ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 22ας Μαρτίου 2007 1(1)
Υπόθεση C‑458/05
Mohamed Jouini,
Okay Gönen,
Hasan Bajric,
Gerald Huber,
Manfred Ortner,
Sükran Karacatepe,
Franz Mühlberger,
Nakil Bakii,
Hannes Kranzler,
Jürgen Mörth,
Anton Schneeberger,
Dietmar Susteric,
Sascha Wörnhör,
Aynur Savci,
Elena Peter,
Egon Schmöger,
Mehmet Yaman,
Dejan Preradovic,
Andreas Mitter,
Wolfgang Sorger,
Franz Schachenhofer,
Herbert Weiß,
Harald Kaineder,
Ognen Stajkovski,
Jovica Vidovic
κατά
Princess Personal Service GmbH (PPS)
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Έννοιες “οικονομικής οντότητας” και “τμήματος εγκατάστασης” – Μεταβίβαση μεταξύ δύο επιχειρήσεων διαθέσεως εργατικού δυναμικού – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο καλείται για μια ακόμη φορά να ερμηνεύσει την έννοια της οικονομικής οντότητας, υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων (2).
2. Το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν ένα σύνολο που δημιουργείται από ένα τμήμα του διοικητικού προσωπικού και ένα τμήμα του προς διάθεση προσωπικού μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά οικονομική οντότητα, κατά τρόπον ώστε, σε περίπτωση μεταβιβάσεώς του σε άλλη επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού, να τυγχάνει εφαρμογής η οδηγία 2001/23.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
3. Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία 2001/23 αποσκοπεί στην προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και, ιδίως, στην εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.
4. Η οδηγία αυτή αντικατέστησε την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου (3), το περιεχόμενο της οποίας τροποποιήθηκε για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού.
5. Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2001/23, το περιεχόμενο του οποίου επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν εκείνο του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται «σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης». Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής, ως μεταβίβαση θεωρείται «[η μεταβίβαση] μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας» (4).
6. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 τις πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις όταν μεταβιβάζεται επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού.
7. Προκειμένου να εγγυηθεί τη συνέχιση των συμβάσεων ή των εργασιακών σχέσεων με τον εκδοχέα (5), το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της παρούσας οδηγίας θέτει την αρχή σύμφωνα με την οποία, όταν λαμβάνει χώρα μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή (6), που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται στον εκδοχέα.
Β – Το εθνικό δίκαιο
8. Στην Αυστρία η οδηγία 2001/23 τέθηκε σε εφαρμογή με τον νόμο περί προσαρμογής της νομοθεσίας περί συμβάσεων εργασίας (Arbeitsvertragsrechts-Anpassungsgesetz, στο εξής: AVRAG) (7).
9. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του AVRAG προβλέπει ότι, όταν τμήμα εγκαταστάσεως μεταβιβάζεται σε άλλον επιχειρηματικό φορέα, αυτός αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη και υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως εργασιακές σχέσεις. Συνεπώς, γεννάται ευθύνη του αποκτώντος για τις εκκρεμείς έως τότε απαιτήσεις, οι οποίες πηγάζουν από την υφιστάμενη κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως εργασιακή σχέση.
10. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Oberster Gerichtshof, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με την οδηγία 2001/23 και λαμβάνοντας υπόψη τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
Α – Τα πραγματικά περιστατικά
11. Η επιχείρηση Mayer & Co. GmbH (στο εξής: Mayer) είναι μια επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού. Πριν από την επίδικη μεταβίβαση αποτελείτο από ένα διευθύνοντα σύμβουλο, τον S., μία βοηθό διευθύνοντος συμβούλου, την S., σύζυγο του S., ένα διαχειριστή και συμβούλους πελατών.
12. Η Mayer απασχολούσε επίσης 180 εργαζομένους προς διάθεση. Επί των 180 αυτών εργαζομένων, 60 περίπου είχαν σταλεί προς εκτέλεση εργασίας για λογαριασμό της εταιρίας Fa. Industrie Logistik Linz GmbH & Co. KG (στο εξής: ILL), βασικού πελάτη της Mayer.
13. Το 2001 η ILL πρότεινε στην S. τη δημιουργία μίας νέας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού, καθώς η Mayer αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. Ιδρύθηκε έτσι η Princess Personal Service GmbH (στο εξής: PPS) προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ILL. Στο πλαίσιο της PPS, ο S. και η S. ανέλαβαν, αντίστοιχα, τα καθήκοντα βιομηχανικού διευθυντή και εμπορικής διευθύντριας. Η ILL διέκοψε τις σχέσεις εργασίας με τη Mayer και έγινε ο βασικός πελάτης της PPS.
14. Η PPS προσέλαβε 40 από τους 60 εργαζομένους προς διάθεση που απασχολούσε η Mayer και οι οποίοι είχαν αναλάβει εργασία στην ILL, για λογαριασμό του ίδιου αυτού πελάτη. Επιπλέον, ο διαχειριστής της Mayer, σύμβουλοι πελατών, άλλοι πελάτες και οι εργαζόμενοι προς διάθεση που είχαν αναλάβει εργασία στους πελάτες αυτούς, μεταφέρθηκαν στη νέα επιχείρηση. Συνολικά, η PPS προσέλαβε το ένα τρίτο του προσωπικού που απασχολούσε η Mayer.
15. Οι σχέσεις εργασίας μεταξύ της Mayer και των εργαζομένων της τερματίστηκαν στις 30 Νοεμβρίου 2002 και ξεκίνησαν, μεταξύ της PPS και των ίδιων αυτών εργαζομένων, την 1η Δεκεμβρίου 2002.
16. Με διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 2002, η Mayer τέθηκε σε δικαστική εκκαθάριση.
Β – Το διαδικαστικό πλαίσιο
17. Δεδομένου ότι η Mayer δεν είχε καταβάλει τους τελευταίους μισθούς 25 εργαζομένων που προσελήφθησαν από την PPS, οι εν λόγω εργαζόμενοι αποφάσισαν να ασκήσουν αγωγή κατά της PPS ενώπιον του Landesgericht Wels με αίτημα την καταβολή των μισθών τους.
18. Οι εργαζόμενοι θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς τους στο γεγονός ότι, εφόσον η PPS ανέλαβε το διοικητικό προσωπικό της Mayer, καθώς και πελάτες αυτής και τους τοποθετημένους σε αυτούς τους πελάτες εργαζομένους, υπήρξε μεταβίβαση ενός τμήματος της Mayer προς την PPS. Συνεπώς, οι εργαζόμενοι αυτοί θεωρούν ότι η PPS υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παλαιές σχέσεις εργασίας της Mayer και ότι υποχρεούται στην καταβολή των μισθών που η επιχείρηση αυτή δεν κατέβαλε.
19. Με απόφαση της 4ης Μαΐου 2004, το Landesgericht Wels δέχθηκε το αίτημα των ενδιαφερομένων. Κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπήρξε μεταβίβαση τμήματος εγκατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του AVRAG. Κατά συνέπεια, η PPS οφείλει να εγγυηθεί την καταβολή των οφειλομένων από τη Mayer μισθών.
20. Κατά της αποφάσεως αυτής η PPS άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht Linz, το οποίο, με απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
21. Για τον λόγο αυτό η PPS άσκησε αναίρεση ενώπιον του Oberster Gerichtshof. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει μεταβίβαση τμήματος εγκαταστάσεως, εφόσον μόνη η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας, οργανωμένης κατά σταθερό τρόπο, δύναται να έχει ως συνέπεια τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις σχέσεις εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση η PPS θεωρεί ότι τέτοια οικονομική οντότητα δεν υφίσταται.
III – Το προδικαστικό ερώτημα
22. Το Oberster Gerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συντρέχει μεταβίβαση εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως, κατά την έννοια του πρώτου άρθρου της οδηγίας 2001/23, στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων διαθέσεως εργατικού δυναμικού, ελλείψει σαφούς οργανωτικής διάρθρωσης της πρώτης επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού, μεταφέρθηκαν από την πρώτη επιχείρηση στη δεύτερη ένας υπάλληλος γραφείου, ένας προϊστάμενος θυγατρικής, σύμβουλοι πελατών και ο διαχειριστής, προκειμένου να ασκήσουν στη δεύτερη επιχείρηση παρόμοιες δραστηριότητες, μαζί δε με αυτούς, ομοίως στο πλαίσιο συνεργασίας των δύο επιχειρήσεων, μεταφέρθηκε, μερικώς ή συνολικώς, το ένα τρίτο των εργαζομένων προς διάθεση, καθώς και οι πελάτες στους οποίους αυτοί τοποθετήθηκαν (σε αριθμό από τρεις μέχρι πενήντα εργαζόμενοι, ανάλογα με τις θέσεις προσωρινής απασχόλησης);»
IV – Ανάλυση
23. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία ένα σύνολο αποτελούμενο από ένα τμήμα του διοικητικού προσωπικού και ένα τμήμα του προσωπικού προς διάθεση μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού μεταφέρεται σε άλλη επιχείρηση διαθέσεως εργατικού προσωπικού προκειμένου να ασκήσουν σε αυτή ανάλογες δραστηριότητες για λογαριασμό των ιδίων πελατών.
24. Το Oberster Gerichtshof επιδιώκει κατ’ αυτόν τον τρόπο να πληροφορηθεί αν η ανάληψη του συνόλου αυτού από μια άλλη επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
25. Το δικαστήριο αυτό έχει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του κριτηρίου της οικονομικής οντότητας σε μια επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού, δεδομένου ότι αυτή η μορφή επιχειρήσεως έχει, εξ ορισμού, μικρό αριθμό εργαζομένων στην εκμετάλλευσή της, υπό την έννοια μιας οργανωτικής ενότητας και ότι η κύρια οικονομική της δραστηριότητα συνίσταται στην τοποθέτηση εργατικού δυναμικού σε επιχειρήσεις χρήστες.
26. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας 2001/23, η μεταβίβαση εγκαταστάσεως, επιχειρήσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως προϋποθέτει ότι πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Καταρχάς, η μεταβίβαση αυτή πρέπει να αφορά μια οικονομική οντότητα. Εν συνεχεία, η οντότητα αυτή πρέπει να διατηρεί την ταυτότητά της μετά την εν λόγω μεταβίβαση. Τέλος, η πραγματοποιηθείσα μεταβίβαση πρέπει να είναι το αποτέλεσμα συμβατικής μεταβίβασης.
27. Συνεπώς, τα ερωτήματα που τίθενται αφορούν το κατά πόσον ένα τμήμα του διοικητικού προσωπικού μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού και ένα τμήμα του προσωπικού της προς διάθεση δύνανται να αποτελέσουν οικονομική οντότητα, αν η οντότητα αυτή δύναται να διατηρήσει την ταυτότητά της μετά από μια μεταβίβαση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη και, τέλος, αν η μεταβίβαση αυτή είναι το αποτέλεσμα συμβατικής μεταβίβασης.
Τα νομολογιακά δεδομένα
1. Ύπαρξη οικονομικής οντότητας
28. Όπως ανέφερα, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται «σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης».
29. Προκειμένου να διευκρινισθούν οι έννοιες της επιχειρήσεως, της εγκαταστάσεως και του τμήματος επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, το Δικαστήριο τις συγκέντρωσε υπό μία και μόνη έννοια, αυτή της «οικονομικής οντότητας» (8). Επισημαίνω ότι το τμήμα επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως προσδιορίζεται και αυτό ως οικονομική οντότητα.
30. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ως οικονομική οντότητα νοείται μια κατά σταθερό τρόπο οργανωμένη οικονομική οντότητα της οποίας η δραστηριότητα δεν περιορίζεται στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η έννοια της οντότητας παραπέμπει σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που επιτρέπει την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας με την οποία επιδιώκεται ίδιος στόχος (9).
31. Το Δικαστήριο έκρινε κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι μια τέτοια οντότητα, μολονότι πρέπει να είναι επαρκώς οργανωμένη και αυτοτελής, δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη σημαντικά ενσώματα ή άυλα στοιχεία ενεργητικού (10).
32. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, ομοίως, ότι κατά την εκτίμηση των κριτηρίων ύπαρξης μεταβιβάσεως, ο εθνικός δικαστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται. Επομένως, η σημασία που πρέπει να δοθεί αντιστοίχως στα διάφορα κριτήρια για την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23 ποικίλλει κατ’ ανάγκη, ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα, και μάλιστα ανάλογα με τις μεθόδους παραγωγής ή εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται (11).
33. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι στους τομείς στους οποίους η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ένα σύνολο εργαζομένων, τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα, μπορεί, ελλείψει άλλων παραγόντων παραγωγής, να συνιστά οικονομική μονάδα (12).
34. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το γεγονός ότι για την επίμαχη δραστηριότητα απασχολούνταν ένας μόνον υπάλληλος δεν αρκεί για να αποκλειστεί η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 77/187 (13). Επομένως, μια οικονομική οντότητα μπορεί να αποτελείται από έναν μόνο εργαζόμενο.
35. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη, ότι στην περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή τμήματος επιχειρήσεως των οποίων η δραστηριότητα βασίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό δεν έχει τόση σημασία η οργανωτική διάρθρωση της οντότητας, όσο η άσκηση αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας.
2. Διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας
36. Το αποφασιστικό κριτήριο για την ύπαρξη μεταβιβάσεως κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23 είναι το αν η εν λόγω οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της μετά τη μεταβίβαση, πράγμα που προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμεταλλεύσεως ή την επανάληψή της από τον εκδοχέα (14).
37. Για να διαπιστωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της μεταβιβάσεως και εάν διατηρείται η ταυτότητα της οικονομικής οντότητας, πρέπει να ληφθεί υπόψη το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται και να ελεγχθεί εάν μεταβιβάστηκε το σύνολο των αναγκαίων για την επιδίωξη της οικονομικής δραστηριότητας μέσων (15).
38. Στο πλαίσιο μεταβιβάσεως μιας οικονομικής οντότητας της οποίας τα μέσα εκμεταλλεύσεως στηρίζονται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, πρέπει να εξακριβωθεί εάν ο εργοδότης αναπροσέλαβε σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχός του ανέθετε ειδικά την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας (16).
39. Ομοίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός ομοιότητας της ασκούμενης δραστηριότητας πριν και μετά από τη μεταβίβαση (17).
3. Μεταβίβαση ως αποτέλεσμα συμβατικής εκχώρησης
40. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η έννοια της «συμβατικής εκχώρησης» πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της οικονομίας και του σκοπού της οδηγίας 77/187 (18). Προκειμένου να διατηρήσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής, το Δικαστήριο προχώρησε σε μια ευρεία ερμηνεία της έννοιας της συμβατικής εκχώρησης.
41. Οι περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία αυτή είχε εφαρμογή είναι πολλές και διάφορες (19). Επί παραδείγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η έλλειψη συμβατικού δεσμού μεταξύ του εκχωρούντος και του εκδοχέα, ούτε η έλλειψη μεταβιβάσεως των περιουσιακών στοιχείων μπορούν να έχουν καθοριστική σημασία για την εφαρμογή της οδηγίας 77/187 (20).
42. Θεωρεί, έτσι, ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως (21).
43. Συνεπώς, το καθοριστικό στοιχείο για τη θεμελίωση συμβατικής μεταβίβασης δεν είναι η ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του εκχωρούντος και του εκδοχέα, αλλά η ύπαρξη μεταβολής του προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως.
44. Αφού διευκρινίστηκαν τα στοιχεία αυτά, πρέπει να εξετασθεί αν η μεταβίβαση περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη πληροί τις απαιτούμενες για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/23 προϋποθέσεις.
Η εφαρμογή της νομολογίας στην προκειμένη περίπτωση
1. Όσον αφορά την ύπαρξη οικονομικής οντότητας
45. Το άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ του Συμβουλίου (22) ορίζει τις σχέσεις πρόσκαιρης εργασίας ως τις σχέσεις μεταξύ ενός γραφείου ευρέσεως πρόσκαιρης εργασίας, που αποτελεί τον εργοδότη, και του εργαζομένου, ο οποίος τίθεται στη διάθεση και τελεί υπό τον έλεγχο μιας επιχειρήσεως χρήστη, του πελάτη. Η ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας επιχειρήσεως συνίσταται, επομένως, στην ύπαρξη μιας τριγωνικής σχέσης, μεταξύ του εργοδότη, του εργαζομένου και του πελάτη.
46. Η ιδιαιτερότητα μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού έγκειται στο γεγονός ότι η δραστηριότητά της παροχής υπηρεσιών, η οποία συνίσταται στην προμήθεια εργατικού δυναμικού, απαιτεί περιορισμένο αριθμό εργαζομένων στην εκμετάλλευσή της και πολύ χαμηλό ποσοστό πάγιων στοιχείων ενεργητικού.
47. Κατά την άποψή μου, παρά τις ιδιαιτερότητες αυτές, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού δύναται να θεωρηθεί οικονομική οντότητα.
48. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω, καταρχάς, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μην αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας με μοναδική αιτία ότι πρόκειται για πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις και ότι η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση είναι η επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού.
49. Εν συνεχεία, όπως ανέφερα προηγουμένως, η ύπαρξη μιας οικονομικής οντότητας προϋποθέτει την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας. Τούτο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι το σύνολο που αποτελείται από το τμήμα του διοικητικού προσωπικού και από το τμήμα του προς διάθεση προσωπικού της επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού έχει ως σκοπό την παροχή εργατικού δυναμικού στις επιχειρήσεις-χρήστες, έναντι ανταλλάγματος και επιτρέπει, κατ’ αυτό τον τρόπο, την απόληψη ενός τμήματος του κύκλου εργασιών της Mayer (23).
50. Τέλος, πιστεύω ότι η οντότητα που δημιουργήθηκε από το διοικητικό και το προς διάθεση προσωπικό συνέχισε να λειτουργεί κατά τρόπο αυτόνομο στο πλαίσιο της PPS. Συγκεκριμένα, η οντότητα αυτή, η οποία αποσπάστηκε από τη Mayer, συνέχισε την οικονομική της δραστηριότητα στην PPS. Η εν λόγω οντότητα λειτουργεί, έτσι, τόσο στο πλαίσιο της Mayer όσο και στο πλαίσιο της PPS. Είναι αυτάρκης και υφίσταται πράγματι εκτός της Mayer.
51. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι ένα σύνολο το οποίο αποτελείται από ένα τμήμα του διοικητικού προσωπικού και ένα τμήμα του προσωπικού προς διάθεση μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού και το οποίο επιδιώκει μια αυτόνομη οικονομική δραστηριότητα αποτελεί οικονομική οντότητα, υπό την έννοια τμήματος εγκατάστασης.
2. Όσον αφορά τη διατήρηση της ταυτότητας της οικονομικής οντότητας
52. Όπως ανέφερα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει, έπειτα από τη μεταβίβαση, διατήρηση της ταυτότητας μιας οικονομικής οντότητας, της οποίας τα μέσα εκμετάλλευσης στηρίζονται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο εργοδότης αναπροσέλαβε σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχός του ανέθετε ειδικά την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας.
53. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι υπάλληλοι γραφείου, οι σύμβουλοι πελατών και οι εργαζόμενοι στους οποίους είχαν ανατεθεί ειδικά καθήκοντα για λογαριασμό των πελατών ανέλαβαν την εκτέλεση της ίδιας δραστηριότητας για λογαριασμό των ιδίων πελατών. Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ομοίως ότι σε όλους τους εργαζομένους που μεταφέρθηκαν από τη Mayer στην PPS είχαν ανατεθεί καθήκοντα που απαιτούν ιδιαίτερες ικανότητες, όπως αυτά του χειριστή γερανού ή του οδηγού οχήματος με ανυψωτικό μηχανισμό. Ως εκ τούτου, συνάγω ότι οι εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν για τις δεξιότητές τους.
54. Επομένως, μετά την επίδικη στην κύρια δίκη μεταβίβαση, διατηρήθηκε το σύνολο των εργαζομένων, αφού το διοικητικό και το προς διάθεση προσωπικό παρέμειναν στις θέσεις τους, καθώς και οι πελάτες στους οποίους είχαν σταλεί οι προσωρινά απασχολούμενοι εργαζόμενοι.
55. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η ταυτότητα της οικονομικής οντότητας διατηρήθηκε μετά τη μεταβίβαση.
3. Όσον αφορά τη μεταβίβαση ως αποτέλεσμα συμβάσεως
56. Όπως ήδη προανέφερα, μια συμβατική μεταβίβαση, κατά την έννοια της οδηγίας 2001/23, προϋποθέτει την ύπαρξη μεταβολής στο πρόσωπο του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης, σύμφωνα με την ευρεία ερμηνεία την οποία έχει δώσει το Δικαστήριο στην έννοια αυτή, προκειμένου να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω οδηγίας.
57. Τα στοιχεία στην υπόθεση της κύριας δίκης ανταποκρίνονται πλήρως στην ερμηνεία αυτή του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι, αναλαμβάνοντας τη δραστηριότητα μιας οικονομικής οντότητας της Mayer και συνεχίζοντας την εκμετάλλευσή της υπό την ίδια μορφή, η PPS κατέστη υπεύθυνη της οικονομικής αυτής οντότητας και συνήψε νέες σχέσεις εργασίας με τους υπαλλήλους και τους εργαζομένους που είχαν αρχικά προσληφθεί από τη Mayer.
58. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση, μια στενή ερμηνεία της έννοιας της συμβατικής μεταβίβασης θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο, στο ερώτημά του προς το Δικαστήριο, υποδεικνύει ότι η επίμαχη μεταβίβαση πραγματοποιείται «στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων διαθέσεως εργατικού δυναμικού».
59. Εξάλλου, ακόμη και αν διατηρώ αμφιβολίες για την ύπαρξη μιας τέτοιας συμβατικής μεταβίβασης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία, τα οποία επιβάλλουν όμοια λύση.
60. Πράγματι, οφείλω να διαπιστώσω ότι συμπίπτουν οι ημερομηνίες της θέσεως σε δικαστική εκκαθάριση της Mayer και της προπεριγραφείσας μεταβίβασης επιχειρήσεως.
61. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για μία επιχείρηση που ιδρύθηκε σκόπιμα για την ανάληψη μιας οικονομικής δραστηριότητας και την εκμετάλλευσή της κατά τρόπο αποδοτικό, μετά την απαλλαγή της από το παθητικό που είχε προηγουμένως σωρευθεί και δεν είχε εξοφληθεί.
62. Σύμφωνα με την αρχή fraus omnia corrumpit, μια τέτοια κατάσταση, εφόσον γίνει αντιληπτή από τον εθνικό δικαστή, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των δικαιωμάτων των εργαζομένων, όποια και αν είναι η νομική κατασκευή που χρησιμοποιήθηκε για να αποφευχθεί η εφαρμογή των οικείων διατάξεων και, ιδίως, εκείνων της οδηγίας 2001/23.
63. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ένα σύνολο που αποτελείται από ένα τμήμα του διοικητικού προσωπικού και ένα τμήμα του προς διάθεση προσωπικού μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού μεταβιβάζονται σε μια άλλη επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού προκειμένου να ασκήσουν σε αυτή παρόμοιες δραστηριότητες στην υπηρεσία των ιδίων πελατών.
V – Πρόταση
64. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Oberster Gerichtshof ως εξής:
«Η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων τυγχάνει εφαρμογής όταν ένα σύνολο που αποτελείται από ένα τμήμα του διοικητικού προσωπικού και ένα τμήμα του προς διάθεση προσωπικού μιας επιχειρήσεως διαθέσεως εργατικού δυναμικού μεταβιβάζονται σε μια άλλη επιχείρηση διαθέσεως εργατικού δυναμικού προκειμένου να ασκήσουν σε αυτή παρόμοιες δραστηριότητες στην υπηρεσία των ιδίων πελατών.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 82, σ. 16.
3 – Οδηγία της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων (ΕΕ L 61, σ. 26).
4 – Κατά την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/23, το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, αυτής ανταποκρίνεται στην ανάγκη να διευκρινιστεί η έννοια της μεταβίβασης με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διευκρίνιση αυτή δεν τροποποίησε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187.
5 – Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2001/23, ως εκδοχέας νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης».
6 – Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2001/23, ως εκχωρητής νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω μιας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης».
7 – BGB1. 456/1993.
8 – Ανέφερα ότι εν συνεχεία η οδηγία 2001/23 επανέλαβε την έννοια αυτή στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, αυτής.
9 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, C-48/94, Rygaard (Συλλογή 1995, σ. I-2745, σκέψη 20), της 11ης Μαρτίου 1997, C-13/95, Süzen (Συλλογή 1997, σ. I‑1259, σκέψη 13) και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑232/04 και C‑233/04, Güney‑Görres και Demir (Συλλογή 2005, σ. I‑11237, σκέψη 32).
10 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, Hernández Vidal κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑8179, σκέψη 27).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C‑173/96 και C‑247/96, Hidalgo κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑8237, σκέψη 31).
12 – Προαναφερθείσα απόφαση Süzen, σκέψη 21.
13 – Βλ. απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, C‑392/92, Schmidt (Συλλογή 1994, σ. I‑1311, σκέψη 15).
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85, Spijkers (Συλλογή 1985, σ. 1119, σκέψεις 11 και 12), καθώς και προαναφερθείσες αποφάσεις Rygaard (σκέψη 15) και Süzen (σκέψη 10).
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Hidalgo κ.λπ. (σκέψη 31 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Hidalgo κ.λπ. (σκέψη 32 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
17 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, C‑340/01, Abler κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑14023, σκέψη 33).
18 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 135/83, Abels (Συλλογή 1985, σ. 469, σκέψεις 12 και 13).
19 – Βλ., ενδεικτικά, σημείο 30 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ruiz‑Jarabo Colomer στην υπόθεση Allen κ.λπ. (απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1999, C‑234/98, Συλλογή 1999, σ. I‑8643).
20 – Βλ., προαναφερθείσα απόφαση Hidalgo κ.λπ. (σκέψεις 22 και 23 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία), όσον αφορά την έλλειψη συμβατικού δεσμού και απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Mølle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 12), όσον αφορά την έλλειψη μεταβιβάσεως περιουσιακών στοιχείων.
21 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1988, 101/87, Bork International (Συλλογή 1988, σ. 3057, σκέψη 13) και της 7ης Μαρτίου 1996, C‑171/94 και C‑172/94, Merckx και Neuhuys (Συλλογή 1996, σ. I‑1253, σκέψη 28 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 – Οδηγία της 25ης Ιουνίου 1991, για τη συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν στο να προαγάγουν τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας (ΕΕ L 206, σ. 19).
23 – Όσον αφορά το σημείο αυτό, το Δικαστήριο έχει, εξάλλου, κρίνει με την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C‑55/96, Job Centre (Συλλογή 1997, σ. I‑7119), ότι στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα και ότι η μεσολάβηση προς εύρεση εργασίας ή προσωπικού αποτελεί οικονομική δραστηριότητα (σκέψεις 21 και 25).
Full & Egal Universal Law Academy