 42, σ. 647, σημείο 11, επισημαίνει ότι από της υποβολής της δηλώσεως οι νομοθεσίες και τα συστήματα στο σύνολό τους εμπίπτουν υποχρεωτικά στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο έκρινε με τις αποφάσεις του της 5ης Μαΐου 1977, 104/76, Jansen (Συλλογή τόμος 1977, σ. 261, σκέψη 7), της 27ης Ιανουαρίου 1981, 70/80, Vigier (Συλλογή 1981, σ. 229, σκέψεις 12 επ.), και της 18ης Μαΐου 1995, C‑327/92, Rheinhold και Mahla (Συλλογή 1995, σ. Ι-1235, σκέψεις 15 επ.) ότι το πεδίο ισχύος του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 οριοθετείται κατά τρόπο ώστε οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου να εφαρμόζονται σε όλα τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών.
28 – Βλ. αποφάσεις Partridge (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 35), της 22ας Φεβρουαρίου 1990, 228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. Ι-531, σκέψη 11), και C‑12/89, Gatto (Συλλογή 1990, σ. 557)· βλ. Fuchs, M., Europäisches Sozialrecht όπ.π. (υποσημείωση 3), άρθρο 5, σημείο 5, Brall, N., Der Export von Leistungen der sozialen Sicherheit in der Europäischen Union, Baden-Baden 2003, σ. 153.
29 – Απόφαση Snares (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 39).
30 – Brall, N., όπ.π. (υποσημείωση 28), σ. 28. Κατά τον Kahil, B., EuropäischesSozialrechtundSubsidiarität, Baden-Baden 1996, σ. 252, η υποχρέωση του κοινοτικού νομοθέτη να θεσπίσει κανόνες συντονισμού απορρέει, πέρα από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 42 ΕΚ, και από την τελολογική ερμηνεία της διατάξεως καθώς και από την σχέση της, από απόψεως επιδιωκόμενου σκοπού, με το άρθρο 39 ΕΚ.
31 – Langer, R., EuropäischesSozialrecht όπ.π. (υποσημείωση 3), άρθρο 39, σημείο 1.
32 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Saggio της 13ης Απριλίου 2000 επί της υποθέσεως C‑135/99, Elsen (Συλλογή 2000, σ. Ι-10409, σημείο 25). Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1999, C‑18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σκέψη 36).
33 – Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2000, Elsen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 33), στο ίδιο πνεύμα αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1998, C‑120/95, Decker (Συλλογή 1998, σ. Ι-1831, σκέψη 23), και C‑158/96, Kohll (Συλλογή 1998, σ. Ι-1931, σκέψη 19), της 12ης Μαΐου 1998, C‑85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. Ι-2708, σκέψη 33), και της 7ης Φεβρουαρίου 2002, C‑28/00, Kauer (Συλλογή 2002, σ. Ι-1343, σκέψη 45).
34 – Απόφαση Snares (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 45).
35 – Με τις προτάσεις της 30ής Μαρτίου 2006 επί της υποθέσεως C‑192/05, Tas-Hagen και Tas (Συλλογή 2006, σ. Ι-10451, σημεία 61 και 62), η γενική εισαγγελέας Kokott υποστήριξε ότι τα κράτη μέλη έχουν γενικώς τη δυνατότητα να θέτουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση κοινωνικών παροχών μη διεπόμενων από το κοινοτικό δίκαιο, εντούτοις, έχουν επίσης ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τον βαθμό ενσωματώσεως στην αντίστοιχη κοινωνία που πρέπει να αποδείξει ο ενδιαφερόμενος. Η κατοικία του ενδιαφερομένου μπορεί να αποτελέσει κατ’ αρχήν κριτήριο σε σχέση με τον σύνδεσμό του με την κοινωνία του κράτους μέλους το οποίο χορηγεί την παροχή. Η ενσωμάτωσή του στην κοινωνία αυτή μπορεί, επομένως, να αποδειχθεί από το γεγονός ότι έχει διαμείνει επί ορισμένο χρονικό διάστημα στο συγκεκριμένο μέλος. Βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2005, C‑209/03, Bidar (Συλλογή 2005, σ. Ι-2119, σκέψη 57), επίσης, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2002, C-224/98, D’Hoop (Συλλογή 2002, σ. Ι-6191, σκέψη 38), της 23ης Μαρτίου 2004, C-138/02, Collins (Συλλογή 2004, σ. Ι-2703, σκέψη 67), και της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-258/04, Ιωαννίδης (Συλλογή 2005, σ. Ι-8275, σκέψη 30). Βλ., εσχάτως, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott της 29ης Μαρτίου 2007 επί της υποθέσεως C‑287/05, Hendrix (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 72).
