Υπόθεση C-199/05
Ευρωπαϊκή Κοινότητα
κατά
État belge
(αίτηση του Cour d’appel de Bruxelles
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Άρθρο 3 — Έμμεσοι φόροι — Αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων — Τέλη καταχωρίσεως»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 27ης Απριλίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 26ης Οκτωβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Φορολογική ασυλία των Κοινοτήτων
(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 3, εδ. 3)
2. Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Φορολογική ασυλία των Κοινοτήτων
(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 3, εδ. 2)
1. Τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως τα οποία οφείλονται βάσει αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων επιβαλλουσών υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών ή εκκαθαρίσεως κινητών αξιών δεν αποτελούν απλή ανταπόδοση παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το οποίο δεν παρέχεται καμία απαλλαγή όσον αφορά τους φόρους, τέλη και δικαιώματα που επιβάλλονται ως απλή ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
(βλ. σκέψη 29, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που προβλέπει έκπτωση ή επιστροφή από τα κράτη μέλη του ποσού των εμμέσων φόρων και των τελών επί των πωλήσεων που περιλαμβάνονται στην τιμή σημαντικών αγορών που πραγματοποιούν οι Κοινότητες για υπηρεσιακή χρήση, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως, τα οποία οφείλονται βάσει αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων επιβαλλουσών υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών ή εκκαθαρίσεως κινητών αξιών, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
(βλ. σκέψη 44, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 26ης Οκτωβρίου 2006 (*)
«Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Άρθρο 3 – Έμμεσοι φόροι – Αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων – Τέλη καταχωρίσεως»
Στην υπόθεση C-199/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Cour d’appel των Βρυξελλών (Βέλγιο) με απόφαση της 28 Απριλίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαΐου 2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Ευρωπαϊκή Κοινότητα
κατά
État belge,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, A. Rosas, K. Schiemann και J. Makarczyk, προέδρους τμήματος, R. Schintgen, N. Colneric, P. Kūris, E. Juhász (εισηγητή), J. Klučka, U. Lõhmus, E. Levits και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Φεβρουαρίου 2006,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την E. Dominkovits και τον M. Wimmer,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον A. Cingolo, avvocato dello Stato,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον A. Vitro,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J.-F. Pasquier και την I. Martínez del Peral,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Απριλίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που επισυνάφθηκε αρχικώς στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπογραφείσα στις 8 Απριλίου 1965, και κατόπιν, δυνάμει της Συνθήκης του Άμστερνταμ, στη Συνθήκη ΕΚ (στο εξής: Πρωτόκολλο).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και του État belge (Βελγικού Δημοσίου), όσον αφορά την είσπραξη τελών καταχωρίσεως οφειλομένων βάσει αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων οι οποίες επιβάλλουν υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών ή εκκαθαρίσεως κινητών αξιών αποφάσεων κινητών αξιών(στο εξής: τέλη καταχωρίσεως).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ακολούθως, μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ, δυνάμει του άρθρου 291 ΕΚ, η Κοινότητα απολαύει στην επικράτεια των κρατών μελών των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής της υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Πρωτόκολλο.
4 Κατά το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου:
«Οι Κοινότητες, τα στοιχεία ενεργητικού τους, τα έσοδα και τα λοιπά περιουσιακά τους στοιχεία απαλλάσσονται όλων των άμεσων φόρων.
Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, όταν τους είναι δυνατό, για την έκπτωση ή επιστροφή του ποσού των εμμέσων φόρων και των τελών επί των πωλήσεων που περιλαμβάνονται στην τιμή των κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, όταν οι Κοινότητες πραγματοποιούν για υπηρεσιακή χρήση σημαντικές αγορές των οποίων η τιμή περιλαμβάνει φόρους και τέλη αυτής της φύσεως. Εν τούτοις, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός των Κοινοτήτων.
Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τέλη και δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Το άρθρο 35, τρίτο εδάφιο, του βελγικού Κώδικα περί τελών καταχωρίσεως, εγγραφής υποθήκης και χαρτοσήμου έχει ως εξής:
«Υποχρέωση καταβολής των τελών που κατέστησαν απαιτητά βάσει δικαστικών αποφάσεων [...] υπέχουν:
1) οι εναγόμενοι, στο μέτρο της επιτασσόμενης καταβολής ή οριζόμενης εκκαθαρίσεως ή κατατάξεως σε βάρος καθενός, και οι εναγόμενοι εις ολόκληρον στην περίπτωση κατά την οποία [υπ]έχουν εις ολόκληρον υποχρέωση από την απόφαση·
2) οι ενάγοντες στο μέτρο της επιτασσόμενης καταβολής ή οριζόμενης εκκαθαρίσεως ή κατατάξεως υπέρ καθενός από αυτούς, χωρίς ωστόσο η υποχρέωση αυτή να υπερβαίνει το ήμισυ των ποσών ή αξιών που καθένας από αυτούς λαμβάνει ως καταβολή.
[…]
Τα τέλη και, ενδεχομένως, τα πρόστιμα καταβάλλονται εντός μηνός από της ημερομηνίας αποστολής της ειδοποιήσεως προς πληρωμή από τον αρμόδιο για την είσπραξη τελών δικαστικό γραμματέα μέσω συστημένης επιστολής.»
6 Το άρθρο 142 του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:
«Το τέλος ορίζεται σε 3 % για καταψηφιστικές αποφάσεις δικαστηρίων που εκδίδονται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες πρόκειται για την οριστική, προσωρινή, κύρια, παρεπόμενη ή υπό όρους καταβολή ή εκκαθάριση χρηματικών ποσών και κινητών αξιών, περιλαμβανόμενων των αποφάσεων της δικαστικής αρχής που αφορούν κατάταξη των ίδιων ποσών και αξιών.
Το τέλος υπολογίζεται, σε περίπτωση επιβολής υποχρεώσεως καταβολής ή εκκαθαρίσεως χρηματικών ποσών και κινητών αξιών, επί του συνολικού ποσού, κατά κεφάλαιο, που επιδικάσθηκε ή των εκκαθαρίσεων που έχουν οριστεί σε βάρος του ίδιου προσώπου, πλην των τόκων το ύψος των οποίων δεν καθορίζεται από τον δικαστή και των εξόδων, και, σε περίπτωση κατατάξεως, επί του συνολικού ύψους των ποσών που διανέμονται στους πιστωτές.»
7 Το άρθρο 150 του ίδιου κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Για να εξασφαλίζεται η είσπραξη των τελών και, ενδεχομένως, των προστίμων που είναι απαιτητά βάσει των οικείων διατάξεων, τεκμαίρεται υπέρ του Κράτους πλεονέκτημα επί των ποσών και αξιών που αποτελούν αντικείμενο της υποχρεώσεως καταβολής, εκκαθαρίσεως ή κατατάξεως.
Τα τέλη και πρόστιμα του πρώτου εδαφίου κατισχύουν όλων των οφειλών των δικαιούχων καταβολής, εκκαθαρίσεως ή κατατάξεως.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
8 Η εκτέλεση μιας συμβάσεως που συνήφθη το 1993 μεταξύ της Επιτροπής και της ανώνυμης εταιρίας MCFE αποτέλεσε αντικείμενο διαφοράς υποβληθείσας ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών. Με την από 25 Ιανουαρίου 1994 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να καταβάλει στην MCFE ποσό ύψους 10 845 935 BEF, ήτοι 269 589 ECU, πλέον τόκων και εξόδων.
9 Με έγγραφο της 14ης Ιουνίου 1994, ο αρμόδιος για την είσπραξη τελών δικαστικός γραμματέας του ενάτου γραφείου καταχωρίσεων των Βρυξελλών ζήτησε από την Επιτροπή να καταβάλει τέλη καταχωρίσεως ύψους 325 470 BEF, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση. Στις 2 Αυγούστου 1995 η βελγική υπηρεσία καταχωρίσεων (στο εξής: υπηρεσία καταχωρίσεων) ζήτησε από την Επιτροπή να καταβάλει εντός δεκαπέντε ημερών το ανωτέρω ποσό προσαυξημένο με πρόστιμο λόγω καθυστερήσεως της πληρωμής καθώς και με το ποσό των νόμιμων τόκων και των εξόδων.
10 Στις 15 Ιανουαρίου 1996 ο αρμόδιος για την είσπραξη τελών δικαστικός γραμματέας του ενάτου γραφείου καταχωρίσεων των Βρυξελλών εξέδωσε διαταγή πληρωμής σε βάρος της Επιτροπής ζητώντας της να καταβάλει, μέχρι τις 25 Ιανουαρίου 1996, το συνολικό ποσό των 363 470 BEF.
11 Με αποσταλέν ως συστημένο έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή ανακοίνωσε στην υπηρεσία καταχωρίσεων μέσω του δικηγόρου της ότι, κατά το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου, απαλλάσσεται από τα τέλη καταχωρίσεως, όπως και από κάθε έμμεσο φόρο. Η υπηρεσία καταχωρίσεων απάντησε στις 25 Ιανουαρίου 1996 ότι τα επίδικα τέλη δεν συνιστούν φόρο επί της αποκτήσεως καταναλωτικών αγαθών, αλλά ανταπόδοση για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
12 Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 1997, γνωστοποιήθηκε στον δικηγόρο της Επιτροπής ότι η σχετική θέση της υπηρεσίας καταχωρίσεων επιβεβαιώθηκε με υπουργική απόφαση της 18ης Απριλίου 1997.
13 Στις 15 Ιουλίου 1997 η Επιτροπή άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής της 15ης Ιανουαρίου 1996 και κάλεσε το Βελγικό Δημόσιο να παραστεί ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών στο πλαίσιο διαδικασίας σκοπούσας στην ακύρωση της εν λόγω διαταγής πληρωμής.
14 Με απόφαση της 6ης Ιουνίου 2001, το Tribunal de première instance των Βρυξελλών έκρινε την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής παραδεκτή αλλά αβάσιμη και απέρριψε τα αιτήματα της Επιτροπής. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι τα τέλη καταχωρίσεως που υποχρεώθηκε να καταβάλει η Επιτροπή δεν αποτελούν απλή ανταπόδοση για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας κατά την έννοια του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι πρόκειται για φόρο προοριζόμενο να καλύψει γενικά έξοδα της Διοικήσεως. Αντιθέτως, τα τέλη αυτά δεν υπεισέρχονται στη σύνθεση της τιμής που πρέπει να καταβληθεί για τις υπηρεσίες της ανώνυμης εταιρίας MCFE, αλλά καθίστανται απαιτητά βάσει της καταψηφιστικής για την Επιτροπή αποφάσεως. Ως εκ τούτου, δεν χωρεί η απαλλαγή που ζητεί η Επιτροπή. Επιπλέον, το δικαστήριο αυτό έκρινε περιττή την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν υφίστατο «καμία εύλογη αμφιβολία» ως προς τον αποκλεισμό των δικαιωμάτων αυτών από το ευεργέτημα του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
15 Η Επιτροπή άσκησε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour d’appel των Βρυξελλών.
16 Το Cour d’appel των Βρυξελλών, κρίνοντας ότι, στον τομέα των διεθνών συνθηκών και συμβάσεων, ακόμη και οι σαφείς διατάξεις πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ερμηνείας και ότι δεν απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ερμηνεύει το Πρωτόκολλο, αποφάσισε την αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Έχει το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου […], το οποίο ορίζει ότι οι κυβερνήσεις των κρατών μελών λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την έκπτωση ή επιστροφή του ποσού των έμμεσων φόρων και των τελών επί των πωλήσεων, την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ένα αναλογικό τέλος το οποίο εισπράττεται για δικαστικές καταψηφιστικές αποφάσεις που εκδίδονται επί οποιασδήποτε υποθέσεως η οποία αφορά υποχρέωση πληρωμής ή εκκαθάριση ποσών ή κινητών αξιών;
2) Έχει το άρθρο 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου […], το οποίο ορίζει ότι δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά την απλή ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφελείας, την έννοια ότι αποτελεί απλή ανταπόδοση για υπηρεσία κοινής ωφελείας το τέλος που επιβάλλεται με την περάτωση της δίκης στον ηττηθέντα διάδικο ο οποίος υποχρεώνεται να καταβάλει ορισμένο ποσό;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
17 Επιβάλλεται, καταρχάς, η επισήμανση ότι το αιτούν δικαστήριο, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που υποβλήθηκε στην κρίση του, αναφέρει ότι το Τribunal de première instance των Βρυξελλών έκρινε ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη τέλη καταχωρίσεως αποτελούν έμμεσο φόρο, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους στις εθνικές διαδικασίες. Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και το Βελγικό Δημόσιο διαφωνούν με την ερμηνεία του άρθρου 3, εδάφια 2 και 3, του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Κοινότητας». Η Βελγική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, δεν αμφισβήτησαν επίσης, με τις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις τους, αυτόν τον χαρακτηρισμό. Συνεπώς, τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 3, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου θα εξετασθούν στο πλαίσιο αυτό.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
18 Με το ερώτημα αυτό, το οποίο πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως αποτελούν απλή ανταπόδοση της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, για τις οποίες δεν χορηγείται καμία απαλλαγή.
19 Η Βελγική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη επί του σημείου αυτού από την Ιταλική Κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι τα τέλη καταχωρίσεως αποτελούν έμμεσους φόρους οι οποίοι λειτουργούν ως αντιστάθμισμα της παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας κοινής ωφέλειας, στο μέτρο που καταβάλλονται προς ανταπόδοση της υπηρεσίας που παρέχει το βελγικό δικαιοδοτικό όργανο. Αυτά δέχονται επίσης, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η βελγική νομολογία και οι Βέλγοι νομικοί συγγραφείς. Όπως επισημαίνει, η εξόφληση των τελών αυτών μπορεί να ζητηθεί επίσης, υπό ορισμένους περιορισμούς, από τον προσφεύγοντα ο οποίος αντλεί όφελος από την επιβολή της σχετικής υποχρεώσεως, στοιχείο που αποδεικνύει ότι η εν λόγω υπηρεσία παρέχεται προς αμφότερους τους διαδίκους και ότι η ανταπόδοση για την παροχή της είναι ανάλογη προς το οικονομικό ενδιαφέρον της διαφοράς.
20 Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, για να μπορεί μια πληρωμή να θεωρηθεί ως απλή ανταπόδοση παροχής υπηρεσίας κοινής ωφέλειας, πρέπει να αποδεικνύεται η άμεση σχέση αναλογίας μεταξύ της ανταποδόσεως της παροχής της υπηρεσίας αυτής και της παρασχεθείσας υπηρεσίας. Εν προκειμένω, δεν υφίσταται τέτοια σχέση, καθόσον είναι δυνατόν η έκβαση μιας πολύπλοκης υποθέσεως να συνεπάγεται είσπραξη περιορισμένων τελών καταχωρίσεως, ενώ από μια απλή υπόθεση να προκύψουν σημαντικά τέλη. Επιπλέον, σύμφωνα με τις δημοσιονομικές αρχές της καθολικότητας και του μη καταλογισμού, το ποσό των επίμαχων τελών συμπεριλαμβάνεται στον γενικό προϋπολογισμό του Κράτους και δεν διατίθεται ειδικώς για τη χρηματοδότηση της δημόσιας δικαστικής λειτουργίας.
21 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η διάκριση μεταξύ φόρου προοριζομένου για την κάλυψη των γενικών δαπανών των δημοσίων αρχών και τέλους καταβαλλομένου έναντι παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι καθαυτή η έννοια της ανταποδόσεως της παροχής συγκεκριμένης υπηρεσία προϋποθέτει ότι η υπηρεσία αυτή παρέχεται, ή τουλάχιστον μπορεί να παρασχεθεί, σε όσους καταβάλλουν το τέλος (απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, C‑191/94, AGF Belgium, Συλλογή 1996, σ. I‑1859, σκέψεις 25 και 26).
22 Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το κριτήριο αυτό αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη διάκριση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι μάλλον απίθανο να πληρούται εν προκειμένω, δεδομένου ότι με τα επίδικα στην κύρια δίκη τέλη επιβαρύνονται πρόσωπα τα οποία ουδέποτε προσέφυγαν στο δικαιοδοτικό όργανο του οικείου κράτους μέλους ή που ούτε είχαν πρόθεση να προσφύγουν σ’ αυτό. Όπως επισήμανε η Βελγική Κυβέρνηση, μολονότι, βάσει της επίδικης στην κύρια δίκη ρυθμίσεως, τα τέλη καταχωρίσεως μπορούν να ζητηθούν τόσο από τον καθού όσο και από τον προσφεύγοντα, στην πράξη ζητούνται κατά κανόνα πρώτα από τον ηττηθέντα διάδικο.
23 Επιπλέον, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 27 έως 30 των προτάσεών της, το κριτήριο της ανταποδόσεως παρασχεθείσας υπηρεσίας δεν είναι το μοναδικό καθοριστικό, εν προκειμένω, κριτήριο.
24 Πράγματι, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σε ένα τομέα του κοινοτικού δικαίου στον οποίο απαντά έννοια ανάλογη προς την επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, ήτοι η έννοια των «φόρ[ων] […] ανταποδοτικ[ού] χαρακτήρα» την οποία χρησιμοποιεί το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), ένα τέλος του οποίου το ύψος αυξάνει χωρίς όρια και σε άμεση συνάρτηση προς το καλυφθέν ονομαστικό κεφάλαιο, δεν μπορεί, εκ της φύσεώς του, να αποτελεί τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα έναντι παρασχεθείσας υπηρεσίας. Το ύψος ενός τέτοιου τέλους δεν σχετίζεται, εν γένει, με τα συγκεκριμένα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η διοίκηση που παρέσχε αυτή την υπηρεσία (βλ., υπό την έννοια αυτή, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑19/99, Modelo, Συλλογή 2000, σ. I‑7213, σκέψη 33, και της 21ης Ιουνίου 2001, C‑206/99, SONAE, Συλλογή 2001, σ. I‑4679, σκέψη 34).
25 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός ενός τέλους ως ανταπόδοση υπηρεσίας κοινής ωφέλειας απαιτεί την ύπαρξη άμεσης σχέσεως αναλογίας μεταξύ του πραγματικού κόστους της υπηρεσίας αυτής και του εξοφληθέντος από τον δικαιούχο τέλους, ήτοι συσχετισμού μεταξύ του καταβληθέντος από τον δικαιούχο ποσού προς αντιστάθμισμα της παροχής συγκεκριμένης υπηρεσίας και του ακριβούς κόστους που συνεπάγεται η παροχή της υπηρεσίας αυτής για τη διοίκηση.
26 Αυτό το κριτήριο της άμεσης σχέσεως αναλογίας μεταξύ της παρεχόμενης υπηρεσίας και της ανταποδοτικού χαρακτήρα πληρωμής, το οποίο ισχύει και ως προς το άρθρο 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, δεν πληρούται εν προκειμένω.
27 Δεν αμφισβητείται, πράγματι, ότι, αφενός, το ποσό των επίδικων στην κύρια δίκη τελών καταχωρίσεως αυξάνει χωρίς όρια και σε άμεση συνάρτηση με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει της αποφάσεως του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό κόστος της υπηρεσίας που παρέσχε το δικαιοδοτικό όργανο. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ο αναγκαίος συσχετισμός μεταξύ των καταβληθέντων ποσών και της παρασχεθείσας υπηρεσίας. Κατά τα λοιπά, το γεγονός ότι τα τέλη καταχωρίσεως εισπράττονται μόνο σε περίπτωση εκδόσεως σχετικής καταψηφιστικής αποφάσεως, ενώ το πραγματικό κόστος της παρασχεθείσας από το δικαιοδοτικό όργανο υπηρεσίας θα έπρεπε να είναι το ίδιο σε περίπτωση απορριπτικής αποφάσεως, επιβεβαιώνει ότι τα τέλη αυτά δεν σκοπούν στην κάλυψη του πραγματικού κόστους της υπηρεσίας.
28 Αφετέρου, όπως διαπίστωσε το Τribunal de première instance των Βρυξελλών, τα τέλη αυτά αποτελούν φόρο προοριζόμενο να καλύψει τα γενικά έξοδα των δημοσίων αρχών. Επομένως, τα ποσά που καταβάλλονται προς πληρωμή των εν λόγω τελών δεν προορίζονται συγκεκριμένα για τη χρηματοδότηση της δημόσιας δικαστικής λειτουργίας.
29 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως δεν αποτελούν απλή ανταπόδοση της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
30 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
31 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, αντιθέτως προς το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου που προβλέπει, εν γένει και χωρίς αιρέσεις, την απαλλαγή των Κοινοτήτων από κάθε άμεσο φόρο επί των στοιχείων ενεργητικού, εσόδων και άλλων περιουσιακών στοιχείων τους σε εθνικό επίπεδο, η φορολογική απαλλαγή που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου δεν είναι απεριόριστη. Η τελευταία αυτή διάταξη καθιερώνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες απαριθμεί σαφώς, τη διαγραφή ή επιστροφή του ποσού των έμμεσων τελών ή των φόρων μεταβιβάσεως επί των περιουσιακών στοιχείων που η Κοινότητα αποκτά για υπηρεσιακούς σκοπούς. Το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου υπό την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτει κάθε είδους αγορά, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής σε παροχή υπηρεσιών, που απαιτείται για την εκπλήρωση της αποστολής των Κοινοτήτων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση AGF Belgium, σκέψη 36).
32 Η σημαντικότερη από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, στην οποία αναφέρεται δύο φορές η διάταξη αυτή, έγκειται στο ότι τα έμμεσα τέλη και οι έμμεσοι φόροι πρέπει να περιλαμβάνονται στην τιμή των προϊόντων ή υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο των συναπτόμενων από τις Κοινότητες συμβάσεων.
33 Η Βελγική Κυβέρνηση, που υποβάλλει τις παρατηρήσεις της επί του σημείου αυτού επικουρικώς, επισημαίνει, υποστηριζόμενη από την Ιταλική Κυβέρνηση, ότι, δεδομένου ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη τέλη καταχωρίσεως δεν εισπράττονται στο πλαίσιο της αποκτήσεως προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών, αλλά βάσει δικαστικής αποφάσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνονται στην τιμή αγοράς προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών. Επιπλέον, από τη διατύπωση του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι η απαλλαγή αφορά αποκλειστικώς δραστηριότητες αγοράς προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και ότι δεν μπορεί να επεκταθεί σε κάθε δραστηριότητα ή κατάσταση. Τέλος, εν προκειμένω, τα επίδικα τέλη αφορούν δικαστική απόφαση διαπιστώνουσα την παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων.
34 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η παρέμβαση του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου σε διαφορά όπως αυτή της κύριας δίκης ήταν αναγκαία στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών που είχε συνάψει κατά την άσκηση της αποστολής της. Η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου στηρίζεται, συνεπώς, στη συμβατική σχέση των μερών, οπότε τα σχετικά με την απόφαση αυτή τέλη καταχωρίσεως περιλαμβάνονται στην τιμή της εν λόγω συμβάσεως. Κατά την Επιτροπή, αυτή η ερμηνεία λαμβάνει υπόψη τον σκοπό του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου.
35 Η τελευταία αυτή άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
36 Πράγματι, επιβάλλεται, πρώτον, η επισήμανση ότι η φύση και οι συνέπειες εθνικών τελών όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη τέλη καταχωρίσεως δεν πρέπει να αναζητηθούν και να στοιχειοθετηθούν μόνον από πλευράς εφαρμογής τους έναντι της Κοινότητας, αλλά λαμβανομένου υπόψη του συνολικού πεδίου εφαρμογής τους, ήτοι έναντι όλων των φυσικών και νομικών προσώπων που, πραγματικώς ή δυνητικώς, είναι ή μπορούν να γίνουν διάδικοι σε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου στις οποίες είναι διάδικος η Κοινότητα αποτελούν ελάχιστο μόνο μέρος του συνολικού αριθμού των διαδικασιών στο πλαίσιο των οποίων εξοφλούνται τα εν λόγω τέλη.
37 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα τέλη αυτά οφείλονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία μια έννομη σχέση μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων οδηγεί στην άσκηση προσφυγής επί της οποίας εκδίδεται απόφαση επιβάλλουσα υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού. Ως εκ τούτου, πρόκειται τόσο για τις συμβατικές σχέσεις, όσο και για τις πάσης φύσεως εξωσυμβατικές σχέσεις, στο πλαίσιο των οποίων το χρηματικό ποσό που επιβλήθηκε με τη δικαστική απόφαση δεν μπορεί να περιληφθεί στην τιμή αγοράς προϊόντος ή παροχής υπηρεσίας.
38 Σημειωτέον, δεύτερον, ότι για ορισμένα έμμεσα τέλη μπορεί να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνονται στην τιμή αγορών πραγματοποιηθεισών από τις Κοινότητες, κατά την έννοια του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, μόνον αν μπορούν να προβλεφθούν και αν το ποσό τους μπορεί να υπολογισθεί εκ των προτέρων με ορισμένο βαθμό ακρίβειας, ώστε να καταστεί δυνατό για τις εθνικές αρχές να προβούν στη διαγραφή ή στην επιστροφή τους κατόπιν αιτήματος των κοινοτικών οργάνων.
39 Η εκτέλεση συμβάσεων δεν συνεπάγεται συστηματικώς διαφορές μεταξύ των μερών, η δε πιθανότητα εμφανίσεως διαφορών δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εκτιμηθεί κατά το στάδιο της συνάψεως της συμβάσεως. Εξάλλου, το αντικείμενο και η έκταση τέτοιου είδους ενδεχόμενων διαφορών εξακολουθούν να είναι αβέβαια, η δε επίλυσή τους δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να πραγματοποιείται διά της δικαστικής οδού, δεδομένου ότι υφίσταται και άλλη δυνατότητα διευθετήσεως διαφορών, χωρίς προσφυγή σε δικαστήριο. Τέλος, η έκβαση ενδεχόμενης προσφυγής είναι επίσης αβέβαιη, όπως επίσης και το ποσό που υποχρεούται από την απόφαση να καταβάλει ένας από τους διαδίκους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η τιμή μιας συμβάσεως δεν μπορεί να περιλαμβάνει, ως έμμεσα τέλη δυνάμενα να επιστραφούν, ένα μελλοντικό, αβέβαιο και απροσδιόριστο στοιχείο όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη τέλη καταχωρίσεως.
40 Το επιχείρημα που προβάλλει η Επιτροπή παραπέμποντας στο σημείο 23 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην προαναφερθείσα υπόθεση AGF Belgium δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, το οικείο κράτος μέλος, έχοντας δυνατότητα εισπράξεως των εν λόγω τελών καταχωρίσεως, απολαύει αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος, καθόσον συγκεντρώνει υπέρ του Δημόσιου Ταμείου πόρους προερχόμενους από εισφορές προοριζόμενες για τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων. Μολονότι, όπως αναφέρεται στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, οι σε εθνικό επίπεδο δίκες στις οποίες είναι διάδικος η Κοινότητα καλύπτουν ελάχιστο μόνον ποσοστό επί του συνολικού αριθμού ενδίκων διαδικασιών στο πλαίσιο των οποίων επιβάλλεται υποχρέωση καταβολής τέτοιου είδους τελών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι στις διαδικασίες αυτές, των οποίων ο αριθμός, το αντικείμενο και η έκταση δεν μπορούν να είναι εκ των προτέρων γνωστά, θα εκδίδεται συστηματικώς καταψηφιστική απόφαση σε βάρος της Κοινότητας.
41 Κατά τα λοιπά, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης, η Επιτροπή ουδόλως υποχρεούται να οργανώνει τις συμβατικές σχέσεις της κατά τρόπον ώστε τα εθνικά δικαστήρια ενός και μόνον κράτους μέλους να είναι συστηματικώς αρμόδια να αποφαίνονται επί διαφορών στις οποίες η ίδια είναι διάδικος.
42 Όσον αφορά, τρίτον, το επιχείρημα που αντλείται από την ερμηνεία του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου υπό το πρίσμα του σκοπού του άρθρου αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι η φορολογική απαλλαγή που απαιτείται για την εκπλήρωση της αποστολής της Κοινότητας, της οποίας απολαύει η Κοινότητα βάσει του άρθρου 291 ΕΚ, χορηγείται «υπό τους όρους που καθορίζονται στο Πρωτόκολλο». Η ερμηνεία διατάξεως υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και του σκοπού που επιδιώκει δεν μπορεί να καθιστά άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας τη σαφή και συγκεκριμένη διατύπωση αυτής της διατάξεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, όσον αφορά τα προνόμια και τις ασυλίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C‑220/03, ΕΚΤ κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑10595, σκέψη 31).
43 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής των επίδικων στην κύρια δίκη τελών δημιουργεί οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ της Κοινότητας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η πληρωμή των τελών αυτών είναι ικανή να θίξει την ανεξαρτησία της Κοινότητας και να εμποδίσει την άρτια λειτουργία της.
44 Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν προκειμένου να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο έτεροι πλην των εν λόγω διαδίκων δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο αποφαίνεται:
1) Τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως τα οποία οφείλονται βάσει αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων επιβαλλουσών υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών ή εκκαθαρίσεως κινητών αξιών δεν αποτελούν απλή ανταπόδοση παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2) Το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου Πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τέλη όπως τα τέλη καταχωρίσεως, τα οποία οφείλονται βάσει αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων επιβαλλουσών υποχρέωση καταβολής χρηματικών ποσών ή εκκαθαρίσεως κινητών αξιών, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy