ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 8ης Μαΐου 2007 1(1)
Υπόθεση C-427/05
Porto Antico di Genova SpA
κατά
Agenzia delle Entrate – Ufficio Genova 1
[αίτηση του Commissione Tributaria regionale di Genova (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 – Διαρθρωτικά Ταμεία – Απαγόρευση μειώσεων – Υπολογισμός του φορολογητέου εισοδήματος – Συνυπολογισμός των εισπραχθεισών κοινοτικών ενισχύσεων»
I – Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2005, η Commissione tributaria regionale di Genova (Ιταλία) ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί δύο ερωτημάτων σχετικών με την ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (2), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (3) (στο εξής: κανονισμός 4253/88 ή κανονισμός).
2. Τα ερωτήματα αυτά υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας μεταξύ της Agenzia delle Entrate – Ufficio di Genova 1 (στο εξής: φορολογική αρχή) και της Porto Antico di Genova SpA (στο εξής: Porto Antico), όσον αφορά αίτηση της Porto Antico περί επιστροφής του φόρου για τον καθορισμό της φορολογικής βάσης του οποίου συνυπολογίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ενισχύσεις που καταβλήθηκαν από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία και από την Περιφέρεια της Λιγυρίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική φορολογική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι καταβαλλόμενες από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία ενισχύσεις συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική νομοθεσία
3. Το άρθρο 21 του κανονισμού 4253/88 (4), με τίτλο «Πληρωμές», υπάγεται στο κεφάλαιο VI του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Χρηματοδοτικές διατάξεις». Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 21, παράγραφος 3, έχει ως εξής:
«Οι πληρωμές πρέπει να γίνονται στους τελικούς δικαιούχους χωρίς καμία έκπτωση ή κράτηση που ενδέχεται να μειώσει το ύψος της ενίσχυσης που δικαιούνται.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
4. Οι σχετικές με τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος διατάξεις του εθνικού δικαίου περιλαμβάνονται στο προεδρικό διάταγμα 917, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (στο εξής: προεδρικό διάταγμα 917) (5). Το άρθρο 55, παράγραφος 3, του προεδρικού διατάγματος 917, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή το 2000, έχει ως εξής:
«Θεωρούνται εξάλλου ως έκτακτα κέρδη:
[…]
(β) οι παροχές σε χρήμα ή σε είδος που εισπράττονται ως ενισχύσεις ή άνευ ανταλλάγματος, πλην των ενισχύσεων του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχεία e και f, και των ενισχύσεων για την αγορά αποσβεστέων περιουσιακών αγαθών ανεξαρτήτως του είδους της χρηματοδοτήσεως. Οι παροχές αυτές προσμετρώνται στο εισόδημα του οικονομικού έτους εντός του οποίου εισπράχθηκαν ή, γραμμικώς, στο οικονομικό έτος εντός του οποίου εισπράχθηκαν και στα επόμενα τέσσερα έτη κατ’ ανώτατο όριο. […]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
5. Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η Porto Antico περιέλαβε στη δήλωση εισοδημάτων που υπέβαλε για το οικονομικό έτος 2000 τις ενισχύσεις που της κατέβαλαν το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ) και τα Ταμεία της περιφέρειας της Λιγυρίας ως στοιχεία του ενεργητικού της για τον καθορισμό των φόρων εισοδήματος IRPEG (Imposta sul Reddito delle Persone Giuridiche – Φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων) και IRAP (Imposta Regionale sulle Attivita Produttive – Περιφερειακός φόρος επί της παραγωγής) του 2000. Η Porto Antico φορολογήθηκε βάσει της δηλώσεως αυτής και κατέβαλε τον οφειλόμενο φόρο.
6. Θεωρώντας ότι εσφαλμένως περιέλαβε τις ενισχύσεις αυτές στη βάση υπολογισμού του φόρου, η Porto Antico ζήτησε, ανεπιτυχώς, από την Amministrazione Finanziaria την επιστροφή των επιπλέον ποσών, συνολικού ύψους 336 989 000 ιταλικών λιρών (ITL). Η Porto Antico στηρίχθηκε προς τούτο στο άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού.
7. Η Porto Antico άσκησε προσφυγή ενώπιον της Commissione tributaria provinciale di Genova κατά της σιωπηρής αποφάσεως της Amministrazione Finanziaria, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση επιστροφής του φόρου. Με απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε την προσφυγή.
8. Η φορολογική αρχή άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προβάλλοντας ότι η εισπραχθείσα οικονομική ενίσχυση δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής από τον φόρο βάσει του άρθρου 21 του κανονισμού 4253/88.
9. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Commissione tributaria regionale di Genova έκρινε αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς της την υποβολή προς το Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων –εφόσον, αν διαπιστωνόταν ότι η εθνική φορολογική ρύθμιση αντέβαινε στον κανονισμό 4253/88, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της εφέσεως της φορολογικής αρχής– και του υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
«1) Συμβιβάζεται με το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού [4253/88], σύμφωνα με το οποίο “οι πληρωμές πρέπει να γίνονται στους τελικούς δικαιούχους χωρίς καμία έκπτωση ή κράτηση που ενδέχεται να μειώσει το ύψος της ενισχύσεως που αυτοί δικαιούνται”, το άρθρο 55 του προεδρικού διατάγματος 917, σύμφωνα με το οποίο οι κοινοτικές ενισχύσεις συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος;
2) Σε περίπτωση αναγνωρίσεως του ασυμβιβάστου, αφορά τούτο μόνον τις καταβαλλόμενες από τους κοινοτικούς οργανισμούς ενισχύσεις ή και τις προβλεπόμενες στο πλαίσιο του DOCUP (ενιαίου εγγράφου οικονομικού προγραμματισμού) ενισχύσεις που καταβάλλουν οι εθνικοί οργανισμοί;»
IV – Νομική ανάλυση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
10. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική φορολογική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι καταβαλλόμενες από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία ενισχύσεις συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.
1. Οι κυριότεροι ισχυρισμοί των διαδίκων
11. Στην υπό κρίση διαδικασία, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Porto Antico, οι Κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, η Ιρλανδία, οι Κυβερνήσεις της Ολλανδίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η Ιρλανδία, η Επιτροπή και η Porto Antico εκπροσωπήθηκαν και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Φεβρουαρίου 2007.
12. Όλα τα μέρη, πλην της Porto Antico, συμφωνούν ότι το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88 δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση όπως το προεδρικό διάταγμα 917, το οποίο συνυπολογίζει για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος τα ποσά που καταβλήθηκαν από τα διαρθρωτικά ταμεία, και ότι, επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
13. Οι κυβερνήσεις και η Επιτροπή υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η απαγόρευση κάθε «εκπτώσεως» ή «κρατήσεως» του άρθρου 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88, η οποία ορίζει απλώς έναν τρόπο καταβολής, αφορά τη στιγμή της καταβολής και στόχος της είναι να εξασφαλισθεί ότι ο δικαιούχος θα λάβει ολόκληρο το ποσό της χρηματοοικονομικής ενισχύσεως, χωρίς να είναι αναγκασμένος να φέρει βάρη όπως έξοδα φακέλου, προμήθειες ή διοικητικά έξοδα. Η απαγόρευση δεν εκτείνεται, ωστόσο, σε φόρους όπως οι επίδικοι, οι οποίοι συνήθως επιβάλλονται σε μεταγενέστερο στάδιο –μετά την είσπραξη του συνόλου της χρηματοοικονομικής ενισχύσεως από τον τελικό δικαιούχο.
14. Τα ανωτέρω μέρη εκτιμούν ότι η ερμηνεία αυτή απορρέει από τη διατύπωση του κανονισμού καθώς και από το αντικείμενό του και τον σκοπό του. Στηριζόμενοι στη νομολογία του Δικαστηρίου (6), υποστηρίζουν επίσης, κατ’ ουσίαν, ότι ο εν λόγω κανονισμός απαγορεύει μόνον τις επιβαρύνσεις που έχουν άμεση και αναπόσπαστη σχέση με τα καταβληθέντα ποσά, γεγονός που δεν ισχύει εν προκειμένω. Κάποιοι από αυτούς προβάλλουν επίσης, προς στήριξη της απόψεώς τους, τον ισχύοντα κανονισμό, δηλαδή τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (7), που κατάργησε τον κανονισμό 4253/88 και ο οποίος διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[δ]εν γίνεται καμία μείωση, κράτηση ούτε μεταγενέστερη ειδική επιβάρυνση που επιφέρει μείωση των ποσών αυτών» (η υπογράμμιση δική μου).
15. Η Porto Antico, αντιθέτως, επισημαίνει το γεγονός ότι η επιβολή φόρων όπως οι επίδικοι έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της ενισχύσεως και τη διακύβευση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κανονισμού στην περίπτωση που επιτραπεί σε κράτος μέλος να επιβάλει τέτοιους φόρους. Τονίζει ότι με την επιβολή των φόρων αυτών τα κράτη μέλη μπορούν να ματαιώσουν τους κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς που επιδιώκει η Κοινότητα με τη χορήγηση των ενισχύσεων και επίσης να προωθήσουν μέρος των χρηματοοικονομικών ενισχύσεων στα κρατικά ταμεία. Επιπλέον, κατά την Porto Antico, με την επιβολή άμεσων φόρων από τα διάφορα κράτη μέλη ελλοχεύει ο κίνδυνος να υπάρξει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως εφόσον, ελλείψει εναρμονίσεως των άμεσων φόρων εντός της Κοινότητας, τα φορολογικά συστήματα διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.
2. Εκτίμηση
16. Πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι η διατύπωση του άρθρου 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού δεν αποκλείει από μόνη της την εφαρμογή της διατάξεως αυτής κατά την επιβολή φόρων όπως οι επίδικοι στην υπό κρίση υπόθεση.
17. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, οι όροι «έκπτωση ή κράτηση» μπορούν κατ’ αρχήν να αφορούν μειώσεις της χρηματοοικονομικής ενισχύσεως μέσω της φορολογήσεώς της. Εν προκειμένω, ωστόσο, μόνον ο όρος «έκπτωση» μπορεί να είναι συναφής εφόσον ο επίδικος φόρος δεν παρακρατούνταν κατά την καταβολή της ενισχύσεως, αλλά εισπράττονταν μεταγενέστερα ως φόρος επί του εισοδήματος της Porto Antico.
18. Πρέπει να προστεθεί ότι οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού δεν παρέχουν καμία ένδειξη για το αν η απαγόρευση κάθε εκπτώσεως καλύπτει επίσης και τις μειώσεις διά της άμεσης φορολογίας.
19. Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88 μπορεί να απαγορεύσει εθνική φορολογική διάταξη όπως η επίδικη για τον λόγο και μόνον ότι η άμεση φορολογία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι κατά πάγια νομολογία, καίτοι η άμεση φορολογία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη πρέπει να την ασκούν τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο (8). Ειδικότερα, το επίμαχο μέτρο δεν πρέπει να παρεμποδίζει ή να αποδυναμώνει τον μηχανισμό του κανονισμού 4253/88 (9), ο οποίος πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το γράμμα του, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τον σκοπό του (10).
20. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία –με την απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας– (11) να αποφανθεί, στο πλαίσιο των ποσών που καταβλήθηκαν ως ενισχύσεις του Ευρωπαϊκού Ταμείου Γεωργικού Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Προσανατολισμού, ως προς την έννοια και το περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, το οποίο δεν επιτρέπει καμία επιβάρυνση των ενισχύσεων που χορηγούνται στους δικαιούχους. Προηγουμένως, το Δικαστήριο είχε επίσης αποφανθεί επί παρόμοιων διατάξεων που αφορούσαν το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ, οι οποίες επέβαλλαν την πληρωμή των ενισχύσεων στον δικαιούχο στο ακέραιο (12).
21. Με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (13), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι θεωρεί ότι οι αρχές που απορρέουν από την πρόσφατη νομολογία που αφορά τις διατάξεις των κανονισμών που διέπουν το τμήμα Εγγυήσεων μπορούν να έχουν εφαρμογή και στις ενισχύσεις που χορηγούνται από το τμήμα Προσανατολισμού του ΕΓΤΠΕ βάσει του άρθρου 21 του κανονισμού 4253/88. Συναφώς, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στα κοινά χαρακτηριστικά των τμημάτων Εγγυήσεων και Προσανατολισμού, δηλαδή τη χρηματοδότηση αμφοτέρων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, γεγονός που τους επιτρέπει να χορηγούν χρηματοοικονομικές συνδρομές υπό τη μορφή ενισχύσεων για δράσεις που εμπίπτουν στις αντίστοιχες σφαίρες αρμοδιότητάς τους. Το Δικαστήριο τόνισε ότι «[ο]ι συνδρομές αυτές, που έχουν την ίδια οικονομική πηγή, υπόκεινται στους ίδιους κανόνες καταβολής, όπως είναι ο κανόνας που επιβάλλει να αντιστοιχεί το ποσό που εισπράττει ο δικαιούχος στο ποσό που του χορηγείται».
22. Μολονότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά χρηματοοικονομική συνδρομή προερχόμενη από άλλο διαρθρωτικό ταμείο, το ΕΤΠΑ, τούτο ουδόλως κωλύει να ερμηνευθεί εν προκειμένω η υποχρέωση του άρθρου 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88 περί καταβολής της ενισχύσεως στο ακέραιο με τον ίδιο τρόπο σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία.
23. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η απαγόρευση μειώσεων δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο καθαρά τυπικό ώστε να έχει εφαρμογή μόνο στις μειώσεις που γίνονται πράγματι κατά τις πληρωμές. Η απαγόρευση κάθε μειώσεως πρέπει μάλλον να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα όλες τις επιβαρύνσεις που συνδέονται άμεσα και αναπόσπαστα με τα καταβαλλόμενα ποσά (14).
24. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι σε ποιο στάδιο ή με ποιον τρόπο, τεχνικώς, διενεργείται η μείωση επί των πληρωμών, αλλά μάλλον αν η εν λόγω μείωση συνδέεται ειδικώς με τη χρηματοοικονομική ενίσχυση. Προκειμένου να διευκρινιστεί η υποχρέωση αυτή, πρέπει να υπενθυμιστούν οι μειώσεις τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ως αντιβαίνουσες προς το κοινοτικό δίκαιο.
25. Έτσι, με την απόφαση Kellinghusen et Ketelsen (15), το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση πληρωμής των ενισχύσεων στο ακέραιο απαγορεύει μεταξύ άλλων στα κράτη μέλη να απαιτούν την πληρωμή διοικητικών εξόδων –που χρεώνονται για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων για την αντισταθμιστική ενίσχυση– τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την ελάττωση του ποσού της ενισχύσεως.
26. Με την απόφαση στην υπόθεση Σουηδία κατά Επιτροπής (16), το Δικαστήριο θεώρησε ως εμπίπτοντα στην εν λόγω απαγόρευση τα τέλη που εισπράττονταν για τη χορήγηση χαρτών τα οποία συνδέονταν άμεσα με την καταβολή των αντισταθμιστικών ενισχύσεων, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να υποβληθεί αίτηση χωρίς τον χάρτη αυτό, τον οποίο χορηγούσαν οι εθνικές αρχές.
27. Τέλος, με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (17), τα εισπραττόμενα τέλη, που προορίζονταν ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε το IFADAP –εθνικό όργανο επιφορτισμένο με διαχειριστικά καθήκοντα σχετικά με χρηματοοικονομικές ενισχύσεις του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού– συνδέονταν άμεσα και αναπόσπαστα με τα καταβαλλόμενα ποσά, διότι οφείλονταν λόγω της καταθέσεως των αιτήσεων χρηματοδοτήσεως και αντιστοιχούσαν σε ποσοστό επί του σχεδίου που χρηματοδοτούνταν στο πλαίσιο της χορηγούμενης από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Προσανατολισμού, συνδρομής.
28. Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάσταση διαφέρει σημαντικά. Όπως επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος της Porto Antico κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η χρηματοοικονομική ενίσχυση, αφού εισπραχθεί και διατεθεί για τις δραστηριότητες της εταιρίας, καθίσταται στοιχείο του ενεργητικού της εταιρίας και, όπως τα λοιπά εισοδήματα και οι δαπάνες της εταιρίας, συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης επί της οποίας επιβάλλεται ο φόρος εισοδήματος. Τα ποσά που εισπράχθηκαν ως χρηματοοικονομική ενίσχυση φορολογούνται επομένως σύμφωνα με το γενικό καθεστώς και με τους συντελεστές που προβλέπει η Ιταλική νομοθεσία για τον φόρο εισοδήματος.
29. Δεν μπορεί επομένως να υποστηριχθεί ότι η επιβολή του επίδικου φόρου συνιστά μείωση η οποία συνδέεται άμεσα και αναπόσπαστα με τα καταβαλλόμενα ποσά κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας, ακόμη και αν, όπως ισχυρίζεται η Porto Antico, μπορεί να υπολογισθεί το επιπλέον ποσό φόρου που προκύπτει από τον συνυπολογισμό της εισπραχθείσας ενισχύσεως. Ειδικότερα, παρατηρείται συναφώς ότι η καταβολή της οικείας χρηματοοικονομικής ενισχύσεως δεν εξαρτάται –και δεν θα μπορούσε όντως να εξαρτάται– από το γεγονός ότι συνυπολογίζεται στη συνέχεια για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.
30. Βεβαίως, η Porto Antico δεν έχει παντελώς άδικο, όσον αφορά την απαγόρευση μειώσεων, ισχυριζόμενη ότι άμεσοι φόροι όπως οι επίδικοι έχουν ως τελικό αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της εισπραχθείσας ενισχύσεως που απομένει στη διάθεση του δικαιούχου. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει, επαναλαμβάνω, περιορίσει την απαγόρευση μειώσεων του άρθρου 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού στις επιβαρύνσεις που συνδέονται άμεσα και αναπόσπαστα με τα καταβαλλόμενα ποσά. Μειώσεις που συνδέονται σε μικρότερο βαθμό με την οικεία κοινοτική ενίσχυση, όπως αυτές που διενεργούνται μέσω του φόρου εισοδήματος όπως εν προκειμένω, δεν επηρεάζουν επομένως την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού και, κατά συνέπεια, δεν απαγορεύονται από την κοινοτική νομοθεσία.
31. Πράγματι, όπως υποστήριξαν ορισμένοι διάδικοι, δεν φαίνεται πιθανό η απαγόρευση μειώσεων του άρθρου 21 του κανονισμού 4253/88 –η οποία αναφέρεται, εξάλλου σε «πληρωμές»– να έχει ένα τόσο ευρύ πεδίο εφαρμογής.
32. Πρέπει να επισημανθεί στη συνέχεια ότι η χρηματοοικονομική ενίσχυση η οποία εισπράχθηκε στο ακέραιο, κατά τις απαιτήσεις του άρθρου 21, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, πρέπει να χρησιμοποιηθεί από τον δικαιούχο σύμφωνα με τις οικονομικές και νομικές συνθήκες που υφίστανται στο οικείο κράτος μέλος, οι οποίες περιλαμβάνουν όχι μόνον το ύψος της φορολογίας, αλλά και τους λοιπούς σχετικούς παράγοντες, όπως το κόστος της διαθέσιμης υποδομής ή το γενικό επίπεδο τιμών.
33. Βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι η «αξία» της ενισχύσεως μπορεί τελικώς να είναι μικρότερη σε ορισμένα κράτη μέλη απ’ ό,τι σε άλλα. Αλλά αυτή είναι η συνέπεια των διαφορών που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών σε ορισμένους τομείς, ιδίως στον τομέα της άμεσης φορολογίας, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη εναρμονιστεί κατά το παρόν στάδιο εξέλιξης του κοινοτικού δικαίου.
34. Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Porto Antico, οι διαφορές που προκύπτουν από αποδεκτές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των οικονομικών και νομικών συστημάτων των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των φορολογικών συστημάτων, δεν μπορούν, ωστόσο, να θεωρηθούν ότι αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι το προεδρικό διάταγμα 917 εισάγει διακρίσεις όσον αφορά τις ενισχύσεις που καταβάλλονται από τα κοινοτικά ταμεία.
35. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88 δεν απαγορεύει εθνική φορολογική νομοθεσία όπως το προεδρικό διάταγμα 917, σύμφωνα με την οποία οι καταβαλλόμενες από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία ενισχύσεις συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.
Β – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
36. Εφόσον το δεύτερο ερώτημα αφορά μόνον την περίπτωση που διαπιστωθεί μη συμβατότητα, κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
V – Πρόταση
37. Προτείνω επομένως στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα να δοθεί η εξής απάντηση:
«Το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, το οποίο προβλέπει ότι «[ο]ι πληρωμές πρέπει να γίνονται στους τελικούς δικαιούχους χωρίς καμία έκπτωση ή κράτηση που ενδέχεται να μειώσει το ύψος της ενίσχυσης που δικαιούνται», δεν απαγορεύει εθνική φορολογική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 55 του προεδρικού διατάγματος 917/86, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, (όπως ίσχυε το 2000), σύμφωνα με την οποία οι καταβαλλόμενες από τα κοινοτικά διαρθρωτικά ταμεία ενισχύσεις συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματος.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 1998, L 374, σ. 1.
3 – ΕΕ 1993, L 193, σ. 20.
4 – Το αιτούν δικαστήριο –όπως και ορισμένοι διάδικοι– αναφέρεται με τις ερωτήσεις του στο άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 2082/93. Ωστόσο, εφόσον αυτός είναι ο τροποποιητικός κανονισμός, θα αναφέρομαι, ορθότερα, στο εξής στο άρθρο 21, παράγραφος 3, του τροποποιηθέντος κανονισμού 4253/88.
5 – Ονομάζεται επίσης «testo unico delle imposte sui redditi» (GURI αριθ. 302, της 31ης Δεκεμβρίου 1986, τακτικό συμπλήρωμα).
6 – Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1998, C-132/95, Jensen και Korn- og Foderstofkompagniet (Συλλογή 1998, σ. I-2975)· της 22ας Οκτωβρίου 1998, C-36/97 και C-37/97, Kellinghusen και Ketelsen (Συλλογή 1998, σ. I‑6337)· της 7ης Οκτωβρίου 2004, C-312/02, Σουηδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-9247), και της 5ης Οκτωβρίου 2006, C-84/04, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2006, σ. Ι-9843).
7 – ΕΕ 1999, L 161, σ. 1.
8 – Βλ., προς τούτο, ιδίως, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 στην υπόθεση C‑319/02, Manninen (Συλλογή 2004, σ. I‑7477, σκέψη 19, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk (Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψη 15).
10 – Βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 292/82, Merck (Συλλογή 1983, σ. 3781, σκέψη 12).
11 – Προπαρατεθείσα (σκέψεις 29 και 30).
12 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Jensen και Korn- og Foderstofkompagnie, Kellinghusen και Ketelsen, και Σουηδία κατά Επιτροπής.
13 – Προπαρατεθείσα (σκέψεις 31 και 32).
14 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Σουηδία κατά Επιτροπής, σκέψη 22, και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 35.
15 – Προπαρατεθείσα (σκέψη 21).
16 – Προπαρατεθείσα (σκέψεις 24 και 25).
17 – Προπαρατεθείσα (σκέψη 36).
Full & Egal Universal Law Academy