36 – Βλ., εσχάτως, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott επί της υποθέσεως C-287/05, Hendrix (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 72).
37 – Βλ. αποφάσεις Leclere και Deaconescu (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 32), Snares (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 42), και της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 313/86, Lenoir (Συλλογή 1988, σ. 5391, σκέψη 16), με τις οποίες το Δικαστήριο τόνισε ότι, όσον αφορά τις ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα ο κοινοτικός νομοθέτης είναι ελεύθερος, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 42 ΕΚ, να εκδώσει διατάξεις παρεκκλίνουσες από την αρχή της εξαγωγιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών. Ιδίως, μπορεί, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, να εξαρτήσει τη χορήγηση παροχών που συνδέονται στενά με τον κοινωνικό περίγυρο από την κατοικία στο κράτος του αρμόδιου φορέα. Το άρθρο 10α του κανονισμού 1408/71 παρέχει τη δυνατότητα να συμπεριλαμβάνονται παροχές μικτής φύσεως, όπως είναι αυτές τις οποίες καθορίζει πλέον το άρθρο 4, παράγραφος 2α, στον συντονισμό, χωρίς να της υπαγάγει ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτόν στην υποχρέωση εξαγωγής των παροχών. Οι παροχές αυτές χορηγούνται αποκλειστικά στο κράτος μέλος κατοικίας βάσει των νομοθετικών διατάξεών του και με δαπάνες του. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου πρόκειται για παροχές οι οποίες ομοιάζουν ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά τους με τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας στον βαθμό που βασικό κριτήριο για τη χορήγησή τους είναι η ένδεια, και οι οποίες δεν στηρίζονται στον συνυπολογισμό περιόδων απασχολήσεως ή καταβολής εισφορών, ενώ βάσει ορισμένων άλλων χαρακτηριστικών τους ομοιάζουν προς τις κοινωνικοασφαλιστικές παροχές δεδομένου ότι δεν πρόκειται για παροχές οι οποίες χορηγούνται βάσει αποφάσεως εκδιδόμενης στο πλαίσιο διακριτικής εξουσίας και δεδομένου ότι οι δικαιούχοι των παροχών αυτών κατέχουν μία νομική θέση την οποία καθορίζει ο νόμος, εμπίπτουν δε ταυτόχρονα τόσο στην κατηγορία των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών όσο και στην κατηγορία των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας (βλ. Schuler, R., όπ.π. υποσημείωση 3, άρθρο 10α, σημεία 1 και 2, και Van Raepenbusch, S., Lasécurité socialedestravailleurseuropéens – PrincipesdirecteursetgrandsarretsdelaCourdejusticedesCommunautéseuropéennes, Βρυξέλλες 2001, σ. 28 επ.).
38 – Brall, N., όπ.π., υποσημείωση 27, σ. 30 επ.
39 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33.
40 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 35.
41 – Borchardt, όπ.π., υποσημείωση 5, σημεία 81 και 82.
42 – Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της γερμανοαυστριακής συμβάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1966 περί κοινωνικής ασφαλίσεως προέβλεπε ότι, εφόσον η σύμβαση αυτή δεν όριζε άλλως, οι νομοθετικές διατάξεις ενός συμβαλλόμενου κράτους, δυνάμει των οποίων η γένεση αξιώσεων για την καταβολή παροχών ή η χορήγηση παροχών ή η καταβολή παροχών σε χρήμα εξαρτάται από τη διαμονή στην ημεδαπή, δεν ίσχυε για τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 πρόσωπα τα οποία κατοικούν εντός του άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Το άρθρο 3, στοιχείο α΄, όριζε ότι κατά την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων του ενός συμβαλλόμενου κράτους οι υπήκοοι του κράτους αυτού εξομοιώνονταν προς τους υπηκόους του άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Συνεπώς, το άρθρο 4, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, στοιχείο α΄, της συμβάσεως αυτής πρέπει να ερμηνευθεί ως άρση της ρήτρας κατοικίας υπέρ των υπηκόων αμφοτέρων των συμβαλλόμενων κρατών. Στην πράξη, μέσω της ρυθμίσεως αυτής, οι επικράτειες της Γερμανίας και της Αυστρίας θεωρούνταν ως μία ενιαία επικράτεια για τους σκοπούς της διεκπεραιώσεως των αξιώσεων για την καταβολή παροχών στο πλαίσιο του δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως (εξομοίωση εδαφών).
43 – Το άρθρο 14, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της συμβάσεως μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί κοινωνικής ασφαλίσεως (γερμανική BGBl. 1998 II σ. 313· αυστριακή BGBl. III, 138/1998) προβλέπει τα ακόλουθα: «(2) οι ακόλουθες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν: […] β) το άρθρο 4, παράγραφος 1, της μνημονευόμενης στην παράγραφο 1 συμβάσεως σε σχέση με τις γερμανικές νομοθετικές διατάξεις, βάσει των οποίων ατυχήματα (επαγγελματικές ασθένειες), που επήλθαν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς και περίοδοι που συμπληρώνονται εκτός του εδάφους της, δεν θεμελιώνουν αξίωση για την καταβολή παροχών ή θεμελιώνουν μία τέτοια αξίωση μόνον υπό ορισμένες προϋποθέσεις, όταν οι δικαιούχοι κατοικούν εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, και δη στις περιπτώσεις κατά τις οποίες: i) οι παροχές χορηγούνταν ήδη ή ήσαν απαιτητές κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού σε σχέση με τα δύο συμβαλλόμενα κράτη, ii) ο δικαιούχος είχε ήδη τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού σε σχέση με τα δύο συμβαλλόμενα κράτη, η δε καταβολή της παροχής βάσει της ασφαλίσεως συντάξεως και εργατικού ατυχήματος αρχίζει εντός έτους από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού σε σχέση με τα δύο συμβαλλόμενα κράτη· το αυτό ισχύει και για περιόδους εισπράξεως συντάξεως, περιλαμβανομένης της συντάξεως επιζώντων, εφόσον οι περίοδοι εισπράξεως της συντάξεως διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς διακοπή».
44 – Το Δικαστήριο κάνει λόγω με την απόφασή του της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C‑227/89, Rönfeldt (Συλλογή 1991, σ. Ι-323, σκέψη 29) για τις συμβάσεις «που ίσχυαν μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και είχαν ενσωματωθεί στην εθνική τους νομοθεσία». Ο Költzsch, M., «Eine Entscheidung des EuGH und ihre Folgen für das internationale Sozialrecht – Zum Rönfeldt-Urteil des EuGH», DieSozialgerichtsbarkeit, 1992, σ. 593, συνάγει από την ανωτέρω φράση της αποφάσεως Rönfeldt ότι το Δικαστήριο κατατάσσει τις συμβάσεις περί κοινωνικής ασφαλίσεως στην εσωτερική νομοθεσία των εκάστοτε συμβαλλόμενων κρατών. Τούτο είναι ορθό βάσει και του γερμανικού δικαίου, δεδομένου ότι ο γερμανικός θεμελιώδης νόμος στηρίζεται στη δυαλιστική θεωρία όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του διεθνούς και του εθνικού δικαίου.
45 – Ο Eichenhoffer, E., EuropäischesSozialrecht, όπ.π. (υποσημείωση 3), άρθρο 2, σημείο 6, επισημαίνει ότι μία περαιτέρω προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71 είναι η ύπαρξη ενός διασυνοριακού στοιχείου. Η απαίτηση αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, βάσει του οποίου η προϋπόθεση αυτή ισχύει για πρόσωπα «που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη». Κατά τον ως άνω συγγραφέα, η προϋπόθεση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί του συντονισμού των παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να τεθεί μόνο σε περιπτώσεις που έχουν διασυνοριακό χαρακτήρα.
46 – Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2001, C‑95/99, Khalil (Συλλογή 2001, σ. Ι-7413, σκέψεις 68 και 69).
47 – Με την απόφασή του της 10ης Μαΐου 2001, C‑389/99, Rundgren (Συλλογή 2001, σ. Ι-3731, σκέψη 35), το Δικαστήριο απεφάνθη ότι πρόσωπο το οποίο κατοικούσε σε κράτος μέλος χωρίς να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε αυτό, αλλά ελάμβανε εκεί σύνταξη από άλλο κράτος μέλος με την ιδιότητα του συνταξιοδοτηθέντος δημόσιου υπαλλήλου, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του κανονισμού 1408/71.
48 – ΕΕ 1994, L 1, σ. 3
49 – Βλ. απόφαση Kauer, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 3.
50 – Βλ. αποφάσεις Spruyt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 18 επ.), Jauch, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 21), και Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψεις 24 και 25).
51 – Απόφαση Tinelli, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 7.
52 – Η γερμανική νομοθεσία που διέπει τις εξομοιούμενες περιόδους συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή ισχύει για την ασφάλιση συντάξεων και εργατικών ατυχημάτων. Η νομική βάση της νομοθεσίας αυτής είναι σήμερα ο FRG. Ο FRG κατήργησε τον Fremdrenten- und Auslandsrentengesetz (FAG). Ο Eichenhoffer, E., HandbuchdesSozialversicherungsrechts (εκδότης von Schulin, B.), τόμος 3, Μόναχο 1999, άρθρο 76, σημείο 51, επισημαίνει ότι, ενώ σκοπός του FAG εξακολουθούσε να είναι η αποζημίωση των προσφύγων για την εκάστοτε απώλεια κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων στο κράτος το οποίο τους εκδίωξε μέσω γερμανικών περιόδων και προσδοκιών, ο FRG διέπεται από την πρόθεση του Γερμανού νομοθέτη να εντάξει τους πρόσφυγες: οι πρόσφυγες –χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η θέση τους από απόψεως κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας, η οποία εξαρτάται από τα προσωπικά και κοινωνικοπολιτικά δεδομένα του κράτους καταγωγής τους– δεν πρέπει να αποζημιώνονται πρωτίστως για τα μειονεκτήματα λόγω της εκδιώξεως από το κράτος καταγωγής τους, αλλά να έχουν στη Γερμανία από απόψεως κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας την ίδια θέση την οποία θα είχαν αν ήσαν ασφαλισμένοι στη Γερμανία και όχι στις περιοχές από τις οποίες εκδιώχθηκαν. Για τον λόγο αυτόν, οι περίοδοι τις οποίες συμπλήρωσαν τα πρόσωπα αυτά στις περιοχές από τις οποίες εκδιώχθηκαν πρέπει να εντάσσονται κατά το άρθρο 15 του FRG ως περίοδοι καταβολής εισφορών στην εκ του νόμου προβλεπόμενη ασφάλιση συντάξεως. Ο συγγραφέας συνάγει από τα ανωτέρω ότι ο FRG εξακολουθεί μεν να εμφορείται από την ιδέα της αποζημιώσεως, εντούτοις έχει συμπληρωθεί με την ιδέα της εντάξεως η οποία έχει καταστεί κυρίαρχη.
53 – Απόφαση Jauch, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψεις 32 και 33.
54 – Το άρθρο 291b του SGB VI (απόδοση μη καλυπτόμενων από εισφορές παροχών) προβλέπει: «η Ομοσπονδία αποδίδει στους φορείς της συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως των εργαζομένων και των υπαλλήλων τις δαπάνες για τις παροχές που καταβάλλονται βάσει της νομοθεσίας περί εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή». Η διάταξη αφορά τις καταβλητέες από τη συνταξιοδοτική ασφάλιση παροχές βάσει της νομοθεσίας περί εξομοιούμενων περιόδων συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως στην αλλοδαπή και, ως εκ τούτου, ένα συγκεκριμένο μέρος των μη καλυπτόμενων από εισφορές –ή μη ασφαλιστικού χαρακτήρα– παροχών με τις οποίες βαρύνεται ο φορέας συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως (βλ., συναφώς, Finke, H., SGBVI – GesetzlicheRentenversicherungeinschließlich ÜbergangsrechtfürdasBeitrittsgebiet, τόμος 3, τεύχος 4/06, άρθρο 291b, σημείο 1).
55 – Αποφάσεις Snares (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψεις 33, 42 και 43), Partridge (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 34), Leclere και Deaconescu (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 32), και Skalka (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 25).
56 – Το Δικαστήριο έκρινε ότι χαρακτηριστικό του επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας είναι η χορήγηση της προβλεπόμενης στη νομοθεσία παροχής ανεξαρτήτως της συμπληρώσεως περιόδων επαγγελματικής δραστηριότητας, της υπαγωγής σε ασφαλιστικό φορέα ή της καταβολής εισφορών. Βλ. απόφαση Newton, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 13.
57 – Με τις προτάσεις της της 20ής Οκτωβρίου 2005 επί της υποθέσεως Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο 30), η γενική εισαγγελέας Kokott υποστήριξε, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά οι διατάξεις οι οποίες εισάγουν εξαιρέσεις από την αρχή της εξαγωγιμότητας των παροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως. Αυτή η ερμηνευτική αρχή ισχύει κατεξοχήν στην περίπτωση που μία εισάγουσα εξαίρεση διάταξη, όπως είναι το άρθρο 4, παράγραφος 2β, του κανονισμού 1408/71 εξικνείται μέχρι του σημείου να έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή ολόκληρου του κανονισμού. Συνεπώς, πέραν της μνείας της παροχής στο παράρτημα ΙΙ, μέρος ΙΙΙ, του κανονισμού πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες ουσιαστικές προϋποθέσεις προκειμένου να μπορεί μία παροχή να εξαιρεθεί βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2β, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού: η παροχή πρέπει να στηρίζεται σε νομοθετικές διατάξεις, των οποίων η ισχύς περιορίζεται σε τμήμα της επικράτειας ενός κράτους μέλους. Η παροχή πρέπει να χορηγείται ανεξαρτήτως της καταβολής οποιασδήποτε εισφοράς και να έχει τον χαρακτήρα ειδικής παροχής. Βλ. αποφάσεις Jauch (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 21), και Hosse (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 25). Ο Fuchs, M., όπ.π. (υποσημείωση 9), άρθρο 4, σημείο 27, επισημαίνει ότι οι μνημονευόμενες στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα χορηγούνται αποκλειστικά στο κράτος κατοικίας βάσει των νομοθετικών διατάξεών του, εφόσον οι παροχές αυτές μνημονεύονταν στο παράρτημα IIα.
58 – Τόσο από τα άρθρα 6, 7 και 8 του κανονισμού 1408/71 όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το άρθρο 8 αφορά μόνον τις συμβάσεις τις οποίες συνάπτουν τα κράτη μέλη μεταξύ τους μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού. Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1994, C‑305/92, Hoorn (Συλλογή 1994, σ. Ι-1525, σκέψη 19), και της 2ας Αυγούστου 1993, C‑23/92, Grana-Novoa (Συλλογή 1993, σ. Ι-4505, σκέψη 22).
59 – Βλ. απόφαση Rönfeldt, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 23. Η απόφαση αυτή αποτελεί περαιτέρω εξέλιξη προγενέστερης νομολογίας (ιδίως των αποφάσεων Petroni, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 13, De Jong, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 15, και Dammer, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 21), βάσει της οποίας θα ματαιωνόταν ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης, αν οι εργαζόμενοι οι οποίοι έκαναν χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας έχαναν κοινωνικοασφαλιστικά πλεονεκτήματα τα οποία τους διασφαλίζουν εν πάση περιπτώσει οι νομοθετικές διατάξεις ενός κράτους μέλους. Περαιτέρω, το Δικαστήριο συνήγαγε τις συνέπειες από την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1980, 807/79, Gravina (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 449, σκέψη 7), με την οποία συμπέρανε από την ανωτέρω εκτίμηση ότι η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των χορηγούμενων βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους παροχών. Ο Kessler, F., «Pensions d’invalidité de droit communautaire et conventions bilatérales de sécurité sociales – des precisions», Revuededroitsanitairesocial, Ιανουάριος-Μάρτιος 1996, σ. 148, φρονεί ότι το Δικαστήριο εφαρμόζει εν προκειμένω ένα είδος «αρχής της ισχύος της ευνοϊκότερης διατάξεως» στην περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ μιας διατάξεως του κανονισμού 1408/71 και μιας διμερούς συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
60 – Απόφαση Rönfeldt, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 44.
61 – Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C‑475/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-3813, σκέψη 26).
62 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1997, C‑31/96, C‑32/96 και C‑33/96 (Συλλογή 1997, σ. Ι-5501, σκέψη 27).
63 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑153/97 (Συλλογή 1998, σ. Ι-8645).
64 – Απόφαση Thévenon, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 26.
65 – Αποφάση Naranjo Arjona (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 62, σκέψη 29), και Grajera Rodriguez (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 63, σκέψη 29).
66 – Αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1973, 82/72, Walder (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 558, σκέψεις 6 και 7), και Thévenon (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 15).
67 – Αντιθέτως, ο σκοπός της νομολογίας αυτής δεν θα μπορούσε να έγκειται στη χορήγηση όλων των δυνατών πλεονεκτημάτων από κοινωνικοασφαλιστικές συμβάσεις και από τις εθνικές έννομες συντάξεις στους εργαζομένους. Ο Van Raepenbusch, S., «Les rapports entre le règlement (C.E.E.) n° 1408/71 et les conventions internationales dans le domaine de la sécurité sociales des travailleurs circulant à l´intérieur de la Communauté», Cahiersdedroiteuropéen, 1991, σ. 466, φρονεί ότι π.χ. ακόμη και αν αναγνωριζόταν ότι το άρθρο 42 ΕΚ δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο στο πλαίσιο της νομοθετικής δραστηριότητας του να στερεί από τους εργαζομένους δικαιώματα που τους έχουν αναγνωριστεί, ο πρώτιστος σκοπός του άρθρου 42 ΕΚ έγκειται στην αντικατάσταση των παραδοσιακών συστημάτων μέσω ενός μηχανισμού συντονισμού των εθνικών κοινωνικοασφαλιστικών συστημάτων προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας. Ο Ottevaere, A., «Le règlement 1408/71 et les conventions de sécurité sociale: suite et fin des incertitudes – l’arrêt Thévenon», Revuebelgedesécurité sociale, 1996, σ. 849, αναγνωρίζει ως υπαρκτό τον κίνδυνο να επιλέξει ο εργαζόμενος μεταξύ της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και της διμερούς συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως προκειμένου να αξιώσει για τον ίδιο τα επιθυμητά πλεονεκτήματα. Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας χαιρετίζει το γεγονός ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε με την απόφασή του Thévenon τη νομολογία Rönfeldt.
68 – Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C‑214/94 (Συλλογή 1996, σ. 1-2253, σκέψη 15). Η υπόθεση αφορούσε μία Βελγίδα η οποία εργαζόταν ως τοπική υπάλληλος στην υπηρεσία διαβατηρίων της πρεσβείας της Γερμανίας στο Αλγέρι και η οποία ήταν ήδη εγκατεστημένη στην Αλγερία πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως εργασίας. Η προσφεύγουσα ζήτησε να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με τους τοπικούς υπαλλήλους γερμανικής ιθαγενείας, πράγμα το οποίο απέρριψε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με το σκεπτικό ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω διότι το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται στο έδαφος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου μπορούν να εφαρμόζονται σε επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούνται εκτός τους εδάφους της Κοινότητας, εφόσον η εργασιακή σχέση διατηρεί αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος της Κοινότητας. Η αρχή αυτή πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα επίσης τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εργασιακή σχέση συνδέεται επαρκώς με το δίκαιο κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, με τους σχετικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το κοινοτικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας ισχύει σε περιπτώσεις, όπως είναι αυτή της προσφεύγουσας, ως προς όλες τις πτυχές της εργασιακής σχέσεως που διέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους.
69 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 47, σκέψη 35. Η υπόθεση αυτή αφορούσε συνταξιοδοτηθέντα Σουηδό δημόσιο υπάλληλο ο οποίος ελάμβανε σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου από τη Σουηδία και ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Φινλανδία πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1408/71 στο κράτος αυτό. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το γεγονός ότι ο S. Rundgren έπαυσε την επαγγελματική του δραστηριότητα και μετέφερε την κατοικία του από τη Σουηδία στη Φινλανδία πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 1408/71 στη Φινλανδία δεν μπορεί να αποκλείσει τον ενδιαφερόμενο από το χρονικό, το υποκειμενικό και το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού. Συναφώς, είναι προφανές ότι αποφασιστική σημασία είχε το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος ελάμβανε σύνταξη δημοσίου υπαλλήλου από άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται στην περίπτωσή του.
70 – Απόφαση Elsen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 33), στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις Decker (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 23), Kohll (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 19), Martínez Sala (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 33), και Kauer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 45).
Full & Egal Universal Law Academy