Υπόθεση C-254/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους — Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ — Ποσοτικοί περιορισμοί των εισαγωγών — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή — Απαίτηση συμφωνίας με εθνικό κανόνα — Εθνική διαδικασία εγκρίσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος
(Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ)
Το κράτος μέλος που απαιτεί όσον αφορά τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE:
– να ανταποκρίνονται σε εθνικό κανόνα που περιλαμβάνει τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες οφείλουν να ανταποκρίνονται ορισμένα συστατικά των συστημάτων αυτών,
– να υπόκεινται σε έγκριση που χορηγείται από οργανισμό πιστοποιήσεως, εμπόδιο το οποίο επιτείνεται από τα δυσανάλογα έξοδα που συνεπάγεται η έγκριση αυτή και
– να υποβάλλονται σε δοκιμές και εξακριβώσεις στο πλαίσιο της εν λόγω εγκρίσεως, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αποτελούν περιττή επανάληψη των ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών εντός άλλου κράτους μέλους,
παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ.
Η απαίτηση συμμορφώσεως προς εθνικό κανόνα, καίτοι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, παρεμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών που απαγορεύει το άρθρο 28 ΕΚ καθόσον μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αναγκάσει τους επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών να προσαρμόσουν τις συσκευές και τον εξοπλισμό τους στις απαιτήσεις των τεχνικών προτύπων ή κανονισμών του κράτους μέλους εισαγωγής και να πραγματοποιήσουν πρόσθετα έξοδα για την προσαρμογή αυτή, ακόμη και να τους αποτρέψουν από την εμπορία των οικείων προϊόντων στο εν λόγω κράτος μέλος.
Εξάλλου, η απαίτηση προηγουμένης εγκρίσεως ενός προϊόντος προκειμένου να βεβαιωθεί ότι είναι κατάλληλο για συγκεκριμένη χρήση περιορίζει την πρόσβαση στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και συνεπώς πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ. Η απαίτηση αυτή είναι δυσανάλογη δεδομένου ότι ο οργανισμός πιστοποιήσεως δεν λαμβάνει υπόψη, ελλείψει διμερούς συμφωνίας με τον οργανισμό πιστοποιήσεως του κράτους μέλους προελεύσεως του προϊόντος, τους ελέγχους που έχουν πραγματοποιηθεί σε αυτό το άλλο κράτος μέλος. Εξάλλου τα έξοδα που συνεπάγεται η διαδικασία εγκρίσεως και συγκεκριμένα οι δοκιμές και οι εξακριβώσεις πρέπει να θεωρηθούν δυσανάλογα στο μέτρο που η διαδικασία αυτή δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να επιβληθούν δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως.
Ναι μεν, ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως, στα κράτη μέλη εναπόκειται να αποφασίσουν το επίπεδο στο οποίο επιθυμούν να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των προσώπων, πλην όμως η εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου αυτού παρά μόνον αν οι εθνικές αρχές αποδείξουν ότι είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός η περισσοτέρων από τους συγκεκριμένους στόχους και ότι συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας. Συναφώς, οι δικαιολογητικοί λόγοι, που μπορούν να προβληθούν από το κράτος μέλος, πρέπει να συνοδεύονται από κατάλληλες αποδείξεις ή από ανάλυση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του περιοριστικού μέτρου που έλαβε το κράτος αυτό καθώς και από συγκεκριμένα στοιχεία στηρίζοντα τα επιχειρήματά του.
(βλ. σκέψεις 29-30, 32, 35-36, 41-42, 45 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 7ης Ιουνίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ – Ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος – Συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή – Απαίτηση συμφωνίας με εθνικό κανόνα – Εθνική διαδικασία εγκρίσεως»
Στην υπόθεση C‑254/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 16 Ιουνίου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον B. Stromsky, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από τον M. Wimmer,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Γ. Αρέστη και J. Malenovský, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας όσον αφορά τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, τα οποία κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους και δεν φέρουν τη σήμανση CE:
– να είναι σύμφωνα προς τον βελγικό κανόνα NBN S 21‑100 σχετικά με τον σχεδιασμό κεντρικών εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, του Σεπτεμβρίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με την προσθήκη αριθ. 2, του Αυγούστου 1996 (στο εξής: κανόνας NBN S 21‑100),
– να υπόκεινται σε έγκριση που χορηγεί ο BOSEC (Belgian Organisation for Security Certification), εμπόδιο το οποίο επιτείνεται λόγω των δυσανάλογων εξόδων που προϋποθέτει η έγκριση αυτή και
– να υποβάλλονται σε δοκιμές και σε εξακριβώσεις στο πλαίσιο της εν λόγω εγκρίσεως, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αποτελούν περιττή επανάληψη των ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών εντός άλλου κράτους μέλους,
το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ.
Νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 2 της απόφασης του εκτελεστικού της Γαλλικής Κοινότητας, της 24ης Δεκεμβρίου 1990, για τον καθορισμό των επιμέρους στοιχείων και της διαδικασίας χορήγησης του πιστοποιητικού ασφάλειας για τα ξενοδοχεία που λειτουργούν την 1η Ιανουαρίου 1991 και για τον καθορισμό των κανόνων ασφαλείας στον τομέα της πυροπροστασίας ειδικά για τα καταστήματα αυτά (Moniteur belge της 21ης Ιουνίου 1991, σ. 13999, στο εξής: απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1990), ορίζει:
«Δεν επιτρέπεται η εκμετάλλευση ξενοδοχείου πριν από την έκδοση πιστοποιητικού ασφαλείας.»
3 Κατά το άρθρο 3 της απόφασης αυτής, το πιστοποιητικό αυτό χορηγείται εάν πληρούνται οι κανόνες ασφαλείας στον τομέα της πυροπροστασίας, που εφαρμόζονται ειδικά στα ξενοδοχεία, όπως προβλέπονται στο παράρτημα 1 της απόφασης.
4 Σύμφωνα με το σημείο 7.4.4 του εν λόγω παραρτήματος, η κεντρική εγκατάσταση συσκευών αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή πραγματοποιείται και εγκρίνεται σύμφωνα με τον κανόνα NBN S 21‑100, ενώ το υλικό αποτελεί αντικείμενο εγκρίσεως που πιστοποιεί ότι ανταποκρίνεται σ’ αυτό τον κανόνα.
5 Το άρθρο 158 του διατάγματος της Περιφέρειας της Βαλλονίας, της 18ης Δεκεμβρίου 2003, για τα τουριστικά ξενοδοχεία (Moniteur belge της 11ης Μαρτίου 2004, σ. 13669), κατάργησε, όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλλονίας, την απόφαση της 24ης Δεκεμβρίου 1990. Οι διατάξεις του τελευταίου εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην Περιφέρεια των Βρυξελλών.
6 Το άρθρο 27 του διατάγματος της κυβερνήσεως της Βαλλονίας, της 3ης Δεκεμβρίου 1998, για την εφαρμογή του διατάγματος της 5ης Ιουνίου 1997 για τα γηροκομεία, τις κατοικίες-υπηρεσίες και τα ημερήσια κέντρα υποδοχής ηλικιωμένων και για την ίδρυση του Συμβουλίου τρίτης ηλικίας της Βαλλονίας (Moniteur belge της 27ης Ιανουαρίου 1999, σ. 2221, στο εξής: διάταγμα της 3ης Δεκεμβρίου 1998), ορίζει:
«Οι κανόνες σχετικά με την πυροπροστασία και τον πανικό που καθορίζει το παράρτημα I έχουν εφαρμογή στα γηροκομεία, τις κατοικίες-υπηρεσίες και τα ημερήσια κέντρα υποδοχής ηλικιωμένων.
[…]»
7 Κατά το σημείο 0.5 του παραρτήματος I του διατάγματος της 3ης Δεκεμβρίου 1998:
«Αν αποδεικνύεται με έγγραφα ότι ένα προϊόν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος διατάγματος σύμφωνα με ισοδύναμες μεθόδους δοκιμών και κατατάξεως που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, το προϊόν αυτό θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στις τεχνικές προδιαγραφές του παρόντος παραρτήματος.»
8 Στο σημείο 7.7.1 του εν λόγω παραρτήματος ορίζει:
«Οι κεντρικές εγκαταστάσεις αυτόματης ανιχνεύσεως εγκρίνονται σύμφωνα με τον βελγικό κανόνα NBN S 21‑100 “Σχεδιασμός εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή”. Ωστόσο, σε έλεγχο υποβάλλεται το σύνολο των εγκαταστάσεων (ανιχνευτές, κεντρικές μονάδες, πίνακες επανάληψης, μονάδες ρυθμίσεως, κ.λπ.).»
9 Ο κανόνας NBN S 21‑100 περιγράφει τους κανόνες σχεδιασμού των κεντρικών εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή.
10 Το σημείο 4.2 του κανόνα αυτού, που φέρει τον τίτλο «Περιγραφή», είναι το ακόλουθο:
«Μια εγκατάσταση αυτομάτων πυρανιχνευτών αποτελείται κυρίως από:
– συλλέκτες ευαίσθητους σε ειδικά χαρακτηριστικά της καύσης που καλούνται ανιχνευτές,
– δίκτυο ηλεκτρικών καλωδίων,
– κεντρικής μονάδας ανίχνευσης η οποία σημαίνει συναγερμό, υποδεικνύει τη ζώνη ανίχνευσης και τις διαταράξεις,
– πηγές τροφοδοσίας σε ενέργεια.
Τα υλικά αυτά ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές των ευρωπαϊκών προτύπων CEN ή των βελγικών προτύπων, ο εγκαταστάτης δε και το σύστημα πρέπει να εγκρίνονται από τον BOSEC. Όλα τα στοιχεία του συστήματος αυτού πρέπει να είναι συμβατά.
Στην εγκατάσταση μπορούν να προστεθούν μονάδες επανάληψης, χειροκίνητες μονάδες προειδοποίησης ή κάθε άλλο όργανο ρυθμίσεως υπό τον όρον ότι ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του παρόντος κανόνα.
Το σύνολο ανιχνευτή-βάθρου ή βάσης διαθέτει οπτικό σημείο συναγερμού.»
11 Κατά το σημείο 4.3.1 του εν λόγω κανόνα που φέρει τον τίτλο «Τύποι ανιχνευτών»:
«Κάθε τύπος ανιχνευτή ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές των βελγικών κανόνων.»
12 Τα σημεία 4.4.6 και 4.4.8.2 του κανόνα NBN S 21‑100, που φέρουν τον τίτλο «Πηγές τροφοδοσίας σε ενέργεια» και «Καλωδίωση», προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχουν αντιστοίχως η βοηθητική πηγή τροφοδοσίας σε ενέργεια και τα καλώδια των εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και η διοικητική διαδικασία
13 Η Επιτροπή, που πληροφορήθηκε τις δυσκολίες που συνάντησε ένας Βρετανός επιχειρηματίας για να διαθέσει στο εμπόριο υλικό πυρανίχνευσης στο Βέλγιο, απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως της 21ης Ιανουαρίου 2003 στο Βασίλειο του Βελγίου και το κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του όσον αφορά τα της εισαγωγής και εμπορίας στο κράτος αυτό συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή.
14 Οι βελγικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 2003.
15 Θεωρώντας ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ, η Επιτροπή του απηύθυνε στις 9 Ιουλίου 2004 αιτιολογημένη γνώμη και το κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτή εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
16 Οι βελγικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 2004.
17 Επειδή η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση των βελγικών αρχών, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της 24ης Δεκεμβρίου 1990 και της 3ης Δεκεμβρίου 1998 περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE.
19 Συγκεκριμένα, η βελγική ρύθμιση, απαιτώντας τη συμμόρφωση προς τον κανόνα NBN S 21‑100, αποκλείει από τμήμα της βελγικής αγοράς τη χρήση, από ξενοδοχεία και γηροκομεία, των εν λόγω συστημάτων που δεν ανταποκρίνονται στον κανόνα αυτό. Για τον λόγο αυτό ορισμένοι επιχειρηματίες που κατασκευάζουν ή εμπορεύονται τα προϊόντα αυτά ενδέχεται να μην τα παρουσιάσουν στη βελγική αγορά ή να αναγκαστούν να τα προσαρμόσουν για να έχουν πρόσβαση σ’ αυτή.
20 Το ίδιο ισχύει και για τους κανονισμούς των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως περί πυροπροστασίας που, σύμφωνα με τις πληροφορίες των βελγικών αρχών, απαιτούν να ανταποκρίνονται οι ανιχνευτές πυρκαγιάς στον κανόνα NBN S 21-100, καθώς και για τη διοικητική πρακτική των υπηρεσιών πυροπροστασίας που αναφέρονται στον ίδιο κανόνα όταν προσδιορίζουν τα μέτρα προλήψεως πυρκαγιών.
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η υποχρέωση συμμορφώσεως προς τον κανόνα NBN S 21‑100 που επιβάλλει η βελγική ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα να υποβάλλει τα εν λόγω συστήματα σε έγκριση που χορηγεί ο BOSEC.
22 Αυτή όμως η διαδικασία εγκρίσεως όχι μόνον αποτελεί καθεαυτή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό που απαγορεύεται από το άρθρο 28 ΕΚ, αλλά επιπλέον το εμπόδιο αυτό επιτείνεται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα των καθυστερήσεων και δαπανών που συνεπάγεται η διαδικασία αυτή καθώς και από το γεγονός ότι ο BOSEC δεν λαμβάνει υπόψη τις δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών σε άλλο κράτος μέλος.
23 Το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί ότι η τήρηση του κανόνα NBN S 21‑100 επιβάλλεται τόσο από τη ρύθμιση που μνημονεύει η Επιτροπή όσο και από την πρακτική των υπηρεσιών πυραπροστασίας, πλην όμως φρονεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των προτάσεων τροποποιήσεως που υποβλήθηκαν στις 30 Μαρτίου 2005 και στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 σε δημόσια έρευνα και ιδίως της πρότασης για την κατάργηση της αναφοράς στον BOSEC ως πιστοποιούντα οργανισμό, ο κανόνας NBN S 21‑100 συνάδει προς το άρθρο 28 ΕΚ και δεν αποτελεί πλέον εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE.
24 Εξάλλου, οι βελγικές αρχές παρατηρούν ότι ο κανόνας αυτός ανταποκρίνεται στους ευρωπαϊκούς κανόνες και δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις που απαιτούν την προσαρμογή ή την τροποποίηση των προϊόντων τα οποία συνθέτουν τις εγκαταστάσεις αυτόματης πυρανιχνεύσεως. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος που επιβάλλει ο κανόνας αυτός δεν αφορά τα στοιχεία των εγκαταστάσεων, αλλά μόνον τη λειτουργία τους στο σύνολό τους.
25 Εν πάση περιπτώσει, ο έλεγχος αυτός δικαιολογείται από λόγους δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων και των ζώων.
26 Συναφώς, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις του κανόνα NBN S 21‑100 εφαρμόζονται αδιακρίτως και ο έλεγχος τον οποίο επιβάλλουν επί των εγκαταστάσεων και των συστημάτων πυρανιχνεύσεως είναι αναγκαίος και τελεί σε σχέση αναλογίας με τον επιδιωκόμενο στόχο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Όσον αφορά, πρώτον, την απαίτηση συμμορφώσεως προς τον κανόνα NBN S 21‑100 που επιβάλλει η βελγική ρύθμιση και η διοικητική πρακτική ορισμένων βελγικών δημοσίων υπηρεσιών, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που ενδέχεται να παρεμποδίσει αμέσως ή εμμέσως, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό που απαγορεύεται από το άρθρο 28 ΕΚ (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5, και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑270/02, Συλλογή 2004, σ. I‑1559, σκέψη 18).
28 Ειδικότερα, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέουν, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, από την εφαρμογή σε εμπορεύματα προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όπου νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, κανόνων σχετικά με τους όρους τους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται χωρίς διάκριση σε όλα τα προϊόντα, συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος και απαγορεύονται από το άρθρο 28 ΕΚ (αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1993, C‑267/91 και C‑268/91, Keck και Mithouard, Συλλογή 1993, σ. I‑6097, σκέψη 15, και της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑217/99, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. I‑10251, σκέψη 16).
29 Εν προκειμένω, από αυτό τούτο το γράμμα των σημείων 4.2, 4.3.1, 4.4.6 και 4.4.8.2 του κανόνα NBN S 21‑100 προκύπτει ότι ο κανόνας αυτός περιέχει όχι μόνον κανόνες ελέγχου για τη συνολική λειτουργία των εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, αλλά και τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται ορισμένα συστατικά στοιχεία των συστημάτων αυτών.
30 Συνεπώς, δεδομένου ότι πρόκειται για την εμπορία σε κράτος μέλος προϊόντων ή συστατικών στοιχείων που νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και ελλείψει κοινοτικής εναρμονίσεως, η απαίτηση συμμορφώσεως προς τον κανόνα NBN S 21‑100 που επιβάλλει η βελγική ρύθμιση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αναγκάσει τους επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών να προσαρμόσουν τις συσκευές και τον εξοπλισμό τους στις απαιτήσεις των τεχνικών προτύπων ή κανονισμών του κράτους μέλους εισαγωγής και να πραγματοποιήσουν πρόσθετα έξοδα για την προσαρμογή αυτή (αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, προαναφερθείσα, σκέψη 17· της 8ης Μαΐου 2003, C‑14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ. I‑4431, σκέψη 63, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα, σκέψη 19), ακόμη και να τους αποτρέψουν από την εμπορία των οικείων προϊόντων στο Βέλγιο (αποφάσεις 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 45/87, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1988, σ. 4929, σκέψη 19, και Επιτροπή κατά Βελγίου, προαναφερθείσα, σκέψη 18).
31 Συναφώς, το επιχείρημα του Βασιλείου του Βελγίου ότι δεν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής προς τη βελγική αγορά των προϊόντων που νομίμως κατασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, διότι ο κανόνας NBN S 21‑100 απλώς αντιγράφει τις τεχνικές απαιτήσεις που περιέχουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες της σειράς EN‑54, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει σαφώς τόσο από την αιτιολογημένη γνώμη όσο και από την προσφυγή της Επιτροπής, η υπό κρίση προσφυγή αφορά μόνον τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που δεν φέρουν τη σήμανση CE.
32 Κατά συνέπεια, η απαίτηση συμμορφώσεως προς εθνικό κανόνα όπως ο κανόνας NBN S 21‑100, καίτοι εφαρμόζεται χωρίς διάκριση σε όλα τα προϊόντα, παρεμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, απαγορευόμενο από το άρθρο 28 ΕΚ.
33 Το μέτρο αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για κάποιο από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμεί το άρθρο 30 ΕΚ ή για κάποια από τις επιτακτικές ανάγκες που έχει δεχθεί η νομολογία του Δικαστηρίου, υπό τον όρον ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μέτρο αυτό είναι κατάλληλο να εξασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου και δεν υπερακοντίζει το αναγκαίο προς τούτο επίπεδο (βλ. αποφάσεις ATRAL, προαναφερθείσα, σκέψη 64, και της 10ης Νοεμβρίου 2005, C‑432/03, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2005, σ. I‑9665, σκέψη 42).
34 Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η υποχρέωση συμμορφώσεως προς τον κανόνα NBN S 21‑100 δικαιολογείται από λόγους δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων και των ζώων.
35 Ναι μεν είναι αναμφισβήτητο ότι οι λόγοι αυτοί συγκαταλέγονται σ’ αυτούς που, κατά το άρθρο 30 ΕΚ, το κράτος μέλος μπορεί να προβάλει για να δικαιολογήσει την υποχρέωση αυτή και ότι, ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως, στα κράτη μέλη εναπόκειται να αποφασίσουν το επίπεδο στο οποίο επιθυμούν να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των προσώπων (βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1996, C‑293/94, Brandsma, Συλλογή 1996, σ. I‑3159, σκέψη 11, και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, προαναφερθείσα, σκέψη 44), πλην όμως η εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου αυτού παρά μόνον αν οι εθνικές αρχές αποδείξουν ότι είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός η περισσοτέρων από τους συγκεκριμένους στόχους και ότι συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (βλ. αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1983, 227/82, Van Bennekom, Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψη 40· της 13ης Μαρτίου 1997, C‑358/95, Morellato, Συλλογή 1997, σ. I‑1431, σκέψη 14· ATRAL, προαναφερθείσα, σκέψη 67, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα, σκέψη 22).
36 Συναφώς, οι δικαιολογητικοί λόγοι, που μπορούν να προβληθούν από το κράτος μέλος, πρέπει να συνοδεύονται από κατάλληλες αποδείξεις ή από ανάλυση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του περιοριστικού μέτρου που έλαβε το κράτος αυτό καθώς και από συγκεκριμένα στοιχεία στηρίζοντα τα επιχειρήματά του (αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2003, C‑42/02, Lindman, Συλλογή 2003, σ. I‑13519, σκέψη 25· της 18ης Μαρτίου 2004, C‑8/02, Leichtle, Συλλογή 2004, σ. I‑2641, σκέψη 45· της 7ης Ιουλίου 2005, C‑147/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2005, σ. I‑5969, σκέψη 63· της 16ης Φεβρουαρίου 2006, C‑137/04, Rockler, Συλλογή 2006, σ. I‑1441, σκέψη 25, και της ίδιας ημερομηνίας, C‑185/04, Öberg, Συλλογή 2006, σ. I‑1453, σκέψη 22).
37 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει τέτοια απόδειξη. Πράγματι, οι βελγικές αρχές απλώς υποστηρίζουν ότι η εν λόγω υποχρέωση εφαρμόζεται χωρίς διάκριση στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα και ότι πληροί τους προαναφερθέντες όρους της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και ότι ο σκοπός του κανόνα NBN S 21‑100 είναι να εξασφαλίζεται ότι ο σχεδιασμός της εγκατάστασης είναι καλός και ότι το σύστημα θα λειτουργήσει σωστά.
38 Όσον αφορά, δεύτερον, την υποβολή των συστημάτων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή σε έγκριση που χορηγεί ο BOSEC, το Βασίλειο του Βελγίου κάνει λόγο για πρόταση τροποποιήσεως του κανόνα NBN S 21‑100 και δη κατάργησης της παραπομπής στον οργανισμό αυτό.
39 Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι εν συνεχεία επελθούσες μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2002, C‑423/00, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2002, σ. I‑593, σκέψη 14, και της 14ης Ιουλίου 2005, C‑433/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. I‑6985, σκέψη 32).
40 Εν προκειμένω όμως, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε υιοθετήσει την πρόταση τροποποιήσεως του κανόνα NBN S 21‑100 για την κατάργηση της παραπομπής στον BOSEC ως οργανισμό πιστοποιήσεως για τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή.
41 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαίτηση προηγουμένης εγκρίσεως ενός προϊόντος προκειμένου να βεβαιωθεί ότι είναι κατάλληλο για συγκεκριμένη χρήση περιορίζει την πρόσβαση στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και συνεπώς πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, προαναφερθείσα, σκέψη 41).
42 Όσον αφορά τον δυσανάλογο χαρακτήρα της απαίτησης αυτής, διαπιστώνεται ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία το Βασίλειο του Βελγίου δέχθηκε ότι, τουλάχιστον κατά την περίοδο που αφορά η υπό κρίση προσφυγή, στο πλαίσιο της εγκρίσεως που χορηγείται κατ’ εφαρμογή του κανόνα NBN S 21‑100 και ελλείψει διμερούς συμφωνίας με τον οργανισμό πιστοποιήσεως του κράτους μέλους προελεύσεως του προϊόντος, ο BOSEC δεν ελάμβανε υπόψη τους ελέγχους που είχαν πραγματοποιηθεί σε αυτό το κράτος μέλος. Όπως όμως παρατηρεί η Επιτροπή, το Βασίλειο του Βελγίου δεν προσκόμισε στοιχεία στηρίζοντα το συμπέρασμα ότι η πρακτική αυτή εγκαταλείφθηκε.
43 Όσον αφορά τα έξοδα που συνεπάγεται αυτή η διαδικασία εγκρίσεως, αρκεί να σημειωθεί ότι, στο μέτρο που δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να επιβληθούν δοκιμές και εξακριβώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως του προϊόντος, τα έξοδα που συνδέονται με αυτές τις δοκιμές και εξακριβώσεις πρέπει να θεωρηθούν ως δυσανάλογα.
44 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.
45 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου, απαιτώντας, όσον αφορά τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE:
– να ανταποκρίνονται στον κανόνα NBN S 21‑100,
– να υπόκεινται σε έγκριση που χορηγεί ο BOSEC, εμπόδιο το οποίο επιτείνεται από τα δυσανάλογα έξοδα που συνεπάγεται η έγκριση αυτή και
– να υποβάλλονται σε δοκιμές και εξακριβώσεις στο πλαίσιο της εν λόγω εγκρίσεως, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αποτελούν περιττή επανάληψη των ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών εντός άλλου κράτους μέλους,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο του Βελγίου το οποίο και ηττήθηκε, το τελευταίο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, απαιτώντας όσον αφορά τα συστήματα αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή που νομίμως κατασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και δεν φέρουν τη σήμανση CE:
– να ανταποκρίνονται στον κανόνα NBN S 21 100, σχετικά με τον σχεδιασμό κεντρικών εγκαταστάσεων αυτόματης πυρανιχνεύσεως μέσω σημειακού φωρατή, του Σεπτεμβρίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με την προσθήκη αριθ. 2, του Αυγούστου 1996,
– να υπόκεινται σε έγκριση που χορηγεί ο BOSEC, (Belgian Organisation for Security Certification), εμπόδιο το οποίο επιτείνεται από τα δυσανάλογα έξοδα που συνεπάγεται η έγκριση αυτή και
– να υποβάλλονται σε δοκιμές και εξακριβώσεις στο πλαίσιο της εν λόγω εγκρίσεως, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αποτελούν περιττή επανάληψη των ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών εντός άλλου κράτους μέλους,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 ΕΚ.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy