Υπόθεση C-193/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
«Παράβαση κράτους μέλους — Ελευθερία εγκατάστασης — Οδηγία 98/5/ΕΚ — Μόνιμη άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος — Προηγούμενη εξακρίβωση της γνώσης των γλωσσών του κράτους μέλους υποδοχής — Απαγόρευση της άσκησης των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών (domiciliation) — Υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Δικηγόροι — Μόνιμη άσκηση του επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος — Οδηγία 98/5
(Οδηγία 98/5 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3, 4 και 5 § 3)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Δικηγόροι — Μόνιμη άσκηση του επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος — Οδηγία 98/5
(Οδηγία 98/5 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 5 §§ 2 και 3)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Δικηγόροι — Μόνιμη άσκηση του επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος — Οδηγία 98/5
(Οδηγία 98/5 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 7 § 2 και 13)
1. Το άρθρο 3 της οδηγίας 98/5, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, όσον αφορά τους δικηγόρους που έχουν αποκτήσει τον επαγγελματικό τίτλο τους σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμούν να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής, ως προϋπόθεση της εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας εθνικής αρχής την προηγούμενη εξακρίβωση των γλωσσικών τους γνώσεων.
Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη, με το άρθρο αυτό, σε πλήρη εναρμόνιση των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να ασκηθεί το δικαίωμα που απονέμει η οδηγία 98/5, καθόσον προέβλεψε την προσκόμιση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής του πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ως τη μόνη προϋπόθεση από την οποία πρέπει να εξαρτάται η εγγραφή του ενδιαφερόμενου στα μητρώα του κράτους μέλους υποδοχής, κατόπιν της οποίας αποκτά το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής.
Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης, προκειμένου να διευκολύνει την άσκηση της θεμελιώδους ελευθερίας εγκατάστασης μιας συγκεκριμένης κατηγορίας διακινούμενων δικηγόρων, δεν επέλεξε κανένα σύστημα εξακρίβωσης εκ των προτέρων των γνώσεων των ενδιαφερόμενων.
Η μη θέσπιση συστήματος προηγούμενης εξακρίβωσης των γνώσεων του Ευρωπαίου δικηγόρου, και συγκεκριμένα των γλωσσικών του γνώσεων, συνοδεύεται εντούτοις, σύμφωνα με την οδηγία 98/5, από μια σειρά κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση αποδεκτού επιπέδου προστασίας των πολιτών εντός της Κοινότητας καθώς και της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης.
(βλ. σκέψεις 35-37, 39, 41-43, 47 και διατακτ.)
2. Το άρθρο 5 της οδηγίας 98/5, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαγορεύουν στους Ευρωπαίους δικηγόρους την άσκηση των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών.
Συγκεκριμένα, η οδηγία 98/5 θέτει, με τα άρθρα 2 και 5, την αρχή ότι ο Ευρωπαίος δικηγόρος μπορεί να ασκεί τις ίδιες επαγγελματικές δραστηριότητες με τον δικηγόρο που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου 5. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν έχουν την εξουσία να προβλέπουν με την εθνική νομοθεσία τους άλλες εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πέρα από όσες προβλέπονται ρητά και περιοριστικά στο άρθρο αυτό.
Εξάλλου, η θέσπιση ή η διατήρηση σε ισχύ εθνικών διατάξεων που θα παραβίαζαν την εν λόγω αρχή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση του κινδύνου νοσηρών καταστάσεων, δεδομένου ότι η οδηγία 98/5 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη σώρευση των επαγγελματικών και δεοντολογικών κανόνων που πρέπει να τηρεί ο Ευρωπαίος δικηγόρος, την υποχρέωση ασφάλισης για την επαγγελματική ευθύνη του ή εγγραφής σε ταμείο επαγγελματικής εγγύησης, καθώς και ένα πειθαρχικό καθεστώς στο οποίο εμπλέκονται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής.
(βλ. σκέψεις 56-57, 59-61)
3. Η οδηγία 98/5, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, απαγορεύει στα κράτη μέλη υποδοχής να θεσπίζουν νομοθεσία που να επιβάλλει στους Ευρωπαίους δικηγόρους την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής. Δεδομένου ότι η εν λόγω οδηγία προβλέπει στο άρθρο 7, παράγραφος 2, και στο άρθρο 13 μέτρα που δίδουν στην αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να εξακριβώνει με βεβαιότητα ότι ο Ευρωπαίος δικηγόρος πληροί διαρκώς την προϋπόθεση εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, αυτή η τυπική προϋπόθεση, εφόσον επιβάλλεται από το κράτος μέλος υποδοχής, συνιστά διοικητικό μέτρο δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, το οποίο επομένως είναι αδικαιολόγητο από την άποψη της οδηγίας 98/5.
(βλ. σκέψεις 67-71)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 19ης Σεπτεμβρίου 2006 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελευθερία εγκατάστασης – Οδηγία 98/5/ΕΚ – Μόνιμη άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος – Προηγούμενη εξακρίβωση της γνώσης των γλωσσών του κράτους μέλους υποδοχής – Απαγόρευση της άσκησης των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών (domiciliation) – Υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής»
Στην υπόθεση C-193/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 29 Απριλίου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την D. Maidani και τον A. Bordes, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον S. Schreiner, επικουρούμενο από τον L. Dupong, avocat,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans και A. Rosas, προέδρους τμήματος, J.-P. Puissochet, R. Schintgen, K. Lenaerts (εισηγητή), E. Juhász, E. Levits, A. Ó Caoimh και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Μαρτίου 2006,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί με την προσφυγή της από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, διατηρώντας σε ισχύ, σε σχέση με τους δικηγόρους που έχουν αποκτήσει τον επαγγελματικό τίτλο τους σε άλλο κράτος μέλος και επιθυμούν να εγκατασταθούν στην επικράτειά του υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους καταγωγής, ορισμένες απαιτήσεις περί γλωσσικών γνώσεων, την απαγόρευση άσκησης της δραστηριότητας του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας (domiciliataire) και την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (ΕΕ L 77, σ. 36).
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 98/5
2 Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/5 έχει ως εξής:
«Κάθε δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί μονίμως, σε κάθε άλλο κράτος μέλος και υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, τις δραστηριότητες του δικηγόρου όπως καθορίζονται στο άρθρο 5.»
3 Το άρθρο 3 της οδηγίας 98/5, το οποίο επιγράφεται «Εγγραφή στα μητρώα της αρμόδιας αρχής», έχει ως εξής:
«1. Ο δικηγόρος που επιθυμεί να ασκήσει επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο απέκτησε τον επαγγελματικό του τίτλο είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του εν λόγω κράτους μέλους.
2. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής προβαίνει σε εγγραφή του δικηγόρου κατόπιν προσκομίσεως του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής. Μπορεί να απαιτήσει να μην έχουν παρέλθει περισσότεροι από τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Ενημερώνει για την εγγραφή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.
[…]»
4 Το άρθρο 5 της οδηγίας 98/5, το οποίο επιγράφεται «Τομέας δραστηριότητας», ορίζει τα εξής:
«1. Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής ασκεί τις ίδιες δραστηριότητες με τον δικηγόρο που ασκεί επάγγελμα υπό τον ενδεδειγμένο επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής και μπορεί, ειδικότερα, να παρέχει νομικές συμβουλές σε θέματα δικαίου του κράτους μέλους καταγωγής, του κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου, καθώς και του δικαίου του κράτους μέλους υποδοχής. Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω δικηγόρος τηρεί τους διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν στα εθνικά δικαστήρια.
2. Τα κράτη μέλη, που στην επικράτειά τους επιτρέπουν σε συγκεκριμένη κατηγορία δικηγόρων να συντάσσουν έγγραφα βάσει των οποίων παρέχεται η εξουσία διαχείρισης της περιουσίας αποβιώσαντος, ή τα οποία αναφέρονται στην κτήση ή μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, και των οποίων η σύνταξη σε άλλα κράτη μέλη ανατίθεται αποκλειστικά σε επαγγέλματα διαφορετικά από εκείνα του δικηγόρου, δύνανται να αποκλείσουν από τις δραστηριότητες αυτές τους δικηγόρους που ασκούν επάγγελμα υπό επαγγελματικό τίτλο καταγωγής κτηθέντα σε κάποιο από τα εν λόγω κράτη μέλη.
3. Για την άσκηση των δραστηριοτήτων εκπροσώπησης και υπεράσπισης ενός πελάτη ενώπιον δικαστηρίου και στο μέτρο που το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής επιφυλάσσει τις δραστηριότητες αυτές στους δικηγόρους που ασκούν επάγγελμα υπό επαγγελματικό τίτλο του κράτους αυτού, το τελευταίο μπορεί να επιβάλει στους δικηγόρους που εργάζονται υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής να ενεργούν κατόπιν συμφωνίας είτε με έναν δικηγόρο που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη της υποθέσεως και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, εάν χρειαστεί, έναντι του δικαστηρίου αυτού, είτε με έναν “avoué” που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.
Ωστόσο, προς εξασφάλιση της καλής λειτουργίας της δικαιοσύνης, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες πρόσβασης στα ανώτατα δικαστήρια, όπως η χρησιμοποίηση ειδικευμένων δικηγόρων.»
5 Το άρθρο 7 της οδηγίας 98/5, το οποίο επιγράφεται «Πειθαρχικές διαδικασίες», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:
«Πριν κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του δικηγόρου που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει σχετικά, το συντομότερο δυνατό, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, παρέχοντάς της όλες τις χρήσιμες πληροφορίες.
Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται mutatis mutandis κατά την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής.»
6 Το άρθρο 10 της οδηγίας 98/5, το οποίο επιγράφεται «Εξομοίωση με δικηγόρο του κράτους μέλους υποδοχής», περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
«1. Ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής και αποδεικνύει τριετή τουλάχιστον πραγματική και τακτική επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής και στον τομέα του δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένου του κοινοτικού δικαίου, απαλλάσσεται από τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (EE 1989, L 19, σ. 16)], για την πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου στο κράτος μέλος υποδοχής. Με τον όρο “πραγματική και τακτική επαγγελματική δραστηριότητα” νοείται η πραγματική άσκηση της δραστηριότητας χωρίς άλλη διακοπή, εκτός από εκείνες που απορρέουν από την καθημερινή ζωή.
[…]
3. Ο δικηγόρος που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής και ο οποίος αποδεικνύει τριετή τουλάχιστον πραγματική και τακτική επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής, αλλά μικρότερη διάρκεια άσκησης στον τομέα του δικαίου του συγκεκριμένου κράτους μέλους, μπορεί να λάβει από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους άδεια πρόσβασης στο επάγγελμα του δικηγόρου του κράτους μέλους υποδοχής και άσκησης του επαγγέλματος υπό τον επαγγελματικό τίτλο που αντιστοιχεί σε αυτό το επάγγελμα σε αυτό το κράτος μέλος, χωρίς να πληροί τους όρους του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/48 […], εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις και οι όροι που ακολουθούν:
α) η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνει υπόψη της την πραγματική και τακτική δραστηριότητα κατά την ανωτέρω περίοδο, καθώς και κάθε γνώση και επαγγελματική πείρα στον τομέα του δικαίου του κράτους μέλους υποδοχής και κάθε συμμετοχή σε μαθήματα ή σεμινάρια που αφορούν το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματικών και δεοντολογικών κανόνων.
[…]»
7 Το άρθρο 13 της οδηγίας 98/5, το οποίο επιγράφεται «Συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής και καταγωγής και απόρρητο», ορίζει στο πρώτο εδάφιο τα εξής:
«Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να αποφευχθούν τυχόν καταστρατηγήσεις των διατάξεών της με μοναδικό σκοπό τη μη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής συνεργάζονται στενά μεταξύ τους και παρέχουν η μία στην άλλη αμοιβαία συνδρομή.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος αφενός και της δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών αφετέρου διέπονται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου από τον νόμο της 10ης Αυγούστου 1991 σχετικά με το δικηγορικό επάγγελμα (Mémorial [Εφημερίδα της Κυβέρνησης του Λουξεμβούργου] A 1991, σ. 1110, στο εξής: νόμος της 10ης Αυγούστου 1991) και από τον νόμο της 31ης Μαΐου 1999 για τις υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών (Mémorial A 1999, σ. 1681, στο εξής: νόμος της 31ης Μαΐου 1999) αντίστοιχα.
9 Οι νόμοι αυτοί τροποποιήθηκαν με τον νόμο της 13ης Νοεμβρίου 2002 για τη μεταφορά στο λουξεμβουργιανό δίκαιο της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, καθώς και για: 1. Τροποποίηση του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991 σχετικά με το δικηγορικό επάγγελμα, όπως έχει τροποποιηθεί, 2. Τροποποίηση του νόμου της 31ης Μαΐου 1999 για τις υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών (Mémorial A 2002, σ. 3202, στο εξής: νόμος της 13ης Νοεμβρίου 2002).
10 Το άρθρο 5 του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991 προβλέπει τα εξής:
«Κανείς δεν μπορεί να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα αν δεν έχει εγγραφεί στα μητρώα δικηγορικού συλλόγου του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.»
11 Το άρθρο 6 του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991 ορίζει τα εξής:
«(1) Στα μητρώα εγγράφεται μόνο όποιος:
a) παρέχει τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας·
b) αποδεικνύει ότι έχει τα προσόντα για την πραγματοποίηση δικηγορικής άσκησης·
κατ’ εξαίρεση, το Conseil de l’ordre (διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου) μπορεί να απαλλάσσει τους αιτούντες που έχουν πραγματοποιήσει άσκηση στο κράτος προέλευσης και αποδεικνύουν πενταετή τουλάχιστον επαγγελματική πείρα από την υποχρέωση εκπλήρωσης ορισμένων προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση της άσκησης·
c) έχει τη λουξεμβουργιανή ιθαγένεια ή ιθαγένεια κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για τους αιτούντες που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το διοικητικό συμβούλιο μπορεί, αφού ζητήσει τη γνώμη του Υπουργού Δικαιοσύνης, να χορηγήσει απαλλαγή από την προϋπόθεση αυτή, εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη αμοιβαιότητας από την πλευρά του κράτους μη μέλους. Το ίδιο ισχύει και για τους αιτούντες που υπόκεινται στο καθεστώς των πολιτικών προσφύγων και στους οποίους έχει χορηγηθεί άσυλο στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.
(2) Οι υποψήφιοι δικηγόροι, κατόπιν παρουσίασής τους από τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου και πριν από την εγγραφή τους στα μητρώα, δίδουν ενώπιον του Cour de cassation τον εξής όρκο: “Ορκίζομαι πίστη στον Μεγάλο Δούκα και υπακοή στο Σύνταγμα και στους νόμους του κράτους· ορκίζομαι να επιδεικνύω πάντοτε σεβασμό στα δικαστήρια και να μην αναλαμβάνω καμία υπόθεση για την οποία δεν θα πιστεύω ότι υπηρετώ τη δικαιοσύνη”.»
12 Αυτές οι προϋποθέσεις εγγραφής τροποποιήθηκαν με το άρθρο 14 του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002. Με το άρθρο αυτό προστέθηκε συγκεκριμένα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991 το στοιχείο d, το οποίο θέτει την ακόλουθη προϋπόθεση εγγραφής:
«κατέχει τη γλώσσα της νομοθεσίας και τις γλώσσες της διοίκησης και της δικαστηριακής πρακτικής, κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς.»
13 Η γλώσσα της νομοθεσίας ρυθμίζεται με το άρθρο 2 του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς (Mémorial A 1984, σ. 196) ως εξής:
«Οι νόμοι και οι εκτελεστικές των νόμων αποφάσεις καταρτίζονται στα γαλλικά. Όταν οι νομοθετικές ή κανονιστικές πράξεις συνοδεύονται από μετάφραση, αυθεντικό θεωρείται μόνο το κείμενο στα γαλλικά.
Στις περιπτώσεις που τα κρατικά όργανα, οι δήμοι ή οι δημόσιοι φορείς εκδίδουν αποφάσεις διαφορετικές από τις αναφερόμενες στο προηγούμενο εδάφιο σε άλλη γλώσσα και όχι στα γαλλικά, αυθεντικό θεωρείται το κείμενο στην εκάστοτε χρησιμοποιούμενη γλώσσα.
Το παρόν άρθρο δεν εισάγει καμία παρέκκλιση από τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε σχέση με τις διεθνείς συμβάσεις.»
14 Οι γλώσσες της διοίκησης και της δικαστηριακής πρακτικής ρυθμίζονται με το άρθρο 3 του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984, για το γλωσσικό καθεστώς, ως εξής:
«Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων, να χρησιμοποιούν, όταν απευθύνονται στις διοικητικές αρχές ή στα δικαστήρια, τη γαλλική, τη γερμανική ή τη λουξεμβουργιανή γλώσσα.»
15 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002, ο δικηγόρος που έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (στο εξής: Ευρωπαίος δικηγόρος) πρέπει, για να μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του στο Λουξεμβούργο με τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, να είναι εγγεγραμμένος σε έναν από τους δικηγορικούς συλλόγους του κράτους μέλους αυτού.
16 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
«Το Conseil de l’Ordre des Avocats (διοικητικό συμβούλιο του δικηγορικού συλλόγου) του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση του Ευρωπαίου δικηγόρου για άδεια άσκησης του επαγγέλματός του με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής του εγγράφει τον δικηγόρο αυτό στα μητρώα του εν λόγω συλλόγου κατόπιν συνέντευξης, κατά την οποία εξακριβώνει αν ο δικηγόρος αυτός κατέχει τις γλώσσες τουλάχιστον που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991, και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που πρέπει να έχουν προσκομιστεί κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία a, c, πρώτο εδάφιο, και d, του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991 και το πιστοποιητικό για την εγγραφή του ενδιαφερόμενου Ευρωπαίου δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής. Το εν λόγω πιστοποιητικό υποβάλλεται εκ νέου τον Ιανουάριο κάθε έτους και δεν πρέπει να έχουν παρέλθει εκάστοτε περισσότεροι από τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού αυτού.
[…]»
17 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου της 31ης Μαΐου 1999, όπως ίσχυε αρχικά, πρόβλεπε τα εξής:
«Όταν μια εταιρία ορίζει τα γραφεία τρίτου ως έδρα για την άσκηση δραστηριοτήτων στο πλαίσιο του εταιρικού σκοπού της και ο τρίτος αυτός παρέχει υπηρεσίες που έχουν σχέση με τις δραστηριότητες αυτές, η εταιρία και ο τρίτος αυτός, ο οποίος καλείται “domiciliataire”, υποχρεούνται να συνάψουν εγγράφως σύμβαση για την παροχή από τον τρίτο υπηρεσιών έδρας και εγκατάστασης στην εν λόγω εταιρία.
Τέτοιες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας σε εταιρίες μπορεί να παρέχει μόνο πρόσωπο εγκατεστημένο στο Μεγάλο Δουκάτου του Λουξεμβούργου που αποτελεί μέλος επαγγελματικού συλλόγου ή επαγγελματικής ένωσης ενός από τα ακόλουθα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα: πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος επαγγελματίας του χρηματοοικονομικού ή ασφαλιστικού τομέα, δικηγόρος, επιθεωρητής επιχειρήσεων, ορκωτός λογιστής ή ελεγκτής.»
18 Το δεύτερο εδάφιο της παραπάνω διάταξης τροποποιήθηκε ως εξής με το άρθρο 15 του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002:
«Υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας σε εταιρίες μπορεί να παρέχει μόνο πρόσωπο εγκατεστημένο στο Μεγάλο Δουκάτου του Λουξεμβούργου που αποτελεί μέλος επαγγελματικού συλλόγου ή επαγγελματικής ένωσης ενός από τα ακόλουθα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα: πιστωτικό ίδρυμα ή άλλος επαγγελματίας του χρηματοοικονομικού ή ασφαλιστικού τομέα, δικηγόρος εγγεγραμμένος στον πίνακα Ι του πίνακα δικηγόρων που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991[…], όπως έχει τροποποιηθεί, επιθεωρητής επιχειρήσεων, ορκωτός λογιστής ή ελεγκτής.»
19 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου της 10ης Αυγούστου 1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14, μέρος V, του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002, τα μητρώα δικηγόρων περιλαμβάνουν τους ακόλουθους τέσσερις πίνακες:
«1) τον πίνακα I, ο οποίος περιλαμβάνει τους δικηγόρους που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6 και έχουν επιτύχει στις εξετάσεις με τις οποίες ολοκληρώνεται η προβλεπόμενη από τον νόμο πρακτική άσκηση,
2) τον πίνακα ΙI, ο οποίος περιλαμβάνει τους δικηγόρους που πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 6,
3) τον πίνακα III, ο οποίος περιλαμβάνει τους επίτιμους δικηγόρους,
4) τον πίνακα IV, ο οποίος περιλαμβάνει τους δικηγόρους που ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής.»
Η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής
20 Κατά τη διάρκεια του 2003 υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία σχετικά με την ύπαρξη εμποδίων στη μόνιμη άσκηση από Ευρωπαίους δικηγόρους του δικηγορικού επαγγέλματος στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Τα εμπόδια αυτά αφορούσαν, κατά την καταγγελία, πρώτον, το γεγονός ότι ο νόμος της 13ης Νοεμβρίου 2002 θέτει ως προϋπόθεση για την εγγραφή των Ευρωπαίων δικηγόρων στα μητρώα ενός δικηγορικού συλλόγου του Λουξεμβούργου την εξακρίβωση των γλωσσικών γνώσεων του ενδιαφερόμενου, δεύτερον, το γεγονός ότι ο νόμος αυτός εξαρτά τη διατήρηση της εγγραφής στα μητρώα από την κατ’ έτος προσκόμιση πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής και, τρίτον, την απαγόρευση άσκησης από Ευρωπαίους δικηγόρους της δραστηριότητας του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας στο Λουξεμβούργο.
21 Στις 17 Οκτωβρίου 2003 η Επιτροπή απέστειλε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου έγγραφο όχλησης και το κάλεσε να απαντήσει εντός δύο μηνών. Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 2003.
22 Στις 9 Ιουλίου 2004 η Επιτροπή απηύθυνε στο κράτος μέλος αυτό αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, τάσσοντάς του επίσης προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί με αυτή. Το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 2004.
23 Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι οι εξηγήσεις που έδωσε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ως απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη δεν ήταν ικανοποιητικές, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επί της πρώτης αιτίασης, η οποία αφορά την προηγούμενη εξακρίβωση των γλωσσικών γνώσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5, η εγγραφή των Ευρωπαίων δικηγόρων στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής δεν επιτρέπεται να εξαρτάται παρά μόνο από την εκπλήρωση διοικητικών διατυπώσεων και όχι από την προηγούμενη εξακρίβωση των γλωσσικών γνώσεων του ενδιαφερόμενου, πράγμα όμως που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002.
25 Η Επιτροπή παραπέμπει συναφώς στην απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, C‑168/98, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I‑9131), και ειδικότερα στη σκέψη 43 της απόφασης αυτής.
26 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η εγγραφή στα μητρώα των Ευρωπαίων δικηγόρων που επιθυμούν να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής δεν επιτρέπεται να υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις, π.χ. γλωσσικής φύσης, που ισχύουν για την εγγραφή στα μητρώα των δικηγόρων που επιθυμούν να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής.
27 Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι, αν ληφθεί υπόψη το είδος των υποθέσεων που αναλαμβάνουν συνήθως οι Ευρωπαίοι δικηγόροι, δεν είναι αναγκαίο να γνωρίζουν οι δικηγόροι αυτοί τις γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής.
28 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται καταρχάς ότι οι απαιτήσεις σχετικά με τις γνώσεις γλωσσών ισχύουν αδιακρίτως για όλους τους δικηγόρους που επιδιώκουν την εγγραφή τους σε έναν από τους δικηγορικούς συλλόγους που έχουν συσταθεί εντός της λουξεμβουργιανής επικράτειας. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προσθέτει ότι ένας δικηγόρος δεν μπορεί να επικαλείται την ιδιότητά του ως αλλοδαπού προκειμένου να εκφράζεται ενώπιον των λουξεμβουργιανών διοικητικών αρχών ή των λουξεμβουργιανών δικαστηρίων σε άλλη γλώσσα και όχι σε μία από τις προβλεπόμενες στο Λουξεμβούργο γλώσσες της διοίκησης και της δικαστηριακής πρακτικής.
29 Στη συνέχεια, το εν λόγω κράτος μέλος παραπέμπει στην απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C‑424/97, Haim (Συλλογή 2000, σ. I‑5123), η οποία αφορούσε το επάγγελμα του οδοντογιατρού, και υποστηρίζει ότι το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το οποίο βασιζόταν στην ανάγκη της διασφάλισης της ορθής συνεννόησης του οδοντογιατρού με τους πελάτες, τις διοικητικές αρχές και τους επαγγελματικούς φορείς του κράτους μέλους υποδοχής, συνηγορεί υπέρ της επιβολής στους Ευρωπαίους δικηγόρους της υποχρέωσης να έχουν ορισμένες γλωσσικές γνώσεις.
30 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίζεται συναφώς ότι, αφού ο Ευρωπαίος δικηγόρος μπορεί να παρέχει νομικές συμβουλές στο πεδίο του λουξεμβουργιανού δικαίου, είναι δικαιολογημένη η απαίτηση να έχει ο δικηγόρος αυτός τις γλωσσικές γνώσεις που του δίνουν τη δυνατότητα να διαβάζει και να κατανοεί τα κείμενα του εν λόγω δικαίου.
31 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση εμμένει στο γεγονός ότι, στο πεδίο του ποινικού δικαίου, οι εκθέσεις της αστυνομίας σχετικά με τα τροχαία ατυχήματα συντάσσονται γενικά στα γερμανικά, στη γλώσσα δηλαδή στην οποία είναι επίσης συνταγμένοι οι φορολογικοί νόμοι του Λουξεμβούργου, πράγμα που σημαίνει ότι ο δικηγόρος πρέπει να συμβουλεύεται τη νομολογία και τα νομικά σχόλια στα γερμανικά.
32 Η εν λόγω κυβέρνηση τονίζει επίσης ότι οι Λουξεμβούργιοι διάδικοι που εμφανίζονται αυτοπροσώπως ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων, όπου δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση διά δικηγόρου (avocat à la Cour), χρησιμοποιούν συνήθως τη λουξεμβουργιανή γλώσσα και ότι πολλοί Λουξεμβούργιοι εκφράζονται αποκλειστικά στη μητρική τους γλώσσα, όταν συμβουλεύονται δικηγόρο.
33 Η κυβέρνηση αυτή τονίζει επίσης ότι οι κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας που ισχύουν στο Λουξεμβούργο είναι συνταγμένοι στα γαλλικά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/5, ο κοινοτικός νομοθέτης, με την οδηγία αυτή, επιδίωκε, μεταξύ άλλων, να εξαλείψει τις διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων που διέπουν τις προϋποθέσεις εγγραφής στα μητρώα των αρμόδιων αρχών, διαφορές που προξενούσαν ανισότητες και δημιουργούσαν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία (βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 64).
35 Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 3 της οδηγίας 98/5 προβλέπει ότι ο δικηγόρος που επιθυμεί να ασκήσει επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο απέκτησε τον επαγγελματικό του τίτλο είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία είναι υποχρεωμένη να προβεί στην εγγραφή αυτή «κατόπιν προσκομίσεως του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής».
36 Με δεδομένο τον σκοπό της οδηγίας 98/5, ο οποίος υπενθυμίστηκε με τη σκέψη 34 της παρούσας απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη, με το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, σε πλήρη εναρμόνιση των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να ασκηθεί το δικαίωμα που απονέμει η οδηγία.
37 Η προσκόμιση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής του πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής εμφανίζεται επομένως ως η μόνη προϋπόθεση από την οποία πρέπει να εξαρτάται η εγγραφή του ενδιαφερόμενου στα μητρώα του κράτους μέλους υποδοχής, κατόπιν της οποίας αποκτά το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής.
38 Η ορθότητα της ανάλυσης αυτής επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική έκθεση της πρότασης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου σε μόνιμη βάση σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος [COM(94) 572 τελικό], όπου, κατά τον σχολιασμό του άρθρου 3, διευκρινίζεται ότι «η εγγραφή [στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής] αρχίζει να ισχύει από τη στιγμή κατά την οποία ο αιτών προσκομίζει πιστοποιητικό εγγραφής του στο αρμόδιο όργανο του κράτους μέλους καταγωγής».
39 Όπως έχει τονίσει ήδη το Δικαστήριο, ο κοινοτικός νομοθέτης, προκειμένου να διευκολύνει την άσκηση της θεμελιώδους ελευθερίας εγκατάστασης μιας συγκεκριμένης κατηγορίας διακινούμενων δικηγόρων, δεν επέλεξε κανένα σύστημα εξακρίβωσης εκ των προτέρων των γνώσεων των ενδιαφερόμενων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 43).
40 Η οδηγία 98/5 δεν επιτρέπει επομένως την εξάρτηση της εγγραφής του Ευρωπαίου δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής από την πραγματοποίηση συνέντευξης που υποτίθεται ότι παρέχει στην εν λόγω αρχή τη δυνατότητα να εκτιμήσει την εκ μέρους του ενδιαφερόμενου γνώση των γλωσσών του κράτους μέλους αυτού.
41 Όπως τόνισε η Επιτροπή, η μη θέσπιση συστήματος προηγούμενης εξακρίβωσης των γνώσεων του Ευρωπαίου δικηγόρου, και συγκεκριμένα των γλωσσικών του γνώσεων, συνοδεύεται εντούτοις, σύμφωνα με την οδηγία 98/5, από μια σειρά κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση αποδεκτού επιπέδου προστασίας των πολιτών εντός της Κοινότητας καθώς και της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψεις 32 και 33).
42 Επομένως, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 4 της οδηγίας 98/5 στους Ευρωπαίους δικηγόρους να ασκούν το επάγγελμά τους στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής αποσκοπεί, σύμφωνα με την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, στην παροχή της δυνατότητας διάκρισης μεταξύ των εν λόγω δικηγόρων και των δικηγόρων που είναι ενταγμένοι στο επάγγελμα στο κράτος μέλος αυτό, ώστε ο πολίτης να είναι ενήμερος του γεγονότος ότι ο επαγγελματίας στον οποίο αναθέτει την υπεράσπιση των συμφερόντων του δεν έχει αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε αυτό το κράτος μέλος (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 34) και δεν έχει κατ’ ανάγκη τις αναγκαίες γλωσσικές γνώσεις για να χειριστεί την υπόθεσή του.
43 Όσον αφορά τις δραστηριότητες εκπροσώπησης και υπεράσπισης ενός πελάτη ενώπιον δικαστηρίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στους Ευρωπαίους δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής την υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/5, να ενεργούν κατόπιν συμφωνίας είτε με δικηγόρο που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της υποθέσεως και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος, εάν χρειαστεί, έναντι του δικαστηρίου αυτού είτε με «avoué» που ασκεί τη δραστηριότητά του ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Η ευχέρεια αυτή, της οποίας έχει κάνει χρήση το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου σε σχέση με τις πράξεις και τις διαδικασίες για τις οποίες είναι υποχρεωτική, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του κράτους μέλους αυτού, η πρόσληψη δικηγόρου, όπως προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002, δίδει τη δυνατότητα κάλυψης των ενδεχομένως ανεπαρκών γνώσεων του Ευρωπαίου δικηγόρου ως προς τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στη δικαστηριακή πρακτική του κράτους μέλους υποδοχής.
44 Δυνάμει των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας 98/5, ο Ευρωπαίος δικηγόρος οφείλει να τηρεί όχι μόνο τους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής του, αλλά και τους επαγγελματικούς και δεοντολογικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής, σε περίπτωση δε μη τήρησης των κανόνων αυτών υπόκειται σε πειθαρχικές κυρώσεις και υπέχει επαγγελματική ευθύνη (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψεις 36 έως 41). Οι ισχύοντες για τους δικηγόρους δεοντολογικοί κανόνες περιλαμβάνουν συνήθως, κατά το πρότυπο των προβλεπόμενων από τον κώδικα δεοντολογίας που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CCBE), την υποχρέωση των δικηγόρων να μην αναλαμβάνουν υποθέσεις για τις οποίες γνωρίζουν ή θα όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν έχουν τις αναγκαίες ικανότητες, π.χ. λόγω έλλειψης γλωσσικών γνώσεων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 42). Συγκεκριμένα, για τις συνεννοήσεις με τους πελάτες, τις διοικητικές αρχές και τους επαγγελματικούς φορείς του κράτους μέλους υποδοχής, όπως ακριβώς και για την τήρηση των δεοντολογικών κανόνων που έχουν θεσπίσει οι αρχές αυτού του κράτους μέλους, είναι απαραίτητο να έχει ο Ευρωπαίος δικηγόρος τις κατάλληλες γλωσσικές γνώσεις ή, σε περίπτωση ανεπάρκειας των γνώσεών του, να χρησιμοποιεί βοηθούς ή συνεργάτες.
45 Πρέπει επίσης να τονιστεί, όπως άλλωστε τόνισε και η Επιτροπή, ότι ένας από τους σκοπούς της οδηγίας 98/5 είναι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, να παρασχεθεί «στους δικηγόρους η δυνατότητα να ασκούν σε μόνιμη βάση το επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής», ώστε να εξυπηρετούνται οι «ανάγκες των χρηστών του δικαίου οι οποίοι, λόγω του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού των υποθέσεων που απορρέουν κυρίως από την εσωτερική αγορά, αναζητούν νομικές συμβουλές κατά τις διασυνοριακές συναλλαγές στις οποίες συχνά εμπλέκονται το διεθνές, το κοινοτικό και τα εθνικά δίκαια». Οι διεθνείς αυτές υποθέσεις, όπως και οι υποθέσεις που διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους και όχι του κράτους μέλους υποδοχής, ενδέχεται να μην απαιτούν τόσο καλή γνώση των γλωσσών του τελευταίου αυτού κράτους μέλους όσο απαιτείται για τον χειρισμό των υποθέσεων στις οποίες έχει εφαρμογή το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους.
46 Τέλος, επιβάλλεται να τονιστεί ότι προϋπόθεση για την εξομοίωση του Ευρωπαίου δικηγόρου με δικηγόρο του κράτους μέλους υποδοχής, στη διευκόλυνση της οποίας αποσκοπεί η οδηγία 98/5 σύμφωνα με τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, είναι, δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής, να αποδεικνύει ο ενδιαφερόμενος πραγματική και τακτική επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα του δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους τριετούς τουλάχιστον διάρκειας ή, σε περίπτωση μικρότερης διάρκειας, κάθε άλλη γνώση, επιμόρφωση ή επαγγελματική πείρα στον τομέα του δικαίου αυτού. Το μέτρο αυτό παρέχει στον Ευρωπαίο δικηγόρο που επιθυμεί να ενταχθεί στο επάγγελμα εντός του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να εξοικειωθεί με τη γλώσσα ή τις γλώσσες του εν λόγω κράτους μέλους.
47 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η λουξεμβουργιανή ρύθμιση, η οποία εξαρτά την εγγραφή του Ευρωπαίου δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας εθνικής αρχής από την προηγούμενη εξακρίβωση των γλωσσικών του γνώσεων, αντιβαίνει στο άρθρο 3 της οδηγίας 98/5.
48 Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτίασης, η οποία αφορά την επιβολή στους Ευρωπαίους δικηγόρους της απαγόρευσης άσκησης των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών στο Λουξεμβούργο
Επιχειρήματα των διαδίκων
49 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι επιβολή στους Ευρωπαίους δικηγόρους της απαγόρευσης άσκησης των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών αντιβαίνει στο άρθρο 5 της οδηγίας 98/5.
50 Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο Ευρωπαίος δικηγόρος δεν μπορεί να συγκριθεί με Λουξεμβούργιο δικηγόρο του πίνακα ΙΙ του μητρώου του δικηγορικού συλλόγου, στον οποίο επίσης απαγορεύεται να ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες. Ενώ δηλαδή ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει τους δικηγόρους στους οποίους έχει επιτραπεί η πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης, αλλά οι οποίοι πρέπει να επιτύχουν στις εξετάσεις μετά την ολοκλήρωση της άσκησης, προκειμένου να αποκτήσουν την άδεια δικηγορίας, ο Ευρωπαίος δικηγόρος έχει πλήρη άδεια δικηγορίας.
51 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η απαίτηση της γνώσης του λουξεμβουργιανού εθνικού δικαίου δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή περιορισμών στις δραστηριότητες του Ευρωπαίου δικηγόρου.
52 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται ότι ο σκοπός που επιδίωκε ο Λουξεμβούργιος νομοθέτης με τον νόμο της 31ης Μαΐου 1999 ήταν να επιτρέψει, για λόγους δημόσιας τάξης, την παροχή των υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών μόνο στους επαγγελματίες εκείνους που είναι εξοικειωμένοι με το ισχύον εθνικό δίκαιο και την εθνική πρακτική, ώστε να εξαλειφθούν ορισμένες νοσηρές καταστάσεις που έβλαπταν τη φήμη της λουξεμβουργιανής αγοράς και είχαν σχέση με τη δημιουργία πλασματικής έδρας για ορισμένες εταιρίες.
53 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, αφού τονίζει καταρχάς ότι, δυνάμει του νόμου της 31ης Μαΐου 1999, ο παρέχων υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας υποχρεούται να εξακριβώνει αν η εταιρία στην οποία παρέχει αυτές τις υπηρεσίες πληροί τις νομικές προϋποθέσεις για την έναρξη άσκησης των οικείων εμπορικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και τηρεί τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις για την κατάρτιση των εταιρικών λογαριασμών και τη σύγκληση των γενικών συνελεύσεων, υποστηρίζει στη συνέχεια ότι η άσκηση των δραστηριοτήτων του παρέχοντος υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας εταιριών απαιτεί επαγγελματική πείρα στον τομέα του εταιρικού δικαίου και καλή γνώση του δικαίου αυτού, πράγμα που οδήγησε τον Λουξεμβούργιο νομοθέτη στην απόφαση να εξαιρέσει από τη δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητας αυτής τους ασκούμενους δικηγόρους, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα II, και τους Ευρωπαίους δικηγόρους.
54 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι, ενόσω ο δικηγόρος που έχει πλήρη άδεια δικηγορίας στο κράτος καταγωγής του ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, δεν εξομοιώνεται με δικηγόρο του κράτους μέλους υποδοχής, αλλά έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με την οδηγία 98/5, να ενταχθεί επαγγελματικά στο κράτος μέλος υποδοχής μετά από το χρονικό διάστημα που θεωρείται αναγκαίο για την απόκτηση επαγγελματικής πείρας στο κράτος μέλος αυτό και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 της εν λόγω οδηγίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
55 Όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/5, ένας από τους σκοπούς της οδηγίας είναι να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος από δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής, όσον αφορά, για παράδειγμα, το πεδίο των δραστηριοτήτων τους, ώστε αφενός να εξαλειφθούν οι διαφορές μεταξύ των καταστάσεων στα διάφορα κράτη μέλη, καθώς και οι απορρέουσες ανισότητες και τα σχετικά εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία, και αφετέρου να παρασχεθούν στους δικηγόρους και στους χρήστες του δικαίου εντός όλων των κρατών μελών οι ίδιες δυνατότητες.
56 Προς τούτο η οδηγία 98/5 θέτει, με τα άρθρα 2 και 5, την αρχή ότι ο Ευρωπαίος δικηγόρος μπορεί να ασκεί τις ίδιες επαγγελματικές δραστηριότητες με τον δικηγόρο που ασκεί επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου 5.
57 Υπό τις συνθήκες αυτές, όπως υποστηρίζει άλλωστε και η Επιτροπή, τα κράτη μέλη δεν έχουν την εξουσία να προβλέπουν με την εθνική νομοθεσία τους άλλες εξαιρέσεις από την αρχή αυτή πέρα από όσες προβλέπονται ρητά και περιοριστικά στο άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 98/5.
58 Δεν αμφισβητείται ότι οι δραστηριότητες του παρέχοντος σε εταιρίες υπηρεσίες εγκατάστασης και έδρας δεν καλύπτονται ούτε από την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5 ούτε από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 3 του ίδιου αυτού άρθρου.
59 Όσον αφορά τον κίνδυνο νοσηρών καταστάσεων που επικαλέστηκε η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, δεν επιτρέπεται η επίκληση αυτού του στοιχείου για να νομιμοποιηθεί η θέσπιση ή η διατήρηση σε ισχύ εθνικών διατάξεων που θα παραβίαζαν την αρχή που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/5, καθόσον μάλιστα οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή αποτελούν το αντικείμενο των κανόνων εναρμόνισης που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού (βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C‑59/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I‑1759, σκέψη 38).
60 Επιβάλλεται κατά τα λοιπά να τονιστεί ότι η οδηγία 98/5 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη σώρευση των επαγγελματικών και δεοντολογικών κανόνων που πρέπει να τηρεί ο Ευρωπαίος δικηγόρος, την υποχρέωση ασφάλισης για την επαγγελματική ευθύνη του ή εγγραφής σε ταμείο επαγγελματικής εγγύησης, καθώς και ένα πειθαρχικό καθεστώς στο οποίο εμπλέκονται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 43).
61 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η λουξεμβουργιανή ρύθμιση, η οποία απαγορεύει στους Ευρωπαίους δικηγόρους να ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών στο Λουξεμβούργο, αντιβαίνει στο άρθρο 5 της οδηγίας 98/5.
62 Συνεπώς, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
Επί της τρίτης αιτίασης, η οποία αφορά την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
63 Κατά την Επιτροπή, μολονότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δήλωσε, με την απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι είχε λάβει υπόψη του το επιχείρημα που διατύπωσε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, ότι δηλαδή η επίδικη απαίτηση συνιστά, ενόψει των διατάξεων της οδηγίας 98/5, αδικαιολόγητη διοικητική επιβάρυνση, ο νόμος της 13ης Νοεμβρίου 2002 εξακολουθεί να περιλαμβάνει την απαίτηση αυτή.
64 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου περιορίζεται να παραπέμψει, σε σχέση με το σημείο αυτό, στην προαναφερθείσα απάντηση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
65 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν παρέσχε ούτε με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη ούτε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το βάσιμο της τρίτης αυτής αιτίασης.
66 Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίστηκε, με το έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 2003 με το οποίο απάντησε στο έγγραφο όχλησης της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 2003, ότι το προσβαλλόμενο μέτρο είναι αναγκαίο για την εξακρίβωση του αν ο Ευρωπαίος δικηγόρος πληροί διαρκώς την προϋπόθεση εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής.
67 Όπως όμως τόνισε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής, πρώτον, η οδηγία 98/5 προβλέπει στο άρθρο 7, παράγραφος 2, ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει, σε περίπτωση που κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμα εκτός του κράτους αυτού αλλά υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ή των κρατών μελών υποδοχής.
68 Δεύτερον, το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής την υποχρέωση να συνεργάζονται στενά και να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή.
69 Τα μέτρα αυτά δίδουν στην αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη δυνατότητα να εξακριβώνει με βεβαιότητα ότι ο Ευρωπαίος δικηγόρος πληροί διαρκώς την προϋπόθεση εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής.
70 Η τυπική προϋπόθεση που επιβάλλει η λουξεμβουργιανή ρύθμιση συνιστά συνεπώς διοικητικό μέτρο δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, το οποίο επομένως είναι αδικαιολόγητο από την άποψη της οδηγίας 98/5.
71 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η λουξεμβουργιανή ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στον Ευρωπαίο δικηγόρο την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής του στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, αντιβαίνει στην οδηγία 98/5.
72 Συνεπώς, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.
73 Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, επιβάλλοντας, όσον αφορά τους Ευρωπαίους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκούν το επάγγελμά τους στο Λουξεμβούργο υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής, ως προϋπόθεση της εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας εθνικής αρχής την προηγούμενη εξακρίβωση των γλωσσικών τους γνώσεων, απαγορεύοντας στους δικηγόρους αυτούς να ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών και επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 98/5.
Επί των δικαστικών εξόδων
74 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, το κράτος αυτό πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, επιβάλλοντας, όσον αφορά τους δικηγόρους που έχουν αποκτήσει τον επαγγελματικό τίτλο τους σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και επιθυμούν να ασκούν το επάγγελμά τους στο Λουξεμβούργο υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής, ως προϋπόθεση της εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας εθνικής αρχής την προηγούμενη εξακρίβωση των γλωσσικών τους γνώσεων, απαγορεύοντας στους δικηγόρους αυτούς να ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης και έδρας εταιριών και επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση προσκόμισης κατ’ έτος του πιστοποιητικού εγγραφής τους στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy