Υπόθεση C-149/05
Harold Price
κατά
Conseil des ventes volontaires de meubles aux enchères publiques
(αίτηση του Cour d’appel de Paris
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγίες 89/48/EΟΚ και 92/51/EΟΚ — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως — Υποχρεωτική υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας, χωρίς δυνατότητα επιλογής μεταξύ αυτής και της πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής — Δραστηριότητα εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση διπλωμάτων και πτυχίων — Πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 89/48 και 92/51
(Οδηγίες του Συμβουλίου 89/48, άρθρο 3, εδ. 1, στοιχείο β΄, και 92/51)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών — Οδηγία 89/48
(Οδηγία 89/48 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 1, εδ. 3)
1. Η οδηγία 92/51 σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία συμπληρώνει την οδηγία 89/48 σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, όπως τροποποιήθηκε τόσο αυτή όσο και η οδηγία 89/48 με την οδηγία 2001/19, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αιτούντος ο οποίος διαθέτει προσόντα όπως το δίπλωμα «Bachelor of Arts in Fine Arts Valuation» και επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία σε κράτος μέλος στο οποίο το εν λόγω επάγγελμα ασκείται μόνον από τους κατόχους διπλώματος κατά την έννοια της οδηγίας 89/48.
Αντιθέτως, η τελευταία αυτή οδηγία και, ειδικότερα, το άρθρο της 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, έχει εφαρμογή στην περίπτωση του εν λόγω αιτούντος, αν το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία στο κράτος μέλος στο οποίο ο εν λόγω αιτών απέκτησε τα προσόντα τα οποία επικαλείται δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, αν παραστεί ανάγκη, να εξακριβώσει το στοιχείο αυτό.
(βλ. σκέψη 49, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19, προβλέπει δυνατότητα παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης επιλογής μεταξύ πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας, εφόσον τα κράτη μέλη πληρούν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις απαραίτητες για να θεμελιωθεί δυνατότητα επιλογής του μέτρου αναπληρώσεως. Αφενός, πρέπει να πρόκειται περί επαγγέλματος η άσκηση του οποίου απαιτεί ακριβή γνώση του εθνικού δικαίου. Αφετέρου, η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου πρέπει να αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ένα επάγγελμα η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος νομικών σπουδών διάρκειας δύο τουλάχιστον ετών αποτελεί επάγγελμα για την άσκηση του οποίου μπορεί να γίνει δεκτό ότι απαιτείται ακριβής γνώση του εθνικού δικαίου κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δεν είναι αναγκαίο, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η επίμαχη δραστηριότητα να περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών και/ή συνδρομής επί του συνόλου του εθνικού δικαίου· αρκεί να αφορά εξειδικευμένο τομέα και να αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της εν λόγω δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαία, ειδικότερα, η αναφορά στη συνήθη πρακτική του επίμαχου επαγγέλματος.
(βλ. σκέψεις 53, 60, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 7ης Σεπτεμβρίου 2006 (*)
«Οδηγίες 89/48/EΟΚ και 92/51/EΟΚ – Εργαζόμενοι – Αναγνώριση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως – Υποχρεωτική υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας, χωρίς δυνατότητα επιλογής μεταξύ αυτής και της πραγματοποιήσεως πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής – Δραστηριότητα εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία»
Στην υπόθεση C-149/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το cour d’appel de Paris (Γαλλία) με απόφαση της 23ης Μαρτίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Απριλίου 2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Harold Price
κατά
Conseil des ventes volontaires de meubles aux enchères publiques,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή), N. Colneric, E. Juhász και E. Levits, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Ιανουαρίου 2006,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο H. Price, εκπροσωπούμενος από τον M. Olivier-Martin, avocat,
– το Conseil des ventes volontaires de meubles aux enchères publiques, εκπροσωπούμενο από τον H. Calvet, avocat,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την C. Bergeot-Nunes,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Riedl,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Wistrand,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. Støvlbæk και την D. Maidani, επικουρούμενοι από τον J.‑V. Visee, πραγματογνώμονα,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16) και της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48 (ΕΕ L 209, σ. 25), όπως τροποποιήθηκαν με την οδηγία 2001/19/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001 (ΕΕ L 206, σ. 1, στο εξής: οδηγίες 89/48 και 92/51, αντιστοίχως).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο προσφυγής του Η. Price, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο στον τομέα των πωλήσεων με δημοπρασία, κατά της αποφάσεως του Conseil des ventes volontaires de meubles aux enchères publiques (στο εξής: CVV), με την οποία το CVV έθεσε ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία (στο εξής: διευθυντή εκουσίων πωλήσεων) στη Γαλλία την επιτυχία σε δοκιμασία επάρκειας σε τρεις τομείς: νομικά, πρακτική των πωλήσεων με δημοπρασία και επαγγελματική κανονιστική ρύθμιση.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Από την τρίτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 89/48 προκύπτει ότι σκοπός της είναι η εφαρμογή ενός γενικού συστήματος αναγνωρίσεως των διπλωμάτων το οποίο θα διευκολύνει, για τους Ευρωπαίους πολίτες, την άσκηση όλων των επαγγελματικών δραστηριοτήτων για τις οποίες απαιτείται, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, η κατοχή διπλώματος μεταδευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, εφόσον κατέχουν διπλώματα τα οποία τους προετοιμάζουν για τις δραστηριότητες αυτές, πιστοποιούν την ολοκλήρωση τριετούς τουλάχιστον κύκλου σπουδών και έχουν χορηγηθεί εντός άλλου κράτους μέλους.
4 Η οδηγία 92/51 θεσπίζει ένα συμπληρωματικό γενικό σύστημα αναγνωρίσεως επαγγελματικών σπουδών το οποίο καλύπτει τις σπουδές που δεν εμπίπτουν στο αρχικό γενικό σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 89/48 και αφορά μόνον την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
5 Κατά τα άρθρα 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 και 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51, οι δύο αυτές οδηγίες έχουν εφαρμογή σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους που επιθυμεί να ασκήσει «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» σε άλλο κράτος μέλος.
Η έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος»
6 Κατά τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 89/48, ο οποίος συμπίπτει κατ’ ουσία με εκείνον του άρθρου 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 92/51, ως «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα» νοείται η δραστηριότητα ή το σύνολο των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων στις οποίες συνίσταται το επάγγελμα αυτό σε ένα κράτος μέλος.
7 Κατά τα άρθρα 1, στοιχείο δ΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 και 1, στοιχείο στ΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51, ωςτητη «νομοθετικά κατοχυρωμένη δραστηριότητα» νοείται η επαγγελματική δραστηριότητα η πρόσβαση στην οποία καθώς και η άσκησή της ή ένας από τους κανόνες ασκήσεώς της εντός κράτους μέλους εξαρτάται, άμεσα ή έμμεσα βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή διπλώματος, κατά την οδηγία 89/48, και από την κατοχή τίτλου σπουδών ή πιστοποιητικού καταρτίσεως, κατά την οδηγία 92/51.
8 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, το οποίο συμπίπτει κατ’ ουσία με το άρθρο 1, στοιχείο στ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/51, με μοναδική εξαίρεση το ότι η οδηγία 92/51 αναφέρεται σε «τίτλο σπουδών» και η οδηγία 89/48 σε «δίπλωμα», με νομοθετικά κατοχυρωμένη επαγγελματική δραστηριότητα εξομοιώνεται:
«η επαγγελματική δραστηριότητα των μελών ένωσης ή οργάνωσης κύριος στόχος των οποίων είναι η προαγωγή και η διατήρηση της στάθμης του οικείου επαγγέλματος σε υψηλά επίπεδα, και οι οποίες, για την επίτευξη αυτού του στόχου, τυγχάνουν αναγνωρίσεως υπό ειδική μορφή σε κράτος μέλος και
– χορηγούν στα μέλη τους δίπλωμα,
– υποβάλλουν τα μέλη τους σε επαγγελματικούς κανόνες τους οποίους θεσπίζουν οι ίδιες, και
– παρέχουν σ’ αυτά το δικαίωμα να κάνουν χρήση τίτλου ή συντομογραφίας ή ιδιότητας που αντιστοιχεί προς αυτό το δίπλωμα.»
9 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, το παράρτημα της οδηγίας αυτής περιλαμβάνει μη εξαντλητικό κατάλογο ενώσεων ή οργανώσεων οι οποίες, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω οδηγίας, πληρούσαν τις προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου. Στο παράρτημα αυτό περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το «Royal Institution of Chartered Surveyors».
Η έννοια του «διπλώματος»
10 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 89/48, για να αποτελεί ένας τίτλος «δίπλωμα» κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, πρέπει, μεταξύ άλλων, να πιστοποιεί ότι ο κάτοχός του έχει ολοκληρώσει με επιτυχία κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας τριών ετών ή ισοδύναμης διάρκειας με ελαστική παρακολούθηση.
11 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 92/51, για να αποτελεί ένας τίτλος «δίπλωμα» κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, πρέπει, μεταξύ άλλων, να πιστοποιεί ότι ο κάτοχός του πραγματοποίησε με επιτυχία κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, πλην αυτού στον οποίο αναφέρεται η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48, ελάχιστης διάρκειας ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας με ελαστική παρακολούθηση.
Η υποχρέωση αναγνωρίσεως
12 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 προβλέπει τα εξής:
«Όταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα που επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την εξάσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος, ή
β) αν ο αιτών έχει εξασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, και του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, εδάφιο πρώτο, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης:
– που έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους αυτού,
– από τους οποίους προκύπτει ότι ο κάτοχός τους παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο σπουδών μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών, ή ισοδύναμης διάρκειας με ελαστική παρακολούθηση, σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου ενός κράτους μέλους και, ενδεχομένως, ότι παρακολούθησε με επιτυχία την επαγγελματική εκπαίδευση που απαιτείται επιπλέον του κύκλου σπουδών μετά τη δευτεροβάθμια, και
– που προετοίμασαν τον αιτούντα για την εξάσκηση του εν λόγω επαγγέλματος.»
13 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51 έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, όταν στο κράτος μέλος υποδοχής η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η άσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, όπως αυτό ορίζεται στην παρούσα οδηγία ή στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα, όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία ή στην οδηγία 89/48/ΕΟΚ, το οποίο επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος
ή
β) αν ο αιτών έχει ασκήσει το επάγγελμα αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη ή επί ισοδύναμο χρονικό διάστημα με μειωμένο ωράριο, κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά αυτό το επάγγελμα, ούτε κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ε΄, και του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, πρώτο εδάφιο, της παρούσας οδηγίας ούτε κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, και του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, και έχει αποκτήσει έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης:
– που έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει ορισθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους αυτού,
– από τους οποίους προκύπτει ότι ο κάτοχός τους παρακολούθησε με επιτυχία κύκλο σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας μερικής παρακολούθησης, για την πρόσβαση στον οποίο κατά κανόνα απαιτείται, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου δευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτείται για την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή ή άλλη τριτοβάθμια εκπαίδευση και, ενδεχομένως, η επαγγελματική εκπαίδευση που είναι ενσωματωμένη σ’ αυτόν τον κύκλο σπουδών μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
[…]
και
– οι οποίες προετοίμασαν τον αιτούντα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος.»
14 Το άρθρο 3, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51 προβλέπει, περαιτέρω, παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος υποδοχής δεν υποχρεούται να εφαρμόζει τη διάταξη αυτή όταν απαιτείται η κατοχή διπλώματος όπως το οριζόμενο στην οδηγία 89/48, η χορήγηση του οποίου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την επιτυχή περάτωση κύκλου σπουδών διάρκειας μεγαλύτερης των τεσσάρων ετών.
Τα μέτρα αναπληρώσεως
15 Παρά τις διατάξεις του άρθρου 3 των οδηγιών 89/48 και 92/51, το άρθρο 4 των ίδιων οδηγιών επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να απαιτήσει από τον αιτούντα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες καθορίζει, να αποδείξει ότι διαθέτει συγκεκριμένης διάρκειας επαγγελματική πείρα, να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής επί τρία έτη κατ’ ανώτατο όριο, ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας (στο εξής: μέτρα αναπληρώσεως).
16 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, που συμπίπτει κατ’ ουσίαν, επί του σημείου αυτού, με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο και τέταρτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/51, το κράτος μέλος υποδοχής που επιβάλλει τη λήψη μέτρων αναπληρώσεως πρέπει, καταρχήν, να αφήνει στον αιτούντα την επιλογή μεταξύ πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας. Εντούτοις, όσον αφορά ένα επάγγελμα «η άσκηση του οποίου απαιτεί επακριβή γνώση του εθνικού δικαίου και ως προς το οποίο η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων», το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προβλέψει, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, είτε υποχρεωτική πρακτική άσκηση προσαρμογής είτε υποχρεωτική δοκιμασία επάρκειας.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση
17 Το διάταγμα 2001-650 της 19ης Ιουλίου 2001, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν των άρθρων L.321-1 έως L.321-38 του εμπορικού κώδικα και αφορά τις εκούσιες πωλήσεις κινητών με δημοπρασία (JORF της 21ης Ιουλίου 2001, σ. 11760, στο εξής: διάταγμα 2001‑650), καθορίζει τις προϋποθέσεις ασκήσεως της δραστηριότητας του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων.
18 Το άρθρο 16 του διατάγματος αυτού προβλέπει ότι το εν λόγω επάγγελμα μπορούν να ασκήσουν, καταρχήν, οι κάτοχοι διπλώματος νομικών σπουδών και εθνικού διπλώματος ιστορίας της τέχνης, εφαρμοσμένων τεχνών, αρχαιολογίας ή πλαστικών τεχνών. Το ένα από τα διπλώματα αυτά πρέπει να είναι τουλάχιστον επιπέδου licence και το άλλο να πιστοποιεί επίπεδο εκπαιδεύσεως τουλάχιστον αντίστοιχο προς δύο έτη ανωτάτων σπουδών. Πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό έχουν επίσης οι κάτοχοι τίτλων και διπλωμάτων τα οποία έχουν γίνει κατ’ εξαίρεση δεκτά και των οποίων ο κατάλογος καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου για ζητήματα ανώτατης εκπαίδευσης Υπουργού.
19 Κατά το άρθρο 45 του ίδιου διατάγματος, οι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους θεωρούνται ως έχοντες τα προσόντα που απαιτεί το άρθρο 16 του ίδιου διατάγματος αν:
– έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας σε περίπτωση σπουδών με ελαστική παρακολούθηση, ο οποίος τους προετοιμάζει για την άσκηση του επαγγέλματος του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων και για την πραγματοποίηση του οποίου προϋπόθεση είναι, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που απαιτείται για την πρόσβαση σε πανεπιστημιακή ή τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και η επαγγελματική εκπαίδευση που ενδεχομένως απαιτείται επιπλέον αυτού του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, και
– είναι κάτοχοι διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων:
1) αν, προερχόμενοι από κράτος μέλος που ρυθμίζει την πρόσβαση στο επάγγελμα και την άσκησή του, είναι κάτοχοι ενός ή πλειόνων διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων που καθιστούν δυνατή την άσκηση της δραστηριότητας εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία, τα οποία έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους·
2) αν, προερχόμενοι από κράτος μέλος που δεν ρυθμίζει την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την άσκησή του, είναι κάτοχοι ενός ή πλειόνων διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων που πιστοποιούν εκπαίδευση που προβλέπεται από τον νόμο και αποσκοπεί ειδικώς στην άσκηση του επαγγέλματος, ή
3) αν, προερχόμενοι από κράτος μέλος που δεν ρυθμίζει ούτε την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό και την άσκησή του ούτε την εκπαίδευση που οδηγεί στην άσκησή του, είναι κάτοχοι ενός ή πλειόνων διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων και έχουν ασκήσει το επάγγελμα στο κράτος αυτό με πλήρη απασχόληση επί δύο τουλάχιστον έτη κατά τη διάρκεια των δέκα προηγούμενων ετών ή κατά τη διάρκεια ισοδύναμης περιόδου σε περίπτωση μερικής απασχολήσεως, εφόσον η άσκηση του επαγγέλματος αυτού πιστοποιείται από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους.
20 Δυνάμει του άρθρου 48 του διατάγματος 2001-650, το CVV έχει αρμοδιότητα να εξετάζει τις αιτήσεις αναγνωρίσεως διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων υποβληθείσες από πρόσωπα τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 45 και επιθυμούν να εγκατασταθούν στη Γαλλία.
21 Βάσει του άρθρου 49 του διατάγματος αυτού, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας, όταν η εκπαίδευσή του αφορά τομείς ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που προβλέπει το εν λόγω διάταγμα ή όταν μία ή περισσότερες από τις επίμαχες επαγγελματικές δραστηριότητες δεν ρυθμίζονται εντός του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως ή ρυθμίζονται κατά τρόπο ουσιωδώς διαφορετικό.
Η κανονιστική ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου
22 Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η άσκηση των οικείων επαγγελματικών δραστηριοτήτων δεν εξαρτάται από καμία προϋπόθεση βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας. Αντιθέτως, το Royal Institution of Chartered Surveyors παρεμβαίνει, τουλάχιστον σε ορισμένο βαθμό, στην οργάνωση των δραστηριοτήτων αυτών.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23 Ο H. Price, Βρετανός υπήκοος, είναι κάτοχος του διπλώματος «Bachelor of Arts with second class honours in Fine Arts Valuation». Το δίπλωμα αυτό αναγνωρίζεται από το Royal Institution of Chartered Surveyors στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως επισήμανε ο δικηγόρος του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Η. Price, μολονότι σε κάποια χρονική στιγμή κατέστη ασκούμενος στο Royal Institution of Chartered Surveyors, ουδέποτε υπήρξε πλήρες μέλος του οργανισμού αυτού, καθόσον δεν είχε πραγματοποιήσει την απαιτούμενη για την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους διετή επαγγελματική άσκηση της οποίας έπεται προφορική εξέταση ενώπιον εξεταστικής επιτροπής («Assessment of Professional Competence» ή «APC»).
24 Ο H. Price, επιθυμώντας να ασκήσει το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων με δημοπρασία στη Γαλλία, υπέβαλε στο CVV, στις 8 Ιανουαρίου 2002, αίτηση αναγνωρίσεως διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου βάσει του άρθρου 48 του διατάγματος 2001-650.
25 Με απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, το CVV κάλεσε τον Η. Price να υποβληθεί στη δοκιμασία επάρκειας που προβλέπει το άρθρο 49 του ίδιου διατάγματος στους ακόλουθους τομείς: νομικά, πρακτική των πωλήσεων με δημοπρασία και επαγγελματική κανονιστική ρύθμιση. Ο Η. Price άσκησε χαριστική προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2003.
26 Στις 19 Αυγούστου 2003 ο H. Price άσκησε προσφυγή ενώπιον του cour d’appel de Paris κατά της από 19 Ιουνίου 2003 αποφάσεως του CVV με την οποία υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας.
27 Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο Η. Price δεν απέδειξε ότι έχει ασκήσει, με πλήρη απασχόληση επί δύο τουλάχιστον έτη κατά τα δέκα έτη που προηγήθηκαν της υποβολής αιτήσεως αναγνωρίσεως διπλώματος, δραστηριότητα διευθυντή εκουσίων πωλήσεων πιστοποιούμενη από τις βρετανικές αρχές.
28 Ο Η. Price υποστήριξε, πάντως, ότι η επίδικη απόφαση, στο μέτρο που δεν του παρέχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας, παραβαίνει τις διατάξεις της οδηγίας 92/51, η οποία συμπληρώνει την οδηγία 89/48.
29 Προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής, υποστήριξε ότι, κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 92/51, αν το κράτος μέλος χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα να προβλέψει πρακτική άσκηση προσαρμογής ή δοκιμασία επάρκειας, πρέπει να αφήνει την επιλογή στον αιτούντα.
30 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το CVV ορθώς υποστήριξε ότι ο H. Price δεν δικαιούται να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή, στο μέτρο που η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος υποδοχής απαιτεί κατοχή πιστοποιητικού και όχι, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, διπλώματος.
31 Το καθού υποστήριξε ότι η κατάσταση του H. Price εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τέταρτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/51 και ότι, κατά τη διάταξη αυτή, το κράτος μέλος μπορεί να επιλέξει μεταξύ πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας όταν πρόκειται περί επαγγέλματος η άσκηση του οποίου απαιτεί επακριβή γνώση του εθνικού δικαίου και ως προς το οποίο η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Τέτοια είναι η περίπτωση της δραστηριότητας του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων.
32 Ο H. Price αμφισβήτησε αυτή την ερμηνεία της οδηγίας 92/51 και επισήμανε ότι οι εκούσιες πωλήσεις και οι πωλήσεις κατόπιν δικαστικής αποφάσεως αποτελούν πλέον χωριστές δραστηριότητες, καθώς και ότι επιδίωξή του είναι η αναγνώριση μόνον των εκουσίων πωλήσεων.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το cour d’appel de Paris αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει η οδηγία 92/51/EΟΚ [...] εφαρμογή στη δραστηριότητα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων […], όπως αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα L.321-1 έως L.321-3, L.321-8 και L.321-9 του εμπορικού κώδικα;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μπορεί το κράτος μέλος υποδοχής να επικαλεσθεί την παρέκκλιση από το [άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51], η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
34 Πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 89/48 και 92/51 δεν καθορίζεται με γνώμονα μόνον το επίμαχο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, αλλά και τα προσόντα του αιτούντος που επιθυμεί πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα. Συνεπώς, το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει ως σκοπό να διευκρινισθεί, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία 92/51 έχει εφαρμογή στην περίπτωση αιτούντος ο οποίος διαθέτει προσόντα ανάλογα αυτών που επικαλείται ο προσφεύγων της κύριας δίκης και επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων στη Γαλλία.
35 Μολονότι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά μόνον τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 92/51, επιβάλλεται, λαμβανομένου υπόψη του συμπληρωματικού χαρακτήρα της οδηγίας αυτής προς την οδηγία 89/48, να εξακριβωθεί, πρώτον, αν η τελευταία αυτή οδηγία έχει εφαρμογή. Η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 92/51 πρέπει να εξεταστεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η οδηγία 89/48 δεν έχει εφαρμογή.
Οι εφαρμοστέες αρχές
36 Από την οικονομία των άρθρων 3 των οδηγιών 89/48 και 92/51 προκύπτει ότι, σε δεδομένο πλαίσιο πραγματικών περιστατικών, μπορεί να εφαρμοστεί ένας μόνον από τους δύο μηχανισμούς αναγνωρίσεως διπλωμάτων που προβλέπουν τα άρθρα 3, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α΄ και β΄, αντιστοίχως, των εν λόγω οδηγιών. Ο μηχανισμός που προβλέπεται στο στοιχείο α΄ εφαρμόζεται αν το επίμαχο επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος εκπαιδεύσεως. Ο δεύτερος μηχανισμός, που προβλέπεται στο στοιχείο β΄, εφαρμόζεται μόνον αν το επίμαχο επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο εν λόγω κράτος μέλος.
37 Αν αποδειχθεί ότι το οικείο επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος εκπαιδεύσεως, από τα άρθρα 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, των επίμαχων οδηγιών προκύπτει ότι η οδηγία 89/48 έχει εφαρμογή όταν τόσο το δίπλωμα που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα όσο και το δίπλωμα που κατέχει ο αιτών είναι διπλώματα όπως αυτά που ορίζει η οδηγία 92/51. Αντιθέτως, η οδηγία 92/51 έχει εφαρμογή όταν ένα τουλάχιστον από τα δύο επίμαχα διπλώματα αποτελεί δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, ενώ το άλλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής είτε της ίδιας αυτής οδηγία είτε της οδηγίας 89/48.
38 Αν, αντιθέτως, αποδειχθεί ότι το επίμαχο επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος εκπαιδεύσεως, από τα άρθρα 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, των επίμαχων οδηγιών προκύπτει ότι η οδηγία 89/48 έχει εφαρμογή όταν το δίπλωμα που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα αποτελεί δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας αυτής και ότι ο αιτών διαθέτει, μεταξύ άλλων προσόντων, τίτλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας τριών ετών. Η οδηγία 92/51, αντιθέτως, έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή η οδηγία 89/48, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι το δίπλωμα που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής αποτελεί τουλάχιστον δίπλωμα κατά την έννοια της οδηγίας 92/51 και ο αιτών διαθέτει τα απαριθμούμενα στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας αυτής προσόντα, μεταξύ των οποίων και τίτλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας ενός έτους.
39 Για να καθοριστεί αν, εν προκειμένω, έχει εφαρμογή μία από τις οδηγίες αυτές, πρέπει να εξεταστούν, πρώτον, οι προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων, αφενός, στη Γαλλία, ως κράτος μέλος υποδοχής, και, αφετέρου, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ως κράτος μέλος εκπαιδεύσεως. Ακολούθως, πρέπει να αξιολογηθούν τα προσόντα που επικαλείται ο προσφεύγων της κύριας δίκης. Μολονότι στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να προβεί στην εξέταση αυτή, είναι αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις.
Οι προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων στη Γαλλία
40 ΤΤΤο επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων αποτελεί, στη Γαλλία, νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα η άσκηση του οποίου εξαρτάται από την απόκτηση διπλώματος κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48. Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 16 του διατάγματος 2001‑650, το εν λόγω επάγγελμα ασκείται μόνον από τους κατόχους των δύο διπλωμάτων που πιστοποιούν από κοινού εκπαίδευση αντίστοιχη προς πέντε έτη μεταδευτεροβάθμιων σπουδών, εκτός αν το επίμαχο δίπλωμα έγινε κατ’ εξαίρεση δεκτό.
41 Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το ότι το άρθρο 45 του διατάγματος 2001‑650 καθιστά δυνατή την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό για τους υπηκόους άλλων κρατών μελών οι οποίοι διαθέτουν, ενδεχομένως, μόνο διπλώματα μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας ενός έτους δεν καθιστά αυτομάτως εφαρμοστέα την οδηγία 92/51.
42 Όταν μια εθνική ρύθμιση έχει ως μοναδικό σκοπό τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας 92/51 οι οποίες υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στους υπηκόους άλλων κρατών μελών που διαθέτουν διπλώματα υπό την έννοια της οδηγίας αυτής την πρόσβαση στα επαγγέλματα που είναι νομοθετικά κατοχυρωμένα στο έδαφός τους, ακόμη και αν η πρόσβαση στα επαγγέλματα αυτά εξαρτάται κατά κανόνα από την κατοχή διπλώματος κατά την έννοια της οδηγίας 89/48, η εν λόγω μεταφορά στο εθνικό δίκαιο δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της εφαρμοστέας οδηγίας. Διαφορετικά, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/48 θα περιοριζόταν σε τέτοιο βαθμό ώστε θα εξουδετερωνόταν, στο μέτρο που κάθε κράτος μέλος υποχρεούται, βάσει της οδηγίας 92/51, να επιτρέπει στους υπηκόους άλλων κρατών μελών που κατέχουν διπλώματα υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, τα οποία πιστοποιούν δηλαδή την πραγματοποίηση κύκλου σπουδών διάρκειας μικρότερης από την απαιτούμενη κατά την οδηγία 89/48, την πρόσβαση σε κάθε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο οποίο έχουν εφαρμογή οι εν λόγω οδηγίες, υπό τη μοναδική επιφύλαξη της παρεκκλίσεως του άρθρου 3, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51.
43 Εν προκειμένω, όλα δείχνουν ότι το άρθρο 45 του διατάγματος 2001‑650 σκοπεί απλώς στη μεταφορά στο γαλλικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας 92/51, γεγονός που πρέπει να εξακριβωθεί από το αιτούν δικαστήριο.
Οι προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο
Ρύθμιση του κράτους
44 Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι δραστηριότητες του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων δεν αποτελούν νομοθετικά κατοχυρωμένες δραστηριότητες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, ή κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 92/51. Συγκεκριμένα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ισχύουσα νομοθεσία δεν εξαρτά την άσκηση των εν λόγω επαγγελματικών δραστηριοτήτων από καμία προϋπόθεση.
Ρύθμιση προερχόμενη από ένωση ή οργανισμό αναγνωρισμένο από το κράτος
45 Αντιθέτως, οι δραστηριότητες του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων μπορούν να εξομοιωθούν με νομοθετικά κατοχυρωμένες δραστηριότητες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄ , δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 είτε βάσει του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 92/51, στο μέτρο που το Royal Institution of Chartered Surveyors παρεμβαίνει, σε ορισμένο τουλάχιστον βαθμό, στην οργάνωση των εν λόγω δραστηριοτήτων. Στην περίπτωση αυτή, το ότι ο εν λόγω οργανισμός απαιτεί από τα μέλη του την ολοκλήρωση τριετούς κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών του οποίου έπεται διετής επαγγελματική κατάρτιση, εξαρτώντας με τον τρόπο αυτό την άσκηση του επίμαχου επαγγέλματος από την κατοχή διπλώματος κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48, θα καταστούσε εφαρμοστέο το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48, αν πληρούνταν επίσης οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.
46 Συναφώς, πρέπει, επιπλέον, να τονιστεί ότι το Royal Institution of Chartered Surveyors περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 89/48. Ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 1, στοιχείο δ΄, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, ο εν λόγω οργανισμός πληρούσε, κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας, τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας αυτής οδηγίας. Εντούτοις, μολονότι το Royal Institution of Chartered Surveyors αποτελεί οργανισμό ειδικώς αναγνωρισμένο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά την άσκηση του επαγγέλματος του εμπειρογνώμονα τοπογράφου («chartered surveyor»), δεν είναι, ωστόσο, βέβαιον ότι το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων τυγχάνει της ίδιας αναγνωρίσεως. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, αν παραστεί ανάγκη, να εξακριβώσει αν συντρέχει η περίπτωση αυτή.
Η δυνατότητα εφαρμογής των μηχανισμών αναγνωρίσεως που προβλέπει το άρθρο 3 της οδηγίας 89/48 στα προσόντα που επικαλείται ο H. Price
Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48
47 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48 έχει εφαρμογή αν το επίμαχο επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος εκπαιδεύσεως. Δεδομένου ότι ο H. Price δεν αποτελεί μέλος του Royal Institution of Chartered Surveyors, το ζήτημα της αναγνωρίσεως, βάσει της διατάξεως αυτής, διπλωμάτων χορηγηθέντων από τον εν λόγω οργανισμό δεν τίθεται, εν προκειμένω, ακόμη και αν είχε αποδειχθεί ότι το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει της ρυθμίσεως που προβλέπει ο εν λόγω οργανισμός. Από τη νομολογία προκύπτει ότι το γεγονός ότι ο H. Price υπήρξε ασκούμενος του εν λόγω οργανισμού ή ότι πραγματοποίησε μέρος της εκπαιδεύσεως που απαιτείται για την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους αυτού του οργανισμού δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει δυνατότητα να επικαλεστεί την οδηγία 89/48 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C‑313/01, Morgenbesser, Συλλογή 2003, σ. I-13467, σκέψεις 51 και 52).
Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/48
48 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/48 έχει εφαρμογή αν το επίμαχο επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος εκπαιδεύσεως. Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 36, 45 και 46 της παρούσας αποφάσεως, η διάταξη αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνον αν το Royal Institution of Chartered Surveyors δεν πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 όσον αφορά το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων και αν, συνεπώς, το εν λόγω επάγγελμα δεν αποτελούσε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει, αν παραστεί ανάγκη, το στοιχείο αυτό.
49 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/51 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αιτούντος ο οποίος διαθέτει προσόντα όπως αυτά που επικαλείται ο προσφεύγων της κύριας δίκης και επιθυμεί να ασκήσει στη Γαλλία το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία. Αντιθέτως, η οδηγία 89/48, και ειδικότερα το άρθρο της 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, έχει εφαρμογή στην περίπτωση του εν λόγω αιτούντος, αν το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία στο κράτος μέλος στο οποίο ο εν λόγω αιτών απέκτησε τα προσόντα τα οποία επικαλείται δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, αν παραστεί ανάγκη, να εξακριβώσει το στοιχείο αυτό.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
50 Μολονότι το δεύτερο ερώτημα προϋποθέτει καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 92/51, πρέπει ωστόσο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό κατά την οδηγία 89/48, η οποία θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω και περιλαμβάνει, στο άρθρο της 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, διάταξη κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη προς εκείνη του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τέταρτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/51.
51 Το ζήτημα που καλείται να επιλύσει το αιτούν δικαστήριο έγκειται, κατ’ ουσίαν, στο αν το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων αποτελεί στη Γαλλία επάγγελμα «[του οποίου η άσκηση] απαιτεί [επ]ακριβή γνώση του εθνικού δικαίου και ως προς τ[ο] οποί[ο] η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48.
52 Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, το οποίο στηρίζεται στη σαφή διάκριση των καθηκόντων μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει των πραγματικών περιστατικών που του εκθέτει το εθνικό δικαστήριο και ότι, αντιθέτως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εφαρμόζει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου επί συγκεκριμένων περιπτώσεων (απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-421/01, Traunfellner, Συλλογή 2003, σ. I‑11941, σκέψη 21).
53 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 προβλέπει δυνατότητα παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης επιλογής μεταξύ πρακτικής ασκήσεως προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας, εφόσον τα κράτη μέλη πληρούν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις απαραίτητες για να θεμελιωθεί δυνατότητα επιλογής του μέτρου αναπληρώσεως. Αφενός, πρέπει να πρόκειται περί επαγγέλματος η άσκηση του οποίου απαιτεί ακριβή γνώση του εθνικού δικαίου. Αφετέρου, η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου πρέπει να αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Συνεπώς, γίνεται διάκριση μεταξύ των επιταγών για την άσκηση του επίμαχου επαγγέλματος και των δραστηριοτήτων που αυτό καλύπτει. Ως εκ τούτου, οι δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
Η προϋπόθεση περί ακριβούς γνώσεως του εθνικού δικαίου
54 Η οδηγία 89/48, αντιθέτως προς τις τομεακές οδηγίες που αφορούν επιμέρους επαγγέλματα, δεν έχει σκοπό να εναρμονίσει τους όρους προσβάσεως στα διάφορα επαγγέλματα στα οποία έχει εφαρμογή ή τους όρους ασκήσεως των επαγγελμάτων αυτών. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τον καθορισμό των όρων αυτών εντός των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Το κατά πόσον η άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος απαιτεί ακριβή γνώση του εθνικού δικαίου πρέπει, συνεπώς, να επιλυθεί υπό το πρίσμα μόνον των εθνικών διατάξεων.
55 Επί επαγγελμάτων που έχουν κατοχυρωθεί νομοθετικά από τις εθνικές αρχές, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως που απαιτείται για την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα καθορίζεται βάσει των σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματος αυτού επιταγών. Συνεπώς, το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως που προβλέπει το κράτος μέλος στο οποίο έχει κατοχυρωθεί νομοθετικά το επάγγελμα αυτό αποτελεί ιδιαιτέρως κρίσιμο κριτήριο για τη μείωση των σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματος αυτού επιταγών.
56 Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 116 έως 119 των προτάσεών της, η σχετική με το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων εκπαίδευση στη Γαλλία περιλαμβάνει ουσιαστική νομική κατάρτιση και, ειδικότερα, δίπλωμα νομικών σπουδών διάρκειας δύο τουλάχιστον ετών.
57 Επιβάλλεται, συναφώς, η διαπίστωση ότι ένα επάγγελμα η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος νομικών σπουδών ελάχιστης διάρκειας δύο ετών αποτελεί επάγγελμα για την άσκηση του οποίου μπορεί να γίνει δεκτό ότι απαιτείται ακριβής γνώση του εθνικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48.
Η προϋπόθεση περί παροχής συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου
58 Επιβάλλεται, καταρχάς, η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του H. Price, της Αυστριακής και της Σουηδικής Κυβερνήσεως, η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι μόνον τα «κλασικά» νομικά επαγγέλματα, όπως αυτό του δικαστή, του συμβολαιογράφου και του δικηγόρου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48. Όπως ορθώς επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 94 έως 98, 120 και 121 των προτάσεών της, ο σκοπός αυτός δεν συνάγεται ούτε από τον λόγο υπάρξεως της επίμαχης διατάξεως ούτε από τη διατύπωσή της.
59 Δεν είναι αναγκαίο η παροχή συμβουλών και/ή συνδρομής στους πελάτες να αφορά το σύνολο του εθνικού δικαίου. Αρκεί να αφορά εξειδικευμένο τομέα. Για να καθορισθεί σε ποιο βαθμό η παροχή συμβουλών ή/και συνδρομής σε θέματα εθνικού δικαίου αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της άσκησης των επίμαχων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, αρκεί η αναφορά, ειδικότερα, στη συνήθη πρακτική του επίμαχου επαγγέλματος. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού.
60 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι
– ένα επάγγελμα η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος νομικών σπουδών διάρκειας δύο τουλάχιστον ετών αποτελεί επάγγελμα για την άσκηση του οποίου μπορεί να γίνει δεκτό ότι απαιτείται ακριβής γνώση του εθνικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, και
– δεν είναι αναγκαίο, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η επίμαχη δραστηριότητα να περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών και/ή συνδρομής επί του συνόλου του εθνικού δικαίου· αρκεί να αφορά εξειδικευμένο τομέα και να αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της εν λόγω δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαία, ειδικότερα, η αναφορά στη συνήθη πρακτική του επίμαχου επαγγέλματος.
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αιτούντος ο οποίος διαθέτει προσόντα όπως αυτά που επικαλείται ο προσφεύγων της κύριας δίκης και επιθυμεί να ασκήσει στη Γαλλία το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία.
Αντιθέτως, η οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19, και ειδικότερα το άρθρο της 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, έχει εφαρμογή στην περίπτωση του εν λόγω αιτούντος, αν το επάγγελμα του διευθυντή εκουσίων πωλήσεων επίπλων με δημοπρασία στο κράτος μέλος στο οποίο ο εν λόγω αιτών απέκτησε τα προσόντα τα οποία επικαλείται δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας αυτής. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, αν παραστεί ανάγκη, να εξακριβώσει το στοιχείο αυτό.
2) Ένα επάγγελμα η πρόσβαση στο οποίο εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος νομικών σπουδών διάρκειας δύο τουλάχιστον ετών αποτελεί επάγγελμα για την άσκηση του οποίου μπορεί να γίνει δεκτό ότι απαιτείται ακριβής γνώση του εθνικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19.
Δεν είναι αναγκαίο, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η επίμαχη δραστηριότητα να περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών και/ή συνδρομής επί του συνόλου του εθνικού δικαίου· αρκεί να αφορά εξειδικευμένο τομέα και να αποτελεί ουσιώδες και σταθερό στοιχείο της εν λόγω δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαία, ειδικότερα, η αναφορά στη συνήθη πρακτική του επίμαχου επαγγέλματος.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy