Υπόθεση C-221/05
Sam Mc Cauley Chemists (Blackpool) Ltd
και
Mark Sadja
κατά
Pharmaceutical Society of Ireland κ.λπ.
(αίτηση του Supreme Court για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 85/433/ΕΟΚ — Αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων — Φαρμακοποιοί — Αναγνώριση των διπλωμάτων των φαρμακοποιών οι οποίοι εργάζονται σε νέα φαρμακεία ανοικτά στο κοινό — Έκταση της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιουλίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Δραστηριότητες του φαρμακευτικού τομέα
(Οδηγία 85/433 του Συμβουλίου, άρθρο 2)
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/433, για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων φαρμακευτικής και για τη λήψη μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως για ορισμένες δραστηριότητες του φαρμακευτικού τομέα, επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να αναγνωρίζει τα διπλώματα που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής και χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 85/432, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα της φαρμακευτικής, προσδίδοντάς τους στην επικράτειά του την ίδια ισχύ με τα διπλώματα που χορηγεί το κράτος αυτό και απαριθμούνται στο άρθρο 4. Εντούτοις, το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 85/433 ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αναγνωρίζουν τα διπλώματα της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου προκειμένου περί της δημιουργίας νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό, λαμβανομένου υπόψη ότι θεωρούνται επίσης ως τέτοια και τα φαρμακεία τα οποία λειτουργούν λιγότερο από τρία χρόνια.
Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο 2, στο σύνολό του, επιβάλλει υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως μόνον ως προς τα φαρμακεία που λειτουργούν επί τρία τουλάχιστον έτη. Επομένως, εφόσον ένα κράτος μέλος συμμορφώνεται μόνον προς την υποχρέωση να διασφαλίσει αυτό το ελάχιστο επίπεδο αναγνωρίσεως των διπλωμάτων δεν ασκεί καμία εξουσία εκτιμήσεως που απορρέει από την οδηγία.
(βλ. σκέψεις 27-28, 33-34 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 13ης Ιουλίου 2006 (*)
«Οδηγία 85/433/ΕΟΚ – Αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων – Φαρμακοποιοί – Αναγνώριση των διπλωμάτων των φαρμακοποιών οι οποίοι εργάζονται σε νέα φαρμακεία ανοικτά στο κοινό – Έκταση της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών»
Στην υπόθεση C-221/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Supreme Court (Ιρλανδία) με απόφαση της 11ης Μαΐου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Μαΐου 2005, στο πλαίσιο της δίκης
Sam Mc Cauley Chemists (Blackpool) Ltd,
Mark Sadja
κατά
Pharmaceutical Society of Ireland,
Minister for Health and Children,
Ireland,
Attorney General,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή), S. von Bahr, A. Borg Barthet και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: K. Sztranc-Slawiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Μαρτίου 2006,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι Sam Mc Cauley Chemists (Blackpool) Ltd και M. Sadja, εκπροσωπούμενοι από τους G. Hogan και M. Hayden, SC, καθώς και από την C. Maguire, BL,
– οι Minister for Health and Children, Ireland και Attorney General, εκπροσωπούμενοι από τον D. O’Hagan, επικουρούμενο από τον P. Sreenan, SC, και την J. Heslin, BL, καθώς και από την E. Neary, solicitor,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους H. Støvlbæk και M. Shotter,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 85/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων φαρμακευτικής και για τη λήψη μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως για ορισμένες δραστηριότητες του φαρμακευτικού τομέα (ΕΕ 1985, L 253, σ. 37).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Sam Mc Cauley Chemists (Blackpool) Ltd (στο εξής: Sam Mc Cauley Chemists) και του M. Sadja και, αφετέρου, της Pharmaceutical Society of Ireland, του Minister for Health and Children (στο εξής: Υπουργός), της Iρλανδίας και του Attorney General, σχετικά με το κύρος κανονιστικής πράξεως που μεταφέρει στο ιρλανδικό δίκαιο το άρθρο 2 της οδηγίας 85/433.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/433 έχει ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι ορισμένα κράτη, στα πλαίσια της εθνικής πολιτικής τους για τη δημόσια υγεία, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση ικανοποιητικής διανομής των φαρμάκων στο σύνολο της επικράτειάς τους, περιορίζουν τον αριθμό των νέων φαρμακείων που επιτρέπεται να δημιουργηθούν, ενώ άλλα κράτη δεν έχουν θεσπίσει παρόμοια διάταξη· ότι, με τις συνθήκες αυτές είναι πρόωρο να θεσπισθεί ότι τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, βεβαιώσεων και άλλων τίτλων φαρμακευτικής, θα πρέπει να επεκτείνονται και στην άσκηση των δραστηριοτήτων φαρμακοποιού ως κατόχου φαρμακείου ανοικτού στο κοινό λιγότερο από τρία χρόνια· ότι το πρόβλημα αυτό πρέπει να επανεξεταστεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο εντός ορισμένου χρόνου.»
4 Το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας ορίζει ότι:
«1. Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα διπλώματα, πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που απαριθμούνται στο άρθρο 4 και χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 85/432/ΕΟΚ, προσδίδοντας σε αυτά στην επικράτειά του, σε ό,τι αφορά την είσοδο και την άσκηση των δραστηριοτήτων του άρθρου 1, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό και απαριθμούνται στο άρθρο 4.
2. Εντούτοις τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αναγνωρίζουν τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για τη δημιουργία νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό. Για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής θεωρούνται ως φαρμακεία ανοικτά στο κοινό και εκείνα τα οποία λειτουργούν λιγότερο από τρία χρόνια.
Πέντε χρόνια μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 19, παράγραφος 1, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έκθεση με θέμα την, από μέρους των κρατών μελών, εφαρμογή του πρώτου εδαφίου καθώς και τη δυνατότητα επεκτάσεως των αποτελεσμάτων της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων της παραγράφου 1. Υποβάλλει, ενδεχομένως, και τις κατάλληλες προτάσεις.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Το άρθρο 15, παράγραφος 2, σημείο 1, του Συντάγματος της Ιρλανδίας προβλέπει ότι:
«Η εξουσία για την έκδοση νόμων εν ονόματι της πολιτείας ανατίθεται αποκλειστικά στο Oireachtas [Ιρλανδικό Κοινοβούλιο]· καμία άλλη νομοθετική αρχή δεν έχει την εξουσία να νομοθετεί εν ονόματι της πολιτείας.»
6 Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 4, σημείο 10, του Συντάγματος αυτού:
«Καμία διάταξη του παρόντος Συντάγματος δεν θίγει το κύρος των νόμων και πράξεων που εκδόθηκαν ή των μέτρων που ελήφθησαν από την πολιτεία λόγω των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή των Κοινοτήτων [...]»
7 Ο νόμος του 1972 περί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (European Communities Act 1972) εκδόθηκε προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή την τελευταία αυτή συνταγματική διάταξη. Αφενός, το άρθρο 2 του νόμου αυτού ορίζει ότι «οι Συνθήκες που διέπουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και οι υπάρχουσες και μέλλουσες πράξεις των οργάνων των Κοινοτήτων δεσμεύουν την πολιτεία και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εσωτερικής της έννομης τάξεως υπό τους όρους που αυτές προβλέπουν». Αφετέρου, το άρθρο 3 του εν λόγω νόμου εξουσιοδοτεί τον Minister of State «να εκδίδει κανονιστικές αποφάσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα του άρθρου 2 του παρόντος νόμου». Οι κανονιστικές αυτές αποφάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν «διατάξεις οι οποίες καταργούν, τροποποιούν ή εφαρμόζουν, μετά ή άνευ τροποποιήσεως, άλλο νομοθέτημα [...]».
8 Κατά το άρθρο 2 του νόμου του 1962 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων (Pharmacy Act 1962):
«1. Ουδείς μπορεί να λειτουργεί κατάστημα για την εκτέλεση ιατρικών συνταγών, παρά μόνον αν:
(a) πρόκειται περί εξουσιοδοτημένου προσώπου και εφόσον το κατάστημα και η εκτέλεση των ιατρικών συνταγών τελούν υπό την προσωπική εποπτεία αυτού ή άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου.
[…]
3. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ως “εξουσιοδοτημένο πρόσωπο” νοείται ο αδειούχος φαρμακοποιός (“registered pharmaceutical chemist”) […]
3 A. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, οι έννοιες “εξουσιοδοτημένο πρόσωπο” και “αδειούχος φαρμακοποιός” δεν περιλαμβάνουν και τα πρόσωπα στα οποία χορηγήθηκε άδεια κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 22 A του νόμου του 1875 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων [Pharmacy Act (Ireland) 1875] και τα οποία διατηρούν κατάστημα για την εκτέλεση ιατρικών συνταγών ή τη διάθεση φαρμάκων, εφόσον το κατάστημα αυτό λειτουργεί επί διάστημα μικρότερο των τριών ετών.
[…]»
9 Το άρθρο 22 A του νόμου του 1875 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων προβλέπει τη χορήγηση αδείας φαρμακοποιού στους κατόχους διπλώματος, πιστοποιητικού ή οποιουδήποτε άλλου τίτλου φαρμακευτικής, ο οποίος χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 85/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν ορισμένες δραστηριότητες στον τομέα της φαρμακευτικής (ΕΕ 1985, L 253, σ. 34).
10 Τόσο το άρθρο 2, παράγραφος 3 A, του νόμου του 1962 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων όσο και το άρθρο 22 A του νόμου του 1875 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων, ως είχαν κατά τον χρόνο της διαφοράς της κύριας δίκης, ενσωματώθηκαν στην ιρλανδική έννομη τάξη με την κανονιστική απόφαση του 1991 περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων φαρμακευτικής [European Communities (Recognition of Qualifications in Pharmacy) Regulations 1991, στο εξής: η κανονιστική απόφαση του 1991], την οποία εξέδωσε ο Υπουργός προκειμένου να μεταφερθεί στο ιρλανδικό δίκαιο η οδηγία 85/433. Η κανονιστική αυτή απόφαση έχει ως νομική βάση το άρθρο 3 του νόμου του 1972 περί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
11 Η Sam Mc Cauley Chemists είναι ιδιοκτήτρια ενός φαρμακείου στο Cork (Ιρλανδία), το οποίο άρχισε να λειτουργεί τον Οκτώβριο του έτους 2000 και ήταν, κατά την κρίσιμη για τη διαφορά της κύριας δίκης χρονική περίοδο, φαρμακείο ανοικτό στο κοινό λιγότερο από τρία χρόνια.
12 Ο M. Sadja απέκτησε το δίπλωμά του φαρμακευτικής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ορίσθηκε ως «εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» για τη λειτουργία του εν λόγω φαρμακείου. Όταν η Pharmaceutical Society of Ireland, η οποία τηρεί το μητρώο φαρμακοποιών στην Ιρλανδία και αποτελεί τη ρυθμιστική αρχή του επαγγέλματος του φαρμακοποιού σε αυτό το κράτος μέλος, έλαβε γνώση, κατόπιν έρευνας, του γεγονότος αυτού, υποστήριξε ότι ο M. Sadja δεν αποτελούσε, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3 A, του νόμου του 1962 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων, εξουσιοδοτημένο πρόσωπο κατά την έννοια του νόμου αυτού και, επομένως, δεν είναι εξουσιοδοτημένος για να ασκεί την εποπτεία του οικείου φαρμακείου. Η Pharmaceutical Society of Ireland απαίτησε να παύσει η κατάσταση αυτή, διότι η άνευ αδείας άσκηση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού συνιστά πλημμέλημα στην Ιρλανδία.
13 Αμφισβητώντας την ερμηνεία αυτή, η Sam Mc Cauley Chemists και ο M. Sadja προσέφυγαν ενώπιον του High Court, το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους. Άσκησαν, τότε, έφεση ενώπιον του Supreme Court με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας, για λόγους που αντλούνται από το ιρλανδικό συνταγματικό δίκαιο, της κανονιστικής αποφάσεως του 1991, καθόσον εισήγαγε το άρθρο 2, παράγραφος 3 A, στον νόμο του 1962 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων.
14 Δεν αμφισβητείται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι το κράτος μπορεί να μεταφέρει οδηγία στο εθνικό δίκαιο με κανονιστική απόφαση που τροποποιεί διάταξη νόμου μόνον όταν αυτό απαιτείται λόγω της ιδιότητας του μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οποιαδήποτε τροποποίηση τέτοιων διατάξεων υπερβαίνει ό,τι επιβάλλει μια οδηγία μπορεί να θεσπισθεί μόνον από το Oireachtas.
15 Στο πλαίσιο αυτό, η Sam Mc Cauley Chemists και ο M. Sadja ισχυρίσθηκαν ότι, στο μέτρο που η κανονιστική απόφαση του 1991 φέρεται να εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της την περίπτωση φαρμακοποιού που ασκεί το επάγγελμά του σε φαρμακείο το οποίο είναι ανοικτό για διάστημα μικρότερο των τριών ετών, το Δημόσιο κάνει χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που παρέχει στα κράτη μέλη η οδηγία 85/433. Από την οδηγία αυτή προκύπτει σαφώς, κατά τους εκκαλούντες της κύριας δίκης, ότι αυτή η εξουσία συνδέεται με εκτιμήσεις βασιζόμενες αποκλειστικά στο εσωτερικό δίκαιο.
16 Συγκεκριμένα, το Δημόσιο έκανε, κατά τους εκκαλούντες της κύριας δίκης, χρήση του άρθρου 3 του νόμου του 1972 περί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιδίωξε να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη την εν λόγω οδηγία με κανονιστική πράξη που τροποποιεί νόμο ο οποίος εκδόθηκε από το Oireachtas. Δεν του επιτρεπόταν, όμως, να το πράξει, διότι η άσκηση αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως δεν επιβαλλόταν από καμία υποχρέωση που απέρρεε από το κοινοτικό δίκαιο, κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 4, σημείο 10, του Συντάγματος της Ιρλανδίας.
17 Κατά συνέπεια, το Δημόσιο σφετερίσθηκε την αποκλειστική εξουσία για την έκδοση νόμων εν ονόματι της Πολιτείας που έχει ανατεθεί στο Oireachtas με το άρθρο 15, παράγραφος 2, σημείο l, του Ιρλανδικού Συντάγματος. Μόνον το Oireachtas έχει την εξουσία να τροποποιεί νόμο που αυτό εξέδωσε.
18 Αντιθέτως, ο Υπουργός υποστήριξε ότι η έκδοση της κανονιστικής αποφάσεως του 1991 επιβαλλόταν από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους των Κοινοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 4, σημείο 10, του εν λόγω Συντάγματος. Η προσθήκη, με την κανονιστική απόφαση αυτή, του άρθρου 2, παράγραφος 3 A, δεν συνιστά, από μέρους του Δημοσίου, άσκηση ιδίας εξουσίας εκτιμήσεως. Απορρέει από την περιορισμένη έκταση της υποχρεώσεως που επιβάλλει στα κράτη μέλη η οδηγία 85/433.
19 Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, αν γίνει δεκτό ότι η πράξη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 85/433, καθόσον εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τη δραστηριότητα ορισμένων φαρμακοποιών, συνιστά άσκηση ιδίας εξουσίας εκτιμήσεως βάσει κριτηρίων αμιγώς εσωτερικού δικαίου, τότε, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 15 του Συντάγματος της Ιρλανδίας, υποχρεούται να αποφανθεί ότι δεν επιτρεπόταν να τροποποιηθεί με κανονιστική πράξη ο νόμος του 1962 περί φαρμακευτικής και φαρμακείων. Στην περίπτωση αυτή, η κανονιστική απόφαση του 1991 είναι, επομένως, ανίσχυρη.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supreme Court αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 2 της οδηγίας [85/433]:
α) επιβάλλει στα κράτη μέλη ως μόνη υποχρέωση να αναγνωρίζουν απλώς τους τίτλους που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, εκτός αν πρόκειται για την ίδρυση νέων φαρμακείων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, [της οδηγίας αυτής] ή,
β) επιβάλλει στα κράτη μέλη μια αυτοτελή υποχρέωση να αναγνωρίζουν τους τίτλους που αναφέρει το άρθρο 2, παράγραφος 1, αλλά τους παρέχει επίσης διακριτική ευχέρεια ως προς την αναγνώριση των τίτλων αυτών όσον αφορά την ίδρυση νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 2 της οδηγίας 85/433 περιορίζεται στην επιβολή επί των κρατών μελών της υποχρεώσεως να αναγνωρίζουν τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους (στο εξής: διπλώματα) όσον αφορά τις δραστηριότητες στα φαρμακεία τα οποία είναι ανοικτά στο κοινό επί τουλάχιστον τρία έτη ή αν τους παρέχει, επιπλέον, διακριτική ευχέρεια ως προς την αναγνώριση των διπλωμάτων όσον αφορά την ίδρυση νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
22 Κατά το άρθρο 43 ΕΚ, στο πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ περί δικαιώματος εγκαταστάσεως, απαγορεύονται οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.
23 Μεταξύ των διατάξεων αυτών καταλέγεται και το άρθρο 47 ΕΚ, το οποίο εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να εκδίδει οδηγίες για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα φαρμακευτικά επαγγέλματα.
24 Εξάλλου, οι αρχές κράτους μέλους, όταν εξετάζουν αίτηση κοινοτικού υπηκόου για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως νομικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τα επαγγελματικά προσόντα του ενδιαφερομένου, συγκρίνοντας, αφενός μεν, τα προσόντα που βεβαιώνονται με τα διπλώματά του, καθώς και με την πρόσφορη επαγγελματική του πείρα, αφετέρου δε, τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία προς άσκηση του οικείου επαγγέλματος, και τούτο ανεξαρτήτως της εκδόσεως ή μη οδηγίας που να θεσπίζει ειδικό καθεστώς για την αμοιβαία αναγνώριση των οικείων διπλωμάτων (βλ., στην κατεύθυνση αυτή, αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑238/98, Hocsman, Συλλογή 2000, σ. I-6623, σκέψεις 23 και 31, και της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-313/01, Morgenbesser, Συλλογή 2003, σ. I-13467, σκέψεις 57 και 58).
25 Όπως προκύπτει από το άρθρο 47, παράγραφος 1, ΕΚ, οι οδηγίες αυτές αποσκοπούν στη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, θεσπίζοντας κοινούς κανόνες και κοινά κριτήρια που καταλήγουν, στο μέτρο του δυνατού, στην αυτόματη αναγνώριση των εν λόγω διπλωμάτων (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2002, C-31/00, Dreessen, Συλλογή 2002, σ. I-663, σκέψη 26).
26 Ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω οδηγιών, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 47 ΕΚ απονέμει στον κοινοτικό νομοθέτη την εξουσία να προβεί, ενδεχομένως, σε πλήρη εναρμόνιση των οικείων διπλωμάτων, η επιλογή όμως του τρόπου με τον οποίο θα επιτευχθεί ένας τέτοιος στόχος εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινοτικού νομοθέτη. Ως εκ τούτου, είναι θεμιτό αυτός να προσφύγει σε σταδιακή εναρμόνιση, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η λήψη μέτρων εναρμονίσεως είναι κατά κανόνα δυσχερής, διότι απαιτεί την εκ μέρους των αρμοδίων κοινοτικών οργάνων εκπόνηση, βάσει διαφορετικών και περίπλοκων εθνικών διατάξεων, κοινών κανόνων που να είναι σύμφωνοι προς τους σκοπούς που καθορίζει η Συνθήκη και να συγκεντρώνουν την ειδική πλειοψηφία ή ακόμη και την ομοφωνία των μελών του Συμβουλίου (βλ., στην κατεύθυνση αυτή, αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1997, C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. I-2405, σκέψη 43, και της 17ης Ιουνίου 1999, C-166/98, Socridis, Συλλογή 1999, σ. I-3791, σκέψη 26).
27 Εν προκειμένω, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/433 επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να αναγνωρίζει τα διπλώματα που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας αυτής και χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 85/432, προσδίδοντάς τους στην επικράτειά του την ίδια ισχύ με τα διπλώματα που χορηγεί το κράτος αυτό και απαριθμούνται στο άρθρο 4.
28 Εντούτοις, το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 85/433 ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αναγνωρίζουν τα διπλώματα της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου προκειμένου περί της δημιουργίας νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό, λαμβανομένου υπόψη ότι θεωρούνται επίσης ως τέτοια και τα φαρμακεία τα οποία λειτουργούν λιγότερο από τρία χρόνια.
29 Η διάταξη αυτή περιορίζει συναφώς την έκταση της υποχρεώσεως που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/433, και τούτο για τον λόγο που διαλαμβάνεται στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της, κατά την οποία ορισμένα κράτη, στο πλαίσιο της εθνικής πολιτικής τους για τη δημόσια υγεία, περιορίζουν τον αριθμό των νέων φαρμακείων που επιτρέπεται να δημιουργηθούν, ενώ άλλα κράτη δεν έχουν θεσπίσει παρόμοια διάταξη και, υπό τις συνθήκες αυτές, είναι πρόωρο να θεσπισθεί ότι τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως των διπλωμάτων φαρμακευτικής θα πρέπει να καταλαμβάνουν και την άσκηση των δραστηριοτήτων φαρμακοποιού ως κατόχου νέου φαρμακείου.
30 Επιπλέον, κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, το πρόβλημα αυτό πρέπει να επανεξετασθεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο εντός ορισμένης προθεσμίας. Προς τούτο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 85/433 προβλέπει ότι η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει στο Συμβούλιο έκθεση ως προς τη δυνατότητα επεκτάσεως των αποτελεσμάτων της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού στα διπλώματα για την ίδρυση νέων φαρμακείων και, ενδεχομένως, και τις κατάλληλες προτάσεις.
31 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, όσον αφορά την αναγνώριση των διπλωμάτων φαρμακευτικής, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, εκδίδοντας την οδηγία 85/433, να προβεί σε μερική μόνον εναρμόνιση, η οποία θα εγγυάται ένα ελάχιστο όριο ως προς την αναγνώριση των διπλωμάτων αυτών, δηλαδή την αναγνώριση σε ό,τι αφορά την άσκηση των δραστηριοτήτων σε φαρμακεία τα οποία λειτουργούν επί τρία τουλάχιστον έτη, προβλέποντας όμως και δυνατότητα των κρατών μελών να υπερβούν τις ελάχιστες απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας.
32 Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίσουν το ελάχιστο αυτό επίπεδο ως προς την αναγνώριση των διπλωμάτων, και ιδίως να προβλέψουν την αναγνώριση αυτή με τις διατάξεις του εσωτερικού τους δικαίου, χωρίς να διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το αποτέλεσμα αυτό. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο κοινοτικός νομοθέτης καθόρισε σαφώς και ανυπερθέτως, κάνοντας χρήση των εξουσιών που του αναθέτει η Συνθήκη, τα διπλώματα φαρμακευτικής τα οποία υπάγονται στο καθεστώς αμοιβαίας αναγνωρίσεως της οδηγίας 85/433.
33 Από το σύνολο του άρθρου 2 της οδηγίας 85/433 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως μόνον ως προς τα φαρμακεία που λειτουργούν επί τρία τουλάχιστον έτη. Επομένως, εφόσον ένα κράτος μέλος συμμορφώνεται μόνον προς την υποχρέωση να διασφαλίσει το προαναφερθέν ελάχιστο επίπεδο αναγνωρίσεως των διπλωμάτων δεν ασκεί καμία εξουσία εκτιμήσεως που απορρέει από το άρθρο 2 της οδηγίας 85/433.
34 Ως εκ τούτου, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 85/433 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος το οποίο συμμορφώνεται μόνον προς την υποχρέωση να διασφαλίσει το ελάχιστο επίπεδο αναγνωρίσεως των διπλωμάτων που προβλέπει η οδηγία αυτή δεν ασκεί καμία παρεχόμενη από αυτήν εξουσία εκτιμήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 2 της οδηγίας 85/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων φαρμακευτικής και για τη λήψη μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως για ορισμένες δραστηριότητες του φαρμακευτικού τομέα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα κράτος μέλος το οποίο συμμορφώνεται μόνον προς την υποχρέωση να διασφαλίσει το ελάχιστο επίπεδο αναγνωρίσεως των διπλωμάτων που προβλέπει η οδηγία αυτή δεν ασκεί καμία παρεχόμενη από αυτήν εξουσία εκτιμήσεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy