Υπόθεση C-286/05
Reinhold Haug
κατά
Land Baden-Württemberg
(αίτηση του Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 — Επιστροφή κοινοτικών ενισχύσεων — Αναδρομική εφαρμογή λιγότερο αυστηρών διοικητικών κυρώσεων»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 4ης Μαΐου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία — Κοινή γεωργική πολιτική — Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων
(Κανονισμός 2988/95 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 2· κανονισμοί 3887/92 της Επιτροπής, άρθρο 9 § 2, και 2419/2001, άρθρο 31)
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο προβλέπει ότι, σε περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων που περιέχονται σε κοινοτικούς κανόνες, ισχύουν αναδρομικώς οι λιγότερο αυστηρές διατάξεις, δεν εφαρμόζεται όταν, μετά τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, αξιώνεται η επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, μολονότι ο οικείος επιχειρηματίας ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση αυτή θα έπρεπε να επιστραφεί κατά μικρότερο ποσοστό δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 2419/2001 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 3508/92.
Πράγματι, το άρθρο 31 του κανονισμού 2419/2001 δεν εμπεριέχει κύρωση και δεν συνιστά, επομένως, τροποποίηση της κυρώσεως που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92.
(βλ. σκέψεις 24-25 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 4ης Μαΐου 2006 *(1)
«Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 – Επιστροφή κοινοτικών ενισχύσεων – Αναδρομική εφαρμογή λιγότερο αυστηρών διοικητικών κυρώσεων»
Στην υπόθεση C-286/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg (Γερμανία) με απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιουλίου 2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Reinhold Haug
κατά
Land Baden-Württemberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Schiemann, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και M. Ilešič (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο R. Haug, εκπροσωπούμενος από τον F. Schulze, Rechtsanwalt,
– το Land Baden-Württemberg, εκπροσωπούμενο από την N. Philippi,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Erlbacher και L. Visaggio,
έχοντας υπόψη την απόφαση που ελήφθη, κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα, να κριθεί η υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων εκ μέρους του,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του R. Haug, ο οποίος εκμεταλλεύεται γεωργική επιχείρηση, και του Land Baden-Württemberg (ομόσπονδου κράτους της Βάδης-Βυρτεμβέργης), το οποίο εκπροσωπείται από το Landratsamt Tuttlingen (τις διοικητικές υπηρεσίες της Περιφερείας του Tuttlingen), διαφοράς που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως χορηγήσεως ενισχύσεων και την υποχρέωση επιστροφής στο ακέραιο των ενισχύσεων αυτών.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 ορίζει:
«Παρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της Κοινότητας, είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του ίδιου κανονισμού προβλέπει:
«Σε περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων που περιέχονται σε κοινοτικούς κανόνες, ισχύουν αναδρομικώς οι λιγότερο αυστηρές διατάξεις.»
5 Το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«1. Κάθε παρατυπία συνεπάγεται, κατά γενικό κανόνα, την αφαίρεση του αδικαιολογήτως αποκτηθέντος οφέλους:
– με την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων ή επιστροφής των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων ποσών,
[…]
2. Η εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 1 περιορίζεται στην αφαίρεση του εξασφαλισθέντος οφέλους προσαυξημένου, εφόσον προβλέπεται, με τόκους που δύνανται να καθοριστούν κατ’ αποκοπήν.
[…]
4. Τα μέτρα του παρόντος άρθρου δεν θεωρούνται κυρώσεις.»
6 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«Οι εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παρατυπίες μπορούν να επισύρουν τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις:
[…]
β) πληρωμή ποσού το οποίο να υπερβαίνει τα αδικαιολογήτως εισπραχθέντα ή κακώς μη καταβληθέντα ποσά, προσαυξημένα ενδεχομένως με τόκους. Το επιπλέον αυτό ποσό, το οποίο καθορίζεται βάσει ποσοστού που θα οριστεί στις ειδικές διατάξεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ύψος που είναι απολύτως αναγκαίο για να του προσδώσει αποτρεπτικό χαρακτήρα.
γ) ολική ή μερική αφαίρεση του παρασχεθέντος από την κοινοτική νομοθεσία οφέλους, ακόμα και αν ο φορέας έχει λάβει αδικαιολογήτως μέρος μόνο αυτού του οφέλους.
[…]»
7 Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36), πραγματεύεται τις διαφορές μεταξύ, αφενός, της εκτάσεως γης που έχει δηλωθεί στην αίτηση για χορήγηση ενισχύσεων συνδεομένων με την έκταση («ενισχύσεις “βάσει εκτάσεως”»), και, αφετέρου, της εκτάσεως ως προς την οποία έχουν τηρηθεί όλες οι επιβαλλόμενες από τις σχετικές ρυθμίσεις προϋποθέσεις («καθορισθείσα έκταση»). Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Όταν διαπιστωθεί ότι η δηλωθείσα έκταση στην αίτηση ενίσχυσης υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση, το ποσό της ενίσχυσης υπολογίζεται βάσει της έκτασης που έχει πράγματι καθορισθεί κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Εντούτοις, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η πράγματι καθορισθείσα έκταση μειώνεται:
– κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας υπέρβασης, όταν η εν λόγω υπέρβαση είναι μεγαλύτερη από 2 % ή κατά δύο εκτάρια και ισούται με το 10 %, το πολύ, της καθορισθείσας έκτασης,
– κατά 30 %, όταν η διαπιστωθείσα υπέρβαση είναι μεγαλύτερη από το 10 % και ίση με το 20 %, το πολύ, της καθορισθείσας έκτασης.
Στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα επιπλέον έκταση είναι μεγαλύτερη από το 20 % της καθορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση σχετική με την έκταση.
[…]
Τα γεωτεμάχια που έχουν τεθεί σε αγρανάπαυση για την παραγωγή πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μη εδώδιμων προϊόντων, για τα οποία ο κάτοχος της εκμετάλλευσης δεν έχει [εκπληρώσει] όλες τις υποχρεώσεις του, θεωρούνται ως επιφάνειες μη εντοπισθείσες κατά τον έλεγχο για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ως καθορισθείσα έκταση νοείται εκείνη για την οποία έχουν τηρηθεί όλοι οι κανονιστικοί όροι.»
8 Ο κανονισμός 3887/92 καταργήθηκε με το άρθρο 53, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11). Όμως, το άρθρο 53, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2419/2001 ορίζει ότι ο κανονισμός 3887/92 «εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις αιτήσεις ενίσχυσης που αφορούν τις περιόδους εμπορίας ή τις περιόδους πριμοδότησης που αρχίζουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002».
9 Υπό τον τίτλο «Βάση υπολογισμού», το άρθρο 31 του κανονισμού 2419/2001 ορίζει:
«[…]
2. Με την επιφύλαξη των μειώσεων και των αποκλεισμών σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35, εάν η δηλωθείσα έκταση σε μια αίτηση ενίσχυσης βάσει της έκτασης υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση για την εν λόγω ομάδα καλλιεργειών κατόπιν διοικητικών ή επιτόπιων ελέγχων, για τον υπολογισμό της ενίσχυσης χρησιμοποιείται η καθορισθείσα έκταση για την εν λόγω ομάδα καλλιεργειών.
3. Ο υπολογισμός της μέγιστης επιλέξιμης έκτασης για τις ενισχύσεις βάσει της έκτασης προς τους παραγωγούς αροτραίων καλλιεργειών γίνεται βάσει της καθορισθείσας έκτασης των γαιών υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας και κατ’ αναλογία για κάθε καλλιέργεια. Εντούτοις, [οι] πληρωμές στους παραγωγούς αροτραίων καλλιεργειών σε σχέση με την καθορισθείσα έκταση των γαιών υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας μειώνονται μόνο κατά το μέτρο που αντιστοιχεί στην έκταση που θα μπορούσε να είναι αναγκαία για την παραγωγή 92 τόνων σιτηρών, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 1251/1999 [του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 160, σ. 1)].
[…]»
10 Το άρθρο 32 του ίδιου κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Μειώσεις και αποκλεισμοί σε περιπτώσεις δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης της πραγματικής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Εάν, όσον αφορά μια ομάδα καλλιεργειών, η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει την καθορισθείσα σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την καθορισθείσα έκταση γι’ αυτή την ομάδα καλλιεργειών, μειωμένη κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εφόσον αυτή υπερβαίνει το 3 % ή τα δύο εκτάρια, αλλά δεν υπερβαίνει το 20 % της καθορισθείσας έκτασης.
Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 20 % της καθορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία συνδεμένη με την έκταση ενίσχυση για τη σχετική ομάδα καλλιεργειών.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Στις 22 Μαρτίου 2000 ο R. Haug ζήτησε τη χορήγηση ενισχύσεων βάσει εκτάσεως όσον αφορά ορισμένες αροτραίες καλλιέργειες, και συγκεκριμένα για μια έκταση καλλιεργούμενη με κράμβη και για μια άλλη, καλλιεργούμενη με δημητριακά. Στην αίτησή του ανέφερε τα αγροτεμάχια τα οποία είχαν τεθεί σε αγρανάπαυση και επρόκειτο, επομένως, να καλλιεργηθούν με προϊόντα που δεν προορίζονταν άμεσα για κατανάλωση. Με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2000, το Amt für Landwirtschaft, Landschafts- und Bodenkultur Tuttlingen (Υπηρεσία γεωργίας και γεωργικών εκμεταλλεύσεων του Tuttlingen, στο εξής: ALLB) του χορήγησε, κατ’ εφαρμογήν της κοινοτικής νομοθεσίας περί αροτραίων καλλιεργειών, ενίσχυση βάσει εκτάσεως, συνολικού ποσού 17 772,57 γερμανικών μάρκων (DEM). Το ποσό αυτό περιελάμβανε τρία επιμέρους ποσά, που αφορούσαν, αντιστοίχως, την κράμβη, τα δημητριακά και τα αγροτεμάχια που είχαν τεθεί σε αγρανάπαυση. Στην εν λόγω απόφαση αναφερόταν ότι έπρεπε να τηρηθούν οι αναληφθείσες από τον R. Haug, κατά το χρονικό σημείο της υποβολής της αιτήσεώς του για ενισχύσεις, δεσμεύσεις.
12 Κατόπιν εγγράφου της ALLB της 13ης Δεκεμβρίου 2000, με το οποίο ζητήθηκε, στο πλαίσιο γενικού ελέγχου συνδρομής των απαιτουμένων προϋποθέσεων, η διαβίβαση βεβαιώσεων σχετικά με τις παραδόσεις κράμβης προοριζόμενης για κατανάλωση, ο R. Haug ενημέρωσε την ALLB στις 21 Δεκεμβρίου 2000 ότι ο υιός του είχε κάνει λάθος παραδίδοντας από απροσεξία ως κράμβη για κατανάλωση ένα μέρος της κράμβης που επρόκειτο να παραδοθεί ως πρώτη ύλη μη προοριζόμενη για κατανάλωση.
13 Με απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2001, η ALLB ακύρωσε την απόφασή της της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την καταβολή ενισχύσεως 17 772,57 DEM και αξίωσε την επιστροφή του ποσού αυτού, προσαυξημένου με τόκους ύψους 354,83 DEM. Ως αιτιολογία της αποφάσεως αυτής προβλήθηκε η εκ μέρους του R. Haug μη τήρηση των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει στο πλαίσιο της αιτήσεώς του για ενισχύσεις. Δεδομένου ότι η διαφορά μεταξύ των δηλωθεισών στην αίτηση αυτή εκτάσεων και των καθορισθεισών εκτάσεων υπερέβαινε το 20 %, δεν μπορούσε να χορηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, καμιά ενίσχυση.
14 Ο R. Haug υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής. Αμφισβήτησε, ιδίως, το ποσό που έπρεπε να επιστρέψει και το οποίο θεωρούσε δυσανάλογο σε σχέση με τη διαπραχθείσα αβλεψία. Κατ’ αυτόν, η μη ακριβής δήλωση των εκτάσεων γης που είχαν τεθεί σε αγρανάπαυση δεν μπορούσε να συνεπάγεται παρά μόνο μείωση των ενισχύσεων. Συναφώς, ο R. Haug επικαλέστηκε το άρθρο 31, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2419/2001, σύμφωνα με το οποίο οι καταβολές στους παραγωγούς αροτραίων καλλιεργειών σε σχέση με την καθορισθείσα έκταση των γαιών υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας μειώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 7, του κανονισμού 1251/1999, μόνο στο μέτρο που αντιστοιχεί στην έκταση που θα μπορούσε να είναι αναγκαία για την παραγωγή 92 τόνων σιτηρών. Κατά τον R. Haug, εν προκειμένω έπρεπε να τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, αυτός ο κανόνας.
15 Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2002, το Regierungspräsidium Freiburg απέρριψε την ένσταση του R. Haug. Η προσφυγή που άσκησε ο R. Haug κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε ομοίως, με απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2004 του Verwaltungsgericht Freiburg. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο R. Haug άσκησε έφεση ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg.
16 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Verwaltungsgerichtshof Baden-Württemberg αποφάσισε την αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού [2988/95] ακόμα και όταν, λόγω διαπιστωθείσας παρατυπίας κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, απαιτείται μόνο η επιστροφή της αδικαιολογήτως χορηγηθείσας ενισχύσεως (άρθρο 4, παράγραφος 1, [του εν λόγω] κανονισμού) και όταν αυτή η αδικαιολογήτως χορηγηθείσα ενίσχυση θα έπρεπε, δυνάμει μεταγενεστέρως τεθείσας σε ισχύ κοινοτικής διατάξεως, να επιστραφεί κατά ποσό μικρότερο αυτού που απορρέει από τις κοινοτικές διατάξεις που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
2) Εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού [2988/95] και όσον αφορά τις ρυθμίσεις σχετικά με την καταβολή τόκων, ακόμα και όταν καμία διοικητική κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, [αυτού] του κανονισμού δεν επιβλήθηκε στον οικείο παραγωγό, ο οποίος αλλά απλώς καλείται να επιστρέψει μια αδικαιολογήτως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, [του εν λόγω] κανονισμού, ληφθείσα ενίσχυση;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
17 Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης με το άρθρο 234 ΕΚ διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, στο τελευταίο εναπόκειται να δώσει στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελή απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώνει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2000, C-88/99, Roquette Frères, Συλλογή 2000, σ. Ι-10465, σκέψη 18, και της 20ής Μαΐου 2003, C-469/00, Ravil, Συλλογή 2003, σ. Ι-5053, σκέψη 27).
18 Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως περί παραπομπής, από τους διαδίκους της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι ο κανόνας περί αναδρομικής εφαρμογής των λιγότερο αυστηρών διατάξεων, που έχει τεθεί με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, ρητώς περιορίζεται στις διοικητικές κυρώσεις και δεν εφαρμόζεται, όπως είναι επόμενο, επί των μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού αυτού.
19 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής και τις υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το ζήτημα εάν η υποχρέωση επιστροφής στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας ενισχύσεως βάσει εκτάσεως, προσαυξημένου με τόκους, ύστερα από τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αποτελεί μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 2988/95, ή κύρωση, κατά την έννοια του άρθρου 5 του ίδιου κανονισμού. Εξάλλου, οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς το ζήτημα αν το άρθρο 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 2419/2001, που προβάλλεται από τον R. Haug ως λιγότερο αυστηρή διάταξη, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, έχει χαρακτήρα ποινής.
20 Κατά συνέπεια, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση που να παρέχει τη δυνατότητα στο αιτούν δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά της κύριας δίκης, πρέπει τα προδικαστικά ερωτήματα να αναδιατυπωθούν ως εξής:
Εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 όταν, μετά τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αξιώνεται η επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, μολονότι ο οικείος επιχειρηματίας ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση αυτή θα έπρεπε να επιστραφεί κατά μικρότερο ποσοστό δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 2419/2001;
21 Όπως έχει κρίνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, η εσφαλμένη δήλωση σχετικά με την πληρούσα τις σχετικές προϋποθέσεις έκταση σε αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων, όπως η μνημονευόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αποτελεί παρατυπία κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 και η υποχρέωση επιστροφής του ποσού της ενισχύσεως που απορρέει από την ίδια διάταξη του κανονισμού 3887/92, λόγω της διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της πράγματι καθορισθείσας εκτάσεως, αποτελεί διοικητική κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 (αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-354/95, National Farmers’ Union κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-4559, σκέψεις 40 και 41, της 19ης Νοεμβρίου 2002, C-304/00, Strawson και Gagg & Sons, Συλλογή 2002, σ. I-10737, σκέψη 46, και της 16ης Μαρτίου 2006, C‑94/05, Emsland-Stärke, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 63· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, την απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004, C‑295/02, Gerken, Συλλογή 2004, σ. I-6369, σκέψη 50).
22 Ειδικότερα, η κατάργηση αυτή της ενισχύσεως, που συνίσταται στην επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, αντιστοιχεί στην «ολική […] αφαίρεση του παρασχεθέντος από την κοινοτική νομοθεσία οφέλους», όπως προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 2988/95, η οποία χαρακτηρίζεται ρητώς από τη διάταξη αυτή ως διοικητική κύρωση, όταν επιβάλλεται λόγω εκ προθέσεως ή εξ αμελείας παρατυπίας.
23 Κατά συνέπεια, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 προορίζεται να εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία, μετά τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αξιώνεται η επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, μολονότι μια μεταγενέστερη κοινοτική διάταξη, τροποποιούσα την κύρωση που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, προβλέπει επιστροφή σε μικρότερο ποσοστό.
24 Όμως, πρέπει, συναφώς, να σημειωθεί ότι, αντίθετα από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, το άρθρο 31 του κανονισμού 2419/2001 δεν εμπεριέχει κύρωση. Πράγματι, τόσο από τον τίτλο όσο και από το κείμενο της τελευταίας αυτής διατάξεως προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη προσδιορίζει απλώς μια βάση υπολογισμού, και μάλιστα υπό την επιφύλαξη των μειώσεων ή αποκλεισμών που προβλέπουν τα άρθρα 32 έως 35 του κανονισμού 2419/2001. Επομένως, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να αποτελεί τροποποίηση της κυρώσεως που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92. Εξάλλου, η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 32, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2419/2001, που επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, τον κανόνα του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92.
25 Ως εκ τούτου, πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα, όπως αυτά έχουν αναδιατυπωθεί από το Δικαστήριο, η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 δεν εφαρμόζεται όταν, μετά τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αξιώνεται η επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, μολονότι ο οικείος επιχειρηματίας ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση αυτή θα έπρεπε να επιστραφεί κατά μικρότερο ποσοστό δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 3, του κανονισμού 2419/2001.
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν εφαρμόζεται όταν, μετά τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, αξιώνεται η επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, μολονότι ο οικείος επιχειρηματίας ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση αυτή θα έπρεπε να επιστραφεί κατά μικρότερο ποσοστό δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου.
(υπογραφές)
1* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy