Υπόθεση C-299/05
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Προσφυγή ακυρώσεως — Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 — Άρθρα 4, παράγραφος 2α, και 10α — Παράρτημα IIα — Κανονισμός (ΕΚ) 647/2005 — Ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως — Προθεσμίες — Αποκλειστική προθεσμία
(Άρθρο 230, εδ. 5, ΕΚ)
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων — Ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα — Έννοια
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 647/2005, άρθρο 4 §§ 1, στοιχείο α΄, και 2α, στοιχείο α΄)
1. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 230 ΕΚ, αλλά και από το αντικείμενό του το οποίο συνίσταται στην κατοχύρωση της ασφαλείας δικαίου, η πράξη που δεν προσβλήθηκε εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως, καθίσταται απρόσβλητη. Το εν λόγω απρόσβλητο αφορά όχι μόνον την ίδια την πράξη, αλλά και κάθε μεταγενέστερη πράξη η οποία θα είχε απλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. Η ως άνω λύση, η οποία δικαιολογείται από την απαιτούμενη νομική σταθερότητα ισχύει τόσο για τις ατομικές όσο και για τις κανονιστικού χαρακτήρος πράξεις, όπως είναι ο κανονισμός.
Αντιθέτως, όταν τροποποιείται διάταξη κανονισμού, αναβιώνει η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής όχι μόνον κατά της ως άνω διατάξεως, αλλά και καθ’ όλων εκείνων οι οποίες, έστω και αν δεν έχουν τροποποιηθεί, αποτελούν από κοινού ένα σύνολο.
(βλ. σκέψεις 28-30)
2. Όσον αφορά τις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές, πρώτον, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 1408/71, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 647/2005, μια παροχή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ειδική μόνον εφόσον σκοπεί αποκλειστικά στην παροχή ειδικής προστασίας σε άτομα με αναπηρίες, συνδέεται δε στενά με το κοινωνικό περιβάλλον των προσώπων αυτών εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, οι παροχές οι οποίες δεν επιτελούν αποκλειστικά την ανωτέρω αποστολή αλλ’ έχουν και ως αντικείμενο τη διασφάλιση της παροχής των αναγκαίων φροντίδων και της επιτήρησης των προσώπων αυτών, εφόσον παρίσταται απαραίτητο, εντός της οικογενειακής εστίας ή εντός ειδικευμένου ιδρύματος, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ειδικές παροχές κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως.
Δεύτερον, η ειδική παροχή, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, i, του κανονισμού προσδιορίζεται επίσης από τον σκοπό της. Πρέπει να αντικαθιστά ή να συμπληρώνει παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, μολονότι διακρίνεται από αυτή, και να εμφανίζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κοινωνικής αρωγής δικαιολογούμενης από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως προβλέπουσας αντικειμενικά κριτήρια.
Αντιθέτως, μια παροχή θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως όταν χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και δημιουργούσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας προσδιοριζόμενης από τον νόμο καταστάσεως και συνδέεται με κάποιον από τους ρητώς απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 κινδύνους. Έτσι, παροχές χορηγούμενες αντικειμενικώς βάσει καταστάσεως προσδιοριζόμενης νομοθετικώς με σκοπό τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας αλλά και της ζωής των εξαρτώμενων προσώπων έχουν κατά βάση ως αντικείμενο να συμπληρώνουν τις παροχές της ασφαλίσεως κατά των ασθενειών και πρέπει να εκλαμβάνονται ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 53-56, 61)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 18ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρα 4, παράγραφος 2α, και 10α – Παράρτημα IIα – Κανονισμός (ΕΚ) 647/2005 – Ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα»
Στην υπόθεση C‑299/05,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, ασκηθείσα στις 26 Ιουλίου 2005,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M.‑J. Jonczy, D. Martin και V. Kreuschitz, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους G. Ricci και Α. Τρουπιώτη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους M. Veiga, J. Leppo και G. Curmi,
καθών,
υποστηριζομένων από τους:
Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τους T. Pynnä, J. Heliskoski και E. Bygglin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από τους A. Kruse και R. Sobocki, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τους E. O’Neill και C. Vajda,
παρεμβαίνοντες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, P. Kūris, J.‑C. Bonichot (εισηγητή) και C. Toader, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: J. Swedenborg, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 18ης Απριλίου 2007,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί την ακύρωση των διατάξεων του σημείου 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 117, σ. 1), διατάξεων οι οποίες απαντούν ως «ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ», στοιχείο β΄, «ΣΟΥΗΔΙΑ», στοιχείο γ΄, και «ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ», στοιχεία δ΄ έως στ΄.
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (EE 1997, L 28, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 647/2005 (στο εξής: τροποποιημένος κανονισμός 1408/71), λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 647/2005, την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία ορισμένων από τις διατάξεις του σχετικά, μεταξύ άλλων, με τις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του. Ο κανονισμός 647/2005 εκδόθηκε κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την τροποποίηση του παραρτήματος IIα του κανονισμού 1408/71 (στο εξής: παράρτημα IIα).
3 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο κα΄, i, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, με τον όρο «οικογενειακή παροχή» νοείται κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη.
4 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, αυτού, ο κανονισμός εφαρμόζεται και επί των οικογενειακών παροχών.
5 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του εν λόγω κανονισμού:
«Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα, οι οποίες προβλέπονται δυνάμει νομοθεσίας η οποία, λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της, των στόχων ή/και των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση δικαιώματος, έχει χαρακτηριστικά τόσο της νομοθεσίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, όσο και κοινωνικής προνοίας.
Ως “ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα” νοούνται οι παροχές οι οποίες:
α) προορίζονται να παρέχουν:
i) συμπληρωματική, αναπληρωματική ή επικουρική κάλυψη έναντι των κινδύνων οι οποίοι αντιστοιχούν στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως και να εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο εισόδημα διαβιώσεως σε σχέση με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
ii) μόνο ειδική προστασία στα άτομα με αναπηρίες, οι οποίες συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου προσώπου εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, και
β) στις περιπτώσεις που η χρηματοδότηση προέρχεται αποκλειστικά από την υποχρεωτική φορολογία που προορίζεται να καλύψει τις γενικές δημόσιες δαπάνες και οι όροι για τη χορήγηση και τον υπολογισμό των παροχών δεν εξαρτώνται από τυχόν εισφορές εκ μέρους του δικαιούχου. Πάντως, οι παροχές που χορηγούνται για να καλύψουν συμπληρωματικά ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχή δεν θεωρούνται ως ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, και
γ) περιλαμβάνονται στο παράρτημα IIα.»
6 Οι ανωτέρω διατάξεις αντικατέστησαν τις ακόλουθες:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ειδικές [μη ανταποδοτικού χαρακτήρα] παροχές οι οποίες εμπίπτουν σε νομοθεσία ή καθεστώς εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή που εξαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 4, όταν οι παροχές αυτές προορίζονται:
α) είτε να καλύψουν συμπληρωματικά, εναλλακτικά ή επικουρικά την επέλευση οποιουδήποτε κινδύνου που εμπίπτει στους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ έως η΄ της παραγράφου 1·
β) είτε μόνον για να εξασφαλίσουν την ειδική προστασία των μειονεκτούντων ατόμων.»
7 Το άρθρο 10α του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 ορίζει:
«1. Οι διατάξεις του άρθρου 10 και του τίτλου III δεν εφαρμόζονται στις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα του άρθρου 4, παράγραφος 2α. Τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν τις παροχές αυτές αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν, εφόσον οι παροχές περιλαμβάνονται στο παράρτημα IIα. Οι παροχές αυτές βαρύνουν τον φορέα του τόπου κατοικίας από τον οποίον και καταβάλλονται.»
Το ιστορικό της διαφοράς
8 Το παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71 περιέχει τον κατάλογο των ειδικών μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχών σε χρήμα τις οποίες δικαιούνται τα πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός αποκλειστικά στο έδαφος του κράτους μέλους όπου κατοικούν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α του ιδίου κανονισμού.
9 Τα κράτη μέλη ουδαμώς εναντιώθηκαν στην πρόταση της Επιτροπής με αντικείμενο την τροποποίηση του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 προκειμένου να δοθεί ο ορισμός των ειδικών μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχών σε χρήμα, σε συνάρτηση με τις αρχές που καθιέρωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2001, C‑2l5/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I‑1901), και της 31ης Μαΐου 2001, C‑43/99, Leclere και Deaconescu (Συλλογή 2001, σ. I‑4265).
10 Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, στον κατάλογο του παραρτήματος IIα περιλαμβάνονται μόνον οι παροχές οι οποίες εμφανίζουν σωρευτικώς το διπλό χαρακτηριστικό γνώρισμα να είναι ειδικές και μη ανταποδοτικού χαρακτήρα.
11 Αφού ανέλυσε τις δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως «ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα» παροχές υπό το φως των κριτηρίων του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71 και της εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνείας του, η Επιτροπή κατάρτισε και πρότεινε νέο κατάλογο των παροχών που μπορούν να περιληφθούν στο παράρτημα IIα.
12 Η εφαρμογή των απορρεόντων από τη νομολογία του Δικαστηρίου κριτηρίων ώθησε την Επιτροπή να μη συμπεριλάβει στον ως άνω νέο κατάλογο:
– τις διεπόμενες από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71 παροχές, ήτοι τις «παροχές αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού»·
– τις χορηγούμενες σε τέκνα με αναπηρία παροχές, ο βασικός στόχος των οποίων είναι η αντιστάθμιση των συμπληρωματικών οικογενειακών βαρών λόγω της παρουσίας ανάπηρου τέκνου στην οικογενειακή εστία·
– τις παροχές λόγω εξαρτήσεως τις οποίες χαρακτήρισε το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση Jauch, ως παροχές ασθενείας σε χρήμα με σκοπό τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας και της ζωής των μη αυτοεξυπηρετούμενων προσώπων, αν και οι σχετικές παροχές μπορεί να εμφανίζουν και πτυχές άσχετες με την ίδια την ασθένεια.
13 Εντούτοις, κατόπιν αιτήματος της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αποδεχόμενο το αίτημα, επανεισήγαγε στον κατάλογο του παραρτήματος IIα, τον οποίο είχε προτείνει η Επιτροπή, τις ακόλουθες παροχές (στο εξής, σφαιρικώς, ως: επίδικες παροχές):
– ως προς τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, το επίδομα τέκνου·
– ως προς το Βασίλειο της Σουηδίας, το επίδομα αναπηρίας και το επίδομα ανάπηρου τέκνου·
– ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο, το επίδομα διαβιώσεως αναπήρου (στο εξής: ΕΔΑ), το επίδομα αλληλεγγύης υπέρ τρίτου (στο εξής: ΕΑΤ) και το επίδομα φροντίδας αναπήρου (στο εξής: ΕΦΑ).
14 Κατά τη δεύτερη ανάγνωση του σχεδίου τροποποιητικού κανονισμού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του Συμβουλίου και έλαβε γνώση δηλώσεως της Επιτροπής ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να προσφύγει στο Δικαστήριο και να υποβάλει, ενδεχομένως, με βάση την απόφαση που αυτό θα εξέδιδε, νέα πρόταση αναθεωρήσεως του περιλαμβανόμενου στο παράρτημα IIα καταλόγου.
15 Ο κανονισμός 647/2005 εκδόθηκε στις 13 Απριλίου 2005 από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη τα προπαρατεθέντα στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως αιτήματα των τριών κρατών μελών. Η Επιτροπή ζητεί την ακύρωση του κανονισμού καθ’ ό μέτρο οι επίδικες παροχές περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος IIα του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 (στο εξής: τροποποιημένο παράρτημα IIα).
16 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ως άνω παροχές δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εκείνες που θα επέτρεπαν τον περιορισμό της χορηγήσεώς τους αποκλειστικά και μόνο στα διαμένοντα στο έδαφος ενός εκάστου των ως άνω κρατών μελών πρόσωπα.
Επί της προσφυγής
Επί του αιτήματος περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
17 Με έγγραφο της 19ης Ιουνίου 2007, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσε παρατηρήσεις επί των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως. Εκτιμά ότι δεν κατέστη δυνατόν να απαντήσει στη διατυπωθείσα με τις εν λόγω προτάσεις άποψη ότι έπρεπε να ακυρωθεί εξ ολοκλήρου η μνεία του ΕΔΑ στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα, τη στιγμή κατά την οποία δεν αμφισβητείται ότι η αποκαλούμενη «κινητικότητα» συνιστώσα του ως άνω επιδόματος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε να εκληφθεί ως ειδική παροχή.
18 Κατόπιν αυτού, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο να επαναλάβει την προφορική διαδικασία προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να επικαλεστεί ενώπιόν του τη νομολογία του σχετικά με τη δυνατότητα μερικής ακυρώσεως κανονιστικής διατάξεως. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται τους κανόνες σχετικά με τη μερική ακύρωση της διατάξεως μιας πράξεως, κανόνες οι οποίοι επαναλαμβάνονται στην απόφαση της 24ης Μαΐου 2005, C-244/03, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2005, σ. I-4021, σκέψεις 13 έως 15).
19 Το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή ακόμη και αιτήσεως των διαδίκων να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας του, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (βλ. αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-309/99, Wouters κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑1577, σκέψη 42, και της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑434/02, Arnold André, Συλλογή 2004, σ. I‑11825, σκέψη 27, και C‑210/03, Swedish Match, Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 25).
20 Αφενός, το ζήτημα της δυνατότητας διαχωρισμού του ΕΔΑ είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο των εγγράφων της Επιτροπής, οπότε το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να απαντήσει επ’ αυτού με το υπόμνημά του παρεμβάσεως. Αφετέρου, το Δικαστήριο εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να απαντήσει επί των εγειρομένων ζητημάτων.
21 Κατόπιν αυτού, παρέλκει η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 230 ΕΚ προθεσμία είχε ήδη λήξει όταν ασκήθηκε η προσφυγή. Εκτιμά ότι η προθεσμία αυτή πρέπει να υπολογίζεται από τη δημοσίευση της πράξεως η οποία τροποποίησε τον κανονισμό 1408/71 επαναφέροντας στον κατάλογο του παραρτήματος IIα για πρώτη φορά τις επίδικες παροχές. Τα ΕΔΑ, ΕΑΤ και ΕΦΑ περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1247/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 (EE L 136, σ. 1), ενώ το φινλανδικό επίδομα και οι σουηδικές παροχές προστέθηκαν στον κατάλογο αυτό με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και περί των προσαρμογών των Συνθηκών στις οποίες βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (EE 1994, C 241, σ. 21 και EE 1995, L 1, σ. 1).
23 Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι, αντικαθιστώντας, με την έκδοση του κανονισμού 647/2005, το σύνολο του παραρτήματος IIα, αντί να περιοριστεί στο να επιφέρει τις μελετώμενες τροποποιήσεις, ο νομοθέτης δεν επιδίωξε να επιτραπεί η αμφισβήτηση ως προς την εγγραφή παροχών που περιλαμβάνονταν ήδη στο εν λόγω παράρτημα.
24 Το Κοινοβούλιο δέχεται ότι, με το άρθρο 1, αριθ. 2, του κανονισμού 647/2005, ο κοινοτικός νομοθέτης τροποποίησε το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του κανονισμού 1408/71. Πάντως, εκτιμά ότι προέβη απλώς σε αναδιατύπωση του ορισμού των ειδικών μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχών σε χρήμα. Αντιθέτως, δεν τροποποιήθηκε στην ουσία του ο προϊσχύσας ορισμός. Προς στήριξη της θέσεώς του, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι το Δικαστήριο εξέδωσε τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Jauch και Leclere και Deaconescu, εξετάζοντας ακριβώς και ερμηνεύοντας τις διατάξεις του ως άνω άρθρου, όπως αυτό είχε προς της εκδόσεως του κανονισμού 647/2005.
25 Κατόπιν αυτού, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι τα κριτήρια των οποίων έγινε χρήση και τα οποία αναδιατυπώνονται με τον κανονισμό 647/2005 αποτελούσαν ήδη στοιχεία που διείπον τις ως άνω παροχές, ο δε νομοθέτης περιορίστηκε να τα συμπεριλάβει και στο ίδιο το κείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
26 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, αφ’ ής στιγμής θέσπισε νέο κείμενο παράγωγου δικαίου, έστω και αν άφησε ανέπαφο το περιεχόμενο ενός παραρτήματος, ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε νέα «απόφαση» επί του ως άνω παραρτήματος. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον η Επιτροπή επέστησε την προσοχή του επί του γεγονότος ότι το παλαιό παράρτημα είχε καταστεί μερικώς ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου.
27 Επομένως, η νέα αυτή απόφαση θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο της κρίσης του Δικαστηρίου και να μην υποστηρίζεται, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, ότι το επικρινόμενο μέρος του κειμένου παρέμεινε αναλλοίωτο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
28 Η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει, δυνάμει του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 230 ΕΚ, να ασκείται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
29 Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της ως άνω διατάξεως, αλλά και από το αντικείμενό της το οποίο συνίσταται στην κατοχύρωση της ασφαλείας δικαίου, η πράξη που δεν προσβλήθηκε εντός της ως άνω προθεσμίας καθίσταται απρόσβλητη. Το εν λόγω απρόσβλητο αφορά όχι μόνον την ίδια την πράξη, αλλά και κάθε μεταγενέστερη πράξη η οποία θα είχε απλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα. Η ως άνω λύση, η οποία δικαιολογείται από την απαιτούμενη νομική σταθερότητα ισχύει τόσο για τις ατομικές όσο και για τις κανονιστικού χαρακτήρος πράξεις, όπως είναι ο κανονισμός.
30 Αντιθέτως, όταν τροποποιείται διάταξη κανονισμού, αναβιώνει η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής όχι μόνον κατά της ως άνω διατάξεως, αλλά και καθ’ όλων εκείνων οι οποίες, έστω και αν δεν έχουν τροποποιηθεί, αποτελούν από κοινού ένα σύνολο.
31 Η εφαρμογή των ανωτέρω αρχών έχει ως συνέπεια το παραδεκτό της προσφυγής της Επιτροπής.
32 Πράγματι, η διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 2α, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 διαφέρει ουσιωδώς από το προγενέστερο κείμενο και τροποποιεί προδήλως το περιεχόμενο του ως άνω άρθρου, ενώ το επικαλούμενο από το Κοινοβούλιο γεγονός ότι το Δικαστήριο ερμήνευσε το προγενέστερο κείμενο υπό την έννοια ότι αντιστοιχεί στη νέα σύνταξη δεν έχει ως συνέπεια να προσδώσει στην τελευταία επιβεβαιωτικό της παλαιάς αποδόσεως χαρακτήρα. Η σχετική τροποποίηση επήλθε ακριβώς για να αναπροσδιοριστεί το περιεχόμενο του καταλόγου των μη χορηγουμένων εκτός ημεδαπής παροχών που περιέχει το παράρτημα IIα.
33 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2α, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 αποτελεί από κοινού με τον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα ενιαίο σύνολο, όπως προκύπτει εξάλλου και από τη διατύπωση του άρθρου 10α του κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι «τα άτομα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός λαμβάνουν [ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2α], αποκλειστικά στο έδαφος και σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο κατοικούν, εφόσον οι παροχές αυτές περιλαμβάνονται στο [τροποποιημένο] παράρτημα IIα».
34 Κατόπιν αυτού, η προσφυγή της Επιτροπής είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
35 Η Επιτροπή προβάλλει ένα και μόνο λόγο ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της. Υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 647/2005 πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αναγνωρίζει τις επίδικες ως ειδικές παροχές περιλαμβάνοντάς τες στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
36 Όσον αφορά το φινλανδικό επίδομα τέκνου, η Επιτροπή δέχεται μεν ότι η παροχή αυτή συμβάλλει ενδεχομένως στην ένταξη του ανάπηρου τέκνου στο κοινωνικό περιβάλλον του, αλλ’ εκτιμά ότι προορίζεται και για τον συμψηφισμό του βάρους που συνεπάγεται για την οικογένεια του τέκνου αυτού η αναπηρία ή η ασθένειά του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι παροχή με προορισμό την ελάφρυνση του βάρους που συνεπάγεται η συντήρηση των τέκνων εμπίπτει στην κατηγορία των οικογενειακών παροχών, όπως προβλέπει το άρθρο 1, στοιχείο κα΄, i, του κανονισμού 1408/71 και αναφέρεται στον κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, του κανονισμού αυτού κίνδυνο (αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2001, C‑85/99, Offermanns, Συλλογή 2001, σ. I‑2261, και της 7ης Νοεμβρίου 2002, C‑333/00, Maaheimo, Συλλογή 2002, σ. I‑10087).
37 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι η ως άνω παροχή χορηγείται με βάση ατομική αξιολόγηση των αναγκών του ανάπηρου ή ασθενούς τέκνου δεν είναι ικανό να αλλοιώσει τη φύση της παροχής.
38 Όσον αφορά το σουηδικό επίδομα ανάπηρου τέκνου, η Επιτροπή υποστηρίζει ταυτόσημη συλλογιστική με αυτή του φινλανδικού επιδόματος τέκνου με το οποίο το πρώτο εμφανίζει πολλές ομοιότητες. Θεωρεί ότι για τους ίδιους λόγους η σουηδική παροχή πρέπει να θεωρηθεί ως «οικογενειακή παροχή» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο κα΄, i, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
39 Όσον αφορά το σουηδικό επίδομα αναπηρίας, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι αυτό έχει ουσιωδώς ως αντικείμενο την αντιστάθμιση των συμπληρωματικών δαπανών που φέρει ενδεχομένως ένα πρόσωπο λόγω της αναπηρίας του, προκειμένου να βελτιώσει την κατάσταση της υγείας του και την ποιότητα ζωής του ως εξαρτώμενου προσώπου.
40 Έτσι, υπό το φως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Jauch, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως «παροχή ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
41 Ως προς το ΕΔΑ, το ΕΑΤ και το ΕΦΑ, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ως άνω παροχές σκοπούν κατ’ ουσία να αντισταθμίσουν τα συμπληρωματικά έξοδα που φέρει ενδεχομένως ένα πρόσωπο λόγω της αναπηρίας του, με σκοπό τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας του και της ποιότητας της ζωής του ως εξαρτώμενου προσώπου. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Jauch, τα ως άνω επιδόματα συμπληρώνουν τις παροχές ασθενείας.
42 Υπό τις περιστάσεις αυτές, ακόμη και αν εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, οι ως άνω παροχές θα έπρεπε να εκληφθούν ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
43 Το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζουν ότι, υπό το φως των ειδικών χαρακτηριστικών τους, ιδίως των στοιχείων που τις απαρτίζουν, του σκοπού και των προϋποθέσεων χορηγήσεώς τους, οι εν λόγω παροχές συνιστούν, αντιθέτως, «ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα», εφόσον πληρούν τα οριζόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71 κριτήρια, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
44 Τα προαναφερθέντα θεσμικά όργανα και κράτη μέλη ισχυρίζονται ότι, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «ειδική», μια παροχή πρέπει να εμφανίζει χαρακτηριστικά γνωρίσματα ώστε να εμπίπτει ταυτόχρονα στην κοινωνική ασφάλιση και στην κοινωνική πρόνοια λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής, των στόχων και των λεπτομερειών εφαρμογής της. Οι επίδικες παροχές προσομοιάζουν προς τις παροχές κοινωνικής προνοίας καθόσον η έννοια της ανάγκης συνιστά βασικό κριτήριο και η χορήγησή τους δεν εξαρτάται από προϋπόθεση σωρεύσεως περιόδων επαγγελματικής δραστηριότητας ή εισφορών, ενώ, βάσει άλλων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους, προσομοιάζουν στις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, στον βαθμό κατά τον οποίο οι αρμόδιοι οργανισμοί δεν έχουν καμία εξουσία εκτιμήσεως για τη χορήγησή τους αλλά και λόγω του γεγονότος ότι η τελευταία περιάγει τους δικαιούχους σε οριζόμενη εκ του νόμου κατάσταση.
45 Επομένως, οι επίδικες παροχές είναι «μικτές» παροχές τις οποίες το Συμβούλιο θεωρεί στενά συνδεόμενες προς την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των τριών ενδιαφερόμενων κρατών μελών.
46 Η θέση που έλαβε το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C‑160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I‑843), καθώς και με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Jauch και Leclere και Deaconescu, δεν αναιρούν την ως άνω ανάλυση δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο των ως άνω υποθέσεων διαφέρουν ουσιαστικά από τις επίδικες παροχές.
47 Επίσης, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το γεγονός ότι οι επίδικες παροχές δύνανται να χαρακτηρισθούν, λόγω ορισμένων πτυχών τους, ως παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως δεν είναι ασυμβίβαστο με τον χαρακτήρα τους ως ειδικής παροχής.
48 Την προσέγγιση αυτή ενισχύει η απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-160/02, Skalka (Συλλογή 2004, σ. I-5613, σκέψη 25), σύμφωνα με την οποία μια ειδική παροχή, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α΄, του κανονισμού 1408/71 προσδιορίζεται βάσει του σκοπού της. Πρέπει να αντικαθιστά ή να συμπληρώνει μια παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, να έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κοινωνικής αρωγής δικαιολογούμενης από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους και να έχει αποφασισθεί με κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα αντικειμενικά κριτήρια.
49 Με άλλου λόγους, η παροχή εμπίπτει ενδεχομένως τόσο στην παράγραφο 1 όσο και στην παράγραφο 2α του άρθρου 4 του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
50 Το Ηνωμένο Βασίλειο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τις αποφάσεις της 4ης Νοεμβρίου 1997, C‑20/96, Snares (Συλλογή 1997, σ. I‑6057), και της 11ης Ιουνίου 1998, C‑297/96, Partridge (Συλλογή 1998, σ. I‑3467), ότι τα ΕΔΑ και ΕΑΤ συνιστούν επιδόματα εμπίπτοντα στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
51 Όπως προκύπτει από το γράμμα και την οικονομία του άρθρου 4 του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, μια παροχή δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται παράλληλα ως οικογενειακή και ως ειδική παροχή. Πράγματι, οι οικογενειακές παροχές αποτελούν αντικείμενο της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου, ενώ οι ειδικές παροχές διέπονται από την παράγραφο 2α του ιδίου άρθρου, η δε διάκριση σκοπεί να καταστήσει εφικτό τον εντοπισμό των αντίστοιχων καθεστώτων των ως άνω δύο κατηγοριών παροχών (βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑286/03, Hosse, Συλλογή 2006, σ. I-1771, σκέψεις 36 και 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
52 Επιβάλλεται ως εκ τούτου η εξέταση του αν οι επίδικες παροχές, όπως παρατίθενται στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα, εμφανίζουν ειδικό χαρακτήρα, εν γνώσει του ότι δεν αμφισβητείται ο μη ανταποδοτικός χαρακτήρας τους.
53 Πρώτον, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, ii, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, μια παροχή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ειδική μόνον εφόσον σκοπεί αποκλειστικά στην παροχή ειδικής προστασίας σε άτομα με αναπηρίες, συνδέεται δε στενά με το κοινωνικό περιβάλλον των προσώπων αυτών εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
54 Εν προκειμένω, οι επίδικες παροχές δεν επιτελούν αποκλειστικά την ανωτέρω αποστολή. Πράγματι, ναι μεν συμβάλλουν αναμφισβήτητα στην αυτονομία των δικαιούχων και διασφαλίζουν την προστασία των αναπήρων στον εθνικό κοινωνικό περίγυρό τους, αλλ’ έχουν και ως αντικείμενο τη διασφάλιση της παροχής των αναγκαίων φροντίδων και της επιτήρησης των προσώπων αυτών, εφόσον παρίσταται απαραίτητο, εντός της οικογενειακής εστίας ή εντός ειδικευμένου ιδρύματος. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ειδικές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2α, στοιχείο α΄, ii, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71.
55 Δεύτερον, πέραν της ειδικής περιπτώσεως στην οποία αναφέρονται οι προηγούμενες σκέψεις, η ειδική παροχή, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2α, i, του τροποποιημένου κανονισμού 1408/71, προσδιορίζεται επίσης από τον σκοπό της. Πρέπει να αντικαθιστά ή να συμπληρώνει παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, μολονότι διακρίνεται από αυτή, και να εμφανίζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κοινωνικής αρωγής δικαιολογούμενης από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως προβλέπουσας αντικειμενικά κριτήρια (βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2006, C‑154/05, Kersbergen-Lap και Dams-Schipper, Συλλογή 2006, σ. I-6249, σκέψη 30, και παρατιθέμενη νομολογία).
56 Αντιθέτως, μια παροχή θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως όταν χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και δημιουργούσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας προσδιοριζόμενης από τον νόμο καταστάσεως και συνδέεται με κάποιον από τους ρητώς απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 κινδύνους (αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1985, C-249/83, Hoeckx, Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψεις 12 έως 14, της 20ής Ιουνίου 1991, C-356/89, Newton, Συλλογή 1991, σ. Ι-3017, της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes, Συλλογή 1992, σ. Ι-4839, σκέψη 15, καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις Molenaar, σκέψη 20, και Jauch, σκέψη 25). Κατ’ εφαρμογή της νομολογίας αυτής, η οποία λαμβάνει υπόψη τα απαρτίζοντα τις παροχές της γερμανικής ασφαλιστικής καλύψεως της περιθάλψεως στοιχεία, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 25 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Molenaar, ότι οι εν λόγω παροχές πρέπει να θεωρούνται ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 και, με τη σκέψη 36 της ιδίας αποφάσεως, ως «παροχές σε χρήμα» της ασφαλίσεως ασθενείας που διέπονται, ιδίως, από τη διάταξη του άρθρου 19, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού (βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Jauch, σκέψη 25).
57 Πρώτον, τα φινλανδικά και σουηδικά επιδόματα για τις παρεχόμενες σε τέκνα φροντίδες έχουν ως αντικείμενο, όπως εκθέτουν οι ίδιες οι οικείες κυβερνήσεις, να παράσχουν στους γονείς ανάπηρων τέκνων τη δυνατότητα να τα φροντίζουν, να τα επιτηρούν και ενδεχομένως να τους παρέχουν επανορθωτική αγωγή. Στη Φινλανδία τα προβλέπει ο νόμος περί επιδόματος παροχής φροντίδων σε τέκνα (laki lapsen hoitotuesta), ενώ στη Σουηδία ο νόμος περί κοινωνικής ασφαλίσεως (lag om allmän försäkring).
58 Το γεγονός ότι η λήψη των ως άνω επιδομάτων δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε διάρκεια εργασίας ή καταβολής εισφορών, ότι χορηγούνται κατά περίπτωση βάσει των αναγκών του τέκνου και σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον νόμο κριτήρια και ότι, περαιτέρω, εντάσσονται σε σύνολο παροχών και υπηρεσιών που απευθύνονται στα άτομα με αναπηρίες και συνδέονται ως εκ τούτου στενά με τον οικονομικό και κοινωνικό περίγυρο στα οικεία κράτη μέλη, δεν είναι ικανό να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή επί του ιατρικής φύσεως πρωταρχικού στόχου τους.
59 Ακολούθως, δοθέντος ότι οι ως άνω παροχές πρέπει να χαρακτηρισθούν ως παροχές ασθενείας, η Επιτροπή βασίμως υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 647/2005 πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον οι ως άνω παροχές περιλαμβάνονται στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα, ο οποίος αφορά αποκλειστικά τις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα.
60 Δεύτερον, όσον αφορά το σουηδικό επίδομα αναπηρίας, όπως προκύπτει ιδίως από τις διευκρινίσεις της Σουηδικής Κυβερνήσεως, η προβλεπόμενη με τον νόμο περί του επιδόματος αναπηρίας και παροχής φροντίδων (lag om handickappersättning och vårdbigrad) παροχή χορηγείται υπέρ των αναπήρων, των οποίων η μειωμένη κινητικότητα επήλθε μεταξύ του δέκατου ένατου και εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους. Προορίζεται για τη χρηματοδότηση της αρωγής τρίτου προσώπου ή προκειμένου να καταστεί εφικτό σε πρόσωπο με αναπηρία να φέρει τις δαπάνες που οφείλονται στην πάθησή του και προς βελτίωση της καταστάσεως της υγείας καθώς και της ποιότητας ζωής του προσώπου αυτού ως εξαρτώμενου προσώπου.
61 Παροχές χορηγούμενες αντικειμενικώς βάσει καταστάσεως προσδιοριζόμενης νομοθετικώς με σκοπό τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας αλλά και της ζωής των εξαρτώμενων προσώπων έχουν κατά βάση ως αντικείμενο να συμπληρώνουν τις παροχές της ασφαλίσεως κατά των ασθενειών και πρέπει να εκλαμβάνονται ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 (προπαρατεθείσες αποφάσεις Molenaar, σκέψεις 24 και 25, Jauch, σκέψη 28, και Hosse, σκέψη 38).
62 Το σουηδικό επίδομα αναπηρίας, το οποίο ανταποκρίνεται στα ανωτέρω χαρακτηριστικά γνωρίσματα αλλά και στον συγκεκριμένο σκοπό, πρέπει, συνακόλουθα, να χαρακτηρισθεί ως παροχή ασθενείας, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Molenaar, Jauch ή Hosse, έστω και αν το προβλεπόμενο από τη σουηδική νομοθεσία σύστημα διαφέρει από εκείνο που διέπει τα επίδικα στις υποθέσεις εκείνες επιδόματα.
63 Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει το Βασίλειο της Σουηδίας, το γεγονός ότι η μειωμένη κινητικότητα πρέπει να έχει σημαντική διάρκεια και να έχει επέλθει πριν από το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας δεν είναι ικανό να αλλοιώσει τον σκοπό του σουηδικού επιδόματος αναπηρίας, το οποίο απαντά στις ανακύπτουσες από την αναπηρία ανάγκες και καλύπτει τον οφειλόμενο στην ασθένεια κίνδυνο ο οποίος αποτελεί και την αφετηρία της.
64 Ακολούθως, η Επιτροπή βασίμως υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 647/2005 πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον το εν λόγω επίδομα παρατίθεται στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα, ο οποίος αφορά αποκλειστικά τις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα.
65 Τρίτον, όσον αφορά το ΕΔΑ, το ΕΑΤ και το ΕΦΑ, οι ανωτέρω παροχές εμφανίζουν όλες χαρακτήρα επιδομάτων λόγω εξαρτήσεως, εν μέρει πάντως όσον αφορά το ΕΔΑ.
66 Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οικείες παροχές είναι ειδικές και έχουν ως αντικείμενο να συμβάλλουν στη βελτίωση της αυτονομίας καθώς και στην κοινωνική ένταξη των προσώπων με αναπηρία, επί πλέον δε να τα υποβοηθούν, στο μέτρο του δυνατού, να διάγουν βίο παρόμοιο με εκείνο των μη αναπήρων. Η ανάγκη αρωγής συνιστά το καθοριστικής σημασίας κριτήριο του δικαιώματος λήψεως των παροχών αυτών. Το δικαίωμα λήψεως του ΕΔΑ ή του ΕΑΤ δεν εξαρτάται από ανικανότητα προς εργασία και οι τρεις επίδικες παροχές χορηγούνται ανεξάρτητα από το ύψος των εισοδημάτων του δικαιούχου τους, ενώ μόνον το ποσοστό τους μπορεί να κυμαίνεται.
67 Σε αντίθεση προς όσα ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, μόνον το ΕΔΑ μπορεί να θεωρηθεί ως εμπεριέχον μία συνιστώσα κοινωνικής αρωγής. Οι δύο άλλες επίδικες παροχές έχουν απλώς σκοπό ο οποίος προσομοιάζει με εκείνον του σουηδικού επιδόματος αναπηρίας, ήτοι την υποβοήθηση του προσώπου με αναπηρία να κατανικήσει, στο μέτρο του δυνατού, την αναπηρία του στα πλαίσια των καθημερινών δραστηριοτήτων του.
68 Ακολούθως, τα ανωτέρω τρία επιδόματα καθώς και τα προηγούμενα πρέπει να εκληφθούν ως παροχές ασθενείας, έστω και αν το ΕΔΑ εμπεριέχει και έτερο σκέλος αφορόν την κινητικότητα.
69 Πράγματι, όπως υπογραμμίζει άλλωστε η Επιτροπή, η συνιστώσα «κινητικότητα» του ΕΔΑ, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ειδική μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχή σε χρήμα, είναι εξατομικεύσιμη, οπότε η συνιστώσα αυτή και μόνο μπορεί να περιληφθεί στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα, εφόσον το Ηνωμένο Βασίλειο αποφασίσει να θεσπίσει επίδομα αφορόν αποκλειστικά τη συγκεκριμένη συνιστώσα.
70 Το γεγονός ότι το ΕΔΑ, το ΕΑΤ και το ΕΦΑ δεν έχουν, σε αντίθεση προς την επίδικη παροχή στα πλαίσια των προπαρατεθεισών αποφάσεων Jauch και Hosse, κατ’ ουσίαν ως αντικείμενο τη συμπλήρωση των παροχών ασφαλίσεως κατά ασθενειών δεν ασκεί καμιά επιρροή επί του χαρακτηρισμού των ως άνω επιδομάτων.
71 Επιπλέον, το γεγονός ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Snares και Partridge, ότι το ΕΔΑ και το ΕΑΤ ήσαν, στο πλαίσιο της νομικής αλληλουχίας κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιδόματα εμπίπτοντα στο άρθρο 4, παράγραφος 2α, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71 δεν ασκεί επιρροή επί της ερμηνείας του Δικαστηρίου σχετικά με τα επιδόματα αυτά στο πλαίσιο της μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Jauch νομικής αλληλουχίας.
72 Επομένως, η Επιτροπή βασίμως υποστηρίζει ότι ο κανονισμός πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον το ΕΔΑ, το ΕΑΤ και το ΕΦΑ παρατίθενται στον κατάλογο του τροποποιημένου παραρτήματος IIα, ο οποίος προορίζεται αποκλειστικά για τις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα.
73 Από το σύνολο των προεκτεθεισών σκέψεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του σημείου 2 του παραρτήματος I του κανονισμού 647/2005, οι οποίες απαντούν ως «Φινλανδία», στοιχείο β΄, «Σουηδία», στοιχείο γ΄, και «Ηνωμένο Βασίλειο», στοιχεία δ΄ έως στ΄, πάσχουν πλάνη περί το δίκαιο και ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθούν.
Διατήρηση των κατά χρόνο αποτελεσμάτων
74 Πάντως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ακύρωση απλώς και μόνον της εγγραφής του ΕΔΑ στον κατάλογο του παραρτήματος IIα θα είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί το Ηνωμένο Βασίλειο να αναγνωρίσει το στοιχείο «κινητικότητα» σε απροσδιόριστο αριθμό δικαιούχων εντός του συνόλου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τη στιγμή κατά την οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το τμήμα αυτό του ΕΔΑ δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και η ίδια η παροχή μπορεί να περιλαμβάνεται βάσει νόμου στο παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71 ως παροχή μη χορηγούμενη εκτός ημεδαπής.
75 Το γεγονός αυτό δικαιολογεί την εκ μέρους του Δικαστηρίου άσκηση της αρμοδιότητας που του αναγνωρίζει ρητώς το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ σε περίπτωση ακυρώσεως κανονισμού, ήτοι να διατηρήσει προσωρινά τα αποτελέσματα της εγγραφής του ΕΔΑ αποκλειστικά και μόνον ως προς το τμήμα «κινητικότητα», προκειμένου να ληφθούν, εντός εύλογης προθεσμίας, τα πρόσφορα μέτρα ώστε να κατοχυρωθεί η εγγραφή του στο παράρτημα IIα του κανονισμού 1408/71.
Επί των δικαστικών εξόδων
76 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, πάντως, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ηττήθηκαν ως προς τους ισχυρισμούς τους, πρέπει να αποφασιστεί ότι φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους και ισοβαρώς τα έξοδα της Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Ακυρώνονται οι διατάξεις του σημείου 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, διατάξεις οι οποίες απαντούν ως «Φινλανδία», στοιχείο β΄, «Σουηδία», στοιχείο γ΄, και «Ηνωμένο Βασίλειο», στοιχεία δ΄ έως στ΄.
2) Διατηρούνται τα αποτελέσματα του επιδόματος διαβιώσεως αναπήρου, το οποίο απαντά ως «Ηνωμένο Βασίλειο», στοιχείο δ΄, του παραρτήματος IIα του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, ο οποίος τροποποιήθηκε ακολούθως με τον κανονισμό 647/2005, αποκλειστικά και μόνο ως προς το τμήμα «κινητικότητα», προκειμένου να ληφθούν, εντός εύλογης προθεσμίας, τα πρόσφορα μέτρα ώστε να κατοχυρωθεί η εγγραφή του στο εν λόγω παράρτημα.
3) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους και ισοβαρώς τα έξοδα της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
4) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy