Υπόθεση C-281/05
Montex Holdings Ltd
κατά
Diesel SpA
(αίτηση του Bundesgerichtshof
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Σήματα — Οδηγία 89/104/ΕΟΚ — Δικαίωμα του δικαιούχου σήματος να απαγορεύει τη διαμετακόμιση εμπορευμάτων που φέρουν πανομοιότυπο σημείο από το έδαφος κράτους μέλους στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται — Παράνομη κατασκευή — Συνδεδεμένο κράτος»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 4ης Ιουλίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 9ης Νοεμβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών – Σήματα – Οδηγία 89/104 – Δικαιώματα που παρέχει το σήμα – Προϊόντα που φέρουν σήμα υπαχθέντα σε καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως – Σήμα προστατευόμενο στο κράτος μέλος διαμετακομίσεως, αλλά όχι στο κράτος μέλος προορισμού
(Οδηγία 89/104 του Συμβουλίου, άρθρο 5 §§ 1 και 3)
Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί σημάτων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διαμετακόμιση από κράτος μέλος στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται προϊόντων που φέρουν το σήμα και έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως προοριζόμενα για άλλο κράτος μέλος στο οποίο το σήμα δεν προστατεύεται, εκτός από την περίπτωση που αποδεικνύει ότι τα προϊόντα αυτά αποτελούν αντικείμενο πράξης τρίτου που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης και όταν αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους διαμετακομίσεως.
Δεν έχει συναφώς σημασία, κατ’ αρχήν, αν το εμπόρευμα που προορίζεται για κράτος μέλος προέρχεται από κράτος συνδεδεμένο ή από τρίτη χώρα ή ακόμη αν τα εμπορεύματα κατασκευάστηκαν νόμιμα στη χώρα προελεύσεως ή κατόπιν προσβολής ενός υφιστάμενου στη χώρα αυτή δικαιώματος επί του σήματος.
(βλ. σκέψεις 23, 26-27, 41, διατακτ. 1-2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 9ης Νοεμβρίου 2006 (*)
«Σήματα – Οδηγία 89/104/ΕΟΚ – Δικαίωμα του δικαιούχου σήματος να απαγορεύει τη διαμετακόμιση εμπορευμάτων που φέρουν πανομοιότυπο σημείο από το έδαφος κράτους μέλους στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται – Παράνομη κατασκευή – Συνδεδεμένο κράτος»
Στην υπόθεση C-281/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Ιουλίου 2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Montex Holdings Ltd
κατά
Diesel SpA,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, R. Schintgen, P. Kūris (εισηγητή) και Γ. Αρέστη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαΐου 2006,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Montex Holdings Ltd, εκπροσωπούμενη από τον T. Raab, Rechtsanwalt,
– η Diesel SpA, εκπροσωπούμενη από τον N. Gross, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και A. Dittrich,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Braun και W. Wils,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5 της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), καθώς και των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Diesel SpA (στο εξής: Diesel) και της εταιρίας Montex Holdings Ltd (στο εξής: Montex) σχετικά με αίτηση με την οποία ζητείται η απαγόρευση της διαμετακομίσεως από το έδαφος της Γερμανίας εμπορευμάτων που ανήκουν στην εταιρία αυτή επί των οποίων έχει τεθεί σημείο πανομοιότυπο με το καταχωρισμένο σήμα του οποίου δικαιούχος στη Γερμανία είναι η Diesel.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/104, με τίτλο «Δικαιώματα που παρέχει το σήμα», έχει ως εξής:
«1. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α) σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί·
β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.
[…]
3. Μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται, εάν πληρούνται οι όροι των παραγράφων 1 και 2:
α) η επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της συσκευασίας τους·
β) η προσφορά των προϊόντων ή η εμπορία ή η κατοχή τους προς εμπορία ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών υπό το σημείο·
γ) η εισαγωγή ή η εξαγωγή των προϊόντων υπό το σημείο·
δ) η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση.»
4 Ο κανονισμός (ΕΚ) 3295/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, περί μέτρων απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας της εξαγωγής, της επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών) (ΕΕ L 341, σ. 8), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 241/1999 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1999 (ΕΕ L 27, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3295/94), ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ορίζει με τη δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη:
«εκτιμώντας ότι το εμπόριο εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης και πειρατικών και εξομοιουμένων επιφέρει σημαντική ζημία στους νομοταγείς κατασκευαστές και εμπόρους και στους κατόχους δικαιωμάτων δημιουργού και συγγενών δικαιωμάτων και εξαπατά τους καταναλωτές· ότι πρέπει να παρεμποδίζεται με κάθε μέσον η διάθεση στην αγορά τέτοιων εμπορευμάτων και να ληφθούν μέτρα αποτελεσματικής αντιμετώπισης της εν λόγω παρανομίας χωρίς ωστόσο να παρακωλύεται η ελευθερία του νόμιμου εμπορίου· ότι, εξάλλου, ο στόχος αυτός συμπίπτει με ανάλογες διεθνείς προσπάθειες·
εκτιμώντας ότι, όταν τα εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης, τα πειρατικά και άλλα εξομοιούμενα προς αυτά εισάγονται από τρίτες χώρες, απαιτείται να απαγορευθεί η ελεύθερη κυκλοφορία τους εντός της Κοινότητας ή η θέση τους υπό καθεστώς αναστολής και να θεσπισθεί κατάλληλη διαδικασία παρέμβασης των τελωνειακών αρχών, προκειμένου να διασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή τήρηση της απαγόρευσης αυτής.»
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3295/94 ορίζει:
«1. O παρών κανονισμός καθορίζει:
α) τις προϋποθέσεις παρέμβασης των τελωνειακών αρχών όταν εμπορεύματα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι ανήκουν στην κατηγορία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο α΄:
– δηλώνονται για την ελεύθερη κυκλοφορία, την εξαγωγή ή την επανεξαγωγή, σύμφωνα με το άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας],
– ανακαλύπτονται, κατά την άσκηση ελέγχου επί εμπορευμάτων υπό τελωνειακή επιτήρηση σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, υπαχθέντων σε καθεστώς αναστολής κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ίδιου [κώδικα], επανεξαχθέντων κατόπιν κοινοποιήσεως ή τοποθετημένων σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη κατά την έννοια του άρθρου 166 του ίδιου [κώδικα],
και
β) τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές έναντι των ιδίων αυτών εμπορευμάτων εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι πράγματι εμπορεύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο α΄.»
6 Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου 1 προβλέπει:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
α) “εμπορεύματα που προσβάλλουν ένα δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ”:
– τα “εμπορεύματα παραποίησης/απομίμησης”, δηλαδή:
– τα εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας τους, που φέρουν χωρίς άδεια βιομηχανικό ή εμπορικό σήμα το οποίο είναι ίδιο με βιομηχανικό ή εμπορικό σήμα που έχει δεόντως καταχωρηθεί για τους ίδιους τύπους εμπορευμάτων, ή που δεν μπορεί να διαχωρισθεί ως προς τα βασικά του στοιχεία από το εν λόγω βιομηχανικό ή εμπορικό σήμα και το οποίο, ως εκ τούτου, παραβιάζει τα δικαιώματα του κατόχου του εν λόγω σήματος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή τη νομοθεσία του κράτους μέλους στις τελωνειακές αρχές του οποίου απευθύνεται το αίτημα παρέμβασης,
[…]»
7 Το άρθρο 84, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«[Ό]ταν χρησιμοποιείται, ο όρος “καθεστώς αναστολής” θεωρείται ότι υπονοεί, στην περίπτωση μη κοινοτικών εμπορευμάτων, τα ακόλουθα καθεστώτα:
– την εξωτερική διαμετακόμιση,
[…]»
8 Το άρθρο 91, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει:
«Το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως επιτρέπει την κυκλοφορία μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας:
α) μη κοινοτικών εμπορευμάτων χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται ούτε σε εισαγωγικούς δασμούς ή σε άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 92 του ίδιου κώδικα:
«Το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης παύει να ισχύει όταν τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς αυτό και το σχετικό έγγραφο προσάγονται στο τελωνείο του τόπου προορισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω καθεστώτος.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Η Montex κατασκευάζει παντελόνια τζην εξάγοντας στην Πολωνία διάφορα τμήματα υφάσματος, περιλαμβανομένων του φερόντων το σχετικό σήμα, στο πλαίσιο του τελωνειακού καθεστώτος που προβλέπει την αποστολή σε σφραγισμένα κιβώτια, πραγματοποιεί δε τη συρραφή των τμημάτων στην Πολωνία και επανεισάγει τα έτοιμα παντελόνια στην Ιρλανδία. Το σήμα της Diesel δεν προστατεύεται στο έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.
11 Στις 31 Δεκεμβρίου 2000, το Hauptzollamt Löbau – Zollamt Zittau (κεντρικό τελωνείο του Löbau – περιφερειακό τελωνείο Zittau) κατέσχεσε μια ποσότητα 5 076 γυναικείων παντελονιών που προορίζονταν για τη Montex και έφεραν το σήμα DIESEL, τα οποία επρόκειτο να μεταφέρει με φορτηγά αυτοκίνητα μια ουγγρική εταιρία μεταφορών από την πολωνική επιχείρηση συρραφής τους μέσω γερμανικού εδάφους. Τα παντελόνια επρόκειτο να μεταφερθούν υπό καθεστώς διαμετακόμισης χωρίς διακοπή, από το πολωνικό τελωνείο μέχρι το τελωνείο του Δουβλίνου, και προστατεύονταν από ενδεχόμενη κλοπή κατά τη διαμετακόμιση με σφράγιση του μεταφορικού μέσου από το πολωνικό τελωνείο.
12 Η Montex υπέβαλε ένσταση κατά της διαταγής κατασχέσεως των εν λόγω εμπορευμάτων. Υποστηρίζει ότι η απλή διαμετακόμιση των εμπορευμάτων μέσω του γερμανικού εδάφους δεν προσβάλλει κανένα από τα δικαιώματα επί του σήματος.
13 Η Diesel θεωρεί, ωστόσο, ότι η διαμετακόμιση συνιστά πράξη προσβολής του δικαιώματός της επί του σήματος, διότι υφίσταται κίνδυνος να διατεθούν παρανόμως στο εμπόριο τα εμπορεύματα εντός της χώρας διαμετακομίσεως. Ζήτησε επίσης να απαγορευθεί στη Montex να διαμετακομίζει ή να αναθέτει σε τρίτον τη σχετική διαμετακόμιση μέσω του γερμανικού εδάφους. Επιπλέον, ζήτησε να υποχρεωθεί η Montex να αποδεχθεί την καταστροφή των κατασχεθέντων εμπορευμάτων ή, κατ’ επιλογή της, την απομάκρυνση και καταστροφή κάθε ετικέτας και διακριτικού σημείου φέροντος το σήμα DIESEL και να υποχρεωθεί η Montex στα έξοδα της καταστροφής.
14 Η Montex, αφού ηττήθηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesgerichtshof. Το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Παρέχει το καταχωρισμένο σήμα στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει τη διαμετακόμιση εμπορευμάτων που φέρουν το σήμα αυτό;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, συνάγεται κάτι διαφορετικό από το γεγονός ότι το σήμα δεν προστατεύεται στη χώρα προορισμού των προϊόντων;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και ανεξάρτητα από την απάντηση που δίδεται στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει να γίνει κάποια διάκριση σχετικά με το αν τα προοριζόμενα για κράτος μέλος εμπορεύματα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, από συνδεδεμένο κράτος ή από τρίτη χώρα; Συναφώς, έχει σημασία αν τα εμπορεύματα κατασκευάστηκαν νόμιμα στη χώρα προελεύσεως ή κατόπιν προσβολής ενός υφιστάμενου στη χώρα αυτή δικαιώματος επί του σήματος;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
15 Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/104 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το σήμα παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει τη διαμετακόμιση εμπορευμάτων, επί των οποίων έχει επιτεθεί πανομοιότυπο με το σήμα σημείο, που έχουν κατασκευαστεί σε τρίτη χώρα, μέσω κράτους μέλους στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται, όταν τα εμπορεύματα έχουν ως τελικό προορισμό κράτος μέλος στο οποίο μπορούν νόμιμα να διατεθούν στο εμπόριο διότι το εν λόγω σήμα δεν προστατεύεται εκεί.
16 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει, πρώτον, ότι τα επίδικα εμπορεύματα, κατά τον χρόνο της κατασχέσεώς τους, στις 31 Δεκεμβρίου 2000, υπάγονταν σε καθεστώς αναστολής εξωτερικής διαμετακομίσεως υπό την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τελωνειακού κώδικα, δεύτερον, ότι τα εμπορεύματα αυτά προέρχονταν από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, κράτος συνδεδεμένο με την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ εφαρμογή της ευρωπαϊκής συμφωνίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αφετέρου, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 93/743/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 348, σ. 1, στο εξής: συμφωνία συνδέσεως), και, τρίτον, ότι τα εν λόγω εμπορεύματα, κατά τον χρόνο της κατασχέσεώς τους, δεν μπορούσαν να διατεθούν ελεύθερα στο εμπόριο εντός της Κοινότητας, εφόσον έπρεπε να αποσφραγισθούν στην Ιρλανδία, κράτος μέλος στο οποίο μπορούσαν να διατεθούν ελεύθερα στο εμπόριο.
17 Το Δικαστήριο έχει κρίνει, αφενός, ότι η εξωτερική διαμετακόμιση μη κοινοτικών εμπορευμάτων στηρίζεται σε πλάσμα δικαίου. Συγκεκριμένα, τα εμπορεύματα που έχουν τεθεί υπό το καθεστώς αυτό δεν υπόκεινται ούτε στους αντίστοιχους εισαγωγικούς δασμούς ούτε στα άλλα μέτρα εμπορικής πολιτικής, ως εάν δεν είχαν εισέλθει στο κοινοτικό έδαφος (βλ. απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C‑383/98, Polo κατά Lauren, Συλλογή 2000, σ. I-2519, σκέψη 34).
18 Επομένως, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 16 των προτάσεών του, πριν από την ελεύθερη διάθεσή τους στο εμπόριο που θα λάβει χώρα στην Ιρλανδία, τα εμπορεύματα αυτά θεωρούνται ως ουδέποτε εισελθόντα σε κοινοτικό έδαφος.
19 Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι διαμετακόμιση, η οποία συνίσταται στη μεταφορά εμπορευμάτων νομίμως κατασκευασθέντων εντός κράτους μέλους μέσω του εδάφους ενός ή περισσότερων κρατών μελών, δεν προϋποθέτει ουδεμία διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω εμπορευμάτων και δεν μπορεί, επομένως, να θίξει το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος (βλ., σχετικά με διαμετακόμιση μέσω της Γαλλίας εμπορευμάτων προερχόμενων από την Ισπανία και προοριζόμενων για την Πολωνία, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-115/02, Rioglass και Transremar, Συλλογή 2003, σ. I-12705, σκέψη 27).
20 Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι ο δικαιούχος ενός σήματος δεν μπορεί να αντιταχθεί στην είσοδο και μόνον εντός της Κοινότητας, υπό το τελωνειακό καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης ή της τελωνειακής αποταμίευσης, γνησίων προϊόντων φερόντων το σήμα αυτό τα οποία, προηγουμένως, δεν έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο εντός της Κοινότητας από τον εν λόγω δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του (βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2005, C-405/03, Class International, Συλλογή 2005, σ. I-8735, σκέψη 50).
21 Στον τομέα των σημάτων, η υπαγωγή μη κοινοτικών εμπορευμάτων φερόντων σήμα σε τελωνειακό καθεστώς αναστολής, όπως είναι το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, δεν συνιστά, αυτή καθεαυτήν, προσβολή του δικαιώματος του δικαιούχου του σήματος να ελέγχει την πρώτη διάθεση στο εμπόριο εντός της Κοινότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Class International, προπαρατεθείσα, σκέψη 47).
22 Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να αντιταχθεί στην προσφορά ή στην πώληση γνησίων προϊόντων φερόντων σήμα, τα οποία έχουν τον τελωνειακό χαρακτήρα μη κοινοτικών εμπορευμάτων, όταν η προσφορά ή/και η πώληση πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης και όταν αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός της Κοινότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Class International, προπαρατεθείσα, σκέψη 61).
23 Επομένως, ο δικαιούχος σήματος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διαμετακόμιση από κράτος μέλος στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται, εν προκειμένω την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προϊόντων που φέρουν το σήμα και έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως προοριζόμενα για άλλο κράτος μέλος στο οποίο το σήμα δεν προστατεύεται, εν προκειμένω την Ιρλανδία, εκτός αν τα προϊόντα αυτά αποτελέσουν αντικείμενο πράξης τρίτου που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης και όταν η πράξη αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους διαμετακομίσεως.
24 Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη που υποστήριξε η Diesel, σύμφωνα με την οποία ο κίνδυνος απλώς να μη φθάσουν τα εμπορεύματα στον προβλεπόμενο προορισμό τους, δηλαδή στην Ιρλανδία, κράτος μέλος στο οποίο το σήμα δεν προστατεύεται, και η θεωρητική πιθανότητα να αποτελέσουν αντικείμενο παράνομης διαθέσεως στο εμπόριο στη Γερμανία αρκεί για να υποστηριχθεί ότι η διαμετακόμιση προσβάλλει τις ουσιώδεις λειτουργίες του σήματος στη Γερμανία.
25 Συγκεκριμένα, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 29 των προτάσεών του, η άποψη αυτή θα είχε ως συνέπεια να γίνει δεκτό ότι κάθε εξωτερική διαμετακόμιση εμπορευμάτων που φέρουν το σημείο θα έπρεπε να θεωρείται ως χρησιμοποίηση του σήματος στις συναλλαγές κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104. Πάντως, όπως υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 17 έως 22 της παρούσας αποφάσεως, η νομολογία του Δικαστηρίου θεωρεί, αντιθέτως, ότι αυτή η εξωτερική διαμετακόμιση, επειδή δεν συνεπάγεται ουδεμία διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω εμπορευμάτων, δεν αποτελεί χρήση του σήματος η οποία μπορεί να θίξει το δικαίωμα του δικαιούχου του να ελέγξει τη διάθεση στο εμπόριο εντός της Κοινότητας.
26 Όσον αφορά το βάρος αποδείξεως επί του θέματος αυτού, από τις σκέψεις 74 και 75 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Class International απορρέει ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, το βάρος αποδείξεως των περιστάσεων που καθιστούν δυνατή την άσκηση του δικαιώματος απαγορεύσεως των άρθρων 5, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/104 φέρει ο δικαιούχος του σήματος, αποδεικνύοντας είτε την ελεύθερη διάθεση στο εμπόριο των μη κοινοτικών εμπορευμάτων που φέρουν το σήμα του εντός κράτους μέλους στο οποίο το σήμα προστατεύεται είτε άλλη πράξη που συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διάθεση στο εμπόριο στο κράτος μέλος αυτό.
27 Κατόπιν των ανωτέρω, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/104 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διαμετακόμιση από κράτος μέλος στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται, εν προκειμένω την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προϊόντων που φέρουν το σήμα και έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως προοριζόμενα για άλλο κράτος μέλος στο οποίο το σήμα δεν προστατεύεται, εν προκειμένω την Ιρλανδία, εκτός από την περίπτωση που τα προϊόντα αυτά αποτελέσουν αντικείμενο πράξης τρίτου που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης και όταν αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους διαμετακομίσεως.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
28 Με το πρώτο σκέλος του τρίτου ερωτήματός του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν έχει σημασία για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι η υπόθεση αφορούσε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, προϊόντα προερχόμενα από συνδεδεμένο κράτος, δηλαδή τη Δημοκρατία της Πολωνίας πριν την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και όχι προϊόντα προερχόμενα από τρίτες χώρες μη συνδεδεμένες, αφορούσε δηλαδή σχεδόν κοινοτικά προϊόντα.
29 Συναφώς, η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως αφορούσε εμπορεύματα κοινοτικής προελεύσεως που αποτελούσαν αντικείμενο διαμετακομίσεως προς τρίτη χώρα μέσω του εδάφους ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, αλλά δεν προϋπέθετε τη διάθεσή τους στο εμπόριο, οπότε δεν μπορούσε να θιγεί το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος.
30 Πάντως, το καθεστώς του συνδεδεμένου κράτους υπό το οποίο βρισκόταν η Δημοκρατία της Πολωνίας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης ουδόλως συνεπαγόταν ότι τα προερχόμενα από τη χώρα αυτή εμπορεύματα έπρεπε να θεωρηθούν ως προερχόμενα από κράτος μέλος. Επομένως, η περίπτωση των κοινοτικών προϊόντων δεν αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης και δεν πρέπει να εξεταστεί.
31 Ως μη κοινοτικά εμπορεύματα, τα εν λόγω προϊόντα μπορούσαν να τεθούν υπό καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως. Προς τούτο, δεν έχει σημασία αν τα προϊόντα αυτά προέρχονταν από συνδεδεμένο κράτος όπως ήταν η Δημοκρατία της Πολωνίας πριν προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τρίτη μη συνδεδεμένη χώρα.
32 Επομένως, δεν έχει σημασία για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα ότι η υπόθεση αφορούσε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, προϊόντα προερχόμενα από συνδεδεμένο κράτος, δηλαδή τη Δημοκρατία της Πολωνίας πριν την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και όχι προϊόντα προερχόμενα από τρίτες μη συνδεδεμένες χώρες.
33 Όσον αφορά στη συνέχεια το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος, που αφορά τη σημασία που έχει για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα η νόμιμη ή παράνομη κατασκευή των επίδικων εμπορευμάτων στην Πολωνία, η Diesel, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν ότι η κατασκευή προϊόντος σε τρίτη χώρα κατόπιν προσβολής των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του στη χώρα αυτή του επιτρέπει να απαγορεύσει κάθε διαμετακόμιση, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής.
34 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί, με τη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, ότι ο δικαιούχος σήματος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διαμετακόμιση από κράτος μέλος στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται, εν προκειμένω την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προϊόντων που φέρουν το σήμα και έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως προοριζόμενα για άλλο κράτος μέλος στο οποίο το σήμα δεν προστατεύεται, εν προκειμένω την Ιρλανδία, εκτός από την περίπτωση που τα προϊόντα αυτά αποτελέσουν αντικείμενο πράξης τρίτου που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης και όταν η πράξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα κατ’ ανάγκη τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους διαμετακομίσεως. Η νόμιμη ή παράνομη κατασκευή των εν λόγω προϊόντων ουδεμία επιρροή ασκεί εν προκειμένω.
35 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Diesel, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 5 της οδηγίας 89/104 δεν μπορεί να αναιρεθεί από την απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-60/02, X (Συλλογή 2004, σ. I-651), που αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2 και 11 του κανονισμού 3295/94.
36 Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο υπέμνησε, στη σκέψη 54, ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 3295/94 έχει την έννοια ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία εμπορεύματα εισαγόμενα από τρίτη χώρα δεσμεύονται προσωρινώς, κατά τη διαμετακόμισή τους προς άλλη τρίτη χώρα, εντός κράτους μέλους από τις τελωνειακές αρχές του εν λόγω κράτους δυνάμει του εν λόγω κανονισμού και κατόπιν αιτήσεως της εταιρίας που είναι κάτοχος των δικαιωμάτων των οποίων προβάλλεται η προσβολή (βλ. επίσης απόφαση Polo κατά Lauren, προπαρατεθείσα, σκέψεις 26 και 27).
37 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 3295/94 καθορίζει, πρώτον, τις προϋποθέσεις παρέμβασης των τελωνειακών αρχών όταν εμπορεύματα για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι ανήκουν στην κατηγορία των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης ανακαλύπτονται, κατά την άσκηση ελέγχου επί εμπορευμάτων υπό τελωνειακή επιτήρηση σύμφωνα με το άρθρο 37 του τελωνειακού κώδικα, υπαχθέντων σε καθεστώς αναστολής κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ίδιου κώδικα, ή επανεξαχθέντων κατόπιν κοινοποιήσεως ή τοποθετημένων σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη δυνάμει του άρθρου 166 του εν λόγω κώδικα.
38 Δεύτερον, το ίδιο άρθρο καθορίζει τα μέτρα που μπορούν να λάβουν οι αρμόδιες αρχές έναντι των εν λόγω εμπορευμάτων.
39 Τρίτον, η πρώτη και τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3295/94, που παρατίθενται στη σκέψη 4 της παρούσας αποφάσεως, αναφέρονται ρητώς στο εμπόριο ή στη διάθεση στην αγορά των εμπορευμάτων παραποίησης/απομίμησης, ή στην ανάγκη απαγορεύσεως της ελεύθερης διαθέσεώς τους εντός της Κοινότητας.
40 Επομένως, καμία από τις διατάξεις του κανονισμού 3295/94 δεν καθιερώνει νέο κριτήριο για την εξακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί των σημάτων ή για τον καθορισμό του αν πρόκειται για χρήση του σήματος που ενδέχεται να απαγορεύεται διότι προσβάλλει το δικαίωμα αυτό.
41 Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα, δεν έχει κατ’ αρχήν σημασία αν το εμπόρευμα που προορίζεται για κράτος μέλος προέρχεται από κράτος συνδεδεμένο ή από τρίτη χώρα ή ακόμη αν τα εμπορεύματα κατασκευάστηκαν νόμιμα στη χώρα προελεύσεως ή κατόπιν προσβολής ενός υφιστάμενου στη χώρα αυτή δικαιώματος επί του σήματος.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη διαμετακόμιση από κράτος μέλος στο οποίο το σήμα αυτό προστατεύεται, εν προκειμένω την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προϊόντων που φέρουν το σήμα και έχουν υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως προοριζόμενα για άλλο κράτος μέλος στο οποίο το σήμα δεν προστατεύεται, εν προκειμένω την Ιρλανδία, εκτός από την περίπτωση που τα προϊόντα αυτά αποτελέσουν αντικείμενο πράξης τρίτου που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης και όταν αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους διαμετακομίσεως.
2) Δεν έχει συναφώς σημασία, κατ’ αρχήν, αν το εμπόρευμα που προορίζεται για κράτος μέλος προέρχεται από κράτος συνδεδεμένο ή από τρίτη χώρα ή ακόμη αν τα εμπορεύματα κατασκευάστηκαν νόμιμα στη χώρα προελεύσεως ή κατόπιν προσβολής ενός υφιστάμενου στη χώρα αυτή δικαιώματος επί του σήματος.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy