ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 28ης Ιουνίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-440/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Προσφυγή ακυρώσεως – Άρθρο 47 EΕ – Απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ – Μεταφορές – Ρύπανση από πλοία – Προστασία του περιβάλλοντος – Ποινικές κυρώσεις – Κοινοτική αρμοδιότητα – Νομική βάση – Άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ»
I – Εισαγωγή
1. Με προσφυγή που άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 6, ΕΕ η Επιτροπή ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως-πλαισίου 2005/667/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005, για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο) (2) διότι, κατά παράβαση του άρθρου 47 ΕΕ, τα μέτρα τα οποία θεσπίζει και τα οποία προβλέπουν προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε ποινικά θέματα υιοθετήθηκαν βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ έπρεπε να υιοθετηθούν βάσει της Συνθήκης ΕΚ.
2. Η επίδικη υπόθεση αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ του πρώτου και του τρίτου πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, καθώς και μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών στον τομέα του ποινικού δικαίου –ενός τομέα ο οποίος γενικά θεωρείται ότι συνεχίζει να υπάγεται στην κρατική εξουσία και την εθνική κυριαρχία– και συνεπώς έχει θεμελιώδη σημασία από άποψη θεσμικού δικαίου.
3. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί συνέχεια της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (3), με την οποία το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση-πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (4) λόγω του ότι τα επίδικα στην υπόθεση εκείνη μέτρα, τα οποία επέβαλλαν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις για ορισμένες προσβολές του περιβάλλοντος, θα έπρεπε να είχαν θεσπιστεί από την Κοινότητα βάσει του άρθρου 175 EΚ.
4. Εντούτοις, η απόφαση εκείνη άφησε αναπάντητα ορισμένα λεπτά ζητήματα όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή είναι αρμόδια να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις ή την ακριβή έκταση ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής.
5. Όσον αφορά τα σημεία αυτά, η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αφενός, και το Συμβούλιο και τα 20 παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, αφετέρου, υποστηρίζουν απολύτως αντιτιθέμενες απόψεις για τις συνέπειες της αποφάσεως C‑176/03.
6. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που εξέθεσαν τις απόψεις τους όσον αφορά τα συμπεράσματα τα οποία πρέπει να εξαχθούν από την απόφαση αυτή σε μια ανακοίνωση (5) και ένα ψήφισμα (6), αντιστοίχως, ακολουθούν ευρεία ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η συλλογιστική του Δικαστηρίου εφαρμόζεται και εκτός του τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και επιβεβαιώνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει κατ’ αρχήν την αρμοδιότητα να λαμβάνει, στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα, κάθε μέτρο σχετικά με το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών που είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων του κοινοτικού δικαίου. Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η Επιτροπή έχει υποβάλει προτάσεις οδηγιών με τις οποίες τα κράτη μέλη θα υποχρεωθούν να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις στην εθνική νομοθεσία τους (7).
7. Αντιθέτως, όλα τα κράτη μέλη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας δίκης υποστηρίζουν την άποψη ότι τα πορίσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση C‑176/03 πρέπει να ερμηνευθούν στενά, υπό την έννοια ότι αφορούν αποκλειστικά την περιβαλλοντική πολιτική και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Κοινότητα δεν είναι αρμόδια να καθορίσει το είδος και την αυστηρότητα των ποινικών κυρώσεων που θα θεσπίσουν τα κράτη μέλη.
8. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο καλείται, με την υπό κρίση υπόθεση, να διευκρινίσει το νόημα της αποφάσεως C‑176/03 όσον αφορά την ορθή οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας στον τομέα του ποινικού δικαίου.
II – Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
9. Η απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2005 βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, ΕΕ και του άρθρου 34, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΕ.
10. Στο προοίμιό της αναφέρεται, σε σχέση με το ναυάγιο του δεξαμενοπλοίου Prestige, ότι η καταπολέμηση της εκ προθέσεως ή βαρείας αμελείας ρυπάνσεως από πλοία αποτελεί μια από τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι για τον σκοπό αυτό χρειάζεται προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών (δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη).
11. Όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, η προσέγγιση αυτή προβλέπεται να επιτευχθεί μέσω ενός διττού μηχανισμού που περιλαμβάνει, αφενός, την απόφαση-πλαίσιο και, αφετέρου, την οδηγία 2005/35/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις (στο εξής: οδηγία) (8), βάσει του οποίου η απόφαση-πλαίσιο εκδόθηκε για να συμπληρώσει την οδηγία με λεπτομερείς ποινικούς κανόνες.
12. Κατά συνέπεια, η απόφαση-πλαίσιο απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις για τις απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται –σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο σε συνδυασμό με την οδηγία– ποινικά αδικήματα.
13. Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου παραπέμπει, όσον αφορά τους εφαρμοστέους ορισμούς, στο άρθρο 2 της οδηγίας.
14. Το άρθρο 2 της αποφάσεως-πλαισίου απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζει ότι παραβάσεις κατά την έννοια των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας (9) θεωρούνται ποινικά αδικήματα.
15. Το άρθρο 3 εξασφαλίζει ότι τιμωρείται η συνέργεια και η ηθική αυτουργία σε ποινικό αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 2.
16. Το άρθρο 4 της αποφάσεως-πλαισίου ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζει ότι τα αδικήματα που προβλέπονται από τα άρθρα 2 και 3 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις και ορίζει λεπτομερώς το είδος και το επίπεδο των ποινών που πρέπει να επιβάλλονται. Συναφώς, καθορίζει τις μέγιστες στερητικές της ελευθερίας ποινές για τα διάφορα ποινικά αδικήματα.
17. Το άρθρο 5 ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζει ότι τα νομικά πρόσωπα είναι δυνατόν να υπέχουν αστική ευθύνη για τα ποινικά αδικήματα τα οποία αφορά η απόφαση-πλαίσιο υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
18. Το άρθρο 6 προβλέπει κυρώσεις κατά νομικών προσώπων και διευκρινίζει τη φύση και το μέγιστο ύψος των κυρώσεων αυτών.
19. Το άρθρο 7 της αποφάσεως-πλαισίου αφορά τη δικαιοδοσία.
20. Τα άρθρα 8 και 9 αφορούν, αντιστοίχως, την κοινοποίηση πληροφοριών στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την τέλεση αδικήματος και τον ορισμό σημείων επαφής.
21. Τέλος, τα άρθρα 10 έως 12 αφορούν το πεδίο εδαφικής εφαρμογής, την εφαρμογή και την έναρξη ισχύος της αποφάσεως- πλαισίου.
22. Εξάλλου, η οδηγία, η οποία μνημονεύει στο προοίμιό της την πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της ναυτικής ασφάλειας και την προστασία του περιβάλλοντος, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, υπό τον Τίτλο V, που αφορά τις μεταφορές. Το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ έχει ως εξής:
«Το Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία εάν, κατά ποιο μέτρο και κατά ποια διαδικασία θα είναι δυνατό να θεσπισθούν κατάλληλες διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές.»
23. Η Επιτροπή εξέφρασε αντιρρήσεις, κατά την έκδοση τόσο της οδηγίας όσο και της αποφάσεως-πλαισίου, σχετικά με τη νομική βάση την οποία χρησιμοποίησε το Συμβούλιο προκειμένου να αναγκάσει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις για την απόρριψη ρυπογόνων ουσιών από πλοία και ισχυρίστηκε ότι, και στην περίπτωση αυτή, η ορθή νομική βάση είναι το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ.
24. Αντιθέτως προς τη θέση αυτή, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου αναφέρεται ότι η κατάλληλη νομική πράξη ώστε να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις είναι η απόφαση-πλαίσιο που βασίζεται στο άρθρο 34 ΕΕ.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
25. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Απριλίου 2006, επιτράπηκε στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στο Βασίλειο του Βελγίου, στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, στη Γαλλική Δημοκρατία, στη Σλοβακική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Μάλτας, στη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, στο Βασίλειο της Δανίας, στο Βασίλειο της Σουηδίας, στην Ιρλανδία, στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Ελληνική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Εσθονίας, στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, στη Δημοκρατία της Λεττονίας, στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Δημοκρατία της Αυστρίας και στη Δημοκρατία της Πολωνίας, αφενός, και στο Κοινοβούλιο, αφετέρου, να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής αντιστοίχως. Επίσης, με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, επιτράπηκε στη Δημοκρατία της Σλοβενίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
26. Αντιθέτως προς ορισμένα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, η Επιτροπή και το Συμβούλιο –οι μόνοι κύριοι διάδικοι της υποθέσεως–δεν υπέβαλαν αίτηση διεξαγωγής προφορικής συζητήσεως. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς από τις πολυάριθμες γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν, αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 44α του Κανονισμού Διαδικασίας, να προχωρήσει στην έκδοση της αποφάσεώς του χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία.
IV – Κυριότερα επιχειρήματα των διαδίκων
27. Η Επιτροπή αμφισβητεί την εγκυρότητα της αποφάσεως-πλαισίου με το επιχείρημα ότι τα μέτρα ποινικού δικαίου που προβλέπουν τα άρθρα 1 έως 10 θα μπορούσαν να εγκριθούν βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ σχετικά με την κοινή πολιτική μεταφορών της Κοινότητας και ότι, συνεπώς, το σύνολο της αποφάσεως-πλαισίου –λόγω του αδιαιρέτου της– παραβιάζει το άρθρο 47 ΕΕ.
28. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η συνέπεια αυτή απορρέει από τις αρχές που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση C‑176/03 και οι οποίες δεν εξαντλούνται στο πεδίο της προστασίας του περιβάλλοντος, που αφορούσε η απόφαση εκείνη, αλλά εφαρμόζονται στο σύνολό τους σε άλλες κοινοτικές πολιτικές, όπως η κοινή πολιτική μεταφορών την οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Η σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος στην Κοινότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, όπως ο «εγκάρσιος» χαρακτήρας της, στην πραγματικότητα δεν διαδραμάτισαν αποφασιστικής σημασίας ρόλο για την έκδοση της αποφάσεως C‑176/03. Τα κριτήρια αυτά θα οδηγούσαν στο παράδοξο να αποκλείονται a priori άλλοι σημαντικοί τομείς του κοινοτικού δικαίου από τη δυνατότητα αποτελεσματικής επιβολής μέσω της θεσπίσεως ποινικών κυρώσεων βάσει της Συνθήκης ΕΚ.
29. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι –αν και το ποινικό δίκαιο καθεαυτό γενικά δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Κοινότητας και η ανάληψη δράσεως στον τομέα αυτό μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε σιωπηρά συναγόμενες εξουσίες που συνδέονται με συγκεκριμένη νομική βάση– ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει ποινικού χαρακτήρα μέτρα στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων και ρυθμίσεων. Αυτές οι σιωπηρά συναγόμενες εξουσίες της Κοινότητας υπαγορεύονται από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς κοινοτικό κανόνα ή πολιτική, αλλά δεν περιορίζονται σε μέτρα ποινικού δικαίου σε συγκεκριμένο τομέα νομοθεσίας ή συγκεκριμένου είδους. Συνεπώς, η Κοινότητα είναι αρμόδια και για τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των κυρώσεων, εάν, και στο μέτρο που, αποδεικνύεται ότι είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας κοινοτικής πολιτικής. Η απόφαση-πλαίσιο δεν εναρμονίζει σε καμία περίπτωση το είδος και το επίπεδο των εφαρμοστέων ποινικών κυρώσεων, αλλά αφήνει κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη.
30. Η Επιτροπή εκτιμά ότι όλα τα μέτρα τα οποία προβλέπουν τα άρθρα 1 έως 10 της αποφάσεως-πλαισίου είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας της κοινής πολιτικής μεταφορών. Συνεπώς, πληρούν το κριτήριο της αναγκαιότητας το οποίο έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
31. Τέλος, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το εάν και με ποιο τρόπο η Κοινότητα έχει ασκήσει την αρμοδιότητα που διαθέτει βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ δεν ασκεί καμία επιρροή για τους σκοπούς του άρθρου 47 ΕΕ, αλλά μόνον το κατά πόσον η Κοινότητα είναι πράγματι αρμόδια να θεσπίσει μέτρα ανάλογα με τα μέτρα που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο.
32. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ευθυγραμμίζεται ουσιαστικά με τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Κατά την άποψή του, τα άρθρα 1 έως 6 της αποφάσεως-πλαισίου εμπίπτουν καθ’ ολοκληρία στην αρμοδιότητα της Κοινότητας. Συνεπώς η απόφαση, λόγω του αδιαιρέτου της, είναι καθ’ ολοκληρίαν παράνομη.
33. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η επίμαχη απόφαση-πλαίσιο είναι ανάλογη από κάθε άποψη με την απόφαση-πλαίσιο για την οποία εκδόθηκε η απόφαση C‑176/03, όσον αφορά τόσο τον σκοπό όσο και το περιεχόμενό της. Συνεπώς, το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην απόφαση εκείνη μπορεί να εφαρμοστεί mutatis mutandis στην επίδικη υπόθεση. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ιδίως ότι από το προοίμιο της αποφάσεως-πλαισίου καθίσταται σαφές ότι αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, όπως και η ακυρωθείσα απόφαση-πλαίσιο, και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, τα επίμαχα ποινικά αδικήματα αφορούν ανάλογες απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών.
34. Μολονότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναγνωρίζει ότι οι δύο αποφάσεις-πλαίσια διαφέρουν όσον αφορά τον ακριβή ορισμό της αυστηρότητας και του είδους των εφαρμοστέων ποινικών κυρώσεων, δεν αντιλαμβάνεται για ποιο λόγο η έκβαση της υπό κρίση υποθέσεως θα πρέπει να είναι διαφορετική από την έκβαση της υποθέσεως C‑176/03. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2003/80, ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας σε ποινικά θέματα καλύπτει και διατάξεις που αφορούν το είδος και το ύψος των ποινικών κυρώσεων.
35. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του προοιμίου της αποφάσεως-πλαισίου και των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε, η αναγκαιότητα της λήψεως μέτρων ποινικού χαρακτήρα στην προκειμένη υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένη.
36. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από όλα ανεξαιρέτως τα κράτη μέλη τα οποία άσκησαν παρέμβαση στην παρούσα δίκη, αποκρούει τον ισχυρισμό ότι τα μέτρα ποινικού χαρακτήρα τα οποία προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο θα έπρεπε να είχαν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ. Υπογραμμίζει, πρώτον, ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το εν λόγω άρθρο αποτελεί την ορθή νομική βάση για την έκδοση της οδηγίας, η οποία εμπίπτει κυρίως στην κοινή πολιτική μεταφορών, έστω και αν παράλληλα επιδιώκει σκοπούς αναγόμενους στην προστασία του περιβάλλοντος.
37. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από πολλές απόψεις από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου C‑176/03, η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί άνευ ετέρου σε άλλους τομείς κοινοτικής δράσεως. Συναφώς, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι το Δικαστήριο ενέταξε την απόφασή του στο πλαίσιο των περιβαλλοντικών σκοπών της Κοινότητας και υπογράμμισε την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται στην προστασία του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, η προστασία του περιβάλλοντος διακρίνεται λόγω του «καθολικο[ύ] και θεμελιώδη χαρακτήρα του σκοπού αυτού» (10).
38. Αντιθέτως, η κοινή πολιτική μεταφορών δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά, ενώ η έκταση της κοινοτικής αρμοδιότητας στον τομέα αυτόν εξαρτάται και από απόφαση του κοινοτικού νομοθέτη. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας, το άρθρο 84, παράγραφος 2, της Συνθήκης προβλέπει απλώς εξουσία της Κοινότητας προς ανάληψη δράσεως, επιβάλλοντας όμως ως προϋπόθεση για την άσκησή της την έκδοση προηγουμένως σχετικής αποφάσεως του Συμβουλίου (11). Συνεπώς, το Συμβούλιο είναι εκείνο που αποφασίζει εάν και κατά ποιο μέτρο θα είναι δυνατό να θεσπιστούν διατάξεις για τις θαλάσσιες και τις αεροπορικές μεταφορές. Εκδίδοντας την οδηγία, ο κοινοτικός νομοθέτης καθόρισε την έκταση στην οποία επιθυμούσε να αναληφθεί δράση στον οικείο τομέα. Το Συμβούλιο δέχεται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θα μπορούσε εν μέρει να θεσπίσει μέτρα μεγαλύτερης εμβέλειας βάσει του άρθρου 80 EΚ, αλλά υπογραμμίζει ότι σαφώς αποφάσισε να μην το πράξει. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο αμφισβητεί τη θέση της Επιτροπής ότι οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου θα έπρεπε να είχαν εκδοθεί από τον κοινοτικό νομοθέτη.
39. Επικουρικώς, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου διαφέρουν από τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου που ακυρώθηκε με την απόφαση C‑176/03 κατά το ότι είναι λεπτομερέστερες, ιδίως όσον αφορά το ύψος και το είδος των κυρώσεων που θα πρέπει να θεσπίσουν τα κράτη μέλη. Από την απόφαση C‑176/03 προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο θεώρησε σημαντικό το γεγονός ότι οι επίμαχες διατάξεις άφηναν στα κράτη μέλη την ελευθερία επιλογής των εφαρμοστέων ποινικών κυρώσεων, υπό την προϋπόθεση να είναι ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές (12). Συνεπώς, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είναι αρμόδιος να καθορίσει το ύψος και το είδος των εφαρμοστέων ποινικών κυρώσεων. Το Συμβούλιο καταλήγει ότι οι περισσότερες από τις επίμαχες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου δεν μπορούσαν να θεσπιστούν από την Κοινότητα και συνεπώς δεν παραβιάζουν το άρθρο 47 ΕΕ. Αν η απόφαση C‑176/03 ερμηνευθεί όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο Τίτλος VI EΕ θα έχανε το μεγαλύτερο μέρος των πρακτικών συνεπειών του: μια τέτοια ερμηνεία προδήλως υπερβαίνει την έννοια που θέλησε να δώσει το Δικαστήριο στην απόφασή του, η οποία πρέπει να ερμηνευθεί περιοριστικά και υπό το φως των συγκεκριμένων περιστάσεων που την υπαγόρευσαν.
40. Τέλος, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι από την έκδοση της απόφασης-πλαισίου δεν προκύπτει ότι τα ποινικού χαρακτήρα μέτρα που προβλέπει πρέπει να θεωρηθούν «αναγκαία» κατά την έννοια της αποφάσεως C‑176/03.
41. Τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη ακολουθούν σε γενικές γραμμές την ίδια συλλογιστική με το Συμβούλιο. Υποστηρίζουν ότι η σιωπηρά συναγόμενη αρμοδιότητα της Κοινότητας να θεσπίζει μέτρα ποινικού χαρακτήρα –όπως διατυπώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση C‑176/03– είναι εξαιρετική και πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Αυτή η σιωπηρά συναγόμενη αρμοδιότητα θέσπισης νομοθεσίας σε θέματα ποινικού δικαίου περιορίζεται στα μέτρα που είναι «αναγκαία» ή (απολύτως) «απαραίτητα» για την καταστολή σοβαρών προσβολών του περιβάλλοντος. Δεν επεκτείνεται πέραν του τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος σε άλλη κοινή πολιτική, όπως η πολιτική μεταφορών η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης και, εν πάση περιπτώσει, αποκλείει, σύμφωνα με τα κράτη μέλη, εναρμόνιση του είδους και του ύψους των κυρώσεων, όπως αυτή που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο.
42. Τα πολυάριθμα, ποικίλλοντα ελαφρώς επιχειρήματα που προέβαλαν τα κράτη μέλη προκειμένου να υποστηρίξουν την άποψή τους περιστρέφονται ιδίως γύρω από τις αρχές της επικουρικότητας, της δοτής αρμοδιότητας και της αναλογικότητας· την ιδιομορφία και την απαραίτητη συνοχή του ποινικού δικαίου· το περιθώριο εκτιμήσεως που θα πρέπει να διαθέτουν τα κράτη μέλη και το σύστημα το οποίο έχει θεσπίσει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο θα υπονομευόταν αν γίνονταν δεκτά τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
43. Υποστηρίζουν επίσης ότι ο στόχος του άρθρου 47 ΕΕ έγκειται στη σαφή οριοθέτηση αρμοδιοτήτων μεταξύ του πρώτου και του τρίτου πυλώνα και όχι στο ότι ο πρώτος υπερισχύει του τρίτου. Ορισμένα κράτη μέλη αποκρούουν την άποψη της Επιτροπής ότι, αν και τα κράτη μέλη διατηρούν την ελευθερία να ενεργούν μεμονωμένα εφόσον η Κοινότητα δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει τις εξουσίες που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, εντούτοις δεν έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν συλλογικά βάσει του τρίτου πυλώνα. Επίσης, δεδομένου ότι η Κοινότητα δεν είχε θεσπίσει νομοθεσία για τη ρύπανση που προέρχεται από πλοία κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η απόφαση-πλαίσιο σφετερίστηκε υπάρχουσα κοινοτική αρμοδιότητα.
44. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η απόφαση-πλαίσιο είναι η κατάλληλη νομική πράξη για τη θέσπιση των ποινικού χαρακτήρα μέτρων τα οποία περιλαμβάνει.
V – Ανάλυση
Το ευρύτερο πλαίσιο της οριοθετήσεως των αρμοδιοτήτων: άρθρο 47 ΕΕ
45. Η κρίση επί της παρούσας υποθέσεως βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στο άρθρο 47 ΕΕ, το οποίο χαράσσει τα όρια μεταξύ, αφενός, του πρώτου (του κοινοτικού) πυλώνα και, αφετέρου, του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα, οι οποίοι αφορούν την εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (Τίτλος V EΕ) και την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις (Τίτλος VI EΕ).
46. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική διότι χαράσσει τα όρια μεταξύ της κοινοτικής μεθόδου, η οποία είναι χαρακτηριστική του «σκληρού πυρήνα» της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και των περισσότερο «διακυβερνητικών» πολιτικών και μορφών συνεργασίας τις οποίες προβλέπει η Συνθήκη ΕΕ (13).
47. Υπό το φως των αιτημάτων που υπέβαλαν οι διάδικοι, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί η έννοια του άρθρου 47 ΕΕ και οι επιπτώσεις του στα ζητήματα αρμοδιότητας τα οποία θέτει η υπό κρίση υπόθεση.
48. Σύμφωνα με το άρθρο 47 ΕΕ, καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορεί να θιγεί από διάταξη της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
49. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στο ίδιο εναπόκειται να μεριμνά ώστε οι πράξεις οι οποίες κατά το Συμβούλιο εμπίπτουν στον τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση να μη «θίγουν τις αρμοδιότητες τις οποίες οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ απονέμουν στην Κοινότητα» (14).
50. Όπως προκύπτει σαφώς από τη διαπίστωση αυτή, το άρθρο 47 ΕΕ δεν έχει σκοπό απλώς να εξασφαλίσει ότι καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΕ δεν θίγει ή δεν αντιτίθεται σε ισχύουσες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αλλά μάλλον, κατά μία γενικότερη έννοια, να διασφαλίσει τις εξουσίες τις οποίες διαθέτει η ίδια η Κοινότητα.
51. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 29 EΕ, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι τα μέτρα της Ενώσεως στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις λαμβάνονται «[μ]ε την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας».
52. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν παραβιάστηκε το άρθρο 47 ΕΕ, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον οι επίμαχες διατάξεις μπορούσαν ενδεχομένως να θεσπιστούν βάσει της Συνθήκης ΕΚ (15).
53. Αντιθέτως προς την άποψη την οποία υποστήριξαν ορισμένες κυβερνήσεις, το άρθρο 47 ΕΕ θεσπίζει την «υπεροχή» του κοινοτικού δικαίου, ή ακριβέστερα της κοινοτικής δράσεως στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ έναντι της δράσεως που αναλαμβάνεται στο πλαίσιο του Τίτλου V ή του Τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ, στον βαθμό που το Συμβούλιο και, ενδεχομένως, τα άλλα θεσμικά όργανα της Ενώσεως πρέπει να ενεργούν βάσει της Συνθήκης ΕΚ εάν και εφόσον αυτή προσφέρει κατάλληλη νομική βάση για τους σκοπούς της μελετώμενης δράσεως.
54. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το άρθρο 47 EΕ αντικατοπτρίζει τη δομή της Ενώσεως η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1 ΕΕ «βασίζεται στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, συμπληρούμενες με τις πολιτικές και τις μορφές συνεργασίας που θεσπίζονται με την [...] Συνθήκη [για την Ευρωπαϊκή Ένωση]» (η υπογράμμιση δική μου). Όπως αναφέρεται επίσης στο ίδιο άρθρο, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση διανοίγει «νέα φάση στη διαδικασία μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης».
55. Από τη διατύπωση αυτή καθίσταται σαφές ότι, προβλέποντας ορισμένες νέες μορφές συνεργασίας, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπούσε απλώς να αυξήσει τους τομείς δραστηριότητας των Κοινοτήτων και όχι να τους μειώσει θεσπίζοντας «επικουρικές» αρμοδιότητες που μπορούν να ασκηθούν από τα θεσμικά όργανα της Ενώσεως στις περιπτώσεις στις οποίες οι πολιτικές της Κοινότητας και της Ενώσεως ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται, δηλαδή επιτρέποντας στα θεσμικά όργανα να χρησιμοποιούν στις περιπτώσεις αυτές μορφές λιγότερο στενής συνεργασίας τις οποίες προβλέπουν οι Τίτλοι V και VI EΕ.
56. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει, πρώτον, ότι, κατά κανόνα, το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να νομοθετήσει, αν όμως αποφασίσει να το πράξει στο πλαίσιο της Ενώσεως, υποχρεούται, στον βαθμό κατά τον οποίον η Συνθήκη ΕΚ απονέμει τις αναγκαίες αρμοδιότητες στην Κοινότητα, να ενεργήσει αποκλειστικά και μόνο δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ.
57. Δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν ορισμένες κυβερνήσεις, ουδεμία επιρροή ασκεί για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου, η Κοινότητα δεν είχε ακόμα νομοθετήσει σε θέματα τα οποία κάλυψε η απόφαση-πλαίσιο (δεδομένου ότι η οδηγία εκδόθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο).
58. Η κάθετη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών πρέπει να διακριθεί από την οριζόντια κατανομή μεταξύ πυλώνων, η οποία διέπεται από το άρθρο 47 ΕΕ. Στο πλαίσιο της πρώτης, τα κράτη μέλη παραμένουν –εκτός από τις περιπτώσεις αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας– κατ’ αρχήν ελεύθερα να ενεργήσουν, εφόσον η Κοινότητα δεν έχει ασκήσει τις αρμοδιότητές της κατά τρόπο που να «προκαταλαμβάνει» τα κράτη μέλη, κατά την έννοια της αποφάσεως AETR (16).
59. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, η ανάληψη δράσεως δυνάμει του Τίτλου V ή VI ΕΕ αποκλείεται εξαρχής λόγω της προβλέψεως σχετικών αρμοδιοτήτων στη Συνθήκη ΕΚ, ανεξαρτήτως του αν και σε ποιο βαθμό οι αρμοδιότητες αυτές έχουν πράγματι ασκηθεί από την Κοινότητα.
60. Κατά συνέπεια, δεν είναι αντιφατικός ο ισχυρισμός ότι, στο μέτρο κατά το οποίο η Κοινότητα δεν έχει ακόμα νομοθετήσει στον τομέα του ποινικού δικαίου, τα κράτη μέλη παραμένουν κατ’ αρχήν ελεύθερα να ενεργήσουν στον τομέα αυτόν σε εθνικό επίπεδο, και συγχρόνως ότι, δυνάμει του άρθρου 47 ΕΕ, το Συμβούλιο δεν δικαιούται να αναλάβει δράση στο πλαίσιο του Τίτλου VI EΕ.
61. Όσον αφορά, ειδικότερα, τα επιχειρήματα που προέβαλαν ορισμένες κυβερνήσεις, σύμφωνα με τις οποίες, εφόσον τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να ενεργούν «μεμονωμένα», θα πρέπει a fortiori να είναι ελεύθερα να ενεργούν «συλλογικά», δηλαδή με την έκδοση αποφάσεων-πλαισίων βάσει του Τίτλου VI (17), επισημαίνεται ότι, μολονότι κάθε κράτος μέλος εκπροσωπείται στο Συμβούλιο, η νομική φύση της δράσεως του Συμβουλίου δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς απλή «συλλογική» δράση των κρατών μελών. Ως θεσμικό όργανο της Ενώσεως, το Συμβούλιο ασκεί, σύμφωνα με το άρθρο 5 ΕΕ, τις αρμοδιότητές του υπό τους όρους και για τους σκοπούς που προβλέπουν οι Συνθήκες περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
62. Τρίτον, δεν νομίζω ότι έχει καθοριστική σημασία σε σχέση με το άρθρο 47 ΕΕ –όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή– το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει εάν, και σε ποιο βαθμό, θα είναι δυνατό να θεσπιστούν διατάξεις για τις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές. Μολονότι είναι αληθές ότι η Συνθήκη ΕΚ θέτει ως προϋπόθεση για την άσκηση της εξουσίας αυτής την έκδοση προηγουμένως σχετικής αποφάσεως του Συμβουλίου (18), γεγονός παραμένει ότι η Συνθήκη ΕΚ προβλέπει εξουσία του Συμβουλίου να αναλαμβάνει δράση σε σχέση με τις θαλάσσιες μεταφορές.
63. Συνεπώς, το ζήτημα που μένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι επίμαχες ποινικού δικαίου διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου θα μπορούσαν, υπό το πρίσμα των πορισμάτων στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση C‑176/03, να είχαν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ.
64. Πρέπει να υπενθυμιστεί, εντούτοις, ότι, και αν ακόμα το Δικαστήριο κρίνει, για οποιονδήποτε λόγο, ότι δεν προβλέπεται ανάλογη αρμοδιότητα στο πλαίσιο της πολιτικής μεταφορών, το ζήτημα δεν θα έληγε.
65. Το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ επελέγη ως νομική βάση για την οδηγία την οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση, αλλά αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΚ –με πιθανότερη υποψήφια τη διάταξη του άρθρου 175 EΚ για το περιβάλλον– δεν θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση για τη θέσπιση των επίμαχων μέτρων της αποφάσεως-πλαισίου. Κατ’ αρχήν, εφόσον κριθεί ότι οι διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου θα μπορούσαν να είχαν θεσπιστεί χρησιμοποιώντας ως νομική βάση άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΚ, αυτό θα σήμαινε ότι η απόφαση-πλαίσιο παραβιάζει το άρθρο 47 ΕΕ.
66. Εντούτοις, οι διάδικοι της παρούσας δίκης είτε απέφυγαν να αναφερθούν στο ζήτημα είτε συμφώνησαν ότι, αν υπάρχει κάποια διάταξη της Συνθήκης ΕΚ που να μπορεί να αποτελέσει την ορθή νομική βάση για τη θέσπιση μέτρων όπως τα επίδικα, αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ. Κατά συνέπεια, θα στηρίξω την αξιολόγησή μου σε αυτή την άποψη.
Οι συνέπειες της αποφάσεως C‑176/03: έκταση της αρμοδιότητας της Κοινότητας για τη θέσπιση ποινικού χαρακτήρα μέτρων
67. Το ποινικό δίκαιο διαφοροποιείται από πολλές απόψεις από τους υπόλοιπους κλάδους του δικαίου. Διαθέτει τα αυστηρότερα και περισσότερο αποτρεπτικά μέσα κοινωνικού ελέγχου –τις ποινές– και θέτει τα εξωτερικά όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς προστατεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις αξίες στις οποίες η κοινωνία προσδίδει τη μεγαλύτερη αξία (19). Ως έκφραση της κοινής βουλήσεως, οι ποινικές κυρώσεις αντικατοπτρίζουν μια ιδιαίτερη κοινωνική αποδοκιμασία και από την άποψη αυτή παρουσιάζουν μια ποιοτική διαφορά σε σχέση με άλλες κυρώσεις, όπως, για παράδειγμα, οι διοικητικές.
68. Συνεπώς, το ποινικό δίκαιο, περισσότερο από άλλους κλάδους του δικαίου, αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό την ιδιαίτερη πολιτιστική, ηθική, οικονομική κ.λπ. στάση μιας κοινωνίας και είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις εξελίξεις της.
69. Εντούτοις, δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός της έννοιας του ποινικού δικαίου και τα κράτη μέλη ενδέχεται να έχουν εντελώς διιστάμενες απόψεις όσον αφορά τον σαφέστερο καθορισμό των σκοπών που θα πρέπει να υπηρετεί και των επιπτώσεων που μπορεί να έχει το ποινικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, είναι δύσκολο να γίνεται γενικά λόγος για ποινικό δίκαιο χωρίς ιδιαίτερο εθνικό εννοιολογικό περιεχόμενο.
70. Αν ληφθεί ως κοινό σημείο εκκινήσεως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μπορεί εν πάση περιπτώσει να επισημανθεί ότι αυτή λαμβάνει υπόψη την ιδιομορφία των ποινικών διώξεων και κυρώσεων προβλέποντας, με το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 7, πρόσθετες και εκτενέστερες δικονομικές και ουσιαστικές εγγυήσεις για την ποινική δίκη σε σχέση με την αστική δίκη. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει δώσει αυτοτελή έννοια στον όρο «ποινικό αδίκημα» για τους σκοπούς των εν λόγω άρθρων και προσπαθεί να συνδέσει την έννοια αυτή όχι τόσο με την ταξινόμηση του εθνικού δικαίου, αλλά μάλλον με τη φύση του ίδιου του αδικήματος και τη φύση και την αυστηρότητα της ποινής που μπορεί να επιβληθεί (20). Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει, όσον αφορά ειδικότερα τον σκοπό των ποινικών κυρώσεων, ότι «οι στόχοι της προλήψεως και της αποκαταστάσεως είναι συμβατοί με τον σκοπό της τιμωρίας και μπορούν να θεωρούνται συστατικά στοιχεία την έννοιας της ποινής» (21).
71. Φρονώ ότι μπορεί να υποστηριχθεί με ασφάλεια ότι το ποινικό δίκαιο χαρακτηρίζεται από την αποτρεπτική ή αποθαρρυντική φύση του (22). Εντούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η αποτροπή δεν είναι ο μόνος εμφανής σκοπός του ποινικού δικαίου και ότι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτό το ultimum remedium που προσφέρει το δίκαιο –όπως επισήμαναν και ορισμένοι από τους διαδίκους– αποτελεί ένδειξη των κοινωνικών προτύπων στα οποία στηρίζεται η αντίστοιχη κοινωνία και συνεπώς συνδέεται αναπόσπαστα με την ταυτότητα της κοινωνίας αυτής.
72. Ασφαλώς, η εξουσία επιβολής ποινικών κυρώσεων παραδοσιακά θεωρείται συνδεόμενη στενά με την κυριαρχία και ότι πρέπει να ασκείται από τα κατ’ ιδίαν κράτη και διακυβερνητικές μορφές συνεργασίας και όχι από την Κοινότητα. Εντούτοις, μολονότι κατά γενικό κανόνα ούτε το ποινικό δίκαιο ούτε οι κανόνες ποινικής δικονομίας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας (23), πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το ποινικό δίκαιο ουδαμώς μπορεί να θεωρηθεί στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ τομέας αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών.
73. Πράγματι, από νομολογία προγενέστερη της αποφάσεως C‑176/03 καθίσταται σαφές ότι το κοινοτικό δίκαιο τέμνεται πολλαπλώς με το ποινικό δίκαιο. Ωστόσο, αντί να σχολιάσω λεπτομερώς αυτή τη νομολογία –η οποία, μαζί με τις σχετικές πράξεις παραγώγου κοινοτικού δικαίου, έχουν αναλυθεί in extenso από τον γενικό εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer (24)–, θα υπενθυμίσω επί τροχάδην τις σημαντικότερες περιπτώσεις μιας τέτοιας τομής μεταξύ κοινοτικού δικαίου και εθνικού ποινικού δικαίου.
74. Πρώτον, σε γενικότερο επίπεδο, το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να επηρεάσει εμμέσως το εθνικό ποινικό δίκαιο στο μέτρο που απαιτεί, όσον αφορά τα ζητήματα που εμπίπτουν σ’ αυτό, η συναφής εθνική ποινική νομοθεσία να συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προοπτικής συμβατότητας μπορεί να αναφερθεί η υπόθεση Amsterdam Bulb, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει ρητής διατάξεως στην κοινοτική έννομη τάξη που να προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίζουν τις κυρώσεις που θεωρούν κατάλληλες, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών (25). Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να απαγορεύει την επιβολή ποινικών κυρώσεων για την παράβαση εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει κοινοτικό δίκαιο διότι, για παράδειγμα, οι κυρώσεις είναι δυσανάλογα βαριές και παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων (26).
75. Στις περιπτώσεις αυτές, το κοινοτικό δίκαιο οριοθετεί –επιτάσσοντας την «αρνητική ολοκλήρωση»– το πεδίο δράσεως των κρατών μελών όσον αφορά το ποινικό δίκαιο (27).
76. Στο πλαίσιο μιας εξελίξεως που μπορεί να θεωρηθεί ένα βήμα προς μια «θετική ολοκλήρωση» και αναγνώριση της υπάρξεως θετικών υποχρεώσεων στον τομέα του ποινικού δικαίου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, με τη νομολογία που βασίζεται στην απόφαση «ελληνικό καλαμπόκι» ότι, εφόσον η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει ειδική κύρωση στην περίπτωση παραβάσεως ή παραπέμπει, επί του σημείου αυτού, στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, το άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη όλων των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας και της εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Τα κράτη μέλη οφείλουν «να μεριμνούν ώστε οι παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας να κολάζονται υπό ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις ανάλογες προς αυτές οι οποίες ισχύουν για τις παρεμφερούς φύσεως και σημασίας παραβάσεις του εθνικού δικαίου και οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουν στην κύρωση τη δέουσα αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και αποτρεπτικότητα» (28). Με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Nunes και de Matos, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η ίδια συλλογιστική ακολουθείται όταν μια κοινοτική ρύθμιση προβλέπει μεν ορισμένες κυρώσεις σε περίπτωση παραβιάσεως, δεν καθορίζει όμως εξαντλητικά τις κυρώσεις που μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη, όπως συμβαίνει με τον κανονισμό για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, τον οποίο αφορούσε η υπόθεση εκείνη (29).
77. Σε αυτό το νομολογιακό πλαίσιο, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, έκανε ένα ποιοτικά σημαντικό, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, όχι ακατανόητο, βήμα, δεχθέν ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να είναι αρμόδιος για τη λήψη μέτρων που απαιτούν ρητώς από τα κράτη μέλη να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις για ορισμένες συμπεριφορές και τα οποία πράγματι, όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο, επιφέρουν μερική εναρμόνιση των ποινικών νομοθεσιών των κρατών μελών (30).
78. Πόσο μεγάλο ήταν στην πραγματικότητα αυτό το βήμα –με άλλα λόγια, μέχρι πού φθάνει η κοινοτική αρμοδιότητα θεσπίσεως ποινικών κυρώσεων την οποία αναγνωρίζει η απόφαση αυτή, τόσο σε «εύρος» όσο και σε «βάθος»– αποτελεί το κεντρικό ερώτημα στην υπό κρίση διαφορά.
79. Η επιχειρηματολογία που οδήγησε το Δικαστήριο να αναγνωρίσει αυτή την αρμοδιότητα με την απόφαση C‑176/03 μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.
80. Το ερώτημα που είχε τεθεί στο Δικαστήριο –και στο οποίο έδωσε καταφατική απάντηση– ήταν κατά πόσον τα ποινικού χαρακτήρα μέτρα τα οποία προέβλεπε η επίδικη στην υπόθεση εκείνη απόφαση-πλαίσιο μπορούσαν να θεσπιστούν βάσει του άρθρου 175 ΕΚ για το περιβάλλον (31).
81. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΕΚ και τη νομολογία του, η προστασία του περιβάλλοντος συνιστά έναν από τους ουσιώδεις σκοπούς της Κοινότητας. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στο άρθρο 6 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών και δράσεων, και στα άρθρα 174 EΚ έως 176 EΚ τα οποία συνιστούν το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να υλοποιείται η κοινοτική πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος (32).
82. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ανέφερε ότι τα μέτρα που διαλαμβάνονται στις τρεις περιπτώσεις του άρθρου 175, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ συνεπάγονται άπαντα παρέμβαση των κοινοτικών θεσμικών οργάνων σε τομείς στα πλαίσια των οποίων, εκτός της κοινοτικής πολιτικής περιβάλλοντος, είτε η Κοινότητα δεν διαθέτει νομοθετική αρμοδιότητα είτε απαιτείται ομοφωνία του Συμβουλίου.
83. Επίσης, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία του, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (33).
84. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τον σκοπό της αποφάσεως-πλαισίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο από τον τίτλο της όσο και από τις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της προκύπτει ότι η απόφαση αυτή επιδιώκει ένα σκοπό προστασίας του περιβάλλοντος (34).
85. Ως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως-πλαισίου, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα άρθρα 2 έως 7 προβλέπουν μερική εναρμόνιση των ποινικών νομοθεσιών των κρατών μελών, «ειδικότερα όσον αφορά τα στοιχεία των αντικειμενικών υποστάσεων των διαφόρων ποινικών αδικημάτων κατά του περιβάλλοντος» και επανέλαβε ότι, κατά γενικό κανόνα, η ποινική νομοθεσία, όπως και οι κανόνες της ποινικής δικονομίας, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας (35).
86. Στο ακόλουθο κεντρικής σημασίας απόσπασμα της αποφάσεως το Δικαστήριο έκρινε, εν ολίγοις, ότι η διαπίστωση αυτή «δεν μπορεί ωστόσο να εμποδίσει τον κοινοτικό νομοθέτη, όταν η εφαρμογή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων, εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών, συνιστά απαραίτητο μέτρο για την καταπολέμηση των σοβαρών προσβολών του περιβάλλοντος, να λαμβάνει σχετικά με το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών μέτρα τα οποία θεωρεί ότι είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίζει στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος» (36).
87. Είναι συνεπώς σαφές ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Κοινότητα έχει την αρμοδιότητα να απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ποινικού χαρακτήρα ανάλογα με αυτά τα οποία θεσπίζει η απόφαση-πλαίσιο και έκρινε ότι η αρμοδιότητα αυτή είναι μια σιωπηρή πτυχή των αρμοδιοτήτων που απονέμει στην Κοινότητα το άρθρο 175 ΕΚ.
88. Εντούτοις, το Δικαστήριο περιέγραψε την αρμοδιότητα αυτή πολύ συγκεκριμένα, σε άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πτυχές της υποθέσεως, και όχι ως γενική αρχή. Για τον λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ της συλλογιστικής στην οποία θεμελιώνει την κρίση του και της συγκεκριμένης εφαρμογής της.
89. Πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι η απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου –όπως και η προγενέστερη νομολογία που ακολουθεί την απόφαση «ελληνικό καλαμπόκι» (37)– έχει ως θεμελιώδη αιτιολογία και γενεσιουργό αιτία την προσπάθεια να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Αυτό καθίσταται σαφές από τα προπαρατεθέντα αποσπάσματά της, αλλά και –εκτός από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer (38)– από τη σκέψη 52 της αποφάσεως, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τα άρθρα 135 EΚ και 280, παράγραφος 4, ΕΚ ότι πρέπει να αποκλείεται κάθε εναρμόνιση του ποινικού δικαίου, «έστω και αν είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου» (39).
90. Επιπλέον, εξετάζοντας το θέμα από μια άλλη οπτική γωνία, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι το άρθρο 175 ΕΚ απονέμει στην Κοινότητα την αρμοδιότητα να απαιτούν από τα κράτη μέλη να ποινικοποιήσουν μια συμπεριφορά που είναι ιδιαίτερα επιζήμια για το περιβάλλον, ακολούθησε μια συλλογιστική βασισμένη σε σιωπηρά συναγόμενες εξουσίες, σύμφωνα με την οποία η Κοινότητα διαθέτει τις εξουσίες ή τα μέσα που είναι αναγκαία προκειμένου να επιτύχει ένα συγκεκριμένο σκοπό ή καθήκον που της έχει ανατεθεί (40). Με λίγα λόγια, σύμφωνα με τη συλλογιστική της αποφάσεως, ο κοινοτικός στόχος της προστασίας του περιβάλλοντος και της πρακτικής αποτελεσματικότητας θα διακυβευόταν αν ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε την αρμοδιότητα να λαμβάνει μέτρα ποινικού χαρακτήρα που είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων τους οποίους θεσπίζει στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος.
91. Σε ποιο βαθμό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απόφαση C-176/03 αφορούσε την προστασία του περιβάλλοντος και την «καταπολέμηση των σοβαρών προσβολών» του; Το εύρος της αρμοδιότητας να απαιτείται ποινική καταστολή περιορίζεται στο περιβαλλοντικό δίκαιο, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, ή η αρμοδιότητα αυτή είναι κατ’ αρχήν εφαρμοστέα και σε άλλους τομείς κοινής πολιτικής, για παράδειγμα στην πολιτική μεταφορών, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο;
92. Μολονότι οι πολυάριθμες αναφορές της αποφάσεως στην προστασία του περιβάλλοντος και στη θέση που της επιφυλάσσει η Συνθήκη θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα –όπως υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη– ότι σκοπός του Δικαστηρίου ήταν να περιορίσει τη συλλογιστική του στον συγκεκριμένο τομέα του περιβάλλοντος, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η απόφαση δεν προσφέρει κανένα έρεισμα που να επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η αρμοδιότητα θεσπίσεως μέτρων ποινικού χαρακτήρα υπόκειται σε αυτόν τον περιορισμό.
93. Είναι αληθές ότι η προστασία του περιβάλλοντος έχει ζωτική σημασία –όπως καθίσταται σαφέστερο παρά ποτέ από τις ειδικές εκθέσεις που υπέβαλε πρόσφατα η διακυβερνητική ομάδα εργασίας για την αλλαγή του κλίματος– όχι μόνον από την άποψη της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά για το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας (41) και ότι συνιστά, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, έναν από τους ουσιώδεις σκοπούς της Κοινότητας (42).
94. Είναι προφανές, εντούτοις, ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι ο μόνος ουσιώδης σκοπός ή τομέας πολιτικής της Κοινότητας και είναι δύσκολο να γίνει διάκριση από αυτή την άποψη μεταξύ της προστασίας του περιβάλλοντος και των λοιπών κοινοτικών σκοπών και δράσεων που αναφέρονται στα άρθρα 2 ΕΚ και 3 EΚ, όπως η δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς χαρακτηριζόμενης από τις θεμελιώδεις ελευθερίες, η κοινή γεωργική πολιτική ή οι κοινοί κανόνες ανταγωνισμού.
95. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με τον ρόλο, ή μάλλον το αποτέλεσμα, του ποινικού δικαίου ως βαρομέτρου της σημασίας που προσδίδει μια κοινωνία σε ένα νομικό αγαθό ή αξία (43), το να απομονωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η προστασία του περιβάλλοντος θα αδικούσε, κατά τη γνώμη μου, τη φύση –ή ακόμα και την ταυτότητα– της Κοινότητας.
96. Πολύ περισσότερο διότι το περιβάλλον δεν είναι η μόνη «οριζόντια» δράση (άρθρο 6 EΚ) στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ –δεν έχουμε παρά να σκεφθούμε την ισότητα των φύλων (άρθρο 3, παράγραφος 2, ΕΚ), την απαγόρευση των διακρίσεων (άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ) ή τη δημόσια υγεία (άρθρο 152, παράγραφος 1, ΕΚ). Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό πρέπει να θεωρηθεί αποφασιστικής σημασίας, όπως υποστήριξε το Συμβούλιο και ορισμένα κράτη μέλη, σε σχέση με την αρμοδιότητα να απαιτείται ποινική καταστολή.
97. Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη ότι η αρμοδιότητα αυτή αποτελεί φυσική συνέπεια της αρχής της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου, δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να περιορίζεται στον τομέα του περιβάλλοντος, λαμβανομένου.
98. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το τεκμήριο ότι η αρμοδιότητα να απαιτείται η θέσπιση ποινικών κυρώσεων περιορίζεται στον τομέα του περιβάλλοντος υποδηλώνει είτε ότι η προστασία του περιβάλλοντος, λόγω της ιδιομορφίας της, είναι ο μόνος τομέας ο οποίος απαιτεί ποινική καταστολή προκειμένου να καταστεί πλήρως αποτελεσματικός είτε, επικουρικά, –αν γίνει δεκτό ότι και άλλες πολιτικές ενδέχεται να απαιτούν ανάλογες κυρώσεις προκειμένου να καταστούν αποτελεσματικές– ότι ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει να θεωρεί αποδεκτή την ενδεχόμενη έλλειψη αποτελεσματικότητας σε άλλους τομείς λόγω, για παράδειγμα, της «ήσσονος σημασίας» τους ή των «λιγότερο ουσιωδών» σκοπών του οποίους επιδιώκουν. Κατά τη γνώμη μου, αμφότερες οι θέσεις αυτές είναι απαράδεκτες και καμία από τις δύο δεν μπορεί να υποστηριχθεί.
99. Βάσει των προεκτεθεισών σκέψεων φρονώ, συνεπώς, ότι δεν είναι ευλόγως δυνατόν ή, εν πάση περιπτώσει, ενέχει ένα βαθμό αυθαιρεσίας να γίνει δεκτό ότι η εξουσία της Κοινότητας να απαιτεί από τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν το μέσο της ποινικής καταστολής εξαντλείται στον συγκεκριμένο τομέα του περιβάλλοντος. Εφόσον η γενεσιουργός αιτία αυτής της εξουσίας είναι η γενική αρχή της αποτελεσματικότητας στην οποία θεμελιώνεται το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει κατ’ αρχήν να εκτείνεται και σε άλλους τομείς κοινοτικής πολιτικής (όπως οι μεταφορές), επιφυλασσομένων, ασφαλώς, των ορίων τα οποία θέτουν οι διατάξεις της Συνθήκης που αποτελούν τη νομική βάση της κάθε πολιτικής.
100. Εντούτοις, απομένουν να διευκρινιστούν τα συγκεκριμένα όρια της αρμοδιότητας λήψεως μέτρων σχετικών με το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών. Η συλλογιστική της απόφασης της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 δεν είναι απολύτως σαφής ούτε ως προς το θέμα αυτό. Αναφέρεται τόσο σε «απαραίτητ[α] μέτρ[α] για την καταπολέμηση σοβαρών προσβολών» όσο και σε μέτρα σχετικά με το ποινικό δίκαιο τα οποία ο κοινοτικός νομοθέτης «θεωρεί ότι είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίζει» (44).
101. Η έννοια των κριτηρίων αυτών διευκρινίζεται κάπως σε επόμενο απόσπασμα της αποφάσεως, όπου το Δικαστήριο, αξιολογώντας κατά πόσον πληρούνταν, στην υπόθεση εκείνη, οι προϋποθέσεις για τη θέσπιση των επίδικων μέτρων βάσει του άρθρου 175 EΚ, έκρινε αποφασιστικής σημασίας το γεγονός ότι η απόφαση-πλαίσιο ανέφερε παραβάσεις μεγάλου αριθμού κοινοτικών πράξεων και ότι το Συμβούλιο θεώρησε «ότι οι ποινικές κυρώσεις είναι απαραίτητες για την καταπολέμηση των σοβαρών προσβολών του περιβάλλοντος» (45).
102. Συνεπώς, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αρμόδιος να θεσπίζει μέτρα που προβλέπουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων, εφόσον κρίνει ότι οι κυρώσεις αυτές είναι αναγκαίες προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίζει και υπό την προϋπόθεση τα μέτρα ποινικού χαρακτήρα να είναι απαραίτητα για την καταστολή σοβαρών παραβάσεων στον οικείο τομέα.
103. Όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον, στο πλαίσιο αυτό, η Κοινότητα μπορεί να προδιαγράψει το είδος και το ύψος των εφαρμοστέων κυρώσεων («βάθος» της αρμοδιότητας), συμφωνώ με τον γενικό εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer (46) ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να αναγκάσει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις και να ορίσει ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές, αλλά, πέραν τούτου, δεν είναι αρμόδιος να προσδιορίσει τις επιβλητέες ποινές.
104. Υπενθυμίζω ότι το πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω δεν αφορά ενδεχόμενη αρμοδιότητα της Κοινότητας να επιβάλλει η ίδια ποινικές κυρώσεις, αλλά την αρμοδιότητα να απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέψουν, στο πλαίσιο των οικείων ποινικών συστημάτων τους, ότι ορισμένες μορφές συμπεριφοράς θα χαρακτηρίζονται ποινικά αδικήματα προκειμένου να διασφαλίζεται η κοινοτική έννομη τάξη. Είναι συνεπώς σαφές ότι τα ζητήματα που εγείρονται δεν αφορούν μόνον την εσωτερική συνεκτικότητα του ποινικού δικαίου της Ενώσεως, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή με την ανακοίνωσή της για την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 (47), αλλά και τη συνεκτικότητα του καθενός εθνικού ποινικού συστήματος.
105. Όπως καθίσταται σαφές από τις σχετικές παρατηρήσεις των παρεμβαινουσών κυβερνήσεων, οι απόψεις των κρατών μελών όσον αφορά τον ρόλο και τον σκοπό του ποινικού δικαίου ως μέσου καταστολής διίστανται. Πιο συγκεκριμένα, οι διιστάμενες αυτές απόψεις αντικατοπτρίζουν τις διαφορές μεταξύ των εθνικών ποινικών συστημάτων όσον αφορά τη συνολική αυστηρότητα των κυρώσεων, την ισορροπία μεταξύ των διαφορών ειδών ποινής και, ασφαλώς, το είδος και την αυστηρότητα των κυρώσεων που προβλέπονται για τα επί μέρους ποινικά αδικήματα. Κάθε ποινικός κώδικας αντικατοπτρίζει μια συγκεκριμένη ιεράρχηση των έννομων αγαθών τα οποία προσπαθεί να προστατεύσει (περιουσιακά αγαθά, πρόσωπα, περιβάλλον κ.λπ.) και σταθμίζει τις ποινές ανάλογα με την ιεράρχηση αυτή.
106. Συνεπώς, ο καθορισμός από τον κοινοτικό νομοθέτη του είδους και της αυστηρότητας των επιβλητέων ποινών –στο πλαίσιο μιας εξουσίας που είναι παρεπόμενη των ειδικών αρμοδιοτήτων τις οποίες προβλέπει η Συνθήκη και η οποία επιτρέπει, σε τομεακό επίπεδο, μερική (μόνο) εναρμόνιση των εθνικών ποινικών νομοθεσιών– θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό και να θέσει σε κίνδυνο τη συνεκτικότητα των εθνικών ποινικών συστημάτων.
107. Επίσης, η αυστηρότητα μιας ποινικής κυρώσεως, η αποτελεσματικότητα και η αποτρεπτικότητά της δεν μπορούν να αποσπαστούν από τις λοιπές ποινικές κυρώσεις τις οποίες προβλέπει η εθνική νομοθεσία ούτε από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι κυρώσεις σε συγκεκριμένο κράτος μέλος ως μέσο καταστολής. Όπως παρατήρησε σχετικά η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ένα πρόστιμο του ίδιου ύψους μπορεί να εκπέμψει εντελώς διαφορετικά μηνύματα σε διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη σοβαρότητα του αντίστοιχου ποινικού αδικήματος.
108. Κατά την άποψή μου, και σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη είναι κατά κανόνα σε θέση να «μεταφράσουν» την έννοια των «αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων» στο νομικό τους σύστημα και στο κοινωνικό τους πλαίσιο καλύτερα από την Κοινότητα.
109. Η άποψη αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση C‑176/03. Αντιθέτως, η παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι οι διατάξεις της ακυρωθείσας αποφάσεως-πλαισίου «αφήνουν στα κράτη μέλη την ελευθερία επιλογής των εφαρμοστέων ποινικών κυρώσεων, οι οποίες πρέπει ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ίδιας αποφάσεως, να είναι ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές» (48) αντικατοπτρίζει τη θέση του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Κοινότητα δεν μπορεί να προχωρήσει πέραν του να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να χαρακτηρίσουν ορισμένες πράξεις αξιόποινες και να προβλέψουν γι’ αυτές «αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές» κυρώσεις (49). Μια τέτοια οριοθέτηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των κρατών μελών είναι σύμφωνη με την προγενέστερη της αποφάσεως C‑176/03 νομολογία (50).
110. Είναι αλήθεια ότι, αντιθέτως προς τον γενικό εισαγγελέα (51), το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε συγκεκριμένα με την απαίτηση που προέβλεπε το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ακυρωθείσας αποφάσεως-πλαισίου οι σοβαρότερες πράξεις να τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, δυνάμενη να καταλήγει σε έκδοση, και δεν αποφάνθηκε ρητώς αν μια τέτοια διάταξη (σχετική με το είδος της ποινής) μπορούσε ή όχι να θεσπιστεί στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα. Θα ήταν σφάλμα να συναχθεί, εντούτοις, ότι μια διάταξη που αφορά το είδος της ποινής μπορεί όντως να θεσπιστεί με αυτή τη βάση. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση-πλαίσιο, την οποία έκρινε αδιαίρετη, θα έπρεπε να είχε θεσπιστεί βάσει του άρθρου 175 EΚ –στο μέτρο που προέβλεπε ότι ορισμένες ιδιαίτερα σοβαρές συμπεριφορές κατά του περιβάλλοντος έπρεπε να χαρακτηριστούν αξιόποινες– οδηγεί αφ’ εαυτού στην κρίση ότι η απόφαση-πλαίσιο έπρεπε να ακυρωθεί και το ζήτημα δεν εξετάστηκε λεπτομερέστερα διότι δεν υπήρχε λόγος γι’ αυτό (52).
111. Η προαναφερθείσα οριοθέτηση αρμοδιοτήτων, σύμφωνα με την οποία η Κοινότητα μπορεί να απαιτήσει τη θέσπιση αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινικών κυρώσεων, αλλά πρέπει να αφήνει τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους τους στα κράτη μέλη, διαθέτει το πλεονέκτημα της σαφήνειας. Αμφιβάλλω αν θα ήταν σκόπιμο από πρακτική άποψη να γίνει περαιτέρω διαφοροποίηση ανάλογα με το πόσο λεπτομερώς μπορεί η Κοινότητα να προσδιορίζει τις ποινές (53).
112. Συνοψίζοντας, μπορώ να πω ότι, σύμφωνα με την απόφαση C‑176/03, όπως την αντιλαμβάνομαι, ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αρμόδιος, στις περιπτώσεις στις οποίες η λήψη μέτρων ποινικού χαρακτήρα είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και απαραίτητη για την καταστολή σοβαρών παραβάσεων σε συγκεκριμένο τομέα, να απαιτεί από τα κράτη μέλη να χαρακτηρίζουν αξιόποινη μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και να θεσπίζουν για την καταστολή της αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις.
113. Η αρμοδιότητα αυτή επιτρέπει στην Κοινότητα να διαθέτει, εντός του πλαισίου των εξουσιών και των τομέων πολιτικής που της έχουν ανατεθεί, ένα πλήρες φάσμα μέτρων νομικού εξαναγκασμού προκειμένου να εμπεδώσει την κοινοτική έννομη τάξη. Συνεπώς, αποτελεί σημαντική παράμετρο στην πρόοδο του κοινοτικού δικαίου ώστε να αποτελέσει, κατά κάποιον τρόπο, lex perfecta. Παράλληλα, η ύπαρξη μιας τέτοιας αρμοδιότητας δεν θέτει εν αμφιβόλω τον γενικό κανόνα ότι το ποινικό δίκαιο και οι κανόνες του υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, αλλά ούτε και παρεμβαίνει, κατά την άποψή μου, –δεδομένου ότι αφήνει ελεύθερα τα κράτη μέλη να επιλέξουν τις εφαρμοστέες ποινικές κυρώσεις– στα εθνικά ποινικά συστήματα σε έκταση τέτοια που να επηρεάζει τη συνεκτικότητά τους κατά απαράδεκτο τρόπο (54).
114. Εντούτοις, δεν πρέπει να αποσιωπάται το γεγονός ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας όσον αφορά το ποινικό δίκαιο, όπως έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με την απόφαση C‑176/03, υποκρύπτει ορισμένες εννοιολογικές ατέλειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν, όπως αποδεικνύεται στην υπό κρίση υπόθεση, να εξακριβωθεί με ευχέρεια αν πληρούνται, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, οι όροι ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής.
115. Κατ’ αρχήν, η αποτελεσματικότητα είναι, από πολλές απόψεις, ένα ασαφές κριτήριο θεμελιώσεως της αρμοδιότητας για τη λήψη μέτρων σχετικών με το ποινικό δίκαιο.
116. Πρώτον, και σε γενικότερο επίπεδο, η αποτελεσματικότητα δεν είναι κάτι που είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει, αλλά μια έννοια που επιδέχεται διαβάθμιση. Η δυσκολία έγκειται στον προσδιορισμό του απαιτούμενου βαθμού: πότε οι κανόνες που θεσπίζονται σε συγκεκριμένο τομέα είναι ανεπαρκώς αποτελεσματικοί ή όχι «πλήρως αποτελεσματικοί», οπότε απαιτείται η προσφυγή σε νομοθετήματα ποινικού δικαίου;
117. Δεύτερον, ποια είναι η συμβολή των ποινικών κυρώσεων στην αποτελεσματικότητα ενός νόμου; Στον τομέα της εγκληματολογίας αμφισβητείται με ποιο τρόπο και σε ποια θέματα οι ποινικές κυρώσεις αντιπροσωπεύουν τον καλύτερο τρόπο εξασφαλίσεως της αποτελεσματικής επιβολής του νόμου. Είναι ίσως απλουστευτικό να θεωρηθεί ότι το ποινικό δίκαιο είναι πάντα ο κατάλληλος τρόπος για να θεραπευθεί η έλλειψη αποτελεσματικότητας.
118. Τρίτον, μολονότι το αποτρεπτικό αποτέλεσμά του σημαίνει ότι υπάρχει ασφαλώς σχέση μεταξύ ποινικού δικαίου και αποτελεσματικότητας, η αποτελεσματικότητα δεν περικλείει αναγκαστικά την ουσία του ποινικού δικαίου. Όπως προανέφερα, οι πολιτικές θεωρήσεις που υπαγορεύουν τη χρησιμοποίηση των ποινικών κυρώσεων από συγκεκριμένη κοινωνία είναι πολύ πιο πολύπλοκα από το απλό ζήτημα της αποτελεσματικής επιβολής.
119. Είναι συνεπώς σαφές ότι τα ερωτήματα αν, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα μέτρα ποινικού χαρακτήρα είναι «απαραίτητα» για την καταστολή σοβαρών παραβάσεων ή «αναγκαία» προκειμένου να εξασφαλιστεί η «πλήρης αποτελεσματικότητα» των κανόνων δεν προϋποθέτουν απλώς «αντικειμενική» εξέταση της οικείας νομικής βάσεως ή τομέα πολιτικής, αλλά και ένα βαθμό αξιολογικής κρίσεως. Συναφώς, δεν είναι τυχαίο ότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε σχετικά με το ποινικό δίκαιο μέτρα τα οποία ο κοινοτικός νομοθέτης «θεωρεί ότι είναι αναγκαία» και αποφάνθηκε ότι «το Συμβούλιο θεώρησε ότι οι ποινικές κυρώσεις είναι απαραίτητες» (55).
120. Δεύτερον, ουδαμώς είναι επιθυμητό η αρμοδιότητα της Κοινότητας στον τομέα του ποινικού δικαίου, όπως σκιαγραφήθηκε ανωτέρω, να αποτελέσει παρακολούθημα, σύμφωνα με την αρχή accessorium sequitur principale, των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων που της έχουν απονεμηθεί –κατά τρόπον ώστε να θεωρείται απλώς μια από τις πτυχές κάθε μεμονωμένης κοινοτικής πολιτικής– την ίδια στιγμή που οι επιπτώσεις της θα πρέπει να ενσωματωθούν στο ποινικό δίκαιο των κρατών μελών, το οποίο κανονικά θεωρείται ότι αποτελεί αυτοτελή κλάδο του δικαίου.
121. Ιδιαίτερα προβληματικό θεωρώ το γεγονός ότι οι όροι για τη θέσπιση μέτρων σχετικών με το ποινικό δίκαιο στο πλαίσιο του κοινοτικού πυλώνα, και ιδίως η νομοθετική διαδικασία, εξαρτώνται από τον οικείο τομέα κοινοτικής δράσεως και συνεπώς ποικίλλουν.
122. Για τον ίδιο λόγο, η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική βάση για μια ευρύτερη πρόοδο προς την κατεύθυνση της επιβολής του κοινοτικού δικαίου με μέσα ποινικού χαρακτήρα. Αν η Κοινότητα πρόκειται να ακολουθήσει ανάλογη πολιτική, θα ήταν ασφαλώς σκόπιμο να προβλεφθεί μια ειδική νομική βάση που να επιτρέπει ενιαία νομοθετική διαδικασία.
Κύρος της επίμαχης αποφάσεως-πλαισίου
123. Μολονότι τα κυριότερα ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση υπόθεση εξετάστηκαν στις προηγούμενες παραγράφους, απομένει να εξεταστεί in concreto αν και σε ποιο βαθμό οι επίμαχες διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου –λαμβανομένου ιδίως υπόψη του σκοπού και του περιεχομένου της (56)– θα μπορούσαν να θεσπιστούν βάσει της Συνθήκης ΕΚ.
124. Όσον αφορά τον σκοπό της αποφάσεως-πλαισίου, από τον τίτλο και τις αιτιολογικές σκέψεις της καθίσταται σαφές ότι επιδιώκει την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρυπάνσεως από πλοία και, από την άποψη αυτή, σκοπός της είναι η συμπλήρωση της οδηγίας.
125. Έτσι, όπως και η οδηγία (57) –με ειδική αναφορά στην πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της ναυτικής ασφάλειας– η απόφαση-πλαίσιο αποβλέπει στην προστασία του περιβάλλοντος, και ιδίως στην καταστολή της περιβαλλοντικής εγκληματικότητας (πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου).
126. Όπως έχω εκθέσει ανωτέρω (58), η Επιτροπή θεμελιώνει την υπό κρίση προσφυγή της στην άποψη ότι οι διατάξεις τις οποίες περιέχει η απόφαση-πλαίσιο θα έπρεπε να είχαν θεσπιστεί, όπως και η οδηγία, βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ, εφόσον αφορούν τις θαλάσσιες μεταφορές. Εκτός της πτυχής του ποινικού δικαίου, οι υπόλοιποι κύριοι ή παρεμβαίνοντες διάδικοι δεν αμφισβήτησαν επί της αρχής τη θέση αυτή ούτε ισχυρίστηκαν ότι το άρθρο 175 EΚ για το περιβάλλον θα μπορούσε να αποτελέσει τη νομική βάση της οδηγίας ή των μέτρων που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο, σε περίπτωση που είχαν υιοθετηθεί στο πλαίσιο του κοινοτικού πυλώνα.
127. Κατά την άποψή μου, η Επιτροπή δεν σφάλλει ισχυριζόμενη ότι, παρά την περιβαλλοντική πτυχή, οι στόχοι της αποφάσεως-πλαίσιου μπορούν να επιτευχθούν βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, EΚ για τις θαλάσσιες μεταφορές. Μολονότι η ρύπανση της θάλασσας προκαλεί ασφαλώς περιβαλλοντικές ανησυχίες, η μείωση ή η πρόληψή της αποτελεί συγχρόνως σημαντικό τομέα της κοινοτικής δράσεως στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών (59).
128. Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι μια κοινοτική πράξη σκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πρέπει να εκδοθεί βάσει του άρθρου 175 ΕΚ. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, με τα άρθρα 174 ΕΚ και 175 ΕΚ επιδιώκεται η απονομή στην Κοινότητα αρμοδιότητας για την ανάληψη ειδικής δράσεως στον τομέα του περιβάλλοντος, χωρίς όμως τα άρθρα αυτά να θίγουν τις αρμοδιότητες που έχει η Κοινότητα δυνάμει άλλων διατάξεων της Συνθήκης, έστω και αν με τα σχετικά μέτρα επιδιώκεται συγχρόνως κάποιος από τους στόχους προστασίας του περιβάλλοντος. Εξάλλου, οι ανάγκες στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας, πράγμα που σημαίνει ότι ένα κοινοτικό μέτρο δεν εμπίπτει στη δράση της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος απλώς και μόνον για τον λόγο ότι κατά τη θέσπισή του έχουν ληφθεί υπόψη οι ανάγκες αυτές (60).
129. Κατά την άποψή μου, τα μέτρα που αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος και τα οποία, όπως τα επίδικα, αφορούν ειδικά τη ρύπανση από πλοία, αποτελούν συνιστώσα της πολιτικής θαλάσσιων μεταφορών, η ειδική νομική βάση της οποίας είναι το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ. Συμφωνώ συνεπώς με την Επιτροπή ότι η ορθή νομική βάση για τη λήψη των επίμαχων μέτρων θα ήταν το άρθρο 80, παράγραφος 2, ΕΚ, το οποίο επιτρέπει τη θέσπιση κανόνων για τις θαλάσσιες μεταφορές, και όχι το άρθρο 175 EΚ για το περιβάλλον.
130. Όσον αφορά, στη συνέχεια, το περιεχόμενο της αποφάσεως-πλαισίου, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Κοινοβούλιο, ισχυρίζεται γενικόλογα ότι η απόφαση-πλαίσιο θα μπορούσε να είχε θεσπιστεί στο σύνολό της βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ.
131. Όπως όμως καθίσταται προφανές από τις προεκτεθείσες σκέψεις, η άποψη αυτή δεν είναι ορθή από πλευράς άρθρων 4 και 6 της αποφάσεως-πλαισίου, τα οποία ορίζουν λεπτομερώς –έστω και, κατά ένα μέρος, υπό μορφή μέγιστων ποινών– το είδος και το ύψος των εφαρμοστέων κυρώσεων. Η θέσπιση τέτοιων διατάξεων υπάγεται, όπως προανέφερα, στο πεδίο εφαρμογής του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, κατά την άποψή μου, τα άρθρα 7, 8 και 9 της αποφάσεως-πλαισίου, στον βαθμό που αφορούν θεμελίωση και συντονισμό δικαιοδοσίας, μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών περί της τελέσεως ποινικών αδικημάτων και ορισμό σημείων επαφής για τον σκοπό αυτό, βαίνουν πέραν της αρμοδιότητας της Κοινότητας, που σκιαγραφήθηκε ανωτέρω, να απαιτεί από τα κράτη μέλη να χαρακτηρίσουν αξιόποινη ορισμένη συμπεριφορά. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές ορθώς θεσπίστηκαν με απόφαση-πλαίσιο στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. Τέλος, τα άρθρα 10 (Πεδίο εδαφικής εφαρμογής), 11 (Εφαρμογή) και 12 (Έναρξη ισχύος) είναι καθαρά τεχνικής φύσεως.
132. Πάντως, η απόφαση-πλαίσιο περιλαμβάνει και ορισμένες διατάξεις που αφορούν τα στοιχεία των αντικειμενικών υποστάσεων των ποινικών αδικημάτων που θα πρέπει να προβλεφθούν, καθώς και την απαίτηση να τιμωρούνται αυτά με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις. Μεταξύ των διατάξεων αυτών περιλαμβάνεται το άρθρο 2, το άρθρο 3, το άρθρο 4, παράγραφος 1, περί των κυρώσεων, στον βαθμό που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι τα ποινικά αδικήματα που προβλέπουν τα δύο προηγούμενα άρθρα τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, το άρθρο 5, σύμφωνα με το οποίο τα νομικά πρόσωπα είναι δυνατόν να υπέχουν αστική ευθύνη για τα αδικήματα αυτά, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, στον βαθμό που προβλέπει ότι στα προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
133. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι –όπως υπενθυμίζεται με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας– η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της ναυτικής ασφάλειας, η οποία είναι μια από τις πτυχές των θαλάσσιων μεταφορών, επιδιώκει να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως-πλαισίου, το Συμβούλιο έκρινε αναγκαίο, μετά το ναυάγιο του πετρελαιοφόρου Prestige, να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις κατά της περιβαλλοντικής εγκληματικότητας προκειμένου να βελτιωθεί η ναυτική ασφάλεια. Στον απόηχο της σοβαρής ρυπάνσεως που προκλήθηκε από το ναυάγιο του Prestige, η απόφαση-πλαίσιο απέβλεπε, όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, στην ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία.
134. Επίσης, όπως επισημαίνεται με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, πάρα πολλά πλοία που πλέουν στα κοινοτικά ύδατα αγνοούν καθημερινά τις ρυθμίσεις των κρατών μελών, οι οποίες βασίζονται στη σύμβαση Μarpol 73/78, χωρίς να λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα.
135. Τέλος, ο κοινοτικός νομοθέτης δήλωσε ρητώς με την οδηγία (τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη) ότι τα μέτρα αποτρεπτικού χαρακτήρα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής της Κοινότητας· για να επιτευχθεί συνεπώς αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος απαιτούνται αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις.
136. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι η θέσπιση μέτρων ποινικού χαρακτήρα είναι, κατά την άποψη του κοινοτικού νομοθέτη, αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση από πλοία και ότι τα μέτρα αυτά είναι απαραίτητα για την καταστολή σοβαρών παραβάσεων στον τομέα αυτόν.
137. Η επιβολή όμως στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως να χαρακτηρίσουν αξιόποινες τις εν λόγω παραβάσεις και να θεσπίσουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις εμπίπτει αναμφιβόλως στην αρμοδιότητα της Κοινότητας.
138. Κατά συνέπεια, τα άρθρα 2, 3 και 5 της αποφάσεως-πλαισίου, καθώς και τμήματα των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, θα μπορούσαν να είχαν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ.
139. Κατά συνέπεια, εφόσον η απόφαση-πλαίσιο θεωρείται αδιαίρετη, πρέπει, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε στο σύνολό της κατά παράβαση του άρθρου 47 ΕΕ και να ακυρωθεί.
VI – Πρόταση
140. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
(1) να ακυρώσει την απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2005, για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία·
(2) να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στα δικαστικά έξοδα·
(3) να κρίνει ότι οι παρεμβαίνοντες θα φέρουν τα δικά τους έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 2005, L 255, σ. 164.
3 _ C‑176/03 (Συλλογή 2005, σ. I‑7879).
4 _ ΕΕ 2003, L 29, σ. 55.
5 – Ανακοίνωση της Επιτροπής, της 23ης Νοεμβρίου 2005, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συµβούλιο για τις επιπτώσεις της απόφασης του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 [υπόθεση C‑176/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, COM(2005) 583].
6 – Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις επιπτώσεις της απόφασης του Δικαστηρίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 [υπόθεση C‑176/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, 2006/2007(INI)].
7 – Βλ. τροποποιηµένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου σχετικά με τη θέσπιση ποινικών μέτρων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας [COM(2006) 168 τελικό] και πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου [COM(2007) 51 τελικό].
8 – ΕΕ 2005, L 255, σ. 11.
9 – Το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο έχει τον τίτλο «Παραβάσεις» ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απορρίψεις ρυπογόνων ουσιών από πλοία σε οποιαδήποτε από τις περιοχές που αναφέρει το άρθρο 3, παράγραφος 1, θεωρούνται παραβάσεις, εφόσον διαπράττονται με δόλο, από αμέλεια ή βαρεία αμέλεια. Οι παραβάσεις αυτές θεωρούνται ποινικά αδικήματα από την απόφαση-πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ που συμπληρώνει την παρούσα οδηγία και υπό τις περιστάσεις που προβλέπονται σε αυτή.» Το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις από το άρθρο 4.
10 – Όπ.π. στην υποσημείωση 3, σκέψη 42.
11 – C‑476/98 (Συλλογή 2002, σ. I‑9855, σκέψη 80).
12 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 49.
13 – Οι δεύτερες διακρίνονται σαφώς από την πρώτη, ιδίως από την άποψη της φύσεως και των αποτελεσμάτων των μέτρων που λαμβάνονται για την προώθησή τους και των νομικών πράξεων που χρησιμοποιούνται (οι οποίες προσιδιάζουν μάλλον στο διεθνές δίκαιο και στερούνται άμεσου αποτελέσματος)· από την άποψη της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων και του ρόλου που διαδραματίζουν τα διάφορα θεσμικά όργανα (δεν προβλέπεται αποκλειστική εξουσία πρωτοβουλίας υπέρ της Επιτροπής, ενώ η τάση είναι κατά κανόνα η νομοθεσία να θεσπίζεται ομόφωνα από το Συμβούλιο με πολύ περιορισμένη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου)· τέλος δε, όχι λιγότερο σημαντικό, από την άποψη του δικαστικού ελέγχου (δεν προβλέπεται προσφυγή λόγω παραβάσεως ανάλογη με αυτή που προβλέπει το άρθρο 226 EΚ για την περίπτωση παραλείψεως μεταφοράς αποφάσεων-πλαισίων στο εθνικό δίκαιο, ενώ περιορίζεται και η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις). Εντούτοις, ορισμένες αρχές που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου μπορούν να επεκταθούν στον δεύτερο και στον τρίτο πυλώνα: βλ., ιδίως, όσον αφορά την αρχή της σύμφωνης ερμηνείας, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C‑105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. I‑5285).
14 – Βλ. αποφάσεις της 12ης Μαΐου 1998, C-170/96, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-2763, σκέψη 16), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑176/03 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 39).
15 – Βλ., με αυτό το πνεύμα, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 40).
16 – Συναφώς βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή ως απόφαση «AETR» (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψη 31), και απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, ιδίως σκέψεις 108 έως 110).
17 – Συναφώς, αναφέρθηκε και το αξίωμα «όταν επιτρέπεται το μείζον επιτρέπεται και το έλασσον».
18 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 80).
19 – Βλ., με το ίδιο πνεύμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση C‑176/03, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σημείο 72.
20 – Τα λεγόμενα «κριτήρια Engel»: ΕΔΔΑ, απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, σειρά Α αριθ. 22.
21 – ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1993, Welch κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σειρά Α αριθ. 307.
22 – Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, C‑240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑5383, σημείο 11), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Saggio στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C‑356/97, Molkereigenossenschaft Wiedergeltingen (Συλλογή 2000, σ. I‑5461, σημείο 50).
23 – Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 47), όπου γίνεται παραπομπή στις αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, 203/80, Casati (Συλλογή 1981, σ. 2595, σκέψη 27), και της 16ης Ιουνίου 1998, C-226/97, Lemmens (Συλλογή 1998, σ. I‑3711, σκέψη 19).
24 – Βλ. προτάσεις του στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑176/03, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σημεία 30 επ.
25 – Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1977, 50/76, Amsterdam Bulb (Συλλογή τόμος 1977, σ. 59, σκέψεις 32 και 33) (η υπογράμμιση δική μου).
26 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑193/94, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος (Συλλογή 1996, σ. I‑929, σκέψη 36) (η υπογράμμιση δική μου).
27 – Ως παράδειγμα των έμμεσων επιπτώσεων του κοινοτικού δικαίου –στην περίπτωση αυτή των κοινοτικών ρυθμίσεων για τα απόβλητα– στο εθνικό ποινικό δίκαιο πρέπει να αναφερθεί και η απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑457/02, Niselli (Συλλογή 2004, σ. I‑10853). Όσον αφορά τα σχετικά όρια βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 2005, C‑387/02, C‑391/02 και C‑403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑3565).
28 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις 23 και 24).
29 – C‑186/98 (Συλλογή 1999, σ. I‑4883, σκέψη 12).
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 (σκέψη 47).
31 – Όπ.π. σκέψη 40.
32 – Όπ.π. σκέψεις 41 έως 43.
33 – Όπ.π. σκέψη 45, με την οποία το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, αποκαλούμενη «Διοξείδιο του τιτανίου» (Συλλογή 1991, σ. I‑2867, σκέψη 10), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-336/00, Huber (Συλλογή 2002, σ. I‑7699, σκέψη 30).
34 – Όπ.π. σκέψη 46.
35 – Όπ.π. σκέψη 47.
36 – Όπ.π. σκέψη 48.
37 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 76.
38 – Βλ. ιδίως σημεία 84 έως 87 των προτάσεων στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑176/03, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σημεία 84 έως 87.
39 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 52.
40 – Σχετικά με τη συλλογιστική αυτή, βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987, 281/85, 283/85 έως 285/85 και 287/85, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 3203, σκέψη 28).
41 – Βλ. και την έμφαση που αποδίδει στις περιβαλλοντικές πτυχές ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer με τις προτάσεις στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σημεία 52 έως 70.
42 – Σκέψη 41 της αποφάσεως.
43 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 67 επ.
44 – Σκέψη 48.
45 – Σκέψη 50.
46 – Προτάσεις στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σημεία 83 έως 87.
47 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σημείο 13.
48 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 49.
49 – Βλ. προτάσεις στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σημεία 83 έως 85.
50 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 76.
51 – Βλ. προτάσεις στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, σημείο 94.
52 – Αντιστρόφως, το Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι η απόφαση-πλαίσιο θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να ακυρωθεί μερικώς στον βαθμό που άφηνε ελευθερία επιλογής στα κράτη μέλη. Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, σκέψη 54.
53 – Για παράδειγμα, υποδεικνύοντας το είδος της ποινής, αλλά όχι και το επίπεδό της, ή καθορίζοντας μέγιστες και ελάχιστες ποινές.
54 – Επισημαίνεται επίσης ότι, όπως υπογράμμισε η Αυστριακή Κυβέρνηση, ορισμένα ομοσπονδιακά συστήματα προβλέπουν μια ανάλογη παρεπόμενη αρμοδιότητα στο πλαίσιο της οποίας τα ομόσπονδα κράτη είναι αρμόδια να θεσπίζουν, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα του ποινικού δικαίου τα οποία είναι αναγκαία για τη ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητάς τους, παρά το γεγονός ότι το ποινικό δίκαιο υπάγεται κατά κανόνα στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
55 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, σκέψεις 48 και 50 (η υπογράμμιση δική μου).
56 – Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
57 – Βλ. ιδίως πρώτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
58 – Βλ. σημεία 65 και 66.
59 – Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τις λιμενικές εγκαταστάσεις παραλαβής αποβλήτων πλοίου και καταλοίπων φορτίου (ΕΕ 2000, L 332, σ. 81), η οποία εκδόθηκε επίσης βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, ΕΚ.
60 – Βλ. με αυτό το πνεύμα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑336/00, Huber, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 33.
Full & Egal Universal Law Academy