Υπόθεση C-236/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2847/93 — Σύστημα ελέγχου στον τομέα της αλιείας — Καθυστερημένη ανακοίνωση των απαιτουμένων στοιχείων»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 9ης Νοεμβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Αντικείμενο της διαφοράς — Καθορισμός κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Παράβαση — Αιτιολογία αντλούμενη από τεχνικές δυσκολίες — Απαράδεκτο
(Άρθρο 226 ΕΚ)
1. Το αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 226 ΕΚ, καθορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, οπότε η προσφυγή πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους με την αιτιολογημένη γνώμη λόγους και ισχυρισμούς. Η απαίτηση αυτή δεν δύναται πάντως να βαίνει μέχρι το σημείο επιβολής, εν πάση περιπτώσει, τελείας συμπτώσεως μεταξύ της διατυπώσεως των αιτιάσεων στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και των αιτημάτων του δικογράφου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς, όπως καθορίζεται με την αιτιολογημένη γνώμη, δεν διευρύνθηκε ούτε τροποποιήθηκε. Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι το αντικείμενο της διαφοράς μπορεί να καλύψει περιστατικά μεταγενέστερα της αιτιολογημένης γνώμης εφόσον είναι της ίδιας φύσεως και συνιστούν την ίδια συμπεριφορά με τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται η εν λόγω γνώμη.
(βλ. σκέψεις 10-12)
2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται εσωτερικές καταστάσεις, όπως είναι οι δυσχέρειες εφαρμογής που ανακύπτουν στο στάδιο της εκτελέσεως ορισμένης κοινοτικής πράξεως, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται τεχνικές δυσκολίες για να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
(βλ. σκέψεις 28-29)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 9ης Νοεμβρίου 2006 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2847/93 – Σύστημα ελέγχου στον τομέα της αλιείας – Καθυστερημένη ανακοίνωση των απαιτουμένων στοιχείων»
Στην υπόθεση C-236/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 30 Μαΐου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την K. Banks, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπουμένου από την S. Nwaokolo, επικουρούμενη από την D. J. Rhee, barrister,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή), A. Borg Barthet, J. Malenovský και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφό της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, ανακοινώνοντας με σημαντική καθυστέρηση τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (EE L 261, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με τον κανονισμό (ΕΚ) 1954/2003 του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003 (EE L 289, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 2847/93), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό αυτόν.
2 Κατά το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93:
«Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί ηλεκτρονικά στην Επιτροπή, σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) 109/94 της Επιτροπής [της 19ης Ιανουαρίου 1994, περί του πίνακα των αλιευτικών σκαφών της Κοινότητας (EE L 19, σ. 5)] τα συνολικά στοιχεία των καταβληθεισών αλιευτικών προσπαθειών:
– που ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια του προηγουμένου μηνός σε κάθε αλιευτική ζώνη για τα βενθικά είδη, πριν από τις 15 κάθε μηνός,
[…]
– που ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια του προηγουμένου τριμήνου σε κάθε αλιευτική ζώνη που αναφέρεται στο άρθρο 19α για τα πελαγικά είδη, πριν από το τέλος του πρώτου μηνός κάθε τριμήνου του ημερολογιακού έτους.»
Η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
3 Στις 21 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφο οχλήσεως με το οποίο ισχυρίστηκε ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93 δεν της είχαν διαβιβαστεί για τα έτη 1999, 2000 και 2001.
4 Με έγγραφο της 11ης Ιανουαρίου 2002, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξήγησε ότι, αν και συνάντησε τεχνικές δυσκολίες για να συγκεντρώσει και να ανακοινώσει τα εν λόγω στοιχεία, όλες οι πληροφορίες που αφορούν τη χρονική περίοδο από το 1999 έως τον Νοέμβριο του 2001 συμπεριλαμβανόμενο είχαν εν τω μεταξύ ανακοινωθεί στην Επιτροπή.
5 Στις 15 Ιουλίου 2004, αφού παρατήρησε ότι οι ελλείψεις ή καθυστερήσεις διαβιβάσεως εξακολούθησαν κατά τη διάρκεια των ετών 2002 και 2003, η Επιτροπή απέστειλε στις Βρετανικές αρχές αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία διαπίστωσε ότι «το Ηνωμένο Βασίλειο, μη έχοντας κοινοποιήσει ή κοινοποιώντας με καθυστέρηση συχνά σημαντική τα στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93, [είχε] παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή». Επομένως, κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
6 Με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δέχθηκε την ύπαρξη καθυστερήσεων. Παρατήρησε, πάντως, ότι ορισμένα στοιχεία είχαν διαβιβασθεί με μικρότερη καθυστέρηση από αυτήν που ανέφερε η αιτιολογημένη γνώμη. Παρατήρησε, στη συνέχεια, ότι είχαν θεσπιστεί διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο τηρεί τον κανονισμό 2847/93 και εξακολουθεί να συμμορφώνεται προς αυτόν στο μέλλον.
7 Εκτιμώντας ότι η καθυστέρηση κατά την ανακοίνωση των στοιχείων εξακολούθησε κατά τα έτη 2004 και 2005, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
8 Προκαταρκτικώς, το Ηνωμένο Βασίλειο εγείρει, με το υπόμνημά του αντικρούσεως, δύο ενστάσεις περί απαραδέκτου που αντλούνται αντιστοίχως από την τροποποίηση του αντικειμένου της προσφυγής και την έλλειψη αντικειμένου της προσφυγής αυτής.
Επί της τροποποιήσεως του αντικειμένου της προσφυγής
9 Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζονται ότι το έγγραφο οχλήσεως της 21ης Νοεμβρίου 2001 περιείχε διαπιστώσεις που αφορούσαν μόνον τα έτη 1999, 2000 και 2001. Αντιθέτως, η αιτιολογημένη γνώμη αναφερόταν επίσης στα έτη 2002 και 2003, το δε δικόγραφο στα έτη 2004 και 2005. Η προσφυγή ήταν επομένως απαράδεκτη στο μέτρο που περιλάμβανε στο αντικείμενό της ισχυρισμούς παραβάσεων μεταγενεστέρων της ημερομηνίας του εγγράφου οχλήσεως.
10 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς, αφενός, ότι κατά πάγια νομολογία το αντικείμενο προσφυγής παραβάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 226 ΕΚ, καθορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής (βλ. αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1992, C-29/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1992, σ. I-1971, σκέψη 12, και της 2ας Δεκεμβρίου 1992, C-280/89, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1992, σ. I-6185, σκέψη 7), ώστε η προσφυγή πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους με την αιτιολογημένη γνώμη λόγους και ισχυρισμούς (βλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2005, C-456/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2005, σ. I-5335, σκέψη 35 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C-33/04, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I‑10629, σκέψη 36).
11 Αφετέρου, το Δικαστήριο ανέφερε επίσης ότι η απαίτηση αυτή δεν δύναται να βαίνει μέχρι το σημείο επιβολής, εν πάση περιπτώσει, τελείας συμπτώσεως μεταξύ της διατυπώσεως των αιτιάσεων στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και των αιτημάτων του δικογράφου, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς, όπως καθορίζεται με την αιτιολογημένη γνώμη, δεν διευρύνθηκε ούτε τροποποιήθηκε (βλ. αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 2005, C-433/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑6985, σκέψη 28, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-484/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 25).
12 Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι το αντικείμενο της διαφοράς μπορεί να καλύψει περιστατικά μεταγενέστερα της αιτιολογημένης γνώμης εφόσον είναι της ίδιας φύσεως και συνιστούν την ίδια συμπεριφορά με τα περιστατικά στα οποία αναφέρεται η εν λόγω γνώμη (βλ. αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1983, 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1983, σ. 1013, σκέψη 20· της 4ης Φεβρουαρίου 1988, C-113/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1988, σ. 607, σκέψη 11, και της 18ης Μαΐου 2006, C‑221/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 28).
13 Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εν προκειμένω το αντικείμενο της προσφυγής δεν μεταβλήθηκε κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης.
14 Πράγματι, τόσο με το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης όσο και με τα αιτήματα του δικογράφου, η Επιτροπή προσάπτει στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι παρέβη κατά τρόπο συνεχή τις υποχρεώσεις του αποστέλλοντας καθυστερημένα τα στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 19θ, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93.
15 Επί πλέον, η Επιτροπή τόνισε με το δικόγραφό της ότι η παράβαση εξακολουθούσε κατά τον χρόνο της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, δεδομένου ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ανακοίνωσε ακόμη ούτε το σύνολο σχεδόν των στοιχείων που αφορούν το έτος 2004 ούτε όλα αυτά που αφορούν το 2005.
16 Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής δεν αφορά ειδικές πράξεις σχετικές με συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, αλλά συνεχή και συστηματική παράβαση εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου της υποχρεώσεώς του να διαβιβάζει τα οικεία στοιχεία εντός των προβλεπομένων από τον κανονισμό 2847/93 προθεσμιών.
17 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι αντικείμενο της διαφοράς εν προκειμένω είναι η μη τήρηση των εν λόγω προθεσμιών από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως στοιχειοθετείται με τις συνεχείς καθυστερήσεις, χωρίς να συντρέχει λόγος να αποκλεισθούν τα μεταγενέστερα της αιτιολογημένης γνώμης περιστατικά (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 13).
18 Συνεπώς, η πρώτη ένσταση περί απαραδέκτου του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της μη υπάρξεως αντικειμένου της προσφυγής
19 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι συμμορφώθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη ανακοινώνοντας όλα τα απαιτούμενα στοιχεία πριν από την ημερομηνία που καθόρισε η εν λόγω γνώμη και ότι, επομένως, η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
20 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που έχει βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή έχει ως αποστολή να μεριμνά αυτεπαγγέλτως και προς το γενικό συμφέρον για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη και να αναγνωρίζει την ύπαρξη ενδεχομένων παραβάσεων των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτό προκειμένου να τίθεται τέρμα στις παραβάσεις αυτές (βλ. αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1025, σκέψη 23, και της 2ας Ιουνίου 2005, C-394/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2005, σ. I‑4713, σκέψεις 14 και 15 καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21 Όμως, εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προσαπτόμενη στο Ηνωμένο Βασίλειο παράβαση, όπως παρατηρήθηκε στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, συνίσταται στο γεγονός ότι η αποστολή των απαιτούμενων από το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93 στοιχείων γινόταν συνεχώς και συστηματικώς με καθυστέρηση.
22 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόλαβε την καθοριζομένη με τον τρόπο αυτό παράβαση ανακοινώνοντας, πριν από την καθορισθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη ημερομηνία, τα απαιτούμενα από τον κανονισμό 2847/93 στοιχεία, τα οποία αναφέρονται εκεί, εφόσον οι εν λόγω διαβιβάσεις στοιχείων πραγματοποιήθηκαν μετά τη λήξη των τασσομένων από τον κανονισμό 2847/93 προθεσμιών.
23 Η Επιτροπή, επομένως, έχει συμφέρον να αναγνωρισθεί η αποτελούσα το αντικείμενο παράβαση, προκειμένου, μεταξύ άλλων, το Ηνωμένο Βασίλειο να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση έγκαιρης διαβιβάσεως των στοιχείων και να αποφύγει με τον τρόπο αυτό την επανάληψη αυτών των παραβάσεων.
24 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί και η δεύτερη ένσταση περί απαραδέκτου και, συνεπώς, να κριθεί η προσφυγή της Επιτροπής παραδεκτή.
Επί του βασίμου της προσφυγής
25 Η Επιτροπή αιτιάται το Ηνωμένο Βασίλειο ότι παρέσχε τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93 με σημαντική καθυστέρηση, δεδομένου ότι η ανακοίνωση των στοιχείων έγινε ως εξής:
– για τα έτη 1999, 2000 και 2001: τα σχετικά με τα έτη αυτά στοιχεία παρασχέθηκαν μόλις στις 14 Ιανουαρίου 2002, εξαιρέσει αυτών που αφορούν τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 1999, διαβιβασθέντων στις 9 Ιουνίου 1999, και αυτών που αφορούν τους δέκα πρώτους μήνες του 2001, διαβιβασθέντων στις 29 Νοεμβρίου 2001·
– για το έτος 2002: τα σχετικά με τα βενθικά είδη στοιχεία επίσης απεστάλησαν καθυστερημένα, εκτός πέντε περιπτώσεων·
– για το έτος 2003: τα στοιχεία απεστάλησαν μόλις στις 29 Μαρτίου 2004·
– για το έτος 2004: μόνον ορισμένα στοιχεία απεστάλησαν στην Επιτροπή, τα οποία εξάλλου μαρτυρούσαν για μέση καθυστέρηση αντιστοίχως 23 ημερών για τα πελαγικά είδη και 48 ημερών για τα βενθικά είδη·
– για το έτος 2005: κανένα στοιχείο δεν είχε ακόμη αποσταλεί στην Επιτροπή κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής.
26 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αμφισβητεί την καθυστερημένη διαβίβαση των στοιχείων, όπως περιγράφηκε.
27 Ισχυρίζεται πάντως ότι οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονται σε τεχνικές δυσκολίες. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανακοίνωση των πληροφοριών σχετικά με τα έτη 2004 και 2005, οι δυσκολίες αυτές προκλήθηκαν από την αλλαγή του συστήματος δηλώσεως των στοιχείων μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1954/2003.
28 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αρκεί συναφώς να παρατηρηθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται εσωτερικές καταστάσεις, όπως είναι οι δυσχέρειες που ανακύπτουν στο στάδιο της εκτελέσεως ορισμένης κοινοτικής πράξεως, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C‑387/97, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2000, σ. I-5047, σκέψη 70, καθώς και της 25ης Απριλίου 2002, C-418/00 και C-419/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2002, σ. I‑3969, σκέψη 59).
29 Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να επικαλείται τεχνικές δυσκολίες για να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
30 Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, έχοντας ανακοινώσει με καθυστέρηση τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 2847/93, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό αυτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε το αίτημα καταδίκης του Ηνωμένου Βασιλείου στα δικαστικά έξοδα και το κράτος αυτό ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, ανακοινώνοντας με καθυστέρηση τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 19θ, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) του κανονισμού 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής, όπως τροποποιήθηκε τελευταίως με τον κανονισμό (ΕΚ) 1954/2003 του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό αυτόν.
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
*Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy