Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-7/05 έως C-9/05
Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH
κατά
Ulrich Deppe κ.λπ.
(αιτήσεις του Bundesgerichtshof
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Φυτικές ποικιλίες — Ύψος της δίκαιης αμοιβής που πρέπει να καταβάλλεται σε κάτοχο κοινοτικών δικαιωμάτων — Άρθρο 5, παράγραφοι 2, 4 και 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2605/98 — Έννοια του “αισθητώς χαμηλότερου ύψους της αμοιβής σε σχέση με το ποσό που εισπράχθηκε για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού”»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer της 9ης Φεβρουαρίου 2006 ?
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 8ης Ιουνίου 2006 ?
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία — Ομοιόμορφες νομοθεσίες — Προστασία των φυτικών ποικιλιών — Άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94 — Αμοιβή του κατόχου κοινοτικών δικαιωμάτων
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3· κανονισμός 1768/95 της Επιτροπής, άρθρο 5 § 2)
2. Γεωργία — Ομοιόμορφες νομοθεσίες — Προστασία των φυτικών ποικιλιών — Άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94 — Αμοιβή του κατόχου κοινοτικών δικαιωμάτων
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρο 14 § 3· κανονισμός 1768/95 της Επιτροπής , άρθρο 5 §§ 4 και 5)
3. Γεωργία — Ομοιόμορφες νομοθεσίες — Προστασία των φυτικών ποικιλιών — Άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94 — Αμοιβή του κατόχου κοινοτικών δικαιωμάτων
(Κανονισμός 1768/95 της Επιτροπής, άρθρο 5 § 5)
1. Σε περίπτωση προσφυγής στην γεωργική παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, η κατ’ αποκοπήν αμοιβή 80 % του ποσού που καταβάλλεται εντός της αυτής περιοχής για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση ότι η αμοιβή αυτή πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερη» του ποσού που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1768/95, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με την γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98, υπό την επιφύλαξη της κρίσεως του εθνικού δικαστηρίου επί των λοιπών κρισίμων περιστάσεων κάθε διαφοράς της κύριας δίκης.
(βλ. σκέψη 29, διατακτ. 1)
2. Τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους της αμοιβής του κατόχου καθορίζονται με το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1768/95, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98. Τα κριτήρια αυτά, δυνάμενα να καθοριστούν με συμφωνία μεταξύ οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, στερούνται αναδρομικής ισχύος, πλην όμως μπορούν, να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό της αμοιβής αυτής όσον αφορά τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98 φυτεύσεις.
Επίσης, για να μπορεί συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, έχουσα ως αντικείμενο την αμοιβή των δεύτερων, να ληφθεί υπόψη καθ’ όλα τα στοιχεία αυτής, ως περιέχουσα κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει η συμφωνία αυτή να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να έχει δημοσιευθεί στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών, έστω και αν έχει συναφθεί προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να προβλέπει ποσοστό αμοιβής διαφορετικό εκείνου που, επικουρικώς, προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98.
(βλ. σκέψεις 37, 43, διατακτ. 2-3)
3. Ελλείψει εφαρμοστέας συμφωνίας μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, η αμοιβή του κατόχου πρέπει να προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με την γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98, στο 50 % των ποσών που πρέπει να καταβληθούν για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού, ποσό το οποίο είναι σταθερό και δεν συνιστά ούτε ανώτατο ούτε κατώτατο όριο.
(βλ. σκέψη 47, διατακτ. 4)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Ιουνίου 2006 (*)
«Φυτικές ποικιλίες – Ύψος της δίκαιης αμοιβής που πρέπει να καταβάλλεται σε κάτοχο κοινοτικών δικαιωμάτων – Άρθρο 5, παράγραφοι 2, 4 και 5 του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2605/98 – Έννοια του “αισθητώς χαμηλότερου ύψους της αμοιβής σε σχέση με το ποσό που εισπράχθηκε για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού”»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-7/05 έως C-9/05,
με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) με αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 2004, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 14 Ιανουαρίου 2005, στο πλαίσιο των δικών
Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH
κατά
Ulrich Deppe,
Hanne-Rose Deppe,
Thomas Deppe,
Matthias Deppe,
Christine Urban (του γένους Deppe) (C-7/05),
κατά
Siegfried Hennings (C-8/05)
και κατά
Hartmut Lübbe (C-9/05)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, P. Kūris (εισηγητή), Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Ιανουαρίου 2006,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH, εκπροσωπούμενη από τον K. von Gierke, Rechtsanwalt,
– οι U. Deppe, H.-R. Deppe, T και M. Deppe και C. Urban (C-7/05), S. Hennings (C-8/05) και H. Lübbe (C‑9/05), εκπροσωπούμενοι από τον M. Miersch, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Schulze-Bahr,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Doherty και F. Erlbacher,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 2, 4 και 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου σχετικά με τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (EE L 173, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2605/98 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ L 328, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1768/95).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως διαφορών μεταξύ της Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH (στο εξής: STV), οργάνωσης που έχουν συστήσει οι κάτοχοι κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών (στο εξής: κάτοχοι), και των Ulrich Deppe, Hane-Rose Deppe, Thomas και Mathias Deppe και Christine Urban, κληρονόμων του Dieter Deppe, καθώς και των Siegfried Hennings και Hartmut Lübbe, γεωργών, αναφορικά με την καταβολή αμοιβής για τη φύτευση σπόρων ως προς τους οποίους είχαν χορηγηθεί κοινοτικά δικαιώματα.
Το νομικό πλαίσιο
3 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (EE L 227, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), θεσπίζεται σύστημα κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών ως μόνη και αποκλειστική μορφή κοινοτικών δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί φυτικών ποικιλιών.
4 Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει παρέκκλιση από την κοινοτική προστασία των φυτικών ποικιλιών:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, παράγραφος 2, και για τη διασφάλιση της γεωργικής παραγωγής, οι καλλιεργητές επιτρέπεται να χρησιμοποιούν, για σκοπούς αναπαραγωγής σε αγρό της εκμετάλλευσής τους, το προϊόν της συγκομιδής το οποίο έλαβαν φυτεύοντας, στην εκμετάλλευσή τους, πολλαπλασιαστικό υλικό μιας ποικιλίας, εκτός των υβριδίων ή των σύνθετων ποικιλιών, η οποία καλύπτεται από κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών.»
5 Η παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του εν λόγω άρθρου αφορά τις οικονομικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι γεωργοί, πλην των μικροκαλλιεργητών, μπορούν να τύχουν αυτού του ευεργετήματος. Οι εν λόγω καλλιεργητές υποχρεούνται «να καταβάλλουν στον κάτοχο μια δίκαιη αμοιβή, η οποία είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή· το πραγματικό επίπεδο της δίκαιης αυτής αμοιβής μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο, ανάλογα με την έκταση στην οποία γίνεται χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, για τη συγκεκριμένη ποικιλία».
6 Το άρθρο 1 του κανονισμού 1768/95 προβλέπει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
7 Το άρθρο 2 του εν κανονισμού 1768/93 προβλέπει ότι:
«1. Οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 1 θα πρέπει να εφαρμόζονται τόσο από τον κάτοχο, ο οποίος εκπροσωπεί το δημιουργό, όσο και από τον καλλιεργητή κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζονται τα νόμιμα συμφέροντα και των δύο.
2. Τα νόμιμα συμφέροντα δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι διασφαλίζονται εάν ένα ή περισσότερα από τα συμφέροντα αυτά επηρεάζονται δυσμενώς χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να διατηρηθεί μία λογική ισορροπία μεταξύ όλων αυτών ή η ανάγκη για αναλογικότητα μεταξύ του σκοπού του σχετικού όρου και του αποτελέσματος της εφαρμογής του.»
8 Κατά το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Το ύψος της δίκαιης αμοιβής που θα πρέπει να καταβληθεί στον κάτοχο βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης μεταξύ του κατόχου και του ενδιαφερόμενου καλλιεργητή.
2. Στις περιπτώσεις όπου δεν έχει συναφθεί ή δεν ισχύει μια τέτοια σύμβαση, το ύψος της αμοιβής θα είναι αισθητά χαμηλότερο από το ποσό που καταβάλλεται για τη, βάσει αδείας, παραγωγή πολλαπλασιασμού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση, της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή.
Εάν δεν έχει γίνει, βάσει αδείας, παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της συγκεκριμένης ποικιλίας στην περιοχή όπου βρίσκεται η εκμετάλλευση του καλλιεργητή και εάν το επίπεδο για το προαναφερθέν ποσό δεν είναι ενιαίο σε ολόκληρη την Κοινότητα, η αμοιβή θα πρέπει να είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που κανονικά συμπεριλαμβάνεται, για τον ανωτέρω σκοπό, στην τιμή στην οποία πωλείται πολλαπλασιαστικό υλικό της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση αυτής της ποικιλίας στη συγκεκριμένη περιοχή, αρκεί να μην είναι υψηλότερη από το προαναφερθέν ποσό που καταβάλλεται στην περιοχή στην οποία παράγεται το πολλαπλασιαστικό υλικό.
3. Το ύψος της αμοιβής θεωρείται ότι είναι αισθητά χαμηλότερο, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, όπως διευκρινίζεται στην ανωτέρω παράγραφο 2, εάν δεν υπερβαίνει το ύψος που είναι απαραίτητο για την επίτευξη ή τη σταθεροποίηση, ως οικονομικού παράγοντα που καθορίζει το βαθμό στον οποίο χρησιμοποιείται η παρέκκλιση, μιας λογικά ισόρροπης σχέσης μεταξύ της χρήσης του πολλαπλασιαστικού υλικού για το οποίο χορηγείται άδεια και της φύτευσης του προϊόντος της συγκομιδής των σχετικών ποικιλιών που καλύπτονται από κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών. Η σχέση αυτή θεωρείται ως λογικά ισόρροπη εάν εξασφαλίζει ότι ο κάτοχος λαμβάνει, γενικά, δίκαιη αποζημίωση για τη συνολική χρήση της ποικιλίας του.»
9 Ο κανονισμός 2605/98, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 24 Δεκεμβρίου 1998, προσέθεσε, μεταξύ άλλων, στο αρχικό άρθρο 5 του κανονισμού 1768/95, τις ακόλουθες παραγράφους:
«4. Όταν, στην περίπτωση της παραγράφου 2, το επίπεδο της αμοιβής αποτελεί αντικείμενο σύμβασης μεταξύ οργανώσεων των κατόχων και των καλλιεργητών, με ή χωρίς συμμετοχή οργανώσεων μεταποιητών, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα σε κοινοτικό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, αντιστοίχως, τα συμφωνηθέντα επίπεδα χρησιμοποιούνται ως κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί στη σχετική περιοχή και για τα σχετικά είδη, αν τα επίπεδα αυτά και οι σχετικοί όροι έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή γραπτώς από εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους των σχετικών οργανώσεων, και αν σε αυτή τη βάση τα συμφωνηθέντα επίπεδα και όροι έχουν δημοσιευθεί στην «Gazette Officielle» [Επίσημο Δελτίο] που εκδίδεται από το Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών.
5. Όταν, στην περίπτωση της παραγράφου 2, δεν εφαρμόζεται μία σύμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί ανέρχεται στο 50 % των ποσών που χρεώνονται για την παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2.
Εντούτοις, σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1999, ότι επίκειται η σύναψη μιας συμφωνίας, όπως αναφέρεται στην ως άνω παράγραφο 4, μεταξύ των σχετικών οργανώσεων εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί στην αντίστοιχη περιοχή και για τα αντίστοιχα είδη πρέπει να αντιστοιχεί στο 40 % –αντί του 50 % όπως προαναφέρεται– μόνο όμως σε σχέση με τη χρήση της γεωργικής εξαίρεσης, η οποία έχει πραγματοποιηθεί πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας, και όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1999.
6. Όταν, στην περίπτωση της παραγράφου 5, ο καλλιεργητής έχει κάνει χρήση, κατά τη σχετική χρονική περίοδο, της γεωργικής εξαίρεσης κατά ποσοστό άνω του 55 % του συνολικού υλικού της σχετικής ποικιλίας την οποία έχει χρησιμοποιήσει για την παραγωγή του, το επίπεδο της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί, όταν εφαρμόζεται στη σχετική περιοχή και είδη, είναι αυτό που θα εφαρμοζόταν σχετικά με την εν λόγω ποικιλία σε περίπτωση που θα προστατευόταν στο σχετικό κράτος μέλος δυνάμει του εθνικού του συστήματος δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών, εφόσον υφίσταται εθνικό σύστημα με το οποίο προσδιορίζεται το προαναφερόμενο επίπεδο, και ότι το επίπεδο αυτό είναι υψηλότερο του 50 % των ποσών τα οποία χρεώνονται για την παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού για την οποία έχει εκδοθεί άδεια, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιο επίπεδο στο εθνικό σύστημα, οι διατάξεις της ως άνω παραγράφου 5, ισχύουν ανεξαρτήτως του ποσοστού χρήσης.»
10 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1768/95 ορίζει ότι:
«Με κάθε επιφύλαξη ως προς τις διατάξεις της παραγράφου 2, η ατομική υποχρέωση του καλλιεργητή να καταβάλει τη δίκαιη αμοιβή ισχύει από τη στιγμή που αυτός όντως χρησιμοποιεί το προϊόν της συγκομιδής για πολλαπλασιαστικούς σκοπούς στον αγρό.
Ο κάτοχος μπορεί να προσδιορίσει τα στοιχεία και τον τρόπο πληρωμής. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να προσδιορίσει ημέρα πληρωμής νωρίτερα από την ημέρα κατά την οποία ξεκινά η ισχύς της υποχρέωσης.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Le Bundesgerichtshof έχει επιληφθεί αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσας εκ μέρους της STV κατά εκδοθείσας κατόπιν εφέσεως αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για χορήγηση συμπληρωματικής αποζημιώσεως εκ μέρους των κληρονόμων του Dieter Deppe, καθώς και εκ μέρους των Hennings και Lübbe.
12 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η νομολογία των κατώτερων δικαιοδοτικών οργάνων και η θεωρία δεν έχουν καταλήξει σε ενιαία άποψη ως προς το περιεχόμενο της έννοιας της «αισθητά χαμηλότερης» αμοιβής, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1768/95 ούτε ως προς τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να προσδιορίζεται αυτή η αμοιβή.
13 Επίσης, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1768/95 δεν διευκρινίζει ποιος είναι αρμόδιος να καθορίζει αυτή την αμοιβή σε περίπτωση που δεν έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ του κατόχου των δικαιωμάτων και του καλλιεργητή ο οποίος προβαίνει στη φύτευση. Δεδομένου ότι ο ως άνω κάτοχος μπορεί να προσδιορίζει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού, την ημερομηνία και τις λεπτομέρειες καταβολής της αμοιβής που του οφείλεται, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι έχει, επίσης, δικαίωμα να προσδιορίζει και το ύψος αυτής της αμοιβής.
14 Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι αναιρεσιβαλλόμενοι της κύριας δίκης οφείλουν, δυνάμει του ως άνω άρθρου 5 του κανονισμού, να καταβάλουν δίκαιη αμοιβή για τη φύτευση στην οποία προέβησαν, η οποία, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των οικείων μερών, πρέπει να είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που καταβάλλεται στην ίδια περιοχή για την κατόπιν αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση (στο εξής: δικαιώματα Γ). Η έννοια της «αισθητά χαμηλότερης» αμοιβής συνεπάγεται οπωσδήποτε σημαντική μείωσή της σε σχέση με τα δικαιώματα Γ. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, στην αγορά, μείωση κατά 20 % της αμοιβής θεωρείται ως σημαντική έκπτωση.
15 Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί ο δίκαιος χαρακτήρας μιας αμοιβής σε περίπτωση καθορισμού της βάσει του νόμου. Επικαλούμενο τον κανονισμό 2605/98, διατυπώνει την άποψη ότι, εν είδει κατευθυντηρίων γραμμών, θα μπορούσε να συναχθεί από τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών ότι ισχύουν ορισμένα όρια όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής που οφείλει να καταβάλει ο μη δεσμευόμενος με συμφωνία καλλιεργητής στον κάτοχο, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά εφαρμογή των διαφόρων κανόνων υπολογισμού. Ειδικότερα, λαμβανομένης υπόψη της συμφωνίας συνεργασίας του 1996, η οποία μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο ως επέχουσα θέση κατευθυντηρίων γραμμών, ποσοστό 80 % των δικαιωμάτων που πρέπει να καταβληθούν για χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως πιστοποιημένων σπόρων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δίκαιη αμοιβή.
16 Το Bundesgerichtshof διατυπώνει την άποψη ότι θα μπορούσε, επίσης, να συναχθεί από την επέχουσα θέση κατευθυντηρίων γραμμών συμφωνία μεταξύ των αντιστοίχων επαγγελματικών οργανώσεων ότι τα κύρια στοιχεία αυτής της συμφωνίας πρέπει να λαμβάνονται, επίσης, υπόψη στο πλαίσιο ενός κατά τον νόμο καθορισμού της αμοιβής. Η λύση αυτή θα απέτρεπε το ενδεχόμενο ουσιαστικών διαφορών μεταξύ του υπολογισμού που πραγματοποιείται βάσει της συμφωνίας και του υπολογισμού που πραγματοποιείται βάσει του νόμου.
17 Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η συμφωνία συνεργασίας του 1996 δημοσιεύθηκε στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (στο εξής: Γραφείο) μόλις στις 16 Αυγούστου 1999. Ερωτά αν οι τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 1768/95 έχουν, επίσης, εφαρμογή επί συμφωνιών συνεργασίας οι οποίες έχουν ήδη εγκύρως συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2605/98.
18 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το Bundesgerichtshof αποφάσισε, στις τρεις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα.
«1) Πληρούται η προϋπόθεση υπολογισμού μιας αμοιβής για φύτευση υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95, ότι δηλαδή το ύψος της πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερο» από το ποσό που απαιτείται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή, ακόμη και αν η αμοιβή υπολογίζεται κατ’ αποκοπή στο 80 % του ποσού αυτού;
2) Περιέχει το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98 έναν κατ’ αξίαν καθορισμό του ποσού της κατά νόμον αμοιβής για φύτευση;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: ισχύει ο καθορισμός αυτός, ως έκφραση μιας γενικής αρχής, και για πράξεις φυτεύσεως που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98;
3) Συνεπάγεται η λειτουργία ως κατευθυντήριας γραμμής μιας συμβάσεως μεταξύ οργανώσεων κατόχων κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας και καλλιεργητών, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98, ότι η σύμβαση αυτή υιοθετείται, κατά τον κατά νόμο καθορισμό της αμοιβής, ως προς τα ουσιώδη βασικά της στοιχεία (παραμέτρους υπολογισμού) και στην περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος δεν γνωρίζει, κατά τον υπολογισμό της κατά νόμο αμοιβής, όλες τις παραμέτρους που εμπίπτουν στη σφαίρα ελέγχου του καλλιεργητή και απαιτούνται για τον υπολογισμό βάσει της συμβάσεως, αυτός δε επίσης δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον καλλιεργητή να του ανακοινώσει τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: προϋποθέτει αυτή η σύμβαση, στον βαθμό που πρέπει να λειτουργήσει ως κατευθυντήρια γραμμή υπό την έννοια αυτή, για την αποτελεσματικότητά της, την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98 όρων, ακόμη και στην περίπτωση που συνήφθη πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού αυτού;
4) Θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98 ανώτατο όριο της αμοιβής για συμβατικές και/ή εκ του νόμου ρυθμίσεις περί αμοιβής;
5) Μπορεί μία σύμβαση μεταξύ συντεχνιακών οργανώσεων να ληφθεί υπόψη ως κατευθυντήρια γραμμή υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98, αν αυτή υπερβαίνει το προβλεπόμενο για την αμοιβή ποσοστό 50 % του ποσού σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 2605/98;»
19 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 26ης Ιανουαρίου 2005, οι υποθέσεις C-7/05 έως C-9/05 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν αμοιβή ίση προς το 80 % των δικαιωμάτων Γ μπορεί να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στην απαίτηση να είναι η αμοιβή αυτή «αισθητά χαμηλότερη» των δικαιωμάτων Γ, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1768/95.
21 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι ο κάτοχος μπορεί να αμειφθεί με τρεις τρόπους: πρώτον, με τη σύναψη συμβάσεως μεταξύ του ιδίου και του καλλιεργητή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1768/95, δεύτερον με τη σύναψη συμβάσεων μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού, και, τρίτον, επικουρικώς, με τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής βάσει ορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 5, του εν λόγω κανονισμού.
22 Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν υφίσταται σύμβαση ή προσχώρηση σε σύμβαση, έχει εφαρμογή ο τρίτος τρόπος από τους εκτεθέντες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.
23 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, επιβάλλεται να γίνει διάκριση των εξεταζομένων περιπτώσεων αναλόγως του αν αυτές είναι προγενέστερες ή μεταγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98.
24 Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία περιπτώσεων, επιβάλλεται να τονισθεί ότι από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1768/95 προκύπτει ότι τα θεμιτά συμφέροντα τόσο του καλλιεργητή όσο και του κατόχου διασφαλίζονται μόνον αν ληφθεί υπόψη «η ανάγκη να διατηρηθεί μία λογική ισορροπία μεταξύ όλων αυτών ή η ανάγκη για αναλογικότητα μεταξύ τους σκοπού του σχετικού όρου και του αποτελέσματος της εφαρμογής του».
25 Επίσης, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού θέτει ως κριτήριο προσδιορισμού του ύψους της «αισθητά χαμηλότερης» αμοιβής την ανάγκη διασφαλίσεως και διατηρήσεως μιας λογικής ισορροπίας μεταξύ της χρησιμοποιήσεως, βάσει αδείας, του πολλαπλασιαστικού υλικού και της φυτεύσεως του προϊόντος της συγκομιδής των προστατευομένων ποικιλιών.
26 Επίσης, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού λαμβάνει ως βάση αναφοράς «το ποσό που καταβάλλεται για τη, βάσει αδείας, παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση, της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή.»
27 Όσον αφορά τις προγενέστερες της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2605/98 περιπτώσεις, το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95 ορίζει ως καταβλητέα στους δικαιούχους αμοιβή το ποσοστό 50 % των δικαιωμάτων Γ και, μάλιστα, ορίζει μεταβατικώς ποσοστό 40 %, προκειμένου να ενθαρρύνει τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ κατόχων και καλλιεργητών.
28 Επομένως, το κατ’ αποκοπήν καθορισθέν ποσοστό 80 % των δικαιωμάτων Γ για τον υπολογισμό της καταβλητέας στους κατόχους αμοιβής είναι πολύ υψηλό και, προκειμένου να προσδιορισθεί το εφαρμοστέο ποσοστό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κατάσταση των επιμάχων ποικιλιών και η περιοχή για την οποία πρόκειται.
29 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κατ’ αποκοπήν αμοιβή 80 % του ποσού των δικαιωμάτων Γ σε περίπτωση προσφυγής στη γεωργική παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση ότι η αμοιβή αυτή πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερη» του ποσού που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1768/95, υπό την επιφύλαξη της κρίσεως του εθνικού δικαστηρίου επί των λοιπών κρισίμων περιστάσεων κάθε διαφοράς της κύριας δίκης.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
30 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ουσιαστικώς, αν στο πλαίσιο προσδιορισμού των δικαιωμάτων του κατόχου το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1768/95 περιλαμβάνει τους κανόνες υπολογισμού του ύψους της αμοιβής του κατόχου.
31 Πρώτον, από το γράμμα της εν λόγω παραγράφου 4 προκύπτει σαφώς ότι οι κανόνες υπολογισμού του ύψους αυτής της αμοιβής πρέπει να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες που συνάπτουν οι οργανώσεις κατόχων και καλλιεργητών και οι οποίες επέχουν θέση κατευθυντηρίων γραμμών όταν οι συμφωνίες αυτές έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και έχουν δημοσιευθεί από το Γραφείο.
32 Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95 ορίζει, ελλείψει συμφωνίας, το ύψος της εν λόγω αμοιβής στο 50 % του ποσού των δικαιωμάτων Γ, υπό τη μόνη επιφύλαξη ενδεχόμενης προσαρμογής σε αναλογική εθνική κλίμακα, σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2605/98.
33 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν οι κανόνες αυτοί συνιστούν έκφραση γενικής αρχής εφαρμοζομένης ήδη και προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98.
34 Η Επιτροπή υποστηρίζει, σχετικώς, ότι θα αντέβαινε στην αρχή της ασφαλείας δικαίου η αναδρομική εφαρμογή των διατάξεων αυτού του κανονισμού επί συμβάσεων συναφθεισών προ της θέσεώς του σε ισχύ.
35 Επιβάλλεται, σχετικώς, να τονισθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1768/95 προστέθηκαν με τον κανονισμό 2605/98 και ότι δεν περιέχουν καμία ρητή μνεία περί αναδρομικής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων επί συμβάσεων προγενεστέρων της θέσεως σε ισχύ του δεύτερου κανονισμού.
36 Εντούτοις, καθόσον συμπληρώνουν το άρθρο 5 του κανονισμού 1768/95 και αναφέρονται ρητώς σε αυτό, οι παράγραφοι 4 και 5 του εν λόγω άρθρου μπορούν να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής σε περιπτώσεις προγενέστερες της θέσεώς τους σε ισχύ.
37 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους της αμοιβής του κατόχου καθορίζονται με το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1768/95. Τα κριτήρια αυτά στερούνται αναδρομικής ισχύος, πλήν όμως μπορούν να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό της αμοιβής αυτής όσον αφορά τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98 φυτεύσεις.
Επί του τρίτου και πέμπτου ερωτήματος
38 Με τα δύο αυτά ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί η έκταση και το περιεχόμενο της συναφθείσας μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών συμφωνίας.
39 Καταρχάς, πρέπει να τονισθεί ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1768/95, μία τέτοια συμφωνία επέχει θέση κατευθυντηρίων γραμμών για τον προσδιορισμό της καταβλητέας αμοιβής στην οικεία περιοχή, εφόσον τα επίπεδα αμοιβής και οι σχετικές προϋποθέσεις έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και έχουν δημοσιευθεί στο Επίσημο Δελτίο του Γραφείου.
40 Κατόπιν, από το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95 προκύπτει σαφώς ότι η αμοιβή αυτή ορίζεται στο 50 % του ποσού των δικαιωμάτων Γ σε περίπτωση που δεν έχει εφαρμογή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών.
41 Ακολούθως, το εν λόγω ποσοστό 50 % δεν αποτελεί το μοναδικό ποσοστό αμοιβής που θα μπορούσαν να ορίσουν οι συμβαλλόμενοι κατά τη διαπραγμάτευση μιας τέτοιας συμφωνίας.
42 Τέλος, λαμβανομένου υπόψη του κανονισμού 2605/98, ο οποίος ουδόλως διακρίνει μεταξύ συμφωνιών προγενέστερων ή μεταγενέστερων της θέσεώς του σε ισχύ, επιβάλλεται να τονισθεί ότι συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως περιέχουσα κατευθυντήριες γραμμές παρά μόνον εφόσον ανταποκρίνεται στις προαναφερθείσες τυπικές προϋποθέσεις κοινοποιήσεως και δημοσιεύσεως.
43 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο και πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για να μπορεί συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1768/95, να ληφθεί υπόψη, καθ’ όλα τα στοιχεία αυτής, ως περιέχουσα κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει η συμφωνία αυτή να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και να έχει δημοσιευθεί στο Επίσημο Δελτίο του Γραφείου, έστω και αν έχει συναφθεί προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να προβλέπει ποσοστό αμοιβής διαφορετικό εκείνου που, επικουρικώς, προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
44 Με το ερώτημα αυτό, το Bundesgerichtshof ζητεί, ουσιαστικώς, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το μνημονευόμενο στο άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95 ποσοστό 50 % συνιστά ανώτατο όριο για τον καθορισμό της αμοιβής.
45 Πρώτον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 5, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει εφαρμογή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των οργανώσεων των κατόχων και των καλλιεργητών.
46 Δεύτερον, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών του, από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι το ποσοστό αυτό είναι δεσμευτικό και δεν συνιστά, απλώς, ανώτατο ή κατώτατο όριο. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε εξαίρεση στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως δεν επηρεάζει τη διαπίστωση αυτή, δεδομένου ότι η εν λόγω εξαίρεση ίσχυε για περιορισμένη μόνον περίοδο και αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση της ταχείας συνάψεως συμφωνιών μεταξύ οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών πριν από την 1η Απριλίου 1999.
47 Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει εφαρμοστέας συμφωνίας μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, η αμοιβή του κατόχου πρέπει να προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95 σε σταθερό ποσό το οποίο δεν συνιστά ούτε ανώτατο ούτε κατώτατο όριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν προκειμένου να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο άλλοι συμμετέχοντες στη διαδικασία πλην των εν λόγω διαδίκων, δεν αποδίδοντα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η κατ’ αποκοπήν αμοιβή 80 % του ποσού που καταβάλλεται εντός της αυτής περιοχής για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση σε περίπτωση προσφυγής στην γεωργική παρέκκλιση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, δεν ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση ότι η αμοιβή αυτή πρέπει να είναι «αισθητά χαμηλότερη» του ποσού που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με την γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2605/98 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, υπό την επιφύλαξη της κρίσεως του εθνικού δικαστηρίου επί των λοιπών κρισίμων περιστάσεων κάθε διαφοράς της κύριας δίκης.
2) Τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους της αμοιβής του κατόχου καθορίζονται με το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98. Τα κριτήρια αυτά στερούνται αναδρομικής ισχύος, πλην όμως μπορούν, να ληφθούν υπόψη ως κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό της αμοιβής αυτής όσον αφορά τις προγενέστερες της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 2605/98 φυτεύσεις.
3) Για να μπορεί συμφωνία συναφθείσα μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98, να ληφθεί υπόψη, καθ’ όλα τα στοιχεία αυτής, ως περιέχουσα κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει η συμφωνία αυτή να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να έχει δημοσιευθεί στο Επίσημο Δελτίο του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών, έστω και αν έχει συναφθεί προ της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού2605/98. Μια τέτοια συμφωνία μπορεί να προβλέπει ποσοστό αμοιβής διαφορετικό εκείνου που, επικουρικώς, προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98.
4) Ελλείψει εφαρμοστέας συμφωνίας μεταξύ των οργανώσεων κατόχων και καλλιεργητών, η αμοιβή του κατόχου πρέπει να προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 1768/95, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2605/98, σε σταθερό ποσό το οποίο δεν συνιστά ούτε ανώτατο ούτε κατώτατο όριο.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy