Υπόθεση C-248/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιρλανδίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Προστασία των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από επικίνδυνες ουσίες — Οδηγία 80/68/EOK»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Προστασία των υπογείων υδάτων — Οδηγία 80/68
(Οδηγία 80/68 του Συμβουλίου, άρθρα 3, 4 και 5)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Προστασία των υπογείων υδάτων — Οδηγία 80/68
(Οδηγία 80/68 του Συμβουλίου, άρθρα 4, 5 και 7)
3. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Προσφυγή στρεφόμενη κατά διοικητικής πρακτικής αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο — Επιτρέπεται — Προϋποθέσεις
(Άρθρα 10 ΕΚ, 211 ΕΚ και 226 ΕΚ)
4. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Προστασία των υπογείων υδάτων — Οδηγία 80/68
(Οδηγία 80/68 του Συμβουλίου, άρθρα 2, στοιχείο α΄, 5 § 1, και 7)
1. Δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 80/68, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να αποτραπεί η διείσδυση στα υπόγεια ύδατα ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα I.
Προς τούτο, το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, επιβάλλει να μην χορηγείται άδεια έμμεσης απορρίψεως των ουσιών αυτών από κράτος μέλος παρά μόνον εφόσον έχουν ληφθεί όλες οι τεχνικές προφυλάξεις, ώστε οι συγκεκριμένες ουσίες να μη φθάσουν σε άλλα υδάτινα συστήματα ή να βλάψουν άλλα οικοσυστήματα.
Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται, καθόσον οι απορρίψεις αυτές δεν κατευθύνονται αποκλειστικώς στα υπόγεια ύδατα, στην περίπτωση κατά την οποία το υδάτινο σύστημα στο οποίο ανήκει ένας ποταμός ο οποίος δεν πηγάζει από τα υπόγεια ύδατα που ρέουν κάτω από δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων δέχεται, στην πράξη, έμμεσες απορρίψεις ουσιών εμπιπτουσών στον πίνακα I, κατά δε την υδρογεωλογική μελέτη υπήρχε και άλλη εναλλακτική λύση που θα απέτρεπε το ενδεχόμενο επιδεινώσεως του βαθμού μολύνσεως αυτού του ποταμού.
(βλ. σκέψεις 34-35, 37, 41-42)
2. Ο περιβαλλοντικός χώρος που δέχεται τις απορρίψεις, αποτελεί, κατά τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 80/68, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, αντικείμενο προηγούμενης μελέτης σκοπούσας στην προστασία των υπογείων υδάτων από τη μόλυνση που προκαλούν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες. Έχοντας υπόψη το ειδικό αυτό αντικείμενο, το άρθρο 7 της οδηγίας επιβάλλει οι έρευνες αυτές να κατευθύνονται προς συγκεκριμένους στόχους, δηλαδή στη μελέτη των υδρογεωλογικών συνθηκών της οικείας ζώνης, της ενδεχόμενης διυλιστικής ικανότητας του εδάφους και του υπεδάφους και των κινδύνων μολύνσεως και αλλοιώσεως της ποιότητας των υπογείων υδάτων λόγω των απορρίψεων, ώστε να διαπιστωθεί αν, από απόψεως περιβάλλοντος, οι απορρίψεις εντός αυτών των υδάτων συνιστούν τη δέουσα λύση. Το άρθρο 7 εξαρτά, κατά συνέπεια, τη χορήγηση των αδειών από συγκεκριμένους και λεπτομερείς όρους που πρέπει να θεωρούνται ως επιτακτικοί, ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της οδηγίας. Προκειμένου να επιτευχθεί πλήρως ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη σκοπός, η έρευνα που πρέπει να διεξαχθεί πριν τη χορήγηση της άδειας πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη και λεπτομερή εξέταση της καταστάσεως του περιβαλλοντικού εκείνου χώρου που δέχεται τις απορρίψεις, χωρίς πάντως να απαιτείται ρητή αναφορά στην οδηγία.
(βλ. σκέψεις 53-54)
3. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο τη διαπίστωση παραβάσεως διατάξεων οδηγίας λόγω μιας γενικώς ακολουθούμενης, εκ μέρους των αρχών κράτους μέλους, πρακτικής αντίθετης προς τη συγκεκριμένη οδηγία, επικαλούμενη προς τούτο ως παράδειγμα ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Προκειμένου συμπεριφορά κράτους, συνιστάμενη σε διοικητική πρακτική αντίθετη προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, να μπορεί να θεμελιώσει παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ, πρέπει η εν λόγω διοικητική πρακτική να είναι, σε ένα ορισμένο βαθμό, παγιωμένη και γενική.
(βλ. σκέψεις 64-65)
4. Όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/68, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατ’ αρχήν, να θεσπίσουν, για όλες τις περιλαμβανόμενες στον πίνακα II ουσίες, επομένως και για τις προερχόμενες από σηπτικές δεξαμενές, διαδικασία προηγούμενης έρευνας και χορηγήσεως αδείας ως προς όλες τις πράξεις διαθέσεως ή αποθέσεως με σκοπό τη διάθεση τέτοιων ουσιών που θα μπορούσαν να έχουν ως συνέπεια έμμεση απόρριψη.
Σε περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, μετά την αύξηση της δυναμικότητας μιας ξενοδοχειακής μονάδας, δεν θεωρούν πλέον τα απορριπτόμενα από τη μονάδα αυτή απόβλητα ως οικιακής φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας και της επιβάλλουν την υποχρέωση να ζητήσει άδεια απορρίψεως αποβλήτων, η άδεια αυτή μπορεί να χορηγηθεί μόνο σύμφωνα με το περιεχόμενο και τις διαδικασίες που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.
Στην περίπτωση κατά την οποία ξενοδοχειακή μονάδα, ως εκ του αριθμού των δωματίων και των εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σ’ αυτή, δεν μπορεί να εξαιρεθεί, νομίμως, από την εφαρμογή της οδηγίας, και δεν αμφισβητείται ότι ουσίες εμπίπτουσες στον πίνακα II και προερχόμενες από τη σηπτική δεξαμενή της μονάδας αυτής απορρίπτονται στα υπόγεια ύδατα, πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία προηγούμενης έρευνας και χορηγήσεως αδείας που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας. Η έρευνα αυτή πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 της οδηγίας, κατά το οποίο η εν λόγω έρευνα πρέπει να έχει ένα ειδικό αντικείμενο, συγκεκριμένα, τη μελέτη των υδρογεωλογικών συνθηκών της οικείας ζώνης, της ενδεχόμενης διυλιστικής ικανότητας του εδάφους και του υπεδάφους και των κινδύνων μολύνσεως και αλλοιώσεως της ποιότητας των υπογείων υδάτων λόγω των απορρίψεων, ώστε να διαπιστωθεί αν, από απόψεως περιβάλλοντος, οι απορρίψεις εντός αυτών των υδάτων συνιστούν τη δέουσα λύση.
(βλ. σκέψεις 53, 77, 86-87, 91-93)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 25ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Προστασία των υπογείων υδάτων από την ρύπανση που προέρχεται από επικίνδυνες ουσίες – Οδηγία 80/68/ΕΟΚ»
Στην υπόθεση C-248/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 14 Ιουνίου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις S. Pardo Quintillán και D. Recchia, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον D. O’Hagan, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, J. Makarczyk (εισηγητή), P. Kūris και J. C. Bonichot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία,
– παραλείποντας να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 4, 5, 7, 9 και 10 της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, για την προστασία των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 240, στο εξής: οδηγία), στον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh (κομητεία Wicklow) και
– παραλείποντας να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 5, 7, 8, 10, 12 και 13 της οδηγίας όσον αφορά τις έμμεσες απορρίψεις τις προερχόμενες από σηπτικές δεξαμενές,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις ως άνω διατάξεις της οδηγίας.
Το νομικό πλαίσιο
2 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας:
«Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την πρόληψη της ρυπάνσεως των υπογείων υδάτων από ουσίες που ανήκουν στις οικογένειες και ομάδες ουσιών, που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ, και τη μείωση ή τη διάθεση, στο μέτρο του δυνατού, των συνεπειών της σημερινής ρυπάνσεώς τους.»
3 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας:
«Υπό την έννοια της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
α) “υπόγεια ύδατα”, όλα τα ύδατα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους στη ζώνη κορεσμού, τα οποία είναι σε άμεση επαφή με το έδαφος ή το υπέδαφος,
β) “άμεση απόρριψη”, η διοχέτευση στα υπόγεια ύδατα ουσιών που αναφέρονται στους καταλόγους Ι και ΙΙ χωρίς διέλευση από το έδαφος ή το υπέδαφος,
γ) “έμμεση απόρριψη”, η διοχέτευση στα υπόγεια ύδατα ουσιών που αναφέρονται στους καταλόγους Ι και ΙΙ μετά από διέλευση από το έδαφος ή το υπέδαφος,
δ) “ρύπανση” η άμεσος ή έμμεσος απόρριψη ουσιών ή ενέργειας που πραγματοποιείται από τον άνθρωπο στα υπόγεια ύδατα, και η οποία έχει συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία ή τον εφοδιασμό με ύδωρ, να βλάψουν το έμβιο δυναμικό και το υδατικό οικολογικό σύστημα ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων.»
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει ότι αυτή δεν εφαρμόζεται:
«α) στις απορρίψεις οικιακών αποβλήτων που προέρχονται από μεμονωμένες κατοικίες, οι οποίες δεν έχουν συνδεθεί με αποχετευτικό δίκτυο και βρίσκονται έξω από τις προστατευόμενες ζώνες συλλογής ύδατος που προορίζεται για ανθρώπινη κατανάλωση·
[…]».
5 Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να:
α) εμποδίσουν την εισαγωγή στα υπόγεια ύδατα των ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο Ι·
β) περιορίσουν την εισαγωγή στα υπόγεια ύδατα των ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο ΙΙ ώστε να αποφευχθεί η ρύπανση των υδάτων από τις ουσίες αυτές.»
6 Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ορίζει:
«1. Για να ανταποκριθούν στην υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 3 α) τα κράτη μέλη:
– απαγορεύουν κάθε άμεση απόρριψη ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο Ι,
– υποβάλλουν σε προκαταρκτική έρευνα τις ενέργειες για τη διάθεση και την απόθεση, με σκοπό τη διάθεση των ουσιών οι οποίες είναι δυνατό να οδηγήσουν σε έμμεση απόρριψη. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της έρευνας τα κράτη μέλη απαγορεύουν αυτές τις ενέργειες ή δίνουν άδεια, υπό τον όρο ότι έχουν τηρηθεί όλες οι αναγκαίες τεχνικές προφυλάξεις για να εμποδιστεί η έμμεση απόρριψη,
– λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα τα οποία κρίνουν αναγκαία με σκοπό να αποφευχθεί κάθε έμμεση απόρριψη ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο Ι, η οποία οφείλεται σε ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν επάνω ή μέσα στο έδαφος και που είναι διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στη δεύτερη περίπτωση. Πληροφορούν σχετικά την Επιτροπή η οποία, με βάση αυτές τις πληροφορίες, μπορεί να υποβάλει στο Συμβούλιο προτάσεις για αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.
2. Ωστόσο, εάν μία προκαταρκτική έρευνα δείξει ότι τα υπόγεια ύδατα, στα οποία προβλέπεται η απόρριψη ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο Ι, είναι οριστικά ακατάλληλα για κάθε άλλη χρήση, ιδίως για οικιακές ή αγροτικές χρήσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν την απόρριψη των ουσιών αυτών, υπό τον όρο ότι η παρουσία των ουσιών δεν εμποδίζει την εκμετάλλευση των εδαφικών πόρων.
Αυτές οι άδειες δεν μπορούν να δοθούν παρά μόνο αν όλες οι τεχνικές προφυλάξεις έχουν τηρηθεί έτσι ώστε οι ουσίες αυτές να μην μπορούν να φθάσουν σε άλλα υδατικά συστήματα ή να βλάψουν άλλα οικοσυστήματα.»
7 Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας:
«1. Για να ανταποκριθούν στην υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 3, υπό β΄, τα κράτη μέλη υποβάλλουν σε προκαταρκτική έρευνα:
– κάθε άμεση απόρριψη ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο ΙΙ, σε τρόπο ώστε να περιορίσουν τέτοιες απορρίψεις,
– τις ενέργειες διαθέσεως ή αποθέσεως με σκοπό τη διάθεση αυτών των ουσιών που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε έμμεση απόρριψη.
– Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της έρευνας, τα κράτη μέλη μπορούν να δίνουν άδεια υπό τον όρο ότι έχουν τηρηθεί όλες οι τεχνικές προφυλάξεις που επιτρέπουν την αποφυγή της ρυπάνσεως των υπογείων υδάτων απ’ αυτές τις ουσίες.
2. Επιπλέον τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα τα οποία κρίνουν αναγκαία με σκοπό να περιορίσουν κάθε άμεση απόρριψη ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο ΙΙ, η οποία οφείλεται σε ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν επάνω ή μέσα στο έδαφος που είναι διαφορετικές απ’ αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»
8 Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει:
«Οι προκαταρκτικές έρευνες που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5 πρέπει να περιλαμβάνουν μία μελέτη των υδρογεωλογικών συνθηκών της αντίστοιχης ζώνης, της εκάστοτε διυλιστικής ικανότητας του εδάφους και του υπεδάφους, των κινδύνων ρυπάνσεως και αλλοιώσεως της ποιότητος των υπογείων υδάτων από την απόρριψη, και να καθορίζουν κατά πόσο από την άποψη του περιβάλλοντος η απόρριψη στα ύδατα αυτά αποτελεί κατάλληλη λύση.»
9 Το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει:
«Οι άδειες που αναφέρονται στα άρθρα 4, 5 και 6 δεν μπορούν να δοθούν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρά μόνο μετά από εξακρίβωση του γεγονότος ότι η εποπτεία των υπογείων υδάτων και κυρίως της ποιότητός τους είναι εξασφαλισμένη.»
10 Κατά το άρθρο 9 της οδηγίας:
«Όταν επιτρέπεται ή άμεση απόρριψη σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, ή με το άρθρο 5, ή όταν μία ενέργεια για τη διάθεση των χρησιμοποιημένων υδάτων που οδηγεί αναπόφευκτα σε έμμεση απόρριψη, επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 5 η άδεια πρέπει κυρίως να καθορίζει:
– τον τόπο της απορρίψεως,
– την τεχνική της απορρίψεως,
– τις απαραίτητες προφυλάξεις, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τη φύση και τη συγκέντρωση των ουσιών που βρίσκονται στα απόβλητα, τα χαρακτηριστικά του αποδέκτη καθώς και την εγγύτητα ζωνών συλλογής υδάτων, ιδιαίτερα πόσιμου, θερμού και μεταλλικού ύδατος,
– τη μέγιστη αποδεκτή ποσότητα μιας ουσίας στα απόβλητα κατά τη διάρκεια μιας η περισσοτέρων καθορισμένων περιόδων και τους κατάλληλους όρους τους σχετικούς με τη συγκέντρωση αυτών των ουσιών,
– τις εγκαταστάσεις που επιτρέπουν τον έλεγχο των αποβλήτων που εκκενώνονται στα υπόγεια ύδατα,
– αν είναι αναγκαίο, τα μέτρα που επιτρέπουν την παρακολούθηση των υπογείων υδάτων και κυρίως της ποιότητός τους.»
11 Το άρθρο 10 της οδηγίας ορίζει:
«Όταν μία ενέργεια διαθέσεως ή αποθέσεως με σκοπό τη διάθεση, η οποία είναι δυνατόν να οδηγήσει σε έμμεση απόρριψη, επιτρέπεται σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5, η άδεια πρέπει κυρίως να καθορίζει:
– τον τόπο όπου γίνεται αυτή η ενέργεια,
– τις μεθόδους διαθέσεως ή αποθέσεως που χρησιμοποιούνται,
– τις απαραίτητες προφυλάξεις, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τη φύση και τη συγκέντρωση των ουσιών που υπάρχουν στα προς διάθεση ή προς απόθεση υλικά, τα χαρακτηριστικά του αποδέκτη καθώς και την εγγύτητα ζωνών συλλογής υδάτων, ιδιαίτερα πόσιμου, θερμού και μεταλλικού ύδατος,
– τη μέγιστη αποδεκτή ποσότητα, κατά τη διάρκεια μιας ή περισσοτέρων καθορισμένων περιόδων των υλικών προς διάθεση ή προς απόθεση, τα οποία περιέχουν ουσίες που αναφέρονται στους καταλόγους Ι ή ΙΙ και, αν είναι δυνατόν, αυτών των ίδιων των ουσιών, καθώς και τους κατάλληλους όρους τους σχετικούς με τη συγκέντρωση αυτών των ουσιών,
– στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 και στο άρθρο 5 παράγραφος 1, τις τεχνικές προφυλάξεις που πρέπει να εφαρμοσθούν για να εμποδιστεί κάθε απόρριψη στα υπόγεια ύδατα ουσιών που αναφέρονται στον κατάλογο Ι, και για να αποφευχθεί κάθε ρύπανση αυτών των υδάτων από τις ουσίες που αναφέρονται στον κατάλογο ΙΙ,
– αν είναι αναγκαίο, τα μέτρα που επιτρέπουν την παρακολούθηση των υπογείων υδάτων και κυρίως της ποιότητός τους.»
12 Κατά το άρθρο 12 της οδηγίας:
«1. Αν ο αιτούμενος μία άδεια κατά την έννοια των άρθρων 4 ή 5 δηλώσει ότι δεν είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους που θα του επιβληθούν ή αν η αρμόδια αρχή του αντίστοιχου κράτους μέλους διαπιστώσει αυτή την αδυναμία, η άδεια δεν δίνεται.
2. Αν οι όροι που επιβάλλονται για μία άδεια δεν τηρηθούν, η αρμόδια αρχή του αντίστοιχου κράτους μέλους παίρνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι όροι αυτοί να ικανοποιηθούν αν είναι αναγκαίο, ανακαλεί την άδεια.»
13 Κατά το άρθρο 13 της οδηγίας:
«Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ελέγχουν την τήρηση των όρων που επιβάλλονται για τις άδειες καθώς και τις επιπτώσεις των απορρίψεων στα υπόγεια ύδατα.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
14 To 1999 κατατέθηκε στην Επιτροπή καταγγελία σχετική με τα πρώην ορυχεία του Ballymurtagh, που μετατράπηκαν σε δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων από το συμβούλιο της κομητείας του Wicklow.
15 To 2000 κατατέθηκε στην Επιτροπή μια άλλη καταγγελία που αφορούσε απορρίψεις χωρίς άδεια στα υπόγεια ύδατα οι οποίες προέρχονταν από το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Creacon Lodge (New Ross), της κομητείας του Wexford, η εκμετάλλευση του οποίου είχε αρχίσει το 1995. Στο πλαίσιο εξετάσεως αυτής της καταγγελίας, η Επιτροπή πληροφορήθηκε για τα ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα σχετικά με τα προερχόμενα από τις σηπτικές δεξαμενές απόβλητα, τα οποία αφορούσαν τους όρους εφαρμογής της οδηγίας στις αγροτικές περιοχές της Ιρλανδίας σχετικά με κτίρια εμπορικής χρήσεως ή μη χρησιμοποιούμενα ως κατοικία, καθώς και τις μη απομονωμένες κατοικίες τις περιλαμβανόμενες σε πολεοδομικά συγκροτήματα.
16 Σε γνώση της Επιτροπής περιήλθε, επίσης, έκθεση σχετική με τα προβλήματα ευτροφισμού που παρατηρήθηκαν στις λίμνες του Killarney, στην κομητεία του Kerry, κατά την οποία εγκαταστάσεις συνδεδεμένες με τις σηπτικές δεξαμενές αποτελούσαν μια από τις αιτίες της σημαντικής υποβάθμισης της ποιότητας αυτών των υδάτων και υπογράμμιζε ότι οι σηπτικές δεξαμενές συχνά ήταν ακατάλληλες ή κακώς συντηρημένες.
17 Στο πλαίσιο εξετάσεως της δεύτερης καταγγελίας, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 8 Μαΐου 2001, επιστολή στην Ιρλανδία, με την οποία αναφέρθηκε στα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτή.
18 Επειδή δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις που της δόθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως της πρώτης καταγγελίας και δεν έλαβε καμία απάντηση αναφορικά με τη δεύτερη καταγγελία, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή οχλήσεως στην Ιρλανδία στις 23 Οκτωβρίου 2001, διατυπώνοντας τις επιφυλάξεις της ως προς τους όρους υπό τους οποίους το εν λόγω κράτος μέλος εφάρμοζε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας και το κάλεσε να διατυπώσει τις σχετικές παρατηρήσεις του.
19 Ελλείψει απαντήσεως στην επιστολή της αυτή, η Επιτροπή απηύθυνε στις 17 Δεκεμβρίου 2002, στο εν λόγω κράτος μέλος αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται προς συμμόρφωση με την αιτιολογημένη αυτή γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής της.
20 Με επιστολή της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, οι ιρλανδικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη παρέχοντας πληροφοριακά στοιχεία ως προς τα ληφθέντα μέτρα και βεβαιώνοντας ότι τηρούν την οδηγία. Επειδή η Επιτροπή έκρινε ανεπαρκή την απάντηση αυτή της Ιρλανδίας άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
21 Πρέπει εξ αρχής να τονισθεί ότι η Επιτροπή ρητώς δέχεται με τα δικόγραφά της ότι η Ιρλανδία θέσπισε την απαιτούμενη για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη νομοθεσία.
Επί των αιτιάσεων των σχετικών με τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh
22 Με το δικόγραφό της, η Επιτροπή αιτιάται την Ιρλανδία ότι δεν έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 4, 5, 7, 9 και 10 της οδηγίας όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh.
23 Η Επιτροπή προσάπτει, πρώτον, στο εν λόγω κράτος μέλος ότι δεν χορήγησε επίσημη άδεια πριν από την έναρξη λειτουργίας αυτού του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων, καίτοι απαιτείται αίτηση και η χορήγηση τέτοιας άδειας πριν από την έναρξη της λειτουργίας μιας νέας εγκαταστάσεως, ώστε να καθοριστούν οι όροι υπό τους οποίους επιτρέπεται η ανάπτυξη αυτών των δραστηριοτήτων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 της οδηγίας. Δεύτερον, η Επιτροπή φρονεί ότι ελήφθησαν οι απαιτούμενες τεχνικές προφυλάξεις προς αποτροπή του ενδεχομένου απορρίψεως ουσιών περιλαμβανομένων στους πίνακες I και II του παραρτήματος της οδηγίας (στο εξής, αναλόγως της περιπτώσεως, «ουσίες περιλαμβανόμενες στους πίνακες Ι και ΙΙ», «ουσίες περιλαμβανόμενες στον πίνακα I» ή «ουσίες περιλαμβανόμενες στον πίνακα II»). Τρίτον, υποστηρίζει ότι η σχετική με τα απόβλητα άδεια που χορήγησε η Environmental Protection Agency (Υπηρεσία προστασίας περιβάλλοντος, στο εξής: EPΑ) στις 3 Απριλίου 2001, για την εκμετάλλευση αυτού του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων, δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας λόγω παρατυπιών τόσο της ίδιας της άδειας όσο και της προηγηθείσας έρευνας.
24 Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως που κατέθεσε παραιτήθηκε από τις αιτιάσεις περί μη εκδόσεως επίσημης άδειας για το δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων πριν από την έναρξη της λειτουργίας του και περί μη τηρήσεως του άρθρου 9 της οδηγίας.
Επί της αιτιάσεως περί μη τηρήσεως της οδηγίας λόγω απορρίψεως ουσιών περιλαμβανομένων στους πίνακες Ι και ΙΙ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιρλανδία επιτρέποντας τη δημιουργία και εκμετάλλευση του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, μολονότι γνώριζε ότι, ελλείψει προστατευτικής μεμβράνης κάτω από τον χώρο αυτό αποθέσεως αποβλήτων, αναποφεύκτως θα διέφευγαν προς τον ποταμό Avoca ουσίες περιλαμβανόμενες στον πίνακα I, όπως το κάδμιο, και στον πίνακα II, όπως βαρέα μέταλλα και φώσφορος, παρέβη την υποχρέωσή της να λάβει όλες τις «τεχνικές προφυλάξεις» σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας.
26 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι απορρίψεις τέτοιων ουσιών υπόκεινται σε όρους οι οποίοι δεν τηρήθηκαν όσον αφορά τον συγκεκριμένο χώρο. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα επιτασσόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 2 της οδηγίας, από τα οποία προκύπτει ότι η απόρριψη πρέπει να γίνεται αποκλειστικώς προς τα υπόγεια ύδατα και ότι ουσίες περιλαμβανόμενες στον πίνακα I και περιεχόμενες στα ύδατα αυτά δεν πρέπει να μολύνουν άλλα υδάτινα συστήματα.
27 Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα υπόγεια ύδατα που ρέουν κάτω από τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, αφενός, και του ποταμού Avoca, αφετέρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν τμήμα του ιδίου υδάτινου συστήματος.
28 Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, ακόμα και στην περίπτωση που τα υπόγεια αυτά ύδατα, τα οποία καταλήγουν στον ποταμό Avoca, θεωρηθούν ως αποτελούντα, μαζί με τον εν λόγω ποταμό, μέρος ενός ενιαίου υδάτινου συστήματος, το σύστημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστικώς ακατάλληλο για άλλες χρήσεις. Πράγματι, η έκθεση περί περιβαλλοντικών συνεπειών του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh (Environmental Impact Statement on Ballymurtagh Landfill, στο εξής: έκθεση περί περιβαλλοντικών συνεπειών), που υποβλήθηκε κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί διαχειρίσεως αποβλήτων, διευκρινίζει ότι «ο Avoca, ο οποίος διέρχεται πλησίον ορυχείων και του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων, είναι χαλικώδης ποταμός ταχείας ροής που μπορεί να αποτελέσει άριστο ενδιαίτημα ειδών σολομού.»
29 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι το συμβούλιο της κομητείας του Wicklow γνώριζε ασφαλώς ότι, ελλείψει προστατευτικού φράγματος, το υγρό κατάλοιπο που απομένει από τα ύδατα που διαποτίζουν τα απόβλητα (στο εξής: στραγγίδια) φθάνει μέχρι στον Avoca, καθόσον, κατά την υδρογεωλογική μελέτη που καταρτίστηκε το 1987 (Cullen K. T., Ballymurtagh Open Pit: Report on the Hydrogeological Survey of a Proposed Waste Disposal Site, 10 Μαρτίου 1987, στο εξής υδρογεωλογική μελέτη), προ της ενάρξεως της λειτουργίας του χώρου αποθέσεως αποβλήτων, υπήρχε δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο λύσεων, είτε της διαλύσεως/διασκορπισμού των στραγγιδίων είτε της στεγανοποιήσεως του πυθμένα του φρεατίου. Το συμβούλιο της κομητείας του Wicklow επέλεξε τη λύση της διαλύσεως/διασκορπισμού των στραγγιγμάτων που αναποφεύκτως θα προκαλούσε μόλυνση άλλου υδάτινου συστήματος.
30 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, η απόρριψη ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα I μπορεί να επιτραπεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
31 Το εν λόγω κράτος μέλος αντλεί επιχείρημα από το πόρισμα της υδρογεωλογικής μελέτης, κατά το οποίο, «λόγω της μεγάλης μόλυνσης τόσο των υπογείων υδάτων που ρέουν κάτω από το ορυχείο όσο και του ποταμού Avoca, πρέπει να εξεταστεί σοβαρώς αυτή η δυνατότητα, δηλαδή η «διάλυση και διασκορπισμός», διότι το μόνο αποτέλεσμα επί της ποιότητας των υδάτων που ρέουν κάτω από το ορυχείο ή των υδάτων του ποταμού Avoca είναι ο αποχρωματισμός τους αναλόγως της φύσεως και της συνθέσεως των στραγγιδίων».
32 Κατά την Ιρλανδία, τα υπόγεια ύδατα των χαμηλότερων κοιλωμάτων των πρώην ζωνών εξορύξεως έχουν σοβαρώς μολυνθεί από την εξορυκτική δραστηριότητα και είναι ακατάλληλα για οικιακή και αγροτική χρήση. Επισημαίνει επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη έκθεση της EPA επί της ποιότητας των υδάτων, η σοβαρότερη περίπτωση μολύνσεως από τα μεταλλεύματα είναι εκείνη του ποταμού Avoca, ο οποίος έχει σε μεγάλο βαθμό μολυνθεί από χαλκό, ψευδάργυρο και, σε μικρότερο βαθμό, από μόλυβδο.
33 Εξάλλου, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, το υδάτινο σύστημα αποτελείται από ύδατα προερχόμενα από επιφανειακά ρυάκια, καθώς και από υπόγεια ύδατα και δεν υπάρχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δύο χωριστά συστήματα μη συνδεόμενα μεταξύ τους.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να αποτραπεί η διείσδυση στα υπόγεια ύδατα ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα I.
35 Προκειμένου να ανταποκριθούν στην υποχρέωση αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, αφενός, να απαγορεύσουν κάθε άμεση απόρριψη αυτών των ουσιών και, αφετέρου, να πραγματοποιούν έρευνα πριν προβούν σε διάθεση ή απόθεση με σκοπό τη διάθεση τέτοιων ουσιών, που θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια έμμεση απόρριψη, προκειμένου είτε να απαγορεύσουν μια τέτοια ενέργεια είτε να χορηγήσουν άδεια υπό την προϋπόθεση τηρήσεως όλων των αναγκαίων για την αποτροπή μιας τέτοιας απορρίψεως τεχνικών προφυλάξεων.
36 Επίσης, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν την απόρριψη ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα I αν μετά από έρευνα συναχθεί ότι τα υπόγεια ύδατα προς τα οποία πρόκειται να γίνει η απόρριψη έχουν οριστικώς καταστεί ακατάλληλα για οποιαδήποτε άλλη χρήση, ιδίως για οικιακή ή αγροτική χρήση, και υπό την προϋπόθεση ότι η παρουσία αυτών των ουσιών δεν κωλύει την εκμετάλλευση των εδαφικών πόρων.
37 Εξάλλου, κατά το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, τέτοια άδεια χορηγείται μόνον υπό την επιφύλαξη λήψεως όλων των τεχνικών προφυλάξεων, ώστε οι συγκεκριμένες ουσίες να μη φθάσουν σε άλλα υδάτινα συστήματα ή να βλάψουν άλλα οικοσυστήματα.
38 Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να περιορίσουν τη διείσδυση στα υπόγεια ύδατα των ουσιών που περιλαμβάνονται στον πίνακα II, προκειμένου να αποφευχθεί η ρύπανση των υδάτων από τις ουσίες αυτές.
39 Προς τήρηση αυτής της υποχρεώσεως, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, να πραγματοποιούν έρευνα πριν από κάθε άμεση απόρριψη ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα αυτόν, με σκοπό τον περιορισμό τέτοιων απορρίψεων, καθώς και της διαθέσεως ή της αποθέσεως με σκοπό τη διάθεση των ουσιών αυτών που θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την έμμεση απόρριψη. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της έρευνας, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν άδεια υπό τον όρον ότι έχουν ληφθεί όλες οι τεχνικές προφυλάξεις προς αποτροπή της ρυπάνσεως των υπογείων υδάτων από αυτές τις ουσίες.
40 Πρώτον, πρέπει να τονισθεί ότι η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι τα υπόγεια ύδατα στα οποία καταλήγουν οι έμμεσες απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα I ενδέχεται να καταλήξουν στον ποταμό Avoca, όπου η παρουσία ορισμένων από τις ουσίες αυτές έχει ως αποτέλεσμα τον αποχρωματισμό των υδάτων.
41 Εφόσον το υδάτινο σύστημα στο οποίο ανήκει ο ποταμός Avoca, ως προς τον οποίο έχει αποδειχθεί ότι δεν πηγάζει από τα υπόγεια ύδατα που διέρχονται κάτω από τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, δέχεται, πράγματι, τέτοιες απορρίψεις, δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, καθόσον οι απορρίψεις αυτές δεν κατευθύνονται αποκλειστικώς στα υπόγεια ύδατα. Τα πορίσματα διαφόρων ερευνών ως προς την παλαιότερη μόλυνση του ποταμού αυτού δεν έχουν σημασία στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της τηρήσεως αυτής της προϋποθέσεως.
42 Επομένως, επιλέγοντας, όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, τη λύση της διαλύσεως/διασκορπίσεως των στραγγισμάτων, μολονότι, κατά την υδρογεωλογική μελέτη, υπήρχε και η δυνατότητα στεγανοποιήσεως του πυθμένα των φρεατίων, η οποία θα περιόριζε τη μόλυνση του ποταμού Avoca, όπως δέχεται η Ιρλανδία, εκτρέποντας τις ουσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα I σε άλλο υδάτινο σύστημα, διαφορετικό από τα υπόγεια ύδατα που ρέουν κάτω από αυτόν τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων, το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση λήψεως όλων των τεχνικών προφυλάξεων, όπως επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας.
43 Δεύτερον, καθόσον η διείσδυση στα υπόγεια ύδατα ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II, ιδίως βαρέων μετάλλων και φωσφόρου αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της τεχνικής επιλογής στην οποία προέβη η Ιρλανδία, η επιλογή αυτή δεν είναι σύμφωνη με την απορρέουσα από το άρθρο 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας υποχρέωση περιορισμού της διεισδύσεως τέτοιων ουσιών στα ύδατα περί των οποίων πρόκειται, ώστε να αποφευχθεί η μόλυνσή τους, καθόσον δεν ελήφθησαν όλες οι τεχνικές προφυλάξεις που θα καθιστούσαν δυνατή την επίτευξη αυτού του σκοπού.
44 Επομένως, δεν τηρήθηκαν, επίσης, οι απορρέουσες από το άρθρο 5 της οδηγίας απαιτήσεις, οι οποίες, όπως τονίστηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, αποσκοπούν στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας.
45 Βάσει των ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιρλανδία δεν τήρησε, όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, τις προκύπτουσες από τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας απαιτήσεις, όσον αφορά τις απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στους πίνακες Ι και ΙΙ.
Επί της αιτιάσεως περί μη τηρήσεως της οδηγίας λόγω της μη σύννομης χορηγήσεως αδείας
– Επιχειρήματα των διαδίκων
46 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σχετική με τα απόβλητα άδεια που χορήγησε η EPA στις 3 Απριλίου 2001 δεν είναι σύμφωνη με τα άρθρα 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας.
47 Κατά την Επιτροπή, οι απαιτήσεις οι σχετικές με την έρευνα που έπρεπε να διεξαχθεί πριν από τη χορήγηση αυτής της άδειας δεν τηρήθηκαν. Υποστηρίζει, σχετικώς, ότι από το περιεχόμενο αυτής της άδειας, κατά την οποία, «εντός προθεσμίας έξι μηνών από της ημερομηνίας χορηγήσεως της παρούσας άδειας, ο δικαιούχος υποβάλλει πρόταση με σκοπό την εξέταση της δυνατότητας διεξαγωγής ελέγχου των απορρίψεων στα υπόγεια ύδατα και των συνεπειών τους για τον ποταμό Avoca», προκύπτει παράβαση των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας, καθόσον δεν διεξήχθη, πριν από τη χορήγηση της άδειας αυτής, έρευνα σχετικά με τις συνέπειες στα υπόγεια ύδατα και την ενδεχόμενη λήψη τεχνικών προφυλάξεων.
48 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η υδρογεωλογική μελέτη αποτελεί «προκαταρκτική έρευνα» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, η έρευνα αυτή ήταν, εν πάση περιπτώσει, ανεπαρκής, καθόσον, μεταξύ άλλων, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διεξαγωγή της συγκεντρώθηκαν όλα τα στοιχεία τα σχετικά με τις περιλαμβανόμενες στους πίνακες Ι και ΙΙ ουσίες, και καθόσον δεν γίνεται ρητή μνεία του άρθρου 4 της οδηγίας.
49 Επιπροσθέτως, κατά την Επιτροπή, τα κενά της μελέτης αυτής δεν καλύπτει η έκθεση περί περιβαλλοντικών συνεπειών.
50 Κατά την Ιρλανδία, οι σχετικές με την προκαταρκτική έρευνα υποχρεώσεις τηρήθηκαν, καθόσον πραγματοποιήθηκε η υδρογεωλογική έρευνα και η μελέτη των περιβαλλοντικών συνεπειών.
51 Το καθού κράτος μέλος προσθέτει ότι η EPA, πριν χορηγήσει την άδεια για τα απόβλητα, στις 3 Απριλίου 2001, έλαβε υπόψη τις προτάσεις σειράς μελετών με αντικείμενο τα υπόγεια ύδατα και τις υδρογεωλογικές έρευνες, όπως μεταξύ άλλων τη γεωλογική και υδρογεωλογική μελέτη για τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh (Co. Wicklow B. J. Murphy & Associates, Geological and Hydrogeological Study of the Ballymurtagh Landfill near Avoca, 1997).
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
52 Όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 42 και 43 της παρούσας αποφάσεως, η Ιρλανδία, επιλέγοντας, όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, τη λύση της διαλύσεως/διασκορπίσεως των στραγγιγμάτων δεν έλαβε όλες τις τεχνικές προφυλάξεις που απαιτεί, αφενός, το άρθρο 4 της οδηγίας, όσον αφορά τις περιλαμβανόμενες στον πίνακα I ουσίες, και, αφετέρου, το άρθρο 5 αυτής, όσον αφορά τις περιλαμβανόμενες στον πίνακα ΙΙ ουσίες. Επομένως, το εν λόγω κράτος μέλος δεν εξέδωσε συννόμως την άδεια, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων αυτών, δεδομένου ότι η χορήγηση μιας τέτοιας άδειας εξαρτάται, πράγματι, από τη λήψη των τεχνικών προφυλάξεων που απαιτούν τα άρθρα αυτά, πράγμα το οποίο δεν έγινε.
53 Εξάλλου, πρέπει να τονισθεί ότι αντικείμενο της προκαταρκτικής έρευνας που απαιτούν τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας είναι ο περιβαλλοντικός εκείνος χώρος που δέχεται τις απορρίψεις. Έχοντας υπόψη το ειδικό αυτό αντικείμενο, το άρθρο 7 της οδηγίας επιβάλλει οι έρευνες αυτές να κατευθύνονται προς συγκεκριμένους στόχους, δηλαδή στη μελέτη των υδρογεωλογικών συνθηκών της οικείας ζώνης, της ενδεχόμενης διυλιστικής ικανότητας του εδάφους και του υπεδάφους και των κινδύνων μολύνσεως και αλλοιώσεως της ποιότητας των υπογείων υδάτων λόγω των απορρίψεων, ώστε να διαπιστωθεί αν, από απόψεως περιβάλλοντος, οι απορρίψεις εντός αυτών των υδάτων συνιστούν τη δέουσα λύση. Το άρθρο 7 εξαρτά, κατά συνέπεια, τη χορήγηση των αδειών από συγκεκριμένους και λεπτομερούς όρους που πρέπει να θεωρούνται ως επιτακτικοί, ώστε να επιτυγχάνεται ο σκοπός της οδηγίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C‑360/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. I‑791, σκέψη 23).
54 Προκειμένου να επιτευχθεί πλήρως ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη σκοπός, η έρευνα που πρέπει να διεξαχθεί πριν τη χορήγηση της άδειας πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη και λεπτομερή εξέταση της καταστάσεως του περιβαλλοντικού εκείνου χώρου που δέχεται τις απορρίψεις, χωρίς πάντως να απαιτείται ρητή αναφορά στην οδηγία.
55 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι δεν συγκεντρώθηκαν όλα τα στοιχεία τα σχετικά με τους μολυσματικούς παράγοντες που κατά την υδρογεωλογική μελέτη ήταν πιθανό να περιέχοντα στα στραγγίσματα του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh. Επομένως, η υδρογεωλογική έρευνα δεν εξέτασε εξαντλητικώς τους κινδύνους μολύνσεως και αλλοιώσεως της ποιότητας των υπογείων υδάτων λόγω της απορρίψεως ουσιών περιλαμβανομένων στους πίνακες I και II.
56 Επίσης, από την παράγραφο που περιέχει η χορηγηθείσα από την EPA στις 3 Απριλίου 2001 άδεια περί αποβλήτων, η οποία παρατέθηκε στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι δεν εξετάστηκαν πλήρως οι περιβαλλοντικές συνέπειες του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων επί των υπογείων και επιφανειακών υδάτων πριν από τη χορήγηση αυτής της άδειας, αντιθέτως προς τις επιταγές του άρθρου 7 της οδηγίας.
57 Τέλος, η άδεια αυτή δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 10 της οδηγίας.
58 Επομένως, είναι βάσιμη η αιτίαση περί παραβάσεως των άρθρων 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας αυτής λόγω της μη σύννομης χορηγήσεως άδειας λειτουργίας του δημοτικού χώρου αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh.
59 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
Επί της αιτιάσεως περί εμμέσων απορρίψεων, στα υπόγεια ύδατα, ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II, προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές
60 Κατά την Επιτροπή, η Ιρλανδία δεν έλαβε τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία προστατεύοντας τα υπόγεια ύδατα, στο σύνολο των αγροτικών της εκτάσεων, από έμμεσες απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II και προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές, δηλαδή από συστήματα επεξεργασίας υδάτων που χρησιμοποιούνται για την διάθεση οικιακών λυμάτων μέσω του εδάφους.
61 Επισημαίνεται ότι δεν ακολουθούνται συστηματικώς, για τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν σηπτικές δεξαμενές, οι δέουσες διαδικασίες περί προηγουμένης έρευνας και χορηγήσεως αδείας, μολονότι τα καταλήγοντα στις σηπτικές δεξαμενές απόβλητα περιέχουν σημαντικές ποσότητες φωσφόρου και υγρής αμμωνίας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 5 της οδηγίας και από τις συναφείς διατάξεις της, όπως τα άρθρα 7, 8, 10 και 13.
62 Η Επιτροπή, προς στήριξη της αιτιάσεώς της αυτής, προβάλλει, ως αποδεικτικά στοιχεία, τα ακόλουθα:
– τη συσταλτική ερμηνεία που δίδει η Ιρλανδία στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να ερμηνεύεται ορθώς η διάταξη αυτή·
– την επί σειρά ετών παράλειψη της Ιρλανδίας να παρέμβει στην περίπτωση των άνευ αδείας απορρίψεων στις οποίες προέβαινε ξενοδοχειακό συγκρότημα στην κομητεία Wexford·
– τη μη συμμόρφωση της Ιρλανδίας, όσον αφορά την περιοχή των λιμνών του Killarney, προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις ως προς τις σηπτικές δεξαμενές και
– τις επίσημες εκθέσεις τις σχετικές με τη μόλυνση των υδάτων και τις παραβάσεις των διατάξεων της οδηγίας 80/778/ΕΟΚ, της 15ης Ιουλίου 1980, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (ΕΕ L 229, σ. 11).
63 Προκαταρκτικώς επισημαίνεται ότι η Επιτροπή δεν επιζητεί, με το συγκεκριμένο κεφάλαιο της προσφυγής, την αναγνώριση της εκ μέρους της Ιρλανδίας παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από την οδηγία ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πραγματικών καταστάσεων, αλλά την αναγνώριση παραβάσεως συνιστάμενης σε διοικητική πρακτική αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, με αναφορά σε ορισμένες πραγματικές καταστάσεις εν είδει παραδείγματος.
64 Πρέπει σχετικώς να τονισθεί, πρώτον, ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο τη διαπίστωση παραβάσεως διατάξεων οδηγίας λόγω μιας γενικώς ακολουθούμενης, εκ μέρους των αρχών κράτους μέλους, πρακτικής αντίθετης προς τη συγκεκριμένη οδηγία, επικαλούμενη προς τούτο ως παράδειγμα ορισμένες ειδικές περιπτώσεις (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 26ης Απριλίου 2005, C‑494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 2005, σ. I‑3331, σκέψη 27).
65 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, προκειμένου συμπεριφορά κράτους, συνιστάμενη σε διοικητική πρακτική αντίθετη προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, να μπορεί να θεμελιώσει παράβαση κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ, πρέπει η εν λόγω διοικητική πρακτική να είναι, σε ένα ορισμένο βαθμό, παγιωμένη και γενική (βλ., συγκεκριμένα, αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2006, C-441/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2006, σ. I 3449, σκέψη 50, και της 14ης Ιουνίου 2007, C-342/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 33).
66 Δεύτερον, στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει το υποστατό της προβαλλομένης παραβάσεως. Αυτή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να μπορεί να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 41 καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 48).
67 Πάντως, τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκπλήρωση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, κατά το άρθρο 211 ΕΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 42 καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
68 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, προκειμένου περί του ελέγχου της ορθής εφαρμογής στην πράξη διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίστηκαν προς διασφάλιση της πραγματικής εφαρμογής της οδηγίας, η Επιτροπή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα στοιχεία που της υποβάλλουν οι τυχόν καταγγέλλοντες και το οικείο κράτος μέλος (βλ., προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 43).
69 Στην περίπτωση, ιδίως, κατά την οποία η Επιτροπή προσκομίζει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι αρχές κράτους μέλους διαμόρφωσαν διαρκή και κατ’ επανάληψη ακολουθούμενη πρακτική ερχόμενη σε αντίθεση με τις διατάξεις οδηγίας, εναπόκειται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος να αμφισβητήσει κατά τρόπο τεκμηριωμένο και λεπτομερή τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 47).
70 Υπό το πρίσμα αυτών των αρχών πρέπει να εξεταστεί η συγκεκριμένη αιτίαση της Επιτροπής.
71 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, καθόσον οι προβαλλόμενες εν προκειμένω αιτιάσεις δεν αφορούν το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων, δεν επηρεάζουν την εξέταση της βασιμότητας των επιχειρημάτων που προέβαλε η Ιρλανδία ως προς την αποτελεσματικότητα της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίστηκε προς μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και ως προς τον συμπληρωματικό χαρακτήρα, σε σχέση με τη νομοθεσία αυτή, των κανόνων της εθνικής χωροταξικής νομοθεσίας.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας από την Ιρλανδία
– Επιχειρήματα των διαδίκων
72 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιρλανδία ερμηνεύει συσταλτικά το άρθρο 5, παράγραφος 1 της οδηγίας πράγμα που συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του συστήματος χορηγήσεως αδειών που προβλέπει το άρθρο αυτό για τις έμμεσες απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II και προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές στο σύνολο της ιρλανδικής επικράτειας, κατ’ αντίθεση προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.
73 Η Επιτροπή προσθέτει ότι μια τέτοια ερμηνεία ακολούθησε προεχόντως η κομητεία Wexford όσον αφορά, ιδίως, το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Creacon Lodge.
74 Η Επιτροπή επισημαίνει, επίσης, ότι οι άδειες απορρίψεως αποβλήτων στα υπόγεια ύδατα είναι πολύ λίγες στο σύνολο των κομητειών σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία, στοιχείο που αποδεικνύει την εσφαλμένη ερμηνεία της οδηγίας αυτής.
75 Η Ιρλανδία αντιτάσσει ότι, μετά την εκπνοή της προθεσμίας απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, αναθεώρησε την ερμηνεία που έδινε στην επίμαχη διάταξη.
76 Προσθέτει ότι οι τοπικές αρχές οι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας περί μεταφοράς της οδηγίας ερμήνευσαν πάντοτε την οδηγία αυτή κατά τρόπο σύμφωνο προς τον σκοπό του άρθρου 5 παράγραφος 1 αυτής.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
77 Όπως τονίζεται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως και όπως σαφώς προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατ’ αρχήν, να θεσπίσουν, για όλες τις περιλαμβανόμενες στον πίνακα II ουσίες, επομένως και για τις προερχόμενες από σηπτικές δεξαμενές, διαδικασία προηγούμενης έρευνας και χορηγήσεως αδείας ως προς όλες τις πράξεις διαθέσεως ή αποθέσεως με σκοπό τη διάθεση τέτοιων ουσιών που θα μπορούσαν να έχουν ως συνέπεια έμμεση απόρριψη.
78 Η Ιρλανδία αναγνωρίζει πλέον την ανάγκη εφαρμογής της οδηγίας με βάση την υπ’ αυτή την έννοια ερμηνεία του άρθρου 5, που είναι η μόνη σύμφωνη προς τις κοινοτικές απαιτήσεις.
79 Πρέπει πάντως να εξεταστεί αν η εσφαλμένη συσταλτική ερμηνεία της διατάξεως αυτής που έδωσε αρχικώς η Ιρλανδία έχει εφαρμόσει πράγματι στην πράξη, εξετάζοντας παράλληλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή προς υποδήλωση αυτής της ερμηνείας και λαμβάνοντας υπόψη την ίδια την επικρινόμενη διοικητική πρακτική.
Επί της διαθέσεως των λυμάτων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος του Creacon Lodge
– Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Κατά την Επιτροπή, η διάθεση των λυμάτων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος του Creacon Lodge, στην κομητεία του Wexford, είχε ως συνέπεια, επί σειρά ετών, την απόρριψη ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II που προκάλεσε τη μόλυνση, μέσω αποχετευτικού αγωγού, ορισμένων γειτονικών ζωνών, ιδίως ενός υδάτινου ρεύματος.
81 Μεταξύ των ετών 1995 και 2001, το συγκεκριμένο ξενοδοχειακό συγκρότημα, το οποίο, κατά την Επιτροπή, είναι δυναμικότητας 200 ατόμων, χρησιμοποιούσε σηπτική δεξαμενή 250 γαλονίων, κατά παράβαση της ρήτρας της οικοδομικής άδειας, κατά την οποία υπήρχε υποχρέωση εγκαταστάσεως συμπληρωματικής σηπτικής δεξαμενής. Κατά τον Ιανουάριο 1999 εγκαταστάθηκε νέα μονάδα καθαρισμού, χωρίς όμως να διεξαχθεί προηγουμένως έρευνα όπως επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας και χωρίς να χορηγηθεί η άδεια απορρίψεως λυμάτων που προβλέπει η διάταξη αυτή. Μόλις τον Νοέμβριο του 2001 χορηγήθηκε οριστική άδεια απορρίψεως λυμάτων.
82 Η Ιρλανδία αμφισβητεί τη δυναμικότητα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος του Creacon Lodge που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή και διευκρινίζει ότι κατά τα έτη 1994 έως 2000 εξετάστηκαν τέσσερις αιτήσεις οικοδομικής άδειας και ότι επιβλήθηκαν όροι και διεξήχθηκαν επισταμένοι έλεγχοι όσον αφορά την επεξεργασία και τη διάθεση λυμάτων προερχομένων από τα κτίρια αυτού του ξενοδοχειακού συγκροτήματος. Η Ιρλανδία προσθέτει ότι, κατά το 1996, τέθηκε σε λειτουργία σηπτική δεξαμενή ικανότητας 2 000 γαλονίων.
83 Η Ιρλανδία διευκρινίζει ότι, κατόπιν της χορηγήσεως της οριστικής άδειας απορρίψεως, στις 30 Νοεμβρίου 2001, εκ μέρους της Board Pleana, ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με την εξέταση προσφυγών σχετικών με οικοδομικές άδειες, η οποία επέβαλε την υποχρέωση εγκαταστάσεως συστήματος επεξεργασίας λυμάτων, το συμβούλιο της κομητείας του Wexford και η ίδια η EPA πραγματοποίησαν ελέγχους που περιελάμβαναν μελέτη δειγμάτων λυμάτων προερχομένων από το σύστημα επεξεργασίας λυμάτων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος Creacon Lodge, προς διασφάλιση της συμφωνίας αυτού του συστήματος με τους όρους που έθετε η ως άνω άδεια απορρίψεως.
84 Τέλος, η Ιρλανδία προσθέτει ότι επανειλημμένως απεστάλησαν έγγραφες οχλήσεις προς τον ιδιοκτήτη αυτού του ξενοδοχειακού συγκροτήματος οι οποίες προσδιόριζαν τις διατάξεις προς τις οποίες αυτός οφείλει να συμμορφωθεί, ενέργειες που αποδεικνύουν τις προσπάθειες που έγιναν προκειμένου οι υπεύθυνοι αυτού του ξενοδοχειακού συγκροτήματος να συμμορφωθούν προς τους όρους της ως άνω άδειας απορρίψεως.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
85 Προκαταρκτικώς επισημαίνεται, αναφορικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ως προς το σημείο αυτό η Επιτροπή, ότι η ίδια δέχεται ότι δεν είχε επαρκή πληροφόρηση επί ορισμένων πραγματικών περιστατικών που αφορούν το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Creacon Lodge. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, για την εγκατάσταση σηπτικής δεξαμενής κατά το 1996, ως προς την οποία η Επιτροπή δέχεται ότι ανταποκρινόταν στη συνήθη πληρότητα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, τόσο στο πλαίσιο της συνήθους ξενοδοχειακής χρήσεως όσο και στο πλαίσιο ειδικών εκδηλώσεων.
86 Όπως, επίσης, προκύπτει από διάφορες αιτήσεις οικοδομικής άδειας που εξέτασαν οι αρμόδιες αρχές, όταν το ξενοδοχειακό αυτό συγκρότημα διέθετε έντεκα δωμάτια, οι εν λόγω αρχές έκριναν ότι τα απορριπτόμενα από αυτό απόβλητα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οικιακής φύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
87 Μετά την υποβολή αιτήσεων οικοδομικής άδειας που είχαν ως αντικείμενο την αύξηση της δυναμικότητας αυτής της μονάδας, κατόπιν των οποίων εκδόθηκαν οι άδειες της 12ης Φεβρουαρίου 1997 και της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, οι ιδιοκτήτες της συγκεκριμένης μονάδας ενημερώθηκαν σχετικά με την υποχρέωσή τους να ζητήσουν άδεια για την απόρριψη των προερχομένων από το ξενοδοχειακό τους συγκρότημα αποβλήτων.
88 Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση του Board Pleana, της 30ής Νοεμβρίου 2001, ισοδυναμεί, κατά την ιρλανδική νομοθεσία, με χορήγηση οριστικής άδειας απορρίψεως αποβλήτων.
89 Βάσει αυτών των στοιχείων πρέπει να εξεταστεί η βασιμότητα του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου.
90 Πρώτον, από το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας προκύπτει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται επί των απορρίψεων οικιακών αποβλήτων προερχομένων από μεμονωμένες κατοικίες, μη συνδεόμενες με δίκτυο υπονόμων και ευρισκόμενες εκτός των ζωνών συγκεντρώσεως υδάτων προς ανθρώπινη κατανάλωση.
91 Έχοντας υπόψη τη δυναμικότητα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος του Creacon Lodge, ειδικότερα τον αριθμό των δωματίων της συγκεκριμένης μονάδας και των εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται σ’ αυτήν, δεν μπορούσε να εξαιρεθεί, νομίμως, από την εφαρμογή της οδηγίας, καθόσον τα προερχόμενα από το ξενοδοχειακό αυτό συγκρότημα απόβλητα δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «οικιακά απόβλητα» προερχόμενα από μεμονωμένες κατοικίες, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
92 Δεύτερον, εφόσον το συγκεκριμένο ξενοδοχειακό συγκρότημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και δεν αμφισβητείται ότι ουσίες περιλαμβανόμενες στον πίνακα II και προερχόμενες από τη σηπτική δεξαμενή της μονάδας αυτής απορρίπτονται στα υπόγεια ύδατα, έπρεπε να εφαρμοστεί, όπως τονίστηκε στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως, η διαδικασία προηγούμενης έρευνας και χορηγήσεως άδειας όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
93 Προς τούτο, η διενέργεια προηγούμενης έρευνας που προβλέπει η διάταξη αυτή πρέπει να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 7 της οδηγίας, περί των οποίων έγινε μνεία στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως.
94 Δεν αμφισβητείται ότι, στις 30 Νοεμβρίου 2001, χορηγήθηκε οριστική άδεια απορρίψεως για το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Creacon Lodge, από τα επιχειρήματα δε που προέβαλε η Ιρλανδία δεν προκύπτει ότι η άδεια αυτή είναι σύμφωνη προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 7. Πράγματι, το εν λόγω κράτος μέλος περιορίζεται να τονίσει ότι η χορήγηση άδειας απορρίψεως αποβλήτων προϋποθέτει την πραγματοποίηση επιτόπιας έρευνας κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας με την οποία μεταφέρθηκε η οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη, χωρίς να παρέχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο αναφορικά με την έρευνα που έπρεπε να είχε διεξαχθεί στην περίπτωση του συγκεκριμένου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.
95 Τέλος, η Ιρλανδία δεν μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα την κακή πίστη του ιδιοκτήτη της μονάδας αυτής προκειμένου να αντικρούσει τα προσκομισθέντα από την Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία.
96 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έχει επαρκώς από νομικής απόψεως αποδειχθεί ότι οι έμμεσες απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II πραγματοποιήθηκαν από το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Creacon Lodge, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 7 της οδηγίας και οι συναφείς διατάξεις αυτής, που είναι τα άρθρα 8, 10, 12 και 13.
Επί των σηπτικών δεξαμενών στην περιοχή των λιμνών Killarney
– Επιχειρήματα των διαδίκων
97 Η Επιτροπή υποστηρίζει, προκαταρκτικώς, ότι από δεκαετίας τα ευτροφικά φαινόμενα των γλυκών υδάτων αποτελούν μείζον μέλημα για τις ιρλανδικές αρχές, που σχετίζεται με την ποιότητα των επιφανειακών υδάτων. Οι εν λόγω αρχές πραγματοποίησαν σειρά μελετών ως προς τη μόλυνση ορισμένων ζωνών συγκεντρώσεως υδάτων και πρότειναν μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που διαπιστώθηκαν.
98 Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται το σχέδιο διαχειρίσεως και εποπτείας του χώρου συγκεντρώσεως υδάτων της λίμνης Lough Leane, τον μεγαλύτερο τέτοιο χώρο στην περιοχή των λιμνών Killarney, κατόπιν πρωτοβουλίας του συμβουλίου της κομητείας του Kerry, η κατάρτιση του οποίου διήρκεσε τρία έτη, από τον Ιούλιο του 1998 έως τον Ιούλιο του 2001. Στο πλαίσιο της καταρτίσεως αυτού του σχεδίου συντάχθηκαν πολλές εκθέσεις (ενδιάμεσες εκθέσεις και τελική έκθεση «A Catchment based approach for reducing nutrient inputs from all sources to the lakes of Killarney», κατά τον Δεκέμβριο του 2000 και τον Νοέμβριο του 2003).
99 Κατά την Επιτροπή, οι εκθέσεις αυτές αποδεικνύουν τη συστηματική παράβαση της Ιρλανδίας, καθόσον, ιδίως, ο τρόπος με τον οποίο το εν λόγω κράτος μέλος εφαρμόζει στην πράξη την οδηγία δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνος προς το άρθρο 5, παράγραφος 1 αυτής. Η Επιτροπή προσθέτει ότι από τις προαναφερθείσες εκθέσεις προκύπτει ότι δεν πραγματοποιήθηκε κανένας έλεγχος προκειμένου να εξακριβωθεί αν, εντός της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης, οι σηπτικές δεξαμενές κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας.
100 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα που διαπιστώθηκε στο Lough Leane οφείλεται κυρίως στις απορρίψεις αποβλήτων προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές επί των οποίων έχει εφαρμογή η οδηγία. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η πλειοψηφία των σηπτικών δεξαμενών της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης εξυπηρετεί μεμονωμένες κατοικίες και, ως εκ τούτου, εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
101 Επισημαίνεται, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από την τελική έκθεση περί της οποίας έγινε λόγος στη σκέψη 98 της παρούσας αποφάσεως, οι θρεπτικές ουσίες οι προερχόμενες από τα απόβλητα των σηπτικών δεξαμενών επηρέασαν την ποιότητα των υπογείων υδάτων που τροφοδοτούν τα επιφανειακά ύδατα και ρέουν απευθείας στη Lough Leane. Από τη δεύτερη ενδιάμεση έκθεση, περί της οποίας έγινε λόγος στη σκέψη 98 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι το 12 % της συνολικής εισροής φωσφόρου στη λίμνη αυτή μπορεί να προέρχεται από τις σηπτικές δεξαμενές.
102 Δεύτερον, στην τελική αυτή έκθεση τονίζεται ότι «σημαντικός αριθμός κατοικιών, εκμισθούμενων κατοικιών τύπου “bed and breakfast” και χώρων κατασκηνώσεως και σταθμεύσεως τροχόσπιτων στη ζώνη συγκεντρώσεως υδάτων της λίμνης Lough Leane, δεν εξυπηρετούνται […] από το δίκτυο αστικών υπονόμων και εξαρτώνται από τις σηπτικές δεξαμενές». Τούτο συμβαίνει, ιδίως, στην κοινότητα του Barraduff, όπου οι κατοικίες συνδέονται με ατομικές σηπτικές δεξαμενές.
103 Τρίτον, όπως υπομνήστηκε στη σκέψη 90 της παρούσας αποφάσεως, από το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας προκύπτει ότι αυτή δεν εφαρμόζεται επί των απορρίψεων οικιακών αποβλήτων προερχομένων από μεμονωμένες κατοικίες, οι οποίες δεν συνδέονται με δίκτυο υπονόμων και οι οποίες βρίσκονται εκτός ορισμένων ζωνών.
104 Βάσει, όμως, των ως άνω στοιχείων, τα οποία περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα τελική έκθεση, μέρος κατοικιών της συγκεκριμένης γεωγραφικής ζώνης, ιδίως οι κοινότητες που αποτελούν ζώνες κατοικίας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μεμονωμένες κατοικίες και, κατά συνέπεια, να εξαιρεθούν του πεδίου εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
105 Τα απόβλητα των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «οικιακά απόβλητα», κατά την έννοια αυτής της διατάξεως.
106 Επομένως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II, προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές οικιών εγκατεστημένων εντός της ζώνης συγκεντρώσεως υδάτων της λίμνης Lough Leane, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 2, στοιχείο α΄ της οδηγίας, πραγματοποιήθηκαν χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, αυτής.
Επί των επισήμων εκθέσεων περί της μολύνσεως των υδάτων και επί των καταλογιστέων στην Ιρλανδία παραβάσεων της οδηγίας 80/778
– Επιχειρήματα των διαδίκων
107 Κατά την Επιτροπή, από τις επίσημες εκθέσεις της EPA περί της μολύνσεως των υδάτων προκύπτουν συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία για τη γενικευμένη παράβαση εκ μέρους της Ιρλανδίας της υποχρεώσεώς της να διασφαλίσει ότι η διάθεση των αποβλήτων μέσω σηπτικών δεξαμενών στις αγροτικές εκτάσεις της Ιρλανδίας πρέπει να γίνεται κατόπιν προηγούμενης έρευνας, χορηγήσεως άδειας και της επιβαλλόμενης εποπτείας.
108 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι με τις εκθέσεις αυτές διαπιστώνεται εκτεταμένη και διαρκής μικροβιολογική μόλυνση εκατοντάδων δημοσίων και ιδιωτικών χώρων αποθεματοποιήσεως υδάτων, πολλοί από τους οποίους τροφοδοτούνται από υπόγεια ύδατα.
109 Υπενθυμίζοντας, σχετικώς, ότι με την απόφαση της 14 Νοεμβρίου 2002, C‑316/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2002, σ. I-10527), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιρλανδία δεν τήρησε τα μικροβιολογικά όρια που καθορίζει η οδηγία 80/778, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υφίσταται σχέση μεταξύ της μικροβιολογικής μολύνσεως και της παρουσίας ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II, ιδίως αμμωνιακών αλάτων, φωσφόρου και χλωριούχων αλάτων.
110 Η Ιρλανδία αμφισβητεί τους ισχυρισμούς αυτούς της Επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι δεν στηρίζονται σε κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
111 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα αποσπάσματα των εκθέσεων που παρέθεσε η Επιτροπή, καίτοι υπογραμμίζουν τη μόλυνση των χώρων αποθεματοποιήσεως υδάτων, δεν αποδεικνύουν επαρκώς από νομικής απόψεως την ύπαρξη αιτιώδους σχέσεως μεταξύ της μολύνσεως αυτής και της παρουσίας ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II. Προς τούτο, μπορεί να τονιστεί ότι η έκθεση της EPA, η σχετική με την περίοδο 1998-2000 (Water Quality in Ireland, 1998-2000, Environmental Protection Agency, 2002), επισημαίνει την ύπαρξη πολλών αιτίων δυναμένων να εξηγήσουν τις υψηλές περιεκτικότητες νιτρικών αλάτων που παρατηρήθηκαν στο 20 % των σταθμών λήψεως δειγμάτων.
112 Τέλος, κανένα συμπέρασμα δεν μπορεί να στηριχθεί σε προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διαπιστώθηκε ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 80/778, που δεν έχει καμία σχέση, με την παρούσα προσφυγή.
113 Επομένως, οι γενικής φύσεως διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.
114 Κατά συνέπεια, από την ανωτέρω εξέταση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει, πρώτον, ότι πραγματοποιήθηκαν έμμεσες απορρίψεις ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II από το ξενοδοχειακό συγκρότημα του Creacon Lodge, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις των άρθρων 5, 7, 8, 10, 12 και 13 της οδηγίας και, δεύτερον, ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι απορρίψεις τέτοιων ουσιών προερχομένων από τις σηπτικές δεξαμενές, με τις οποίες είναι εφοδιασμένες ορισμένες κατοικίες ευρισκόμενες εντός της ζώνης συγκεντρώσεως υδάτων της λίμνης Lough Leane, πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση των προϋποθέσεων του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας.
115 Πάντως, από αυτή τη μη πιστή και γεωγραφικώς περιορισμένη εφαρμογή δεν προκύπτει η ύπαρξη, στο σύνολο των αγροτικών εδαφών της Ιρλανδίας, διοικητικής πρακτικής σχετικής με τις έμμεσες απορρίψεις εντός υπογείων υδάτων αποβλήτων προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές, ανταποκρινόμενη στα χαρακτηριστικά που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ερχόμενη σε αντίθεση με τα άρθρα 5, 7, 8, 10, 12 και 13 της οδηγίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Μαΐου 2005, C-287/03, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2003, σ. I-3761, σκέψη 30).
116 Επομένως, εφόσον η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Ιρλανδία δεν έλαβε όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 5, 7, 8, 10, 12 και 13 της οδηγίας όσον αφορά, στο σύνολο των αγροτικών της εκτάσεων, τις έμμεσες απορρίψεις εντός υπογείων υδάτων ουσιών περιλαμβανομένων στον πίνακα II και προερχομένων από σηπτικές δεξαμενές, η σχετική με τις απορρίψεις αυτές αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
117 Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας, όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh (κομητεία Wicklow), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την λόγω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
118 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
119 Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προσφυγή δεν έγινε δεκτή για ολόκληρη την παράβαση όπως την είχε προσδιορίσει η Επιτροπή.
120 Επομένως, η Ιρλανδία πρέπει να φέρει τα δύο τρίτα του συνόλου των δικαστικών εξόδων. Η Επιτροπή θα φέρει το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιρλανδία, παραλείποντας να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 4, 5, 7 και 10 της οδηγίας 80/68/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1979, περί προστασίας των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση που προέρχεται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, όσον αφορά τον δημοτικό χώρο αποθέσεως αποβλήτων του Ballymurtagh (της κομητείας του Wicklow), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Καταδικάζει την Ιρλανδία να φέρει τα δύο τρίτα του συνόλου των δικαστικών εξόδων. Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να φέρει το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy