Υπόθεση C-255/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων έργων στο περιβάλλον — Αξιοποίηση των αποβλήτων — Κατασκευή της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή αποβλήτων της Brescia — Δημοσιότητα της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας — Οδηγίες 75/442/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ και 2000/76/ΕΚ»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων έργων στο περιβάλλον — Οδηγία 85/337
(Οδηγία 85/337 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11, άρθρα 2 §1 και 4 § 1 και παράρτημα I)
2. Περιβάλλον — Απόβλητα — Αποτέφρωση — Οδηγία 2000/76
(Οδηγία 2000/76 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 12 § 1)
1. Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/11, το κράτος μέλος το οποίο, κατ’ εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που επιτρέπει την απαλλαγή σχεδίων προοριζομένων για την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων και μη επικίνδυνων αποβλήτων ικανότητας πλέον των 100 τόνων ημερησίως και εμπιπτόντων στο παράρτημα Ι της ίδιας αυτής οδηγίας από τη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, εφόσον αποτελούν αντικείμενο απλουστευμένης διαδικασίας, υπό την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442, περί των στερεών αποβλήτων, δεν υποβάλει στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον κατά τα άρθρα 5 έως 10 της εν λόγω οδηγίας 85/337, προ της χορηγήσεως της αδείας κατασκευής, το σχέδιο που αφορά μια εγκατάσταση αποτεφρώσεως αποβλήτων που εμπίπτει στην κατηγορία των εγκαταστάσεων διαθέσεως μη επικινδύνων αποβλήτων με αποτέφρωση ή χημική κατεργασία, με ημερήσια δυναμικότητα άνω των 100 τόνων, κατηγορία προβλεπόμενη στο παράρτημα Ι, σημείο 10, της οδηγίας 85/337.
(βλ. σκέψεις 50-53, διατακτ. 1)
2. Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76, για την αποτέφρωση των αποβλήτων, το κράτος μέλος το οποίο δεν θέτει στη διάθεση του κοινού, σε έναν ή περισσότερους δημόσιους χώρους, επί χρονικό διάστημα επαρκές προκειμένου το κοινό να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του προ της λήψεως αποφάσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, τη δήλωση ενάρξεως δραστηριότητας σχεδίου σχετικού με μια εγκατάσταση αποτεφρώσεως αποβλήτων, η οποία μπορεί να εξομοιωθεί με αίτηση για τη χορήγηση νέας αδείας υπό την έννοια της οδηγίας, και δεν θέτει στη διάθεση του κοινού τις αποφάσεις επί της δηλώσεως αυτής, συνοδευόμενες από αντίτυπο της αδείας.
(βλ. σκέψη 64, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 5ης Ιουλίου 2007 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων έργων στο περιβάλλον – Αξιοποίηση των αποβλήτων – Κατασκευή της “τρίτης γραμμής” του αποτεφρωτή αποβλήτων της Brescia – Δημοσιότητα της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας – Οδηγίες 75/442/ΕΟΚ, 85/337/ΕΟΚ και 2000/76/ΕΚ»
Στην υπόθεση C-255/05,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 16 Ιουνίου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Κωνσταντινίδη, επικουρούμενο από τους F. Louis και A. Capobianco, avocats, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον M. Fiorilli, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον T. Harris, επικουρούμενο από τον J. Maurici, barrister,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, P. Kūris, J. Makarczyk (εισηγητή), L. Bay Larsen και J.-C. Bonichot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία,
– παραλείποντας να υποβάλει, προ της χορηγήσεως της αδείας κατασκευής, το σχέδιο για την κατασκευή της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή που ανήκει στην εταιρία ASM Brescia SpA (στο εξής: τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή), εγκαταστάσεως εμπίπτουσας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 85/337/EΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997 (ΕΕ L 73, σ. 5, στο εξής: οδηγία 85/337), στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον κατά τα άρθρα 5 και 10 της εν λόγω οδηγίας και
– παραλείποντας να θέσει στη διάθεση του κοινού, σε έναν ή περισσότερους δημόσιους χώρους, επί χρονικό διάστημα επαρκές προκειμένου το κοινό να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του προ της λήψεως αποφάσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, την αίτηση χορηγήσεως αδείας για την εκμετάλλευση της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή της Brescia και παραλείποντας να θέσει στη διάθεση του κοινού την απόφαση επί της αιτήσεως αυτής, συνοδευόμενη από αντίτυπο της αδείας,
η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337 και από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων (ΕΕ L 332, σ. 91).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία 75/442/ΕΟΚ
2 Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 194, σ. 39), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32, στο εξής:οδηγία 75/442), ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
α) απόβλητο: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει·
[…]
δ) διαχείριση: η συλλογή, η μεταφορά, η αξιοποίηση και η διάθεση των αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των εργασιών αυτών, καθώς και της επίβλεψης των χώρων απόρριψης·
ε) διάθεση: κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα II Α·
στ) αξιοποίηση: κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα II Β·
[…]».
3 Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε
– χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα,
– χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από τον θόρυβο ή τις οσμές,
– χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
[…]»
4 Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής:
«1. Για την εφαρμογή των άρθρων 4, 5, και 7, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Α πρέπει να διαθέτει άδεια της αναφερόμενης στο άρθρο 6 αρμόδιας αρχής.
[…]»
5 Κατά το άρθρο 10 της ίδιας αυτής οδηγίας:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 4, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που πραγματοποιεί τις εργασίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ Β οφείλει να έχει σχετική άδεια.»
6 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ [...] μπορούν να απαλλάσσονται από την άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 9 ή στο άρθρο 10:
[…]
β) οι εγκαταστάσεις ή επιχειρήσεις που αξιοποιούν απόβλητα.
Η εν λόγω απαλλαγή ισχύει μόνον:
– όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν θεσπίσει γενικούς κανόνες για κάθε είδους δραστηριότητα, οι οποίοι ορίζουν το είδος και τις ποσότητες αποβλήτων και τους όρους υπό τους οποίους η συγκεκριμένη δραστηριότητα μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση της αδείας,
και
– εάν το είδος και οι ποσότητες αποβλήτων και οι τρόποι διαθέσεως ή αξιοποιήσεως είναι τέτοιοι ώστε να τηρούνται οι όροι του άρθρου 4.»
7 Το παράρτημα II A της οδηγίας 75/442, υπό τον τίτλο «Εργασίες διάθεσης», ανακεφαλαιώνει τις εκτελούμενες στην πράξη εργασίες διαθέσεως. Στο παράρτημα αυτό επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, τα απόβλητα πρέπει να διατίθενται με τρόπο που να μη θέτει σε κίνδυνο την υγεία των ανθρώπων και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που μπορούν να βλάψουν το περιβάλλον.
8 Το παράρτημα II B της οδηγίας αυτής, υπό τον τίτλο «Εργασίες ανάκτησης», ανακεφαλαιώνει τις εκτελούμενες στην πράξη εργασίες αυτές. Στο παράρτημα αυτό επισημαίνεται, επίσης ότι, κατά το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας, τα απόβλητα πρέπει να ανακτώνται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία των ανθρώπων και χωρίς τη χρησιμοποίηση διαδικασιών ή μεθόδων που μπορούν να βλάψουν το περιβάλλον.
Η οδηγία 85/337
9 Το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 85/337 έχει ως εξής:
«2. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:
σχέδιο:
– η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων,
– άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους·
κύριος του έργου:
είτε ο υποβάλλων αίτηση για άδεια που αφορά σχέδιο ιδιωτικού έργου είτε η δημόσια αρχή που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για ένα σχέδιο·
άδεια:
απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το σχέδιο.
3. Αρμόδια(ες) αρχή(ές) είναι αυτή(ές) που ορίζουν τα κράτη μέλη για την εκπλήρωση των καθηκόντων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.»
10 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1, 2 και 3, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, να χρειάζονται άδεια και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.
2. Η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον μπορεί να διεξάγεται από τα κράτη μέλη στα πλαίσια των υπαρχουσών διαδικασιών παροχής αδειών για σχέδια ή, αν δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία, στα πλαίσια άλλων διαδικασιών ή των διαδικασιών που θα θεσπιστούν για την εκπλήρωση των στόχων της παρούσας οδηγίας.
[…]
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, τα κράτη μέλη μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να εξαιρούν, εν όλω ή εν μέρει, ένα ειδικό έργο από την παρούσα οδηγία.»
11 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζει, περιγράφει και αξιολογεί δεόντως, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11, τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός έργου:
– στον άνθρωπο, στην πανίδα και στη χλωρίδα,
– στο έδαφος, στα ύδατα, στον αέρα, στο κλίμα και στο τοπίο,
– στα υλικά αγαθά και στην πολιτιστική κληρονομιά,
– στην αλληλεπίδραση των παραγόντων που αναφέρονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση.»
12 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι υποβάλλονται σε εκτίμηση, σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.»
13 Το σημείο 10 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 85/337 παραθέτει τις εγκαταστάσεις διαθέσεως μη επικινδύνων αποβλήτων με αποτέφρωση ή χημική κατεργασία, όπως ορίζεται στο παράρτημα II A, σημείο D 9, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, με ημερήσια δυναμικότητα άνω των 100 τόνων.
Η οδηγία 2000/76
14 Κατά το άρθρο 3, σημείο 12, της οδηγίας 2000/76, υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, νοείται ως:
«“Άδεια”: η γραπτή απόφαση (ή περισσότερες γραπτές αποφάσεις) που εκδίδονται από την αρμόδια αρχή, βάσει της οποίας επιτρέπεται η λειτουργία της μονάδας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που εγγυώνται ότι η εγκατάσταση πληροί όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Μια άδεια μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες εγκαταστάσεις στον ίδιο χώρο την οποία ή τις οποίες εκμεταλλεύεται ο ίδιος φορέας».
15 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«Με επιφύλαξη του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ, ή του άρθρου 3 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ, καμία μονάδα αποτέφρωσης ή συναποτέφρωσης δεν λειτουργεί χωρίς να διαθέτει άδεια για τις δραστηριότητες αυτές.»
16 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76, το οποίο αφορά την πρόσβαση στην πληροφόρηση και τη συμμετοχή του κοινού, έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των οδηγιών του Συμβουλίου 90/313/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ, αιτήσεις για τη χορήγηση νέων αδειών μονάδων αποτέφρωσης και συναποτέφρωσης τίθενται στη διάθεση του κοινού, σε ένα ή περισσότερα σημεία όπου το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση, όπως τα γραφεία των τοπικών αρχών, και επί επαρκές χρονικό διάστημα προκειμένου το κοινό να έχει τη δυνατότητα να διατυπώνει τις παρατηρήσεις του, πριν η αρμόδια αρχή λάβει την απόφασή της. Η εν λόγω απόφαση, μαζί με ένα τουλάχιστον αντίγραφο της άδειας, και οι τυχόν μετέπειτα ενημερώσεις της, πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση του κοινού.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
17 Το άρθρο 6 του νόμου 349, της 8ης Ιουλίου 1986, περί ιδρύσεως Υπουργείου Περιβάλλοντος (GURI αριθ. 59, της 15ης Ιουλίου 1986), μετέφερε στην ιταλική έννομη τάξη την οδηγία 85/337. Κατόπιν, με το άρθρο 40 του νόμου 146, της 22ας Φεβρουαρίου 1994, περί διατάξεων σχετικών με την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 52, της 4ης Μαρτίου 1994), η Ιταλική Κυβέρνηση κλήθηκε να καθορίσει, με ειδική πράξη προσανατολισμού και συντονισμού, τις προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τις τεχνικές προδιαγραφές για την εφαρμογή της διαδικασίας εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον των σχεδίων που αφορά στο παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας.
18 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας της 12ης Απριλίου 1996, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πράξη προσανατολισμού και συντονισμού προς εκτέλεση του άρθρου 40, παράγραφος 1, του νόμου 146, της 22ας Φεβρουαρίου 1994, περί των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον» (GURI αριθ. 210, σ. 28, στο εξής: DPR), ορίζει τα εξής:
«Τα σχέδια τα οποία αφορά το παράρτημα Α υπόκεινται στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον.»
19 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του διατάγματος του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου της 3ης Σεπτεμβρίου 1999, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πράξη προσανατολισμού και συντονισμού προς τροποποίηση και συμπλήρωση της προηγούμενης πράξεως προσανατολισμού και συντονισμού προς εκτέλεση του άρθρου 40, παράγραφος 1, του νόμου 146, της 22ας Φεβρουαρίου 1994, περί των διατάξεων που αφορούν την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον» (GURI αριθ. 302, της 27ης Δεκεμβρίου 1999, σ. 17, στο εξής: DPCM), το οποίο τροποποίησε το αρχικό παράρτημα A του DPR, έχει ως εξής:
«Στο παράρτημα A του DPR της 12ης Απριλίου 1996, τα σημεία i, παράγραφος 1 […] αντικαθίστανται ως ακολούθως:
i) Εγκαταστάσεις διαθέσεως και αξιοποιήσεως επικινδύνων αποβλήτων κατά τις μεθόδους που αναφέρονται στο παράρτημα B και στο παράρτημα C, σημεία R 1 έως R 9, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 22, της 5ης Φεβρουαρίου 1997 [(GURI αριθ. 38, της 15ης Φεβρουαρίου στο εξής: νομοθετικό διάταγμα)], πλην των εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως που υπόκεινται στις απλουστευμένες διαδικασίες των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού αυτού διατάγματος [...].
1) Εγκαταστάσεις διαθέσεως και αξιοποιήσεως μη επικινδύνων αποβλήτων, δυναμικότητας πλέον των 100 τόνων ημερησίως, με τις μεθόδους της αποτεφρώσεως ή της επεξεργασίας κατά το παράρτημα B, σημεία D 2 και D 8 έως D 11, καθώς και κατά το παράρτημα C, σημεία R 1 έως R 9, του [νομοθετικού διατάγματος], πλην των εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως που υπόκεινται στις απλουστευμένες διαδικασίες κατά τα άρθρα 31 και 33 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος [...]».
20 Για τη μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442 στο εσωτερικό δίκαιο εκδόθηκε το νομοθετικό διάταγμα το οποίο περιγράφει τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων και τις δραστηριότητες που μπορούν να τύχουν της απλουστευμένης διαδικασίας.
21 Από το άρθρο 33, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος προκύπτει ότι, υπό την επιφύλαξη ορισμένων τεχνικών προδιαγραφών, οι δραστηριότητες αξιοποιήσεως των αποβλήτων μπορούν να αναληφθούν μετά την παρέλευση 90 ημερών από της κοινοποιήσεως της ενάρξεως των δραστηριοτήτων στην τοπικώς αρμόδια νομαρχία.
22 Το άρθρο 33, παράγραφος 2, του εν λόγω διατάγματος απαριθμεί λεπτομερώς, τόσο για τα μη επικίνδυνα όσο και για τα επικίνδυνα απόβλητα, το περιεχόμενο των τεχνικών προδιαγραφών.
23 Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 3, αυτού του νομοθετικού διατάγματος, η νομαρχία εγγράφει σε ειδικό μητρώο τις επιχειρήσεις που της κοινοποιούν την έναρξη της δραστηριότητας και, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1, ελέγχει αυτεπαγγέλτως αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
24 Τέλος, από το άρθρο 33, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος προκύπτει ότι, άπαξ η νομαρχία αντιληφθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι τεχνικές προδιαγραφές και δεν πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση περί απαγορεύσεως της ενάρξεως ή της συνεχίσεως της δραστηριότητας, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος συμμορφωθεί με την ισχύουσα νομοθεσία εντός της προηγουμένως ταχθείσας από τη διοικητική αρχή προθεσμίας.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
25 Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 2003, η Επιτροπή ζήτησε στοιχεία από την Ιταλική Δημοκρατία, ιδίως ως προς την εφαρμογή των διαδικασιών των οδηγιών 85/337 και 2000/76 στην τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή.
26 Το κράτος μέλος αυτό επισήμανε, αφενός, ότι εξαίρεσε το σχέδιο της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή από τη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, κατά το μέτρο που αυτό εμπίπτει στην εξαίρεση του παραρτήματος A, σημείο l, του DPR, όπως τροποποιήθηκε με το DPCM, και, αφετέρου, ότι προέβη σε πλείονες πράξεις δημοσιότητας και έλαβε πλείονα μέτρα διαβουλεύσεως σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2000/76.
27 Κατόπιν των απαντήσεων που παρέσχε κατά τον τρόπο αυτόν η Ιταλική Δημοκρατία και τις οποίες η Επιτροπή έκρινε μη ικανοποιητικές, η Επιτροπή κίνησε την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία με την αποστολή τού από 19 Δεκεμβρίου 2003 εγγράφου οχλήσεως.
28 Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 2004, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές γνωστοποίησαν τη βούληση του προσώπου που εκμεταλλεύεται την τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή να υποβάλει τον αποτεφρωτή αυτόν, του οποίου η έναρξη λειτουργίας είχε επιτραπεί τον Δεκέμβριο του 2003, σε εκτίμηση των επιπτώσεων.
29 Κατόπιν, με αιτιολογημένη γνώμη της 9ης Ιουλίου 2004, η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς συμμόρφωση ιδίως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 85/337, εντός διμήνου από της λήψεως της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης.
30 Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2005, η Ιταλική Δημοκρατία επιβεβαίωσε ότι το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται την τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή υπέβαλε επίσημη αίτηση εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον, δημοσιευθείσα στις 11 Δεκεμβρίου 2004. Στη συνέχεια, με επιστολή της 3ης Μαΐου 2005, υπέβαλε έγγραφα σχετικά με την εξέλιξη της εκκρεμούς διαδικασίας εκτιμήσεως και επισήμανε ότι αυτή επρόκειτο να περατωθεί.
31 Η Επιτροπή, κρίνοντας μη ικανοποιητική την απάντηση που έδωσε η Ιταλική Κυβέρνηση με τα προαναφερθέντα έγγραφα απαντήσεως, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, δεύτερο εδάφιο, την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν έχει έννομο συμφέρον να απαιτήσει την εκπλήρωση μιας ήδη εκπληρωθείσας υποχρεώσεως. Έτσι, λαμβανομένης υπόψη της θετικής κρίσεως επί της περιβαλλοντικής συμβατότητας της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή, η οποία προκύπτει από τη διυπουργική απόφαση της 3ης Ιουνίου 2005, εκδοθείσα κατά το πέρας της διαδικασίας εκτιμήσεως που κινήθηκε υπό τις συνθήκες που υπομνήσθηκαν στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, η καθυστέρηση στην πραγματοποίηση της μελέτης των επιπτώσεων στο περιβάλλον ουδόλως προξένησε βλάβη στο περιβάλλον. Υπήρξε αποκλειστικώς και μόνο μια κατάσταση τυπικής παρανομίας οφειλόμενη στην έλλειψη μελέτης των επιπτώσεων στο περιβάλλον, η οποία θεραπεύθηκε.
33 Η Ιταλική Δημοκρατία προσθέτει ότι η Επιτροπή απαιτεί την τήρηση παραλόγων υποχρεώσεων και, επομένως, ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας και παραβίασε τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της αναλογικότητας.
34 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι διατηρεί άμεσο, ειδικό και συγκεκριμένο συμφέρον στην παρούσα ένδικη διαφορά. Συναφώς, όσον αφορά το συμφέρον συνεχίσεως της δίκης επί της προσφυγής λόγω της παραβάσεως της οδηγίας 85/337, ισχυρίζεται ότι έχει μικρή σημασία το αν οι αρμόδιες αρχές προέβησαν στην εκτίμηση των επιπτώσεων της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή στο περιβάλλον, δεδομένου ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας, κατά το μέτρο που τα σχέδια έργων τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, πρέπει να υποβάλλονται σε διαδικασία λήψεως αδείας και εκτιμήσεως των επιπτώσεων αυτών πριν από τη χορήγηση της αδείας.
35 Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την Επιτροπή, η βούληση και μόνον του προσώπου που εκμεταλλεύεται την τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή να ζητήσει την υποβολή της εγκαταστάσεως αυτής σε εκτίμηση των επιπτώσεών της στο περιβάλλον, ενώ η εν λόγω εγκατάσταση είχε ήδη κατασκευαστεί και τεθεί σε λειτουργία, δεν ασκεί επιρροή, κατά μείζονα λόγο διότι η αίτηση εκτιμήσεως υποβλήθηκε μόλις στις 7 Δεκεμβρίου 2004 και η εκτίμηση πραγματοποιήθηκε μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
36 Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της ασκήσεως των εκ του άρθρου 226 ΕΚ αρμοδιοτήτων της, δεν χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη ειδικού εννόμου συμφέροντος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της ασκήσεως των εκ του άρθρου 226 ΕΚ αρμοδιοτήτων της, δεν υποχρεούται να αποδεικνύει την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Πράγματι, αποστολή της Επιτροπής είναι να μεριμνά αυτεπαγγέλτως και προς το γενικό συμφέρον για την εκ μέρους των κρατών μελών εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και για την αναγνώριση της υπάρξεως τυχόν παραβάσεων των εξ αυτού απορρεουσών υποχρεώσεων, με σκοπό την παύση τους (βλ. αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1025, σκέψη 23, της 2ας Ιουνίου 2005, C-394/02, Επιτροπή κατά Ελλάδας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 14 και 15 καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C-33/04, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2005, σ. I-10629, σκέψη 65).
38 Εξάλλου, στην Επιτροπή απόκειται να εκτιμά κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά ενός κράτους μέλους, να προσδιορίζει τις διατάξεις που αυτό παραβιάζει και να επιλέγει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους αυτού, οι λόγοι δε που προσδιορίζουν την επιλογή αυτή δεν ασκούν επιρροή επί του παραδεκτού της προσφυγής (βλ. αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1998, C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-3851, σκέψη 27, και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προπαρατεθείσα, σκέψη 66).
39 Συναφώς, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάζει αν η προσαπτόμενη παράβαση όντως υφίσταται, χωρίς να αποφαίνεται επί της ασκήσεως από την Επιτροπή της διακριτικής της ευχέρειας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C‑474/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2002, σ. I-5293, σκέψη 25, και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, προπαρατεθείσα, σκέψη 67).
40 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η πραγματοποίηση μιας εκ των υστέρων εκτιμήσεως των επιπτώσεων της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή στο περιβάλλον μπορεί να θέσει τέρμα στη βαλλόμενη παράβαση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εκτίμηση αυτή δεν είχε αρχίσει κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ημερομηνία βάσει της οποίας πρέπει να εξετάζεται η κατάσταση του κράτους μέλους προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη παραβάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C-433/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. I-6985, σκέψη 32).
41 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου που αντλείται από έλλειψη εννόμου συμφέροντος της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
42 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει δύο αιτιάσεις.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, αντλούμενης από παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337
– Επιχειρήματα των διαδίκων
43 Κατά την Επιτροπή, η τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή, χαρακτηρισθείσα ως εγκατάσταση εκτελέσεως εργασιών ανακτήσεως, υπό την έννοια του παραρτήματος II Β της οδηγίας 75/442, δυναμικότητας πλέον των 100 τόνων ημερησίως, εμπίπτει στο παράρτημα I, παράγραφος 10, της οδηγίας 85/337, και έπρεπε, κατά συνέπεια, να υποβληθεί στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεών της στο περιβάλλον πριν εγκριθεί και, στη συνέχεια, κατασκευασθεί. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το σχέδιο δεν υποβλήθηκε σε εκτίμηση των επιπτώσεών του στο περιβάλλον λόγω της καθαυτό ιταλικής νομοθεσίας, η οποία δεν προβλέπει την υποβολή στη διαδικασία αυτή των εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως των αποβλήτων που υπόκεινται στις απλουστευμένες διαδικασίες.
44 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το DPCM, κατά το μέτρο που εξαιρεί από τη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον όλες τις εγκαταστάσεις εκτελέσεως εργασιών αξιοποιήσεως αποβλήτων οι οποίες έτυχαν αδείας χορηγηθείσας κατά την απλουστευμένη διαδικασία, έχει εκδοθεί κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 85/337.
45 Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της προσαπτομένης παραβάσεως και διευκρινίζει ότι επαναλαμβάνει, αμυνόμενη, τα επιχειρήματα που ανέπτυξε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, C-486/04, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2006, σ. I-11025).
46 Έτσι, ισχυρίζεται, κυρίως, ότι, κατά το μέτρο που η τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή αξιοποιεί τα απόβλητα και υπόκειται στις απλουστευμένες διαδικασίες των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού διατάγματος, τα οποία θεσπίστηκαν προς μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442 στο εσωτερικό δίκαιο, εξαιρείται της διαδικασίας εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Θεμελιώνοντας, αφενός, την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της οδηγίας 85/337 και της οδηγίας 75/442 ως προς τους τεχνικούς όρους που χρησιμοποιούνται όσον αφορά τα απόβλητα και αναφερόμενη, αφετέρου, στο γράμμα καθεαυτό του παραρτήματος I, σημείο 10, και στο γράμμα του παραρτήματος II, σημείο 11, στοιχείο β΄, της οδηγίας 85/337, που αναφέρονται μόνο στην έννοια της διαθέσεως των αποβλήτων, η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η τελευταία αυτή οδηγία εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις εγκαταστάσεις που αξιοποιούν τα απόβλητα.
47 Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι οι τροποποιήσεις της οδηγίας 75/442 με την οδηγία 91/156 είχαν ως σκοπό την καθιέρωση κοινής ορολογίας και εναρμονισμένου ορισμού των αποβλήτων που να καθιστούν εφικτή την προσέγγιση των διαφόρων διατάξεων που πραγματεύονται τα απόβλητα τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Επομένως, όταν η οδηγία 97/11 αναφέρει την έννοια των αποβλήτων, οι όροι και οι ορισμοί που χρησιμοποιεί αντλούνται οπωσδήποτε από την κανονιστική ρύθμιση που αφορά ειδικώς τον τομέα αυτόν, δηλαδή την οδηγία 91/156.
48 Το κράτος μέλος αυτό προσθέτει ότι, εφόσον, ως προς την αξιοποίηση των αποβλήτων, οι εκπομπές δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση όρια, δεν είναι αναγκαίο να εφαρμόζεται η διαδικασία εκτιμήσεως, κατά το μέτρο που καθεαυτή η αξιοποίηση των αποβλήτων έχει ως σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.
49 Με υπόμνημα παρεμβάσεως της 7ης Απριλίου 2006, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας συντάχθηκε με τα αιτήματα της Ιταλικής Δημοκρατίας επί της πρώτης αιτιάσεως.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
50 Επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ιταλίας, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζουσα το άρθρο 3, παράγραφος 1, του DPCM, που προβλέπει τη δυνατότητα απαλλαγής σχεδίων προοριζομένων για την αξιοποίηση επικίνδυνων αποβλήτων και μη επικίνδυνων αποβλήτων ικανότητας πλέον των 100 τόνων ημερησίως και εμπιπτόντων στο παράρτημα Ι της οδηγίας 85/337, αποτελούντων αντικείμενο απλουστευμένης διαδικασίας, υπό την έννοια του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442, από τη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον που προβλέπουν τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 85/337, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφοι 1, 2 και 3, της οδηγίας αυτής.
51 Η παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή με την υπό κρίση αιτίαση αποτελεί απλώς τη συνέπεια της εφαρμογής σε συγκεκριμένη περίπτωση της εθνικής νομοθεσίας η οποία, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, κρίθηκε ήδη αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
52 Πράγματι, η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής, η οποία εξαιρεί από την υποβολή στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον των εγκαταστάσεων αξιοποιήσεως των αποβλήτων οι οποίες εμπίπτουν στις απλουστευμένες διαδικασίες των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού διατάγματος, είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή από τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ η γραμμή αυτή εμπίπτει στην κατηγορία των εγκαταστάσεων διαθέσεως μη επικινδύνων αποβλήτων με αποτέφρωση ή χημική κατεργασία, με ημερήσια δυναμικότητα άνω των 100 τόνων, κατηγορία προβλεπόμενη στο παράρτημα Ι, σημείο 10, της οδηγίας 85/337. Ως εκ τούτου, η τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή, πριν εγκριθεί, έπρεπε να υποβληθεί στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεών της στο περιβάλλον, δεδομένου ότι τα σχέδια έργων που εμπίπτουν στο εν λόγω παράρτημα I πρέπει να υποβληθούν σε συστηματική εκτίμηση κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 2, παράγραφος 1, 4, παράγραφοι 1, και 5 έως 10 της εν λόγω οδηγίας (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 45).
53 Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι, η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να υποβάλει στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον κατά τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας 85/337, προ της χορηγήσεως της αδείας κατασκευής, το σχέδιο για την κατασκευή της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, αντλούμενης από παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76
– Επιχειρήματα των διαδίκων
54 Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι δεν δημοσίευσε την αίτηση χορηγήσεως αδείας για την εκμετάλλευση της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή ούτε το μέτρο χορηγήσεως της σχετικής αδείας, τούτο δε κατά παράβαση του άρθρου 12 της οδηγίας 2000/76.
55 Το κράτος μέλος αυτό ισχυρίστηκε, κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, ότι το άρθρο 12 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, κατά το μέτρο που δεν υποβλήθηκε καμία αίτηση χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως για την εν λόγω τρίτη γραμμή. Η γραμμή αυτή αποτέλεσε απλώς αντικείμενο μιας δηλώσεως περί θέσεως σε λειτουργία, στις 24 Ιουλίου 2003, σύμφωνα με τη διαδικασία που θέσπισε το νομοθετικό διάταγμα.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
56 Από το άρθρο 33, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος προκύπτει ότι οι δραστηριότητες αξιοποιήσεως των αποβλήτων μπορούν να αναληφθούν μετά την παρέλευση 90 ημερών από της κοινοποιήσεως της ενάρξεως των δραστηριοτήτων στην τοπικώς αρμόδια νομαρχία. Εντός της προθεσμίας αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, οι οικείες νομαρχιακές αρχές ελέγχουν αυτεπαγγέλτως αν πληρούνται οι προϋποθέσεις πραγματοποιήσεως της αξιοποιήσεως.
57 Εν προκειμένω, η τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή αποτέλεσε αντικείμενο, στο πλαίσιο της απλουστευμένης διαδικασίας που θεσπίστηκε με το νομοθετικό διάταγμα, μιας δηλώσεως της 24ης Ιουλίου 2003 περί ενάρξεως δραστηριότητας. Τη δήλωση αυτή ακολούθησαν δύο αποφάσεις των αρμοδίων νομαρχιακών αρχών, μια απαγόρευση ενάρξεως δραστηριότητας στις 21 Οκτωβρίου 2003, κατόπιν δε μια έγκριση στις 19 Δεκεμβρίου 2003.
58 Εξάλλου, από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76 προκύπτει ότι οι αιτήσεις για τη χορήγηση νέων αδειών τίθενται στη διάθεση του κοινού σε δημόσιους χώρους επί επαρκές χρονικό διάστημα προκειμένου το κοινό να έχει τη δυνατότητα να διατυπώνει τις παρατηρήσεις του, πριν η αρμόδια αρχή λάβει την απόφασή της. Η εν λόγω απόφαση, μαζί με ένα τουλάχιστον αντίγραφο της άδειας, καθώς και οι τυχόν μετέπειτα ενημερώσεις της, πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση του κοινού.
59 Σκοπός της διατάξεως αυτής, όπως προκύπτει ειδικότερα από την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/76, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας της διαδικασίας ώστε να μπορεί το κοινό να συμμετέχει στις αποφάσεις που λαμβάνονται επί των αιτήσεων χορηγήσεως αδείας.
60 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η έννοια της αιτήσεως για τη χορήγηση νέας αδείας πρέπει να τύχει ορισμού ανταποκρινομένου πλήρως στον σκοπό του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76. Επομένως, ο όρος αυτός πρέπει να νοηθεί lato sensu ως καλύπτων κάθε διαδικασία δυνάμενη να εξομοιωθεί με διαδικασία χορηγήσεως αδείας ή εγκρίσεως.
61 Η δήλωση περί ενάρξεως δραστηριότητας την οποία αναφέρει η σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε για την τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της και ιδίως του ρόλου που έχει ανατεθεί στις νομαρχιακές αρχές, να εξομοιωθεί με αίτηση χορηγήσεως νέας αδείας, υπό την έννοια της οδηγίας 2000/76.
62 Επομένως, η εν λόγω δήλωση έπρεπε να έχει τεθεί στη διάθεση του κοινού σε έναν ή περισσότερους δημόσιους χώρους, επί χρονικό διάστημα το οποίο θα παρείχε στο κοινό τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του προς τις αρμόδιες νομαρχιακές αρχές πριν από τη λήξη της προθεσμίας των 90 ημερών που τους έχει ταχθεί για να ελέγξουν αν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις πραγματοποιήσεως της αξιοποιήσεως. Δεν αμφισβητείται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76, η επίμαχη δήλωση δεν αποτέλεσε αντικείμενο κανενός μέτρου δημοσιότητας.
63 Επιπλέον, οι διάφορες αποφάσεις τις οποίες έλαβε η οικεία νομαρχία όσον αφορά την τρίτη γραμμή του αποτεφρωτή, δηλαδή η απαγόρευση ενάρξεως δραστηριότητας και η έγκριση, τις οποίες αναφέρει η σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, δεν τέθηκαν στη διάθεση του κοινού, αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα από το ίδιο άρθρο.
64 Κατόπιν των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση του κοινού, σε έναν ή περισσότερους δημόσιους χώρους, επί χρονικό διάστημα επαρκές προκειμένου το κοινό να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του προ της λήψεως αποφάσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, τη δήλωση ενάρξεως δραστηριότητας της τρίτης γραμμής του αποτεφρωτή και παραλείποντας να θέσει στη διάθεση του κοινού τις αποφάσεις επί της δηλώσεως αυτής, συνοδευόμενες από αντίτυπο της αδείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76.
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, η δε τελευταία ηττήθηκε, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
66 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα έξοδα του.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να υποβάλει στη διαδικασία εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον κατά τα άρθρα 5 έως 10 της οδηγίας 85/337/EΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, προ της χορηγήσεως της αδείας κατασκευής, το σχέδιο για την κατασκευή της «τρίτης γραμμής» του αποτεφρωτή που ανήκει στην εταιρία ASM Brescia SpA, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση του κοινού, σε έναν ή περισσότερους δημόσιους χώρους, επί χρονικό διάστημα επαρκές προκειμένου το κοινό να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του προ της λήψεως αποφάσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής, τη δήλωση ενάρξεως δραστηριότητας της «τρίτης γραμμής» του εν λόγω αποτεφρωτή και παραλείποντας να θέσει στη διάθεση του κοινού τις αποφάσεις επί της δηλώσεως αυτής, συνοδευόμενες από αντίτυπο της αδείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων.
3) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρει τα έξοδά του.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy