Υπόθεση C-243/05 P
Agraz SA κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των με βάση τα οπωροκηπευτικά μεταποιημένων προϊόντων — Ενίσχυση στην παραγωγή των με βάση την τομάτα μεταποιημένων προϊόντων — Μέθοδος υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως — Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας — Βεβαία ζημία»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 7ης Σεπτεμβρίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 9ης Νοεμβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Εξωσυμβατική ευθύνη — Προϋποθέσεις — Πραγματική και βεβαία ζημία προκαλούμενη από παράνομη πράξη
(Άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ)
Σε θέματα στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας κατά το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, η αφορώσα την αιτούμενη επανόρθωσή της προϋπόθεση απαιτεί η ζημία να είναι πραγματική και βεβαία.
Συναφώς, το γεγονός ότι το κοινοτικό θεσμικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον συγκεκριμένο τομέα δεν δύναται να οδηγήσει αυτομάτως στην άρνηση αναγνωρίσεως του βεβαίου χαρακτήρα της προβαλλόμενης ζημίας, ως απόρροιας παράνομης συμπεριφοράς της εν λόγω αρχής. Επομένως, υπό το φως των ειδικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τη θέσπιση της γενεσιουργού της ζημίας πράξεως και μόνο επιβάλλεται να ελεγχθεί αν το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το κοινοτικό θεσμικό όργανο είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αποκλείει την αναγνώριση βεβαίου χαρακτήρα στην προβαλλόμενη ζημία.
Εξ αυτού έπεται ότι, οσάκις η ύπαρξη του σχετικού περιθωρίου εκτιμήσεως επιτρέπει στον κοινοτικό δικαστή να διαπιστώσει τυχόν αβεβαιότητα ως προς την ακριβή έκταση της ζημίας της οποίας γίνεται επίκληση, δεν παρέχει τη δυνατότητα συναγωγής του συμπεράσματος ότι δεν συντρέχει το στοιχείο της βεβαιότητας ως προς το υποστατό της ίδιας της ζημίας.
(βλ. σκέψεις 27, 30, 33-34, 36)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 9ης Νοεμβρίου 2006 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των με βάση τα οπωροκηπευτικά μεταποιημένων προϊόντων – Ενίσχυση στην παραγωγή των με βάση την τομάτα μεταποιημένων προϊόντων – Μέθοδος υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας – Βεβαία ζημία»
Στην υπόθεση C-243/05 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ασκηθείσα στις 6 Ιουνίου 2005,
Agraz SA, με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία),
Agrícola Conservera de Malpica, SA, με έδρα το Τολέδο (Ισπανία),
Agridoro Soc. coop. arl, με έδρα το Pontenure (Ιταλία),
Alfonso Sellitto SpA, με έδρα το Mercato San Severino (Ιταλία),
Alimentos Españoles, Alsat, SL, με έδρα το Don Benito (Ισπανία),
AR Industrie Alimentari SpA, με έδρα το Angri (Ιταλία),
Argo ΑΕ, Food – Packaging & Innovation Co., με έδρα τις Σέρρες (Ελλάδα),
Asteris ΑΒΕΕ, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα),
Attianese Srl, με έδρα το Nocera Superiore (Ιταλία),
Audecoop Distillerie Arzens – Techniques séparatives (AUDIA), με έδρα το Bram (Γαλλία),
Benincasa Srl, με έδρα το Angri,
Boschi Luigi & Figli SpA, με έδρα το Fontanellato (Ιταλία),
CAS SpA, με έδρα το Castagnaro (Ιταλία),
Calispa SpA, με έδρα το Castel San Giorgio (Ιταλία),
Campil – Agro Industrial do Campo do Tejo, Lda, με έδρα το Cartaxo (Πορτογαλία),
Campoverde Srl, με έδρα το Nocelleto di Carinola (Ιταλία),
Carlo Manzella & C. Sas, με έδρα το Castel San Giovanni (Ιταλία),
Carnes y Conservas Españolas, SA, με έδρα τη Mérida (Ισπανία),
CO.TRA.PO Soc. coop. arl., εταιρία υπό πτώχευση, με έδρα την Adria (Ιταλία),
Columbus Srl, με έδρα την Πάρμα (Ιταλία),
Compal – Companhia Produtora de Conservas Alimentares, SA, με έδρα το Almeirim (Πορτογαλία),
Conditalia Srl, με έδρα το Nocera Superiore,
Conservas El Cidacos, SA, με έδρα το Autol (Ισπανία),
Conservas Elagón, SA, με έδρα την Coria (Ισπανία),
Conservas Martinete, SA, με έδρα την Puebla de la Calzada (Ισπανία),
Conservas Vegetales de Extremadura, SA, με έδρα το Villafranco del Guadiana (Ισπανία),
Conserve Italia Soc. coop. arl, με έδρα το San Lazzaro di Savena (Ιταλία),
Conserves France SA, με έδρα τη Nîmes (Γαλλία),
Conserves Guintrand SA, με έδρα το Carpentras (Γαλλία),
Conservificio Cooperativo Valbiferno Soc. coop. arl, με έδρα το Guglionesi (Ιταλία),
Consorzio Casalasco del Pomodoro Soc. coop. arl, με έδρα το Rivarolo del Re ed Uniti (Ιταλία),
Consorzio Padano Ortofrutticolo (Copador) Soc. coop. arl, με έδρα το Collecchio (Ιταλία),
Copais Food and Beverage Company (Kopais ABEE), με έδρα τη Νέα Ιωνία (Ελλάδα),
Tin Industry D. Nomikos SA, με έδρα το Μαρούσι (Ελλάδα),
Davia Srl, με έδρα το Gragnano (Ιταλία),
De Clemente Conserve Srl, με έδρα το Fisciano (Ιταλία),
De. Con Srl, με έδρα το Scafati (Ιταλία),
Desco SpA, με έδρα την Terracina (Ιταλία),
Di Leo Nobile SpA – Industria Conserve Alimentari, με έδρα το Castel San Giorgio,
Ditta Emilio Marotta, με έδρα το Sant’Antonio Abate (Ιταλία),
E. & O. von Felten SpA, με έδρα το Fontanini (Ιταλία),
Elais ΑΕ, με έδρα την Αθήνα,
Emiliana Conserve Srl, με έδρα το Busseto (Ιταλία),
Enrico Perano & Figli Spa, με έδρα το San Valentino Torio (Ιταλία),
FIT – Fomento da Indústria do Tomate, SA, με έδρα το Águas de Moura (Πορτογαλία),
Faiella & C. Srl, με έδρα το Scafati,
Feger di Gerardo Ferraioli SpA, με έδρα το Angri,
Fratelli D’Acunzi Srl, με έδρα το Nocera Superiore,
Fruttagel Soc. coop. arl, με έδρα το Alfonsine (Ιταλία),
Giaguaro SpA, με έδρα το Sarno (Ιταλία),
Giulio Franzese Srl, με έδρα την Carbonara di Nola (Ιταλία),
Greci Geremia & Figli SpA, με έδρα την Πάρμα,
Greci – Industria Alimentare SpA, με έδρα την Πάρμα,
Greek Canning Co. SA «Kyknos», με έδρα το Ναύπλιο (Ελλάδα),
«Grilli Paolo & Figli Sas» di Grilli Enzo e Togni Selvino, με έδρα την Gambettola (Ιταλία),
Heinz Iberica, SA, με έδρα το Alfaro (Ισπανία),
IAN – Industrias Alimentarias de Navarra, SA, με έδρα τη Vilafranca (Ισπανία),
Industrias de Alimentação Idal, Lda, με έδρα το Benavente (Πορτογαλία),
Industrie Rolli Alimentari SpA, με έδρα το Roseto degli Abruzzi (Ιταλία),
Italagro – Indústria de Transformação de Produtos Alimentares, SA, με έδρα την Castanheira do Ribatejo (Πορτογαλία),
La Cesenate Conserve Alimentari SpA, με έδρα την Cesena (Ιταλία),
La Doria SpA, με έδρα το Angri,
La Dorotea di Giuseppe Alfano & C. Srl, με έδρα το Sant’Antonio Abate,
La Rosina Srl, με έδρα το Angri,
Le Quattro Stelle Srl, με έδρα το Angri,
Louis Martin Production SAS, με έδρα το Monteux (Γαλλία),
Menu Srl, με έδρα τη Medolla (Ιταλία),
Mutti SpA, με έδρα το Montechiarugolo (Ιταλία),
National Conserve Srl, με έδρα το Sant’Egidio del Monte Albino (Ιταλία),
Nestlé España, SA, με έδρα το Miajadas (Ισπανία),
Nuova Agricast Srl, με έδρα τη Verignola (Ιταλία),
Pancrazio SpA, με έδρα την Cava De’Tirreni (Ιταλία),
Pecos SpA, με έδρα το Castel San Giorgio,
Pomagro Srl, με έδρα το Fisciano (Ιταλία),
Raffaele Viscardi Srl, με έδρα το Scafati,
Rodolfi Mansueto SpA, με έδρα το Ozzano Taro,
Salvati Mario & C. SpA, με έδρα το Mercato San Severino,
Sefa Srl, με έδρα το Nocera Superiore,
Serraiki Konservopoiia Oporokipeftikon Serko AE, με έδρα τις Σέρρες,
ARP – Agricoltori Riuniti Piacentini Soc. coop. arl, με έδρα την Gariga di Podenzano (Ιταλία),
Sociedade de Industrialização de Produtos Agrícolas – Sopragol, SA, με έδρα τη Mora (Πορτογαλία),
Spineta SpA, με έδρα το Pontecagnano Faiano (Ιταλία),
Star Stabilimento Alimentare SpA, με έδρα το Agrate Brianza (Ιταλία),
Sugal Alimentos, SA, με έδρα την Azambuja (Πορτογαλία),
Sutol – Indústrias Alimentares, Lda, με έδρα το Alcácer do Sal (Πορτογαλία),
Tomsil – Sociedade Industrial de Concentrado de Tomate, SA, με έδρα το Ferreira do Alentejo (Πορτογαλία),
Zanae AE – Nicoglou levures de boulangerie, Industrie commerce alimentaire, με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα),
εκπροσωπούμενες από τους J. L. da Cruz Vilaça, advogado, και D. Choussy, avocat,
αναιρεσείουσες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Clotuche-Duvieusart, M. Nolin και L. Visaggio,
εναγομένη πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts (εισηγητή) και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 11ης Μαΐου 2006,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει μερικώς την απόφαση που εξέδωσε στις 17 Μαρτίου 2005 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, T‑285/03, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑1063, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω της θεσπισθείσας μεθόδου για τον υπολογισμό του ποσού της ενισχύσεως στην παραγωγή, όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) 1519/2000 της Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 2000, σχετικά με τον καθορισμό της ελάχιστης τιμής και του ποσού της ενισχύσεως για τα με βάση την τομάτα μεταποιημένα προϊόντα για την περίοδο εμπορίας 2000/2001 (ΕΕ L 174, σ. 29), με το αιτιολογικό ότι η φερόμενη ζημία δεν ήταν βεβαία και ότι ως εκ τούτου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός 2201/96
2 Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των με βάση τα οπωροκηπευτικά μεταποιημένων προϊόντων (ΕΕ L 297, σ. 29, στο εξής: βασικός κανονισμός), προβλέπει:
«1. Εφαρμόζεται καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή των προϊόντων που εμφαίνονται στο παράρτημα I και λαμβάνονται από οπωροκηπευτικά συγκομισθέντα στην Κοινότητα.
2. Η ενίσχυση στην παραγωγή χορηγείται στον μεταποιητή που κατέβαλε στον παραγωγό, για την πρώτη ύλη, τιμή τουλάχιστον ίση με την ελάχιστη τιμή δυνάμει των συμβάσεων που συνάπτονται, αφενός, από τις οργανώσεις των παραγωγών που έχουν αναγνωρισθεί ή έχουν προαναγνωρισθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 και, αφετέρου, από τους μεταποιητές.
[…]»
3 Το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού διευκρινίζει:
«1. Η ενίσχυση στην παραγωγή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη της διαφοράς μεταξύ της ελάχιστης τιμής που καταβάλλεται στον κοινοτικό παραγωγό και της τιμής της πρώτης ύλης των κυριότερων τρίτων χωρών παραγωγής και εξαγωγής.
2. Το ύψος της ενισχύσεως καθορίζεται κατά τρόπο που επιτρέπει τη διάθεση του κοινοτικού προϊόντος, εντός του ορίου που θέτει η παράγραφος 1. Για να καθορισθεί το ύψος της ενισχύσεως, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 5, λαμβάνεται υπόψη κυρίως:
α) η διαφορά μεταξύ του κόστους της πρώτης ύλης που σημειώνεται εντός της Κοινότητας και του κόστους της πρώτης ύλης των κυριότερων ανταγωνιστικών τρίτων χωρών·
β) το ύψος ενισχύσεως που είχε καθορισθεί ή υπολογισθεί πριν την [προβλεπόμενη στην παράγραφο 10] μείωση, εφόσον ισχύει, για την προηγούμενη περίοδο εμπορίας
και
γ) για τα προϊόντα για τα οποία η κοινοτική παραγωγή αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της αγοράς, η εξέλιξη του όγκου των εξωτερικών συναλλαγών και των τιμών τους, όταν το τελευταίο αυτό κριτήριο οδηγεί σε μείωση του ύψους της ενισχύσεως.
3. Η ενίσχυση καθορίζεται σε συνάρτηση με το καθαρό βάρος του μεταποιημένου προϊόντος. Οι συντελεστές που εκφράζουν τη σχέση μεταξύ του βάρους της χρησιμοποιηθείσας πρώτης ύλης και του καθαρού βάρους του μεταποιημένου προϊόντος καθορίζονται κατ’ αποκοπή και ενημερώνονται τακτικά βάσει της κτηθείσας πείρας.
[…]
5. Η τιμή της πρώτης ύλης των κυριότερων ανταγωνιστικών τρίτων χωρών καθορίζεται κυρίως βάσει των τιμών που εφαρμόζονται στο στάδιο της εξόδου από τη γεωργική εκμετάλλευση για τα νωπά προϊόντα συγκρίσιμης ποιότητας που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταποίηση, σταθμισμένων σε συνάρτηση με τις ποσότητες των τελικών προϊόντων που εξάγονται από τις εν λόγω τρίτες χώρες.
6. Για τα προϊόντα για τα οποία η κοινοτική παραγωγή αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 50 % της αγοράς της κοινοτικής καταναλώσεως, η εξέλιξη των τιμών και του όγκου εισαγωγών και εξαγωγών εκτιμάται βάσει των δεδομένων του ημερολογιακού έτους που προηγείται της ενάρξεως της περιόδου εμπορίας, σε σχέση με τα δεδομένα του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.
7. Όσον αφορά τα με βάση την τομάτα μεταποιημένα προϊόντα, η ενίσχυση στην παραγωγή υπολογίζεται για:
α) τον τοματοπολτό που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 2002 90·
[…]
9. Η Επιτροπή καθορίζει […], πριν από την έναρξη κάθε περιόδου εμπορίας, το ύψος της ενισχύσεως. Σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, η Επιτροπή θεσπίζει και τους συντελεστές που αναφέρονται στην παράγραφο 3, τις ελάχιστες ποιοτικές απαιτήσεις καθώς επίσης και τις λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
10. Για τα με βάση την τομάτα μεταποιημένα προϊόντα, οι συνολικές δαπάνες δεν πρέπει να υπερβαίνουν, για κάθε περίοδο εμπορίας, το πόσο που θα προέκυπτε αν οι γαλλικές και οι πορτογαλικές ποσοστώσεις τοματοπολτού για την περίοδο 1997/98 είχαν καθορισθεί ως εξής:
– Γαλλία: 224 323 τόνοι,
– Πορτογαλία: 670 451 τόνοι.
Προς τούτο, η ενίσχυση που καθορίζεται για τον τοματοπολτό και τα παράγωγά του βάσει της παραγράφου 9 μειούται κατά 5,37 %. Μετά τη λήξη της περιόδου καταβάλλεται ενδεχομένως συμπλήρωμα αν η αύξηση των γαλλικών και πορτογαλικών ποσοστώσεων δεν αξιοποιηθεί πλήρως.»
Ο κανονισμός 1519/2000
4 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1519/2000 προβλέπει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ότι, «[γ]ια την περίοδο εμπορίας 2000/2001, η ενίσχυση στην παραγωγή που αναφέρεται στο άρθρο 4 [του βασικού κανονισμού] καθορίζεται στο παράρτημα II». Το ύψος της ενισχύσεως στην παραγωγή καθορίστηκε σε 17,178 ευρώ ανά 100 kg καθαρού τοματοπολτού με περιεκτικότητα σε ξηρά ύλη ίση ή ανώτερη του 28 % αλλά κατώτερη του 30 %.
Το ιστορικό της διαφοράς
5 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως εξής:
«5 Με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 2000, η Επιτροπή ζήτησε από τις κινεζικές αρχές να της χορηγήσουν, όσο το δυνατόν ταχύτερα, τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία για τον καθορισμό των ενισχύσεων για την περίοδο εμπορίας 2000/2001 στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών, συμπληρώνοντας το επισυναφθέν ερωτηματολόγιο. Στο ως άνω έγγραφο δεν δόθηκε απάντηση.
6 Κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 1519/2000, αντιπροσωπευτικές ενώσεις παραγωγών με βάση την τομάτα μεταποιημένων προϊόντων στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πορτογαλία γνωστοποίησαν τις αντιρρήσεις τους στην Επιτροπή και αμφισβήτησαν την έλλειψη συνυπολογισμού της τιμής της κινεζικής τομάτας κατά τον καθορισμό του ποσού της χορηγούμενης ενισχύσεως.
7 Ο ευρωπαϊκός οργανισμός των βιομηχανιών κονσερβοποιίας τομάτας (στο εξής: OEICT) και η Associação Portuguesa dos Industriais de Tomate υπέβαλαν στην Επιτροπή πολλές αιτήσεις για τη μεταβολή του ποσού της χορηγούμενης ενισχύσεως. Μια από τις αιτήσεις αυτές συνοδευόταν από αντίγραφο συμβάσεως που περιείχε την καταβληθείσα σε Κινέζο παραγωγό τιμή του προϊόντος.
8 Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2001, το οποίο απευθυνόταν στον Πορτογάλο Υπουργό Γεωργίας, σε απάντηση του αιτήματός του περί αναθεωρήσεως του υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο καθορισμός του ποσού των ενισχύσεων για τη μεταποίηση τομάτας για την περίοδο εμπορίας 2000/2001 πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο αυστηρής τηρήσεως των άρθρων 3 και 4 του βασικού κανονισμού. Επί πλέον, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη λήψη, στις 13 Δεκεμβρίου 2000, ενός εγγράφου του OEICT με το οποίο της διαβιβάσθηκε η τιμή που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο μιας συμβάσεως η οποία συνήφθη στην Κίνα, αλλά πρόσθεσε ότι της ήταν αδύνατο να τροποποιήσει την απόφασή της λαμβάνοντας υπόψη την τιμή που καθορίσθηκε μόνον από μια σύμβαση και δεν επιβεβαιώθηκε από τις οικείες εθνικές αρχές.
9 Τον Σεπτέμβριο του 2001, οι ισπανικές διπλωματικές υπηρεσίες στο Πεκίνο έλαβαν ένα πιστοποιητικό το οποίο προερχόταν από τις κινεζικές αρχές και το οποίο ανέφερε, για τις περιόδους εμπορίας 1999 και 2000, τη μέση τιμή της τομάτας που καταβλήθηκε στους παραγωγούς της επαρχίας Xinjiang, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 88 % της συνολικής κινεζικής παραγωγής μεταποιημένης τομάτας. Το έγγραφο αυτό διαβιβάσθηκε στο αρμόδιο μέλος της Επιτροπής, τον F. Fischler, στις 9 Νοεμβρίου 2001 από τον Πορτογάλο Υπουργό Γεωργίας και στις 7 Δεκεμβρίου 2001 από τον OEICT.
10 Στις 31 Ιανουαρίου 2002, η Επιτροπή απάντησε στον τελευταίο οργανισμό υπογραμμίζοντας εκ νέου ότι ο καθορισμός του ποσού της ενισχύσεως ήταν σύμφωνος με τα άρθρα 3 και 4 του βασικού κανονισμού. Επί πλέον, η Επιτροπή, στηριζόμενη στην έλλειψη δυσμενούς μεταχειρίσεως της κοινοτικής βιομηχανίας τομάτας, η οποία, κατά την Επιτροπή, είχε φθάσει σε επίπεδο ρεκόρ μεταποιήσεως, θεωρούσε, ως εκ τούτου, ότι δεν ήταν αναγκαίο να τροποποιήσει τον κανονισμό 1519/2000.
11 Έπειτα από μια συνεδρίαση, η οποία διεξήχθη στις 6 Νοεμβρίου 2002, και από διάφορες επιστολές τις οποίες απέστειλαν οι ενάγουσες στην Επιτροπή, η τελευταία τόνισε, με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 2003, ότι δεν είχε κανένα λόγο να επανεξετάσει τον κανονισμό 1519/2000.»
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
6 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Αυγούστου 2003, οι νυν αναιρεσείουσες άσκησαν αγωγή αιτούμενες την εκ μέρους της Επιτροπής αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 1519/2000.
7 Αφού υπενθύμισε ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων που αφορούν την έλλειψη νομιμότητας της προσαπτόμενης στο κοινοτικό θεσμικό όργανο συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας των οποίων γίνεται επίκληση, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής.
8 Συγκεκριμένα, με τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, έκρινε, αφενός, ότι «η αδράνεια της Επιτροπής κατόπιν της αποστολής του εγγράφου της 4ης Φεβρουαρίου 2000 [συνιστούσε] κατάφωρη παραβίαση, κατά την έννοια της νομολογίας, των αρχών της αρωγής και της χρηστής διοικήσεως».
9 Αφετέρου, με τη σκέψη 61 της ιδίας αποφάσεως, έκρινε ότι, «στο μέτρο που το περιεχόμενο του κανονισμού 1519/2000 ουδόλως λαμβάνει υπόψη την τιμή της πρώτης ύλης μίας από τις κυριότερες χώρες παραγωγής και εξαγωγής, ήτοι της Κίνας, ο εν λόγω κανονισμός [δεν τηρεί] τις επιτακτικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού [και ότι μια] τέτοια παρανομία, η οποία συνιστά κατάφωρη παράβαση ενός κανόνα που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, είναι ικανή να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας λόγω των επιζήμιων συνεπειών της».
10 Όσον αφορά την προβαλλόμενη ζημία, το Πρωτοδικείο έκρινε:
«70 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1982, 51/81, De Franceschi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 117, σκέψη 9, και 256/80, 257/80, 265/80, 267/80 και 5/81, Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 85, σκέψη 9· απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Μαΐου 1995, T-478/93, Wafer Zoo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1479, σκέψη 49), η ζημία της οποίας ζητείται η αποκατάσταση πρέπει να είναι πραγματική και βεβαία.
71 Εναπόκειται στον ενάγοντα να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία στον κοινοτικό δικαστή για να αποδεικνύει την ύπαρξη και την έκταση μιας τέτοιας ζημίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαΐου 1976, 26/74, Roquette Frères κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1976, σ. 273, σκέψεις 22 έως 24· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 9ης Ιανουαρίου 1996, T-575/93, Koelman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-1, σκέψη 97, και της 28ης Απριλίου 1998, T-184/95, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-667, σκέψη 60).
72 Οι ενάγουσες υπολογίζουν τη ζημία τους στην ακριβή διαφορά μεταξύ του ποσού της ενισχύσεως που καθορίστηκε στον κανονισμό 1519/2000 και εκείνου που θα είχε επιλεγεί αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη τις κινεζικές τιμές.
73 Πρώτον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι κινεζικές τιμές επί των οποίων στηρίζονται οι ενάγουσες είναι οι τιμές τις οποίες αυτές πληροφορήθηκαν μέσω των ισπανικών διπλωματικών υπηρεσιών στο Πεκίνο. Πρόκειται για τη μέση τιμή της τομάτας που καταβάλλεται στους παραγωγούς της επαρχίας Xinjiang, η οποία αντιπροσωπεύει, κατά τις ενάγουσες, περίπου το 88 % της κινεζικής παραγωγής μεταποιημένης τομάτας. Τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία αμφισβητούνται από την Επιτροπή, καθόσον αντιπροσωπεύουν ένα χαμηλό μέσο όρο. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει αν τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία ήσαν σύμφωνα προς τις διατάξεις του βασικού κανονισμού. Πάντως, κατά την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική ευχέρεια που διαθέτει η Επιτροπή εφαρμόζεται και στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 313, σκέψη 25).
74 Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι ο βασικός κανονισμός παρέχει στην Επιτροπή ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η επίπτωση του συνυπολογισμού της τιμής που καταβάλλεται στους Κινέζους παραγωγούς τομάτας επί του ποσού της ενισχύσεως. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, [του βασικού κανονισμού] δεν ορίζει ότι η ενίσχυση στην παραγωγή πρέπει να είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής που καταβάλλεται στον κοινοτικό παραγωγό και της τιμής της πρώτης ύλης των κυριοτέρων τρίτων χωρών παραγωγής. Η εν λόγω διάταξη αρκείται στο να καθορίσει ένα ανώτατο όριο.
75 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή μπορούσε, κατά το παρελθόν, να καθορίζει το ποσό της ενισχύσεως σε επίπεδο που αντανακλούσε ακριβώς τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής που καταβάλλεται στον κοινοτικό παραγωγό και της τιμής της πρώτης ύλης των κυριοτέρων τρίτων χωρών παραγωγής και εξαγωγής ουδόλως υποχρέωνε την Επιτροπή να διατηρήσει την ενίσχυση στο επίπεδο αυτό. Θα ήταν αντίθετο προς το γράμμα και το πνεύμα του βασικού κανονισμού το να μη λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή την εξέλιξη της καταστάσεως των διεθνών αγορών και το να καθιστά κατά τούτο ενδεχομένως δυσχερέστερη τη διάθεση του κοινοτικού προϊόντος.
76 Επομένως, οι ενάγουσες δεν μπορούν να επικαλεσθούν δικαίωμα για τη λήψη μέγιστης ενισχύσεως που ισοδυναμεί με τη διαφορά μεταξύ της ελάχιστης τιμής που καταβάλλεται στον κοινοτικό παραγωγό και της τιμής της πρώτης ύλης των κυριοτέρων τρίτων χωρών μετά τον συνυπολογισμό των κινεζικών τιμών.
77 Κατά συνέπεια, η ζημία που υπολογίσθηκε από τις ενάγουσες και εκτέθηκε λεπτομερώς στον πίνακα του παραρτήματος A.27 του δικογράφου της αγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βεβαία.»
11 Εκτιμώντας ότι δεν συνέτρεχαν στο σύνολό τους οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή.
Τα αιτήματα των διαδίκων και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
12 Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει μερικώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθό μέτρο κρίθηκε ότι η ζημία δεν ήταν βεβαία και απορρίφθηκε η αγωγή·
και, αποφαινόμενο εκ νέου,
– επί του κυρίου αιτήματος, να διαπιστώσει ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει σε κάθε μία εξ αυτών το υπόλοιπο της ενισχύσεως στην παραγωγή, πλέον τόκων με καθορισθησόμενο από το Δικαστήριο επιτόκιο από της 12ης Ιουλίου 2000 –ή, επικουρικώς, από της 13ης Ιουλίου 2000 ή, έτι επικουρικότερον, από της 16ης Ιουλίου 2000– και μέχρι την ημέρα της πραγματικής καταβολής, και να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων και των δικαστικών εξόδων τους·
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί των ποσών των καταβλητέων σε αυτές αποζημιώσεων, αφού τύχουν εκ νέου ακροάσεως, και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα –περιλαμβανομένων των δικαστικών τους εξόδων– τόσο στην αναιρετική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου πρωτόδικη διαδικασία.
13 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αναίρεση ως μερικώς απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη,
– να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
14 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2005, οι εταιρίες Carmine Tagliamonte & C. Srl, Cbcotti Srl, Cirio del Monte Italia SpA, Fratelli Longobardi Srl, G3 Srl, La Regina del Pomodoro Srl, La Regina di San Marzano di Antonio, Felice e Luigi Romano Snc, Lodato Gennaro & C. SpA, Pelati Sud di De Stefano Catello Sas, Prodakta SA, Rispoli Luigi & C. Srl, Saviano Pasquale Srl, Sevath SA, Silaro Conserve Srl και Transformaciones Agrícolas de Badajoz, SA, οι οποίες παραιτήθηκαν της αναιρέσεώς τους, διαγράφηκαν από το πινάκιο της υποθέσεως C‑243/05 P, τα δε αντιστοιχούντα στην ασκηθείσα από τις ανωτέρω εταιρίες αναίρεση έξοδα καταλογίστηκαν εις βάρος τους.
Επί της αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
15 Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους. Ο πρώτος λόγος θεμελιώνεται σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον χαρακτηρισμό της ζημίας. Ο δεύτερος αντλείται από παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και του δικαιώματος των αναιρεσειουσών να τύχουν ακροάσεως. Ο τρίτος λόγος θεμελιώνεται σε παραμόρφωση των αιτημάτων των αναιρεσειουσών. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τις εξουσίες του περί πλήρους δικαιοδοσίας και την υποχρέωσή του να αποφανθεί, καθώς και από το ότι συντρέχει αρνησιδικία.
16 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο θεμελιώνεται σε αγνόηση της κοινοτικής νομολογίας και των αναγνωρισμένων στις εθνικές έννομες τάξεις αρχών σε θέματα εξωσυμβατικής ευθύνης, καθόσον το Πρωτοδικείο ερμήνευσε πεπλανημένα την έννοια της «βεβαίας ζημίας» συγχέοντας τον προσδιορισμό του χαρακτήρα της ζημίας με τον ακριβή υπολογισμό του ύψους της. Το δεύτερο σκέλος θεμελιώνεται στο γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν συνήγαγε, όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος αποκαταστάσεως της ζημίας των νυν αναιρεσειουσών, τις συνέπειες εκ των διαπιστώσεών του σχετικά με την έλλειψη νομιμότητας της συμπεριφοράς της Επιτροπής.
17 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό του ύψους της ενισχύσεως στην παραγωγή δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν είναι βεβαία. Υπό τον όρον ότι είναι με ικανή βεβαιότητα προβλέψιμη και δυνάμενη να αποτιμηθεί, δεδομένη ζημία μπορεί να δώσει λαβή προς αποκατάσταση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το ύψος της δεν έχει ακόμα υπολογισθεί. Εν προκειμένω, η φερόμενη ζημία είχε κατά τα λοιπά οριοθετηθεί και υπολογισθεί αριθμητικώς με ακρίβεια. Η τυχόν υφιστάμενη αβεβαιότητα αφορά αποκλειστικώς τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν διέθετε τα αναγκαία για τον υπολογισμό του συγκεκριμένου ποσού στοιχεία, το Πρωτοδικείο όφειλε –φρονούν οι αναιρεσείουσες– να διατάξει αποδείξεις και μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή να εκδώσει παρεμπίπτουσα απόφαση.
18 Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, μολονότι, βεβαίως, αποκλείεται η ύπαρξη πραγματικής και βεβαίας ζημίας ελλείψει ενεστώσας βλάβης αφορώσας δικαίωμα ή έννομο συμφέρον, αντιθέτως, παρόμοια ζημία υφίσταται οσάκις, όπως εν προκειμένω, η φερόμενη ζημία είναι απόρροια της παρεμποδίσεως ασκήσεως, λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς του εμπλεκόμενου θεσμικού οργάνου, ενός δικαιώματος του οποίου η ύπαρξη είναι αποδεδειγμένη.
19 Υποστηρίζουν ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου προσκρούει στις παραδεκτές από τις εθνικές έννομες τάξεις αρχές όσον αφορά την έννοια της βεβαίας ζημίας.
20 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως, σύμφωνα με το οποίο οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν το υποστατό της φερόμενης ζημίας εφόσον δεν κατέδειξαν ότι το ύψος της οριζόμενης με τον κανονισμό 1519/2000 ενισχύσεως δεν κατέστησε εφικτή την επίτευξη του εξυπηρετούμενου με τη χορήγηση ενισχύσεως στην παραγωγή στόχου, ήτοι τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η ανωτέρω επιχειρηματολογία είναι καινοφανής και ως εκ τούτου απαράδεκτη.
21 Εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη μόνον ο ανωτέρω στόχος επί ποινή αποκλεισμού κατά τρόπο αδικαιολόγητο του υποστατού δεδομένης ζημίας αφ’ ης στιγμής διατέθηκε εξ ολοκλήρου η κοινοτική παραγωγή, εφόσον ακόμη και το ύψος της χορηγούμενης στους μεταποιητές ενισχύσεως προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ της κατώτατης τιμής που καθόρισε η Επιτροπή και της τιμής των βασικών τρίτων χωρών καθορίστηκε σε επίπεδο κατώτερο από εκείνο που θεωρείται ότι απορρέει από την εφαρμογή των συναφών διατάξεων.
22 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο.
23 Υποστηρίζει ότι, ενόψει του περιθωρίου εκτιμήσεως που η ίδια διαθέτει επί του θέματος, η φερόμενη ζημία των αναιρεσειουσών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βεβαία. Κατά τα λοιπά, κανένα άλλο στοιχείο δεν άφηνε να υποτεθεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η ίδια επρόκειτο να μην κάνει χρήση του συγκεκριμένου περιθωρίου εκτιμήσεως. Ειδικότερα, ουδέποτε παρέσχε οποιαδήποτε διαβεβαίωση ικανή να στοιχειοθετήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των μεταποιητών σχετικά με το γεγονός ότι θα ελάμβανε υπόψη τις κινεζικές τιμές για τον προσδιορισμό της ενισχύσεως κατά την περίοδο εμπορίας 2000/2001.
24 Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν προσδιόρισε το ύψος της ζημίας τους ούτε διέταξε αποδείξεις προς τούτο στηρίζεται σε νέο λόγο αναιρέσεως, σχετικό με το υποστατό πραγματικής ζημίας, ο οποίος πρέπει ως εκ τούτου να κηρυχθεί απαράδεκτος.
25 Εν πάση περιπτώσει, προς απόδειξη του υποστατού της φερόμενης ζημίας, οι αναιρεσείουσες όφειλαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, να καταδείξουν ότι δεν τηρήθηκε ο στόχος της ενισχύσεως, ο οποίος έγκειται στο να καταστεί εφικτή η διάθεση των κοινοτικών προϊόντων. Οι αναιρεσείουσες ουδέποτε απέδειξαν, ούτε άλλωστε υποστήριξαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, ότι το ύψος της ορισθείσας από την Επιτροπή ενισχύσεως δεν προσφερόταν για την επίτευξη του στόχου αυτού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ θεμελιώνεται εφόσον συντρέχει δέσμη προϋποθέσεων σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στα κοινοτικά όργανα συμπεριφοράς, στοιχειοθετείται ζημία και υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 9, και απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, C‑295/03 P, Alessandrini κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑5673, σκέψη 61).
27 Η αφορώσα την αιτούμενη επανόρθωσή της προϋπόθεση απαιτεί η ζημία να είναι πραγματική και βεβαία (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις De Franceschi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 9, και Birra Wührer κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 9), οπότε εναπόκειται στον διάδικο που την επικαλείται να το αποδείξει (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Roquette Frères κατά Επιτροπής, σκέψη 24, και απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑362/95 P, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑4775, σκέψη 31).
28 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες ζημία στερείται βεβαίου χαρακτήρα.
29 Το Πρωτοδικείο έκρινε, αφενός, ότι το αναγνωριζόμενο με τον βασικό κανονισμό υπέρ της Επιτροπής περιθώριο εκτιμήσεως για τον προσδιορισμό του ύψους της ενισχύσεως στην παραγωγή δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η επίπτωση του συνυπολογισμού της καταβαλλόμενης στους κινέζους παραγωγούς τομάτας τιμής επί του ποσού της συγκεκριμένης ενισχύσεως. Αφετέρου, υπογράμμισε ότι η Επιτροπή έχει αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα των αφορώντων τις κινεζικές τιμές στοιχείων επί των οποίων είχαν στηριχθεί οι αναιρεσείουσες προκειμένου να αποτιμήσουν αριθμητικώς τη ζημία τους.
30 Συναφώς, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι το γεγονός ότι το κοινοτικό θεσμικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον συγκεκριμένο τομέα δεν δύναται να οδηγήσει αυτομάτως στην άρνηση αναγνωρίσεως του βεβαίου χαρακτήρα της προβαλλόμενης ζημίας, ως απόρροιας παράνομης συμπεριφοράς της εν λόγω αρχής.
31 Υποστήριξη του αντιθέτου θα ισοδυναμούσε με παντελή στέρηση οποιασδήποτε λυσιτελείας της αγωγής αποζημιώσεως επί των συγκεκριμένων θεμάτων, όπως είναι η κοινή οργάνωση των αγορών, όπου τα κοινοτικά θεσμικά όργανα απολαύουν, κατά την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας τους ή της εξουσίας τους λήψεως αποφάσεων, ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των διακυβευομένων συμφερόντων και των οικονομικών επιλογών που είναι σύμφυτα με τα θέματα αυτά.
32 Εξάλλου, η αναγνώριση περιθωρίου εκτιμήσεως στο ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο δεν αποτέλεσε σε ορισμένες περιπτώσεις εμπόδιο για την αναγνώριση εκ μέρους του Δικαστηρίου του υποστατού επανορθώσιμης ζημίας (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1975, 74/74, CNTA κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 157, και της 4ης Οκτωβρίου 1979, 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 451).
33 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται να ελεγχθεί, υπό το φως των ειδικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση υπόθεση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C‑237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑4549, σκέψη 25), αν το Πρωτοδικείο έκρινε συννόμως ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους ενισχύσεως στην παραγωγή δυνάμει του βασικού κανονισμού είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αποκλείει την αναγνώριση βεβαίου χαρακτήρα στην προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες ζημία.
34 Επ’ αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ασφαλώς, η ύπαρξη του εν λόγω περιθωρίου εκτιμήσεως, καθώς και οι επιφυλάξεις που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς την αντιπροσωπευτικότητα των αφορώντων τις κινεζικές τιμές στοιχείων στα οποία αναφέρθηκαν οι αναιρεσείουσες, ήσαν ικανές να μην επιτρέψουν στο Πρωτοδικείο να προσδιορίσει με βεβαιότητα τη συγκεκριμένη επίπτωση της παράνομης παραλείψεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη τις κινεζικές τιμές επί του ύψους της επίδικης ενισχύσεως.
35 Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο περιθώριο εκτιμήσεως, δεν είναι βέβαιον ότι οι αναιρεσείουσες δικαιούνται το ακριβές ποσό στο οποίο αποτίμησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου τη ζημία τους, ήτοι, όπως είχε αναφερθεί στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνο που αντιστοιχεί στην «ακριβή διαφορά μεταξύ του ποσού της ενισχύσεως που καθορίστηκε στον κανονισμό 1519/2000 και εκείνου που θα είχε επιλεγεί αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη τις κινεζικές τιμές».
36 Πάντως, τέτοια στοιχεία θα παρείχαν αποκλειστικά στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να διαπιστώσει τυχόν αβεβαιότητα ως προς την ακριβή έκταση της ζημίας της οποίας γίνεται επίκληση, αλλ’ όχι να καταλήξει στη μη συνδρομή του στοιχείου της βεβαιότητας ως προς το υποστατό της ίδιας της ζημίας.
37 Πράγματι, όπως υπογράμμισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι η Κίνα θεωρούνταν, κατά τον χρόνο καθορισμού της επίδικης ενισχύσεως, ως μια από τις κύριες τρίτες χώρες, η παραγωγή των οποίων ήταν ανταγωνιστική της κοινοτικής παραγωγής.
38 Εξάλλου, το ότι η Επιτροπή δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη της τις κινεζικές τιμές οδήγησε σε κατ’ εκτίμηση τιμή της τομάτας των κυρίων τρίτων χωρών παραγωγής και εξαγωγής, αισθητά υψηλότερη εκείνης που θα είχε προκύψει λαμβάνοντας υπόψη τις οικείες τιμές. Το Πρωτοδικείο έλαβε υπό σημείωση, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη διαβεβαίωση της Επιτροπής ότι ο συνυπολογισμός αυτός θα μπορούσε να οδηγήσει σε «αισθητή» μείωση της εκτιμώμενης τιμής της πρώτης ύλης των κυρίων χωρών παραγωγής και εξαγωγής.
39 Ενώπιον του Πρωτοδικείου οι νυν αναιρεσείουσες επιδίωξαν να αποδείξουν ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία, το ύψος της ενισχύσεως στην παραγωγή θα έπρεπε κατ’ ανάγκη, ελλείψει της παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής, να καθοριστεί σε επίπεδο ανώτερο του προβλεπόμενου από τον κανονισμό 1519/2000.
40 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 32 των προτάσεών του, εναπέκειτο στην Επιτροπή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να αποδείξει, προκειμένου να αντικρούσει το βέβαιον της αυξήσεως της ενισχύσεως που υποστήριξαν οι νυν αναιρεσείουσες, ότι η διατήρηση της ενισχύσεως στο συγκεκριμένο επίπεδο που καθόρισε ο κανονισμός 1519/2000 ήταν συμβατή με ορθή εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού. Παρόμοια ερμηνεία είναι πρόδηλον ότι δεν έλαβε χώρα, δεδομένου ότι η Επιτροπή περιορίστηκε στην πραγματικότητα να αναφερθεί στη διακριτική εξουσία της επί του θέματος, όπως προκύπτει από τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
41 Επομένως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καταλήγοντας ότι δεν συντρέχει το βέβαιον της προβαλλόμενης ζημίας που έχουν ως βάση τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται στη σκέψη 29 της παρούσας αποφάσεως.
42 Κατά τα λοιπά, ακόμη και αν υποτεθεί, σύμφωνα με όσα υποστήριξε η Επιτροπή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συνεδρίαση, ότι ένας παράγοντας όπως ο προβλεπόμενος στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του βασικού κανονισμού, σχετικά με την εξέλιξη του εμπορίου στις διεθνείς αγορές, δύναται να δώσει λαβή για διαφορετική στάθμιση στο πλαίσιο συνυπολογισμού των κινεζικών τιμών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατόπιν των προεκτεθέντων στις σκέψεις 37 έως 40 της παρούσας αποφάσεως, η κατάσταση των αναιρεσειουσών θα ήταν κατ’ ανάγκη καλύτερη αν η Επιτροπή δεν είχε παρανόμως παραλείψει να λάβει υπόψη τις κινεζικές τιμές κατά τον καθορισμό του ύψους της ενισχύσεως στην παραγωγή. Πόρρω απέχοντας του να είναι υποθετική ή απλώς ενδεχόμενη, η ύπαρξη της ζημίας που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες είναι ως εκ τούτου αναμφισβήτητη. Παρά την υφιστάμενη αβεβαιότητα ως προς τον ακριβή ποσοτικό υπολογισμό της, η εν λόγω ζημία δύναται εξάλλου να αποτιμηθεί οικονομικώς.
43 Η ανωτέρω ερμηνεία δεν μπορεί να αναιρεθεί από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής που αντλείται από την έλλειψη δυσχερειών διαθέσεως της κοινοτικής παραγωγής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας.
44 Πράγματι, χωρίς να απαιτείται η απόφανση επί του παραδεκτού της ανωτέρω επιχειρηματολογίας, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή, το οποίο εγκαθίδρυσε υπέρ των μεταποιητών ο βασικός κανονισμός προκειμένου να αντισταθμιστεί η διαφορά μεταξύ της κατώτατης τιμής που καταβάλλεται στους κοινοτικούς παραγωγούς και της μέσης τιμής που καταβάλλεται στις τρίτες χώρες, συνδυάζεται, μέσω του ανωτέρω κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) 504/97 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1997, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 2201/96 όσον αφορά το καθεστώς ενισχύσεως στην παραγωγή στον τομέα των με βάση τα οπωροκηπευτικά μεταποιημένων προϊόντων (ΕΕ L 78, σ. 14), με σύστημα εδραζόμενο στη σύναψη, πριν από την περίοδο φυτεύσεως, προκαταρκτικών συμβάσεων μεταξύ των μεταποιητών και των παραγωγών, καθώς και στον καθορισμό ποσοστώσεων παραγωγής, σύστημα προοριζόμενο να διασφαλίσει την αντιστοιχία μεταξύ των παραγομένων και των μεταποιουμένων ποσοτήτων και συνακόλουθα να αποτρέψει τις δυσχέρειες διαθέσεως που θα μπορούσαν να προκύψουν από σημαντική αύξηση της παραγωγής (βλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού και έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 504/97).
45 Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, οι μεταποιητές ενθαρρύνονται με τον τρόπο αυτό να δεσμευθούν, μέσω προκαταρκτικών συμβάσεων, να διαθέσουν την περιορισμένη κοινοτική παραγωγή με γνώμονα τις πραγματικές ανάγκες της μεταποιητικής βιομηχανίας με αντάλλαγμα ενίσχυση προορισμένη να αντισταθμίσει, στα πλαίσια τηρήσεως των επιτακτικής φύσεως κριτηρίων του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, το σύνολο ή μέρος του εμπορικού κινδύνου που συνδέεται με την αγορά τομάτας εντός της Κοινότητας με τιμή υψηλότερη από εκείνη των παραγωγών των τρίτων χωρών.
46 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σύστημα προγραμματισμένης διαχειρίσεως κατέστησε εφικτή τη διασφάλιση της διαθέσεως της κοινοτικής παραγωγής κατά τη διάρκεια της επίδικης περιόδου εμπορίας δεν επιτρέπει την αγνόηση του υποστατού της εμπορικής ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσείουσες κατόπιν του καθορισμού, για τη συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας, του ύψους της ενισχύσεως σε ανεπαρκές επίπεδο λόγω του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της εν προκειμένω τις κινεζικές τιμές, κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
47 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων και χωρίς να απαιτείται η εξέταση του δεύτερου σκέλους του, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί βάσιμος.
48 Χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, επιβάλλεται συνεπώς η ακύρωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως καθόσον απέρριψε την προσφυγή των νυν αναιρεσειουσών με το αιτιολογικό ότι η προβαλλόμενη ζημία τους δεν ήταν βεβαία, οπότε και καταδικάστηκαν στα πέντε έκτα των δικαστικών εξόδων τους, ενώ η Επιτροπή καταδικάστηκε, πέραν των ιδίων δικαστικών εξόδων της, στο ένα έκτο των εξόδων των νυν αναιρεσειουσών.
Επί της αναπομπής της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο
49 Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, τούτο δύναται, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, όταν αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου τούτο να αποφανθεί.
50 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο προσδιορισμός της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσείουσες συνεπάγεται περίπλοκες εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, επιβάλλεται η αναπομπή της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί του ύψους της επανορθώσεως της επίδικης ζημίας.
51 Αναπέμποντας την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται επί των δικαστικών εξόδων της υπό κρίση αναιρετικής διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 17ης Μαρτίου 2005, T‑285/03, Agraz κ.λπ. κατά Επιτροπής, καθόσον απέρριψε την προσφυγή των νυν αναιρεσειουσών με το αιτιολογικό ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν ήταν βεβαία, οπότε και καταδικάστηκαν στα πέντε έκτα των δικαστικών εξόδων τους, ενώ η Επιτροπή καταδικάστηκε, πέραν των ιδίων δικαστικών εξόδων της, στο ένα έκτο των εξόδων των νυν αναιρεσειουσών.
2) Αναπέμπει στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την υπόθεση.
3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy