ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 8ης Μαρτίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑430/05
Ντιόνικ Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας Η/Υ, Λογισμικού και Παροχής Υπηρεσιών Μηχανογράφησης
Ιωάννης Μιχαήλ Πίκουλας
κατά
Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
«Κινητές αξίες – Ενημερωτικό δελτίο – Δημοσίευση ανακριβών πληροφοριών – Αρμοδιότητα κράτους μέλους για την επιβολή κυρώσεων»
1. Η κοινοτική νομοθεσία θέτει ως προϋπόθεση για την εισαγωγή κινητών αξιών εταιρίας στο χρηματιστήριο αξιών τη δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου που να περιέχει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά, μεταξύ άλλων, με τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για το δελτίο αυτό. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα) αφορά την αρμοδιότητα των κρατών μελών για την επιβολή κυρώσεων σε εταιρία και σε διευθύνοντα σύμβουλό της, στην περίπτωση που το ενημερωτικό δελτίο περιέχει ανακριβή πληροφοριακά στοιχεία χωρίς ωστόσο να μνημονεύονται η εταιρία ή ο διευθύνων σύμβουλος ως υπεύθυνοι.
Η κοινοτική νομοθεσία
2. Η οδηγία 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών και τις πληροφορίες επί των αξιών αυτών που πρέπει να δημοσιεύονται (2), κωδικοποιεί, μεταξύ άλλων, την οδηγία 79/279/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1979, περί του συντονισμού των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών (3), και την οδηγία 80/390/EOK του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1980, περί συντονισμού των όρων καταρτίσεως, ελέγχου και διαδόσεως του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών (4).
3. Οι οδηγίες 79/279 και 80/390 ήταν, αντιστοίχως, η πρώτη και η δεύτερη από τέσσερις οδηγίες που εναρμονίζουν τους όρους που πρέπει να πληρούνται κατά την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών καθώς και έπειτα από αυτή (5).
4. Η οδηγία 79/279 έθεσε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η εταιρία που επιθυμεί να εισαγάγει κινητές αξίες σε χρηματιστήριο αξιών κράτους μέλους· παραδείγματος χάριν, η εταιρία πρέπει να έχει καταθέσει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τους ετήσιους λογαριασμούς της για τις τρεις χρήσεις που προηγούνται της αιτήσεως εισαγωγής στο χρηματιστήριο αξιών· η προβλεπόμενη χρηματιστηριακή αξία των μετοχών που αποτελούν αντικείμενο της αιτήσεως εισαγωγής στο χρηματιστήριο αξιών πρέπει να είναι μεγαλύτερη από συγκεκριμένο ποσό· οι μετοχές πρέπει να είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμες· και τουλάχιστον το 25 % της οικείας κατηγορίας μετοχών πρέπει να διανέμεται στο κοινό.
5. Η οδηγία 80/390 έθεσε ορισμένες επιταγές ως προς το περιεχόμενο, την παρουσίαση, τον έλεγχο και τη δημοσίευση του εγγράφου που πρέπει να δημοσιεύεται για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών («listing particulars» στα αγγλικά, «prospectus» στα γαλλικά (6)).
6. Όπως προαναφέρθηκε, η οδηγία 2001/34 κωδικοποιεί τις οδηγίες 79/279 και 80/390 (7).
7. Το προοίμιο της οδηγίας 2001/34 έχει ως εξής:
«(5) Σ’ ένα πρώτο στάδιο ο συντονισμός των όρων εισαγωγής των κινητών άξιων σε χρηματιστήριο αξιών θα πρέπει να είναι αρκετά εύκαμπτος ώστε να επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υπάρχουσες διαρθρωτικές διαφορές μεταξύ των αγορών κινητών αξιών των κρατών μελών, καθώς και να επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές καταστάσεις τις οποίες θα αντιμετωπίσουν.
(6) Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να περιορισθεί κατ’ αρχήν ο συντονισμός στη θέσπιση των ελαχίστων όρων για την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήρια αξιών που εδρεύουν ή λειτουργούν στα κράτη μέλη, χωρίς να αναγνωρίζεται γι’ αυτό το λόγο στους εκδότες και δικαίωμα εισαγωγής στο χρηματιστήριο.
(7) Ο μερικός αυτός συντονισμός των όρων εισαγωγής στο χρηματιστήριο συνιστά ένα πρώτο βήμα για μία μεταγενέστερη περισσότερο εκτεταμένη προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σ’ αυτόν τον τομέα.
[...]
(9) Για την προστασία των συμφερόντων των παρόντων και πιθανών επενδυτών, στα περισσότερα κράτη μέλη επιβάλλονται εγγυήσεις στις επιχειρήσεις που προσφεύγουν σε δημόσια εγγραφή, μερικές φορές ήδη από της εκδόσεως των κινητών αξιών και εν πάση περιπτώσει κατά την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο. Οι εγγυήσεις αυτές προϋποθέτουν την πλέον κατάλληλη και αντικειμενική πληροφόρηση, ιδίως για την οικονομική κατάσταση του εκδότη των τίτλων και τα χαρακτηριστικά των αξιών των οποίων ζητείται η εισαγωγή στο χρηματιστήριο. Η πληροφόρηση αυτή παρέχεται συνήθως υπό τον τύπο δημοσιεύσεως ενημερωτικού δελτίου.
(10) Οι απαιτούμενες πάντως εγγυήσεις διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, όσον αφορά τόσο το περιεχόμενο και την παρουσίαση του δελτίου, όσο και την αποτελεσματικότητα, τον τρόπο και τον χρόνο ελέγχου των παρεχομένων στοιχείων. Οι αποκλίσεις αυτές δεν έχουν σαν αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται μόνον η εισαγωγή των κινητών αξιών των επιχειρήσεων στο χρηματιστήριο των περισσοτέρων κρατών μελών αλλά και η απόκτηση από επενδυτές, κατοίκους ενός κράτους μέλους, αξιών εισηγμένων σε χρηματιστήρια άλλων κρατών μελών και έτσι να εμποδίζεται η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και οι επενδύσεις μέσα σ’ όλη την Κοινότητα.
(11) Θα πρέπει να εξαλειφθούν οι αποκλίσεις αυτές με συντονισμό των ρυθμίσεων, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πλήρης ενοποίησή τους, ώστε να υπάρχει σε ικανοποιητικό βαθμό ισοδυναμία των εγγυήσεων που απαιτούνται σε κάθε κράτος μέλος για την εξασφάλιση κατάλληλης και όσο το δυνατό αντικειμενικής πληροφορήσεως των παρόντων και πιθανών δικαιούχων κινητών αξιών.» (8)
8. Το άρθρο 20 της οδηγίας 2001/34 απαιτεί από τα κράτη μέλη να φροντίζουν ώστε η εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών να εξαρτάται από τη δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου.
9. Η βασική επιταγή ως προς το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου επιβάλλεται από το άρθρο 21, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/34, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Το ενημερωτικό δελτίο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία τα οποία, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εκδότη και των κινητών αξιών των οποίων ζητείται η εισαγωγή στο χρηματιστήριο, είναι απαραίτητα, ώστε όσοι προβαίνουν σε επενδύσεις και οι σύμβουλοί τους επί των επενδύσεων να δύνανται να εκτιμούν την περιουσία, τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τα αποτελέσματα και τις προοπτικές του εκδότη, όπως και τα δικαιώματα που είναι ενσωματωμένα σ’ αυτές τις κινητές αξίες.»
10. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/34 έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 να βαρύνουν τους υπεύθυνους για το ενημερωτικό δελτίο, οι οποίοι αναφέρονται στο σημείο 1.1 των σχεδίων Α και Β που περιέχονται στο παράρτημα Ι.»
11. Το σχέδιο A του παραρτήματος I περιγράφει το περιεχόμενο που πρέπει να έχει το «ενημερωτικό δελτίο για την εισαγωγή μετοχών στο χρηματιστήριο αξιών»· το σχέδιο B περιγράφει το περιεχόμενο που πρέπει να έχει το δελτίο για την εισαγωγή ομολογιών.
12. Το σημείο 1.1 του σχεδίου A ορίζει ότι το ενημερωτικό δελτίο πρέπει, μεταξύ άλλων στοιχείων, να αναφέρει τα εξής: «Όνομα και ιδιότητα των φυσικών προσώπων και επωνυμία και έδρα των νομικών προσώπων που είναι υπεύθυνα για το δελτίο […]»
13. Το άρθρο 100 της οδηγίας 2001/34 έχει ως εξής:
«Κάθε νέο σημαντικό γεγονός, που δύναται να επηρεάσει την εκτίμηση των κινητών αξιών και που επέρχεται από τη στιγμή που καθορίζεται το περιεχόμενο του δελτίου και μέχρι να αρχίσει η επίσημη δήλωση τιμών στο χρηματιστήριο, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συμπληρώματος του δελτίου, να ελεγχθεί με τον ίδιο τρόπο και να δημοσιευθεί κατά τον τρόπο που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές.»
14. Το άρθρο 105, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/34 απαιτεί από τα κράτη μέλη να ορίζουν μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.
15. Η οδηγία 2001/34 τροποποιήθηκε, αφότου συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, με την οδηγία 2003/71 (9). Ειδικότερα, το άρθρο 21 της οδηγίας 2001/34 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε στην πράξη από τα άρθρα 5, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/71.
16. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/71 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, παράγραφος 2, το ενημερωτικό δελτίο περιέχει όλες τις πληροφορίες οι οποίες, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκδότη και των κινητών αξιών που αποτελούν το αντικείμενο της δημόσιας προσφοράς ή εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, είναι απαραίτητες προκειμένου να παρέχεται στους επενδυτές η δυνατότητα να εκτιμούν ενήμεροι τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις, τη χρηματοοικονομική θέση, τα κέρδη, τις απώλειες και τις προοπτικές του εκδότη και του τυχόν εγγυητή και τα δικαιώματα που ενσωματώνονται σε αυτές τις κινητές αξίες. Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάζονται με εύληπτο τρόπο ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα ανάλυσής τους και σε συνοπτική μορφή.»
17. Το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/71 έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι την ευθύνη για τις πληροφορίες που παρέχονται σε ένα ενημερωτικό δελτίο φέρει τουλάχιστον ο εκδότης ή τα διοικητικά, διαχειριστικά ή εποπτικά όργανα του εκδότη, ο προσφέρων ή το πρόσωπο που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή ο εγγυητής, ανάλογα με την περίπτωση. Τα υπεύθυνα πρόσωπα πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς στο ενημερωτικό δελτίο με το όνομα και την ιδιότητά τους ή, στην περίπτωση νομικών προσώπων, με την επωνυμία και την καταστατική τους έδρα, ενώ παράλληλα πρέπει να περιλαμβάνονται δηλώσεις των εν λόγω προσώπων με τις οποίες να βεβαιώνεται ότι, καθόσον γνωρίζουν, οι πληροφορίες που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο είναι σύμφωνες με την πραγματικότητα και δεν υπάρχουν παραλείψεις που να αλλοιώνουν το περιεχόμενο του δελτίου.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις περί αστικής ευθύνης εφαρμόζονται στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τις πληροφορίες που παρέχονται σε ένα ενημερωτικό δελτίο.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι καμία αστική ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο αποκλειστικά και μόνο βάσει του περιληπτικού σημειώματος, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε μετάφρασής του, εκτός και αν το εν λόγω σημείωμα είναι παραπλανητικό, ανακριβές ή ασυνεπές προς άλλα μέρη του ενημερωτικού δελτίου.»
18. Το άρθρο 25 της οδηγίας 2003/71, που τιτλοφορείται «Κυρώσεις», ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις και χωρίς να θίγεται το εθνικό τους καθεστώς περί αστικής ευθύνης, τα κράτη μέλη μεριμνούν, σε συμφωνία με το εθνικό τους δίκαιο, για τη δυνατότητα λήψης των κατάλληλων διοικητικών μέτρων ή επιβολής διοικητικών κυρώσεων κατά των υπευθύνων προσώπων, σε περίπτωση που οι θεσπισθείσες διατάξεις κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν είναι σύμφωνες με αυτή. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα αυτά να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.
2. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να γνωστοποιεί δημόσια τα μέτρα ή τις κυρώσεις που επιβάλλει για παράβαση των διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν η γνωστοποίηση των κυρώσεων αυτών μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα μέρη.»
Η εθνική νομοθεσία
19. Η οδηγία 80/390 μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το προεδρικό διάταγμα 348/1985 (10), το άρθρο 24 του οποίου συνιστά την κατά γράμμα μεταφορά του άρθρου 23 της οδηγίας 80/390 (νυν άρθρου 100 της οδηγίας 2001/34).
20. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, το άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου 1969/1991, όπως αυτός τροποποιήθηκε, όριζε τα εξής (11):
«Πρόστιμο μέχρι πεντακοσίων εκατομμυρίων (500 000 000) δρχ. επιβάλλεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δημοσιεύουν ή διαδίδουν με οποιονδήποτε τρόπο ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως προς κινητές αξίες εισαγόμενες ή εισηγμένες σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, οι οποίες ως εκ της φύσης τους μπορούν να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές των αξιών αυτών. [...] Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και κατά των μελών του Δ.Σ. εταιριών που αιτούνται την εισαγωγή των μετοχών τους σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο, όταν οι ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο που απαιτείται για την ανωτέρω εισαγωγή ή δημοσιεύονται ή διασπείρονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.»
Η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
21. Στη διάταξη περί παραπομπής εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά –τα οποία επαναλαμβάνονται σε ορισμένες από τις γραπτές παρατηρήσεις– με πολλές λεπτομέρειες. Ωστόσο, για να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, αρκεί να ληφθούν υπόψη τα εξής.
22. Οι αιτούντες είναι η εταιρία Ντιόνικ Ανώνυμη Εταιρία Εμπορίας Η/Υ, Λογισμικού και Παροχής Υπηρεσιών Μηχανογράφησης (στο εξής: Ντιόνικ ΑΕ), οι μετοχές της οποίας είναι εισηγμένες στην παράλληλη αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, και ο Ιωάννης Μιχαήλ Πίκουλας, ένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Ντιόνικ ΑΕ. Βάλλουν κατά δύο αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς («αρμόδια αρχή» στην Ελλάδα για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/34) τους επέβαλε πρόστιμα i) (σε αμφότερους) βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 2, του νόμου 1969/1991 και ii) (επιπλέον, μόνο στην Ντιόνικ ΑΕ) λόγω παραβάσεως του άρθρου 24 του προεδρικού διατάγματος 348/1985.
23. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε τα πρόστιμα αυτά για τον λόγο ότι το ενημερωτικό δελτίο που δημοσίευσε η Ντιόνικ ΑΕ επ’ ευκαιρία της αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου το 2001 περιείχε, όσον αφορά τα αποτελέσματα της εταιρίας για το οικονομικό έτος 2000, ανακριβή και παραπλανητικά πληροφοριακά στοιχεία ικανά να επηρεάσουν την τιμή των κινητών αξιών της Ντιόνικ ΑΕ ή τις συναλλαγές επί των αξιών αυτών.
24. Το ενημερωτικό δελτίο δεν μνημόνευε ούτε την εταιρία Ντιόνικ ΑΕ ούτε τον Ι. Μ. Πίκουλα ως «[πρόσωπα] που είναι υπεύθυνα για το δελτίο» κατά την έννοια του σημείου 1.1 του σχεδίου A του παραρτήματος I της οδηγίας 2001/34.
25. Η υπόθεση έφθασε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά το δικαστήριο αυτό, το άρθρο 21 της οδηγίας 2001/34 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, όταν τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στο δελτίο αποδεικνύονται ανακριβή ή παραπλανητικά, μόνον κατά του εκδότη και των προσώπων που ρητώς ορίζονται στο δελτίο ως υπεύθυνα. Κατά συνέπεια, το άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου 1969/1991 είναι συμβατό με το άρθρο 21 της οδηγίας, στο μέτρο που παρέχει τη δυνατότητα επιβολής προστίμου στον εκδότη. Εντούτοις, εφόσον το άρθρο 72, παράγραφος 2, προβλέπει την επιβολή προστίμου στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη, ανεξαρτήτως του αν μνημονεύονται στο δελτίο ως υπεύθυνα για την ακρίβεια των πληροφοριακών στοιχείων που περιέχονται σ’ αυτό, η διάταξη αυτή είναι αντίθετη στο άρθρο 21 της οδηγίας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, εκτιμώντας ότι η ερμηνεία του άρθρου 21 της οδηγίας 2001/34 δεν είναι απολύτως σαφής, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ενόψει των οριζομένων στο άρθρο 21 της οδηγίας 2001/34/ΕΚ […], μπορεί ο εθνικός νομοθέτης να θεσπίσει, για την περίπτωση που τα αναγραφόμενα σε ενημερωτικό δελτίο στοιχεία αποδειχθούν ανακριβή ή παραπλανητικά, διοικητικές κυρώσεις σε βάρος όχι μόνο των προσώπων που ρητά αναφέρονται στο δελτίο αυτό ως υπεύθυνα, αλλά και του εκδότη των υπό εισαγωγή στο χρηματιστήριο κινητών αξιών, καθώς και, αδιακρίτως, των μελών του Διοικητικού του Συμβουλίου, αδιαφόρως αν αυτά έχουν ορισθεί ως υπεύθυνα υπό την ανωτέρω έννοια;»
26. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ντιόνικ ΑΕ, η Ελληνική, η Ιταλική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Η Ντιόνικ ΑΕ, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Παραδεκτό
27. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το ερώτημα είναι απαράδεκτο, για τον λόγο ότι δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 21 της οδηγίας 2001/34 δεν μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα από τα στοιχεία που παρέχει η διάταξη περί παραπομπής. Συγκεκριμένα, οι μετοχές της Ντιόνικ ΑΕ είχαν ήδη εισαχθεί στο χρηματιστήριο και η εν λόγω εταιρία αποφάσισε απλώς να αυξήσει το κεφάλαιό της για την έκδοση επιπλέον μετοχών. Κατά το άρθρο 64 της οδηγίας, στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η κατάρτιση ενημερωτικού δελτίου (ενδέχεται ωστόσο η υποχρέωση αυτή να επιβάλλεται από το εθνικό δίκαιο, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας).
28. Δεν έχω πεισθεί από το επιχείρημα αυτό. Η Ιταλία φαίνεται να υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η Ντιόνικ ΑΕ ήταν ήδη εισηγμένη στο χρηματιστήριο, η αύξηση του κεφαλαίου της δεν εξαρτιόταν από την υποβολή αιτήσεως εισαγωγής στο χρηματιστήριο. Στο χρηματιστήριο, πάντως, εισάγονται οι κινητές αξίες και όχι οι εταιρίες (παρόλο που για ευκολία γίνεται λόγος για «εισηγμένες εταιρίες»). Ασφαλώς, η οδηγία 2001/34 προβλέπει μερική ή ολική απαλλαγή από την υποχρέωση δημοσιεύσεως ενημερωτικού δελτίου σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρο 23), καθώς και απαλλαγή από την υποχρέωση αναφοράς ορισμένων στοιχείων στο ενημερωτικό δελτίο σε άλλες περιπτώσεις (άρθρα 24 έως 34). Εντούτοις, ουδόλως προκύπτει ότι, εν προκειμένω, βάσει μιας από τις διατάξεις αυτές, η Ντιόνικ ΑΕ απαλλάχθηκε τελείως από την υποχρέωση δημοσιεύσεως ενημερωτικού δελτίου ή ότι μπορούσε να μην περιλάβει σ’ αυτό τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του σημείου 1.1 του σχεδίου A. Επιπλέον, η Ντιόνικ AE επιβεβαίωσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν συνέτρεχε «αυτόματη εισαγωγή» των εν λόγω μετοχών υπό την έννοια του άρθρου 64, ότι η αύξηση του κεφαλαίου συνίστατο σε προσφορά προς το κοινό για την οποία ίσχυε το δικαίωμα προτίμησης των παρόντων δικαιούχων και ότι, ως εκ τούτου, είχε εφαρμογή το σημείο 1.1 του σχεδίου A.
Εκτίμηση
29. Η Ντιόνικ AE θεωρεί ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Οι τρεις κυβερνήσεις και η Επιτροπή έχουν αντίθετη άποψη.
30. Κατά την Ντιόνικ ΑΕ, η οδηγία 2001/34 θέτει σαφή και συγκεκριμένα όρια στο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στις εθνικές αρχές κατά την εφαρμογή της. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, δείχνει σαφώς ότι το περιθώριο αυτό περιορίζεται στην επιλογή του μηχανισμού επιβολής κυρώσεων. Από την κατά γράμμα ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 2, προκύπτει σαφώς ότι κάθε ενδεχόμενη κύρωση παραβάσεων που διαπράχθηκαν κατά την κατάρτιση του ενημερωτικού δελτίου πρέπει να στρέφεται μόνον κατά των προσώπων που είναι υπεύθυνα για το ενημερωτικό δελτίο και όχι κατά των διευθυνόντων συμβούλων ή την εκδότρια εταιρία. Αν σκοπός της οδηγίας ήταν να επεκτείνει την ευθύνη για το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου σε όλους τους διευθύνοντες συμβούλους και στην εταιρία, δεν θα επέβαλλε, με το παράρτημα της I, την κοινοποίηση στοιχείων σχετικών με τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για το ενημερωτικό δελτίο.
31. Δεν συμφωνώ.
32. Πρώτον, όπως επισήμαναν η Ελληνική, η Πορτογαλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το προοίμιο της οδηγίας 2001/34 εμφαίνει σαφώς ότι σκοπός της νομοθεσίας είναι να θεσπίσει ένα ελάχιστο επίπεδο κοινών κανόνων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11, οι αποκλίσεις μεταξύ των εγγυήσεων που απαιτεί κάθε κράτος μέλος για την εξασφάλιση κατάλληλης και όσο το δυνατό αντικειμενικής ενημερώσεως των παρόντων και πιθανών δικαιούχων κινητών αξιών «πρέπει να εξαλειφθούν με συντονισμό των ρυθμίσεων, χωρίς να είναι απαραίτητη και η πλήρης ενοποίησή τους», ώστε να «υπάρχει σε ικανοποιητικό βαθμό ισοδυναμία των εγγυήσεων» (12).
33. Η άποψη αυτή δεν μου προκαλεί καμία έκπληξη. Όπως προανέφερα, η οδηγία 2001/34 κωδικοποιεί την οδηγία 80/390. Η πρόταση για την οδηγία 80/390 ανάγεται στο 1972 (13). Η αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2001/34 συμβαδίζει απολύτως με την πρόταση αυτή (14). Το 1972, η έκταση των στοιχείων που έπρεπε να δημοσιεύονται για την εισαγωγή αξιών στο χρηματιστήριο ποίκιλλε σε μεγάλο βαθμό (15). Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν εξαιρετικά φιλόδοξο για την Επιτροπή να επιδιώξει αυξημένο επίπεδο εναρμόνισης με το πρώτο κιόλας νομοθέτημα στον τομέα αυτό.
34. Τούτο επιβεβαιώθηκε με την αρχική Έκθεση της Επιτροπής Σοφών για τη ρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών (την έκθεση Lamfalussy) (16), η οποία, στο πρώτο εδάφιο του κεφαλαίου της III που τιτλοφορείται «Oι βασικές αδυναμίες της ισχύουσας ευρωπαϊκής ρυθμίσεως», αναφέρει ότι «η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία για τις αγορές κινητών αξιών […] στηρίζεται στις αρχές της ελάχιστης εναρμονίσεως» (17).
35. Όπως και η Ιταλική Κυβέρνηση, θεωρώ ότι η κατά γράμμα ερμηνεία του άρθρου 21, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/34 επιβεβαιώνει ότι η νομοθεσία αυτή επιδιώκει μάλλον την ελάχιστη παρά την πλήρη εναρμόνιση. Το άρθρο 21, παράγραφος 2, επιβάλλει πράγματι στα κράτη μέλη την υποχρέωση να φροντίσουν ώστε η ευθύνη για την ακρίβεια των πληροφοριακών στοιχείων που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο να βαρύνει «τους υπεύθυνους για το ενημερωτικό δελτίο που μνημονεύονται στο σημείο 1.1 των σχεδίων A και B που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I.» Το σημείο 1.1 των σχεδίων αυτών απαιτεί απλώς να περιλαμβάνονται στο ενημερωτικό δελτίο πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το πρόσωπα που είναι υπεύθυνα γι’ αυτό. Δεν θεωρώ ότι, λόγω του συνδυασμένου αποτελέσματος των διατάξεων αυτών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ορίσουν τις κατηγορίες των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τα στοιχεία αυτά. Η απορρέουσα από το σημείο 1.1 υποχρέωση μνείας των υπευθύνων προσώπων στο ενημερωτικό δελτίο έχει προφανώς ως σκοπό να προστατεύονται οι επενδυτές που στηρίζονται στα στοιχεία αυτά (18) και όχι να αποφεύγεται η απόδοση ευθύνης στα πρόσωπα που ορίζονται ρητώς ως υπεύθυνα βάσει της εθνικής νομοθεσίας και που, για οποιοδήποτε λόγο, δεν μνημονεύονται στο ενημερωτικό δελτίο.
36. Περαιτέρω, η οδηγία 2001/34 ουδόλως εμποδίζει τα κράτη μέλη που έχουν ορίσει ότι ορισμένες κατηγορίες προσώπων φέρουν την ευθύνη για τα ανακριβή ή παραπλανητικά πληροφοριακά στοιχεία που ενδέχεται να περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο να επιβάλλουν στα πρόσωπα αυτά ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται εν προκειμένω, σε περίπτωση δημοσιεύσεως των εν λόγω ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριακών στοιχείων.
37. Τέλος, επισημαίνω ότι, αφότου συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, το άρθρο 21 της οδηγίας 2001/34 αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 5, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/71 (19). Η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση δίνουν μεγάλη σημασία στην οδηγία 2003/71. Η Ελληνική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η οδηγία αυτή, η οποία προδήλως επιδιώκει το μέγιστο δυνατό επίπεδο εναρμονίσεως, δεν ρυθμίζει ομοιόμορφα το ζήτημα της ευθύνης για τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στα ενημερωτικά δελτία, αλλά αναθέτει στα κράτη μέλη τη ρύθμιση αυτή. Επιπλέον, η οδηγία 2003/71 δεν παρέχει εξαντλητικό κατάλογο των υπευθύνων και απαιτεί απλώς «να φέρουν τουλάχιστον» (20) την ευθύνη τα πρόσωπα που απαριθμεί. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι μόνον το άρθρο 25 της οδηγίας 2003/71 καθιερώνει σύστημα διοικητικών κυρώσεων, η δε διατύπωσή του δεν περιορίζει σαφώς την επιβολή των κυρώσεων αυτών μόνο στους τυπικά «υπεύθυνους» για τα ενημερωτικά δελτία.
38. Αληθεύει ασφαλώς ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/71 παρέχει ρητώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεωρήσουν ότι η ευθύνη για τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο βαρύνει άλλα πρόσωπα πλην των μνημονευομένων στη διάταξη αυτή και ότι το άρθρο 25, παράγραφος 1, έχει ευρεία διατύπωση. Πάντως, δεδομένου ότι καμία από τις διατάξεις αυτές δεν βάλλεται ευθέως, δεν σκοπεύω να επεκταθώ στην πιθανή ερμηνεία τους.
Πρόταση
39. Κατόπιν των προεκτεθέντων, θεωρώ ότι στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας αρμόζει η ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 21 της οδηγίας 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών και τις πληροφορίες επί των αξιών αυτών που πρέπει να δημοσιεύονται, δεν στερεί από τον εθνικό νομοθέτη τη δυνατότητα να επιβάλλει, σε περιπτώσεις στις οποίες τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο αποδεικνύονται ανακριβή ή παραπλανητικά, διοικητικές κυρώσεις όχι μόνον στα πρόσωπα που μνημονεύονται ρητώς ως υπεύθυνα στο εν λόγω ενημερωτικό δελτίο, αλλά και στον εκδότη των κινητών αξιών που εισάγονται στο χρηματιστήριο και, αδιακρίτως, στα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου, ανεξαρτήτως του αν αυτά έχουν οριστεί ως υπεύθυνα κατά την προαναφερθείσα έννοια.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 184, σ. 1.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 41.
4 – ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 88.
5 – Οι δύο άλλες οδηγίες είναι η οδηγία 82/121/EOK του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1982, περί της περιοδικής πληροφόρησης που πρέπει να δημοσιεύουν οι εταιρίες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών (ΕΕ L 48, σ. 26), και η οδηγία 88/627/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιεύονται κατά την απόκτηση και την εκχώρηση σημαντικής συμμετοχής σε εταιρία της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο (ΕΕ L 348, σ. 62).
6 – Στα αγγλικά, ο όρος «prospectus» δημιουργεί σύγχυση, καθότι συνήθως αναφέρεται στο έγγραφο (το οποίο μέχρι πρόσφατα αποτελούσε αντικείμενο χωριστής ρυθμίσεως) που καταρτίζεται όταν μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξίες διανέμονται για πρώτη φορά στο κοινό, ανεξαρτήτως του αν θα ακολουθήσει η εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο αξιών. Το έγγραφο αυτό αποκαλείται επίσης «prospectus» στα γαλλικά, αν και υφίσταται διάκριση στη γλώσσα αυτή μεταξύ του «prospectus d’émission» και του «prospectus d’admission». Οι επιταγές ως προς το περιεχόμενο, την παρουσίαση, τον έλεγχο και τη δημοσίευση των δύο εγγράφων έχουν εναρμονιστεί (και αποκαλούνται σήμερα αμφότερα «prospectus» στα αγγλικά, τουλάχιστον στην κοινοτική νομοθεσία) με την οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 345, σ. 64). Τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στη διαδικασία της κύριας δίκης είναι προγενέστερα της θέσεως σε ισχύ (και της θεσπίσεως) της οδηγίας 2003/71.
7 – Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη. Επομένως, οι ουσιαστικές διατάξεις δεν τροποποιήθηκαν. Το παράρτημα III της οδηγίας 2001/34 περιέχει έναν πίνακα αντιστοιχίας που δείχνει, για κάθε διάταξη της οδηγίας αυτής, τη διάταξη των τεσσάρων κωδικοποιημένων οδηγιών από την οποία προήλθε.
8 – Οι αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 7 έχουν όμοια διατύπωση με τις αιτιολογικές σκέψεις 4 έως 6 της οδηγίας 79/279· οι αιτιολογικές σκέψεις 9 έως 11 έχουν όμοια διατύπωση με τις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 της οδηγίας 80/390.
9 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
10 – ΦΕΚ Α΄ 125.
11 – Το άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου 1969/1991 καταργήθηκε στη συνέχεια με τον νόμο 3340/2005. Αυτό, ωστόσο, δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.
12 – Η υπογράμμιση δική μου.
13 – Proposition de directive du Conseil concernant le contenu, le contrôle et la diffusion du prospectus à publier lors de l'admission à la cote officielle d'une bourse de valeurs de titres émis par des sociétés au sens de l'article 58 alinéa 2 du traité (JO 1972, C 131, σ. 61).
14 – Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως, η οποία είναι στην πραγματικότητα όμοια με την αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας 2001/34.
15 – Βλ. Samuel Suckow, «The European Prospectus», AmericanJournalofComparativeLaw 1975, σ. 50, στη σ. 52, Richard M. Buxbaum και Klaus Hopt, LegalHarmonizationandtheBusinessEnterprise (1988), σ. 189-192, Vanessa Edwards, ECCompanyLaw (1999), σ. 233, και Niamh Moloney, ECSecuritiesRegulation (2002), σ. 64.
16 – Της 9ης Νοεμβρίου 2000, που διατίθεται στην ιστοσελίδα της Επιτροπής μέσω του συνδέσμου .
17 – Στη σ. 15.
18 – Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 9 έως 11 της οδηγίας 2001/34.
19 – Βλ. άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/71.
20 – Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy