Υπόθεση C-19/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου της Δανίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων — Νομίμως οφειλόμενοι τελωνειακοί δασμοί, μη εισπραχθέντες λόγω σφάλματος των εθνικών τελωνειακών αρχών — Δημοσιονομική ευθύνη των κρατών μελών»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Βεβαίωση και απόδοση εκ μέρους των κρατών μελών
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1552/89, άρθρο 17 § 2, και 2913/92, άρθρο 220 § 2, στοιχείο β΄· απόφαση 94/728 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 8)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο — Έλλειψη αρνητικών συνεπειών της προβαλλόμενης παραβάσεως — Στερείται σημασίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώνουν την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και, επομένως, μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από μια τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν πληρούνται τα κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και, επομένως, από το αν μπορεί ή δεν μπορεί να χωρήσει βεβαίωση και εκ των υστέρων είσπραξη των οικείων τελωνειακών δασμών.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα κράτος μέλος που δεν βεβαιώνει την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων και δεν θέτει το αντίστοιχο ποσό στη διάθεση της Επιτροπής, χωρίς να πληρούται κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89, για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728.
(βλ. σκέψη 32 και διατακτ.)
2. Η μη τήρηση υποχρεώσεως την οποία επιβάλλει κανόνας του κοινοτικού δικαίου συνιστά αφ’ εαυτής παράβαση, ο δε λόγος ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως δεν είχε αρνητικές συνέπειες δεν ασκεί επιρροή.
(βλ. σκέψη 35)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων – Νομίμως οφειλόμενοι τελωνειακοί δασμοί, μη εισπραχθέντες λόγω σφάλματος των εθνικών τελωνειακών αρχών – Δημοσιονομική ευθύνη των κρατών μελών»
Στην υπόθεση C‑19/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους N. Rasmussen, G. Wilms και H.-P. Hartvig, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπουμένου από τον J. Molde, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, J. Klučka, P. Lindh (εισηγήτρια) και A. Arabadjiev, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Δανίας, δεδομένου ότι δεν έθεσε στη διάθεση της Επιτροπής, ως ιδίους πόρους, ποσό 18 687 475 DKK πλέον τόκων υπερημερίας από τις 27 Ιουλίου 2000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως από τα άρθρα 10 ΕΚ καθώς και 2 και 8 της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 293, σ. 9).
Το νομικό πλαίσιο
Το σύστημα των ιδίων πόρων
2 Από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/728, η οποία αντικατέστησε την απόφαση 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 185, σ. 24), προκύπτει ότι συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων, μεταξύ άλλων:
– οι αποκαλούμενοι «παραδοσιακοί» πόροι (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄), που προέρχονται από:
– εισφορές, πριμοδοτήσεις, συμπληρωματικά ή εξισωτικά ποσά, πρόσθετα ποσά ή συντελεστές και λοιπά τέλη που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής·
– τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη·
– ο πόρος που αποκαλείται «φόρος προστιθεμένης αξίας» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄), που προέρχεται από την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή που ισχύει για όλα τα κράτη μέλη στη φορολογική βάση του φόρου προστιθεμένης αξίας·
– ο πόρος που αποκαλείται «ακαθάριστο εθνικό προϊόν» ή «συμπληρωματικός» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄), που προέρχεται από την εφαρμογή συντελεστή –που θα καθοριστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού, βάσει όλων των άλλων εσόδων– στο άθροισμα των ακαθάριστου εθνικού προϊόντος όλων των κρατών μελών.
3 Το άρθρο 8 της αποφάσεως 94/728 ορίζει:
«1. Οι κοινοτικοί ίδιοι πόροι που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, εισπράττονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, οι οποίες προσαρμόζονται, ενδεχομένως, στις απαιτήσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων. Η Επιτροπή προβαίνει, σε τακτά διαστήματα, σε εξέταση των εθνικών διατάξεων που της γνωστοποιούν τα κράτη μέλη, ανακοινώνει στα κράτη μέλη τις προσαρμογές που θεωρεί αναγκαίες για τη διασφάλιση της πιστότητάς τους προς τις κοινοτικές ρυθμίσεις και υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή. Τα κράτη μέλη θέτουν τους πόρους που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως δ΄, στη διάθεση της Επιτροπής.
2. […] το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, επί προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, καθώς και τις διατάξεις για τον έλεγχο της είσπραξης, την απόδοση στην Επιτροπή και την καταβολή των εσόδων που αναφέρονται στα άρθρα 2 και 5.»
4 Οι διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/728 περιλαμβάνονταν στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της αποφάσεως 88/376 (ΕΕ L 155, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 1552/89), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουλίου 1996.
5 Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1552/89 ορίζει ότι «η Κοινότητα πρέπει να διαθέτει τους ιδίους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 της απόφασης 88/376 […] υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους και ότι, για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να καθοριστούν οι λεπτομέρειες σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τους ιδίους πόρους που χορηγούνται στις Κοινότητες».
6 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 1α, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της αποφάσεως 88/376 […] θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
1α. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
8 Το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 2, έσοδα να αποδίδονται στην Επιτροπή κατά τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
2. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται της υποχρεώσεως να αποδίδουν στην Επιτροπή τα ποσά που αντιστοιχούν στα βεβαιωθέντα έσοδα, μόνον εάν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας. Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής τα σχετικά ποσά εφόσον αποδεικνύεται, μετά από διεξοδική εξέταση όλων των στοιχείων της εν λόγω περίπτωσης, ότι είναι οριστικά αδύνατον να εισπράξουν τα οφειλόμενα για λόγους πέραν της ευθύνης τους […]».
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92
9 Σύμφωνα με το άρθρο 204, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας):
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί
ή
β) από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς,
σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 203, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναπόθεσης ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται είτε τη στιγμή κατά την οποία παύει να τηρείται η υποχρέωση η μη εκπλήρωση της οποίας γεννά την τελωνειακή οφειλή, είτε τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα τέθηκε υπό το συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς εφόσον αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι ένας από τους όρους που καθορίστηκαν για την υπαγωγή του εν λόγω εμπορεύματος στο καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς δεν είχε πράγματι τηρηθεί.»
10 Όσον αφορά τη βεβαίωση και την ανακοίνωση στον οφειλέτη του ποσού των δασμών, το άρθρο 217 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«1. Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).
[…]
Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μη βεβαιώνουν ποσά δασμών τα οποία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 221, παράγραφος 3, δεν μπορούν να γνωστοποιηθούν στον οφειλέτη λόγω εκπνοής της καθορισμένης προθεσμίας.
2. Οι πρακτικοί τρόποι βεβαίωσης των δασμών καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Οι τρόποι αυτοί μπορούν να διαφέρουν ανάλογα με το αν οι τελωνειακές αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους υπό τους οποίους γεννάται η τελωνειακή οφειλή, εξασφαλίζονται ή όχι ως προς την καταβολή των εν λόγω ποσών.»
11 Σύμφωνα με το άρθρο 218 του εν λόγω κώδικα:
«1. Όταν τελωνειακή οφειλή γεννάται από την αποδοχή διασάφησης για τη θέση εμπορεύματος υπό τελωνειακό καθεστώς άλλο εκτός της προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς ή από οιαδήποτε άλλη πράξη που έχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή, η βεβαίωση του ποσού που αντιστοιχεί σ’ αυτή την τελωνειακή οφειλή πρέπει να πραγματοποιείται μόλις υπολογιστεί το ποσό αυτό και, το αργότερο, τη δεύτερη ημέρα μετά από εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας χορηγήθηκε η άδεια παραλαβής του εμπορεύματος.
[…]
3. Σε περίπτωση που γεννάται τελωνειακή οφειλή υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η βεβαίωση του ποσού των αντίστοιχων δασμών πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή είναι σε θέση:
α) να υπολογίσει το εν λόγω ποσό των δασμών
και
β) να ορίσει τον οφειλέτη.»
12 Το άρθρο 220 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει:
«1. Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.
2. […] δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση όταν:
[…]
β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση·
[…]».
13 Το άρθρο 221 του εν λόγω κώδικα ορίζει:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[…]
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Ωστόσο, όταν η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται εφόσον αυτό προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, και μετά τη λήξη της εν λόγω τριετούς προθεσμίας.»
14 Το άρθρο 239 του ως άνω κώδικα έχει ως ακολούθως:
«1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 236, 237 και 238, οι οποίες:
– καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,
– προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.
2. Η επιστροφή ή η διαγραφή δασμών για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας δώδεκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης του χρέους των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να επιτρέψουν υπέρβαση της εν λόγω προθεσμίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες.»
15 Το άρθρο 869 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1677/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου1998 (ΕΕ L 212, σ. 18, στο εξής: κανονισμός 2454/93), έχει ως εξής:
«Οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν μόνες τους να μην βεβαιώνουν εκ των υστέρων τους μη εισπραχθέντες δασμούς:
[…]
β) στις περιπτώσεις που κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του [τελωνειακού] κώδικα και εφόσον το ποσό που δεν κατέβαλε ο επιχειρηματίας λόγω σφάλματος, και το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να αφορά πολλές πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, είναι κατώτερο των 50 000 [ευρώ]·
[…]».
16 Το άρθρο 871, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2454/93 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 869, όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του [τελωνειακού] κώδικα είτε έχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διάταξης σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή για να εξετασθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876. […]»
Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
17 Το έτος 1990 οι δανικές αρχές παρέσχαν άδεια σε μια επιχείρηση (στο εξής: επιχείρηση εισαγωγών) να εισάγει αδασμολόγητα ορισμένα εμπορεύματα που προορίζονταν για την κατασκευή εμπορευματοκιβωτίων, στο πλαίσιο του λεγόμενου καθεστώτος του «ειδικού προορισμού», το οποίο ίσχυε για τα «προϊόντα που προορίζονται να ενσωματωθούν στα πλοία […] με σκοπό την κατασκευή, επισκευή, συντήρηση ή μεταποίησή τους, καθώς και [για] τα προϊόντα που προορίζονται για τον εφοπλισμό ή τον εξοπλισμό των πλοίων αυτών» δυνάμει των διατάξεων του τίτλου II, A, σημείο 1, του παραρτήματος I του κανονισμού (EΟK) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΟK) 2886/89 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 1989 (ΕΕ L 282, σ. 1).
18 Αφού διενήργησε έλεγχο από τις 25 μέχρι τις 29 Μαρτίου 1996, η Επιτροπή πληροφόρησε τις δανικές αρχές ότι η άδεια εισαγωγής των εμπορευμάτων αυτών χωρίς δασμούς στηριζόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων, δεδομένου ότι τα επίμαχα εμπορευματοκιβώτια δεν προορίζονταν να ενσωματωθούν σε πλοία. Η Επιτροπή ζήτησε από τις αρχές αυτές να παύσουν την πρακτική αυτή και διαπίστωσε ότι οι εν λόγω αρχές ευθύνονταν, λόγω επιδείξεως αμελείας, μέχρι του ποσού των ιδίων πόρων που δεν εισέπραξε η Κοινότητα.
19 Στις 30 Δεκεμβρίου 1997 οι δανικές αρχές πληροφόρησαν την επιχείρηση εισαγωγών σχετικά με την άποψη της Επιτροπής όσον αφορά την άδεια εισαγωγής εμπορευμάτων προοριζόμενων για την κατασκευή εμπορευματοκιβωτίων δυνάμει του καθεστώτος του ειδικού προορισμού, χωρίς όμως να την εγκρίνουν, και σχετικά με την από 1ης Ιανουαρίου 1998 επιβολή εισαγωγικών δασμών επί των εν λόγω εμπορευμάτων. Εντούτοις, οι δανικές αρχές συναίνεσαν ώστε η άδεια αυτή να εξακολουθεί να ισχύει και μετά από την ημερομηνία αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση εισαγωγών θα δεχόταν να αναλάβει τον κίνδυνο να καταστούν απαιτητοί οι σχετικοί δασμοί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 204 του τελωνειακού κώδικα. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα οι δανικές αρχές αποφάσισαν να μη ζητήσουν a posteriori την καταβολή των εισαγωγικών δασμών που οφείλονταν μέχρι την ημερομηνία αυτή, χωρίς όμως να συμβουλευτούν συναφώς την Επιτροπή.
20 Από τις 3 Φεβρουαρίου 1998 οι δανικές αρχές έπαυσαν να αναγνωρίζουν υπέρ της επιχειρήσεως το καθεστώς του ειδικού προορισμού, χορήγησαν δε αντ’ αυτού άδεια δυνάμει του λεγόμενου καθεστώτος της «ενεργητικής τελειοποιήσεως». Έτσι, η επιχείρηση εισαγωγών μπόρεσε να συνεχίσει να εισάγει ατελώς τα εμπορεύματα προς κατασκευή εμπορευματοκιβωτίων θαλάσσιων μεταφορών τα οποία προορίζονταν για φόρτωση σε πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και τα οποία εξάγονταν στη συνέχεια.
21 Όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 3ης Φεβρουαρίου 1998, η Επιτροπή ζήτησε από το Βασίλειο της Δανίας, με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 2004, την καταβολή ποσού 1 479 016 DKK, που αντιστοιχεί στο ποσό των δασμών από τους οποίους είχε απαλλαγεί η επιχείρηση εισαγωγών δυνάμει του καθεστώτος του ειδικού προορισμού. Με την απόφαση REC 12/03, της 19ης Μαΐου 2004 (στο εξής: απόφαση 12/03), η Επιτροπή κατέληξε ότι έπρεπε να επιβληθούν δασμοί a posteriori, αλλά η επιχείρηση εισαγωγών μπορούσε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής τους δυνάμει του άρθρου 239 του τελωνειακού κώδικα. Επειδή δεν διαπίστωσε κάποιο πταίσμα των δανικών αρχών κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η Επιτροπή εξέθεσε, με έγγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 2005, ότι δεν είχε την πρόθεση να θεωρήσει το Βασίλειο της Δανίας υπεύθυνο για τη μη καταβολή των ιδίων πόρων όσον αφορά την εν λόγω περίοδο.
22 Όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή ζήτησε από τις δανικές αρχές, με έγγραφο της 9ης Νοεμβρίου 1998, την καταβολή των δασμών τους οποίους όφειλαν να εισπράξουν για την εισαγωγή εκ μέρους της επιχειρήσεως εισαγωγών εμπορευμάτων αναγκαίων για την κατασκευή εμπορευματοκιβωτίων, ήτοι ποσό 18 687 475 DKK, εκτός τόκων. Ύστερα από ανταλλαγή αλληλογραφίας, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους την οποία προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ. Αφού κάλεσε το Βασίλειο της Δανίας, με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2002, να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 31 Οκτωβρίου 2002, ζητώντας από το κράτος μέλος αυτό να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτήν εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
23 Επειδή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση του Βασιλείου της Δανίας στην αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο της Δανίας, στηριζόμενο σε εσφαλμένη ερμηνεία της τελωνειακής νομοθεσίας για να απαλλάξει από την υποχρέωση καταβολής εισαγωγικών δασμών την επιχείρηση εισαγωγών δυνάμει του καθεστώτος του ειδικού προορισμού κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1997, παρέβη την υποχρέωσή της να βεβαιώσει και να θέσει στη διάθεσή της ιδίους πόρους ποσού 18 687 475 DKK. Επικαλείται, συναφώς, την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2005, σ. I-9811).
25 Υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να βεβαιώνουν τους ιδίους πόρους της Κοινότητας ακόμα και αν αμφισβητούν τις απαιτήσεις της τελευταίας (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 60). Οι δανικές αρχές ενήργησαν με δική τους ευθύνη εμμένοντας στη δική τους ερμηνεία περί του καθεστώτος του ειδικού προορισμού παρά την αμφισβήτησή της εκ μέρους της Επιτροπής το έτος 1996. Δεν ενημέρωσαν σχετικά την επιχείρηση εισαγωγών πριν από τις 30 Δεκεμβρίου 1997 και παρέβησαν την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 871 του κανονισμού 2454/93 να απευθυνθούν στην Επιτροπή, ώστε αυτή να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα.
26 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν θέλησε να θεωρήσει το Βασίλειο της Δανίας υπεύθυνο για τη μη καταβολή των ιδίων πόρων της χρονικής περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 3ης Φεβρουαρίου 1998. Επομένως, η απόφαση 12/03 δεν ασκεί επιρροή επί της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι αφορούσε την περίοδο εκείνη.
27 Όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1997, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν διαφέρουν από εκείνες που οδήγησαν στην έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Δανίας. Ειδικότερα, αμφισβητεί την άποψη κατά την οποία η επιχείρηση εισαγωγών θα μπορούσε να υπαχθεί από την αρχή της περιόδου αυτής στο καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως, πράγμα το οποίο αποκλείει κάθε ενδεχόμενο ζημίας σε βάρος της Κοινότητας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η άποψη αυτή στηρίζεται μόνο σε αμιγώς υποθετικό λόγο και τονίζει το γεγονός ότι οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως, τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 114 έως 129 του τελωνειακού κώδικα, διαφέρουν ριζικά από τις αφορώσεως το καθεστώς του ειδικού προορισμού. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών αποκλειόταν η αναδρομική χορήγηση αδείας βάσει του καθεστώτος της ενεργητικής τελειοποιήσεως. Επομένως, θεωρεί ότι το Βασίλειο της Δανίας δεν μπορεί απλώς να ισχυρίζεται, για να αποσείσει την ευθύνη του, ότι η επιχείρηση εισαγωγών θα μπορούσε να υπαχθεί στο εν λόγω καθεστώς από 1ης Ιανουαρίου 1994.
28 Το Βασίλειο της Δανίας δέχεται ότι οι τελωνειακές αρχές στηρίχθηκαν σε εσφαλμένη ερμηνεία της εφαρμοστέας νομοθεσίας όταν δέχθηκαν την υπαγωγή της επιχειρήσεως εισαγωγών στο καθεστώς του ειδικού προορισμού. Παρά το σφάλμα αυτό, το ως άνω κράτος μέλος εκτιμά ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνη η οποία οδήγησε στην έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Δανίας σε ένα σημείο θεμελιώδους σημασίας. H Κοινότητα δεν στερήθηκε κάποιου οικονομικού πόρου λόγω των πταισμάτων των δανικών αρχών, καθόσον, εν πάση περιπτώσει, η επιχείρηση εισαγωγών θα μπορούσε να τύχει απαλλαγής από τους δασμούς δυνάμει του καθεστώτος της ενεργητικής τελειοποιήσεως.
29 Το Βασίλειο της Δανίας υπενθυμίζει ότι, στην ως άνω απόφαση, η ερμηνεία του Δικαστηρίου στηρίζεται στην αρχή του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, δυνάμει της οποίας τα ελλείποντα έξοδα πρέπει να αντισταθμίζονται είτε με κάποιον άλλο ίδιο πόρο, είτε με προσαρμογή των δαπανών (απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, προαναφερθείσα, σκέψη 54). Όμως, εν προκειμένω, δεν εθίγη ο ισοσκελισμός του προϋπολογισμού, πράγμα το οποίο αναγνώρισε η ίδια η Επιτροπή. Ειδικότερα, η απόφαση 12/03 αποδεικνύει ότι η Κοινότητα δεν υπέστη ζημία όσον αφορά είτε την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 3ης Φεβρουαρίου 1998 είτε την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1997.
30 Το Βασίλειο της Δανίας υποστηρίζει ότι το 1990 η επιχείρηση εισαγωγών είχε ζητήσει να υπαχθεί στο καθεστώς της ενεργητικής τελειοποιήσεως, για το οποίο πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Όμως, οι τελωνειακές αρχές την κάλεσαν να ζητήσει την υπαγωγή της στο καθεστώς του ειδικού προορισμού, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας των εφαρμοστέων κανονιστικών διατάξεων. Ναι μεν τα καθεστώτα του ειδικού προορισμού και της ενεργητικής τελειοποιήσεως διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά, κατά το κράτος μέλος αυτό, για την επιχείρηση εισαγωγών η απαλλαγή από τους δασμούς ήταν δεδομένη.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, δοθέντος ότι το πταίσμα των τελωνειακών αρχών δεν είχε επιπτώσεις επί του προϋπολογισμού της Κοινότητας, το Βασίλειο της Δανίας εκτιμά ότι δεν παρέβη τις υποχρεώσεις του.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32 Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώνουν την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και, επομένως, μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από μια τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη, ανεξάρτητα από το αν πληρούνται τα κριτήρια για την εφαρμογή του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα και, επομένως, από το αν μπορεί ή δεν μπορεί να χωρήσει βεβαίωση και εκ των υστέρων είσπραξη των οικείων τελωνειακών δασμών. Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα κράτος μέλος που δεν βεβαιώνει την απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων και δεν θέτει το αντίστοιχο ποσό στη διάθεση της Επιτροπής, χωρίς να πληρούται κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1552/89, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728 (απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, προαναφερθείσα, σκέψη 68).
33 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι δανικές αρχές παρέλειψαν να εισπράξουν τους εισαγωγικούς δασμούς που οφείλονταν για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1994 και 31ης Δεκεμβρίου 1997 λόγω σφάλματος για το οποίο ευθύνονται οι ίδιες. Το εν λόγω σφάλμα τις οδήγησε να μη βεβαιώσουν και να μην εισπράξουν a posteriori τους σχετικούς δασμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα.
34 Επειδή προέκυψε a posteriori ότι δεν πληρούνταν κάποια από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αναγνώριση του καθεστώτος του ειδικού προορισμού, η τελωνειακή οφειλή της επιχειρήσεως εισαγωγών γεννάται σύμφωνα με το άρθρο 204, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα τον χρόνο κατά τον οποίο το εμπόρευμα τίθεται υπό το καθεστώς αυτό. Μετά την ανάκληση από τις 31 Δεκεμβρίου 1997 της αδείας που της είχε χορηγηθεί το έτος 1990 δυνάμει του εν λόγω καθεστώτος, η επιχείρηση εισαγωγών δεν μπορούσε να λάβει αναδρομικά άδεια βάσει του καθεστώτος της ενεργητικής τελειοποιήσεως. Επομένως, είναι άνευ σημασίας το ζήτημα αν η επιχείρηση αυτή θα μπορούσε να πληροί το 1990 τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας στο πλαίσιο του τελευταίου αυτού καθεστώτος και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η Κοινότητα βασίμως θα μπορούσε να ζητήσει να τεθούν ίδιοι πόροι στη διάθεσή της χωρίς να υφίσταται καμία προσβολή των οικονομικών συμφερόντων της.
35 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί εν πάση περιπτώσει ότι η μη τήρηση υποχρεώσεως την οποία επιβάλλει κανόνας του κοινοτικού δικαίου συνιστά αφ’ εαυτής παράβαση, ο δε λόγος ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως δεν είχε αρνητικές συνέπειες δεν ασκεί επιρροή (αποφάσεις της 11ης Απριλίου 1978, 95/77, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή τόμος 1978, σ. 305, σκέψη 13· της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-209/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1990, σ. I-4313, σκέψη 14, και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. I-1025, σκέψη 37).
36 Όσον αφορά το άρθρο 10 ΕΚ, το οποίο επίσης επικαλείται η Επιτροπή, παρέλκει η διαπίστωση παραβάσεως των γενικών υποχρεώσεων που προβλέπει το άρθρο αυτό, διαφορετικής από τη διαπιστωθείσα παράβαση των ειδικότερων κοινοτικών υποχρεώσεων τις οποίες υπείχε το Βασίλειο της Δανίας, μεταξύ άλλων, από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728.
37 Επομένως, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο της Δανίας, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής ιδίους πόρους ύψους 18 687 475 DKK πλέον τόκων υπερημερίας από τις 27 Ιουλίου 2000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728.
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Δανίας και το τελευταίο ηττήθηκε, αυτό πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Δανίας, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ιδίους πόρους ύψους 18 687 475 DKK πλέον τόκων υπερημερίας από τις 27 Ιουλίου 2000, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως από τα άρθρα 2 και 8 της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy