ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 15ης Μαΐου 2007 1(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-439/05 P και C-454/05 P
Land Oberösterreich και Δημοκρατία της Αυστρίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσέγγιση των νομοθεσιών – Προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος – Αίτηση εγκρίσεως εθνικών διατάξεων που παρεκκλίνουν από ένα μέτρο εναρμονίσεως – Απαγόρευση χρησιμοποιήσεως γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στην Άνω Αυστρία – Απόρριψη από την Επιτροπή»
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά την απόπειρα ενός αυστριακού ομόσπονδου κράτους να θεσπίσει νόμο επιβάλλοντα γενική απαγόρευση καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένων φυτών ή σπόρων και εκτροφής και ελευθερώσεως στο περιβάλλον διαγονιδιακών ζώων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια γεωργική περιοχή απαλλαγμένη από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς (εφεξής: ΓΤΟ).
2. Εντούτοις, κατά την οδηγία 2001/18 (2), η ελευθέρωση ή η διάθεση στην αγορά ΓΤΟ υπόκειται σε ένα σύστημα παροχής άδειας, κατά το οποίο απαιτείται αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον ανά περίπτωση.
3. Το σχέδιο νόμου κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή προκειμένου να επιτραπεί παρέκκλιση από τις απαιτήσεις της οδηγίας, δυνάμει του άρθρου 95, παράγραφοι 5 και 6, ΕΚ, βάσει «νέων επιστημονικών στοιχείων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους οι οποίοι συντρέχουν μόνο στην περίπτωσή του και οι οποίοι έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμόνισης». Η Επιτροπή έκρινε ότι δεν προσκομίσθηκαν τέτοια στοιχεία και απέρριψε την αίτηση εγκρίσεως του σχεδίου νόμου.
4. Η απόφαση αυτή προσβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου τόσο από το οικείο ομόσπονδο κράτος, ήτοι το Land Oberösterreich (ομόσπονδο κράτος της Άνω Αυστρίας), όσο και από τη Δημοκρατία της Αυστρίας. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές με την ίδια απόφαση και αμφότεροι οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση.
5. Προβάλλουν κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο παρείδε το γεγονός ότι η Αυστρία δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ), πράγμα που συνιστά προσβολή της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ότι δεν έλαβε δεόντως υπόψη την ειδική φύση του προβλήματος στην Άνω Αυστρία, και επομένως δεν προέβη στην κατάλληλη αιτιολόγηση της αποφάσεώς του, και ότι δεν απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην αρχή της προφυλάξεως.
Κοινοτική νομοθεσία
Οι διατάξεις της Συνθήκης
6. Το άρθρο 95, παράγραφοι 4, 5 και 6, ΕΚ ορίζει τα εξής:
«4. Όταν, αφού το Συμβούλιο ή η Επιτροπή θεσπίσουν ένα μέτρο εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να διατηρήσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή, καθώς και τους λόγους διατήρησής τους.
5. Επίσης, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, εάν, μετά την εκ μέρους του Συμβουλίου ή της Επιτροπής θέσπιση μέτρου εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαία τη θέσπιση εθνικών διατάξεων επί τη βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους οι οποίοι συντρέχουν μόνο στην περίπτωσή του και οι οποίοι έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμόνισης, κοινοποιεί στην Επιτροπή τις μελετώμενες διατάξεις και τους λόγους που υπαγορεύουν τη θέσπισή τους.
6. Η Επιτροπή, εντός έξι μηνών από τις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, εγκρίνει ή απορρίπτει τις εν λόγω εθνικές διατάξεις, αφού εξακριβώσει εάν αποτελούν ή όχι μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, και εάν συνιστούν ή όχι εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Εάν η Επιτροπή δεν αποφασίσει εντός αυτής της περιόδου, οι εθνικές διατάξεις, περί των οποίων οι παράγραφοι 4 και 5, λογίζονται ότι έχουν εγκριθεί.
Εάν η πολυπλοκότητα του αντικειμένου το δικαιολογεί, και δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου, η Επιτροπή μπορεί να κοινοποιήσει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ότι η περίοδος η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο μπορεί να παραταθεί μέχρι ένα εξάμηνο.»
7. Τα άρθρα 174 έως 176 ΕΚ αναφέρονται στην πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, το άρθρο 174, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:
«Η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε κοινοτική διαδικασία ελέγχου.»
Η οδηγία 2001/18
8. Η σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον διέπεται από τις 17 Οκτωβρίου 2002 από την οδηγία 2001/18, σκοπός της οποίας είναι η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών και διαδικασιών σ’ αυτόν το τομέα.
9. Η σκόπιμη ελευθέρωση ή η διάθεση στην αγορά ΓΤΟ υπόκειται σε ένα σύστημα παροχής άδειας. Υφίσταται μια διαδικασία για ελευθερώσεις ΓΤΟ για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά (κυρίως για πειραματικούς σκοπούς – μέρος B της οδηγίας, άρθρα 5 έως 11), η οποία περιλαμβάνει έγκριση σε εθνικό επίπεδο, και μια διαδικασία για τη διάθεση στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων (μέρος Γ, άρθρα 12 έως 24), η οποία καθορίζει μια κοινοτική διαδικασία, η δε τελική απόφαση ισχύει σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά το μέρος Γ η κοινοτική διαδικασία κινείται ενώπιον της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους εντός του οποίου ένας ΓΤΟ πρόκειται γα πρώτη φορά να διατεθεί στην αγορά και περιλαμβάνει ευρεία ανάμειξη των αρμόδιων αρχών όλων των κρατών μελών (3).
10. Μεταξύ των γενικών διατάξεων του μέρους Α, το άρθρο 4 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι
– τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα προκειμένου να αποφεύγονται οι αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στη σκόπιμη ελευθέρωση ή τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά·
– κάθε πρόσωπο, πριν υποβάλει κοινοποίηση σύμφωνα με το μέρος Β ή το μέρος Γ, διενεργεί αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου·
– τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μεριμνούν ώστε οι ΓΤΟ, που περιέχουν γονίδια τα οποία εκφράζουν αντοχή σε αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται για ιατρική ή κτηνιατρική αγωγή, να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη κατά τη διεξαγωγή της αξιολόγησης περιβαλλοντικού κινδύνου, προκειμένου να εντοπιστούν και να εξαλειφθούν σταδιακά τα γονίδια αντοχής στα αντιβιοτικά των ΓΤΟ, τα οποία ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον·
– τα κράτη μέλη και κατά περίπτωση η Επιτροπή διασφαλίζουν ότι οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, οι οποίες μπορεί να προκαλούνται άμεσα ή έμμεσα μέσω μεταφοράς γενετικού υλικού από ΓΤΟ σε άλλους οργανισμούς, αξιολογούνται με ακρίβεια για κάθε μεμονωμένη περίπτωση·
– τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμόδια αρχή που εξετάζει κοινοποιήσεις και αποφασίζει αν η διενεργηθείσα αξιολόγηση του περιβαλλοντικού κινδύνου είναι η ενδεδειγμένη·
– τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αρμόδια αρχή να διοργανώνει επιθεωρήσεις και άλλα μέτρα ελέγχου, να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να τερματιστεί η ελευθέρωση ή η διάθεση στην αγορά, να ληφθούν, εάν είναι αναγκαίο, μέτρα αποκατάστασης και να ενημερωθούν το κοινό, η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.
11. Στο μέρος Γ, το άρθρο 20, που επιγράφεται «Παρακολούθηση και διαχείριση νέων πληροφοριών», έχει ως εξής:
«1. Μετά τη διάθεση ενός ή περισσότερων ΓΤΟ στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων, ο κοινοποιών εξασφαλίζει ότι η παρακολούθηση και η έκθεση διενεργούνται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη συγκατάθεση. Οι εκθέσεις παρακολούθησης υποβάλλονται στην Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Βάσει των εκθέσεων αυτών, σύμφωνα με τη συγκατάθεση και στο πλαίσιο του προγράμματος παρακολούθησης που ορίζεται στη συγκατάθεση, η αρμόδια αρχή που παρέλαβε την αρχική κοινοποίηση μπορεί να αναπροσαρμόζει το πρόγραμμα παρακολούθησης μετά την πρώτη περίοδο παρακολούθησης.
2. Εάν υπάρξουν νέες πληροφορίες, από τους χρήστες ή άλλες πηγές, όσον αφορά τους κινδύνους του ή των ΓΤΟ για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, μετά την έγγραφη συγκατάθεση, ο κοινοποιών λαμβάνει πάραυτα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, ενημερώνει δε σχετικώς την αρμόδια αρχή.
Επιπλέον, ο κοινοποιών αναθεωρεί τις πληροφορίες και τους όρους που περιέχονται στη κοινοποίηση.
3. Εάν περιέλθουν στη γνώση της αρμόδιας αρχής πληροφορίες που θα μπορούσαν να έχουν συνέπειες για τους κινδύνους του ή των ΓΤΟ στην ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, ή υπό τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 2, η τελευταία διαβιβάζει αμέσως τις πληροφορίες στην Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών
Όταν οι πληροφορίες έχουν διατεθεί μετά τη συγκατάθεση, η αρμόδια αρχή, εντός 60 ημερών από την παραλαβή των νέων πληροφοριών, υποβάλλει την έκθεση αξιολόγησης, στην οποία αναφέρει εάν και πώς θα πρέπει να τροποποιηθούν οι όροι της συγκατάθεσης ή εάν θα πρέπει να ανακληθεί η συγκατάθεση, στην Επιτροπή η οποία, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της, τη διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.
Τα σχόλια ή οι αιτιολογημένες αντιρρήσεις για την περαιτέρω διάθεση των ΓΤΟ στην αγορά ή ως προς την πρόταση τροποποίησης των όρων συγκατάθεσης διαβιβάζονται, εντός 60 ημερών από την κοινοποίηση της έκθεσης αξιολόγησης, στην Επιτροπή η οποία τα διαβιβάζει αμέσως σε όλες τις αρμόδιες αρχές.
Οι αρμόδιες αρχές και η Επιτροπή μπορούν να συζητούν οποιοδήποτε εκκρεμές θέμα προς επίτευξη συμφωνίας εντός 75 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της έκθεσης αξιολόγησης.
Εάν ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή δεν προβάλει αιτιολογημένες αντιρρήσεις εντός 60 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης των νέων πληροφοριών, ή εάν τα εκκρεμή θέματα ρυθμιστούν εντός 75 ημερών, η αρμόδια αρχή που εξεπόνησε την έκθεση τροποποιεί τη συγκατάθεση όπως προτείνεται, διαβιβάζει την τροποποιημένη συγκατάθεση στον κοινοποιούντα και ενημερώνει σχετικώς τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή εντός 30 ημερών.
4. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η διαφάνεια των ελέγχων, τα αποτελέσματα των ελέγχων σύμφωνα με το μέρος Γ πρέπει να κοινοποιούνται στο κοινό.»
12. Επίσης στο μέρος Γ, το άρθρο 23, που επιγράφεται «Ρήτρα διασφάλισης», έχει ως ακολούθως:
«1. Όταν κράτος μέλος, βάσει νέων ή πρόσθετων πληροφοριών, οι οποίες κατέστησαν διαθέσιμες μετά την ημερομηνία συγκατάθεσης και οι οποίες επηρεάζουν την αξιολόγηση περιβαλλοντικού κινδύνου, ή βάσει επαναξιολόγησης υφιστάμενων πληροφοριών συνεπεία νέων ή πρόσθετων επιστημονικών στοιχείων, έχει τεκμηριωμένους λόγους να θεωρεί ότι ένας ΓΤΟ ως προϊόν ή εντός προϊόντος, ο οποίος έχει κοινοποιηθεί καταλλήλως και έχει λάβει γραπτή συγκατάθεση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να περιορίζει ή να απαγορεύει προσωρινά τη χρήση ή/και την πώληση του συγκεκριμένου ΓΤΟ ως προϊόντος ή εντός προϊόντος στην επικράτειά του.
Το κράτος μέλος διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου, εφαρμόζονται έκτακτα μέτρα όπως η αναστολή ή η παύση διάθεσης στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης της πληροφόρησης του κοινού.
Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τις δράσεις που αναλαμβάνει δυνάμει του παρόντος άρθρου και αιτιολογεί την απόφασή του, παρέχοντας την αναθεώρηση της αξιολόγησης του περιβαλλοντικού κινδύνου, αναφέροντας κατά πόσον και με ποιο τρόπο θα πρέπει να τροποποιηθούν οι όροι της συγκατάθεσης ή να παύσει να ισχύει η συγκατάθεση, και, ανάλογα με την περίπτωση, τα νέα ή πρόσθετα στοιχεία στα οποία βασίζεται η απόφασή του.
2. Σχετική απόφαση λαμβάνεται εντός 60 ημερών […]»
13. Μετά το εν προκειμένω ένδικο χρονικό διάστημα, με τον κανονισμό 1829/2003 (4) προστέθηκε το άρθρο 26α, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα.
2. Η Επιτροπή συγκεντρώνει και συντονίζει τις πληροφορίες που βασίζονται σε μελέτες σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, παρακολουθεί τις εξελίξεις σχετικά με τη συνύπαρξη των γενετικώς τροποποιημένων καλλιεργειών με τις συμβατικές και οργανικές καλλιέργειες στα κράτη μέλη και, βάσει των πληροφοριών και των παρατηρήσεων, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τη συνύπαρξη.»
14. Κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν προκειμένω προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είχε εγκριθεί κανένας ΓΤΟ (σε κοινοτικό επίπεδο, προκειμένου να διατεθεί στην αγορά) βάσει της οδηγίας 2001/18. Έκτοτε, πέντε αιτήσεις σχετικές με φυτικό υλικό έγιναν δεκτές (5), από τις οποίες καμία δεν αφορούσε την καλλιέργεια, οκτώ δε άλλες εκκρεμούν (6), πέντε από τις οποίες περιλαμβάνουν την καλλιέργεια στις ζητούμενες χρήσεις. Δεκαοκτώ εγκρίσεις για τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά χορηγήθηκαν βάσει της προηγούμενης οδηγίας 90/220 (7), εννέα από τις οποίες περιελάμβαναν έγκριση για καλλιέργεια.
15. Η οδηγία 2001/18/ΕΚ προβλέπει επίσης τη διάθεση στην αγορά και την πειραματική ελευθέρωση στο περιβάλλον διαγονιδιακών ζώων, μολονότι δεν έχουν υποβληθεί ακόμη αιτήσεις προς έγκριση.
16. Όσον αφορά την ελευθέρωση για λόγους διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά (με έγκριση σε εθνικό επίπεδο), υπήρξαν, όπως φαίνεται, πλέον των 2 000 κοινοποιήσεων σε ολόκληρη την Κοινότητα από της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 90/220, τρεις από τις οποίες στην Αυστρία (δύο το 1996 και μία το 1997) (8).
17. Είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι πράγματι, υπό το κράτος των ανησυχιών που υπήρχαν ως προς την ασφάλεια των ΓΤΟ, καμία κοινοτική έγκριση διαθέσεως στην αγορά δεν χορηγήθηκε μεταξύ Οκτωβρίου 1998 και Ιουλίου 2004, μολονότι αρκετές πειραματικές ελευθερώσεις εγκρίθηκαν σε εθνικό επίπεδο εντός ορισμένων κρατών μελών. Τα αποτελέσματα αυτής της συμφωνηθείσας μεταξύ των κρατών μελών ανεπίσημης «αναστολής» (9) αποτέλεσαν το αντικείμενο αιτιάσεων ενώπιον του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (10) και η αναστολή έχει πλέον εγκαταλειφθεί.
Κατευθυντήριες γραμμές για τη συνύπαρξη
18. Στις 23 Ιουλίου 2003, ενώ εκκρεμούσε η ένδικη αίτηση, η Επιτροπή εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές με συστάσεις για τη διασφάλιση της συνυπάρξεως ΓΤ καλλιεργειών με άλλα είδη καλλιεργειών (11).
19. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές αναφέρονται στις οικονομικές πτυχές της συνυπάρξεως, οι οποίες μπορεί να συνεπάγονται απώλεια εισοδήματος και/ή αυξημένες δαπάνες για τους γεωργούς που επιθυμούν να αποφύγουν τη σύμμειξη ΓΤΟ και επιδιώκουν να βοηθήσουν τα κράτη μέλη να αναπτύξουν εθνικές στρατηγικές και προσεγγίσεις για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων. Κάνουν σαφή διάκριση μεταξύ αυτών των ζητημάτων και των πτυχών που έχουν σχέση με το περιβάλλον και την υγεία, οι οποίες ρυθμίζονται από την οδηγία 2001/18.
Το σχέδιο νόμου και η προσβαλλόμενη απόφαση
20. Το 2002, κατατέθηκε στο νομοθετικό όργανο της Άνω Αυστρίας ένα σχέδιο νόμου που απαγορεύει την καλλιέργεια σπόρων και φυτικού υλικού και τη χρησιμοποίηση διαγονιδιακών ζώων για εκτροφή ή ελευθέρωση στο περιβάλλον, προς τον σκοπό ιδίως θηρεύσεως ή αλιεύσεως (12). Δεδηλωμένος στόχος του είναι «να διαφυλαχθεί η βιολογική καλλιέργεια, η παραδοσιακή γεωργία και τα ζωικά προϊόντα από κάθε τυχόν επιμειξία με ΓΤΟ (με υβριδισμό). Επιπλέον θα πρέπει να προστατευθούν από κάθε επιμειξία με ΓΤΟ η φυσική βιοποικιλότητα, ιδίως σε οικολογικώς ευαίσθητες περιοχές, και οι γενετικοί πόροι της φύσης, συμπεριλαμβανόμενων των θηρευμάτων και αλιευμάτων». Το σχέδιο νόμου στηριζόταν σε μια μελέτη («μελέτη Müller» (13)) που είχαν ζητήσει οι αρχές της Άνω Αυστρίας.
21. Το σχέδιο νόμου κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 13 Μαρτίου 2003, προκειμένου να τύχει εγκρίσεως βάσει του άρθρου 95, παράγραφοι 5 και 6, ΕΚ, κατά παρέκκλιση από την οδηγία 2001/18. Προς αιτιολόγηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση προέβαλε λόγους στηριζόμενους κυρίως στη μελέτη Müller. Κατ’ αυτήν, η εν λόγω μελέτη παρέχει νέα επιστημονικά στοιχεία που δείχνουν ότι υφίσταται κίνδυνος για το τοπικό περιβάλλον και αποδεικνύει ότι η Άνω Αυστρία έχει ιδιόμορφη γεωργική διάρθρωση, με μικρής κλίμακας γεωργικές εκμεταλλεύσεις και, κατά σημαντική αναλογία, βιολογική καλλιέργεια. Εξέθεσε επίσης ότι το ζήτημα της συνυπάρξεως ΓΤ καλλιεργειών και μη ΓΤ καλλιεργειών, το οποίο δεν αντιμετώπισε η οδηγία 2001/18, εξακολουθεί να θεωρείται ανεπίλυτο.
22. Προκειμένου να τύχει αρωγής στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της, η Επιτροπή ζήτησε από την ΕΑΑΤ (14) να προβεί σε επιστημονική γνωμοδότηση, ιδίως, ως προς το ζήτημα του αν η μελέτη Müller παρέχει κάποιο νέο επιστημονικό στοιχείο, από απόψεως κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων και για το περιβάλλον, το οποίο θα δικαιολογούσε την απαγόρευση καλλιέργειας ΓΤΟ που επιτρέπονται από την οδηγία 90/220 ή την οδηγία 2001/18, και ως προς το αν από τις περιεχόμενες στην εν λόγω μελέτη επιστημονικές πληροφορίες προκύπτουν νέα δεδομένα που θα αποδυνάμωναν τις διατάξεις για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων κατά τις εν λόγω οδηγίες.
23. Η ειδική ομάδα της ΕΑΑΤ εξέθεσε με την από 4 Ιουλίου 2003 (15) γνωμοδότησή της, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Τα προσκομισθέντα στοιχεία αποτελούσαν ως επί το πλείστον επισκόπηση των υφισταμένων γνώσεων στον τομέα της ροής γενετικού υλικού από φυτά καλλιέργειας σε φυτά καλλιέργειας και της ροής γενετικού υλικού από φυτά καλλιέργειας σε συγγενή άγρια φυτά ορισμένων τύπων καλλιέργειας, με περιορισμένες αναφορές σε μελέτες για τη ροή γενετικού υλικού στην Αυστρία. Τα εν λόγω στοιχεία αφορούσαν επίσης την εξέταση ζητημάτων συνυπάρξεως ΓΤ και μη ΓΤ ποικιλιών τριών βασικών ειδών φυτών καλλιέργειας και αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα που διατυπώθηκε για τη δημιουργία μιας ζώνης αποκλεισμού ΓΤΟ στην Άνω Αυστρία. Η μελέτη κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ροή γενετικού υλικού συνιστούσε καθεαυτή κίνδυνο, χωρίς καμία αναφορά σε επιπτώσεις ή συνέπειες της ροής γενετικού υλικού στο περιβάλλον ή στην υγεία των ανθρώπων. Η ροή γενετικού υλικού είναι μια βασική βιολογική λειτουργία που είναι θεμελιώδης για την εξέλιξη και επιβίωση όλων των ζώντων ειδών. Δεν προσκομίσθηκε καμία απόδειξη από την οποία να προκύπτει ότι ροή γενετικού υλικού από διαγονιδιακούς οργανισμούς διαφέρει καθεαυτή από ροή γενετικού υλικού που προέρχεται από συμβατικώς ή βιολογικώς εκτρεφόμενους οργανισμούς. Επιπλέον, δεν προσκομίσθηκε καμία έκθεση για μελέτες σχετικές με ΓΤ φυτά καλλιέργειας ή ζώα στην Αυστρία, από την οποία να προκύπτει οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια για τη ροή γενετικού υλικού. Η έκθεση παραθέτει μόνο ένα περιορισμένο αριθμό αναφορών, που ελέγχθηκαν από εμπειρογνώμονες, στις οποίες στηρίχθηκαν τα εν λόγω στοιχεία. Υπάρχει ένας μάλλον υψηλός αριθμός αναφορών που δεν έχουν άμεση σχέση με ΓΤΟ, αλλά παραθέτουν βιολογικές διεισδύσεις, την εμμονή παρασιτοκτόνων και την καταστροφή της στοιβάδας του όζοντος. Επιπλέον, πολλές αναφορές αφορούσαν τη νομοθεσία ή οικονομικά ζητήματα και, επομένως, δεν παρείχαν περαιτέρω επιστημονικά στοιχεία για να δικαιολογείται ο αποκλεισμός ΓΤΟ στην Άνω Αυστρία. Δεν υπήρχε καμία αναφορά σε ΓΤ ζώα.
Στην έκθεση δεν περιέχονται στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι η συνύπαρξη συνεπάγεται κινδύνους για το περιβάλλον ή την υγεία των ανθρώπων. Η ΕΑΑΤ δεν κλήθηκε από την Επιτροπή να σχολιάσει τη διαχείριση της συνύπαρξης ΓΤ με μη ΓΤ καλλιέργειες, αλλά η ειδική ομάδα αναγνωρίζει ότι πρόκειται για σοβαρό γεωργικό ζήτημα.
Τα προσκομισθέντα επιστημονικά στοιχεία δεν περιέχουν κανένα νέο ή σχετικό μόνο με συγκεκριμένο τόπο επιστημονικό στοιχείο για τις επιπτώσεις υφισταμένων ή μελλοντικών ΓΤ καλλιεργειών ή ζώων στο περιβάλλον ή στην υγεία των ανθρώπων.
Δεν προσκομίσθηκε κανένα επιστημονικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτή η περιοχή της Αυστρίας έχει ασυνήθη ή όλως ιδιαίτερα οικοσυστήματα που επιβάλλουν ξεχωριστές εκτιμήσεις κινδύνων σε σχέση με αυτές που πραγματοποιήθηκαν για την Αυστρία στο σύνολό της ή για άλλες παρόμοιες περιοχές της Ευρώπης. Δεν αναφέρθηκαν ειδικές περιπτώσεις επιπτώσεων ΓΤΟ στη βιοποικιλότητα, είτε άμεσα είτε συνεπεία μεταβολών στις γεωργικές πρακτικές.»
24. Καταλήγει ως εξής:
«– από τα επιστημονικά στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση δεν προκύπτουν νέα δεδομένα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το κύρος των διατάξεων για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων που προβλέπεται από την οδηγία 90/220/ΕΟΚ ή την οδηγία 2001/18/ΕΚ·
– από τα επιστημονικά στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση δεν παρέχονται νέες επιστημονικά στοιχεία, από απόψεως κινδύνων για την υγεία των ανθρώπων και το περιβάλλον, που θα δικαιολογούσαν γενική απαγόρευση καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένων σπόρων και πολλαπλασιαστικού υλικού, της χρήσεως διαγονιδιακών ζώων για αναπαραγωγικούς σκοπούς και της ελευθερώσεως στο περιβάλλον διαγονιδιακών ζώων, που επιτρέπονται για τους σκοπούς αυτούς βάσει της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ ή της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, στην εν λόγω περιοχή της Αυστρίας.»
25. Η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της στις 2 Σεπτεμβρίου 2003 (16).
26. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της, σημείωσε ότι από την έκθεση της αυστριακής επιτροπής εθνικών οικονομικών υποθέσεων καθίστατο σαφές (εφεξής: έκθεση της επιτροπής) ότι η Αυστρία ήταν απολύτως εν γνώσει της παρεχόμενης με τη ρήτρα διασφαλίσεως της οδηγίας 2001/18 δυνατότητας (17), πλην όμως θεώρησε ότι αυτή δεν αποτελούσε το κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών μιας ολικής απαγορεύσεως ΓΤΟ στην επαρχία της Άνω Αυστρίας (18).
27. Στη συνέχεια, η Επιτροπή, με τη σκέψη 65, προέβη στην ακόλουθη εκτίμηση:
«Σε ό,τι αφορά τα “νέα” επιστημονικά στοιχεία, η Επιτροπή θεωρεί ότι η έκθεση Müller περιέχει στοιχεία τα οποία ως επί το πλείστον ήταν ήδη διαθέσιμα πριν από την έγκριση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, στις 12 Μαρτίου 2001. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από την ΕΑΑΤ. Επιπλέον, η Αυστρία βασίζεται στο γεγονός ότι η μελέτη Müller εκδόθηκε στις 28 Απριλίου 2002, ήτοι ένα χρόνο μετά την ημερομηνία έγκρισης της οδηγίας 2001/18/ΕΚ (12 Μαρτίου 2001). Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των πηγών που αναφέρονται στη βιβλιογραφία της αφορούν δημοσιεύσεις πριν από την έγκριση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ. Ως εκ τούτου, ο πυρήνας της μελέτης κατά τα φαινόμενα αποτελεί μάλλον επικύρωση προηγούμενων εργασιών παρά νέο υλικό το οποίο προσδιορίζει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα που ανέκυψε μετά την έγκριση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.»
28. Στη σκέψη 70 εξέθεσε ότι:
«λαμβάνοντας υπόψη την τεκμηρίωση που πρότεινε η Αυστρία, ιδίως μάλιστα αποσπάσματα από τη μελέτη Müller που συμπεριλαμβάνονταν στην κοινοποίηση, καθίσταται σαφές ότι τα μικρής κλίμακας αγροτικά συστήματα κατά κανένα τρόπο δεν αποτελούν χαρακτηριστικό που προσιδιάζει αποκλειστικά και μόνο στη συγκεκριμένη περιφέρεια και υφίστανται σε όλα τα κράτη μέλη. Η αποδοχή της πράξης νομοθετικού περιεχομένου βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, της Συνθήκης κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε ανάλογη επιχειρηματολογία» (19),
παραθέτοντας στη συνέχεια, στη σκέψη 71, από τη γνώμη της ΕΑΑΤ, τις δύο τελευταίες παραγράφους που εκτέθηκαν ανωτέρω στο σημείο 23 αυτών των προτάσεων.
29. Η Επιτροπή κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα:
«(74) Το άρθρο 95, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ απαιτεί, εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαία τη θέσπιση εθνικών διατάξεων κατά παρέκκλιση των κοινοτικών μέτρων εναρμόνισης, οι εθνικές διατάξεις να δικαιολογούνται από νέα επιστημονικά στοιχεία για την προστασία του φυσικού ή του εργασιακού περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα θα πρέπει να υφίσταται πρόβλημα το οποίο να προσιδιάζει στο κράτος το οποίο υποβάλλει την αίτηση και να έχει ανακύψει μετά την έγκριση του εναρμονισμένου μέτρου.
(75) Εν προκειμένω, αφού προέβη στην εξέταση της αίτησης της Αυστρίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Αυστρία δεν διαβίβασε νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του φυσικού ή του εργασιακού περιβάλλοντος και δεν απέδειξε ότι υφίσταται πρόβλημα το οποίο, επειδή προσιδιάζει στα εδάφη της Άνω Αυστρίας και ανέκυψε μετά την έγκριση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, καθιστά ενδεχομένως απαραίτητη την καθιέρωση των κοινοποιηθέντων εθνικών μέτρων.
(76) Ως εκ τούτου, η αίτηση της Αυστρίας για την καθιέρωση εθνικών μέτρων που αποσκοπούν στην απαγόρευση της χρήσης ΓΤΟ στην Άνω Αυστρία δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 95, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ.»
30. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέρριψε τις κοινοποιηθείσες διατάξεις.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
31. Τόσο η Αυστρία όσο και το Land Oberösterreich άσκησαν προσφυγή, ζητώντας να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Το Πρωτοδικείο συνεκδίκασε τις υποθέσεις και εξέδωσε απόφαση στις 5 Οκτωβρίου 2005 απορρίπτοντας αμφότερες τις προσφυγές (20). Αμφότεροι οι διάδικοι ζητούν τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής.
32. Οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως που αντλούνται, αντιστοίχως, από παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ και παραβίαση της αρχής της προφυλάξεως. Από αυτούς τους λόγους μόνον ο πρώτος και ο τρίτος εξετάζονται κατ’ αναίρεση, μολονότι και η αρχή της προφυλάξεως αποτελεί έρεισμα της επιχειρηματολογίας.
Παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως
33. Οι αναιρεσείοντες είχαν προσάψει στην Επιτροπή ότι δεν άκουσε τις απόψεις τους πριν εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Μολονότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί με την απόφαση Δανία κατά Επιτροπής (21) ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν έχει εφαρμογή στη διαδικασία του άρθρου 95 ΕΚ, οι περιστάσεις αυτής της υποθέσεως επέβαλαν να δοθεί διαφορετική απάντηση. Πρώτον, η απόφαση Δανία κατά Επιτροπής αφορούσε αίτηση παρεκκλίσεως σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, που είχε ως αντικείμενο ισχύουσα τότε εθνική ρύθμιση, ενώ εδώ, δεδομένου ότι το κοινοποιηθέν μέτρο ήταν ακόμη στο στάδιο της καταρτίσεως σχεδίου, η Επιτροπή μπορούσε να εξακολουθήσει τη διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ, ώστε να παράσχει στο κράτος μέλος την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις του. Δεύτερον, η Επιτροπή ζήτησε εν προκειμένω γνωμοδότηση εμπειρογνωμόνων από την ΕΑΑΤ, στην οποία στηρίχθηκε η απόφασή της. Επομένως, η Επιτροπή όφειλε να παράσχει στην Αυστρία την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις της επί της γνωμοδοτήσεως της ΕΑΑΤ (22).
34. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι στην υπόθεση Δανία κατά Επιτροπής το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ διαδικασία κινήθηκε από κράτος μέλος, η δε Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της ανταποκρινόμενη απλώς σ’ αυτή την πρωτοβουλία. Επομένως, το κράτος μέλος μπορούσε με την αίτησή του να εκφραστεί επί της αποφάσεως της οποίας ζητούσε την έκδοση και όφειλε να αναφέρει τους λόγους διατηρήσεως των επίμαχων εθνικών διατάξεων. Με τη σειρά της, η Επιτροπή όφειλε, εντός των προθεσμιών που της τάσσονται, να είναι σε θέση να λάβει τις πληροφορίες που παρίστανται αναγκαίες, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ακούσει εκ νέου το κράτος μέλος. Επιπλέον, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ προβλέπουν, αντιστοίχως, ότι οι παρεκκλίνουσες εθνικές διατάξεις λογίζονται ως εγκριθείσες αν η Επιτροπή δεν αποφασίσει εντός ορισμένης προθεσμίας και ότι η παράταση της σχετικής προθεσμίας δεν είναι δυνατή σε περίπτωση κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων. Επομένως, η βούληση του νομοθέτη ήταν η διαδικασία να περατώνεται ταχέως. Ο στόχος αυτός δυσχερώς θα συμβιβαζόταν με επιταγή επιβάλλουσα παρατεταμένες ανταλλαγές πληροφοριών και επιχειρημάτων (23).
35. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ίδια συλλογιστική μπορεί να τύχει εφαρμογής στη διαδικασία του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Η εν λόγω διαδικασία κινείται από το κοινοποιούν κράτος μέλος, το οποίο είναι ελεύθερο να διατυπώσει τις απόψεις του επί της αποφάσεως της οποίας ζητεί την έκδοση, και πρέπει να περατώνεται ταχέως. Το γεγονός ότι τα εθνικά μέτρα είναι ακόμη στο στάδιο της καταρτίσεως σχεδίου δεν σημαίνει ότι πρέπει να τύχει εφαρμογής η διαδικασία της ακροάσεως και ότι η επιταγή ταχείας περατώσεως αμβλύνεται όταν το εθνικό μέτρο δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ εφαρμόζεται αδιακρίτως είτε τα μέτρα έχουν τεθεί σε ισχύ είτε είναι ακόμη στο στάδιο της καταρτίσεως σχεδίου. Επίσης, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία λήψεως αποφάσεως μόνον εάν το δικαιολογεί η πολυπλοκότητα του αντικειμένου και δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων, αλλ’ όχι προκειμένου να παρασχεθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του (24).
36. Οι διαδικασίες του άρθρου 95, παράγραφοι 4 και 5, ΕΚ έχουν αμφότερες ως σκοπό να εξασφαλιστεί ότι κανένα κράτος μέλος δεν εφαρμόζει εθνικές διατάξεις παρεκκλίνουσες από τους εναρμονισμένους κανόνες, χωρίς προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής. Στο πλαίσιο αμφοτέρων των διαδικασιών, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ενόσω η Επιτροπή δεν έχει λάβει την απόφασή της. Στο πλαίσιο του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ αυτό απορρέει από την ίδια τη φύση των μέτρων τα οποία ευρίσκονται ακόμη στο στάδιο της καταρτίσεως. Στο πλαίσιο του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ, από το αντικείμενο της διαδικασίας προκύπτει ότι μέτρα εναρμονίσεως που αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς θα στερούνταν της αποτελεσματικότητάς τους εάν τα κράτη μέλη διατηρούσαν την ευχέρεια μονομερούς εφαρμογής εθνικών κανόνων που παρεκκλίνουν από αυτά τα μέτρα (25).
37. Δεδομένου ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν είχε εφαρμογή, ήταν άνευ σημασίας το ότι η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε μόνο βάσει των στοιχείων που υπέβαλε η Αυστρία, αλλά ζήτησε γνωμοδότηση από την ΕΑΑΤ στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, το γεγονός ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν είχε εφαρμογή δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή υποχρεούνταν να αποφανθεί αποκλειστικώς και μόνο βάσει των στοιχείων που προσκομίσθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως παρεκκλίσεως. Αντιθέτως, από την απόφαση Δανία κατά Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει, εντός των προθεσμιών που της τάσσονται, να είναι σε θέση να λάβει τις πληροφορίες που παρίστανται αναγκαίες, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ακούσει εκ νέου το αιτούν κράτος μέλος (26).
38. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτόν τον λόγο ακυρώσεως.
Παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ
39. Οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Το κοινοποιηθέν μέτρο αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος, στηρίζεται σε νέα επιστημονικά στοιχεία, δικαιολογείται από λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση της Αυστρίας και συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (27).
40. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι κατά το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, η διατήρηση των προϋφισταμένων εθνικών διατάξεων πρέπει να δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ΕΚ ή σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας. Κατά το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ, η θέσπιση νέων εθνικών διατάξεων πρέπει να στηρίζεται σε νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση αυτού του κράτους μέλους και οι οποίοι έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως (28).
41. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι εθνικές διατάξεις που προϋφίστανται του μέτρου εναρμονίσεως είναι γνωστές στον κοινοτικό νομοθέτη, ο οποίος δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να καθοδηγηθεί από αυτές ενόψει της εναρμονίσεως. Ως εκ τούτου, κρίθηκε αποδεκτό να μπορεί το κράτος μέλος να ζητήσει να διατηρηθούν σε ισχύ οι δικοί του κανόνες, εφόσον δικαιολογούνται από επιτακτικές ανάγκες προβλεπόμενες στο άρθρο 30 ΕΚ ή σχετικές με την προστασία του χώρου εργασίας ή του περιβάλλοντος. Η θέσπιση νέων εθνικών διατάξεων μπορεί να διακυβεύσει περαιτέρω την εναρμόνιση. Ο κοινοτικός νομοθέτης, εξ ορισμού, δεν μπορούσε να λάβει υπόψη μια τέτοια νομοθεσία κατά την κατάρτιση του μέτρου εναρμονίσεως. Στην περίπτωση αυτή, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 30 ΕΚ ανάγκες δεν λαμβάνονται υπόψη και γίνονται δεκτοί αποκλειστικώς λόγοι αφορώντες την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος προσκομίζει νέα επιστημονικά στοιχεία και ότι η ανάγκη θεσπίσεως νέων εθνικών διατάξεων απορρέει από λόγους που αφορούν ειδικώς το κράτος μέλος και είναι μεταγενέστεροι της θεσπίσεως του μέτρου εναρμονίσεως (29).
42. Εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ (30). Εν προκειμένω, εναπέκειτο στην Αυστρία να αποδείξει, βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων, ότι το διασφαλιζόμενο με την οδηγία 2001/18 επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος δεν ήταν αποδεκτό, λαμβανομένων υπόψη λόγων που αφορούν ειδικώς την Αυστρία και οι οποίοι ανέκυψαν μετά την έκδοση αυτής της οδηγίας (31).
43. Με την απόφασή της, η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα περί υπάρξεως λόγων που αφορούν ειδικώς το κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, με την αιτιολογία ότι, όπως προέκυπτε σαφώς από την κοινοποίηση, οι μικρού μεγέθους αγροτικές εκμεταλλεύσεις δεν προσιδιάζουν στην Άνω Αυστρία, αλλά αποτελούν κοινό χαρακτηριστικό που υφίσταται σε όλα τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή υιοθέτησε επίσης το πόρισμα της ΕΑΑΤ, ιδίως, αφενός, ως προς το ότι «τα υποβληθέντα επιστημονικά στοιχεία δεν περιέχουν νέα ή αποκλειστικά και μόνο τοπικά επιστημονικά δεδομένα για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον ή την υγεία του ανθρώπου ήδη υφισταμένων ή μελλοντικών καλλιεργειών ή ζώων που έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση» και, αφετέρου, ως προς το ότι δεν υποβλήθηκαν «επιστημονικά δεδομένα τα οποία να αποδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη περιοχή της Αυστρίας χαρακτηρίζεται από ασυνήθη ή μοναδικά οικοσυστήματα, για τα οποία απαιτούνται χωριστές αξιολογήσεις κινδύνου από αυτές που ήδη [πραγματοποιήθηκαν για την] Αυστρία συνολικά ή από αυτές που πραγματοποιούνται για άλλες ανάλογες περιοχές στην Ευρώπη» (32).
44. Οι αναιρεσείοντες δεν αντέκρουσαν πειστικώς αυτές τις εκτιμήσεις, αλλά περιορίστηκαν να τονίσουν το μικρό μέγεθος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και τη σπουδαιότητα της βιολογικής γεωργίας στην Άνω Αυστρία. Δεν υπήρξε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς αντίκρουση του πορίσματος της ΕΑΑΤ, κατά το οποίο δεν προέκυψε ότι η Άνω Αυστρία περιλαμβάνει ασυνήθη ή μοναδικά οικοσυστήματα, για τα οποία να απαιτούνται χωριστές αξιολογήσεις κινδύνου από αυτές που πραγματοποιήθηκαν για την Αυστρία συνολικά ή για άλλες ανάλογες περιοχές στην Ευρώπη. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι αναιρεσείοντες δεν ήταν σε θέση να δηλώσουν αν διαπιστώθηκε η ύπαρξη ΓΤΟ στην Άνω Αυστρία. Το Land Oberösterreich εξέθεσε ότι το σχεδιαζόμενο μέτρο επισπεύσθηκε λόγω της επικείμενης εκπνοής της ισχύος μιας συμφωνίας, με την οποία τα κράτη μέλη ανέλαβαν προσωρινώς τη δέσμευση να μη χορηγούν άδειες για ΓΤΟ (33). Τέτοιου είδους λόγοι δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση (34).
45. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα με τα οποία οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη λόγων που αφορούν μόνον το κοινοποιήσαν κράτος μέλος. Δεδομένου ότι οι απαιτούμενες από το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ προϋποθέσεις ισχύουν σωρευτικώς, αρκεί να μην πληρούται μία από αυτές για να απορριφθεί η αίτηση παρεκκλίσεως (35). Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
46. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προφυλάξεως απορρίφθηκε ως αλυσιτελής· δεδομένου ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να γίνει δεκτό το αίτημα κατά το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ, η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να απορρίψει την αίτηση (36).
Ισχυρισμοί προβληθέντες κατ’ αναίρεση
47. Οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα, μέχρι του σημείου μάλιστα να έχουν σε σημαντικό βαθμό πανομοιότυπη διατύπωση, αν και αυτή της Δημοκρατίας της Αυστρίας είναι μάλλον πληρέστερη. Δεν φαίνεται χρήσιμο να εκτεθούν χωριστά.
48. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βάλλεται για δύο λόγους: (i) «διαδικαστική πλημμέλεια», όπου με τον χαρακτηρισμό αυτόν οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα της συλλογιστικής με την οποία εκτιμήθηκε πρωτοδίκως ο τρίτος λόγος της προσφυγής τους, ήτοι «παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ», και (ii) «παραβίαση του κοινοτικού δικαίου», όπου αμφισβητούν την ορθότητα του συμπεράσματος ως προς το δικαίωμά τους ακροάσεως σε σχέση με τη γνώμη της ΕΑΑΤ.
49. Γι αυτούς τους λόγους, οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και, κυρίως, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προς πληρέστερη εξέταση.
Διαδικαστική πλημμέλεια
50. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι απέδειξαν πρωτοδίκως με τις προσφυγές τους ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Ειδικότερα, κατέδειξαν ότι υπήρχαν «λόγοι που συντρέχουν μόνο» (πράγμα που δεν σημαίνει «ιδιάζοντες») στην περίπτωση της Άνω Αυστρίας. Ακόμη και αν υφίστανται παρόμοιες διαρθρωτικές μορφές σε άλλες περιοχές της Κοινότητας, γεγονός παραμένει ότι η γεωργία στην Άνω Αυστρία χαρακτηρίζεται από ιδιαιτέρως μικρές εκτάσεις και από μια ιδιαιτέρως υψηλή αναλογία βιολογικής καλλιέργειας, πράγμα που σημαίνει ότι οι συνήθεις μέθοδοι είναι ανεπαρκείς για την πρόληψη εξαπλώσεως ΓΤΟ. Εφόσον το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτόν τον λόγο με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν η μοναδική αυτή προϋπόθεση, θα έπρεπε να εξετάσει πληρέστερα τους ισχυρισμούς, ενώ αντ’ αυτού υιοθέτησε απλώς την άποψη της Επιτροπής και της ΕΑΑΤ. Ομοίως, δεν έπρεπε απλώς και μόνο να αποστεί από την εξέταση του ζητήματος αν πληρούνταν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
51. Η Αυστρία θεωρεί ότι τα νέα επιστημονικά στοιχεία αποτελούν βασικό στοιχείο του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ και ότι η αρχή της προφυλάξεως δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Επιτροπή, εντούτοις, δεν προέβη σε πλήρη επιστημονική ανάλυση των κινδύνων. Επίσης, δεν ζήτησε από την ΕΑΑΤ να εξετάσει το βασικό στοιχείο του ισχυρισμού της Αυστρίας, δηλαδή τη συνύπαρξη ΓΤΟ με φυσικές καλλιέργειες, ενώ στήριξε την απόφασή της εξ ολοκλήρου στη γνώμη της ΕΑΑΤ. Επομένως, το βασικό ζήτημα, το οποίο είναι όλως αμφιλεγόμενο όπως προκύπτει από τις συζητήσεις στο Συμβούλιο, δεν εξετάσθηκε ούτε από την Επιτροπή ούτε από το Πρωτοδικείο. Εφόσον τα επιστημονικά στοιχεία ουδέποτε εξετάσθηκαν υπό το φως της αρχής της προφυλάξεως, το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεώς του.
52. Οι αναιρεσείοντες προσάπτουν επίσης στο Πρωτοδικείο ότι στηρίχθηκε στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν στοιχεία για την ύπαρξη ΓΤΟ στην Άνω Αυστρία. Δεδομένης της υποχρεώσεως του κοινοτικού νομοθέτη να «λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας» κατά την εναρμόνιση της νομοθεσίας που αφορά την υγεία, την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των καταναλωτών (37), δεν είναι δυνατό να μπορεί ένα κράτος μέλος να κάνει χρήση του άρθρου 95, παράγραφοι 4 και 5, ΕΚ μόνον αφότου έχει πράγματι επέλθει ζημία.
53. Κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, το γεγονός ότι δεν εξετάσθηκαν πλήρως τα επιστημονικά στοιχεία συνιστά προσβολή τόσο του δικαιώματος ακροάσεως όσο και παράβαση του καθήκοντος αιτιολογήσεως της αποφάσεως.
54. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι τελείως αβάσιμοι, καθόσον με αυτούς προβάλλεται μια διαδικαστική πλημμέλεια υπό τη μορφή της ανεπαρκούς αιτιολογίας. Διατυπώνει τις απόψεις της επί των αιτιάσεων που αφορούν την ουσία της αιτιολογίας ως προς τον λόγο που αφορά «παραβίαση του κοινοτικού δικαίου».
55. Η Επιτροπή, πρώτον, συνοψίζει τις σκέψεις 63 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως ακολούθως (38). Εφόσον, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στα κράτη μέλη που επικαλούνται το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ να αποδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ήταν αναγκαίο να εξετασθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως θεώρησε ότι δεν προσκομίσθηκε η περί τούτου απόδειξη. Η απόφαση στηρίχθηκε στις διαπιστώσεις ότι μικρού μεγέθους αγροτικές εκμεταλλεύσεις αποτελούν κοινό χαρακτηριστικό που υφίσταται σε όλα τα κράτη μέλη και ότι, σύμφωνα με την ΕΑΑΤ, δεν υπήρχαν επιστημονικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η Άνω Αυστρία χαρακτηρίζεται από ασύνηθες ή ιδιαίτερο οικοσύστημα, για το οποίο απαιτούνται χωριστές αξιολογήσεις κινδύνου από αυτές που πραγματοποιήθηκαν για την Αυστρία συνολικά ή για άλλες ανάλογες περιοχές στην Ευρώπη. Οι αναιρεσείοντες δεν προσκόμισαν καμία απόδειξη που να δημιουργεί αμφιβολία για το βάσιμο αυτής της εκτιμήσεως, αλλ’ απλώς υπογράμμισαν τις μικρού μεγέθους γεωργικές εκμεταλλεύσεις και τη σημασία της βιολογικής καλλιέργειας στην Άνω Αυστρία. Κατά συνέπεια, οι γενικές απόψεις τους δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδυναμώσουν τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις που περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τον ισχυρισμό της Επιτροπής, αυτό συνιστά μια πλήρη και προσήκουσα αιτιολογημένη εκτίμηση.
56. Δεύτερον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι «νέα επιστημονικά στοιχεία» και η «προστασία του περιβάλλοντος» δεν αποτελούν στοιχεία συνιστώντα «λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση κράτους μέλους», αλλά και τα τρία είναι σωρευτικώς ισχύουσες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Αν ελλείπει ένα από αυτά, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
57. Τρίτον, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναλύεται γιατί η αρχή της προφυλάξεως είναι αλυσιτελής, η σκέψη δε αυτή δεν βάλλεται, τουλάχιστον ρητώς ή εμπεριστατωμένως.
58. Τέταρτον, εκτιμήσεις που αφορούν φερόμενες παραλείψεις της Επιτροπής ή συζητήσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου δεν άσκησαν επιρροή στο ζήτημα αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι νομικώς πλημμελής.
59. Τέλος, το ζήτημα του δικαιώματος για δίκαιη δίκη είναι εν προκειμένω αλυσιτελές, εφόσον δεν προβάλλεται ότι υπήρξε προσβολή αυτού του δικαιώματος κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία.
Παραβίαση του κοινοτικού δικαίου
60. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο κακώς έκρινε ότι η συλλογιστική της αποφάσεως Δανία κατά Επιτροπής, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν υφίσταται στο πλαίσιο του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ, ισχύει επίσης στο πλαίσιο του άρθρου 95, παράγραφος 5.
61. Αμφότερες οι αποφάσεις που παρέθεσε το Πρωτοδικείο προκειμένου να στηρίξει τη συλλογιστική του ως προς αυτό το σημείο (39) αφορούσαν το παλαιό άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο δεν διέκρινε μεταξύ ήδη ισχυόντων μέτρων και μέτρων που πρόκειται να θεσπισθούν.
62. Κατά το νυν άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 5, ΕΚ, γίνεται διάκριση μεταξύ των δύο καταστάσεων. Ένα ισχύον μέτρο δεν παύει να υφίσταται όταν θεσπίζεται κοινοτική ρύθμιση εναρμονίσεως με την οποία το μέτρο είναι ασυμβίβαστο. Αν και καθ’ όσον χρόνο δεν έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, καθίσταται ανεφάρμοστο στον βαθμό που είναι ασυμβίβαστο, πλην όμως μπορεί να εφαρμόζεται σε άλλες περιπτώσεις. Αυτή η συνύπαρξη με το μέτρο εναρμονίσεως μπορεί να συνεπάγεται αβεβαιότητα και, επομένως, το επείγον, στα οποία αναφέρεται η απόφαση Δανία κατά Επιτροπής. Όταν πρόκειται για προτεινόμενα μέτρα, δεν υφίσταται ιδιαίτερη ανάγκη σε κοινοτικό επίπεδο για την επίτευξη ταχείας λύσεως.
63. Οι αναιρεσείοντες βάλλουν επίσης κατά της διαπιστώσεως, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «οι προσφεύγουσες δεν επικαλέσθηκαν στοιχεία αποσκοπούντα στην αντίκρουση του πορίσματος της ΕΑΑΤ». Αντικείμενο της συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου ήταν οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Ουδέποτε είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το πόρισμα της ΕΑΑΤ, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί όχι προερχόμενο από την Επιτροπή, αλλά ως έκθεση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, επί της οποίας η Αυστρία θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις. Η υιοθέτηση απλώς και μόνον αυτού του πορίσματος από την Επιτροπή δεν συνάδει προς την ευθύνη της στη λήψη αποφάσεως κατά το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
64. Κατά συνέπεια, η απόφαση στην υπόθεση Δανία κατά Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω και η απόφαση του Πρωτοδικείου συνιστά παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως του κοινοτικού δικαίου (και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).
65. Τέλος, στηρίζοντας τη συλλογιστική του σε εσφαλμένη ερμηνεία των όρων «συντρέχουν μόνο στην περίπτωση» στο άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ και μη εξετάζοντας επομένως τις λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διατάξεως, το Πρωτοδικείο παραβίασε επίσης το κοινοτικό δίκαιο.
66. Η Επιτροπή διατυπώνει κατ’ αρχάς τις παρατηρήσεις της επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στην απόφαση Δανία κατά Επιτροπής απλώς και μόνο για να προβεί στη διαπίστωση ότι οι απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς έχουν ως συνέπεια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εφαρμόζει κανόνες που παρεκκλίνουν από μέτρο εναρμονίσεως χωρίς έγκριση της Επιτροπής. Δεν υπάρχει διαφορά ως προς αυτό το σημείο μεταξύ των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 95. Όσο είναι ανεπιθύμητες οι ατέρμονες συζητήσεις τόσο είναι μεγάλη και η ανάγκη σαφήνειας και βεβαιότητας σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Ως προς λοιπά ζητήματα, οι αναιρεσείοντες φαίνεται να συγχέουν το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας με το δικαίωμα της εκατέρωθεν ακροάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, οπότε οι ισχυρισμοί τους είναι κατά τούτο αλυσιτελείς ή απαράδεκτοι.
67. Δεύτερον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι δεν υπήρχε ανάγκη να εξετασθεί λεπτομερώς με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το τι μπορεί να συνιστά «λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση κράτους μέλους», εφόσον δεν πληρούνταν το κριτήριο των «νέων επιστημονικών στοιχείων».
68. Επιπλέον, εκθέτει ότι η έλλειψη ενός τέτοιου στοιχείου δεν εκπλήσσει, δεδομένου ότι η Αυστρία κοινοποίησε στην Επιτροπή, στις 7 Νοεμβρίου 2005, ένα θεμελιωδώς διαφορετικό σχέδιο νόμου για την Άνω Αυστρία (40), το οποίο, όπως αυτά που είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως από άλλα κράτη μέλη και από άλλα αυστριακά ομόσπονδα κράτη, δεν επιδιώκει την επιβολή πλήρους απαγορεύσεως ΓΤΟ, αλλά μάλλον τη θέσπιση ειδικών μέτρων για την πρόληψη επιμειξίας με καλλιέργειες μη ΓΤΟ. Η Επιτροπή δεν είχε κατ’ αρχήν αντιρρήσεις για τέτοια μέτρα (41).
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
69. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέπτυξε τις απόψεις του, υπενθυμίζοντας κατ’ αρχάς ότι πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της οποίας οριοθετείται από τη φύση του. Είναι πράγματι χρήσιμο να μη λησμονείται αυτό το γεγονός και να λαμβάνεται υπόψη το πλαίσιό του.
70. Έργο του Δικαστηρίου είναι να εξακριβώσει αν οι αναιρεσείοντες διαπίστωσαν οποιασδήποτε φύσεως δικονομική παράβαση ή νομικό σφάλμα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δυνάμενα να καταστήσουν πλημμελή αυτή την απόφαση.
71. Έργο του Πρωτοδικείου ήταν να εξακριβώσει αν οι αναιρεσείοντες διαπίστωσαν οποιασδήποτε φύσεως ουσιώδη διαδικαστική παρατυπία, νομικό σφάλμα ή πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως στην απόφαση της Επιτροπής, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωσή της.
72. Έργο της Επιτροπής ήταν να εξακριβώσει αν η Αυστρία αιτιολόγησε την αίτησή της κατά το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ, προσκομίζοντας νέα επιστημονικά στοιχεία σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας για λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση αυτού του κράτους μέλους και είναι μεταγενέστεροι της εκδόσεως της οδηγίας 2001/18.
73. Κανένα από αυτά τα καθήκοντα, πράγματι, δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε απόφαση ως προς το τι είναι, ή δεν είναι, κατάλληλη περιβαλλοντική πολιτική. Όσον αφορά την κοινοτική πολιτική, τέτοιες αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής (η οποία ενεργεί εν προκειμένω βάσει άλλης αρμοδιότητας) και κατόπιν διαβουλεύσεως με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών (42). Τα κράτη μέλη, εξάλλου, διατηρούν την ελευθερία τους να καθορίζουν την εθνική περιβαλλοντική πολιτική στον τομέα των αρμοδιοτήτων τους.
74. Μια δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση αφορά τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι οι αναιρεσείοντες, κατά τη διατύπωση των λόγων τους αναιρέσεως, συγχέουν μέχρις ορισμένου ορίου τους λόγους που αντλούνται από «δικονομική παράβαση» και από «παραβίαση του κοινοτικού δικαίου». Συμφωνώ, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό μεταβάλλει κάπως την κατάσταση. Εφόσον ένας λόγος αναιρέσεως εντάσσεται σε μια θεμιτή κατηγορία λόγων, είναι άνευ συνεπειών το αν ο αναιρεσείων τον κατέταξε σε ορθή κατηγορία. Όλοι οι ισχυρισμοί που διατύπωσαν οι αναιρεσείοντες νομίζω ότι εμπίπτουν στην κατηγορία που προβλέπεται από το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Τονίζω επίσης ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, οι αναιρεσείοντες δεν βάλλουν ευθέως κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η αιτίασή τους περί παραβιάσεως της αρχής της προφυλάξεως ήταν αλυσιτελής. Αυτό πάντως, κατά τη γνώμη μου, δεν τους στερεί τη δυνατότητα να επικαλεσθούν αυτή την αρχή στο πλαίσιο άλλων βαλλομένων από αυτούς πτυχών της αποφάσεως.
75. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ουσιαστικώς ότι το Πρωτοδικείο
– κακώς απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί παραβιάσεως της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, διότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στη γνώμη της ΕΑΑΤ, πλην όμως δεν τους παρέσχε τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις επ’ αυτής παρατηρήσεις τους,
– ερμήνευσε ψευδώς την έννοια των λόγων που συντρέχουν «μόνο στην περίπτωση» κράτους μέλους ή περιφέρειας, ως εκ της μη προσήκουσας εξετάσεως των σχετικών εν προκειμένω ισχυρισμών, και, κατά συνέπεια, δεν αιτιολόγησε προσηκόντως τα συμπεράσματά του,
– δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς υπό το φως της αρχής της προφυλάξεως.
76. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες αιτιάσεις κατ’ αυτή τη σειρά, λαμβάνοντας υπόψη, όπου χρειάζεται, την ενδεχομένως λυσιτέλεια της αρχής της προφυλάξεως.
Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως
77. Το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 45 της αποφάσεώς του, έκρινε ότι «η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν έχει εφαρμογή στην επίμαχη διαδικασία», απηχώντας τις λέξεις του Δικαστηρίου στη σκέψη 50 της αποφάσεως Δανία κατά Επιτροπής. Είναι ενδεχομένως χρήσιμο να αναλογισθούμε τι νοείται εν προκειμένω με την «αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως». Ενώ στην αγγλική απόδοση αμφοτέρων των αποφάσεων γίνεται λόγος για «right to be heard», η γαλλική χρησιμοποιεί την έκφραση «principe du contradictoire», η οποία έκφραση (που αντανακλάται σχεδόν πανομοιότυπα σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις) μπορεί να έχει κάπως διαφορετικές εννοιολογικές προεκτάσεις. Οι αναιρεσείοντες αναφέρονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο διασφαλίζει δίκαιη και δημόσια δίκη σε περιπτώσεις που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικού δικαίου ή οποιαδήποτε ποινική κατηγορία.
78. Η έννοια «principe du contradictoire» –που συχνά εκφράζεται λατινικά με το ρητό audi alteram partem ή audiatur et altera pars– έχει προδήλως εφαρμογή σε κατ’ αντιδικία δίκες πρωτίστως, στις οποίες οι αντίδικοι πρέπει να είναι σε θέση να απαντούν στους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, πριν το δικαιοδοτούν όργανο καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως. Τυπικά παραδείγματα είναι οι δίκες σε αστικές υποθέσεις, η διαιτησία και οι ποινικές δίκες κατά το κατηγορητικό σύστημα –και, φυσικά, ευθείες προσφυγές ή αγωγές αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου (43).
79. Γενικότερα, επίσης, έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις όπου τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ενός προσώπου μπορούν να θιγούν από διαδικασία κινηθείσα κατ’ αυτού από μια αρχή, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στα στοιχεία που η αρχή προτείνει να ληφθούν υπόψη. Τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν οι ποινικές δίκες κατά το εξεταστικό σύστημα και πολλές διοικητικές διαδικασίες –σε κοινοτικό πλαίσιο, παραδείγματος χάριν, έρευνες της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού ή του ντάμπινγκ ή διαδικασίες λόγω παραβάσεως κράτους μέλους κατά το άρθρο 226 ΕΚ.
80. Η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση διαφέρει κατά το ότι η διαδικασία κινήθηκε από κράτος μέλος, το οποίο οφείλει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους επιθυμεί να παρεκκλίνει από τη νομοθεσία περί εναρμονίσεως και το οποίο μπορεί να προβεί σε πλήρεις δηλώσεις και να προσκομίσει πειστικές αποδείξεις μόνον καθόσον θεωρεί ότι αυτό ενδείκνυται. Η αίτηση απευθύνεται στην Επιτροπή, η οποία εκτιμά τους λόγους και λαμβάνει απόφαση. Επομένως, κατ’ αρχήν, το κράτος μέλος ακούγεται κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας και δεν υπάρχει αντιδικία με άλλο πρόσωπο.
81. Αυτό που ουσιαστικώς οι αναιρεσείοντες ζητούν να αναγνωρισθεί είναι ότι είχαν δικαίωμα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους για την εκτίμηση της ΕΑΑΤ επί της αιτήσεώς τους, πριν ληφθεί η τελική απόφαση. Δεν έχει ίσως τόσο σημασία η κρίση για το αν αυτό αποδίδεται επακριβώς με τις εκφράσεις «right to be heard» ή «principe du contradictoire» όσο η ύπαρξη σαφήνειας ως προς το ζήτημα για το οποίο πρόκειται.
82. Το κύριο εμπόδιο για να αναγνωρισθεί αυτό το δικαίωμα είναι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Δανία κατά Επιτροπής και η αιτιολογία αυτής. Οι αναιρεσείοντες δεν προτείνουν την ανατροπή της νομολογίας, αλλά μάλλον τον περιορισμό της στο πλαίσιο εντός του οποίου διατυπώθηκε, ήτοι αυτό του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ και όχι του άρθρου 95, παράγραφος 5. Δεν θεωρώ πειστικό τον ισχυρισμό τους.
83. Οι σχετικές σκέψεις της αποφάσεως Δανία κατά Επιτροπής έχουν ως ακολούθως:
«42 Καμία διάταξη δεν προβλέπει την εφαρμογή της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως κατά τη διαδικασία της προβλεπόμενης στο άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ αποφάσεως με σκοπό την έγκριση εθνικών διατάξεων παρεκκλίσεως από μέτρο εναρμονίσεως που εκδόθηκε σε κοινοτικό επίπεδο.
43 Ομοίως, καμία διάταξη δεν επιβάλλει στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, την υποχρέωση να συλλέξει τις γνώμες των λοιπών κρατών μελών, όπως έπραξε εν προκειμένω.
44 Επομένως προέχει η εξέταση του ζητήματος αν η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως εφαρμόζεται, έστω και ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, ιδίως σε κατάσταση όπου ζητήθηκαν παρόμοιες γνώμες.
45 Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, την τήρηση της οποίας διασφαλίζει το Δικαστήριο, επιβάλλει στη δημόσια αρχή την υποχρέωση να ακούσει τους ενδιαφερομένους πριν από την έκδοση αποφάσεως που τους αφορά (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2001, C–315/99 P, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 2001, σ. I–5281, σκέψη 28).
46 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της τηρήσεως των δικαιωμάτων άμυνας, αρχή με την οποία συνδέεται στενά εκείνη της εκατέρωθεν ακροάσεως, εφαρμόζεται όχι μόνο επί των διοικουμένων αλλά και επί των κρατών μελών. Όσον αφορά τα τελευταία, η εν λόγω αρχή αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο διαδικασιών που κινεί κοινοτικό όργανο κατά του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, όπως είναι οι διαδικασίες επί θεμάτων ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων ή εποπτείας της συμπεριφοράς των κρατών μελών σχετικά με τις δημόσιες επιχειρήσεις (βλ., π.χ., αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C–48/90 και C–66/90, Κάτω Χώρες κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I–565, σκέψη 44, και της 5ης Οκτωβρίου 2000, C–288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I–8237, σκέψη 99).
47 Πάντως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ, διαδικασία κινείται όχι από κοινοτικό όργανο αλλά από κράτος μέλος δοθέντος ότι η απόφαση του κοινοτικού οργάνου δεν εκδίδεται παρά ως αντίδραση στη σχετική πρωτοβουλία.
48 Πράγματι, η οικεία διαδικασία κινείται κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους με σκοπό την έγκριση εθνικών διατάξεων παρεκκλινουσών από εκδοθέν σε κοινοτικό επίπεδο μέτρο εναρμονίσεως. Με την αίτησή του, το οικείο κράτος είναι απόλυτα ελεύθερο να εκφραστεί επί της αποφάσεως της οποίας ζητεί την έκδοση, όπως προκύπτει ρητώς από το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, διάταξη υποχρεώνουσα το οικείο κράτος να αναφέρει τους λόγους διατηρήσεως των επίμαχων εθνικών διατάξεων. Με τη σειρά της, η Επιτροπή οφείλει, εντός των προθεσμιών που της τάσσονται, να είναι σε θέση να λάβει τις πληροφορίες που παρίστανται αναγκαίες, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να ακούσει εκ νέου το αιτούν κράτος μέλος.
49 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, αφενός, από τη διάταξη του άρθρου 95, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, σύμφωνα με την οποία οι παρεκκλίνουσες εθνικές διατάξεις λογίζονται ως εγκριθείσες εφόσον η Επιτροπή δεν αποφασίζει εντός ορισμένης προθεσμίας. Αφετέρου, δυνάμει του τρίτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, η παράταση της σχετικής προθεσμίας είναι δυνατή μόνο σε περίπτωση κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Εξ αυτού έπεται ότι βούληση των συντακτών της Συνθήκης ήταν, τόσο προς το συμφέρον του αιτούντος κράτους μέλους όσο και προς εκείνο της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, η προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό διαδικασία να περατώνεται ταχέως. Ο συγκεκριμένος στόχος συμβαδίζει δυσχερώς με επιταγή επιβάλλουσα παρατεταμένες ανταλλαγές πληροφοριών και επιχειρημάτων.
50 Έπεται ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως δεν εφαρμόζεται στην προβλεπόμενη με το άρθρο 95, παράγραφοι 4 και 6, ΕΚ διαδικασία.»
84. Εξετάζοντας αυτές τις σκέψεις σε συνδυασμό με το όλο κείμενο του άρθρου 95, παράγραφοι 4 έως 6, ΕΚ δεν διακρίνω κανένα λόγο για τον οποίο ό,τι λέγεται σε σχέση με το άρθρο 95, παράγραφος 4, δεν θα ίσχυε για το άρθρο 95, παράγραφος 5. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε πρωτίστως σε κάποιο συμφέρον της Κοινότητας για την επίτευξη ταχείας λύσεως, το οποίο θα μπορούσε να μην υφίσταται αν τα μέτρα δεν είχαν τεθεί ακόμη σε ισχύ και το κράτος μέλος δεν επειγόταν. Αντιθέτως, οφείλεται στο γεγονός ότι (i) το κράτος μέλος κινεί τη διαδικασία και μπορεί να αναμένεται από αυτό ότι θα προσκομίσει όλα τα σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία και θα προβάλει όλους τους λυσιτελείς ισχυρισμούς σε σχέση με την αίτησή του, αντίθετα προς την περίπτωση κατά την οποία μια διαδικασία που συνεπάγεται επιβολή κυρώσεως έχει κινηθεί κατά του εμπλεκομένου προσώπου, και ότι (ii) το άρθρο 95, παράγραφος 6, δεν παρέχει καμία εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με την τεκμαιρόμενη ως δεσμευτική έγκριση, αν η Επιτροπή δεν απορρίψει τις προτεινόμενες διατάξεις εντός της τασσόμενης προθεσμίας. Στο πλαίσιο αυτής της προθεσμίας δεν υπάρχει καμία διάταξη προβλέπουσα επιμήκυνση των συζητήσεων, πλην μιας μόνον περιπτώσεως παρατάσεως (κατά τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής), όταν αυτό δικαιολογείται από την πολυπλοκότητα του αντικειμένου και δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων.
85. Η άποψη των αναιρεσειόντων δεν ενισχύεται ούτε από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο παρέθεσε επίσης βασική νομολογία (44) αφορώσα το πρώην άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο δεν διέκρινε μεταξύ προϊσχυόντων της εκδόσεως της οδηγίας εναρμονίσεως μέτρων και μέτρων που πρόκειται να θεσπισθούν. Αν μη τι άλλο, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να επιβεβαιώνει ότι οι ίδιες αρχές έχουν εφαρμογή σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
86. Επομένως, φρονώ ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέδειξαν οποιοδήποτε σφάλμα κατά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή της υφιστάμενης νομολογίας που αφορά την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (45).
87. Δεδομένου ότι η απόφαση Δανία κατά Επιτροπής εκδόθηκε από την ολομέλεια του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ενδεδειγμένο το επιληφθέν της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως τμήμα να αναθεωρήσει αυτή τη νομολογία –προτιμότερη θα ήταν η παραπομπή στο τμήμα μείζονος συνθέσεως. Πράγματι, όπως σημείωσα, οι αναιρεσείοντες δεν θέτουν ζήτημα αναθεωρήσεως της εν λόγω νομολογίας. Πάντως, δεν νομίζω ότι θα ήταν οπωσδήποτε αναγκαία μια τέτοια ενέργεια.
88. Η απόφαση της Επιτροπής μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου και υφίσταται η δυνατότητα δύο φάσεων με γραπτές παρατηρήσεις και πλήρη προφορική επιχειρηματολογία. Επομένως, υφίσταται πλήρης δυνατότητα να εκδικασθεί η υπόθεση δικαίως και δημοσίως από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, νομίμως λειτουργούν, κατά τη διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
89. Είναι πάντως αναγκαίο να γίνει μνεία και μιας άλλης απόφασης της ολομέλειας του Δικαστηρίου, η οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι αντίθετη προς την απόφαση Δανία κατά Επιτροπής, ήτοι η απόφαση στην υπόθεση Technische Universität München (46). Στην εν λόγω υπόθεση, ένα πανεπιστήμιο θέλησε να εισαγάγει μια επιστημονική συσκευή ατελώς για τον λόγο ότι δεν κατασκευάζονταν αντίστοιχες συσκευές εντός της Κοινότητας. Στην αίτησή του έπρεπε να περιλαμβάνονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους ο διαθέσιμος εξοπλισμός εντός της Κοινότητας δεν ήταν κατάλληλος για την ιδιαίτερη επιστημονική εργασία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Η αίτηση διαβιβάσθηκε στην Επιτροπή, η οποία συμβουλεύθηκε μια ομάδα εμπειρογνωμόνων από το συμπέρασμα της οποίας δεσμευόταν. Η ομάδα κατέληξε σε αρνητικό συμπέρασμα, αφού έλαβε υπόψη ένα έγγραφο προερχόμενο από ένα κοινοτικό κατασκευαστή παρόμοιων εξοπλισμών και ως προς το οποίο δεν δόθηκε στο πανεπιστήμιο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
90. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν άκυρη. Στη σκέψη 25 της αποφάσεώς του εξέθεσε τα εξής:
«Το δικαίωμα ακροάσεως (47) σε μια τέτοια διοικητική διαδικασία απαιτεί να δίδεται η δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο, και μάλιστα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιον της Επιτροπής, να λαμβάνει θέση και να κάνει γνωστή λυσιτελώς την άποψή του ως προς την κρισιμότητα των πραγματικών περιστατικών καθώς και, ενδεχομένως, ως προς τα έγγραφα στα οποία στηρίχθηκε το κοινοτικό όργανο. Η απαίτηση αυτή δεν τηρήθηκε κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.»
91. Μολονότι οι περιστάσεις φαίνονται συγκρίσιμες προς αυτές της υπό κρίση υποθέσεως και η μνεία του νομικού καθεστώτος φαίνεται να στηρίζει τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, πιστεύω ότι μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο υποθέσεων. Στην υπόθεση Technische Universität München, το κύριο ζήτημα δεν ήταν ότι στο προσφεύγον δεν δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί του συμπεράσματος της ομάδας των εμπειρογνωμόνων, αλλά ότι δεν δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί των αποδεικτικών στοιχείων που αποδέχθηκε η ομάδα των εμπειρογνωμόνων και είχαν προσκομισθεί από ένα εμπλεκόμενο πρόσωπο, τα συμφέροντα του οποίου ήταν αντίθετα από τα δικά του. Αυτό δεν συνέβη εν προκειμένω.
92. Σημειώνω επίσης ότι στην υπόθεση Technische Universität München το Δικαστήριο εντόπισε όχι λιγότερους από τρεις λόγους για να κρίνει ότι η απόφαση ήταν άκυρη (48). Κανένας από τους λοιπούς λόγους δεν προβάλλεται κατ’ αναίρεση στην υπό κρίση υπόθεση (49). Επομένως, νομίζω ότι είναι καλύτερο να θεωρηθεί η απόφαση Technische Universität München ως απόφαση που αναντιρρήτως έχει σημασία για τη διοικητική διαδικασία στον τομέα των δασμών και να γίνει διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως που αφορούσε και αυτής της εν προκειμένω υποθέσεως, αντί να επιχειρηθεί να εφαρμοσθεί το περιεχόμενό της κατ’ αναλογία στο δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο της διαφορετικής διοικητικής διαδικασίας που έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 95 ΕΚ.
93. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι εν προκειμένω παραβιάσθηκε ως προς αυτούς η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως ενώπιον αυτού τούτου του Πρωτοδικείου, για τον λόγο ότι δεν εξέτασε σε βάθος τα επιχειρήματά τους, νομίζω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αφορούν κατά κυριολεξία την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Δεν προβάλλεται ότι τους αρνήθηκε, κατά οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμά τους να διατυπώσουν επιχειρήματα ή να προσκομίσουν αποδείξεις πρωτοδίκως.
94. Καθώς οι αναιρεσείοντες παραπονούνται πράγματι ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα βάσει των επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν και των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν, ο ισχυρισμός τους είναι παραδεκτός μόνον καθόσον αναφέρεται σε ενδεχόμενο νομικό σφάλμα. Θα λάβω κατωτέρω υπόψη όλες τις πτυχές που μπορούν να έχουν συναφώς σημασία κατά την εξέταση της έννοιας των λόγων που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση κράτους μέλους.
95. Πάντως, καθόσον προβάλλουν ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε απλώς να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν, είναι αναγκαίες μερικές παρατηρήσεις. Η παράλειψη αυτή πρέπει να ελεγχθεί κατ’ αναίρεση και, αν αποδειχθεί, μπορεί να αποτελέσει λόγο αναιρέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, αν και δεν γνωρίζω καμία υπόθεση στην οποία το ζήτημα να ανέκυψε με αυτόν ακριβώς τον τρόπο (50). Στην υπό κρίση υπόθεση, από τις σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία (η μελέτη Müller και η έκθεση της επιτροπής (51)) ήταν διαθέσιμα στην ΕΑΑΤ και στην Επιτροπή. Όπως θα εκθέσω λεπτομερέστερα κατωτέρω, οι αναιρεσείοντες δεν εξέθεσαν στο Πρωτοδικείο υπό ποιά έννοια τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία αντέκρουαν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν αυτά τα όργανα. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία υπ’ αυτό το ιδιαίτερο πρίσμα.
96. Τέλος, όσον αφορά την αρχή της προφυλάξεως, θα επισήμαινα απλώς ότι το δικαίωμα ακροάσεως, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και η αρχή της κατ’ αντιδικία διαδικασίας αποτελούν συνάρτηση της φύσεως της διαδικασίας και δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάγκη προφυλάξεως.
Λόγοι που συντρέχουν «μόνο στην περίπτωση» κράτους μέλους
97. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν για να ανατρέψουν το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη λόγων που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση της Άνω Αυστρίας.
98. Εντούτοις, η προβολή αυτών των ισχυρισμών προσκρούει σε δυσχέρειες, καθόσον με αυτούς επιδιώκεται να αμφισβητηθεί η ορθότητα της εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεως των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του. Δυνάμει του άρθρου 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να ελεγχθεί κατ’ αναίρεση, εκτός αν προβάλλεται ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων (52).
99. Παρά ταύτα, οι αναιρεσείοντες έθιξαν ένα σημαντικό ζήτημα (αν και, ίσως, όχι τόσο σε βάθος όσο θα μπορούσε να αναμένεται), υποστηρίζοντας ότι οι λέξεις «μόνο στην περίπτωση» δεν σημαίνουν το ίδιο πράγμα όπως «ιδιάζοντες» [λόγοι]. Αν ενδεχομένως το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε εσφαλμένο νομικό κριτήριο κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, η απόφασή του θα ήταν εν προκειμένω πλημμελής και τα αποδεικτικά στοιχεία θα έπρεπε να εκτιμηθούν εκ νέου υπό το πρίσμα του ορθού κριτηρίου.
100. Η κατάσταση, κατά εγγύτερη θεώρηση, φαίνεται μάλλον περίπλοκη, μου δημιουργεί δε αμφιβολίες ως προς το αν η αιτιολογία του Πρωτοδικείου μπορεί να διατηρηθεί ανέπαφη ως προς αυτό το σημείο. Η δυσχέρεια είναι γλωσσικής φύσεως και απαιτεί ορισμένες διευκρινίσεις.
101. Η γνώμη της ΕΑΤ συντάχθηκε στην αγγλική. Στην ιστοσελίδα της στο Διαδίκτυο αναφέρονται τα εξής: «Η επίσημη γλώσσα των επιστημονικών γνωμοδοτήσεων της ΕΑΑΤ είναι η αγγλική. Σε περίπτωση αμφιβολίας, παρακαλείσθε να ανατρέχετε στο αγγλικό κείμενο της γνωμοδοτήσεως και στην περίληψή της». Όσον αφορά αυτή τη γνώμη, δεν φαίνεται να υπάρχει πλήρες κείμενο σε άλλη πλην της αγγλικής γλώσσα, μολονότι υπάρχει μια περίληψη στην αγγλική, τη γαλλική, τη γερμανική και την ιταλική.
102. Στη γνώμη εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής (53):
«The scientific evidence presented contained no new or uniquely local scientific information on the environmental or human health impacts of existing or future GM crops or animals [Τα υποβληθέντα επιστημονικά στοιχεία δεν περιέχουν νέα ή αποκλειστικά και μόνον τοπικά επιστημονικά δεδομένα για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον ή την υγεία του ανθρώπου ήδη υφιστ[αμένων] ή μελλοντικ[ών] καλλι[εργειών] ή ζώ[ων] που έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση].
No scientific evidence was presented which showed that this area of Austria had unusual or unique ecosystems that required separate risk assessments from those conducted for Austria as a whole or for other similar areas of Europe. No specific cases were presented of impacts of GMOs on biodiversity, either directly or through changes in agricultural practices [Δεν υποβλήθηκαν επιστημονικά δεδομένα τα οποία να αποδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη περιοχή της Αυστρίας χαρακτηρίζεται από ασυνήθη ή μοναδικά οικοσυστήματα για τα οποία να απαιτούνται χωριστές αξιολογήσεις κινδύνου από αυτές που ήδη πραγματοπο[ιήθηκαν για την] Αυστρία συνολικά ή από αυτές που πραγματοποιούνται για άλλες ανάλογες περιοχές στην Ευρώπη. Δεν αναφέρθηκαν συγκεκριμένες περιπτώσεις επιπτώσεων ΓΤΟ στη βιοποικιλότητα, άμεσα ή μέσω μεταβολών στις γεωργικές πρακτικές].»
103. Η χρήση των λέξεων «uniquely» και «unique» νομίζω ότι είναι χαρακτηριστική. Αν και όχι μονοσήμαντες, φαίνεται να υποδηλώνουν ότι το συμπέρασμα της ΕΑΑΤ στηρίχθηκε πιθανώς σε μια αντίληψη κατά την οποία, για να δικαιολογηθεί παρέκκλιση από την οδηγία 2000/18, πρέπει να αποδειχθεί ότι υφίστανται λόγοι που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση του οικείου κράτους ή της οικείας περιφέρειας, οι οποίοι δεν απαντούν πουθενά αλλού.
104. Στη συνταχθείσα από την ΕΑΑΤ περίληψη της γνώμης δεν υπάρχει η φράση «no new or uniquely local scientific information», πλην όμως υπάρχει η φράση «unusual or unique ecosystems». Έχει μεταφρασθεί στη γαλλική και τη γερμανική αντιστοίχως ως «écosystèmes atypiques ou uniques» και «ungewöhnliche oder einzigartige Ökosysteme», όπου αμφότερες οι μεταφράσεις φαίνεται να αποδίδουν ακριβώς το κείμενο στην αγγλική.
105. Οι δύο παράγραφοι της γνώμης παρατίθενται «επί λέξει» στη σκέψη 71 της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής, όπου φαίνεται σαφώς ότι έχουν κάποια σημασία για την αιτιολόγησή της. Έθεσα το «επί λέξει» εντός εισαγωγικών, διότι οι δύο παράγραφοι εμφανίζονται ως μία, η δε γαλλική και γερμανική απόδοση διαφέρουν κάπως από το πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική που είναι η γλώσσα του πρωτοτύπου. «No new or uniquely local scientific information» γίνεται, στη γαλλική, «aucune information nouvelle ou spécifiquement locale» –αποκρύπτοντας έτσι κάθε ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ της διατυπώσεως του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ και της ερμηνείας του από την ΕΑΑΤ– και, στη γερμανική, «keine oder nur lokal begrenzte wissenschaftliche Daten», πράγμα που έχει ένα τελείως διαφορετικό νόημα και μπορεί να οφείλεται σε εσφαλμένη κατανόηση του αγγλικού κειμένου. «Unusual or unique ecosystems» μεταφράζεται στη γαλλική ως «écosystèmes particuliers ou exceptionnels» και στη γερμανική ως «ein ungewöhnliches oder einzigartiges Ökosystem». Και πάλι, η γαλλική απόδοση εξαλείφει την έννοια του ιδιάζοντος (και διαφέρει από την περίληψη της ΕΑΑΤ στη γαλλική), το γερμανικό όμως κείμενο αποδίδει τόσο το αγγλικό της γνώμης όσο και το γερμανικό της περιλήψεως.
106. Η απόφαση της Επιτροπής απευθύνεται στην Αυστρία και διευκρινίζει ότι το γερμανικό κείμενο είναι το πρωτότυπο. Δεν είναι σαφές αν αυτό συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η ανάλυση της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε μόνο στη γερμανική και ότι η απόφαση διατυπώθηκε αρχικώς σ’ αυτή τη γλώσσα. Εν πάση περιπτώσει, η γερμανική απόδοση της γνώμης της ΕΑΑΤ, στην οποία στηρίχθηκε (τουλάχιστον εν μέρει) η απόφαση της Επιτροπής, δεν φαίνεται να αποτελούσε απολύτως ακριβή μετάφραση.
107. Γλώσσα διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου ήταν φυσικά η γερμανική. Δεν αποτελεί εντούτοις μυστικό ότι η γλώσσα εργασίας αυτού του δικαιοδοτικού οργάνου, όπως και του Δικαστηρίου, είναι η γαλλική. Κατά συνέπεια, η ανάλυσή του μπορεί να στηρίχθηκε σε γαλλικές μεταφράσεις των εγγράφων της δικογραφίας –περιλαμβανομένου ιδίως του γαλλικού κειμένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο οποίο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στη μοναδικότητα κατά την παράθεση της γνώμης της ΕΑΑΤ στην αιτιολογική σκέψη 71. Εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να διατυπώθηκε στη γαλλική (54).
108. Οι παρατηρήσεις αυτές αποκτούν κάποια σημασία, αν ληφθεί υπόψη η γαλλική απόδοση των σκέψεων 65 έως 67 της αποφάσεως. Η σκέψη 65 επαναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του παρατιθέμενου στην αιτιολογική σκέψη 71 της προσβαλλομένης αποφάσεως κειμένου, αναφερόμενη στις φράσεις «aucune information nouvelle ou spécifiquement locale» και «des écosystèmes particuliers ou exceptionnels». Η σκέψη 66 συνεχίζει εκθέτοντας ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να θέσουν εν αμφιβόλω το βάσιμο των εκτιμήσεων ως προς τη συνδρομή ειδικών λόγων, η δε σκέψη 67 ότι δεν επικαλέσθηκαν στοιχεία αποσκοπούντα στην αντίκρουση του πορίσματος της ΕΑΑΤ, κατά το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι η Άνω Αυστρία περιλαμβάνει «des écosystèmes particuliers ou exceptionnels» για τα οποία απαιτούνται χωριστές αξιολογήσεις κινδύνου από αυτές που ήδη πραγματοποιήθηκαν για την Αυστρία συνολικά ή από αυτές που πραγματοποιούνται για άλλες ανάλογες περιοχές στην Ευρώπη.
109. Επομένως, από τη γαλλική, στην οποία διατυπώθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν συνάγεται καμία ένδειξη ότι το Πρωτοδικείο είχε γνώση του ενδεχομένου να προέβη η ΕΑΑΤ στη γνωμοδότησή της, στηριζόμενη στο τεκμήριο ότι η Αυστρία, προκειμένου να δικαιολογείται παρέκκλιση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη λόγων προσιδιαζόντων στην οικεία περιφέρεια και όχι λόγων ειδικών, ασυνήθων ή κατά κάποιον τρόπο μοναδικών.
110. Νομίζω ότι είναι σαφές, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, ότι οι λέξεις «μόνο στην περίπτωση» κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ δεν μπορούν να εξομοιωθούν με το «ιδιάζοντες» [λόγοι]». Κάποιοι λόγοι μπορεί να συντρέχουν μόνο στην περίπτωση περισσοτέρων της μιας περιφέρειας ή περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, αλλά ιδιάζοντες μπορεί να είναι μόνο σε μία από αυτές ή σε ένα από αυτά. Είναι ίσως περιττή μια ακριβής οριοθέτηση για τους εν προκειμένω σκοπούς, πλην όμως λόγοι που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση κράτους μέλους σαφώς βρίσκονται κάπου μεταξύ αυτών που είναι ιδιάζοντες και αυτών που είναι κοινοί, γενικευμένοι ή ευρείας εκτάσεως. Το κριτήριο του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ έγκειται στο ότι οι λόγοι πρέπει να συντρέχουν μόνο στην περίπτωση του κράτους μέλους, ενώ το να απαιτείται να είναι ιδιάζοντες θα σήμαινε παρερμηνεία ή κακή εφαρμογή αυτής της διατάξεως.
111. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο παρερμήνευσε πράγματι ή εφάρμοσε κακώς αυτό το κριτήριο. Η εκ μέρους του χρήση των επιθέτων «ειδικό», «ασύνηθες» και «μοναδικό» φαίνεται να είναι σε απόλυτη αντιστοιχία προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι αυτή τη διάταξη.
112. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν ενώπιόν του οι προσφεύγοντες (55), κατέληξε ότι με αυτά δεν ανατράπηκε ούτε τέθηκε εν αμφιβόλω το βάσιμο των συμπερασμάτων της ΕΑΑΤ ή των εκτιμήσεων της Επιτροπής. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή αφορούσε τα συμπεράσματα και τις εκτιμήσεις, όπως εκφράζονται στη γαλλική, χωρίς καμία αναφορά στο κριτήριο της μοναδικότητας. Δεν νομίζω ότι είναι φρόνιμο να συναχθεί ότι το Πρωτοδικείο θα είχε καταλήξει στην ίδια κρίση, αν είχε αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία αντιπαραθέτοντάς τα προς τις αναφορές της ΕΑΑΤ στον ιδιάζοντα χαρακτήρα ή αν είχε λάβει υπόψη ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής στηρίχθηκαν σε τέτοιου είδους αναφορές.
113. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η εκ μέρους του Πρωτοδικείου απόρριψη του λόγου προσφυγής των αναιρεσειόντων, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, δεν μπορεί να θεωρείται έγκυρη. Διαπιστώνοντας ότι το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταντο λόγοι οι οποίοι συντρέχουν μόνο στην περίπτωση της Άνω Αυστρίας δεν αντικρούστηκε, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε καμία από τις άλλες προϋποθέσεις που προβλέπει σωρευτικώς αυτή η διάταξη. Επομένως, στην απόφαση δεν υπάρχει πλέον κανένα ασφαλές έρεισμα για την απόρριψη αυτού του λόγου.
114. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξετασθούν οι απομένουσες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 61 του Οργανισμού του, το Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να το πράξει αυτό ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, ανάλογα με τις περιστάσεις. Εν προκειμένω, νομίζω ότι το Δικαστήριο είναι σε θέση να προβεί σ’ αυτή την εξέταση.
Οι προβλεπόμενες σωρευτικώς στο άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ προϋποθέσεις
115. Όπως εξέθεσα προηγουμένως, ένα κράτος μέλος, προκειμένου να επιτύχει παρέκκλιση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, πρέπει να προσκομίσει νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους οι οποίοι συντρέχουν μόνο στην περίπτωση αυτού του κράτους μέλους και οι οποίοι έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως. Οι διάφορες αυτές προϋποθέσεις ισχύουν σωρευτικώς, όπως εξέθεσε το Πρωτοδικείο και παραδέχθηκε ρητώς η Αυστριακή Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Με άλλα λόγια, αν δεν πληρούται οποιαδήποτε προϋπόθεση, η παρέκκλιση δεν μπορεί να παρασχεθεί.
116. Δεν φαίνεται να αμφισβητείται, ούτε με τη γνώμη της ΕΑΑΤ ούτε με την απόφαση της Επιτροπής, ότι τουλάχιστον μερικά από τα αποδεικτικά στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε η Αυστρία αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, μολονότι η Επιτροπή διαπίστωσε, στην αιτιολογική σκέψη 68 της αποφάσεώς της, ότι οι ανησυχίες της Αυστρίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως θέμα που αφορά ειδικά την προστασία του περιβάλλοντος. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση των «νέων στοιχείων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος». Εντούτοις, είναι αναγκαία μια σύντομη παρατήρηση.
117. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, στηριζόμενοι στη δήλωση της ΕΑΑΤ ότι «[η ΕΑΑΤ] δεν κλήθηκε από την Επιτροπή να σχολιάσει τη διαχείριση της συνύπαρξης ΓΤ με μη ΓΤ καλλιέργειες», ότι η ΕΑΑΤ και η Επιτροπή αγνόησαν το βασικό ζήτημα που έθεσε με την αίτησή της η Αυστρία.
118. Νομίζω, πάντως, ότι ορθώς η Επιτροπή προσπάθησε να διακρίνει μεταξύ των περιβαλλοντικών ζητημάτων, τα οποία αφορά το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ και η οδηγία 2001/18, και των κοινωνικοοικονομικών ζητημάτων γεωργικής διαχειρίσεως, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας (56). Περιγράφοντας τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, η ΕΑΑΤ εξέθεσε ότι «δεν κλήθηκε να σχολιάσει πληροφορίες που δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, ιδίως δε αυτούς που αφορούν τη διαχείριση της συνυπάρξεως» (57). Η γνώμη της έλαβε υπόψη –προσηκόντως– τα περιβαλλοντικά ζητήματα, ειδικότερα δε αυτά που αφορούν τη ροή γενετικού υλικού, αλλά –επίσης προσηκόντως– δεν σχολίασε τα άλλα αυτά ζητήματα.
119. Επιστρέφοντας στις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ, νομίζω ότι δεν υπάρχει διαφωνία ως προς το ότι η μελέτη Müller περιείχε τουλάχιστον μερικά αποδεικτικά στοιχεία επιστημονικής φύσεως, μολονότι η γνώμη της ΕΑΑΤ επισημαίνει ότι πολλές αναφορές αφορούσαν νομοθετικές διατάξεις ή οικονομικές υποθέσεις.
120. Οι εναπομένουσες προϋποθέσεις είναι ότι τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να είναι νέα και ότι το πρόβλημα στο οποίο αναφέρονται πρέπει να έχει ανακύψει μετά την έκδοση της οδηγίας 2001/18.
121. Όσον αφορά το ζήτημα αν τα επιστημονικά στοιχεία που αναφέρει η μελέτη Müller είναι νέα, η ΕΑΑΤ εξέθεσε ότι αποτελούν ως επί το πλείστον επισκόπηση των υφισταμένων γνώσεων στον τομέα της ροής γενετικού υλικού από φυτά καλλιέργειας σε φυτά καλλιέργειας και της ροής γενετικού υλικού από φυτά καλλιέργειας σε συγγενή άγρια φυτά ορισμένων τύπων καλλιέργειας. Στη σκέψη 65 της αποφάσεώς της, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η μελέτη Müller περιέχει στοιχεία τα οποία, ως επί το πλείστον, ήταν ήδη διαθέσιμα πριν από την έκδοση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.
122. Το Land Oberösterreich και η Αυστρία παραδέχθηκαν με τις προσφυγές τους ότι η μελέτη Müller στηριζόταν ως επί το πλείστον σε προηγουμένως διαθέσιμα στοιχεία. Προέβαλαν, όμως, ότι κατέληγε σε νέα συμπεράσματα βάσει των υφισταμένων στοιχείων και ότι τα συμπεράσματα αυτά έπρεπε να θεωρηθούν ως «νέα επιστημονικά στοιχεία». Υποστήριξαν επίσης ότι αυτά επιβεβαιώθηκαν από πλέον πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις (58).
123. Είναι εύκολο να επαληθευθεί ότι, από τις 115 αναφορές που παρατίθενται στην ολοκληρωθείσα τον Απρίλιο του 2002 μελέτη Müller, μόνον 22 χρονολογούνται από αυτό το έτος ή από το 2001, έτος εκδόσεως της οδηγίας 2001/18, και ότι λιγότερες από τις μισές φαίνεται να έχουν επιστημονικό χαρακτήρα. Οι αναιρεσείοντες ουδόλως ισχυρίσθηκαν ότι οι επιστημονικές αναφορές του έτους 2001 ή 2002 ήταν καθοριστικές ή μάλιστα χαρακτηριστικές για τα διατυπωθέντα συμπεράσματα. Εφόσον δε το ζήτημα είναι αν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Αυστρία για να αιτιολογήσει την αίτησή της είναι νέα, το ενδεχόμενο να εμφανίσθηκαν μεταγενεστέρως άλλα νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί να θίξει το νομικό κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων βάσει των οποίων ελήφθη και του χρονικού σημείου εκδόσεώς της.
124. Απομένει το ζήτημα αν ένα νέο συμπέρασμα που συνάγεται από υφιστάμενα στοιχεία μπορεί να συνιστά «νέο επιστημονικό στοιχείο» [«new scientific evidence»]. Στην αγγλική, αυτό δεν θα μπορούσε κανονικά να συμβαίνει. Η λέξη «evidence» σημαίνει συνήθως το ακατέργαστο υλικό από το οποίο μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα. Εντούτοις, η εικόνα είναι λιγότερο καθαρή, αν ληφθεί υπόψη ένα ευρύτερο σύνολο γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Η ολλανδική («nieuwe wetenschappelijke gegevens») φαίνεται να συμφωνεί με την αγγλική. Διάφορες από τις λατινογενείς γλώσσες χρησιμοποιούν όρους («preuves scientifiques nouvelles» στη γαλλική, «nuove prove scientifiche» στην ιταλική και «novas provas cientificas» στην πορτογαλική) που μπορούν να έχουν ευρύτερη σημασία. Η ισπανική απόδοση («novedades cientificas»), καθώς και η γερμανική («neue wissenschaftliche Erkenntnisse») εμφανίζονται ασφαλώς καταλληλότερες από την αγγλική όταν εκφράζουν την έννοια την οποία υποστήριξαν πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαία περαιτέρω έρευνα για να θεωρηθεί ότι νέα συμπεράσματα που συνάγονται από υφιστάμενα στοιχεία μπορεί ενδεχομένως να συνιστούν νέα επιστημονικά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
125. Εντούτοις, στην επιχειρηματολογία των αναιρεσειόντων δεν διαπιστώνω τίποτα περισσότερο από έναν απλώς ισχυρισμό ότι η μελέτη Müller συνάγει τέτοια νέα συμπεράσματα από τα υφιστάμενα στοιχεία. Δεν αναφέρεται μάλιστα κανένα συγκεκριμένο νέο συμπέρασμα. Πολλώ μάλλον, ουδόλως διευκρινίζεται πως ένα τέτοιο συμπέρασμα μπορεί ενδεχομένως να διαφέρει από συμπεράσματα που είχαν συναχθεί προηγουμένως από τα ίδια δεδομένα. Εφόσον ένας από τους λόγους απορρίψεως της αιτήσεως παρεκκλίσεως ήταν ότι τα επιστημονικά στοιχεία δεν ήταν νέα, εναπέκειτο στους προσφυγόντες ενώπιον του Πρωτοδικείου να αντικρούσουν αυτόν τον λόγο, αν υποτεθεί ότι υπήρχε δυνατότητα ευδοκιμήσεως της προσφυγής τους. Δεν αρκεί να εκτίθεται ότι τα αποδεικτικά στοιχεία μπορεί θεωρητικώς να ήταν νέα, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένως και να διευκρινίζεται τι πράγματι ήταν νέο σε σχέση με αυτά.
126. Επομένως, καταλήγω στην άποψη ότι οι αναιρεσείοντες δεν αντέκρουσαν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής ως προς την ανυπαρξία νέων επιστημονικών στοιχείων. Αυτό αρκεί αφ’ εαυτού για να απορριφθεί ο προβληθείς πρωτοδίκως τρίτος λόγος τους, πλην όμως θα εξετάσω επίσης την προϋπόθεση ότι το σχετικό πρόβλημα πρέπει να ανέκυψε μετά την έκδοση της οδηγίας 2001/18.
127. Το πρόβλημα, το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι υφίσταται μόνο στην περίπτωσή της Άνω Αυστρίας, οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς τους, στις (σχετικώς) υψηλές αναλογίες βιολογικής καλλιέργειας και μικρής κλίμακας γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
128. Όσον αφορά το μέγεθος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, δεν ισχυρίσθηκαν ότι η κατάσταση μεταβλήθηκε κατά οποιονδήποτε τρόπο μετά την έκδοση της οδηγίας 2001/18.
129. Όσον αφορά την αναλογία βιολογικής καλλιέργειας, παρέθεσαν αριθμητικά στοιχεία για την αύξηση μεταξύ της 31ης Δεκεμβρίου 2001 και της 31ης Δεκεμβρίου 2002: από 2 792 εκμεταλλεύσεις σε 3 040 και από 45 950 εκτάρια σε 50 077, πράγμα που σημαίνει αύξηση μόλις κάτω του 9 % κατά το σε σχέση με καθένα από τα μεγέθη αυτά έτος. Επομένως, η βιολογική καλλιέργεια αντιστοιχούσε (προφανώς κατά τα τέλη του 2002) σε 7,5 % του αριθμού εκμεταλλεύσεων και σε 8,85 % της καλλιεργούμενης εκτάσεως στην περιοχή (59).
130. Δεν παρέθεσαν αριθμητικά στοιχεία για το σύνολο της οικείας περιόδου από τον Μάρτιο του 2001, όταν εκδόθηκε η οδηγία 2001/18, έως τον Μάρτιο του 2003, όταν υποβλήθηκε η αίτηση παρεκκλίσεως από την οδηγία. Αν η τάση ήταν γραμμική τόσο πριν (από τον Μάρτιο έως τον Δεκέμβριο του 2001) όσο και μετά (από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2003) –ως προς το οποίο δεν υπάρχει ούτως ή άλλως κανένα αποδεικτικό στοιχείο– προέκταση αριθμητικών στοιχείων από το ημερολογιακό έτος 2002 θα είχε ως κατάληξη το συμπέρασμα ότι πιθανόν υπήρξε αύξηση περίπου 18 %. Ανάλογα με το αν λαμβάνεται ως βάση η έκταση ή ο αριθμός εκμεταλλεύσεων, αυτό θα ανέβαζε την αναλογία της οργανικής καλλιέργειας προς την όλη καλλιέργεια στην Άνω Αυστρία από μεταξύ 6 % και 8 % σε περίπου 8 % ή 9 %.
131. Από απόψεως μεγέθους, μια τέτοια αύξηση δεν φαίνεται επαρκής για να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός προσφάτως ανακύψαντος προβλήματος. Εντούτοις, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ότι το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ δεν απαιτεί το πρόβλημα να έχει ανακύψει σε όλη του την έκταση από της θεσπίσεως του μέτρου εναρμονίσεως. Μπορεί, κατά τους ισχυρισμούς τους, να υπέβοσκε προηγουμένως και μόλις στη συνέχεια να αποκαλύφθηκε σε όλη του την έκταση. Εν προκειμένω, όπως προβάλλουν, αυτό που αποκάλυψε την πλήρη έκτασή του ήταν η δημοσίευση της μελέτης Müller τον Απρίλιο του 2002 (60).
132. Θα συμφωνούσα ότι, κατ’ αρχήν, ένα πρόβλημα, που υπέβοσκε κατά το χρονικό σημείο της θεσπίσεως ενός μέτρου εναρμονίσεως είναι δυνατόν, ανάλογα με τις εν όλω περιστάσεις, να θεωρηθεί, για τις ανάγκες του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, ότι ανέκυψε μετά την εν λόγω θέσπιση, εάν αποκαλύφθηκε μόνο μεταγενεστέρως. Εντούτοις, δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό ότι μια τέτοια προοδευτική αύξηση της βιολογικής καλλιέργειας θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για μια τέτοια αποκάλυψη, εκτός αν έχει υπάρξει υπέρβαση κάποιου ορίου που σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή της καταστάσεως. Δεν ανευρίσκω τίποτε στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που να λέει κάτι περισσότερο από το ότι απλώς το μέγεθος του προβλήματος κατέστη εμφανές μόνο με τη δημοσίευση της μελέτης Müller. Αυτό, λαμβανόμενο υπόψη σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν επισήμαναν κάποιο νέο επιστημονικό συμπέρασμα σ’ αυτή τη μελέτη, συναγόμενο από νέα ή από υφιστάμενα δεδομένα, με άγει στην άποψη ότι δεν απέδειξαν την ύπαρξη προβλήματος που ανέκυψε μετά την έκδοση της οδηγίας 2001/18.
133. Συνεπώς, οι αναιρεσείοντες δεν αντέκρουσαν τα συμπεράσματα που περιέχει η σκέψη 75 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τα οποία η Αυστρία δεν προσκόμισε νέα επιστημονικά στοιχεία και δεν απέδειξε ότι υφίστανται λόγοι που συντρέχουν μόνο στην περίπτωσή της και ανέκυψαν μετά την έκδοση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ.
134. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναιρεσείοντες αναφέρονται μετ’ επιτάσεως στην αρχή της προφυλάξεως, θα ήθελα να προσθέσω ότι, όσο κι αν αναμφιβόλως είναι σημαντική αυτή η αρχή κατά την εκτίμηση των νέων αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν μια νέα κατάσταση, η προφύλαξη, και στον μεγαλύτερο ακόμη βαθμό, δεν μπορεί πράγματι να καταστήσει νέα τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία ή νέα την κατάσταση αυτή. Ο χαρακτήρας του νέου τόσο της καταστάσεως όσο και των αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί διττό κριτήριο, το οποίο πρέπει να πληρούται πριν γίνει προσφυγή στην αρχή της προφυλάξεως.
135. Επομένως, ο προβληθείς πρωτοδίκως τρίτος λόγος προσφυγής μπορεί εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως του αν η αιτιολογία βάσει της οποίας το Πρωτοδικείο τον απέρριψε μπορεί όντως να διατηρηθεί.
Σύνοψη και τελικές παρατηρήσεις
136. Η ανάλυσή μου μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
137. Στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 95, παράγραφος 4 ή 5, ΕΚ, το κράτος μέλος οφείλει να συνυποβάλει με την αίτησή του όλα τα αναγκαία για τη στήριξή της αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εκδίδει την απόφασή της επ’ αυτής της βάσεως. Μπορεί, πριν εκδώσει την απόφασή της, να συλλέξει τις γνώμες άλλων κρατών μελών (όπως στην υπόθεση Δανία κατά Επιτροπής) ή από ομάδα εμπειρογνωμόνων συσταθείσα για να παράσχει αρωγή σε τέτοια θέματα (όπως στην προκειμένη περίπτωση). Λόγω της φύσεως της διαδικασίας (η οποία έχει κινηθεί από το κράτος μέλος, το οποίο έχει πλήρη δυνατότητα να προβάλει κάθε ουσιώδη ισχυρισμό) και των χρονικών δεσμεύσεων (έξι μήνες, με δυνατότητα μιας μόνον παρατάσεως σε εξαιρετικές περιστάσεις πολυπλοκότητας), το κράτος μέλος δεν απολαύει κατ’ ανάγκη γενικού δικαιώματος απαντήσεως σε κάθε γνώμη που έχει περιέλθει στην Επιτροπή. Εντούτοις, στην περίπτωση κατά την οποία μια ομάδα εμπειρογνωμόνων γνωμοδοτεί, αφού έχει λάβει γνώση αποδεικτικών στοιχείων ή επιχειρημάτων που είναι αντίθετα προς αυτά που προέβαλε το κράτος μέλος, ως προς τα οποία όμως δεν δόθηκε στο κράτος μέλος η δυνατότητα να απαντήσει, μπορεί να είναι αναγκαίο να εξετασθεί μήπως αυτό συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου κατά τη διατύπωση της γνώμης (Technische Universität München). Αν δεν υφίσταται τέτοιο πρόβλημα, το δικαίωμα του κράτους μέλους να απαντά σε κάθε γνώμη, στην οποία η Επιτροπή στηρίζει την απόφασή της, διασφαλίζεται από το δικαίωμά του να προσβάλει την απόφαση ενώπιον του Πρωτοδικείου. Σ’ αυτό το στάδιο, μπορεί να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή να προβάλει οποιονδήποτε ισχυρισμό που μπορεί να αποτελέσει άρνηση οποιουδήποτε στοιχείου στο οποίο στηρίζεται η απόφαση της Επιτροπής.
138. Αν, σε τέτοιες περιστάσεις, το μόνο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο το κράτος μέλος ζητεί από το Πρωτοδικείο να εξετασθεί είναι αυτό το οποίο προσκομίσθηκε προηγουμένως στην Επιτροπή και το οποίο, επομένως, ισχυρίζεται ότι εκτιμήθηκε εσφαλμένως από την Επιτροπή, το κράτος μέλος πρέπει να εκθέσει επακριβώς πως το αποδεικτικό αυτό στοιχείο θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος. Δεν αρκεί να αποδείξει αφηρημένως ότι αποδεικτικά στοιχεία του προσκομισθέντος είδους είναι δυνατό να προκαλέσουν ερμηνεία με διαφορετικό τρόπο και να ζητήσει από το Πρωτοδικείο να επανεκτιμήσει το αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίσθηκε τώρα. Το κράτος μέλος πρέπει τουλάχιστον να εξειδικεύσει συγκεκριμένα μέρη αυτού του αποδεικτικού στοιχείου που, κατ’ αυτό, επιβάλλουν διαφορετική ερμηνεία και να επεξηγήσει λεπτομερώς γιατί δικαιολογείται αυτή η ερμηνεία και όχι η ερμηνεία στην οποία στηρίζεται η απόφαση της Επιτροπής.
139. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Αυστρία έπρεπε να αποδείξει με την υποβληθείσα βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ αίτησή της ότι πληρούνταν όλες οι απαριθμούμενες σ’ αυτή τη διάταξη προϋποθέσεις: (i) πρέπει να προσκομίζονται νέα αποδεικτικά στοιχεία, (ii) τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να είναι επιστημονικά, (iii) πρέπει να είναι σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, (iv) πρέπει να πρόκειται για λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση του κράτους μέλους και (v) πρέπει να έχουν προκύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως.
140. Η ΕΑΑΤ με την γνώμη της και η Επιτροπή με την απόφασή της εκτίμησαν ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις (i), (iii) and (iv). Δεν μπορεί να λεχθεί ότι διαπίστωσαν ότι η προϋπόθεση (ii) δεν πληρούνταν εξ ολοκλήρου. Δεν εξέτασαν συγκεκριμένα την προϋπόθεση (v), αλλά μπορεί (δικαιολογημένα) να θεώρησαν ότι η έλλειψη νέων αποδεικτικών στοιχείων συνεπαγόταν την ανυπαρξία προβλήματος που ανέκυψε εσχάτως ή ότι ελλείψει λόγων που συντρέχουν μόνο στην περίπτωσή της Άνω Αυστρίας δεν ήταν αναγκαίο να εξετασθεί εγγύτερα η χρονική ακολουθία.
141. Ενώπιον του Πρωτοδικείου, το Land Oberösterreich και η Αυστρία υποστήριξαν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Το δικαιοδοτικό αυτό όργανο διαπίστωσε ότι δεν απέδειξαν ότι πληρούνταν η προϋπόθεση (iv) και κατέληξε ότι αυτό αρκεί για να απορρίψει τον ισχυρισμό τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ. Βάσει αυτής της διαπιστώσεως, το συμπέρασμά του ήταν ορθό, πλην όμως το συμπέρασμα αυτό δίνει λαβή για αμφιβολίες, καθόσον, αναφορικά με αυτό, μπορεί ενδεχομένως να μην έγινε αντιληπτό ότι η ΕΑΑΤ πιθανώς εφάρμοσε ένα πιο απαιτητικό κριτήριο από αυτό των «λόγων που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση του κράτους μέλους», ήτοι το κριτήριο του «ιδιάζοντος».
142. Η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ θα μπορούσε να ευδοκιμήσει μόνον αν είχε αποδειχθεί ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις αυτής της διατάξεως. Το Land Oberösterreich και η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν απέδειξαν ότι αυτό συμβαίνει, είτε ενώπιον του Πρωτοδικείου είτε ενώπιον του Δικαστηρίου, διότι δεν απέδειξαν ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις (i) και (v), θεωρούμενες από κοινού, –ήτοι ύπαρξη νέων αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν λόγους οι οποίοι ανέκυψαν μετά την έκδοση της οδηγίας 2001/18. Προσκόμισαν απλώς εκ νέου τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβαν υπόψη η ΕΑΑΤ και η Επιτροπή και τόνισαν (ορθώς) ότι μια νέα ανάλυση των υφισταμένων στοιχείων που καταλήγει σε νέο συμπέρασμα μπορεί να θεωρηθεί ως «νέο επιστημονικό στοιχείο» για τους σκοπούς του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ και ότι λόγοι συνιστώντες πρόβλημα που υπέβοσκε κατά το χρονικό σημείο της θεσπίσεως ενός μέτρου εναρμονίσεως είναι δυνατόν να θεωρηθεί, για τις ανάγκες του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, ότι ανέκυψαν μετά την εν λόγω θέσπιση, εάν κατέστησαν εμφανείς μόνο μετά την ημερομηνία αυτή. Δεν εξήγησαν πως τα εν λόγω κριτήρια θεωρούνται ότι πληρούνται μέσω των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, ούτε διευκρίνισαν συγκεκριμένα ποιες πτυχές αυτών των στοιχείων θεωρούνται λυσιτελείς.
143. Έχω απόλυτη συνείδηση του γεγονότος ότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω –ή μάλλον, ίσως, οι συνέπειές του– θα απογοητεύσει όχι μόνο τους αναιρεσείοντες, αλλά και πολλούς ιδιώτες και οργανισμούς που ανησυχούν βαθιά και σοβαρά για τους μέχρι τούδε όχι πλήρως εξακριβωμένους κινδύνους, τους οποίους συνεπάγεται η διάδοση ΓΤΟ.
144. Θα επιθυμούσα, εντούτοις, να υπενθυμίσω δύο παρατηρήσεις.
145. Αφενός, όπως τόνισα ανωτέρω (61), οι εν προκειμένω ανησυχίες είναι ανησυχίες πολιτικής φύσεως, για τις οποίες πρέπει να αναζητηθούν λύσεις σε πολιτικό επίπεδο. Δεν εναπόκειται στο παρόν ή σε οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο να καθορίσει τη δέουσα εθνική ή κοινοτική περιβαλλοντική πολιτική. Επιπλέον, οι εν λόγω ανησυχίες δεν ασκούν καθ’ εαυτές άμεση επιρροή στα νομικά προβλήματα που ανέκυψαν σ’ αυτή την υπόθεση, είτε πρωτοδίκως είτε κατ’ αναίρεση.
146. Αφετέρου, είναι σαφές ότι εθνικές και περιφερειακές αρχές εντός των κρατών μελών έχουν σημαντικές εξουσίες και υποχρεώσεις σε σχέση με τη λήψη υπόψη αυτών των ανησυχιών κατά τη διαμόρφωση των δικών τους πολιτικών και κατά την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών. Μπορούν να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις, όπως αυτές που θεσπίσθηκαν τελικώς στην Άνω Αυστρία, οι οποίες επιβάλλουν αυστηρά μέτρα ασφάλειας στην καλλιέργεια ΓΤΟ. Μπορούν να παρεμβαίνουν στην κοινοτική διαδικασία εγκρίσεως σύμφωνα με το Μέρος Γ της οδηγίας 2001/18. Οφείλουν να καταγράφουν νέες πληροφορίες και να υποβάλλουν εκθέσεις γι αυτές βάσει του άρθρου 20 αυτής της οδηγίας, μπορούν να επικαλούνται τη ρήτρα διασφαλίσεως του άρθρου 23 και μπορούν να λαμβάνουν μέτρα κατά το άρθρο 26α (62). Επιπλέον, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2003 (63), μπορούν και οφείλουν να λαμβάνουν μέτρα για να διασφαλίζεται ότι κάθε καλλιέργεια ΓΤΟ στο έδαφός τους μπορεί να συνυπάρχει, χωρίς σύμμειξη, με όμορες συμβατικές ή βιολογικές καλλιέργειες.
147. Αυτό που δεν επιτρέπεται να πράττουν είναι να θεσπίζουν νομοθετικές διατάξεις επιβάλλουσες πλήρη απαγόρευση ΓΤΟ στο έδαφός τους, εκτός αν μπορούν να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία που να συνάδουν προς όλα τα κριτήρια του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
Δικαστικά έξοδα
148. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα, οι δε αναιρεσείοντες ηττήθηκαν, κατά τη γνώμη μου, εξ ολοκλήρου, έστω κι αν επισήμαναν την ενδεχομένως ύπαρξη σφάλματος στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Πρόταση
149. Υπό το φως όλων των ως άνω σκέψεων, έχω τη γνώμη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει
– να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T–366/03 και T–235/04, καθόσον απέρριψε τον λόγο που αντλείται από παράβαση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ,
– να απορρίψει τις προσφυγές σ’ αυτές τις υποθέσεις και
– να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2001, L 106, σ. 1).
3 – Ένα χρήσιμο διάγραμμα της διαδικασίας του μέρους Γ περιέχεται ως παράρτημα A-2 στις εκθέσεις της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ WT/DS291/R, WT/DS292/R και WT/DS293/R, European Communities – Measures Affecting the Approval and Marketing of Biotech Products, της 29ης Σεπτεμβρίου 2006.
4 – Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ 2003, L 268, σ. 1).
5 – Βλ. τους καταλόγους στο και στο .
6 – Βλ. τους καταλόγους στο και στο .
7 – Οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για την σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ 1990, L 117, σ. 15). Είχε τους ίδιους σκοπούς με την οδηγία 2001/18 και οι διατάξεις της ήταν παρόμοιες αλλά, κατόπιν αρκετών τροποποιήσεων, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τη νυν ισχύουσα οδηγία. Βλ. τον κατάλογο στο .
8 – Βλ. τον πίνακα στο .
9 – Βλ. το παράρτημα III του σχεδίου πρακτικών της 2194ης συνεδριάσεως του Συμβουλίου (Περιβάλλον) που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 24 και 25 Ιουνίου 1999.
10 – Βλ. τις εκθέσεις της ειδικής ομάδας, που παρατίθενται στην υποσημείωση 3.
11 – Σύσταση της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 2003, σχετικά µε τη θέσπιση κατευθυντήριων γραµµών για την ανάπτυξη εθνικών στρατηγικών και βέλτιστων πρακτικών προκειµένου να διασφαλιστεί η συνύπαρξη γενετικώς τροποποιηµένων, συµβατικών και βιολογικών καλλιεργειών (ΕΕ 2003, L 189, σ. 36).
12 – Landesgesetz, mit dem der Anbau von gentechnisch verändertem Saat- und Pflanzgut sowie der Einsatz von transgenen Tieren zu Zwecken der Zucht sowie das Freilassen von transgenen Tieren insbesondere zu Zwecken der Jagd und Fischerei verboten wird (Oberösterreichisches Gentechnik-Verbotsgesetz 2002). Το κείμενο μπορεί να μεταφορτωθεί ηλεκτρονικά, μεταξύ άλλων, από το .
13 – «GVO-freie Bewirtschaftungsgebiete: Konzeption und Analyse von Szenarien und Umsetzungsschritten». Το πλήρες κείμενο μπορεί να μεταφορτωθεί ηλεκτρονικά, μεταξύ άλλων, από το .
14 – Δυνάμει των άρθρων 22, παράγραφος 5, στοιχείο γ΄, και 29, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ 2002, L 31, σ. 1).
15 – .
16 – Απόφαση 2003/653/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις για την κατάργηση της χρήσης γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στην περιφέρεια της Άνω Αυστρίας που κοινοποιήθηκαν από τη Δημοκρατία της Αυστρίας σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 2003, L 230, σ. 34) (εφεξής: προσβαλλομένη απόφαση).
17 – Άρθρο 23, παρατεθέν ανωτέρω στο σημείο 12.
18 – Σκέψη 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
19 – Η αναφορά σε «αποσπάσματα» που συμπεριλαμβάνονταν στην κοινοποίηση δημιουργεί αμηχανία. Από την πρώτη υποσημείωση της σκέψεως 63 της αποφάσεως φαίνεται σαφώς ότι η Επιτροπή έλαβε την πλήρη έκθεση, μαζί με ορισμένα άλλα έγγραφα, τα οποία δε όλα διαβίβασε στην ΕΑΑΤ –της οποίας η γνωμοδότηση δείχνει ότι έλαβε υπόψη την πλήρη έκθεση. Η σκέψη 70 αναφέρεται ίσως σε αποσπάσματα τα οποία όντως συμπεριλαμβάνονταν στο καθεαυτό έγγραφο κονοποιήσεως. Είνα σαφές από το γερμανικό κείμενο ότι η λέξη «Act» [πράξη νομοθετικού περιεχομένου] στην αγγλική αναφέρεται στο σχέδιο νόμου.
20 – Απόφαση του Πρωτοδικείου, T-366/03 και T-235/04, Land Oberösterreich και Αυστρία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ.II-4005.
21 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 2003, C-3/00 (Συλλογή 2003, σ. I-2643, σκέψεις 47 έως 50).
22 – Σκέψεις 32 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
23 – Σκέψεις 38 και 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
24 – Σκέψεις 40 έως 42.
25 – Σκέψεις 43 και 44, όπου παρατίθενται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1994, C‑41/93, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑1829, σκέψεις 29 και 30), και της 1ης Ιουνίου 1999, C‑319/97, Kortas (Συλλογή 1999, σ. I‑3143, σκέψη 28), που αφορούν τη διαδικασία του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρου 95, παράγραφος 4 ΕΚ.
26 – Σκέψεις 45 και 46.
27 – Σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28 – Σκέψη 61.
29 – Σκέψη 62, όπου παρατίθενται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 2003, C-512/99, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-845, σκέψεις 40 και 41), και Δανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 56 έως 58.
30 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σημείο 71, και στην απόφαση Δανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 84.
31 – Σκέψεις 63 και 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
32 – Σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Βλ., επίσης, σημεία 23 και 28 ανωτέρω.
33 – Βλ. σημείο 17 ανωτέρω.
34 – Σκέψεις 66 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35 – Γερμανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 29, σκέψη 81).
36 – Σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως .
37 – Άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ.
38 – Βλ. ανωτέρω σημεία 42 έως 44.
39 – Βλ. υποσημείωση 25.
40 – Oberösterreichisches Gentechnik-Vorsorgegesetz, που κοινοποιήθηκε (αριθ. 2005/610/A) βάσει της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).
41 – Οι σχετικοί νόμοι έχουν πλέον ψηφισθεί από τον νομοθέτη της Άνω Αυστρίας (LGBl 79/2006, σ. 261). Κατ’ αυτούς, όποιος προτίθεται να καλλιεργήσει εγκεκριμένους ΓΤΟ, οφείλει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του στις αρχές. Διάφοροι λόγοι αρνήσεως χορηγήσεως άδειας, που συνδέονται κυρίως με την κατάσταση του συγκεκριμένου εδάφους, προβλέπονται ειδικώς, πλην όμως οι αρχές, αντ’ αυτού, μπορούν να επιβάλλουν διάφορους όρους, αν αυτό θα αρκούσε για την πρόληψη οποιασδήποτε εξαπλώσεως των ΓΤΟ.
42 – Βλ. άρθρα 175, παράγραφοι 1 και 3, και 251 ΕΚ.
43 – Έχει επίσης εφαρμογή σε αιτήσεις αναιρέσεως, μολονότι αυτές, κατ’ αυστηρή έννοια του όρου, δεν στρέφονται κατά του ή των διαδίκων οι οποίοι δικαιώθηκαν πρωτοδίκως, και στις διαδικασίες για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, όπου ορισμένοι των μετεχόντων της διαδικασίας μπορούν να καταθέσουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο και απολαύουν της δυνατότητας απαντήσεως στους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς.
44 – Βλ. ανωτέρω υποσημείωση 25.
45 – Σημειώνω, εν πάση περιπτώσει, ότι η Επιτροπή εκθέτει (βλ. σημείο 8 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση T-366/03 και υποσημείωση 13 του υπομνήματος απαντήσεως στην υπόθεση C-439/05) ότι το Land Oberösterreich είχε πράγματι τη δυνατότητα, την οποία και χρησιμοποίησε, να απαντήσει στη γνώμη της ΕΑΑΤ. Η δήλωση αυτή δεν φαίνεται να έχει αντικρουσθεί.
46 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90 (Συλλογή 1991, σ. I‑5469). Η ουσιώδης σκέψη της αποφάσεως (σκέψη 25) παρατέθηκε ως βασικό νομολογιακό προηγούμενο από το Πρωτοδικείο στις αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1995, T-346/94, France-Aviation κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑2841, σκέψεις 32 έως 36), της 19ης Φεβρουαρίου 1998, T‑42/96, Eyckeler & Malt (Συλλογή 1998, σ. II‑401, σκέψη 80), και της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑50/96, Primex Produkte και Interporc κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑3773, σκέψη 63) –οι οποίες όλες, όπως η Technische Universität München, εκδόθηκαν σε υποθέσεις που αφορούν δασμούς.
47 – «[D]roit d’être entendu» στη γαλλική. Η υπογράμμιση δική μου.
48 – Οι άλλοι δύο λόγοι ήταν ότι η «ομάδα πραγματογνωμόνων» δεν είχε συγκροτηθεί από πραγματικούς πραγματογνώμονες, αλλά από εθνικούς υπαλλήλους και ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
49 – Ούτε, αν είχαν προβληθεί, θα ήταν βάσιμοι.
50 – Σε μια διαφορετική αλληλουχία, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, παραδείγματος χάριν, οι αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, C-243/04 P, Gaki-Kakouri κατά Δικαστηρίου (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, αλλά είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου στη γαλλική, σκέψεις 22 έως 41), ή της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, Dansk Rørindustri κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψεις 77 έως 102).
51 – Βλ. ανωτέρω σημείο 26.
52 – Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑8725, σκέψεις 69 και 70).
53 – Βλ. ανωτέρω τα σημεία 23 και 24.
54 – Σημειώνω ότι κανένας από τους δικαστές που υπέγραψαν αυτή την απόφαση δεν έχει τη γερμανική ως μητρική γλώσσα, μολονότι, ασφαλώς, μπορεί κάλλιστα να έχει γνώση της γερμανικής.
55 – Αμφότεροι οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν αντίγραφα της μελέτης Müller και της εκθέσεως της επιτροπής που μνημονεύονται ανωτέρω στο σημείο 26, που και τα δύο εξετάσθηκαν από την ειδική ομάδα της ΕΑΑΤ. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Αυστρία προσκόμισε ένα αντίγραφο της αυστριακής συμβολής στις συζητήσεις στο πλαίσιο μιας συνεδριάσεως του ΠΟΕ για την επίλυση διαφορών της 14ης Ιανουαρίου 2004. Πρόκειται για ένα έγγραφο τριών σελίδων στην αγγλική που παραθέτει στοιχεία τα οποία όλα χρονολογούνται μετά την αίτηση που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
56 – Βλ., επιπλέον, την αιτιολογική σκέψη 27 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως και τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής που μνημονεύονται σ’ αυτή, παρατεθείσες ανωτέρω στην υποσημείωση 11, ειδικότερα τα σημεία 1.1 και 1.2.
57 – Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο.
58 – Βλ. το δικόγραφο προσφυγής στην υπόθεση T-366/03, σημεία 87 έως 89, και στην υπόθεση T-235/04, σημεία 81 έως 83, καθώς και το υπόμνημα απαντήσεως στην υπόθεση T-366/03, σημεία 22 έως 25, και στην υπόθεση T-235/04, σημεία 23 έως 26.
59 – Δικόγραφο προσφυγής στην υπόθεση T-366/03, σημείο 96, και στην υπόθεση T-235/04, σημείο 90.
60 – Δικόγραφα προσφυγής στην υπόθεση T-366/03, σημεία 98 και 99, στην υπόθεση T-235/04, σημεία 92 και 93. Υπόμνημα απαντήσεως στην υπόθεση T-366/03, σημείο 28, και στην υπόθεση T-235/04, σημείο 30.
61 – Σημεία 70 έως 73.
62 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 11, 12 και 13, αντιστοίχως.
63 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 18 και 19.
Full & Egal Universal Law Academy