ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 28ης Ιουνίου 2007 (1)
Υπόθεση C‑456/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 43 ΕΚ – Μεταβατική διάταξη για τη χορήγηση αδείας σε ψυχοθεραπευτές για την παροχή υπηρεσιών περιθάλψεως καλυπτόμενων από φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας – Παραδεκτό – Προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων – Άσκηση της δραστηριότητας σε συγκεκριμένο τόπο και κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας – Αρχή της αναλογικότητας»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υπάγοντας στην εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων ή των διατάξεων περί προστασίας «κεκτημένων δικαιωμάτων» δυνάμει των οποίων οι ψυχοθεραπευτές μπορούν να λάβουν άδεια παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως καλυπτόμενων από φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας ανεξαρτήτως των διατάξεων που ισχύουν περί ασκήσεως επαγγέλματος μόνον τους ψυχοθεραπευτές που άσκησαν τη δραστηριότητά τους στο πλαίσιο των γερμανικών ταμείων υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας, και μη λαμβάνοντας υπόψη της παρεμφερή ή ομοειδή επαγγελματική δραστηριότητα που άσκησαν οι ψυχοθεραπευτές σε άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 43 ΕΚ.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Το άρθρο 43, πρώτο εδάφιο, ΕΚ απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως των υπηκόων κράτους μέλους εντός άλλου κράτους μέλους.
3. Το δεύτερο εδάφιό του διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους.
B – Η γερμανική νομοθεσία
4. Με τον νόμο της 16ης Ιουνίου 1998 περί των επαγγελμάτων του ψυχοθεραπευτή-ψυχολόγου και του ψυχοθεραπευτή με ειδίκευση στα παιδιά και τους εφήβους, που τροποποίησε το 5ο βιβλίο του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως και ορισμένους άλλους νόμους (Gesetz über die Berufe des Psychologischen Psychotherapeuten und des Kinder- und Jugenlichenpsychotherapeuten, zur Änderung des Fünften Buches Sozialgesetzbuch und anderer Gesetze) (2), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περιέλαβε μεταξύ άλλων τα επαγγέλματα αυτά στο σύστημα της υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας και υπέβαλε τη χορήγηση αδείας παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως, καλυπτόμενων από φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας από 1ης Ιανουαρίου 1999, σ’ ένα σύστημα ποσοστώσεων ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες περιθάλψεως.
5. Ορισμένες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφοι 10 και 11, του 5ου βιβλίου του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (στο εξής: SGB V), όπως τροποποιήθηκε με τον ως άνω νόμο της 16ης Ιουνίου 1998, προβλέπουν μια εξαίρεση από την εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες περιθάλψεως.
6. Το άρθρο 95, παράγραφος 10, του SGB V προβλέπει:
«Άδεια παροχής περιθάλψεως στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υγείας χορηγείται στους ψυχοθεραπευτές οι οποίοι:
1. πληρούσαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1998 τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας συμφώνως προς το άρθρο 12 του νόμου περί ψυχοθεραπευτών και για την πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων συμφώνως προς το άρθρο 95 c, δεύτερο εδάφιο, σημείο 3, του SGB V, και υπέβαλαν αίτηση για τη χορήγηση αδείας,
2. κατέθεσαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1999 το έγγραφο της άδειας και
3. κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 25 Ιουνίου 1994 έως 24 Ιουνίου 1997 μετείχαν στην παροχή ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως σε εξωτερικά ιατρεία στους ασφαλισμένους των ταμείων υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας.
Η επιτροπή για τη χορήγηση αδειών πρέπει να αποφανθεί επί των αιτήσεων για τη χορήγηση αδείας πριν την 30ή Απριλίου 1999.»
7. Οι διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 11, του SGB V συμπίπτουν κατ’ ουσίαν, σε σχέση με την εφαρμογή των μεταβατικών ρυθμίσεων, με αυτές της παραγράφου 10.
8. Η ως άνω μεταβατική ρύθμιση άρχισε να ισχύει από 17 Ιουνίου 1998.
9. Με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2000, το Bundessozialgericht ερμήνευσε το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V. Από την ως άνω απόφαση συνάγεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του νόμου της 16ης Ιουνίου 1998, μπορεί να επιτραπεί η παρέκκλιση από την αρχή της χορηγήσεως αδείας βάσει των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως στις περιπτώσεις στις οποίες η κατά γράμμα τήρηση του νόμου θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, δεδομένου ότι το ευεργέτημα αυτό δεν δικαιολογείται οσάκις ο ενδιαφερόμενος ψυχοθεραπευτής έχει δικό του ιατρείο με μεγάλη πελατεία. Ως εκ τούτου, το Bundessozialgericht έκρινε, αφενός, ότι έπρεπε να υφίσταται σχέση μεταξύ του τόπου εγκαταστάσεως του ιατρείου κατά την περίοδο μεταξύ 25ης Ιουνίου 1994 και 24ης Ιουνίου 1997, όπως ορίζει το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V, και της εξακολουθήσεως της λειτουργίας του ιατρείου αυτού με την ιδιότητα του συμβεβλημένου ψυχοθεραπευτή από 1ης Ιανουαρίου 1997 και, αφετέρου, ότι η συμμετοχή στην παροχή ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων θεωρείται γενικά ως άξια προστασίας και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στο καθεστώς των ποσοστώσεων οσάκις έχουν συμπληρωθεί 250 ώρες θεραπείας επί έξι έως δώδεκα συναπτούς μήνες κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζουν αυτές οι διατάξεις.
III – Η προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία
10. Το 1999, υποβλήθηκαν στην Επιτροπή πλειάδα καταγγελιών από Αυστριακούς και Ιταλούς ψυχοθεραπευτές που είχαν εγκατασταθεί στη Γερμανία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999 και αφορούσαν την άρνηση που προέβαλαν οι αρμόδιες γερμανικές αρχές στο αίτημά τους να τους χορηγηθεί άδεια παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως καλυπτόμενων από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως, για τον λόγο ότι οι αιτούντες αυτοί δεν είχαν ή δεν είχαν επαρκώς μετάσχει στην παροχή ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως σε ασφαλισμένους καλυπτόμενους από το ταμείο υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας κατά την περίοδο μεταξύ 25ης Ιουνίου 1994 και 24ης Ιουνίου 1997 (στο εξής: περίοδος αναφοράς) που όριζε το άρθρο 95, παράγραφος 10, σημείο 3, του SGB V.
11. Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή ανακοίνωσε στη Γερμανική Κυβέρνηση τις επιφυλάξεις της ως προς τη συμβατότητα των μεταβατικών διατάξεων του SGB V με το άρθρο 43 ΕΚ.
12. Με την από 11 Ιανουαρίου 2000 επιστολή της η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε ότι η συνεκτίμηση, παράλληλα με τη δραστηριότητα που ασκήθηκε με χρέωση του φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας, προγενέστερης επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκήθηκε σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα αντέβαινε στην προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων κατά την έννοια των μεταβατικών διατάξεων του SGB V.
13. Με έγγραφο οχλήσεως της 30ής Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή επισήμανε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι το άρθρο 43 ΕΚ επέβαλε στις γερμανικές αρχές, λαμβανόμενης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, να ελέγχουν αν η επαγγελματική δραστηριότητα που είχαν ασκήσει οι καταγγέλλοντες στο κράτος μέλος προελεύσεώς τους ήταν, εκ της φύσεώς της, παρεμφερής ή ανάλογη με αυτήν που προέβλεπαν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V και είχε επαρκή διάρκεια προκειμένου να χαρακτηριστεί ως δραστηριότητα άξια προστασίας κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων.
14. Μετά την εξέταση της απαντήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επί του εγγράφου οχλήσεως, η Επιτροπή απηύθυνε, με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ.
15. Στις 20 Μαρτίου 2002, η Γερμανική Κυβέρνηση επανέλαβε τις αρχικές παρατηρήσεις της υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις της επίμαχης νομοθεσίας δεν αντέβαιναν στο άρθρο 43 ΕΚ και ότι δεν συνέτρεχε ανάγκη τροποποιήσεώς τους. Επικαλέστηκε επίσης την προμνησθείσα απόφαση του Bundessozialgericht με την οποία αυτό τόνισε ότι σκοπός των επίμαχων μεταβατικών διατάξεων του SGB V ήταν η διαφύλαξη των «κεκτημένων δικαιωμάτων».
16. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, φρονώντας ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός της δίμηνης προθεσμίας που της είχε ταχθεί, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
IV – Αιτήματα των διαδίκων
17. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υπάγοντας στην εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων ή των διατάξεων περί προστασίας κεκτημένων δικαιωμάτων, δυνάμει των οποίων οι ψυχοθεραπευτές αποκτούν άδεια παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως καλυπτόμενων από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας ανεξαρτήτως των ισχυουσών διατάξεων περί ασκήσεως του επαγγέλματος, μόνον τους ψυχοθεραπευτές που άσκησαν τη δραστηριότητά τους στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη παρόμοια ή ομοειδή δραστηριότητα ψυχοθεραπευτή σε άλλα κράτη μέλη, παρέβη τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το άρθρο 43 ΕΚ·
– να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
18. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη ή, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη.
V – Επί της παραβάσεως
Α – Επί του παραδεκτού της προσφυγής
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
19. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τέσσερις λόγους. Πρώτον, η προσφυγή δεν βάλλει κατά ενεστώσας παραβάσεως της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι σχεδόν από επταετίας δεν είναι πλέον δυνατή η έκδοση διοικητικής αποφάσεως περί χορηγήσεως αδείας παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως βάσει των μεταβατικών διατάξεων του SGB V. Δεύτερον, η Επιτροπή δεν μπορεί, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ, να υποστηρίζει αποκλειστικά τα συμφέροντα των ιδιωτών έναντι ενός κράτους μέλους· ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν έχει έννομο συμφέρον στην υπό κρίση υπόθεση. Τρίτον, ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης, η προσαπτόμενη παράβαση είναι τόσο ασήμαντη ώστε δεν δικαιολογείται η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ. Τέλος, η Επιτροπή διεύρυνε με το δικόγραφο της προσφυγής της το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό είχε καθοριστεί στο πλαίσιο της προηγηθείσας διοικητικής διαδικασίας, στον βαθμό που θεωρεί πλέον ότι υφίστατο προσβολή της ελευθερίας εγκαταστάσεως των Γερμανών ψυχοθεραπευτών οι οποίοι μετέβησαν σε άλλα κράτη μέλη κατά την περίοδο που προέβλεπε το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V.
20. Η Επιτροπή απορρίπτει συλλήβδην τους ανωτέρω ισχυρισμούς και υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απολύτως παραδεκτή. Διευκρινίζει ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V, εξακολουθούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα όπως συνάγεται από τις περιπτώσεις των δύο καταγγελλόντων που μνημονεύθηκαν κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία και στο δικόγραφο της προσφυγής. Συγκεκριμένα, οι καταγγέλλοντες αυτοί προσέφυγαν ταυτόχρονα ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων εκ του λόγου ότι δεν επετράπη στην περίπτωση τους η εφαρμογή των ως άνω ευεργετικών διατάξεων, τα δε δικαιοδοτικά όργανα αποφάσισαν να μην εκδώσουν απόφαση επί της ουσίας εν αναμονή της εκβάσεως της ανοιχθείσας με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως δίκης.
2. Εκτίμηση
21. Ενώ οι τρεις τελευταίες ενστάσεις απαραδέκτου κατά της προσφυγής που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει σαφώς να απορριφθούν, η εκτίμηση της πρώτης ενστάσεως είναι, κατά την άποψή μου, περισσότερο δυσχερής, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο, όπως προτείνω στις αναπτύξεις που παραθέτω στα σημεία 29 έως 60 των ανά χείρας προτάσεων, να απορρίψει την υπό κρίση προσφυγή ως απαράδεκτη.
22. Ως προς τις ενστάσεις απαραδέκτου που πρέπει να απορριφθούν, φρονώ κατ’ αρχάς ότι η Γερμανική Κυβέρνηση κακώς υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στερείται εννόμου συμφέροντος στην υπό κρίση υπόθεση εκ του λόγου ότι σκοπός της διαδικασίας λόγω παραβάσεως είναι η προάσπιση των συγκεκριμένων συμφερόντων των δύο ψυχοθεραπευτών τους οποίους μνημόνευσε κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία καθώς και στο δικόγραφο της προσφυγής της.
23. Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της ασκήσεως των εκ του άρθρου 226 ΕΚ αρμοδιοτήτων της, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδεικνύει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι η αποστολή της είναι πράγματι να μεριμνά αυτεπαγγέλτως και προς το γενικό συμφέρον για την εκ μέρους των κρατών μελών εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και για την αναγνώριση της υπάρξεως τυχόν παραβάσεων των εξ αυτού απορρεουσών υποχρεώσεων με σκοπό την παύση τους (3). Εξάλλου, απόκειται στην Επιτροπή και μόνο να εκτιμήσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά ενός κράτους μέλους και να επιλέξει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους αυτού (4).
24. Επιπλέον, εν προκειμένω, ο γενικός χαρακτήρας του αιτητικού της προσφυγής, που έχει πανομοιότυπη διατύπωση με αυτή της αιτιολογημένης γνώμης, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή λόγω παραβάσεως δεν περιορίζεται κατ’ ανάγκην στην κατάσταση των καταγγελλόντων που μνημονεύθηκαν κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία καθώς και στο δικόγραφο της προσφυγής.
25. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι δεν είναι επίμεμπτο το γεγονός καθαυτό ότι το γενικό συμφέρον για την παύση προσαπτόμενης παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, που απόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει, μπορεί ενδεχομένως να συμβάλει στην ικανοποίηση του συμφέροντος ιδιωτών να ρυθμιστεί η συγκεκριμένη κατάστασή τους, έστω και κατά τρόπο έμμεσο, βάσει του κοινοτικού δικαίου.
26. Ακολούθως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως, το οποίο αντλείται από τη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς, όπως αυτό προσδιορίστηκε κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία, ήτοι ότι με το δικόγραφο της προσφυγής προβάλλεται πλέον ότι η εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V έπληξε επίσης την ελευθερία εγκαταστάσεως των Γερμανών ψυχοθεραπευτών που μετέβησαν σε άλλα κράτη μέλη κατά την περίοδο που όριζαν οι ως άνω διατάξεις.
27. Πράγματι, η επιχειρηματολογία αυτή παραβλέπει το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο περιορίζεται στη διαπίστωση ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 43 ΕΚ λόγω της απαγορεύσεως των μεταβατικών διατάξεων του SGB V να συνεκτιμάται η επαγγελματική δραστηριότητα που άσκησε ψυχοθεραπευτής στο πλαίσιο του καθεστώτος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας σε άλλο κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, προκειμένου να μπορέσει να διατηρήσει την εγκατάστασή του στον επιλεγέντα τόπο αυτού του κράτους μέλους ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως. Πάντως, λαμβανομένου υπόψη ενός τέτοιου αντικειμένου, του οποίου ο γενικός χαρακτήρας διευκρινίζεται στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και επαναλαμβάνεται αυτολεξεί στο αιτητικό του δικογράφου της προσφυγής, είναι αδιάφορο το γεγονός ότι Γερμανοί υπήκοοι ή υπήκοοι άλλων κρατών μελών μπορούσαν να ασκήσουν την ανωτέρω επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, η περίσταση αυτή συνδέεται άρρηκτα με το αντικείμενο της διαφοράς που αφορά όχι μια άμεση διάκριση στηριζόμενη στην ιθαγένεια των ψυχοθεραπευτών, αλλά τον προβαλλόμενο περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως λόγω του τόπου στον οποίο ασκήθηκε η επαγγελματική δραστηριότητα των ψυχοθεραπευτών κατά την περίοδο που όριζαν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι η προσφυγή διεύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό καθορίστηκε κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία, και ως εκ τούτου η υπό κρίση προσφυγή δεν είναι απαράδεκτη για τον λόγο αυτόν.
28. Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με τον ασήμαντο χαρακτήρα της προσαπτόμενης παραβάσεως, ζήτημα το οποίο ανάγεται περισσότερο στην εκτίμηση της βασιμότητας της προσφυγής παρά στο παραδεκτό της, αρκεί εν πάση περιπτώσει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 43 ΕΚ απαγορεύει ακόμη και τους μικρής εκτάσεως και ήσσονος σημασίας περιορισμούς της ελευθερίας εγκαταστάσεως (5).
29. Αντιθέτως, η πρώτη ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Γερμανική Κυβέρνηση, που στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει ενεστώσα παραβίαση της Συνθήκης, δεν στερείται τελείως ερείσματος.
30. Όπως προελέχθη, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, στον βαθμό που οι αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως βάσει των μεταβατικών διατάξεων του SGB V έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1998 και ότι οι επιτροπές για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος έπρεπε να χορηγήσουν τις σχετικές άδειες το αργότερο μέχρι τις 30 Απριλίου 1999, δεν θα μπορούσε πλέον να παύσει η προσαπτόμενη παράβαση. Στα ανωτέρω προστίθεται και το γεγονός ότι η Επιτροπή άφησε να παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών από της λήψεως της απαντήσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη προκειμένου να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή. Αυτή η παρελκυστική συμπεριφορά εξηγεί την ύπαρξη υποθέσεων που εξακολουθούν να εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
31. Η Επιτροπή ανταπαντά ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V εξακολουθούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα επί των καταστάσεων που περιγράφει το δικόγραφο της προσφυγής και πρέπει να εφαρμοστούν από τα γερμανικά δικαστήρια στις εκκρεμείς διαφορές.
32. Συνεπώς, φαίνεται ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προβαλλόμενη παράβαση εξακολουθεί να υφίσταται και, ως εκ τούτου, η προσφυγή είναι παραδεκτή στον βαθμό που οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V εξακολουθούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα τα οποία είναι συγκεκριμένα λόγω των υφιστάμενων διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων στα οποία προσέφυγαν οι ψυχοθεραπευτές που μνημονεύει ο φάκελος της προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητικής διαδικασίας και το δικόγραφο της προσφυγής, και αφορούν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ακόμη και μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας που έταξε η από 21 Δεκεμβρίου 2001 αιτιολογημένη γνώμη της.
33. Πρώτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή ουδόλως αμφισβητεί την ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στον βαθμό που η ένσταση αυτή αφορά το άρθρο 95, παράγραφος 11, του SGB V. Πιθανή εξήγηση αυτής της παραδοχής ενδέχεται να είναι το γεγονός ότι οι καταστάσεις των ψυχοθεραπευτών, των οποίων έγινε μνεία κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διοικητική διαδικασία και στο δικόγραφο της προσφυγής, φαίνεται ότι υπάγονται αποκλειστικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V (6). Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένης υπόψη της απόψεως που προβάλλει η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως, φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στον βαθμό που αφορά το άρθρο 95, παράγραφος 11, του SGB V.
34. Δεύτερον, απομένει να εξεταστεί το ζήτημα που συνδέεται με την εξακολούθηση των έννομων αποτελεσμάτων της προσαπτόμενης παραβάσεως στον βαθμό που αυτή αφορά το άρθρο 95, παράγραφος 10, του SGB V.
35. Όπως επισήμανα, η αποστολή την οποία αναθέτει το άρθρο 226 ΕΚ στην Επιτροπή συνίσταται μεταξύ άλλων στο να της παρέχεται η δυνατότητα να διαπιστώνει, με σκοπό την παύση τους, την ύπαρξη ενδεχόμενων παραβάσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (7).
36. Θα ήταν εξίσου χρήσιμο να υπομνησθεί ότι, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ και της νομολογίας, η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως μόνον αν το οικείο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της προθεσμίας που του τάχθηκε προς τούτο με τη γνώμη αυτή από την Επιτροπή (8), επιπλέον δε η ύπαρξη μιας τέτοιας παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (9).
37. Με τις προτάσεις μου της 15ης Φεβρουαρίου 2007 επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δεύτερου τμήματος του Δικαστηρίου, διατύπωσα τη γενική άποψη ότι το άρθρο 226 ΕΚ συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως, επί ποινή απαραδέκτου, για να διαπιστωθεί παράβαση του κοινοτικού δικαίου η οποία έπαυσε πριν από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη (10). Πράγματι, στον βαθμό που σκοπός της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ είναι να παύσει η παράβαση του κοινοτικού δικαίου, δεν υπάρχει κατ’ αρχήν κανένας λόγος να θεωρείται ότι εξακολουθεί να υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως οσάκις η παράβαση έχει παύσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη (11).
38. Εξυπακούεται ότι η λύση αυτή επιβάλλεται οσάκις η παύση της προσαπτόμενης παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου είναι το αποτέλεσμα της παρεμβάσεως του οικείου κράτους μέλους προς την κατεύθυνση που του υποδεικνύει η αιτιολογημένη γνώμη.
39. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη μια προσφυγή λόγω παραβάσεως με την οποία προσαπτόταν στο οικείο κράτος μέλος ότι έλαβε πλειάδα νομοθετικών μέτρων για τα οποία, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου προς τους διαδίκους, αποδείχθηκε ότι είχαν καταργηθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας που είχε τάξει η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής (12). Πάντως, τούτο δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V δεν έχουν τύποις καταργηθεί και δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν παρενέβη προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη πριν από τη λήξη της ταχθείσας με αυτήν προθεσμίας.
40. Εντούτοις, όπως επίσης τόνισα με τις προπαρατεθείσες προτάσεις μου στο σημείο 37 ανωτέρω, τίποτα δεν εμποδίζει να θεωρείται, κατ’ αρχήν, ως απαράδεκτη η προσφυγή και στην περίπτωση που η παράβαση παρήγαγε όλα τα έννομα αποτελέσματά της πριν από την ημερομηνία που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, έστω και αν η παύση δεν ήταν ακριβώς το αποτέλεσμα παρεμβάσεως του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους σύμφωνα με όσα είχε ζητήσει η Επιτροπή (13).
41. Έτσι, με απόφασή του της 27ης Οκτωβρίου 2005, το Δικαστήριο απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη μια προσφυγή λόγω παραβάσεως με την οποία η Επιτροπή προέβαλε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιτρέποντας τη σύναψη συμβάσεων για την προμήθεια εξοπλισμού και υπηρεσιών με διαπραγμάτευση, με διάταγμα του Προέδρου του Υπουργικού συμβουλίου περί κηρύξεως της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης με σκοπό την καταπολέμηση από αέρος των πυρκαγιών σε δασικές εκτάσεις, παρέβη τις κοινοτικές διατάξεις που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις καθώς και τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ (14).
42. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το εν λόγω διάταγμα, το οποίο είχε παύσει να ισχύει κατά την ημερομηνία λήξεως της εν λόγω καταστάσεως ανάγκης, έπαυσε να παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και δη πριν από την αποστολή του εγγράφου οχλήσεως της Επιτροπής (15). Στη συνάφεια αυτή, το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι η προσφυγή λόγω παραβάσεως δεν σκοπούσε να αμφισβητήσει το κύρος των πράξεων που εκδόθηκαν εν συνεχεία κατ’ εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ήτοι το κύρος των σχετικών με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων πράξεων και μέτρων που τέθηκαν σε ισχύ δυνάμει των εν λόγω διατάξεων του διατάγματος, μολονότι επρόκειτο για πράξεις και μέτρα στα οποία ρητώς αναφερόταν η αιτιολογημένη γνώμη (16).
43. Φρονώ ότι η ανωτέρω απόφαση έχει σημασία για το ζήτημα που μας απασχολεί στην υπό κρίση υπόθεση.
44. Λαμβανομένου υπόψη ότι το επίμαχο διάταγμα είχε παραγάγει τα έννομα αποτελέσματά του κατά την ημερομηνία λήξεως της καταστάσεως έκτακτης ανάγκης καθώς και όλα τα αποτελέσματά του πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, είναι προφανές ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι πράξεις και τα μέτρα που επακολούθησαν βάσει του επίμαχου διατάγματος (π.χ. συμβάσεις αγοράς) (17) δεν συνιστούσαν έννομα αποτελέσματα του εν λόγω διατάγματος τα οποία θα μπορούσαν να παρατείνουν την προσαπτόμενη παράβαση, ανεξαρτήτως του αν είχαν περιληφθεί στο αντικείμενο της προσφυγής. Εξάλλου, φρονώ ότι με αυτόν τον τρόπο πρέπει να ερμηνευθούν οι επαναλαμβανόμενες επισημάνσεις της αποφάσεως ότι η προσαπτόμενη παράβαση δεν αφορούσε τις πράξεις που εκδόθηκαν στη συνέχεια βάσει των διατάξεων του επίδικου διατάγματος. Μολονότι η a contrario ερμηνεία είναι συχνά παρακινδυνευμένη, φαίνεται ότι μπορεί να συναχθεί από το αιτιολογικό της αποφάσεως ότι αν η προσαπτόμενη παράβαση για την οποία ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου περιελάμβανε τις εν λόγω πράξεις και τα εν λόγω μέτρα που επακολούθησαν, ακριβώς όπως και η αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή, η προσφυγή θα μπορούσε να θεωρηθεί παραδεκτή.
45. Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι οι μόνοι που μπορούσαν να αντλήσουν οφέλη από την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V ήσαν οι ψυχοθεραπευτές οι οποίοι είχαν, τουλάχιστον, καταθέσει την αίτησή τους για τη χορήγηση αδείας παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998 και είχαν λάβει μέρος στην παροχή ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως σε εξωτερικά ιατρεία των ασφαλισμένων των ταμείων υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας κατά την περίοδο αναφοράς και, αφετέρου, ότι το καθεστώς των ποσοστώσεων άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1999 και ότι οι επιτροπές για τη χορήγηση αδειών ασκήσεως επαγγέλματος έπρεπε να αποφανθούν επί των σχετικών αιτήσεων πριν τις 30 Απριλίου 1999.
46. Συνεπώς, η ισχύς των μεταβατικών διατάξεων έληξε από της ενάρξεως της ισχύος του (οριστικού) καθεστώτος των ποσοστώσεων, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1999. Εντούτοις, η ισχύς των διατάξεων αυτών διήρκησε μέχρι τις 30 Απριλίου 1999, τελευταία ημερομηνία κατά την οποία οι επιτροπές για τη χορήγηση αδειών ασκήσεως επαγγέλματος έπρεπε να αποφασίσουν επί των υποβληθεισών το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998 αιτήσεων για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχοθεραπευτή σε δεδομένο τόπο ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως. Από 1ης Μαΐου 1999, ήτοι τρία και πλέον έτη πριν από τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη που εξέδωσε η Επιτροπή στις 21 Δεκεμβρίου 2001, ουδεμία πλέον αίτηση μπορεί να εγκριθεί βάσει των μεταβατικών διατάξεων του SGB V. Όλες οι αποφάσεις των επιτροπών για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος έχουν καταστεί απρόσβλητες, πλην αυτών κατά των οποίων έχει ασκηθεί προσφυγή. Εξάλλου, φαίνεται ότι η Επιτροπή συνομολογεί το γεγονός αυτό, δεδομένου ότι υποστηρίζει ότι ο κύκλος των ενδιαφερομένων δεν μπορεί να μεγαλώσει αφού οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V αφορούν μία αυστηρά προσδιορισμένη περίοδο του παρελθόντος (18) και ότι η προσαπτόμενη παράβαση δεν υφίστατο παρά μόνο λόγω των προσφυγών που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και τις οποίες έχουν ασκήσει δύο ψυχοθεραπευτές, των οποίων οι περιπτώσεις μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής της.
47. Αρκεί αυτό το τελευταίο γεγονός προκειμένου να θεωρηθεί ότι οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V έχουν παραγάγει τα αποτελέσματά τους, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή;
48. Φρονώ ότι θα ήταν εσφαλμένο να εξομοιωθεί η ύπαρξη εκκρεμών δικών, που αφορούν την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V, προς τα έννομα αποτελέσματα που φέρεται να εξακολουθούν να παράγουν οι εν λόγω διατάξεις κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας προκειμένου να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή λόγω παραβάσεως.
49. Συναφώς, εφόσον το Δικαστήριο αρνείται, όπως με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, να αναγνωρίσει ότι σύμβαση στηριζόμενη σε κανονιστική πράξη, εν προκειμένω σε διάταγμα, που είχε παύσει να ισχύει πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας αποτελεί καθ’ εαυτήν έννομη συνέπεια αυτής της κανονιστικής πράξεως, η οποία μπορεί να διατηρήσει τον ενεστωτικό χαρακτήρα της προσαπτόμενης παραβάσεως (ανεξαρτήτως του αν περιελήφθη στο αντικείμενο της προσφυγής), θα έπρεπε κατά μείζονα λόγο να γίνει τούτο δεκτό στην περίπτωση που πρόκειται για αποτελέσματα που έχουν τη μορφή των δύο δικών που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων που μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής, οι οποίες έχουν μία πολύ πιο έμμεση σχέση με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V από αυτήν που θα μπορούσε να υφίσταται μεταξύ του επίμαχου διατάγματος και των πράξεων που εκδόθηκαν ακολούθως βάσει του εν λόγω διατάγματος στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας.
50. Επιπλέον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι εν προκειμένω το αντικείμενο της προσαπτόμενης παραβάσεως δεν περιλαμβάνει τις υποτιθέμενες έννομες συνέπειες της φερόμενης παραβάσεως οι οποίες συνίστανται στις διαφορές που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αλλά αφορά μόνον τις μεταβατικές διατάξεις του SGB V.
51. Πέραν των ανωτέρω επιχειρημάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, εάν γινόταν δεκτή η άποψη της Επιτροπής, θα κρινόταν παραδεκτή η προσφυγή μολονότι το καθού κράτος μέλος δεν θα μπορούσε πλέον να παύσει την παράβαση προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εκδίδοντας εσωτερικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που να έχουν την ίδια τυπική ισχύ με τις διατάξεις που η Επιτροπή φρονεί ότι αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο (19), δεδομένου ότι η παύση της υποτιθέμενης παραβάσεως θα εξηρτάτο κατ’ ανάγκην από την έκδοση αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων εφ’ όλων των προσφυγών που εκκρεμούσαν ενώπιόν τους κατά την ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη ημερομηνία, σύμφωνα με όσα ζητεί η Επιτροπή από το Δικαστήριο.
52. Γενικότερα, η προσέγγιση της Επιτροπής σημαίνει ότι η υποχρέωση που υπέχει το καθού κράτος μέλος συνίσταται όχι στην άρση της παραβάσεως, δεδομένου ότι τούτο είναι ανέφικτο ή εν πάση περιπτώσει αλυσιτελές, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη, αλλά στο να παύσει όλα τα έννομα αποτελέσματα που παρήγαγε η παράβαση που υποτίθεται ότι σημειώθηκε κατά το παρελθόν. Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή υπερακοντίζει τις αρμοδιότητες που παρέχει το άρθρο 226 ΕΚ στην Επιτροπή.
53. Βεβαίως, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι αναιρείται κάθε δυνατότητα της Επιτροπής να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους στο οποίο καταλογίζεται συγκεκριμένη παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
54. Τούτο θα συνέβαινε στην περίπτωση κατά την οποία, μολονότι η μικρής διαρκείας παράβαση και τα αποτελέσματά της έπαυσαν πριν τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, η Επιτροπή δεν θα είχε στην πράξη τον χρόνο να ολοκληρώσει την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία πριν από την παύση των παραβάσεων αυτών (20). Πράγματι, η κήρυξη της προσφυγής ως απαράδεκτης σε μία τέτοια περίπτωση θα ισοδυναμούσε με ανταμοιβή εκ του λόγου ότι η παράβαση ολοκληρώθηκε, ενόσω η Επιτροπή δεν μπορούσε να ενεργήσει πριν η παράβαση παύσει να υφίσταται και να εμποδίσει την επέλευση των αποτελεσμάτων της προσαπτόμενης παραβάσεως (21). Η προσφυγή δεν θα μπορούσε να κηρυχθεί απαράδεκτη ούτε και στην περίπτωση κατά την οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή είχε ενεργήσει εγκαίρως βάλλουσα κατά της προβαλλόμενης παραβάσεως (22).
55. Εντούτοις, φρονώ ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
56. Πράγματι, η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της δέκα και πλέον έτη μεταξύ της θεσπίσεως των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V και της τελευταίας καταληκτικής προθεσμίας της 30ής Απριλίου 1999, την οποία όριζε η διάταξη αυτή, προκειμένου να κινήσει και να ολοκληρώσει την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, πλην όμως δεν κίνησε τη διαδικασία αυτή, δια της αποστολής εγγράφου οχλήσεως, παρά μόνο στις 30 Οκτωβρίου 2000.
57. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε ότι μεσολάβησαν εμπόδια τα οποία δεν της επέτρεψαν να ολοκληρώσει, ή τουλάχιστον να κινήσει, την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία εντός της ως άνω προθεσμίας.
58. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι, λόγω ενδεχόμενης ασάφειας των διατάξεων του άρθρου 95, παράγραφος 10, του SGB V, δεν μπορούσε να έχει τη βεβαιότητα, κατά τον χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω διατάξεων, ότι θα αποκλείονταν από αυτές τις ευεργετικές διατάξεις οι καλυπτόμενες από την υποχρεωτική ασφάλιση ασθενείας άλλων κρατών μελών πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανία παροχές ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως, βεβαιότητα την οποία απέκτησε το πρώτον αφ’ ης στιγμής οι επιτροπές για τη χορήγηση αδειών ασκήσεως επαγγέλματος κλήθηκαν να εφαρμόσουν και να ερμηνεύσουν το άρθρο 95, παράγραφος 10, του SGB V υπό την ως άνω έννοια και ότι, ως εκ τούτου, η παράβαση δεν μπορούσε να διαπιστωθεί παρά μόνο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1999 και της 30ής Απριλίου 1999, περίοδο κατά την οποία οι επιτροπές χορηγήσεως αδειών ασκήσεως επαγγέλματος κλήθηκαν να αποφανθούν επί των αιτήσεων για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος και η οποία θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά σύντομη προκειμένου να ολοκληρωθεί η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία. Κατά τα λοιπά, επισημαίνω ότι η Επιτροπή δεν έχει καμία αμφιβολία ως προς την ερμηνεία της γραμματικής διατυπώσεως του άρθρου 95, παράγραφος 10, σημείο 3, του SGB V, καθό μέτρο αφορά αποκλειστικά την παρασχεθείσα σε εξωτερικά ιατρεία ψυχοθεραπευτική περίθαλψη που καλυπτόταν από τον νόμιμο εθνικό φορέα ασφαλίσεως ασθενείας, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
59. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε ούτε ότι η προσαπτόμενη παράβαση παρουσίαζε τέτοια περιπλοκότητα που μία προθεσμία σχεδόν δέκα και πλέον μηνών από της θεσπίσεως του άρθρου 95, παράγραφος 10, σημείο 3, του SGB V δεν αρκούσε για την κίνηση και την ολοκλήρωση της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας, προτού το εν λόγω άρθρο παραγάγει τα αποτελέσματα που του καταλογίζει η Επιτροπή.
60. Συνεπώς, φρονώ ότι η Επιτροπή μπορούσε να ενεργήσει εγκαίρως προκειμένου να αποτρέψει, μέσω των διαδικασιών που έχει στη διάθεσή της, το ενδεχόμενο να παραγάγει η προσαπτόμενη παράβαση τα αποτελέσματα που της αποδίδει.
61. Υπό τις περιστάσεις αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως ως απαράδεκτη.
62. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο συνταχθεί με την άποψη αυτή, φρονώ χρήσιμο να διευκρινίσω ότι η πρόταση αυτή ουδόλως θα έπρεπε να οδηγήσει τα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων εκκρεμούν οι προαναφερθείσες προσφυγές να συναγάγουν, άνευ υποβολής προδικαστικού ερωτήματος δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, οποιαδήποτε συνέπεια ως προς το βάσιμο της απόψεως την οποία προβάλλουν ενώπιόν τους οι ενδιαφερόμενοι ψυχοθεραπευτές, σχετικά με την αντίθεση των μεταβατικών διατάξεων του SGB V προς το κοινοτικό δίκαιο.
63. Αντιθέτως, αν το Δικαστήριο δεν συνταχθεί με την πρόταση να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση προσφυγή, εναπόκειται σε αυτό να αποφανθεί επί της βασιμότητας της προσαπτόμενης παραβάσεως.
64. Επομένως, επικουρικώς και μόνο θα εξετάσω εν συνεχεία τα ζητήματα ουσίας που θέτει η υπό κρίση υπόθεση.
Β – Επί της ουσίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
65. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V αποτελούν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και εισάγουν εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, διότι οι ψυχοθεραπευτές οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζουν οι επίμαχες μεταβατικές διατάξεις, άσκησαν ουσιαστικά το επάγγελμά τους παρέχοντας υπηρεσίες καλυπτόμενες από τα ταμεία υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποκλείονται από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις τους. Υπενθυμίζει ότι δύο εκ των καταγγελλόντων, για τους οποίους έγινε μνεία κατά προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, μολονότι εγκαταστάθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 95, παράγραφος 10, σημείο 3, του SGB V τριετή περίοδο, σε τόπο υποκείμενο, δυνάμει του οριστικού καθεστώτος του νόμου της 16ης Ιουνίου 1998, στις ποσοστώσεις ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες περιθάλψεως από 1ης Ιανουαρίου 1999, δεν μπόρεσαν να υπαχθούν στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου περί χορηγήσεως αδείας ασκήσεως επαγγέλματος ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές εκ του λόγου ότι δεν είχαν συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ωρών παροχής ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως κατά τη διάρκεια περιόδου τουλάχιστον έξι συναπτών μηνών στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας. Η Επιτροπή τονίζει ότι, ακόμη και αν αυτοί οι ψυχοθεραπευτές μπορούσαν, θεωρητικά, να εξακολουθήσουν την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους στον τόπο όπου εγκαταστάθηκαν κατά την ημερομηνία μεταβάσεώς τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εντούτοις δεν θα είχαν το δικαίωμα να παράσχουν υπηρεσίες περιθάλψεως ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές και, ως εκ τούτου, θα στερούνταν της μόνης δυνατότητας που θα μπορούσε να εξεταστεί σοβαρά προκειμένου να εκμεταλλευτούν το ιατρείο τους στον τόπο εγκαταστάσεως τον οποίον είχαν αρχικώς επιλέξει.
66. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η δυσμενής διάκριση καθίσταται ακόμη πιο εξόφθαλμη από το γεγονός ότι ένας Γερμανός ψυχοθεραπευτής, προκειμένου να επωφεληθεί από την εφαρμογή των ως άνω μεταβατικών διατάξεων του SGB V, δεν θα χρειαζόταν πάντοτε, στην πράξη, να έχει εργαστεί στην περιοχή στην οποία επιθυμεί να εγκατασταθεί. Με άλλα λόγια, άπαξ έχει παράσχει υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από το γερμανικό σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας κατά την περίοδο αναφοράς του άρθρου 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V και έχει συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ωρών περιθάλψεως, θα μπορούσε να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτές προκειμένου να ζητήσει να του χορηγηθεί άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ως συμβεβλημένος ψυχοθεραπευτής, ακόμη και στην περίπτωση που πρόκειται να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή. Τουλάχιστον, αυτή ήταν η πρακτική των αρμόδιων γερμανικών διοικητικών αρχών μέχρι της δημοσιεύσεως της ως άνω αποφάσεως του Bundessozialgericht.
67. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V μπορούν επίσης να αποτρέψουν τους Γερμανούς ψυχοθεραπευτές να εγκαταλείψουν αυτό το κράτος μέλος προκειμένου να κάνουν χρήση της ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V περίοδο αναφοράς.
68. Η Επιτροπή συνομολογεί ότι, στο πλαίσιο της γενικής αναδιοργανώσεως του επαγγέλματος του ψυχοθεραπευτή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων των ψυχοθεραπευτών που άσκησαν το επάγγελμά τους σε συγκεκριμένο τόπο αυτού του κράτους μέλους ήταν επιβεβλημένη από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.
69. Συνομολογεί επίσης ότι οι μεταβατικές διατάξεις μπορούν να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους σκοπούς, ήτοι, αφενός, να παράσχουν τη δυνατότητα της περαιτέρω ασκήσεως της δραστηριότητας των ψυχοθεραπευτών που είναι εγκατεστημένοι επί σειρά ετών σε γεωγραφικό τομέα ο οποίος πλέον υπόκειται, από 1ης Ιανουαρίου 1999, στις ποσοστώσεις λόγω πλεονάζουσας προσφοράς περιθάλψεως και, αφετέρου, να διασφαλίσουν ότι μόνον ένας περιορισμένος αριθμός ψυχοθεραπευτών θα επωφεληθεί από τις μεταβατικές διατάξεις του SGB V προκειμένου να μη διακυβευθεί ο κύριος σκοπός του νόμου της 16ης Ιουνίου 1998, ο οποίος συνίσταται στην πρόληψη της υπερπροσφοράς υπηρεσιών και τη διασφάλιση ομοιόμορφα κατανεμημένης στο σύνολο της Γερμανίας παροχής ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως από συμβεβλημένους ψυχοθεραπευτές.
70. Εντούτοις, η Επιτροπή φρονεί ότι ο περιορισμός του ευεργετήματος των μεταβατικών διατάξεων του SGB V στους αιτούντες, οι οποίοι είχαν ασκήσει προγενέστερη δραστηριότητα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V περίοδο αναφοράς, δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών.
71. Κατά την Επιτροπή, από την απόφαση Βλασσοπούλου (23) και από τις αποφάσεις που ακολούθησαν συνάγεται ότι οι ώρες τις οποίες έχουν εργαστεί αυτοί οι ψυχοθεραπευτές που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας του κράτους μέλους καταγωγής τους θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί εάν μπορούν να υπαχθούν στο ευνοϊκό καθεστώς των μεταβατικών διατάξεων του SGB V. Άπαξ η εθνική νομοθεσία θέτει ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην άσκηση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας ή για τη χορήγηση ενός πλεονεκτήματος, την πιστοποίηση μιας ορισμένης επαγγελματικής εμπειρίας, τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στο πλαίσιο του άρθρου 43 ΕΚ, να αγνοούν συστηματικά την επαγγελματική εμπειρία που αποκτήθηκε σε άλλα κράτη μέλη. Τούτο είναι σύμφωνο και με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 39 ΕΚ.
72. Επιπλέον, ο σκοπός των μεταβατικών διατάξεων του SGB V δεν θα διακυβευόταν αν παρεμφερείς ή ομοειδείς επαγγελματικές δραστηριότητες, τις οποίες άσκησαν ψυχοθεραπευτές σε άλλα κράτη μέλη, αναγνωριστούν ως προγενέστερες δραστηριότητες άξιες προστασίας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή φρονεί ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι ένας περιορισμένος αριθμός ψυχοθεραπευτών, που παρείχαν περίθαλψη στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V περίοδο αναφοράς, θίγονται από την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, αν λαμβάνονταν υπόψη οι περιπτώσεις αυτών των ψυχοθεραπευτών, θα διακυβευόταν ο σκοπός της προλήψεως της υπερπροσφοράς υπηρεσιών περιθάλψεως.
73. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η διασφάλιση παγιωμένων καταστάσεων για τις οποίες κρίνεται ότι χρήζουν προστασίας, ήτοι της καταστάσεως των ψυχοθεραπευτών που έχουν εγκατασταθεί σε περιοχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην οποία άσκησαν το επάγγελμά τους για ορισμένο χρονικό διάστημα υπό το καθεστώς της παροχής υπηρεσιών καλυπτόμενων από φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας. Με τη θέσπιση των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, ο εθνικός νομοθέτης μερίμνησε προκειμένου το οριστικό καθεστώς που εισήγαγε ο νόμος της 16ης Ιουνίου 1998 να μην υποχρεώνει τα πρόσωπα αυτά να μετακινηθούν και να χάσουν την πελατεία τους. Κατά την άποψή της, από την ίδια τη φύση των εν λόγω καταστάσεων προκύπτει ότι αυτές δεν θα μπορούσαν να διαμορφωθούν παρά μόνο σε συγκεκριμένο τόπο της Γερμανίας.
74. Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι η Επιτροπή, θεωρώντας ότι οι Γερμανοί ψυχοθεραπευτές μπορούσαν να υπαχθούν στο ευνοϊκό καθεστώς των μεταβατικών διατάξεων του SGB V ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίον επιθυμούσαν να εργαστούν έστω και αν δεν ήσαν εγκατεστημένοι σε αυτόν κατά το παρελθόν, ερμήνευσε εσφαλμένα την επίδικη νομοθεσία. Πέραν τούτου, μία τέτοια ερμηνεία θα αντέβαινε προς όσα δέχτηκε το Bundessozialgericht με την ως άνω απόφαση του, η οποία ορθώς στηρίζεται στους σκοπούς που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης προκειμένου να περιορίσει το ευεργέτημα των μεταβατικών διατάξεων του SGB V στους ψυχοθεραπευτές που παρείχαν περίθαλψη, κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V περίοδο αναφοράς, στον τόπο όπου υπέβαλαν την αίτησή τους για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως.
75. Μολονότι η Γερμανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι είναι δυνατόν ορισμένες άδειες ασκήσεως επαγγέλματος να χορηγήθηκαν σε ψυχοθεραπευτές εγκατεστημένους εντός της Γερμανίας χωρίς να τηρηθεί η προϋπόθεση της ταυτότητας μεταξύ του τόπου εντός του οποίου ο ψυχοθεραπευτής είχε κατά το παρελθόν παράσχει υπηρεσίες περιθάλψεως και του τόπου εντός του οποίου επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμά του από 1ης Ιανουαρίου 1999, πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες η επίδικη νομοθεσία εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Συνεπώς, αυτές οι παράνομα χορηγηθείσες άδειες δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση προκειμένου να προσαφθεί η αιτίαση της δυσμενούς διακρίσεως ψυχοθεραπευτών προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη.
76. Κατά τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εάν επρόκειτο να επεκταθεί το ευεργέτημα των μεταβατικών διατάξεων του SGB V στους ψυχοθεραπευτές οι οποίοι άσκησαν την επαγγελματική δραστηριότητά τους ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές σε άλλα κράτη μέλη, θα διαπιστωνόταν ότι τα πρόσωπα αυτά θα ευνοούνταν σε σχέση με τους εγκατεστημένους στη Γερμανία ψυχοθεραπευτές. Συγκεκριμένα, κατά την ανωτέρω κυβέρνηση, ψυχοθεραπευτής που εργάστηκε στο Έσσεν επί σειρά ετών βάσει του γερμανικού καθεστώτος για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος ως συμβεβλημένος ψυχοθεραπευτής και ο οποίος μεταβαίνει στο Μόναχο όπου δεν εργάστηκε παρά μόνο δύο μήνες κατά την περίοδο αναφοράς του άρθρου 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V δεν θα μπορούσε να εξακολουθήσει να υπάγεται σε αυτές τις ευνοϊκές ρυθμίσεις αν στην πόλη αυτή σημειωνόταν υπέρβαση των ποσοστώσεων, ενώ ένας ψυχοθεραπευτής που εργάστηκε σε πόλη άλλου κράτους μέλους υπό το καθεστώς της χορηγήσεως αδείας ασκήσεως επαγγέλματος του εν λόγω κράτους μέλους, ο οποίος θα μετέβαινε υπό τις αυτές συνθήκες στο Μόναχο, θα μπορούσε να διατηρήσει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ακόμη και στην περίπτωση που σημειωνόταν υπέρβαση των ποσοστώσεων στην πόλη αυτή.
77. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσθέτει ότι η ως άνω απόφαση Βλασσοπούλου δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων και επαγγελματικών προσόντων και τον συνυπολογισμό περιόδων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Πάντως, εν προκειμένω, ουδόλως προβλήθηκαν προσκόμματα στην πρόσβαση στο επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή, ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως, σε ψυχοθεραπευτές από άλλα κράτη μέλη ελλείψει επαγγελματικών προσόντων. Δεδομένου ότι η ουσιώδης προϋπόθεση της επίδικης νομοθεσίας ήταν η σταθερή εγκατάσταση του ψυχοθεραπευτή σε συγκεκριμένο τόπο εντός της Γερμανίας προκειμένου να καθοριστούν τα άξια προστασίας κεκτημένα δικαιώματα, δεν θα ήταν λυσιτελές, αντίθετα προς όσα προβάλλει η Επιτροπή, να ληφθεί υπόψη η επαγγελματική δραστηριότητα που ασκήθηκε στην αλλοδαπή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς του άρθρου 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V.
78. Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκει η επίδικη νομοθεσία, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει τέλος ότι η επέκταση του ευνοϊκού καθεστώτος των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, την οποία ζητεί η Επιτροπή, θα συνεπαγόταν αισθητή αύξηση της προσφοράς υπηρεσιών περιθάλψεως στις ζώνες του γερμανικού εδάφους που αποτελούν το αντικείμενο του σχεδιασμού.
2. Εκτίμηση
α) Εισαγωγικές παρατηρήσεις
79. Όπως εύστοχα συνόψισε την κατάσταση η γενική εισαγγελέας Stix-Hackl με τις προτάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2001 επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ισπανίας (24), τα κράτη μέλη, δεσμευόμενα από τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, υποβάλλουν εν γένει τους μη μισθωτούς εργαζομένους σε διάφορες ρυθμίσεις της αγοράς οι οποίες ρυθμίζουν είτε τη δραστηριότητα αυτών των μετεχόντων στην αγορά, είτε, σε προγενέστερο στάδιο, την πρόσβαση στην αγορά βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων. Μεταξύ των ρυθμίσεων που αφορούν την πρόσβαση στην αγορά υπάρχουν είτε ποσοτικοί περιορισμοί προσβάσεως στην αγορά, όπως είναι μεταξύ άλλων οι προϋποθέσεις για τα ελάχιστα επαγγελματικά προσόντα των μετεχόντων στην αγορά, είτε ποιοτικοί περιορισμοί υπό τη μορφή, π.χ., αδειών ή ποσοστώσεων.
80. Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι η προσαπτόμενη παράβαση δεν αφορά τις ποιοτικές προϋποθέσεις της προσβάσεως στην αγορά σε σχέση με τα επαγγελματικά προσόντα των ψυχοθεραπευτών, επάγγελμα το οποίο διέπεται, όπως επισήμανε η Επιτροπή με το δικόγραφο της προσφυγής της, από ένα γενικό σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως των επαγγελματικών τίτλων το οποίο προβλέπει η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (25), καθώς και η οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48 (26).
81. Η Επιτροπή δεν αιτιάται άμεσα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για το ότι εισήγαγε από 1ης Ιανουαρίου 1999 ποσοτικούς περιορισμούς υπό τη μορφή ποσοστώσεων σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες περιθάλψεως στην πρόσβαση στο επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή.
82. Αντιθέτως, προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι απέκλεισε από το ευνοϊκό καθεστώς των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, που προηγήθηκαν της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω συστήματος των ποσοστώσεων και προέβλεπαν μία περιορισμένη παρέκκλιση από το σύστημα αυτό προκειμένου να διαφυλαχθούν τα κεκτημένα δικαιώματα ορισμένων ψυχοθεραπευτών, τους ψυχοθεραπευτές οι οποίοι παρείχαν κατ’ ουσίαν υπηρεσίες περιθάλψεως σε εξωτερικά ιατρεία, κατά την περίοδο που προέβλεπαν οι εν λόγω μεταβατικές διατάξεις, στο πλαίσιο των ταμείων υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών.
83. Συνεπώς, οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος σε ψυχοθεραπευτές των οποίων τα επαγγελματικά προσόντα αναγνωρίζονται στη Γερμανία κατά παρέκκλιση από το σύστημα των ποσοστώσεων που άρχισε να εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 1999 με τον νόμο της 16ης Ιουνίου 1998. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν αποτελούν αντικείμενο κοινοτικής εναρμονίσεως. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, κατ’ αρχήν, να είναι αρμόδια για τον καθορισμό τους. Εντούτοις, κατά τη νομολογία, πρέπει να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή σεβόμενα τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη (27), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ελευθερία εγκαταστάσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 43 ΕΚ.
84. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι μεταβατικές διατάξεις συνιστούν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως τον οποίον δεν μπορούν να δικαιολογήσουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος.
β) Επί της υπάρξεως περιορισμού στην ελευθερία εγκαταστάσεως
85. Όπως συνοψίζει την κατάσταση η Επιτροπή, χωρίς να την αντικρούει στο σημείο αυτό η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι ψυχοθεραπευτές που μπορούν να υπαχθούν στο ευνοϊκό καθεστώς που εισήγαγαν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V περιορίζονται σε όσους, κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 95, παράγραφοι 10, σημείο 3, και 11, σημείο 3, του SGB V περίοδο αναφοράς, είτε περιέθαλψαν στη Γερμανία ασθενείς στο πλαίσιο του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας αυτού του κράτους μέλους είτε περιέθαλψαν ασθενείς σε άλλα κράτη μέλη στον βαθμό που αυτές οι υπηρεσίες περιθάλψεως καλύπτονταν από το γερμανικό σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, για την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί (28).
86. Αντιθέτως, εξαιρούνται από το ευνοϊκό καθεστώς των διατάξεων αυτών, αφενός, όλοι οι ψυχοθεραπευτές που εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία μετά τις 24 Ιουνίου 1997 και πριν τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ήτοι στις 31 Δεκεμβρίου 1998, και, αφετέρου, όλοι οι ψυχοθεραπευτές οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, αλλά μόνον από τον Ιανουάριο του 1997, και ως εκ τούτου δεν μπόρεσαν να συμπληρώσουν τις απαιτούμενες 250 ώρες κατά τη διάρκεια μιας συνεχόμενης περιόδου 6 έως 12 μηνών, δεδομένου ότι η περίοδος αναφοράς έληξε στις 24 Ιουνίου 1997, πράγμα το οποίο, εξ ορισμού, στερούσε τους ψυχοθεραπευτές αυτούς από τη δυνατότητα να συμπληρώσουν 6 συναπτούς μήνες υπό το γερμανικό καθεστώς περί χορηγήσεως αδείας για παροχή υπηρεσιών ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως καλυπτόμενων από φορέα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας.
87. Κατά τη νομολογία, το άρθρο 43 ΕΚ απαγορεύει κάθε εθνική διάταξη η οποία μπορεί να περιαγάγει τους υπηκόους άλλων κρατών μελών σε μειονεκτική νομική ή πραγματική κατάσταση σε σχέση προς την κατάσταση που δημιουργείται, υπό τις ίδιες περιστάσεις, για υπήκοο του κράτους μέλους (29). Το άρθρο αυτό επιβάλλει επίσης την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ήτοι την κατάργηση όλων των μέτρων που απαγορεύουν, καθιστούν δυσχερέστερη ή λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής (30).
88. Εν προκειμένω, όπως παραδέχεται η Επιτροπή, οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V ουδόλως απαγορεύουν στους ψυχοθεραπευτές, που παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως κατά την περίοδο αναφοράς στο πλαίσιο ουσιαστικά του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών πλην της Γερμανίας, να εγκαθίστανται ή να διατηρούν την εγκατάστασή τους στο κράτος μέλος αυτό.
89. Αντιθέτως, προκειμένου οι επαγγελματίες αυτοί να μπορούν να διατηρήσουν την εγκατάστασή τους στον τόπο της επιλογής τους ο οποίος διέπεται, από 1ης Ιανουαρίου 1999, από το καθεστώς των ποσοστώσεων βάσει των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως, πρέπει να είχαν παράσχει τις υπηρεσίες τους περιθάλψεως στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας υπό τις προβλεπόμενες στο άρθρο 95, παράγραφοι 10 και 11, του SGB V προϋποθέσεις.
90. Πάντως, μία τέτοια ρύθμιση τοποθετεί τους ψυχοθεραπευτές που παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως στο πλαίσιο των ταμείων ασφαλίσεως ασθενείας των λοιπών κρατών μελών σε μία δυσμενή πραγματική κατάσταση σε σχέση με τους ψυχοθεραπευτές οι οποίοι παρείχαν της αυτής φύσεως υπηρεσίες περιθάλψεως στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις των καταγγελλόντων που μνημονεύονται στα υπομνήματα των διαδίκων, οι πρώτοι θα προέρχονται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, από άλλα κράτη μέλη πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενώ οι δεύτεροι θα είναι, κατά κανόνα, Γερμανοί υπήκοοι.
91. Εν πάση περιπτώσει, μία τέτοια ρύθμιση καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Πράγματι, ένας ψυχοθεραπευτής ο οποίος παρέσχε υπηρεσίες περιθάλψεως ουσιαστικά καλυπτόμενες από ταμεία ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς δεν θα μπορεί να διατηρήσει την εγκατάστασή του στη Γερμανία στον τόπο επιλογής του, τόπο στον οποίο διαπιστώθηκε υπερπροσφορά υπηρεσιών περιθάλψεως και για τον οποίον εισήχθησαν ποσοστώσεις από 1ης Ιανουαρίου 1999, παρά μόνον αν ο ψυχοθεραπευτής αυτός παρέχει υπηρεσίες περιθάλψεως που δεν καλύπτονται από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας, γεγονός που καθιστά την παροχή υπηρεσιών περιθάλψεως περισσότερο δαπανηρή για τους ασθενείς.
92. Μολονότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V μπορούν να παράγουν ένα παρεμφερές αποτέλεσμα επί της καταστάσεως των Γερμανών ψυχοθεραπευτών οι οποίοι δεν παρείχαν ή δεν παρείχαν αρκούντως υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από τα γερμανικά ταμεία ασφαλίσεως ασθενείας κατά την περίοδο αναφοράς, η άρνηση να ληφθούν υπόψη οι υπηρεσίες περιθάλψεως που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών, η οποία, ουσιαστικά, θα επηρεάσει ως επί το πλείστον τους ψυχοθεραπευτές που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών πλην αυτών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V αποτελούν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως.
93. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η άρνηση αυτή είναι εξίσου αδικαιολόγητη και σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
γ) Επί της δικαιολογίας που προβάλλεται για τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως
94. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως που διασφαλίζει η Συνθήκη δικαιολογούνται μόνο στην περίπτωση που συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού (31).
95. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο σκοπός που επιδιώκουν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V είναι διττός. Αφενός, σκοπούν να παράσχουν τη δυνατότητα στους ψυχοθεραπευτές οι οποίοι, στο παρελθόν, εγκατέστησαν ιατρείο στη Γερμανία, να εξακολουθήσουν, για λόγους προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την άσκηση της δραστηριότητάς τους παρά την υπερπροσφορά που διαπιστώνεται σε τόπο ο οποίος υπόκειται από 1ης Ιανουαρίου 1999 στις ποσοστώσεις. Αφετέρου, οι διατάξεις αυτές σκοπούν να διασφαλίσουν, μέσω των προϋποθέσεων που τάσσουν, ότι μόνον ένας περιορισμένος αριθμός ψυχοθεραπευτών θα μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα να λάβει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως, διότι άλλως δεν θα επιτυγχανόταν ο κύριος σκοπός του οριστικού συστήματος που εισήγαγε ο νόμος της 16ης Ιουνίου 1998, ήτοι ο σκοπός της προλήψεως της υπερπροσφοράς και της διασφαλίσεως της ομοιόμορφης καθόλη την έκταση της ομοσπονδιακής επικράτειας προσφοράς ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως στους ασφαλισμένους του συστήματος υποχρεωτικής ασφαλίσεως ασθενείας.
96. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή συνομολογεί ότι η προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ψυχοθεραπευτών οι οποίοι, στο παρελθόν, άσκησαν το επάγγελμά τους σε τόπο ο οποίος υπόκειται πλέον στις ποσοστώσεις από 1ης Ιανουαρίου 1999, που αποτέλεσε την κύρια αιτία για την έκδοση των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος .
97. Εξάλλου, ορθότατα η Επιτροπή επισημαίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιδιώκουν τέτοιους σκοπούς γενικού συμφέροντος.
98. Συναφώς, όσον αφορά την κοινοτική ρύθμιση, το Δικαστήριο διευκρίνισε, αφενός, ότι οι ουσιαστικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να ερμηνεύονται ως έχοντες εφαρμογή επί καταστάσεων που έχουν ήδη διαμορφωθεί προ της ενάρξεως της ισχύος τους, μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωσή τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί αναδρομική ισχύς (32) και, αφετέρου, ότι, μολονότι δεν δικαιολογείται η εμπιστοσύνη του ιδιώτη ότι ουδόλως θα τροποποιηθεί η νομοθεσία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτεί όπως ο νομοθέτης λαμβάνει υπόψη την ειδική κατάσταση των επιχειρηματιών και να προβλέπει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, προσαρμογές κατά την εφαρμογή των νέων νομικών κανόνων (33).
99. Στην ανωτέρω συνάφεια, ο κοινοτικός δικαστής κλήθηκε όχι μόνο να εξετάσει αν οι πράξεις που εξέδωσαν τα κοινοτικά όργανα διασφάλιζαν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που είχαν αποκτήσει ιδιώτες δυνάμει του νομικού καθεστώς που ίσχυε πριν τεθούν σε ισχύ οι νέες διατάξεις που εισήγαγαν οι πράξεις αυτές (34), αλλά επίσης να εξετάσει αν, σύμφωνα με την υποχρέωση που επέβαλε η οδηγία, ένα κράτος μέλος είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταβατική προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων τρίτων σε σχέση με την αναπαραγωγή και τη διανομή μουσικών έργων, τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως επί των οποίων κατέστησαν κοινό κτήμα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας η οποία ίσχυε μέχρι της λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά των οποίων η προστασία είχε αναβιώσει, συνεπεία παρατάσεως της διάρκειας προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας και από της ενάρξεως της ισχύος της (35).
100. Συνεπώς, φρονώ ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει, όπως εν προκειμένω, σε κράτος μέλος, στο πλαίσιο της ασκήσεως της αρμοδιότητας που εξακολουθεί να έχει, να επιχειρεί, δια της θεσπίσεως μεταβατικών διατάξεων, να περιορίσει τα αρνητικά αποτελέσματα τα οποία απορρέουν από την έναρξη της ισχύος νομοθεσίας η οποία εισήγαγε ένα οριστικό καθεστώς ποσοστώσεων για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος διαφυλάσσοντας τις καταστάσεις που είχαν διαμορφωθεί από ορισμένους μετέχοντες στην αγορά πριν από την έναρξη της ισχύος αυτής της νέας νομοθεσίας, οι οποίοι πληρούν τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που προβλέπουν οι εν λόγω μεταβατικές διατάξεις, και άνευ της συνδρομής των οποίων οι εν λόγω μετέχοντες στην αγορά θα έπρεπε να παύσουν να εκμεταλλεύονται τα ιατρεία τους υπό το καθεστώς στο οποίο υπάγονταν ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές στον τόπο στον οποίον ήσαν εγκατεστημένοι.
101. Πρέπει επίσης να παρατηρήσω ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V μπορούν να διασφαλίσουν την επίτευξη του διττού σκοπού που περιέγραψα στο σημείο 95 ανωτέρω. Ειδικότερα, η Επιτροπή δέχεται –και ορθώς κατά την άποψή μου– ότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V, κάνοντας μνεία στη συμπεριφορά των ψυχοθεραπευτών πριν από την έναρξη της ισχύος του οριστικού καθεστώτος των ποσοστώσεων το οποίο εισήγαγε ο νόμος της 16ης Ιουνίου 1998, ήτοι στη συμμετοχή στην παροχή ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, προλαμβάνουν οποιαδήποτε απόπειρα των ενδιαφερομένων να σπεύσουν να συμμορφωθούν, λίγο πριν ή ακόμη και κατά την έναρξη της ισχύος της νομοθεσίας η οποία εισάγει το εν λόγω καθεστώς των ποσοστώσεων, με τις προϋποθέσεις που παρέχουν δικαίωμα για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως. Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή, ο κύκλος των δικαιούχων περιορίζεται ως εκ τούτου στους ψυχοθεραπευτές οι οποίοι δεν συμμορφώθηκαν επί τούτου με τη νέα νομοθεσία, αλλά οι οποίοι εργάζονταν ήδη ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές κατά το παρελθόν, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου επί του επαγγέλματός τους καθεστώτος ποσοστώσεων το οποίο επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1999.
102. Αντιθέτως, το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς είναι αν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V συνάδουν ή όχι με την αρχή της αναλογικότητας.
103. Η Επιτροπή φρονεί ότι η εφαρμογή του ευνοϊκού καθεστώτος των μεταβατικών διατάξεων του SGB V επί των ψυχοθεραπευτών που παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως κατά την περίοδο αναφοράς, στο πλαίσιο των ταμείων ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών, δεν θα διακύβευε τον διττό σκοπό που επιδιώκει η γερμανική νομοθεσία. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ουδόλως απέδειξε ότι αυτή θα ήταν η συνέπεια τυχόν αναγνωρίσεως του ευνοϊκού καθεστώτος των επίδικων διατάξεων στους εν λόγω ψυχοθεραπευτές.
104. Η επιχειρηματολογία που προβάλλει η Επιτροπή για να καταλήξει στη διαπίστωση αυτή δεν είναι πειστική.
105. Βεβαίως, αντιλαμβάνομαι τη γενική συλλογιστική της βάσει τη οποίας, υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας νομολογίας Βλασσοπούλου σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων και επαγγελματικών προσόντων, καθώς και υπό το πρίσμα της νομολογίας που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 39 ΕΚ (36), η άσκηση συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου σε άλλο κράτος μέλος, παρεμφερούς προς αυτήν που ασκήθηκε κατά την ίδια χρονική περίοδο στη Γερμανία, δεν θα πρέπει να μη λαμβάνεται υπόψη αφ’ ης στιγμής η εθνική νομοθεσία, της οποίας η εφαρμογή αποτελεί εν προκειμένω το αντικείμενο της διαφοράς, θέτει, μεταξύ άλλων, ως προϋπόθεση για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την άσκηση αυτής της επαγγελματικής δραστηριότητας στη Γερμανία.
106. Εντούτοις, ο έλεγχος του αν ένα συγκεκριμένο εθνικό μέτρο συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας πρέπει να πραγματοποιείται in concreto σε σχέση με τους ακριβείς σκοπούς που επιδιώκει το μέτρο αυτό. Κατά την άποψή μου, ο έλεγχος αυτός συνεπάγεται επίσης ότι τα εναλλακτικά μέτρα που ενδεχομένως περιορίζουν σε μικρότερο βαθμό την ελευθερία εγκαταστάσεως, τα οποία προτείνει η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, μπορούν να επιτύχουν πλήρως (37) ή, τουλάχιστον, εξίσου αποτελεσματικά (38), τους σκοπούς που επιδιώκει το επίμαχο εθνικό μέτρο. Εάν τούτο δεν συμβαίνει, δεν γίνεται δεκτό το επίπεδο προστασίας που επιδιώκει το καθού κράτος μέλος.
107. Πάντως, εν προκειμένω, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η Επιτροπή φαίνεται να παραβλέπει πολλαπλώς την προσέγγιση αυτή.
108. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζω ότι οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V ουδόλως απαγορεύουν σε ψυχοθεραπευτή εγκατεστημένο στη Γερμανία πριν τις 31 Δεκεμβρίου 1998, ο οποίος παρέχει κατά την περίοδο αναφοράς υπηρεσίες περιθάλψεως στο πλαίσιο των ταμείων ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών, να εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμά του στο πρώτο κράτος μέλος, είτε στον τόπο τον οποίον αρχικά είχε επιλέξει για να εγκαταστήσει το ιατρείο του, αλλά όχι ως συμβεβλημένος ψυχοθεραπευτής, είτε σε άλλο τόπο στη Γερμανία, που δεν υπόκειται στο καθεστώς των ποσοστώσεων το οποίο εισήχθη από 1ης Ιανουαρίου 1999, στο πλαίσιο των γερμανικών ταμείων ασφαλίσεως ασθενείας.
109. Ακολούθως, αντίθετα προς όσα επικουρικώς προβάλλει η Επιτροπή, δεν είναι αδιάφορο για τον έλεγχο του αν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας το γεγονός ότι το πεδίο εφαρμογής τους περιορίζεται στον ίδιο τόπο δραστηριοτήτων για τον οποίο ένας ψυχοθεραπευτής ζητεί να του δοθεί η δυνατότητα να παράσχει υπηρεσίες περιθάλψεως ως συμβεβλημένος ψυχοθεραπευτής, ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως, από 1ης Ιανουαρίου 1999, ήτοι στον τόπο όπου βρίσκεται το ιατρείο του.
110. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, το ζητούμενο ήταν να παρασχεθεί στους ψυχοθεραπευτές η δυνατότητα να εξακολουθήσουν να ασκούν το επάγγελμά τους ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές, προκειμένου να διαφυλάξουν τα κεκτημένα δικαιώματά τους, μολονότι ήσαν εγκατεστημένοι σε τόπο στον οποίο οι πραγματικές ανάγκες περιθάλψεως είχαν καλυφθεί ή υπερκαλυφθεί και από τον οποίο, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να μεταφέρουν το ιατρείο τους ή να παύσουν να εργάζονται ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές λόγω της εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων από 1ης Ιανουαρίου 1999.
111. Πάντως, όπως εκθέτει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τα δικαιώματα αυτά δεν θα μπορούσαν να αποκτηθούν και, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν άξια προστασίας παρά μόνον αν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, οι εν λόγω επαγγελματίες είχαν παράσχει υπηρεσίες ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως εντός του ιδίου τόπου σε σχέση με τον οποίον υπέβαλαν αίτηση προκειμένου να εξακολουθήσουν τη δραστηριότητά τους ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές από 1ης Ιανουαρίου 1999. Αυτή ακριβώς η ερμηνεία των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκει ο Γερμανός νομοθέτης, επικύρωσε η ως άνω απόφαση του Bundessozialgericht της 8ης Νοεμβρίου 2000.
112. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ασκεί επιρροή το αν παρασχέθηκαν υπηρεσίες ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, σε άλλο τόπο, είτε στη Γερμανία είτε σε άλλο κράτος μέλος, πέραν του τόπου σε σχέση με τον οποίον ζητήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1999 η άδεια παροχής υπηρεσιών περιθάλψεως καλυπτόμενων από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας, ανεξαρτήτως των πραγματικών αναγκών περιθάλψεως.
113. Εξάλλου, αυτός είναι μεταξύ άλλων ο λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση η λύση που επέλεξε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 26ης Ιουνίου 2001, Επιτροπή κατά Ιταλίας, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το καθού κράτος μέλος, μη εξασφαλίζοντας την αναγνώριση των κεκτημένων δικαιωμάτων στους πρώην λέκτορες ξένων γλωσσών, νυν γλωσσικών συνεργατών και ειδικών μητρικής γλώσσας, ενώ η αναγνώριση αυτή εξασφαλίζεται στο σύνολο των λοιπών ημεδαπών εργαζομένων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (39).
114. Κατά την άποψή μου, η εκτίμηση που εκτίθεται στη σκέψη 112 ανωτέρω δεν αναιρείται από το γεγονός, το οποίο επικαλείται η Επιτροπή με τα υπομνήματά της, ότι ορισμένες επιτροπές χορηγήσεως αδείας ασκήσεως επαγγέλματος δέχτηκαν, πριν από την ως άνω απόφαση του Bundessozialgericht, ορισμένες αιτήσεις τις οποίες υπέβαλαν ψυχοθεραπευτές οι οποίοι δεν είχαν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς παράσχει υπηρεσίες περιθάλψεως στον τόπο σε σχέση με τον οποίον υπέβαλαν αίτηση ασκήσεως επαγγέλματος ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές, από 1ης Ιανουαρίου 1999, και με τις οποίες ζητούσαν να εξακολουθήσουν την άσκηση του επαγγέλματός τους ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές παρά την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τόπο στον οποίον ήσαν εγκατεστημένα τα αντίστοιχα ιατρεία τους.
115. Πράγματι, και ανεξαρτήτως της ακρίβειας των ισχυρισμών της Επιτροπής, η επιχειρηματολογία αυτή θα ισοδυναμούσε με το να απαιτείται από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να επεκτείνει στους κοινοτικούς υπηκόους την ισχύ ατομικών διοικητικών αποφάσεων τις οποίες, και η ίδια φρονεί, ότι είναι παράνομες βάσει του σκοπού που επιδιώκει ο Γερμανός νομοθέτης, τον οποίο επικύρωσε η ως άνω απόφαση του Bundessozialgericht, της οποίας οι ερμηνευτικές εκτιμήσεις αποτελούν ex tunc αναπόσπαστο μέρος των μεταβατικών διατάξεων του SGB V.
116. Εξάλλου, όπως ορθώς παρατήρησε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η αποδοχή της απόψεως της Επιτροπής θα κατέληγε να γίνει δεκτό ότι αυτή μπορεί να υποκαταστήσει τους σκοπούς που επιδιώκει η εθνική νομοθεσία με τον δικό της ευρύτερο σκοπό, ο οποίος συνίσταται στη διαφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων των ψυχοθεραπευτών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς σε τόπους διαφορετικούς από αυτούς σε σχέση με τους οποίους οι επαγγελματίες αυτοί μπορούν να υπαχθούν στις ευνοϊκές ρυθμίσεις περί μη υπαγωγής στο καθεστώς των ποσοστώσεων το οποίο εισήχθη από 1ης Ιανουαρίου 1999, ήτοι σε τόπους της Γερμανίας στους οποίους ευρίσκονται τα αντίστοιχα ιατρεία τους.
117. Αν ληφθούν υπόψη μεταξύ άλλων οι αρμοδιότητες τις οποίες έχει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 226 ΕΚ, ασφαλώς δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα μιας τέτοιας υποκαταστάσεως.
118. Τέλος, ακόμη και αν γίνει δεκτό, όπως προτείνει η Επιτροπή, ότι η επέκταση της εφαρμογής των ευνοϊκών ρυθμίσεων των μεταβατικών διατάξεων του SGB V επί των ψυχοθεραπευτών οι οποίοι παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας σε άλλα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς έχει σημασία και ότι αποτελεί εναλλακτικό μέτρο το οποίο περιορίζει σε μικρότερο βαθμό την ελευθερία εγκαταστάσεως, εντούτοις θα αποδεικνυόταν απρόσφορο προκειμένου να επιτευχθεί πλήρως, ή τουλάχιστον με την ίδια αποτελεσματικότητα, ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων.
119. Πράγματι, ένα τέτοιο εναλλακτικό μέτρο θα είχε ως συνέπεια να αυξηθεί ο αριθμός των ψυχοθεραπευτών οι οποίοι θα μπορούσαν να παράσχουν υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας στους τόπους όπου βρίσκονται τα αντίστοιχα ιατρεία τους, κατά παρέκκλιση του καθεστώτος των ποσοστώσεων το οποίο εισήχθη για τους τόπους αυτούς από 1ης Ιανουαρίου 1999. Το μέτρο αυτό θα ισοδυναμούσε με έμμεση αμφισβήτηση του καθεστώτος των ποσοστώσεων που εισήχθη από 1ης Ιανουαρίου 1999, μολονότι το αντικείμενο της υπό κρίσης προσφυγής δεν αφορά το κατά πόσον το καθεστώς αυτό συνάδει με την ελευθερία εγκαταστάσεως.
120. Βεβαίως, θα μπορούσε «να υποτεθεί», όπως προτείνει η Επιτροπή, ότι η επέκταση του ευνοϊκού καθεστώτος που εισήγαγαν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V επί των ψυχοθεραπευτών που παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από φορέα ασφαλίσεως ασθενείας σε άλλα κράτη μέλη δεν θα «έθετε σε κίνδυνο» τους σκοπούς των εν λόγω διατάξεων.
121. Εντούτοις, ανεξαρτήτως του αν, στη συνάφεια αυτή, μία απλή υπόθεση συνιστά επαρκή απόδειξη ότι συντρέχει πραγματική παράβαση των κοινοτικών διατάξεων, το βάρος της οποίας φέρει η Επιτροπή στο πλαίσιο του άρθρου 226 ΕΚ (40), η διακύβευση των σκοπών του Γερμανού νομοθέτη δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αποτελέσει λυσιτελές κριτήριο προς διαπίστωση του αν τα εναλλακτικά μέτρα που προτείνει η Επιτροπή είναι πρόσφορα σε σχέση με τους εν λόγω σκοπούς.
122. Τούτο δεν είναι το κριτήριο που επέλεξε το Δικαστήριο το οποίο εξέτασε, και στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αν η επέκταση ενός δικονομικού δικαιώματος, που προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους υπέρ ορισμένων εκ των υπηκόων της, σε υπηκόους άλλων κρατών μελών που ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας θα έθιγε τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω νομοθεσία (41).
123. Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, φρονώ ότι, βάσει της προαναφερθείσας στην ανωτέρω σκέψη 106 νομολογίας, τα εναλλακτικά μέτρα τα οποία η Επιτροπή προτείνει πρέπει να μπορούν να επιτύχουν με την ίδια αποτελεσματικότητα τους σκοπούς γενικού συμφέροντος της εθνικής νομοθεσίας η οποία φέρεται αντιβαίνουσα στο κοινοτικό δίκαιο.
124. Δέχομαι ευχαρίστως ότι, όπως ακριβώς προτείνει η Επιτροπή, η αποδοχή της επιχειρηματολογίας της σχετικά με την επέκταση της ισχύος των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, που εισάγουν παρέκκλιση από το καθεστώς των ποσοστώσεων που εισήχθη από 1ης Ιανουαρίου 1999, επί των κοινοτικών υπηκόων θα είχε περιορισμένες συνέπειες επί του καθεστώτος αυτού.
125. Πάντως, το γεγονός αυτό απορρέει από το ότι η προσαπτόμενη παράβαση σημειώθηκε στο παρελθόν, πράγμα το οποίο, όπως προτείνω κυρίως, θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής ως απαράδεκτης.
126. Προσθέτω ότι, μολονότι η Επιτροπή είχε κινήσει την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία ενόσω εξακολουθούσαν να ισχύουν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V, είναι πιθανόν η επέκταση του ευνοϊκού καθεστώτος των εν λόγω διατάξεων στους κοινοτικούς υπηκόους που παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από φορείς ασφαλίσεως ασθενείας σε άλλα κράτη μέλη κατά την περίοδο αναφοράς να είχε ως συνέπεια, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, μία πιο εκτεταμένη, ή ακόμη και αισθητή, αλλοίωση αυτού του καθεστώτος των ποσοστώσεων. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι η προσαπτόμενη παράβαση είχε λήξει, η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία και τα υπομνήματα των διαδίκων αναφέρουν άλλες περιπτώσεις ψυχοθεραπευτών που παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως καλυπτόμενες από φορείς ασφαλίσεως ασθενείας σε άλλα κράτη μέλη για τους οποίους θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα επεκτάσεως των μεταβατικών διατάξεων του SGB V.
127. Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή συνομολόγησε με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι η προσφορά ψυχοθεραπευτικής περιθάλψεως σύμφωνης με τις πραγματικές ανάγκες δεν θα μπορούσε, εντός του ορατού μέλλοντος, να στεφθεί με επιτυχία παρά μόνον αν ο αριθμός των πιθανών αιτούντων τους οποίους ευνοούσαν οι μεταβατικές διατάξεις του SGB V μπορούσε να προσδιορισθεί (42). Πάντως, η Επιτροπή παρέλειψε να εξηγήσει με ποιον τρόπο η εν λόγω προϋπόθεση περί προσδιορισμού του αριθμού των πιθανών αιτούντων θα μπορούσε να πληρωθεί εξίσου αποτελεσματικά με τη λήψη ενός μέτρου το οποίο θα απαιτούσε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να συνεκτιμά την επαγγελματική δραστηριότητα, ισοδύναμη ή παρεμφερή, που άσκησαν κοινοτικοί υπήκοοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν ή είχαν την πρόθεση να εγκατασταθούν στη Γερμανία πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998 και οι οποίοι παρείχαν υπηρεσίες περιθάλψεως ως συμβεβλημένοι ψυχοθεραπευτές κατά την περίοδο αναφοράς στο πλαίσιο των ταμείων ασφαλίσεως ασθενείας άλλων κρατών μελών.
128. Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδίωξε ο Γερμανός νομοθέτης με την έκδοση των μεταβατικών διατάξεων του SGB V, φρονώ ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υπήρχε εναλλακτικό μέτρο λιγότερο περιοριστικό της ελευθερίας εγκαταστάσεως δυνάμενο να επιτύχει εξίσου αποτελεσματικά τους εν λόγω σκοπούς.
129. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή, η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας τις μεταβατικές διατάξεις του SGB V, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 43 ΕΚ.
130. Ως εκ τούτου, προτείνω επικουρικώς να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
131. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, εν απουσία αιτημάτων ως προς τα δικαστικά έξοδα, κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του. Μολονότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής, κατά την άποψή μου, πρέπει να απορριφθούν, εντούτοις δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του.
VII – Πρόταση
132. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – BGBl 1998 I, σ. 1311.
3 – Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-1025, σκέψη 23), της 2ας Ιουνίου 2005, C‑394/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I-4713, σκέψεις 14 και 15), και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C-33/04, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I‑10629, σκέψη 65).
4 – Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προπαρατεθείσα (σκέψεις 66 και 67, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
5 – Βλ., π.χ., αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2004, C‑9/02, De Lasteyrie du Saillant, (Συλλογή 2004, σ. I‑2409, σκέψη 43), και της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C‑170/05, Denkavit Internationaal και Denkavit France (Συλλογή 2006, σ. Ι-11949, σκέψη 50).
6 – Βλ. σημεία 11 και 15 του δικογράφου της προσφυγής.
7 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 23), Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψεις 14 και 15), και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (σκέψη 65) (η υπογράμμιση δική μου).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1992, C‑362/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1992, σ. I‑2353, σκέψη 9), και της 27ης Οκτωβρίου 2005, C‑525/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I‑9405, σκέψη 13).
9 – Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1992, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 10), και της 27ης Οκτωβρίου 2005, Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 14, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
10 – Βλ. προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-237/05, Επιτροπή κατά Ελλάδας (απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007), σημεία 62 και 63.
11 – Βλ., επ’ αυτού, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 26ης Φεβρουαρίου 1992 επί της υποθέσεως C-362/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα, σημείο 12).
12 – Βλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-439/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑305, σκέψεις 15 έως 17). Αντικείμενο της υποθέσεως αυτής ήταν η ύπαρξη απαραδέκτου εν μέρει στον βαθμό που η προσφυγή λόγω παραβάσεως αφορούσε δύο περιφερειακούς νόμους περί πανηγύρεων, εκθέσεων και αγορών.
13 – Προπαρατεθείσες προτάσεις (σημείο 63).
14 – Προπαρατεθείσα απόφαση (υποσημείωση 9).
15 – Όπ.π. (σκέψεις 15 και 16).
16 – Όπ.π. (σκέψεις 6, 11 και 16).
17 – Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 26 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs επί της ανωτέρω υποθέσεως, είχε συναφθεί σύμβαση αγοράς δύο ελικοπτέρων κατ’ εφαρμογήν του επίδικου διατάγματος, η δε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ήταν εν εξελίξει κατά την ημερομηνία λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
18 – Βλ. σημείο 74 του δικογράφου της προσφυγής. Βλ., επίσης, σημείο 48 του δικογράφου της προσφυγής όπου η Επιτροπή τονίζει ότι κάθε κοινοτικός υπήκοος «ο οποίος [είχε] εγκαταστήσει ή επιθυμούσε να εγκαταστήσει ιατρείο στη Γερμανία μεταξύ του 1997 και του τέλους του 1998 διέτρεχε τον κίνδυνο να υποχρεωθεί να κλείσει, από 1ης Ιανουαρίου 1999, το ιατρείο του στον τόπο όπου είχε επιλέξει για να εγκατασταθεί».
19 – Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1986, 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 2945, σκέψη 13), της 17ης Νοεμβρίου 1992, C‑235/91, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1992, σ. I‑5917, σκέψη 9), και της 7ης Μαρτίου 1996, C-334/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1996, σ. I‑1307, σκέψη 30).
20 – Βλ., επ’ αυτού, προπαρατεθείσες προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-237/05 (σημείο 66).
21 – Βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 12).
22 – Όπ.π. Bλ., επίσης, σημείο 9 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Tesauro, της 17ης Νοεμβρίου 1992 επί της υποθέσεως C‑243/89, Επιτροπή κατά Δανίας (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, Συλλογή 1993, σ. I‑3353).
23 – Απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C‑340/89 (Συλλογή 1991, σ. I‑2357).
24 – Προτάσεις επί της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, C‑232/99 (Συλλογή 2002, σ. I‑4235, σημεία 40 έως 42).
25 – ΕΕ L 19, σ. 16.
26 – ΕΕ L 209, σ. 25.
27 – Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2004, C-496/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I‑2351, σκέψη 55, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 – ΕΕ ειδ. εκδ. 05/001, σ. 73. Κατά την ημερομηνία λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ο κανονισμός αυτός είχε τροποποιηθεί για τελευταία φορά με τον κανονισμό 1386/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ L 187, σ. 1).
29 – Αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 1993, C‑168/91, Κωνσταντινίδης (Συλλογή 1993, σ. I‑1191, σκέψη 13), και της 6ης Ιουνίου 1996, C‑101/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1996, σ. I‑2691, σκέψη 13).
30 – Βλ. αποφάσεις Κωνσταντινίδης, προπαρατεθείσα (σκέψη 15), της 15ης Ιανουαρίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 22), και της 11ης Ιουλίου 2002, C‑294/00, Gräbner (Συλλογή 2002, σ. I‑6515, σκέψη 38).
31 – Βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I‑4165, σκέψη 37), της 4ης Ιουλίου 2000, C‑424/97, Haim (Συλλογή 2000, σ. I‑5123, σκέψη 57), της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C‑108/96, Mac Quen κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑837, σκέψη 26), και Gräbner, προπαρατεθείσα (σκέψη 26).
32 – Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982, 21/81, Bout (Συλλογή 1982, σ. 381, σκέψη 13).
33 – Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2003, C‑17/03, VEMW κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑4983, σκέψη 81).
34 – Βλ., σε σχέση με την κοινοτική δημόσια διοίκηση, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1975, 28/74, Gillet κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 149, σκέψεις 5 έως 8), αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Μαρτίου 1990, Τ‑123/89, Chomel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. II‑131, σκέψη 34), και της 29ης Νοεμβρίου 2006, Τ-135/05, Campoli κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 78 έως 82). Να σημειωθεί ότι κατά αυτής της τελευταίας αποφάσεως εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C‑71/07 P).
35 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1999, C‑60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. I‑3939, σκέψεις 23 έως 28).
36 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C‑419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. I‑505, σκέψη 12), που αφορά την άρνηση να ληφθεί υπόψη η περίοδος εργασίας που συμπλήρωσε κοινοτικός υπήκοος στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους, επ’ ευκαιρία της προσλήψεως προσωπικού για θέσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, άρθρο 39, παράγραφος 4, ΕΚ), και της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑371/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. I‑10257, σκέψεις 16 και 22).
37 – Βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, C‑288/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2004, σ. I‑10071, σκέψη 34).
38 – Βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C‑114/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 30).
39 – Απόφαση της 26ης Ιουνίου 2001, C‑212/99 (Συλλογή 2001, σ. I‑4923, σκέψη 36).
40 – Σχετικά με το βάρος αποδείξεως στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, καθώς και σε σχέση με το αν τα επίμαχα εθνικά μέτρα συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1997, C‑159/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. I‑5815, σκέψη 102, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 21ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Ελλάδας, προπαρατεθείσα (σκέψη 35).
41 – Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1998, C‑274/96, Bickel et Franz (Συλλογή 1998, σ. I‑7637, σκέψη 29).
42 – Βλ. σημείο 58 in fine.
Full & Egal Universal Law Academy